Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Χτες στη ντουλάπα, σήμερα σημαιοφόροι

Δη­μή­τρης Πα­πα­νι­κο­λά­ου
«Σαν κ’ ε­μέ­να κα­μω­μέ­νοι.
Ο ο­μο­φυ­λό­φι­λος Κα­βά­φης
και η ποιη­τι­κή της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Μάιος 2014

Ο Δη­μή­τρης Πα­πα­νι­κο­λά­ου ε­ξο­μο­λο­γεί­ται στην πρώ­τη συ­νέ­ντευ­ξη, που έ­δω­σε μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σε το βι­βλίο του, πως ή­ταν συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νος, για την α­κρί­βεια θυ­μω­μέ­νος, ό­ταν το έ­γρα­φε. Εί­ναι το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του και το πρώ­το στα ελ­λη­νι­κά. Θέ­λη­σε αυ­τό το πρώ­το βι­βλίο στη μη­τρι­κή του γλώσ­σα να εί­ναι για τον Κα­βά­φη, με τον ο­ποίο α­σχο­λεί­ται α­πό δε­κα­ε­τίας. Ου­σια­στι­κά, α­πό τό­τε που αρ­χί­ζει να δι­δά­σκει στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Οξφόρ­δης, ό­που σή­με­ρα εί­ναι α­να­πλη­ρω­τής κα­θη­γη­τής Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Σπου­δών. Στο ί­διο Πα­νε­πι­στή­μιο, στην έ­δρα της Ποίη­σης, δί­δα­ξε με­τά τον πό­λε­μο Κα­βά­φη ο ελ­λη­νι­στής Σέ­σιλ Μώ­ρις Μπά­ου­ρα, ε­πι­κε­ντρώ­νο­ντας τις ο­μι­λίες του στη σχέ­ση του Αλε­ξαν­δρι­νού με το ελ­λη­νι­κό πα­ρελ­θόν. Εκεί­νος ξε­κι­νού­σε α­πό την αρ­χαία ελ­λη­νι­κή ποίη­ση, ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου, κι αυ­τός κλα­σι­κός φι­λό­λο­γος, τον προά­γει σε έ­να πε­δίο ευ­ρύ­τε­ρο του α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κού, προ­τεί­νο­ντας μία “νέα α­νά­γνω­ση” α­πό την πλευ­ρά των σπου­δών φύ­λου και σε­ξουα­λι­κό­τη­τας. Σε αυ­τήν την ε­πι­λο­γή τον ώ­θη­σε η δια­πί­στω­ση, πως κα­νείς δεν έ­χει α­σχο­λη­θεί με τον Κα­βά­φη κά­τω α­πό τη συ­γκε­κρι­μέ­νη ο­πτι­κή. Άλλω­στε, η εν λό­γω έλ­λει­ψη εν­δια­φέ­ρο­ντος α­πό την πλευ­ρά της ελ­λη­νι­κής α­κα­δη­μαϊκής κοι­νό­τη­τας και ευ­ρύ­τε­ρα της ελ­λη­νι­κής κρι­τι­κής, σε συν­δυα­σμό με την α­ντι­με­τώ­πι­ση της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας εί­τε με α­πο­σιώ­πη­ση εί­τε με α­πα­ξίω­ση, εί­ναι αυ­τό που τον θυ­μώ­νει. Το γε­γο­νός ό­τι η πρώ­τη Σχο­λή Σπου­δών Φύ­λου, αν δεν σφάλ­λου­με, προέ­κυ­ψε στις Η­ΠΑ μό­λις το 1989 και στην Ελλά­δα, υ­πό τη μορ­φή Εργα­στη­ρίου του Τμή­μα­τος Κοι­νω­νι­κής Πο­λι­τι­κής της Σχο­λής Πο­λι­τι­κών Επι­στη­μών του Πα­ντείου Πα­νε­πι­στη­μίου το 2006, φαί­νε­ται να μην το συ­νυ­πο­λο­γί­ζει, μάλ­λον πα­ρα­συ­ρό­με­νος α­πό την προ­σω­πι­κή του, προ­νο­μιού­χο ε­μπει­ρία. Εμπλε­κό­με­νος ο ί­διος, κρί­νει μέ­σα α­πό τον δι­κό του χω­ρό­χρο­νο: Λον­δί­νο-αρ­χές 21ου.
Η πε­ρί­πτω­ση του Πα­πα­νι­κο­λά­ου πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον. Γεν­νη­μέ­νος στην Αθή­να 40 χρό­νια με­τά τον θά­να­το του Κα­βά­φη, ο­λο­κλη­ρώ­νει το 1995 πα­νε­πι­στη­μια­κές σπου­δές στο Κα­πο­δι­στρια­κό και στη συ­νέ­χεια σπου­δά­ζει για δυο χρό­νια μου­σι­κή και φλά­ου­το στο Ωδείο Αθη­νών. Ως υ­πό­τρο­φος του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, κά­νει με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές στη συ­γκρι­τι­κή λο­γο­τε­χνία και τη με­τα­φρα­σε­ο­λο­γία στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Οξφόρ­δης. Το 2002 πα­ρου­σιά­ζει δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή, που αρ­γό­τε­ρα α­πο­τέ­λε­σε το πρώ­το του βι­βλίο, με τίτ­λο, «Singing poets: Popular Music and Litterature in France and Greece (1945-1975): Reading Brassens, Ferre, Theodorakis, Savvopoulos». Τα ε­ρευ­νη­τι­κά του εν­δια­φέ­ρο­ντα πα­ρα­μέ­νουν σε διε­πι­στη­μο­νι­κούς το­μείς: συ­γκρι­τι­κή λο­γο­τε­χνία, ελ­λη­νι­κή και ξέ­νη, μου­σι­κή, κι­νη­μα­το­γρά­φος και κυ­ρίως, στην αλ­λη­λε­πί­δρα­ση ό­λων αυ­τών με τις σπου­δές φύ­λου και σε­ξουα­λι­κό­τη­τας. Σή­με­ρα δι­δά­σκει σε με­τα­πτυ­χια­κούς φοι­τη­τές στο International Gender Studies Center του πα­νε­πι­στη­μίου της Οξφόρ­δης. Εκεί­νο που τον φέρ­νει στην ελ­λη­νι­κή ε­πι­και­ρό­τη­τα, καί­τοι μό­νι­μος κά­τοι­κος Αγγλίας, εί­ναι το Αρχείο Κα­βά­φη. Με την αλ­λα­γή ι­διο­κτή­τη του Αρχείου, Δε­κέμ­βριο 2012, ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου α­νέ­λα­βε ε­πι­στη­μο­νι­κός σύμ­βου­λος. Ο τίτ­λος δη­λώ­νει θέ­ση γνω­μο­δο­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ε­νώ, στην πρά­ξη, κα­θώς ο νέ­ος ι­διο­κτή­της δεν α­νή­κει στη χο­ρεία των συγ­γρα­φέων και με­λε­τη­τών, η δι­καιο­δο­σία διευ­ρύ­νε­ται. Ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου φαί­νε­ται να ε­πέ­χει σή­με­ρα τη θέ­ση διευ­θύ­νο­ντα του Αρχείου.
Ωστό­σο, το βι­βλίο του ελ­κύει α­πό μό­νο του την προ­σο­χή, κα­θώς ει­σά­γει στα α­νοί­κεια για τον Έλλη­να α­να­γνώ­στη πε­δία των φυ­λε­τι­κών σπου­δών. Επι­κε­ντρώ­νε­ται στη διτ­τή ι­διό­τη­τα του ο­μο­φυ­λό­φι­λου και ποιη­τή, ε­πι­λέ­γο­ντας ως πρό­τυ­πο πα­ρά­δειγ­μα τον Κα­βά­φη. Το γε­γο­νός ό­τι εί­ναι θυ­μι­κά γραμ­μέ­νο μπο­ρεί να α­πο­τε­λεί μειο­νέ­κτη­μα για έ­να α­κα­δη­μαϊκό σύγ­γραμ­μα, συ­νι­στά ό­μως α­τού για έ­να βι­βλίο, που α­πευ­θύ­νε­ται στο πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό. Με την ευ­θύ­τη­τα ε­νός λό­γου σχε­δόν προ­φο­ρι­κού, σαν ο­μι­λία με διά­σπαρ­τα δο­κι­μια­κής υ­φής μέ­ρη, α­να­ζη­τεί­ται το πώς δια­μορ­φώ­νε­ται στα­δια­κά η σε­ξουα­λι­κή ταυ­τό­τη­τα την ε­πο­χή του Κα­βά­φη και σή­με­ρα. Στην ερ­μη­νεία των τεκ­μη­ρίων, κα­βα­φι­κών ποιη­μά­των και ση­μειω­μά­των, έρ­χε­ται σε ε­πι­κου­ρία η ε­μπει­ρία του σύγ­χρο­νου ο­μο­φυ­λό­φι­λου για το πώς η συ­νει­δη­το­ποίη­ση του κοι­νω­νι­κού φύ­λου ο­δη­γεί σε πο­λι­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα το­πο­θε­τή­σεις ως προς τους μη­χα­νι­σμούς ε­ξου­σίας, κα­τα­πίε­σης και α­ντί­στα­σης. 
Η δο­μή του βι­βλίου δεν εί­ναι χρο­νο­λο­γι­κή, ού­τε α­κρι­βώς θε­μα­τι­κή. Ο πρό­λο­γος και τα πέ­ντε κε­φά­λαια α­φορ­μώ­νται α­πό πα­λαιό­τε­ρες συ­ζη­τή­σεις, τις ο­ποίες συ­νε­χί­ζουν, α­ντι­δι­κώ­ντας με γνω­στές θέ­σεις και δί­νο­ντάς τους νέα τρο­πή. Τα κε­φά­λαια υ­πο­διαι­ρού­νται σε μι­κρό­τε­ρες ε­νό­τη­τες, ε­στια­σμέ­νες σε ε­πι­μέ­ρους πτυ­χές, τις ο­ποίες ση­μα­το­δο­τούν προ­κλη­τι­κοί τίτ­λοι δη­μο­σιο­γρα­φι­κής ευ­θυ­βο­λίας. Σε κά­θε ε­νό­τη­τα ε­πι­λέ­γε­ται ως έ­ναυ­σμα έ­να πα­ρελ­θο­ντι­κό κα­τά­λοι­πο, που μπο­ρεί να εί­ναι δη­μο­σίευ­μα, εκ­δή­λω­ση, αρ­χεια­κό εύ­ρη­μα και κυ­ρίως, στοι­χεία α­πό το κα­βα­φι­κό σώ­μα, στί­χοι ή και ο­λό­κλη­ρα ποιή­μα­τα, προ­σω­πι­κά ση­μειώ­μα­τα. Έτσι η α­φή­γη­ση συμ­βα­δί­ζει με τη ση­με­ρι­νή πε­ρί Κα­βά­φη γνώ­ση.
Με αυ­τήν την υ­φο­λο­γι­κή στρα­τη­γι­κή κερ­δί­ζουν έ­δα­φος οι α­πό­ψεις του με­λε­τη­τή, του­λά­χι­στον ό­σο α­φο­ρά έ­να νεό­τε­ρο κοι­νό, που προ­σέρ­χε­ται παρ­θέ­νο στα κα­βα­φι­κά. Από μια ά­πο­ψη, αυ­τό το κοι­νό εί­ναι και το ζη­τού­με­νο, για­τί για τους πα­λαιό­τε­ρους, η α­πο­δο­χή της “νέ­ας α­νά­γνω­σης” που α­να­πτύσ­σε­ται στο βι­βλίο, θα συ­νι­στού­σε μία ευ­ρύ­τε­ρη, κα­τά Τό­μας Κουν, “αλ­λα­γή πα­ρα­δείγ­μα­τος”. Δεν θα σή­μαι­νε δη­λα­δή,  μό­νο την α­πο­δο­χή στην α­ντι­με­τώ­πι­ση ε­νός λο­γο­τε­χνι­κού έρ­γου ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κών πα­ρα­γό­ντων, αλ­λά θα προϋπέ­θε­τε και μία ε­πα­να­στα­τι­κή α­να­τρο­πή ως προς τις φυ­λε­τι­κές σχέ­σεις. Κά­τι πα­ρό­μοιο, σε πε­ριο­χές των αν­θρω­πι­στι­κών ε­πι­στη­μών, α­παι­τεί στα­δια­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις του κοι­νω­νι­κού και πο­λι­τι­σμι­κού κλί­μα­τος, που δεν έ­χουν α­κό­μη λά­βει τέ­τοια έ­κτα­ση. Σή­με­ρα, τα θέ­μα­τα ταυ­τό­τη­τας και φύ­λου προ­κα­λούν α­νη­συ­χία. Θα πρέ­πει να αλ­λά­ξου­με μα­το­γυά­λια, ό­πως πλα­γίως συ­νι­στά ο Μι­σέλ Φου­κώ, για να δού­με τους “anormaux”, “normaux”. Πα­ρό­μοιες ρι­ζο­σπα­στι­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις μπο­ρεί να προ­κύ­ψουν, δεν α­πο­κλείε­ται ό­μως να πα­ρα­μεί­νουν ου­το­πι­κό ό­ρα­μα μειο­ψη­φίας.
Το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του βι­βλίου, που α­να­φέ­ρε­ται στην πρόσ­λη­ψη του κα­βα­φι­κού έρ­γου, δια­χω­ρί­ζει “ο­μα­λούς και α­νώ­μα­λους”. Ήδη, ό­μως, ο τίτ­λος του βι­βλίου, δη­λώ­νει εμ­φα­τι­κά την ύ­παρ­ξη μιας δια­φο­ρε­τι­κής κοι­νό­τη­τας. Αλιεύε­ται α­πό έ­να κα­βα­φι­κό ση­μείω­μα, με η­με­ρο­μη­νία 15.12.1905, για να ση­μα­το­δο­τή­σει αυ­τήν την και­νο­φα­νή κοι­νό­τη­τα. Σε μία ε­πο­χή που οι ι­δε­ο­λο­γι­κές συλ­λο­γι­κό­τη­τες έ­χουν α­πο­δυ­να­μω­θεί, η έ­ντα­ξη σε μια πα­γκό­σμια κοι­νό­τη­τα α­πο­πνέει αί­σθη­ση α­σφά­λειας. Σύμ­φω­να με τον υ­πό­τιτ­λο του βι­βλίου, ως προ­φή­της και αρ­χη­γέ­της προ­βάλ­λει “ο ο­μο­φυ­λό­φι­λος Κα­βά­φης”. Ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου σχο­λιά­ζει προ­λο­γι­κά ό­τι θεω­ρεί α­κρι­βέ­στε­ρο το “κουήρ Κα­βά­φης”, που α­πο­δί­δε­ται ως αλ­λό­κο­τος. Αρχι­κά, στα αγ­γλι­κά, η λέ­ξη ή­ταν κα­κό­ση­μη, ω­στό­σο υιο­θε­τή­θη­κε προς α­ντι­κα­τά­στα­ση του γκέι, ως αρ­κού­ντως αό­ρι­στη και ά­ρα, προ­σφε­ρό­με­νη για α­να­νο­η­μα­το­δό­τη­ση. Με τη χρή­ση της σε α­κα­δη­μαϊκό ε­πί­πε­δο, ε­πι­διώ­κε­ται η σε­ξουα­λι­κό­τη­τα να μην ταυ­τί­ζε­ται α­πό­λυ­τα με το φύ­λο, αλ­λά να πα­ρα­μέ­νει αό­ρι­στη σε συμ­φω­νία με τις ε­ρω­τι­κές ε­πι­θυ­μίες, που ο­δη­γούν σε η­δο­νές κα­τά μό­νας ή συ­ντρο­φευ­μέ­νες.
Ας ε­πα­νέλ­θου­με, λοι­πόν, στον Κα­βά­φη, ό­χι ό­μως με­μο­νω­μέ­να στον ποιη­τή, ού­τε “βιο­γρα­φί­στι­κα”. Αλλά σε έ­ναν Κα­βά­φη προάγ­γε­λο κοι­νω­νι­κών α­να­τρο­πών, πέ­ραν του πε­δίου της ποίη­σης. Στο διά­λο­γο με τους πα­λαιό­τε­ρους, που α­νοί­γει ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, φαί­νε­ται να μη δί­νει την α­να­λο­γού­σα ση­μα­σία στην πα­ρά­με­τρο του χρό­νου. Πα­ρά­δειγ­μα, η α­να­φο­ρά του στις α­ντι­δρά­σεις που προ­κά­λε­σε το editorial στο α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος του «Journal of the Hellenic Diaspora» για τα 50 χρό­νια α­πό το θά­να­το του Κα­βά­φη. Συ­γκε­κρι­μέ­να, η ε­πι­γραμ­μα­τι­κή α­πό­φαν­ση: «Cavafy is neither “perverse” not “obsessed” nor even “erotic”. Cavafy is gay.», την ο­ποία με­τα­φρά­ζει: «Ο Κα­βά­φης δεν εί­ναι πρό­στυ­χος, ού­τε μο­νο­μα­νής, ού­τε καν ε­ρω­τι­κός. Ο Κα­βά­φης εί­ναι γκέι». Ακρι­βέ­στε­ρα, τα ε­πί­θε­τα θα α­πο­δί­δο­νταν, α­ντί­στοι­χα, ως διε­στραμ­μέ­νος, ι­δε­ο­λη­πτι­κός, ε­ρω­τι­κός και κυ­ρίως, το τε­λευ­ταίο ως ο­μο­φυ­λό­φι­λος. Εν έ­τει 1983, αλ­λά α­κό­μη και μέ­χρι σή­με­ρα, οι δυο λέ­ξεις στα ελ­λη­νι­κά δεν εί­ναι α­κρι­βώς συ­νώ­νυ­μες. 
Στον αγ­γλό­φω­νο κό­σμο, με­τά τον Πό­λε­μο, υιο­θε­τή­θη­κε το γκέι α­κό­μη και σε α­κα­δη­μαϊκό ε­πί­πε­δο, λ.χ., οι σπου­δές φύ­λου αρ­χι­κά α­πο­κα­λού­νταν “σπου­δές γκέι και λε­σβια­κές”, προς α­ντι­κα­τά­στα­ση της λέ­ξης ο­μο­φυ­λό­φι­λος, που εί­χε προσ­λά­βει μία δυ­σά­ρε­στα κλι­νι­κή χροιά, κα­θώς η ο­μο­φυ­λο­φι­λία α­να­γνω­ρι­ζό­ταν ε­πί­ση­μα ως πνευ­μα­τι­κή νό­σος. Αντι­θέ­τως, στα κα­θ’ η­μάς, το μεν ο­μο­φυ­λό­φι­λος ως πα­ραλ­λαγ­μέ­νο α­ντι­δά­νειο του γερ­μα­νι­κού homosexual δια­τη­ρού­σε την ου­δε­τε­ρό­τη­τά του, ε­νώ το γκέι ει­σή­χθη στα πρώ­τα με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά χρό­νια, ως σύν­δρο­μο των μπαρ και της του­ρι­στι­κής ε­πέ­λα­σης. Εξαρ­χής, ε­κτός της κοι­νό­τη­τας των ε­μπλε­κο­μέ­νων, ή­ταν κα­κό­ση­μο. Σε αυ­τό, ό­πως εί­ναι προ­φα­νές και α­πό τις πε­ρι­κο­πές των κει­μέ­νων τους, α­ντέ­δρα­σαν οι Γ. Π. Σαβ­βί­δης, Δ. Μα­ρω­νί­της, Χα­ρί­κλεια Βα­λιέ­ρι κό­ρη του τρι­τό­το­κου Αρι­στεί­δη Κα­βά­φη. Τους ε­νό­χλη­σε το φορ­τίο της λέ­ξης γκέι, ό­πως, α­ντί­στοι­χα, το φορ­τίο της λέ­ξης ο­μο­φυ­λό­φι­λος εί­χε ε­νο­χλή­σει τους νεό­τε­ρους αγ­γλό­φω­νους. Ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου α­να­φέ­ρε­ται στην ι­στο­ρι­κό­τη­τα των ό­ρων, πα­ρα­βλέ­πει ό­μως τις δια­φο­ρε­τι­κές α­πο­χρώ­σεις τους στις δυο γλώσ­σες.
Το βι­βλίο εκ­κι­νεί με τη φρά­ση του Σαβ­βί­δη, «...the erotic poems… earned for Cavafy the ineptly catachrestic label of gay…», που αλ­λοιώ­νε­ται στη με­τά­φρα­ση. Ση­μαί­νει «...η ε­ρω­τι­κή πλευ­ρά  ε­ξα­σφά­λι­σε στον Κα­βά­φη την α­νό­η­τα υ­περ­βο­λι­κή ε­τι­κέ­τα του γκέι...» και ό­χι, «...την α­νάρ­μο­στη και κα­τα­χρη­στι­κή...». Πι­θα­νώς, λε­πτο­μέ­ρειες. Έτσι κι αλ­λιώς, πα­ρα­μέ­νει έ­να ε­φετ­ζί­δι­κο ά­νοιγ­μα. Ωστό­σο, δεν καλ­λιερ­γεί τον διά­λο­γο, α­ντι­θέ­τως του δί­νει ε­ξαρ­χής ε­πι­θε­τι­κό τό­νο. Το ί­διο θα ι­σχυ­ρι­ζό­μα­στε και για το ξε­κί­νη­μα του πρώ­του κε­φα­λαίου, ό­που ο­λό­κλη­ρο το βι­βλίο πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν α­ντί­δρα­ση σε έ­να δη­μο­σίευ­μα, που, κα­τά τη γνώ­μη του με­λε­τη­τή, συ­νι­στά κά­τι σαν ε­πι­το­μή της πα­ρα­δο­σια­κής ελ­λη­νι­κής κα­βα­φι­κής κρι­τι­κής, α­να­δει­κνύο­ντας την ο­μο­φο­βι­κή στά­ση της. Συ­γκε­κρι­μέ­να α­να­φέ­ρε­ται στη φω­το­σει­ρά του ζω­γρά­φου-φω­το­γρά­φου Δη­μή­τρη Γέ­ρου, ό­που ει­κο­νο­γρα­φεί κα­βα­φι­κά ποιή­μα­τα με σκη­νο­θε­τη­μέ­νες α­πό τον ί­διο, βά­σει  συ­γκε­κρι­μέ­νου κά­θε φο­ρά στί­χου ή και ποιή­μα­τος, φω­το­γρα­φίες γνω­στών συγ­γρα­φέων και ει­κα­στι­κών καλ­λι­τε­χνών. Στη ρε­α­λι­στι­κή αυ­τή προσ­γείω­ση της κα­βα­φι­κής ποίη­σης στη σύγ­χρο­νη κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, με τη δη­μό­σια πε­ρί­πτυ­ξη ε­νός ο­μο­φυ­λό­φι­λου ζευ­γα­ριού προς ει­κο­νο­γρά­φη­ση του ποιή­μα­τος «Πο­λυέ­λαιος», εί­χε α­ντι­δρά­σει με καυ­στι­κό άρ­θρο ο Γ. Για­τρο­μα­νω­λά­κης. Από αυ­τό ορ­μώ­με­νος ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου, χω­ρί­ζει τους με­λε­τη­τές σε δυο ο­μά­δες, “τους πα­λια­κούς Κα­βα­φι­στές” και τους “Cavafistas”, που βλέ­πουν τον Κα­βά­φη ως “τον πρω­το­τυ­πι­κό ο­μο­φυ­λό­φι­λο ποιη­τή της νεω­τε­ρι­κό­τη­τας”.   
Βε­βαίως, ο κα­θέ­νας α­ντι­λαμ­βά­νε­ται έ­ναν συγ­γρα­φέα και το έρ­γο του  μέ­σα α­πό τη δι­κή του ο­πτι­κή. Ωστό­σο, οι δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές, ι­δίως ό­ταν τρα­βιού­νται με ύ­φος φα­να­τι­κού φί­λα­θλου, εί­ναι ε­πι­σφα­λείς. Πό­σω μάλ­λον ό­ταν έρ­χο­νται α­πό τον διευ­θύ­νο­ντα το Αρχείο Κα­βά­φη. Ο ί­διος δια­τυ­πώ­νει έ­ντο­να και κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη στο βι­βλίο του πα­ρά­πο­να ό­τι στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία το Αρχείο Κα­βά­φη στά­θη­κε α­πέ­να­ντί του έ­να κλει­στό Αρχείο, δυ­σχε­ραί­νο­ντας την ε­ρευ­νη­τι­κή του ερ­γα­σία. Μό­νο που πα­ρό­μοια πα­ρά­πο­να δια­τυ­πώ­νο­νται α­πό με­λε­τη­τές και με­τά την αλ­λα­γή ι­διο­κτή­τη. Αλλά σε έ­να ι­διω­τι­κό Αρχείο, εί­ναι στη δια­κρι­τι­κή ευ­χέ­ρεια του διευ­θύ­νο­ντα να ε­πι­τρέ­πει την εί­σο­δο ή να την α­πα­γο­ρεύει, προς δια­φύ­λα­ξη του Αρχείου α­πό κα­κή χρή­ση, ό­που θα μπο­ρού­σε να πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και οι α­νε­πι­θύ­μη­τες α­να­δι­φή­σεις. Ο ί­διος δεν εί­χε το χρό­νο να το ε­ρευ­νή­σει, μό­νο σε υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση α­να­φέ­ρο­νται κά­ποια ευ­ρή­μα­τα, με την υ­πό­σχε­ση πως τα ό­ποια άλ­λα ε­ντο­πι­στούν θα στοι­χειο­θε­τή­σουν τα μελ­λο­ντι­κά βι­βλία του πε­ρί Κα­βά­φη. 
Με τη ση­με­ρι­νή ε­πο­πτεία του, προ­χω­ρά­ει σε μία μάλ­λον πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νη υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας. Υπο­στη­ρί­ζει ό­τι ο Κα­βά­φης ορ­γά­νω­σε τι θα α­φή­σει πί­σω του, κρα­τώ­ντας εν­δει­κτι­κά μό­νο τεκ­μή­ρια των εν­δια­φε­ρό­ντων του και ό­χι το σύ­νο­λο χαρ­τιών και βι­βλίων. Το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “αρ­χείο πα­ρα­δειγ­μα­τι­κό”, με την έν­νοια ό­τι πε­ριέ­χει πα­ρα­δείγ­μα­τα ε­νός υ­λι­κού. Συ­μπε­ραί­νει, λ.χ., ό­τι υ­πήρ­χαν πε­ρισ­σό­τε­ροι του ε­νός φά­κε­λοι με α­πο­κόμ­μα­τα γαλ­λι­κών ε­φη­με­ρί­δων γύ­ρω α­πό ο­μο­φυ­λό­φι­λα σκάν­δα­λα στα τέ­λη του 19ου αι., κα­θώς και πε­ρισ­σό­τε­ρες δι­κές του η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις, που κα­τέ­στρε­ψε. Σύμ­φω­να με τον με­λε­τη­τή, κά­τι τέ­τοιο θα έ­δει­χνε πως “στη δια­μόρ­φω­ση της ποιη­τι­κής υ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τας” υ­πήρ­χε “συ­ναί­σθη­ση πα­ρα­δειγ­μα­τι­κό­τη­τας”. Λεί­πουν, ό­μως, τα τεκ­μή­ρια ή κά­ποια μαρ­τυ­ρία για πα­ρό­μοια εκ­κα­θά­ρι­ση. Ο μο­να­δι­κός φά­κε­λος σκαν­δά­λου που ε­ντο­πί­στη­κε, α­φο­ρά την πε­ρί­πτω­ση ε­νός ο­μο­φυ­λό­φι­λου που θεω­ρεί ό­τι οι ε­ρω­τι­κές του ε­μπει­ρίες έ­χουν λο­γο­τε­χνι­κές α­ξιώ­σεις και τις εκ­μυ­στη­ρεύε­ται ε­πι­στο­λι­κά στον Εμίλ Ζο­λά. Πά­νω σε αυ­τό, θα μπο­ρού­σα­με να ι­σχυ­ρι­στού­με πως η πι­θα­νή λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα πα­ρό­μοιων α­φη­γή­σεων ή­ταν αυ­τή που πα­ρα­κί­νη­σε τον Κα­βά­φη να κρα­τή­σει τα συ­γκε­κρι­μέ­να α­πο­κόμ­μα­τα. 
Η υ­πό­θε­ση της ύ­παρ­ξης ε­νός “πα­ρα­δειγ­μα­τι­κού αρ­χείου” αλ­λά και ο τρό­πος, με τον ο­ποίο ο Κα­βά­φης κοι­νο­ποιού­σε τα ποιή­μα­τά του, ε­ναλ­λάσ­σο­ντας φυλ­λά­δια και δη­μο­σιεύ­σεις, α­πο­φεύ­γο­ντας συ­στη­μα­τι­κά την έκ­δο­ση βι­βλίου και κρα­τώ­ντας γε­μά­το με α­νέκ­δο­τα ή και κρυμ­μέ­να το “συρ­τά­ρι” του, ω­θούν τον Πα­πα­νι­κο­λά­ου στη σύλ­λη­ψη μιας ι­διαί­τε­ρης μορ­φής του α­πο­κα­λού­με­νου “the closet syndrome”. Η λέ­ξη σύν­δρο­μο δεν θα πρέ­πει να μας ο­δη­γή­σει στον Φρόυ­ντ, ο ο­ποίος, μη θεω­ρώ­ντας κα­μιάς φύ­σεως α­σθέ­νεια την ο­μο­φυ­λο­φι­λία, δεν α­σχο­λή­θη­κε με το θέ­μα. Το εν λό­γω σύν­δρο­μο προέ­κυ­ψε ό­ψι­μα, στη δε­κα­ε­τία του 1960, και α­φο­ρά τον “κρυ­φό” ο­μο­φυ­λό­φι­λο, που γε­μά­τος ε­νο­χές κρύ­βε­ται στη ντου­λά­πα μέ­χρι που α­πο­φα­σί­ζει να ε­γκα­τα­λεί­ψει την κρυ­ψώ­να του και να “εκ­δη­λω­θεί”. Ακού­στη­κε ως σύν­θη­μα στη φε­τι­νή Pride Parade, που συ­νέ­πε­σε με την κυ­κλο­φο­ρία του βι­βλίου: «Χθες στη ντου­λά­πα, σή­με­ρα στους δρό­μους, αύ­ριο με τα παι­διά μας». Ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου, στη­ρι­ζό­με­νος στον Φου­κώ και τις δια­νοί­ξεις στο πλαί­σιο της “queer theory” σχε­τι­κά με την κοι­νω­νι­κή κα­τα­σκευή του φύ­λου, σκια­γρα­φεί μία “στρα­τη­γι­κή του Κα­βά­φη” α­πό­κρυ­ψης-έκ­θε­σης της ο­μο­φυ­λό­φι­λης ταυ­τό­τη­τάς του.
Ένας, ω­στό­σο, “πα­λια­κός Κα­βα­φι­στής” θα πα­ρα­τη­ρού­σε ό­τι ο Κα­βά­φης ό­χι μό­νο δεν βγή­κε α­πό την ντου­λά­πα αλ­λά η φι­λο­δο­ξία να α­να­γνω­ρι­στεί το έρ­γο του τον έσ­πρω­ξε α­κό­μη βα­θύ­τε­ρα. Σε μία χρο­νο­λο­γι­κή διά­τα­ξη των τεκ­μη­ρίων, στα ο­ποία ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου στη­ρί­ζει τη θεω­ρία του, πρώ­τα έρ­χο­νται τα ση­μειώ­μα­τα του 1897, που α­να­φέ­ρο­νται σε προ­βλή­μα­τα υ­γείας, τα ο­ποία, σύμ­φω­να με τις ε­πι­κρα­τού­σες τό­τε α­πό­ψεις, με­γε­θύ­νο­νται, κα­θώς ε­κλαμ­βά­νο­νται ως κλι­νι­κά συ­μπτώ­μα­τα των κα­τά μό­νας η­δο­νών. Ακο­λου­θούν τα κρυμ­μέ­να ποιή­μα­τα και ση­μειώ­μα­τα, που γρά­φτη­καν ύ­στε­ρα α­πό τα δυο πρώ­τα τα­ξί­δια στην Αθή­να. Όπου, εν­δια­μέ­σως, εί­χε α­πο­βιώ­σει η Χα­ρί­κλεια Κα­βά­φη, οι η­θι­κές α­να­στο­λές εί­χαν χα­λα­ρώ­σει και  οι συ­ντρο­φευ­μέ­νες η­δο­νές μπο­ρεί και να κέρ­δι­ζαν έ­δα­φος. Αργό­τε­ρα, κά­ποια “κρυμ­μέ­να” με­ταμ­φιέ­ζο­νται σε ι­στο­ρι­κά, ε­νώ άλ­λα μέ­νουν α­νέκ­δο­τα ή και “α­τε­λή”. Η α­νι­ψιά του Κα­βά­φη γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «...η ό­λη στά­ση του ή­ταν ε­νός α­ρι­στο­κρά­τη. Οι α­δυ­να­μίες του; Έζη­σα σε μια ε­πο­χή ό­που δεν τις κου­βέ­ντια­ζαν...» Οι σύγ­χρο­νοί του λί­γο πο­λύ γνώ­ρι­ζαν τις προ­τι­μή­σεις του, αλ­λά σέ­βο­νταν το προ­φίλ που ο ί­διος πρό­βα­λε. Το γε­γο­νός ό­τι δεν κα­τέ­στρε­ψε τα τό­τε ε­πι­λή­ψι­μα ί­χνη, που υ­πήρ­χαν στο Αρχείο, ι­δίως τα “α­τε­λή” ποιή­μα­τα, θα μπο­ρού­σε να α­πο­δο­θεί στο λι­γο­ψύ­χι­σμα κά­ποιου που ελ­πί­ζει μέ­χρι την ύ­στα­τη στιγ­μή. Δη­λα­δή, α­να­φύε­ται το ε­ρώ­τη­μα, μή­πως ο με­λε­τη­τής ε­πεν­δύει κα­θ’ υ­περ­βο­λή στην αί­σθη­ση κοι­νό­τη­τας, που εκ­φρά­ζει ο 42χρο­νος, τό­τε ε­ρω­τό­λη­πτος, Κα­βά­φης, με το “σαν κ’ ε­μέ­να κα­μω­μέ­νοι”. Εκτός κι αν πράγ­μα­τι το Αρχείο φυ­λά­ει μυ­στι­κά και ντο­κου­μέ­ντα. 
Σύμ­φω­να, πά­ντως, με τον Πα­πα­νι­κο­λά­ου, η πρώ­τη εκ­δο­χή της “ντου­λά­πας” στο ποιη­τι­κό σώ­μα του Κα­βά­φη βρί­σκε­ται στο ποίη­μα «Τεί­χη», του ο­ποίου τις τύ­χες α­κρο­θι­γώς εί­χα­με α­να­ζη­τή­σει (Επο­χή, 7/9/2014). Η α­να­φο­ρά του εί­ναι η πιο πρό­σφα­τη τύ­χη, που ε­πι­φυ­λά­χθη­κε στο εν λό­γω ποίη­μα, κι αυ­τή ε­πε­τεια­κή, ό­πως ε­κεί­νη του Σι­κε­λια­νού το 1943. Ωστό­σο, δεν το συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει στα 22 ποιή­μα­τα που πα­ρα­θέ­τει στο βι­βλίο του. Συ­νο­λι­κά α­να­φέ­ρο­νται 72 ποιή­μα­τα, 53 “του κα­νό­να”, 14 α­νέκ­δο­τα και πέ­ντε “α­τε­λή”. Τα ε­κτός “του κα­νό­να” μπο­ρεί τα πε­ρισ­σό­τε­ρα να ε­κτι­μώ­νται ως “ποιη­τι­κώς α­δρα­νή”, κα­τα­λαμ­βά­νουν ό­μως κυ­ρίαρ­χη θέ­ση σε αυ­τήν τη “νέα α­νά­γνω­ση”. Τε­λι­κά, το κα­βα­φι­κό σώ­μα, ό­πως το πα­ρου­σιά­ζει η ε­νός και πλέ­ον αιώ­να κα­βο­φο­λο­γία, φέρ­νει στο νου την συρ­τα­ρω­τή Αφρο­δί­τη του Ντα­λί. Ένα συρ­τά­ρι, ου­σια­στι­κά το πρώ­το του τρέ­χο­ντος αιώ­να, εί­ναι αυ­τό του βι­βλίου. 


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/11/2014.

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Πατρίκ Μοντιάνο - 50 χρόνια μετά Σαρτρ

Παρίσι. Έφιππο τμήμα της Βέρμαχτ με φόντο την Αψίδα του Θριάμβου.









“Αρχή σο­φίας ο­νο­μά­των ε­πί­σκε­ψις”, κα­τά τον Αντι­σθέ­νη, που ση­μαί­νει, αν θες να κα­τα­νοή­σεις το εί­δος ε­νός αν­θρώ­που ή και να εμ­βα­θύ­νεις σε μία κα­τά­στα­ση, αλ­λά και σε έ­να τυ­χόν πράγ­μα, α­νέ­τρε­ξε στο ό­νο­μά του και με­τά προ­χώ­ρα. Για­τί, λοι­πόν, το ε­πώ­νυ­μο του ε­φε­τι­νού Νο­μπε­λί­στα, α­πό την σε­φα­ρα­δί­τι­κη οι­κο­γέ­νεια των Μο­διά­νο, να εί­ναι Μο­ντια­νό, κα­τά η­χο­μι­μη­τι­κή α­πό­δο­ση στα ελ­λη­νι­κά του γαλ­λι­κού ε­πι­θέ­του του, και ό­χι Μο­διά­νο ή, έ­στω, Μο­ντιά­νο, αν υιο­θε­τή­σου­με την ε­τυ­μο­λό­γη­σή του α­πό την πό­λη Μο­ντι­λιά­νο, γει­το­νι­κή της Φλω­ρε­ντίας, ό­που κα­τέ­φυ­γαν πολ­λές οι­κο­γέ­νειες με­τά το διωγ­μό τους α­πό την Ισπα­νία; Το ό­νο­μα δια­σώ­ζε­ται στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, χά­ρις σε κά­ποια ε­ξέ­χο­ντα μέ­λη της οι­κο­γέ­νειας, εξ ου η Αγο­ρά Μο­διά­νο, το Γη­ρο­κο­μείο Μο­διά­νο, η Βίλ­λα Μο­διά­νο. Άλλω­στε, ο βρα­βευ­θείς εί­ναι εγ­γο­νός του Ντα­γιάν Γιά­κο­μπ Μο­ντιά­νο και γιος του Αλμπέρ­το Μο­ντιά­νο, αμ­φό­τε­ροι γεν­νη­θέ­ντες στην Θεσ­σα­λο­νί­κη. Με αυ­τό το ό­νο­μα εί­ναι κα­τα­χω­ρη­μέ­νοι στα ελ­λη­νι­κά αλ­λά και τα αι­γυ­πτια­κά αρ­χεία, με­τά την με­τοι­κε­σία τους στην Αλε­ξάν­δρεια. 
Ο μό­νι­μος γραμ­μα­τέ­ας της Σουη­δι­κής Ακα­δη­μίας, Πή­τερ Ένγκλου­ντ, στην α­να­κοί­νω­ση της βρά­βευ­σης, υ­πο­γράμ­μι­σε ό­τι στο έρ­γο του Πα­τρίκ Μο­ντιά­νο κυ­ριαρ­χεί το θε­μα­τι­κό τρί­πτυ­χο^ χρό­νος, μνή­μη, ταυ­τό­τη­τα. Εκεί­νο, ό­μως, που βά­ρυ­νε στην ε­πι­λο­γή εί­ναι το τρί­πτυ­χο^ ο κα­θο­ρι­σμέ­νος χρό­νος της γερ­μα­νι­κής κα­το­χής, η συ­γκε­κρι­μέ­νη μνή­μη των ε­βραϊκών διώ­ξεων, ο ο­ρι­σμέ­νος τό­πος, το Πα­ρί­σι. Επί­σης, ο ί­διος, στην σουη­δι­κή τη­λεό­ρα­ση, α­πο­κά­λε­σε τον βρα­βευ­θέ­ντα “Μαρ­σέλ Πρου­στ της ε­πο­χής μας”, ε­νώ, πέρ­σι, εί­χε χα­ρα­κτη­ρί­σει την Αλίς Μον­ρό “Τσέ­χωφ του Κα­να­δά”. Σε πα­ρό­μοιες α­πο­φάν­σεις εί­ναι προ­φα­νής η διά­θε­ση των θε­σμο­θε­τών να με­γα­λύ­νουν τους νέ­ους Νο­μπε­λί­στες. Όσο για τη συ­γκε­κρι­μέ­νη α­να­φο­ρά στον Πρου­στ, θα λέ­γα­με ό­τι υ­πάρ­χει κά­ποια α­ντι­στοι­χία α­νά­με­σα στο «Ανα­ζη­τώ­ντας τον χα­μέ­νο χρό­νο» και το “έρ­γο εν προό­δω” του Μο­ντιά­νο. Μό­νο που ο δεύ­τε­ρος α­να­ψη­λα­φεί το Πα­ρί­σι της Κα­το­χής και τα με­θεόρ­τιά του. Έτσι, το μό­νο που μπο­ρού­σε να α­να­ζη­τή­σει ή­ταν τον χα­σμα­τώ­δη χρό­νο θη­τών και θυ­μά­των μέ­σα α­πό την ο­πτι­κή των παι­διών των ε­μπλε­κο­μέ­νων, ως ε­νή­λι­κων στις ε­πό­με­νες δυο δε­κα­ε­τίες.  
Σαν έ­να Βρα­βείο Νό­μπελ α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κό, χαι­ρέ­τη­σε ο γαλ­λι­κός Τύ­πος τη βρά­βευ­ση του Μο­ντιά­νο. Οι ε­φη­με­ρί­δες τού α­φιέ­ρω­σαν ο­λο­σέ­λι­δα σα­λό­νια, με φω­το­γρα­φίες και κα­τα­χω­ρή­σεις στα ε­ξώ­φυλ­λα. Στη Λι­μπε­ρα­σιόν, μά­λι­στα, η φω­το­γρα­φία κα­λύ­πτει ο­λό­κλη­ρο το πρω­το­σέ­λι­δο. Του 2007 η φω­το­γρα­φία, κο­λα­κεύει τον τι­μώ­με­νο, που πο­ζά­ρει σε στά­ση σταρ. Η Φι­γκα­ρό προ­τι­μά έ­να κά­πως κω­μι­κό εν­στα­ντα­νέ, που τον δεί­χνει έκ­πλη­κτο, σαν να “του έ­πε­σε το Νό­μπελ στο κε­φά­λι”, ό­πως υ­πο­γραμ­μί­ζει ο τίτ­λος. Ενώ, η Μο­ντ ε­πι­λέ­γει φω­το­γρα­φία α­πό τι­μη­τι­κή εκ­δή­λω­ση του 2010, την ο­ποία στε­φα­νώ­νει με τον τίτ­λο, “ο Μο­ντιά­νο στις δέλ­τους της Ιστο­ρίας”. 
Όπως φαί­νε­ται, ε­φέ­τος, στη Σουη­δι­κή Ακα­δη­μία πα­ρα­κάμ­φθη­καν τα ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια, που, με­τά την πτώ­ση του Τεί­χους, έ­χουν α­πο­βεί κα­θο­ρι­στι­κά στις ε­πι­λο­γές της. Από το 1990 και ύ­στε­ρα, κο­ντά έ­να τέ­ταρ­το του αιώ­να, η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή στρέ­φε­ται ό­λο και συ­χνό­τε­ρα σε γυ­ναί­κες και στους προ­ερ­χό­με­νους α­πό χώ­ρες ε­κτός Ευ­ρώ­πης και Η­ΠΑ. Με­τά, ό­μως, την περ­σι­νή βρά­βευ­ση της Κα­να­δής Αλίς Μον­ρό, μάλ­λον θα ε­κλεί­ψει για με­ρι­κά χρό­νια ο πα­ρά­γων φύ­λο. Επί­σης, και ο δεύ­τε­ρος πα­ρά­γο­ντας έ­χει κα­λυ­φθεί, κα­θώς,  μέ­σα στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία, τα μι­σά πε­ρί­που βρα­βεία δό­θη­καν σε χώ­ρες ε­κτός του α­πο­κα­λού­με­νου Δυ­τι­κού Κό­σμου και μά­λι­στα, το προ­πέρ­σι­νο στον Κι­νέ­ζο Μο Γιαν. Υπήρ­χε, βε­βαίως, σε α­να­μο­νή η Ια­πω­νία με τον Χα­ρού­κι Μου­ρα­κά­μι και η Αφρι­κή με τον Κε­νυά­τη Ngugi wa Thiong’o. 
Ακό­μη, ό­μως, και πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας τους συ­γκε­κρι­μέ­νους πα­ρά­γο­ντες, έ­να γαλ­λι­κό Νό­μπελ πα­ρα­μέ­νει έκ­πλη­ξη. Θυ­μί­ζου­με πως η Γαλ­λία πρω­τεύει σε Νό­μπελ. Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, ω­στό­σο, το ε­φε­τι­νό Νό­μπελ δεν εί­ναι το 15ο, ό­πως κο­μπά­ζουν τα γαλ­λι­κά πρω­το­σέ­λι­δα, αλ­λά το 14ο. Οι Γάλ­λοι με­τρούν στα δι­κά τους και το βρα­βείο του 2000, που δό­θη­κε στον Κι­νέ­ζο, γαλ­λι­κής υ­πη­κοό­τη­τας, Γκάο Ξιν­γκιάν, ό­πως με­τρούν ως α­κέ­ραιο και το μι­σό του 1904 στον Φρε­ντε­ρίκ Μι­στράλ. Αλλά και η δεύ­τε­ρη σε Νό­μπελ χώ­ρα, οι Η­ΠΑ, πα­ρο­μοίως φου­σκώ­νει τα δι­κά της σε 12. Η Γαλ­λία, πά­ντως, πα­ρα­μέ­νει κυ­ρίαρ­χη. Τι­μή­θη­κε με το πρώ­το Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνίας, το 1901, που δό­θη­κε στον ποιη­τή Συ­λί Πρου­ντό­μ, και μέ­χρι το 1964, κα­τεί­χε μα­κράν την πρώ­τη θέ­ση, με την αγ­γλι­κή λο­γο­τε­χνία να ι­σο­φα­ρί­ζει, ε­νώ­νο­ντας τις δυ­νά­μεις Ηνω­μέ­νου Βα­σι­λείου και Η­ΠΑ, αλ­λά και προ­σθέ­το­ντας στην αγ­γλό­φω­νη ο­μά­δα τον βα­ρύ ό­γκο ε­νός Τσώρ­τσιλ. Στη συ­νέ­χεια, ό­μως, πλη­ρώ­νει την άρ­νη­ση του Σαρ­τρ να α­πο­δε­χθεί το Νό­μπελ. Εκεί­νος έ­μει­νε μεν πι­στός στις αρ­χές του πε­ρί ε­λευ­θε­ρίας, αλ­λά η γαλ­λι­κή λο­γο­τε­χνία υ­πέ­στη για μι­σό αιώ­να τη δυ­σμέ­νεια της Σουη­δι­κής Ακα­δη­μίας. Ενώ, μέ­χρι το 1964, βρα­βευό­ταν κα­τά μέ­σο ό­ρο κά­θε ε­ξή­μι­συ χρό­νια, το ε­πό­με­νο Νό­μπελ δό­θη­κε το 1985, και α­παι­τή­θη­κε έ­νας α­δια­φι­λο­νί­κη­τος υ­πο­ψή­φιος, ό­πως ο Κλω­ντ Σι­μόν. Αλλά κι αυ­τός, ε­νώ προ­σφε­ρό­ταν για υ­ψη­λές δια­κρί­σεις α­πό τα τέ­λη του ’60, που ο­λο­κλη­ρώ­νει το «Δρο­μος της Φλά­ντρας», βρα­βεύ­τη­κε στα 72 του, ε­νώ ο συ­νο­μή­λι­κός του Αλμπέρ Κα­μύ εί­χε τι­μη­θεί α­πό το 1957, στα 44 του χρό­νια. Το με­θε­πό­με­νο, του Ζα­ν-Μα­ρί Λε Κλε­ζιό, ήρ­θε 23 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Το ε­φε­τι­νό, λοι­πόν, με­τά μό­λις μία ε­ξα­ε­τία, δεί­χνει σαν έκ­πλη­ξη.       
Την έκ­πλη­ξη με­γα­λώ­νει το προ­φίλ του βρα­βευ­μέ­νου. Σχε­τι­κά νέ­ος, για ό­σους έ­χουν την ε­ντύ­πω­ση πως ι­σχύει μία ά­τυ­πη ιε­ράρ­χη­ση, τύ­που ε­πε­τη­ρί­δας. Ωστό­σο, ο η­λι­κια­κά μέ­σος ό­ρος των μέ­χρι σή­με­ρα βρα­βευ­θέ­ντων εί­ναι τα 64. Ενώ, ο μέ­σος ό­ρος των Γάλ­λων τα 68. Ακρι­βώς, στο μέ­σο ό­ρο βρι­σκό­ταν ο Κλε­ζιό, ε­νώ ο Μο­ντιά­νο, γεν­νη­μέ­νος στις 30 Ιου­λίου 1945, τον έ­χει υ­περ­βεί μό­λις κα­τά έ­να έ­τος. Ως βα­σι­κό­τε­ρο, ό­μως, μειο­νέ­κτη­μα για έ­να βρα­βείο ό­πως το Νό­μπε­λ, προ­βάλ­λει η έλ­λει­ψη α­πό το έρ­γο του μίας ι­δε­ο­λο­γι­κής πα­ρα­μέ­τρου, κα­θώς και η α­που­σία σα­φούς πο­λι­τι­κής ταυ­τό­τη­τας. Του­λά­χι­στον έ­τσι πε­ρι­γρά­φει τον Μο­ντιά­νο ο εκ­δό­της του, ο Αντουάν Γκαλ­λι­μάρ. Πε­ριέρ­γως, δεν α­να­φέ­ρε­ται στην πα­ρά­με­τρο του α­ντι­ση­μι­τι­σμού, που στά­θη­κε για τον συγ­γρα­φέα κι­νη­τή­ριος δύ­να­μη της γρα­φής του. Και μά­λι­στα, στην έ­ρευ­να των πα­ρι­σι­νών αρ­χείων κα­τά τη γερ­μα­νι­κή κα­το­χή προ­η­γή­θη­κε των α­με­ρι­κα­νών ι­στο­ρι­κών, που, στη­ρι­ζό­με­νοι σε αυ­τά, υ­πο­στή­ρι­ξαν την ε­μπλο­κή της Κυ­βέρ­νη­σης του Βι­σύ έ­να­ντι της προ­η­γού­με­νης εκ­δο­χής πε­ρί πα­θη­τι­κής α­ντί­στα­σης. Όπως και να έ­χει, δή­λω­σε έκ­πλη­κτος, κι ας εί­ναι το πρό­σφα­το Νό­μπελ το 40ο του εκ­δο­τι­κού του οί­κου. Μό­νο ο Έλλη­νας εκ­δό­της του Μο­ντιά­νο, ο Νί­κος Γκιώ­νης, φαί­νε­ται να το πε­ρί­με­νε. Ανε­ξάρ­τη­τα αν δεν φρό­ντι­σε να μην τον υ­περ­κε­ρά­σει η ζή­τη­ση ε­νός Νό­μπελ. 
Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, ο Μο­ντιά­νο δεν α­πέ­κτη­σε έ­ναν, αλ­λά, δια­δο­χι­κά, ε­πτά εκ­δό­τες, γε­γο­νός που πι­θα­νώς να δεί­χνει μι­κρή α­να­γνω­σι­μό­τη­τα των βι­βλίων του. Ο κα­θέ­νας α­πό αυ­τούς εκ­δί­δει α­πό έ­να, ε­κτός α­πό τον τε­λευ­ταίο, που με­τρά τέσ­σε­ρα. Το πρώ­το βι­βλίο του Μο­ντιά­νο στα ελ­λη­νι­κά κυ­κλο­φό­ρη­σε το κα­λο­καί­ρι του 1987, χά­ρις στην Ιωάν­να Χατ­ζη­νι­κο­λή, την εκ­δό­τρια που έ­φε­ρε στον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο πλειά­δα Γάλ­λων συγ­γρα­φέων, με κυ­ρίαρ­χα ο­νό­μα­τα την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ και τον Ζακ Λα­κα­ριέρ. Ίσως, η Χατ­ζη­νι­κο­λή να συ­νέ­χι­ζε με τους δι­κούς της ρυθ­μούς, αν δεν εμ­φα­νί­ζο­νταν άλ­λοι εκ­δό­τες πιο εύ­ρω­στοι και με δια­φο­ρε­τι­κά κρι­τή­ρια. Αυ­τό το πρώ­το βι­βλίο ήταν το ένατο του Μοντιάνο, «Η χα­μέ­νη γει­το­νιά», που εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει το 1984. Ακο­λού­θη­σε, το 1988, το έ­κτο βι­βλίο του α­πό τις εκ­δό­σεις Κέ­δρος, «Οδός σκο­τει­νών μα­γα­ζιών», που ε­πι­λέ­χθη­κε χά­ρις στο Βρα­βείο Γκον­κούρ του 1978. Το 1992, οι εκ­δό­σεις Οδυσ­σέ­ας ε­πι­λέ­γουν το πιο πρό­σφα­το, «Άνθη ε­ρει­πίων», του 1991. Ενώ, οι εκ­δό­σεις Λι­βά­νης, το 1995, το τέ­ταρ­το βι­βλίο του, «Η βί­λα της θλί­ψης», του 1975, καθώς αυτό μόλις είχε γυριστεί ταινία, με τίτ­λο «Το ά­ρω­μα της Υβόν­νης». Οι εκ­δό­σεις Κα­στα­νιώ­της, το 1996, προ­τι­μούν το «Κυ­ρια­κές του Αυ­γού­στου», του 1986. Το 1999, οι εκ­δό­σεις Πα­τά­κη ε­πι­λέ­γουν το «Ντό­ρα Μπρού­ντερ» του 1997. Από ε­κεί και ύ­στε­ρα, ε­ντός του 21ου, α­πό τις εκ­δό­σεις Πό­λις, έ­χουν κυ­κλο­φο­ρή­σει τέσ­σε­ρα βι­βλία: το 2002 το «Η μι­κρή Μπι­ζού» του 2001, και συ­νε­χί­ζουν, το 2004 με το «Ήταν ό­λοι τους τό­σο κα­λά παι­διά...» του 1982, το 2005 το «Νυ­χτε­ρι­νό α­τύ­χη­μα» του 2003, και το 2008 το «Στο café της χα­μέ­νης νιό­της» του 2007. 
Δε­δο­μέ­νου ό­τι στο έρ­γο του Μο­ντιά­νο τι­μή­θη­κε η κα­θα­ρή λο­γο­τε­χνία, η χα­μη­λό­φω­νη και υ­παι­νι­κτι­κή, που δεν α­ντι­δι­κεί ού­τε κα­ταγ­γέλ­λει, το πρω­ταρ­χι­κό σε μία με­τά­φρα­ση εί­ναι το τι μπό­ρε­σε να δια­σω­θεί α­πό το ύ­φος, την α­τμό­σφαι­ρα, τον ρυθ­μό. Συ­νο­λι­κά, ε­πτά με­τα­φρα­στές δο­κι­μά­στη­καν. Πέ­ντε (Μπά­μπης Λυ­κού­δης, η με­τα­φρά­στρια και του Λε Κλε­ζιό Λή­δα Παλ­λα­ντίου, Κα­λή Τζώρτ­ζη, Αντώ­νης Κα­ρα­βα­σί­λης, Μα­νώ­λης Κορ­νή­λιος)  με­τέ­φρα­σαν α­πό έ­να βι­βλίο, δύο (Βά­σω Νι­κο­λο­πού­λου, Νί­κη Κα­ρα­κί­τσου-Ντου­ζέ) έ­νω­σαν τις δυ­νά­μεις τους σε τρία, ε­νώ ο Αχιλ­λέ­ας Κυ­ρια­κί­δης με­τέ­φρα­σε τα δυο α­πό τα τέσ­σε­ρα βι­βλία των εκ­δό­σεων Πό­λις, το πρώ­το και το τε­λευ­ταίο. Ευ­τύ­χη­σε στα ελ­λη­νι­κά ο ε­φε­τι­νός Νο­μπε­λί­στας. Οι με­τα­φρά­σεις των βι­βλίων του θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν α­πό μέ­τριες έως πο­λύ κα­λές. Εί­ναι κρί­μα που δεν γνω­ρί­ζει ελ­λη­νι­κά για να το δια­πι­στώ­σει. Το πι­θα­νό­τε­ρο να ό­ρι­ζε ως μό­νι­μο με­τα­φρα­στή του τον Κυ­ρια­κί­δη, που, θαυ­μά­ζο­ντας τον Μο­ντιά­νο για το “πώς γρά­φε­ται έ­νας ε­φιάλ­της”, βρή­κε το πώς με­τα­φρά­ζε­ται. 
Παι­δί ο Μο­ντιά­νο, τη μό­νη άλ­λη γλώσ­σα που μί­λη­σε, πλην των γαλ­λι­κών, ή­ταν τα φλα­μαν­δι­κά. Η μη­τέ­ρα του εί­ναι η Βελ­γί­δα η­θο­ποιός Λουί­ζα Κολ­πέιν, γνω­στή α­κό­μη σή­με­ρα στη χώ­ρα της α­πό τη­λε­ο­πτι­κές σει­ρές του ’70. Γεν­νη­μέ­νη στην Αμβέρ­σα το 1918, ξε­κί­νη­σε την κα­ριέ­ρα της πριν τον Πό­λε­μο στις Βρυ­ξέλ­λες, παί­ζο­ντας σε φλα­μαν­δι­κές ται­νίες και μιού­ζι­καλ. Το 1942 α­να­ζή­τη­σε την τύ­χη της στο Πα­ρί­σι, ό­που γνώ­ρι­σε τον Αλμπέρ­το Μο­ντιά­νο. Πα­ντρεύ­τη­καν στην Απε­λευ­θέ­ρω­ση, α­πέ­κτη­σαν δυο γιους, τον Πα­τρίκ και τον Ρού­ντυ το 1947, που πέ­θα­νε στα δέ­κα του α­πό λευ­χαι­μία, χώ­ρι­σαν στις αρ­χές του ’60. Ο Αλμπέρ­το ξα­να­πα­ντρεύ­τη­κε και α­πε­βίω­σε το 1977, όταν η Λουίζα ήταν τηλεστάρ στη Φλά­ντρα. Ένα γο­νι­κό ζεύ­γος, που θυ­μί­ζει ε­κεί­νο του πρό­σφα­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Χά­ρη Βλα­βια­νoύ «Το αί­μα νε­ρό». Τα βιο­γρα­φι­κά του πα­τέ­ρα Μο­ντιά­νο πα­ρα­μέ­νουν συ­γκε­χυ­μέ­να, με α­ντι­κρουό­με­νες εκ­δο­χές. 
Τα πρώ­τα χρό­νια του γά­μου τους, πά­ντως, ε­κεί­νος εί­ναι έ­νας Εβραίος, που στην Κα­το­χή με πλα­στή ταυ­τό­τη­τα φέ­ρε­ται ως μαυ­ρα­γο­ρί­της και συ­νερ­γά­της των Γερ­μα­νών, ε­νώ ε­κεί­νη, με πέ­ντε ται­νίες πριν τον Πό­λε­μο, α­νυ­πο­μο­νεί να ξε­κι­νή­σει την ε­πό­με­νη, που προ­βάλ­λε­ται το 1949, α­νοί­γο­ντας το δρό­μο για άλ­λες ο­κτώ μέ­χρι τα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’60. Το τε­λευ­ταίο τους μέ­λη­μα ή­ταν τα παι­διά τους. Απού­σα η μη­τέ­ρα, τα α­φή­νει νή­πια στους γο­νείς της και με­τά, σε μια φί­λη της. Ο Πα­τρίκ βρί­σκε­ται ε­σω­τε­ρι­κός σε σχο­λεία, α­πό ό­που κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη δρα­πε­τεύει, πε­ρισ­σό­τε­ρο πε­ρι­πλα­νώ­με­νος στους πα­ρι­σι­νούς δρό­μους πα­ρά κα­θή­με­νος στα θρα­νία. Από την πόρ­τα της Σορ­βό­νης πέ­ρα­σε αλ­λά δεν βγή­κε. Κά­πως έ­τσι του­λά­χι­στον, σκια­γρα­φεί ο ί­διος τα παι­δι­κά και ε­φη­βι­κά του χρό­νια.
Κα­τά μία εκ­δο­χή, α­πό το 1967 μέ­χρι σή­με­ρα, ο Μο­ντιά­νο γρά­φει το ί­διο βι­βλίο, με τον πα­τέ­ρα στον πρώ­το ρό­λο, μέ­χρι που κα­τα­κά­θι­σε ο συ­ναι­σθη­μα­τι­κός φόρ­τος και ήρ­θε η σει­ρά της μη­τέ­ρας. Η με­λέ­τη του έρ­γου του α­πό τον Τιερ­ρύ Λω­ράν, που κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1997, τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Το έρ­γο του Πα­τρίκ Μο­ντιά­νο: έ­να αυ­το­μυ­θι­στό­ρη­μα». Δα­νεί­ζε­ται το νε­ο­λο­γι­σμό, που ει­σή­γα­γε έ­νας άλ­λος γαλ­λο­ε­βραίος συγ­γρα­φέ­ας, ο Σερζ Ντου­μπρόβ­σκι, για το δι­κό του έρ­γο, με­τα­ξύ μυ­θο­πλα­σίας και αυ­το­βιο­γρα­φίας. Ωστό­σο, για το έρ­γο του Μο­ντιά­νο, θεω­ρή­θη­κε μάλ­λον μειω­τι­κός, α­δι­κώ­ντας κα­τά κά­ποιο τρό­πο τη λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τά του. Ο τρό­πος που πα­ραλ­λάσ­σει τα πραγ­μα­τι­κά πρό­σω­πα, με δια­φο­ρε­τι­κές με­τα­μορ­φώ­σεις α­πό βι­βλίο σε βι­βλίο, α­φί­στα­ται μιας μυ­θο­ποιη­μέ­νης βιο­γρα­φίας. Το σί­γου­ρο, ό­μως, εί­ναι πως σε κά­ποια βι­βλία του, ό­πως το «Βι­βλιά­ριο της οι­κο­γέ­νειας» του 1977 και το με­τα­γε­νέ­στε­ρο, «Μία γε­νε­α­λο­γία», του 2005, το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό στοι­χείο υ­περ­τε­ρεί, χω­ρίς να συ­μπί­πτει με την α­κρί­βεια πραγ­μα­τι­κών συμ­βά­ντων. Κα­τά τα άλ­λα, η μορ­φή που δί­νει στην α­φή­γη­ση, α­να­ζη­τώ­ντας τα ί­χνη προ­σώ­πων που ε­ξα­φα­νί­στη­καν, έ­τσι ό­πως α­φορ­μά­ται α­πό πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά, λ.χ., στο «Ντό­ρα Μπρού­ντερ», θα ταί­ρια­ζε στο αυ­το­μυ­θι­στό­ρη­μα ε­νός ε­ρευ­νη­τή αρ­χείων ή ε­νός ι­στο­ρι­κού της ε­βραϊκής γε­νο­κτο­νίας, ε­πι­κε­ντρω­μέ­νου στη γερ­μα­νι­κή κα­το­χή του Πα­ρι­σιού. 
Ο Μο­ντιά­νο δια­θέ­τει μία συγ­γρα­φι­κή φα­ντα­σία δια­φο­ρε­τι­κής γο­νι­μό­τη­τας α­πό ε­κεί­νη του μπε­στσελ­λε­ρί­στα. Πι­θα­νώς για­τί δια­μορ­φώ­θη­κε με το έμ­μο­νο πά­θος της ε­βραϊκής ταυ­τό­τη­τας και μοί­ρας, μη­ρυ­κά­ζο­ντας για χρό­νια την αι­νιγ­μα­τι­κή α­που­σία του πα­τέ­ρα και το θά­να­το ε­νός μι­κρό­τε­ρου α­δελ­φού, τον οποίον δείχνει σαν να τον κουβαλά στη ράχη του. Θυ­μί­ζει το καρ­να­βα­λι­κό Δί­κω­λο στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Γιάν­νη Κιουρ­τσά­κη, «Σαν μυ­θι­στό­ρη­μα», που στη γαλ­λι­κή με­τά­φρα­ση χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε ως τίτ­λος, και για­τί ό­χι, α­φού το βι­βλίο γρά­φτη­κε με α­φορ­μή τον αυ­τό­χει­ρα με­γα­λύ­τε­ρο α­δελ­φό του α­φη­γη­τή. Η βε­ντά­λια της φα­ντα­σίας του Μο­ντιά­νο α­νοί­γει α­πό το πρώ­το του βι­βλίο, «Πλα­τεία του α­στε­ριού», με α­φη­γη­τή που προ­βάλ­λει σαν δι­κό του alter ego, αλ­λά α­κούει στο ό­νο­μα Σλε­μι­λό­βι­τς, τον σκω­πτι­κό ή­ρωα της γί­ντις πα­ρά­δο­σης. Αυ­τός, σε κα­τά­στα­ση πα­ραι­σθη­σια­κού με­τεω­ρι­σμού, παίρ­νει τα δια­φο­ρε­τι­κά προ­σω­πεία, τα ο­ποία κα­τά και­ρούς ο ί­διος εί­χε α­πο­δώ­σει στον πα­τέ­ρα του.
Πα­ραλ­λα­γές του πα­τρι­κού φά­σμα­τος ως “Ασκή­σεις ύ­φους”, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο του βα­σι­κού έρ­γου του Ραιη­μόντ Κε­νώ, που στά­θη­κε προ­στά­της του στην ε­φη­βεία, μέ­χρι που τον ο­δή­γη­σε 23χρο­νο με το πρώ­το του βι­βλίο στον Γκα­λι­μά­ρ, και δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στην εκκλησία, ως κουμπάρος μαζί με τον Αντρέ Μαλρώ. Ωστό­σο, οι “α­σκή­σεις” του Μο­ντιά­νο εί­ναι πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κές. Η συ­νη­θέ­στε­ρη δο­μή που υιο­θε­τεί για να ξε­δι­πλώ­σει την α­να­ζή­τη­ση προ­σώ­πων με θο­λό πα­ρελ­θόν ή άλ­λων που τα ί­χνη τους χά­θη­καν, εί­ναι αυ­τή του α­στυ­νο­μι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, χω­ρίς ψυ­χο­λο­γι­κές εμ­βα­θύν­σεις, ε­πι­μέ­νο­ντας στις λε­πτο­μέ­ρειες και τις σχο­λα­στι­κά α­κρι­βείς συ­ντε­ταγ­μέ­νες του τό­που. 
Έτσι α­να­σταί­νει το Πα­ρί­σι του ’60, σή­με­ρα πλέ­ον έ­να ο­νει­ρι­κό Πα­ρί­σι. Σε αυ­τό πε­ρι­πλα­νιέ­ται “η μι­κρή Μπι­ζού”, α­να­κα­λώ­ντας πα­ρελ­θο­ντι­κά γε­γο­νό­τα, που μέ­νουν σαν να κο­λυ­μπούν στο χρό­νο χω­ρίς συν­δε­τι­κό ειρ­μό. Αλλά και η Λου­κί, ό­πως την α­πο­κα­λεί η μποέ­μι­κη πα­ρέα του Κα­φέ στο ο­ποίο συ­χνά­ζει, του “Κα­φέ της χα­μέ­νης νεό­τη­τας”. Δυο η­ρωί­δες, που κα­τα­τρύ­χο­νται α­πό το φά­σμα της μη­τέ­ρας και δί­νουν τη λύ­ση της αυ­το­χει­ρίας. Το τέ­λος του πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος εί­ναι αι­σιό­δο­ξο, “η μι­κρή Μπι­ζού” ε­πι­βιώ­νει κά­νο­ντας μια και­νού­ρια αρ­χή. Πο­λύ πιο ρε­α­λι­στι­κό το δεύ­τε­ρο, κα­θώς η Λου­κί δρα­σκε­λί­ζει τα κά­γκε­λα του μπαλ­κο­νιού. Πριν πέ­σει ψελ­λί­ζει: “Αυ­τό εί­ναι. Αφή­σου.”. Δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα α­πό τα κα­λύ­τε­ρα δείγ­μα­τα του λο­γο­τε­χνι­κού ύ­φους του Μο­ντιά­νο. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/10/2014.

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Συγγραφικά ήθη

Κά­θε φθι­νό­πω­ρο και ά­νοι­ξη οι εκ­δό­τες κοι­νο­ποιούν μέ­σω του Τύ­που τους και­νού­ριους τίτ­λους των βι­βλίων, που θα εκ­δώ­σουν το αρ­γό­τε­ρο μέ­χρι τα Χρι­στού­γεν­να για να προ­λά­βουν τα δώ­ρα των ε­ορ­τών και α­ντι­στοί­χως, μέ­χρι τον Ιού­λιο για τις α­γο­ρές των κα­λο­και­ρι­νών δια­κο­πών. Σε αυ­τούς τους κα­τα­λό­γους, υ­περ­τε­ρεί μεν στα­θε­ρά το με­τα­φρα­σμέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά και η γη­γε­νής πε­ζο­γρα­φία κερ­δί­ζει συ­νε­χώς έ­δα­φος. Εφέ­τος τον Σε­πτέμ­βριο, μά­λι­στα, η σο­δειά του ελ­λη­νι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος α­ναγ­γέλ­θη­κε αυ­ξη­μέ­νη με­τά την κάμ­ψη, που έ­φε­ρε η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. Στα σχε­τι­κά ρε­πορ­τάζ των ε­φη­με­ρί­δων, α­να­κοι­νώ­θη­καν προ­σώ­ρας 32 τίτ­λοι, ό­που δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται οι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι. Αυ­τοί οι τε­λευ­ταίοι, λό­γω του εν­δια­φέ­ρο­ντος που προ­κα­λούν, κα­θιε­ρώ­θη­κε να ο­μα­δο­ποιού­νται και να προ­βάλ­λο­νται ε­πι­λε­κτι­κά σε χω­ρι­στά ρε­πορ­τάζ. Σε μία πρώ­τη ε­ξά­δα, που πα­ρου­σιά­στη­κε, πε­ριέρ­γως συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε και ο Χει­μαρ­ριώ­της Χρή­στος Αρμάν­δος Γκέ­ζος, που εί­χε εκ­δώ­σει το πρώ­το βι­βλίο του το 2012, μία ποιη­τι­κή συλ­λο­γή που τι­μή­θη­κε με το κρα­τι­κό βρα­βείο για πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους. Το να θεω­ρεί­ται ως πρώ­τη εμ­φά­νι­ση το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο συ­νι­στά μία α­κό­μη έν­δει­ξη της κυ­ριαρ­χίας της πε­ζο­γρα­φίας ε­πί της ποίη­σης, πέ­ραν α­πό την συ­νή­θη α­που­σία των ποιη­τι­κών βι­βλίων α­πό τα ρε­πορ­τάζ για τις νέες εκ­δό­σεις. 
Αλλά ας πα­ρα­μεί­νου­με στους 32 νέ­ους τίτ­λους της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας και την έκ­πλη­ξη που μας προ­κά­λε­σαν. Όχι αυ­τοί α­κρι­βώς οι τίτ­λοι, ού­τε η ε­πι­κρά­τη­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος έ­να­ντι μό­λις έ­ξι συλ­λο­γών διη­γή­μα­τος, αλ­λά οι συγ­γρα­φείς των βι­βλίων. Μεί­να­με με την αί­σθη­ση ό­τι ή­ταν προ­χτές που δια­βά­σα­με φρε­σκο­τυ­πω­μέ­νο βι­βλίο τους. Στα ρε­πορ­τά­ζ, ό­μως, δεν υ­πήρ­χε κα­μία α­να­φο­ρά σχε­τι­κή με τους συγ­γρα­φι­κούς και εκ­δο­τι­κούς χρό­νους. Ενώ, σχο­λιά­στη­καν οι με­τα­στε­γά­σεις σε άλ­λο εκ­δό­τη, πα­ρό­τι τε­λι­κά το μό­νο που αυ­τές δεί­χνουν εί­ναι την α­δη­μο­νία των συγ­γρα­φέων για την έκ­δο­ση βι­βλίου. Όσο για την πυ­κνή εκ­δο­τι­κή πα­ρου­σία, αυ­τή ε­πι­κρο­τεί­ται, κα­λο­δε­χού­με­νη α­πό ό­λους σαν ευοίω­νο ση­μείο α­νά­καμ­ψης. Τε­λι­κά, ό­μως, σε ποιο βαθ­μό έ­χουν οι συγ­γρα­φείς πυ­κνώ­σει τις εκ­δό­σεις τους; Για­τί η μνή­μη πα­ρα­σύ­ρε­ται κα­μιά φο­ρά α­πό τις ε­ντυ­πώ­σεις που α­φή­νει έ­να βι­βλίο. Υπάρ­χουν βι­βλία που τα θυ­μά­σαι χρό­νια και άλ­λα που έ­χεις δυ­σκο­λία να α­να­κα­λέ­σεις α­κό­μη και μέ­σες ά­κρες το θέ­μα τους την ε­πο­μέ­νη της α­νά­γνω­σης. Μία σύ­ντο­μη α­να­ζή­τη­ση μας έ­δω­σε τα ε­ξής: Μέ­σα στο 2014, τρεις συγ­γρα­φείς έ­χουν ή­δη εκ­δώ­σει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και με μυ­θι­στό­ρη­μα ε­πα­νέρ­χο­νται (Β. Ρα­πτό­που­λος, Γ.-Ι. Μπα­μπα­σά­κης, Α. Κορ­τώ). Το 2013, ε­ξέ­δω­σαν βι­βλίο ο­κτώ (Μ. Κου­μα­ντα­ρέ­ας, Α. Κυ­ρια­κί­δης, Μ. Μο­δι­νός, Α. Στα­μά­της, Λ. Χρη­στί­δης, Ν. Μά­ντης, Δ. Πο­τα­μιά­νος και ο πε­ρυ­σι­νός πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος Γιάν­νης Πλιά­γκος). Το 2012, εν­νέα (Δ. Χα­ρι­τό­που­λος, Δ. Πε­τσε­τί­δης, Ν. Ανα­στα­σέα, Μ. Μαρ­κό­που­λος, Χ. Χρυ­σό­που­λος, Ε. Μπο­γιά­νου, Ε. Σουρ­λέ­γκα, Α. Νι­κο­λής, Δ. Μα­ρί­νος). Το 2011, έ­ξι (Σ. Δη­μη­τρίου, Λ. Πα­πα­στά­θης, Η. Πα­πα­μό­σχος, Α. Σμυρ­λή, Ι. Μπου­ρα­ζο­πού­λου, Γ. Μη­τάς). Το 2010, τρεις (Σ. Κα­ρυ­δά­κης, Μ. Γε­νά­ρης, Χ. Οι­κο­νό­μου). Το 2008, δυο (Τ. Αβέ­ρω­φ, Μ. Μή­τσο­ρα). Το 2004, έ­νας (Χ. Βού­που­ρας). 
Όπως φαί­νε­ται, δεν πρό­κει­ται για μνη­μο­νι­κή α­πά­τη. Πράγ­μα­τι, οι  ρυθ­μοί συγ­γρα­φής α­πο­βαί­νουν α­ξιο­θαύ­μα­στοι. Το 62,5% του φε­τι­νού δείγ­μα­τος εκ­δί­δει βι­βλίο σε α­πό­στα­ση μι­κρό­τε­ρη της διε­τίας, ε­νώ το 34,4% κα­τορ­θώ­νει την ε­τή­σια έκ­δο­ση βι­βλίου. Ίσως, αυ­τή η κά­ψα να εί­ναι έ­νας λό­γος για τις με­τα­στε­γά­σεις που α­να­κοι­νώ­θη­καν. Μη βρί­σκο­ντας έ­ναν α­ντί­στοι­χα εν­θου­σιώ­δη εκ­δό­τη, ο συγ­γρα­φέ­ας χτυ­πά­ει άλ­λη πόρ­τα, ει δυ­να­τόν  και με­γα­λύ­τε­ρη. Ιδιαί­τε­ρα για τους βρα­βευ­θέ­ντες, η αύ­ρα μιας πρό­σφα­της διά­κρι­σης α­νοί­γει εύ­κο­λα πόρ­τες. Τρεις α­πό τους βρα­βευ­θέ­ντες για το προ­η­γού­με­νο βι­βλίο τους, του 2012, ε­πα­νέρ­χο­νται, με τον Μά­ντη, που α­πέ­σπα­σε βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, να πα­ρου­σιά­ζει και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα. Αυ­τός ο τε­λευ­ταίος συ­νι­στά ι­διαί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση. Πα­ρου­σιά­ζο­ντας το υ­πό έκ­δο­ση μυ­θι­στό­ρη­μα, α­πο­κα­λύ­πτει το πραγ­μα­τι­κό του ό­νο­μα. Εί­ναι ο Νί­κος Λα­μπρό­που­λος, που πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται, με τη συλ­λο­γή «Το μά­τι του άν­θους», ως ποιη­τής το 2003 και τον ε­πό­με­νο χρό­νο ως με­τα­φρα­στής. Το 2006, χαι­ρε­τί­σα­με την πρώ­τη εμ­φά­νι­ση του Νί­κου Μά­ντη ως πολ­λά υ­πο­σχό­με­νου διη­γη­μα­το­γρά­φου. Τε­λι­κά, προέ­κυ­ψε μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και μά­λι­στα, πα­ρα­γω­γι­κό­τα­τος, με τρία μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ε­ντός πε­ντα­ε­τίας.
Αλλά για­τί, με­τά τη δη­μο­σιό­τη­τα που α­πο­φέ­ρει μία έκ­δο­ση, α­κό­μη και αν δεν τύ­χει διά­κρι­σης, οι συγ­γρα­φείς να φλέ­γο­νται για την ε­πό­με­νη; Μια πρώ­τη ερ­μη­νεία θα ή­ταν ό­τι έ­χουν αρ­χί­σει να λει­τουρ­γούν ως α­μι­γείς ε­παγ­γελ­μα­τίες. Για­τί δεν μας πα­ρα­ξε­νεύει, λ.χ., η Λέ­να Μα­ντά, που δη­λώ­νει ό­τι κά­θε μή­να Μάη, πά­ει στον εκ­δό­τη της και­νού­ριο βι­βλίο; Αλλά για ε­κεί­νη το κί­νη­τρο εί­ναι κυ­ρίως οι­κο­νο­μι­κό, κα­θώς η συγ­γρα­φή α­πο­τε­λεί βιο­πο­ρι­στι­κή α­σχο­λία. Κά­τι που οι ε­ντασ­σό­με­νοι στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, κα­τά κα­νό­να, δεν το κα­τορ­θώ­νουν. Αυ­τοί ε­πι­κα­λού­νται ως κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη την α­φο­σίω­σή τους στο γρά­ψι­μο. Εδώ, ό­μως, υ­πάρ­χει μία α­ντί­φα­ση. Αφο­σίω­ση στο γρά­ψι­μο θα σή­μαι­νε μεν συ­νε­χή α­πα­σχό­λη­ση, αλ­λά χω­ρίς στα­θε­ρούς ρυθ­μούς έκ­δο­σης. Ενώ, αυ­τοί, με τις συ­νε­ντεύ­ξεις τους και τα βι­βλία τους, δεί­χνουν πως ε­πεί­γο­νται. Ακό­μη και μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, που θεω­ρεί­ται δια­κε­κομ­μέ­νη και α­πλω­μέ­νη σε χρό­νο ε­να­σχό­λη­ση, γρά­φε­ται μέ­σα σε τρεις μή­νες, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται η Μή­τσο­ρα. “Σε μια κα­θι­σιά”, κα­τά την έκ­φρα­ση της Βά­σιας Τζα­να­κά­ρη, που εμ­φα­νί­στη­κε το 2008 και ε­φέ­τος ε­ξέ­δω­σε το τέ­ταρ­το βι­βλίο της, κα­λύ­πτο­ντας στο εν­διά­με­σο τρία πε­ζο­γρα­φι­κά εί­δη, διή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, παι­δι­κό. Ίχνη αυ­τής της σπου­δής μέ­νουν στα βι­βλία, πι­θα­νώς και για­τί υ­στε­ρού­με σε rewriters, που συ­χνά ση­μαί­νει α­νεν­δοία­στους ως προς το εύ­ρος των πα­ρεμ­βά­σεων. Αλλά και οι συγ­γρα­φείς, α­πό την πλευ­ρά τους, δεν πει­θαρ­χούν στις υ­πο­δεί­ξεις των ε­πι­με­λη­τών. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λούν οι έ­χο­ντες α­με­ρι­κα­νι­κή κουλ­τού­ρα, ό­πως, λ.χ., η Σώ­τη Τρια­ντα­φύλ­λου, που α­φή­νο­νται στα χέ­ρια ε­νός έ­μπει­ρου ε­πι­με­λη­τή. Τα ση­μά­δια ε­σπευ­σμέ­νης γρα­φής θα μπο­ρού­σαν να θεω­ρη­θούν και λε­πτο­μέ­ρειες. Για πα­ρά­δειγ­μα, μία πλη­ρο­φο­ρία, που α­λιεύε­ται στο Δια­δί­κτυο, πα­ρα­τί­θε­ται λε­κτι­κά α­νε­πε­ξέρ­γα­στη ή τα γλωσ­σι­κά ο­λι­σθή­μα­τα προς α­κυ­ρο­λε­ξίες και α­δό­κι­μες εκ­φρά­σεις πλη­θαί­νουν. Κυ­ρίως, ό­μως, η σπου­δή φαί­νε­ται στην ε­πι­λο­γή του θέ­μα­τος, που γί­νε­ται ο­λοέ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­πι­και­ρι­κή, ό­ταν δεν α­να­κυ­κλώ­νει γνω­στό α­πό προ­η­γού­με­να βι­βλία υ­λι­κό. 
Οπό­τε πα­ρα­μέ­νει η α­πο­ρία, ως προς τι η τό­ση βια­σύ­νη; Μή­πως συμ­βάλ­λει το αλ­κοο­λί­κι της προ­βο­λής; Μή­πως η α­νά­γκη κά­ποιων να βρί­σκο­νται, αν ό­χι στο κέ­ντρο, αλ­λά, έ­στω και στις πα­ρυ­φές της ε­πι­και­ρό­τη­τας, πα­ρα­κι­νεί τη συγ­γρα­φή, φτά­νο­ντας, με τον τρό­πο που γί­νε­ται, στη στρέ­βλω­ση; Για­τί πε­ρί στρέ­βλω­σης πρό­κει­ται ό­ταν ε­φαρ­μό­ζεις πει­θα­να­γκα­στι­κά ο­ρι­σμέ­νο ω­ρά­ριο, με γρά­ψι­μο κα­θο­ρι­σμέ­νης διάρ­κειας σε συ­γκε­κρι­μέ­νες ώ­ρες, ό­ταν ε­πι­διώ­κεις με­γα­λύ­τε­ρη πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τα, με ο­ρι­σμέ­νο α­ριθ­μό σε­λί­δων η­με­ρη­σίως, ό­ταν πα­σχί­ζεις να συ­νται­ριά­ζεις πλο­κή και τρέ­χο­ντα “must”, ό­πως σύγ­χρο­νο προ­φίλ με  έ­να τσι­τά­το του τά­δε α­με­ρι­κα­νού συγ­γρα­φέα ή έ­να στί­χο του δεί­να ποιη­τή, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να, ε­πι­ζη­τάς οι­κο­λο­γι­κή φυ­σιο­γνω­μία, με την α­πα­ραί­τη­τη μνεία στα δι­καιώ­μα­τα κά­ποιου ζω­ντα­νού, και βε­βαίως, δεν λη­σμο­νείς την ε­πί­δει­ξη πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κού πνεύ­μα­τος με την α­νά­μι­ξη του κα­λού με­τα­νά­στη και του ρέ­πο­ντα προς τον ρα­τσι­σμό εγ­χώ­ριου και άλ­λα συ­να­φή. Αν και ε­δώ, θα μπο­ρού­σε να γί­νει λό­γος πε­ρί  δια­στρο­φής της συγ­γρα­φής, για να θυ­μη­θού­με και το κεί­με­νο «Η δια­στρο­φή της α­νά­γνω­σης», που δη­μο­σίευ­σε η Ήντιθ Ουώρ­τον στο «North American Review» πριν 111 χρό­νια (στα ελ­λη­νι­κά: Άγρα, 2009). 
Μή­πως το ζη­τού­με­νο για μια του­λά­χι­στον με­ρί­δα συγ­γρα­φέων εί­ναι οι συ­νε­ντεύ­ξεις και οι βρα­διές πα­ρου­σιά­σεων του βι­βλίου, τα ε­πι­στο­λι­κά ε­γκώ­μια και οι δη­μο­σιευ­μέ­νες “α­γα­πη­σιά­ρι­κες” κρι­τι­κές; Για­τί οι νέες συγ­γρα­φι­κές τα­κτι­κές, πέ­ραν της με­γα­λύ­τε­ρης πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τας, τεί­νουν να γε­νι­κεύ­σουν τη διτ­τή ι­διό­τη­τα συγ­γρα­φέ­α-κρι­τι­κού, ώ­στε να μπο­ρεί να λει­τουρ­γεί α­π’ ευ­θείας έ­να σύ­στη­μα α­μοι­βαιό­τη­τας, χω­ρίς την πα­ρεμ­βο­λή τρί­του, ό­πως γι­νό­ταν πα­λαιό­τε­ρα. Η Ουώρ­τον, έ­χο­ντας κα­τά νου την α­νώ­τε­ρη κοι­νω­νι­κή τά­ξη των Νε­οϋορ­κέ­ζων στις αρ­χές του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να, έ­κα­νε λό­γο για τον “μη­χα­νι­κό α­να­γνώ­στη”, που θεω­ρεί κα­θή­κον του να δια­βά­ζει κά­θε βι­βλίο που συ­ζη­τιέ­ται. Εκεί­νη πί­στευε πως “ό­ταν αυ­τός ει­σβάλ­λει στην ε­πι­κρά­τεια της λο­γο­τε­χνίας – συ­ζη­τά, κρι­τι­κά­ρει, κα­τα­δι­κά­ζει ή, α­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, ε­παι­νεί – τό­τε η δια­στρο­φή της α­νά­γνω­σης γί­νε­ται α­πει­λή για τη λο­γο­τε­χνία”. Ένας πα­ρό­μοιος α­να­γνώ­στης, που εί­ναι μεν “κα­τα­να­λω­τής βι­βλίω­ν” αλ­λά με ά­πο­ψη, δη­μιουρ­γεί ή έ­στω, εν­θαρ­ρύ­νει τον “μη­χα­νι­κό συγ­γρα­φέ­α”, που α­νοί­γει το δρό­μο στον “μη­χα­νι­κό κρι­τι­κό”. Αυ­τός ο τε­λευ­ταίος δια­μορ­φώ­νε­ται κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­σιν του “μη­χα­νι­κού α­να­γνώ­στη”, στο ση­μείο, σή­με­ρα, χά­ρις και στις δυ­να­τό­τη­τες που προ­σφέ­ρει το Δια­δί­κτυο, να υ­πο­κα­θι­στά τον συ­στη­μα­τι­κό κρι­τι­κό, κά­πο­τε και τον ε­παγ­γελ­μα­τία. Αυ­τό το αλ­λη­λο­ε­ξαρ­τώ­με­νο τρί­πτυ­χο, που σκια­γρα­φεί η Ουώρ­τον, ό­χι μό­νο δεν έ­χει ε­κλεί­ψει, αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, μέ­σα στα πρώ­τα χρό­νια του 21ου έ­χει πα­γιω­θεί και με τη δη­μιουρ­γία θε­σμών. 
Το να ε­δραιω­θεί ή­ταν α­να­με­νό­με­νο. Ήδη, η Ουώρ­τον πα­ρα­τη­ρού­σε πως “οι δια­στρο­φές οι πιο δύ­σκο­λες να ξε­ρι­ζω­θούν εί­ναι ε­κεί­νες που α­πό τον πο­λύ κό­σμο θεω­ρού­νται α­ρε­τές”. Εί­ναι προ­φα­νές πως ο χώ­ρος του βι­βλίου έ­χει α­νά­γκη αυ­τήν την τρια­δι­κή πα­ρου­σία. Σή­με­ρα πλέ­ον α­πο­τε­λεί τη ρα­χο­κο­κα­λιά του, γι’ αυ­τό και προέ­κυ­ψαν τρό­ποι α­να­πα­ρα­γω­γής και στή­ρι­ξής του. Ένας πρώ­τος εί­ναι οι ε­π’ α­μοι­βή α­να­γνώ­στες, στους ο­ποίους οι εκ­δό­τες ε­μπι­στεύο­νται το έρ­γο της δια­λο­γής. Ένας δεύ­τε­ρος, οι Λέ­σχες Ανά­γνω­σης, που αλ­λοιώ­νουν τον χα­ρα­κτή­ρα της α­νά­γνω­σης ως κα­τά μό­νας η­δο­νή, δια­μορ­φώ­νο­ντας “μη­χα­νι­κούς α­να­γνώ­στες”. Ακό­μη κι ό­ταν προ­κύ­πτει στην ο­μά­δα έ­νας αυ­τό­βου­λος α­να­γνώ­στης, η συ­να­να­στρο­φή του με πα­θη­τι­κούς α­να­γνώ­στες α­πο­βαί­νει μο­λυ­ντι­κή. Αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα, η με­τα­τρο­πή της α­νά­γνω­σης σε συ­ζή­τη­ση, που γί­νε­ται σε πα­ρεΐστι­κη α­τμό­σφαι­ρα δυ­σχε­ραί­νει τη συ­γκέ­ντρω­ση. Ο ε­νερ­γός α­να­γνώ­στης έ­χει α­νά­γκη τη μό­νω­ση, θέ­λει χρό­νο για να συλ­λο­γι­στεί, α­κό­μη και για να α­να­ζη­τή­σει συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά κεί­με­να, α­πα­ραί­τη­τα για μία νο­ε­ρή συ­νο­μι­λία με το βι­βλίο. Αντ’ αυ­τού, θα γνω­ρί­σει τον συγ­γρα­φέα του, που θα προ­σκα­λέ­σει η Λέ­σχη. 
Ένας άλ­λος θε­σμός εί­ναι οι Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, ό­που ου­σια­στι­κά εκ­παι­δεύε­ται με τα­χύ ρυθ­μό ο “μη­χα­νι­κός συγ­γρα­φέ­ας”. Μπο­ρεί ο ε­πω­μι­ζό­με­νος την δι­δα­σκα­λία να συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους λο­γο­τέ­χνες, ό­μως η δια­δι­κα­σία κα­νο­νι­κο­ποίη­σης της ε­μπει­ρίας της συγ­γρα­φής, το κα­λύ­τε­ρο που φέρ­νει εί­ναι έ­ναν μέ­τριο συγ­γρα­φέα. Όσο για τον “μη­χα­νι­κό κρι­τι­κό”, αυ­τός μπο­ρεί να προ­κύ­ψει εν μία νυ­κτί α­πό τους ε­πι­κρα­τέ­στε­ρους μιας Λέ­σχης, αλ­λά και α­πό τους τα­λα­ντού­χους των Σχο­λών, ό­που προ­βλέ­πε­ται και ει­δι­κός κύ­κλος μα­θη­μά­των. Και βε­βαίως, ο Τύ­πος προ­βάλ­λει τις α­ρε­τές του τρί­πτυ­χου. Ανα­φέ­ρει θαυ­μα­στι­κά ό­τι τα κα­λύ­τε­ρα βι­βλία πά­νε α­πό στό­μα σε στό­μα, ε­νώ ε­ξά­ρει τα βρα­βεία που στη­ρί­ζο­νται στην ψή­φο των α­να­γνω­στών. Επί­σης, ο­λο­σέ­λι­δες φι­λο­ξε­νού­νται οι συ­νε­ντεύ­ξεις συγ­γρα­φέων, έ­στω και του ε­νός βι­βλίου, ό­ταν εί­ναι α­πό­φοι­τοι Σχο­λών Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής. 
Όπως ε­πι­ση­μαί­νει η Ουώρ­τον, ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­ζη­τά να βα­δί­σει “στη φαρ­διά λεω­φό­ρο που ο­δη­γεί στην έ­γκρι­ση του μη­χα­νι­κού α­να­γνώ­στη”. “Ευ­κο­λο­διά­βα­τη”, ελ­κύει α­κό­μη και δη­μιουρ­γι­κά τα­λέ­ντα, κα­θώς, μά­λι­στα, εί­ναι “γε­μά­τη με ακ­μαίους συ­νο­δοι­πό­ρους, α­πορ­ρο­φά νέ­ους προ­σκυ­νη­τές και μό­νο α­πό λα­χτά­ρα για συ­ντρο­φι­κό­τη­τα”. Αυ­τή η σπου­δή του συγ­γρα­φέα ση­μαί­νει σπα­τά­λη χρό­νου, δυ­νά­μεων, ε­νέρ­γειας και βε­βαίως, χρη­μά­των για τον εκ­δό­τη, αλ­λά συ­χνά και για τον ί­διο, κα­θώς οι αυ­το­χρη­μα­το­δο­τού­με­νες εκ­δό­σεις αυ­ξά­νο­νται. Μια σπα­τά­λη, ό­μως, νέ­ου τύ­που, που, σε α­ντί­θε­ση με τις πα­λαιό­τε­ρες, ε­γκω­μιά­ζε­ται α­πό το κοι­νω­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Αυ­τές οι ε­παι­νε­τές σπα­τά­λες τεί­νουν να γί­νουν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της κα­θη­με­ρι­νής ζωής. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι η ά­θλη­ση στα γυ­μνα­στή­ρια, που πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται. Ας πά­ρου­με την ά­σκη­ση στο δη­μο­φι­λέ­στε­ρο α­ε­ρο­βι­κό μη­χά­νη­μα, τον διά­δρο­μο. Από τις ο­κτώ το πρωί μέ­χρι τις έ­ντε­κα το βρά­δυ, νε­α­ρά ά­το­μα περ­πα­τούν ε­πί αυ­τού, δια­σκε­λί­ζουν ή και τρέ­χουν. Ξο­δεύουν χρή­μα­τα, κα­τα­να­λώ­νουν δυ­νά­μεις και ε­νέρ­γεια, και βε­βαίως, σπα­τα­λούν χρό­νο. Όπως α­κρι­βώς οι συγ­γρα­φείς, ε­πι­διώ­κουν, αυ­τοί δια της κα­λής εμ­φα­νί­σεως, την προ­βο­λή και ε­πεί­γο­νται να την ε­ξα­σφα­λί­σουν. Ένας πε­ρί­πα­τος, που θα ά­φη­νε και το πε­ρι­θώ­ριο πε­ρι­συλ­λο­γής, δεν προ­σφέ­ρε­ται, για­τί αρ­γεί να φέ­ρει το ε­πι­θυ­μη­τό α­πο­τέ­λε­σμα. 
Αυ­τές οι σπα­τά­λες, ως ευά­ρε­στες στον κοι­νω­νι­κό χώ­ρο, α­πο­φέ­ρουν κα­λές α­πο­λα­βές. Μα­κρο­χρό­νια, ω­στό­σο, έ­χουν κό­στος. Ως γνω­στόν, τα βι­βλία πολ­το­ποιού­νται γρη­γο­ρό­τε­ρα, ό­σο για μία σι­λουέ­τα μέ­σω γυ­μνα­στη­ρίου, αυ­τή α­ντέ­χει μό­νο έ­να κα­λο­καί­ρι. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 12/10/2014.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Τιμής ένεκεν

«Γα­λη­νο­τά­τη
Τι­μή στη Χρύ­σα Μαλ­τέ­ζου»
Επι­μέ­λεια:
Γ.Κ.Βαρ­ζε­λιώ­τη-Κ.Γ.Τσι­κνά­κης
Ε.Κ.Π.Α. Τμή­μα
Θε­α­τρι­κών Σπου­δών
Μου­σείο Μπε­νά­κη
Δε­κέμ­βριος 2013



Τα ση­μα­ντι­κά πρό­σω­πα των Γραμ­μά­των και των Τε­χνών α­πα­σχο­λούν τον Τύ­πο μό­νο ό­ταν κα­τα­λαμ­βά­νουν μία υ­ψη­λή θέ­ση ή τι­μώ­νται με κά­ποια διά­κρι­ση, ό­πως έ­να βρα­βείο, και βε­βαίως, με την τε­λευ­τή τους. Αλλά και σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις οι δη­μο­σιο­γρά­φοι στέ­κο­νται φει­δω­λοί. Δεν μπο­ρεί κα­νείς να τους ψέ­ξει, δε­δο­μέ­νου ό­τι κα­τά την κα­τάρ­τι­ση της ύ­λης προέ­χουν τα εν­δια­φέ­ρο­ντα του πλα­τύ­τε­ρου κοι­νού. Λ.χ., η εί­δη­ση του θα­νά­του ή α­κό­μη και του α­τυ­χή­μα­τος νε­α­ρού ζεν πρε­μιέ, έ­στω και του ε­νός σί­ρια­λ, α­πλώ­νε­ται ο­λο­σέ­λι­δη. Αν, μά­λι­στα, το σί­ριαλ “τρέ­χει” α­κό­μη, γί­νε­ται σα­λό­νι, με “χτύ­πη­μα” στο ε­ξώ­φυλ­λο. Ενώ, για μία πνευ­μα­τι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα αρ­κεί το μο­νό­στη­λο. Με αυ­τήν τη λο­γι­κή, το γε­γο­νός ό­τι η Χρύ­σα Μαλ­τέ­ζου α­πέ­σπα­σε το δη­μο­σιο­γρα­φι­κό εν­δια­φέ­ρον δυο φο­ρές, κρί­νε­ται ως ι­κα­νο­ποιη­τι­κό. Η πρώ­τη ή­ταν το 1998, ό­ταν η Ακα­δη­μία Αθη­νών την ε­ξέ­λε­ξε στη θέ­ση της Διευ­θύ­ντριας του Ελλη­νι­κού Ινστι­τού­του Βυ­ζα­ντι­νών και Με­τα­βυ­ζα­ντι­νών Σπου­δών Βε­νε­τίας και η δεύ­τε­ρη, τον Δε­κέμ­βριο του 2011, ό­που και πά­λι η Ακα­δη­μία την ε­ξέ­λε­ξε μέ­λος της. 
Λα­κω­νι­κή η πρώ­τη μνεία, κα­θώς α­κό­μη και οι εμ­φο­ρού­με­νοι α­πό το πνεύ­μα της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης, που παί­ζουν στα δά­χτυ­λα, για πα­ρά­δειγ­μα, τα α­νά την υ­φή­λιο κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά φε­στι­βά­λ, με­τά βίας και εάν έ­χουν α­κου­στά το εν λό­γω Ινστι­τού­το, καί­τοι του χρό­νου συ­μπλη­ρώ­νει αι­σίως ε­ξη­κο­ντα­ε­τή ε­πι­στη­μο­νι­κή δια­δρο­μή. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γνω­ρί­ζουν για το Ιτα­λι­κό Μορ­φω­τι­κό Ινστι­τού­το, α­νε­ξάρ­τη­τα αν η ά­δεια ε­πα­να­λει­τουρ­γίας του με­τά τον Πό­λε­μο, εί­χε ως α­ντί­δω­ρο, στο πλαί­σιο α­μοι­βαιό­τη­τας των δυο χω­ρών, την ί­δρυ­ση τού Ελλη­νι­κού Ινστι­τού­του στη Βε­νε­τία. Από μία ά­πο­ψη, α­να­με­νό­με­νο και ου­δό­λως κα­τα­κρι­τέο, α­φού οι α­να­φο­ρές στην Ελλη­νι­κή Κοι­νό­τη­τα της Βε­νε­τίας και τα ε­πι­τεύγ­μα­τά της α­ραιώ­νουν ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο, θεω­ρού­με­νες ως ελ­λη­νο­κε­ντρι­κές. Όσο για την Μαλ­τέ­ζου, τέ­ταρ­τη κα­τά σει­ρά διευ­θύ­ντρια του Ινστι­τού­του ε­πί 14 έ­τη, πολ­λά έ­κα­νε για την α­νά­δει­ξή του σε πό­λο έλ­ξης για τις σπου­δές της ελ­λη­νο­λα­τι­νι­κής Ανα­το­λής, για τα ο­ποία και βρα­βεύ­τη­κε. Μό­νο που η ε­κεί θέ­ση της δεν της πρό­σφε­ρε με­γα­λύ­τε­ρη α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα α­πό ό­ση εί­χε α­πο­κτή­σει με την 25ε­τη θη­τεία στο Εθνι­κό Ίδρυ­μα Ερευ­νών και με την πα­ράλ­λη­λη 20ε­τή ως πα­νε­πι­στη­μια­κός δά­σκα­λος σε Κρή­τη και Αθή­να. 
Κά­πως πε­ρισ­σό­τε­ρο μνη­μο­νεύ­θη­κε στον Τύ­πο κα­τά την α­να­γό­ρευ­σή της σε Ακα­δη­μαϊκό. Όπως και να το κά­νου­με, το να α­πο­κα­λεί­σαι Αθά­να­τος, ι­διαί­τε­ρα τα τε­λευ­ταία χρό­νια που το προ­φίλ των Ακα­δη­μαϊκών ε­ξω­ραΐζε­ται, δεν εί­ναι και μι­κρό πράγ­μα. Πό­σω μάλ­λον ό­ταν εί­σαι γυ­ναί­κα. Από ι­δρύ­σεως της Ακα­δη­μίας, στους συ­νο­λι­κά - αν δεν σφάλ­λου­με - 241 α­κα­δη­μαϊκούς, εμ­φα­νί­στη­καν μό­λις τέσ­σε­ρις γυ­ναί­κες, με την πρώ­τη, την πε­ζο­γρά­φο Γα­λά­τεια Σα­ρά­ντη, να ε­κλέ­γε­ται το 1997, ό­ταν το Ίδρυ­μα διή­νυε το 71ο έ­τος ύ­παρ­ξής του. Και πά­λι, ο μέ­γι­στος α­ριθ­μός γυ­ναι­κών στα έ­δρα­να ή­ταν τρεις, κι αυ­τό μό­νο για μία πε­ντα­ε­τία. Η Μαλ­τέ­ζου ε­κλέ­χτη­κε με­τά το θά­να­το της συ­νο­μή­λι­κής της Αγγε­λι­κής Λαΐου, τη δεύ­τε­ρη σε σει­ρά Ακα­δη­μαϊκό, που εί­χε ε­κλε­γεί το 1998, νε­α­ρό­τα­τη για Ακα­δη­μαϊκός, μό­λις 57 ε­τών. Και οι δυο ι­στο­ρι­κοί, η πρώ­τη βυ­ζα­ντι­νο­λό­γος, η δεύ­τε­ρη του Νέ­ου Ελλη­νι­σμού της πε­ριό­δου 1453-1821. Ενδια­μέ­σως, το 2002, ει­σέρ­χε­ται η πρώ­τη ποιή­τρια, η Κι­κή Δη­μου­λά, κα­θό­λα μά­χι­μη, τό­τε στα 70 της. Για ό­σους τους α­ρέ­σουν οι στα­τι­στι­κές, το πο­σο­στό των γυ­ναι­κών Ακα­δη­μαϊκών υ­πο­λεί­πε­ται του 1.4% και πο­λύ πι­θα­νόν έ­τσι να πα­ρα­μεί­νει, αν δεν αλ­λά­ξει το σύ­στη­μα πρι­μο­δό­τη­σης των υ­πο­ψη­φίων.   
Κα­τά τα άλ­λα, η Μαλ­τέ­ζου, πα­ρά τις δια­κρί­σεις, τις βρα­βεύ­σεις και τις 364 δη­μο­σιευ­μέ­νες ερ­γα­σίες, δεν συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους διά­ση­μους της α­κα­δη­μαϊκής κοι­νό­τη­τας. Κι αυ­τό, για πλεί­στους ό­σους λό­γους. Συ­ντεί­νει, πι­θα­νώς, ό­τι α­πέ­χει της ε­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φίας, ό­τι δεν δί­νει συ­νε­ντεύ­ξεις, ε­κτός κι αν δεν της ζη­τεί­ται, ή α­κό­μη, ό­τι δεν έ­χει φρο­ντί­σει να πλου­τί­σει την ερ­γο­γρα­φία της με αυ­το­τε­λείς εκ­δό­σεις. Στην ε­πο­χή της ει­κό­νας, πα­ρα­μέ­νει μία ά­γνω­στη. Το γε­γο­νός, μά­λι­στα, ό­τι συ­νυ­πάρ­χει στα α­κα­δη­μαϊκά έ­δρα­να με μια προ­σφι­λή βε­ντέ­τα των ΜΜΕ, το­νί­ζει την ε­ντύ­πω­ση αν­θρώ­που χα­μη­λών τό­νων. Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι η πρό­σφα­τη έκ­δο­ση του τό­μου προς τι­μή της να μνη­μο­νευ­θεί μό­νο α­πό τους φο­ρείς που τον ε­ξέ­δω­σαν. Όσο, ό­μως, κα­τα­νοού­με τη δη­μο­σιο­γρα­φι­κή λο­γι­κή, τό­σο δεν α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε τη νοο­τρο­πία της α­κα­δη­μαϊκής κοι­νό­τη­τας. Γε­νι­κό­τε­ρα, και ει­δι­κό­τε­ρα, κα­τά την κα­τάρ­τι­ση αυ­τών των πο­λυ­σέ­λι­δων τό­μων. Υπο­τί­θε­ται ό­τι α­πο­τε­λούν έν­δει­ξη τι­μής προς ο­μό­τι­μους κα­θη­γη­τές, αλ­λά οι τι­μώ­με­νοι δεν συμ­με­τέ­χουν. Από ό­σο γνω­ρί­ζου­με μό­νο έ­νας τι­μώ­με­νος α­ντέ­δρα­σε σε αυ­τό το κα­θε­στώς εκ­πα­ρα­θύ­ρω­σης, α­πο­κα­θι­στώ­ντας την σω­στή τά­ξη πραγ­μά­των. Ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, προ ει­κο­σα­ε­τίας, ό­ταν υ­πέ­δει­ξε ο δι­κός του “τι­μής έ­νε­κε­ν” τό­μος να πε­ρι­λαμ­βά­νει δι­κές του ερ­γα­σίες. Έτσι, προέ­κυ­ψε η πο­λύ­τι­μη «Τρά­πε­ζα Πνευ­μα­τι­κή» με 33 με­λέ­τες του, τις ά­στε­γες μίας τρια­κο­ντα­ε­τίας, που στά­θη­κε δυ­στυ­χώς με­τα­θα­νά­τια έκ­δο­ση.

Ο τό­μος της Μαλ­τέ­ζου φτά­νει τις 836 σε­λί­δες. Τυ­πώ­θη­κε, ό­πως ό­λοι αυ­τοί οι α­φιε­ρω­μα­τι­κοί τό­μοι, σε 500 α­ντί­τυ­πα, και βε­βαίως, στη συ­να­γω­γή δεν υ­πάρ­χει δι­κό της κεί­με­νο. Εκεί­νη α­που­σιά­ζει α­κό­μη και α­πό τον τίτ­λο. Με το ε­πί­θε­το Γα­λη­νο­τά­τη, προ­φα­νώς ε­ξυ­πα­κούε­ται το κυ­ρίαρ­χο ε­ρευ­νη­τι­κό της α­ντι­κεί­με­νο, η Γα­λη­νο­τά­τη Δη­μο­κρα­τία της Βε­νε­τίας, χω­ρίς να α­πο­κλείε­ται η ί­δια σαν προ­σω­πι­κό­τη­τα να εί­ναι γα­λη­νή έως και γα­λη­νο­τά­τη. Οπό­τε μπο­ρεί και να της ται­ριά­ζει ο τίτ­λος, ό­πως τα «Τρια­ντά­φυλ­λα και για­σε­μιά» του τι­μη­τι­κού τό­μου για την ε­πί­σης ο­μό­τι­μη κα­θη­γή­τρια Ελέ­νη Πο­λί­του-Μαρ­μα­ρι­νού. Εκεί, γί­νε­ται εμ­μέ­σως α­να­φο­ρά στον Πα­λα­μά και τους «Πε­ντα­συλ­λά­βους» του. Αντι­θέ­τως, στον τό­μο του Πα­να­γιώ­τη Μα­στρο­δη­μή­τρη, ο τίτ­λος, «Ευ­καρ­πίας έ­παι­νος», στρέ­φε­ται ε­γκω­μια­στι­κά προς τον τι­μώ­με­νο. Ο τό­μος της Μαρ­μα­ρι­νού πε­ρι­λαμ­βά­νει 35 με­λέ­τες, της Μαλ­τέ­ζου 46 και του Μα­στρο­δη­μή­τρη φτά­νει τις 56, ι­σά­ριθ­μων, κά­θε φο­ρά, μα­θη­τών, συ­νερ­γα­τών, συ­να­δέλ­φων. Οι τι­μώ­με­νοι και το έρ­γο τους προ­βάλ­λο­νται στα προ­λο­γι­κά κεί­με­να, ε­νώ προ­τάσ­σε­ται ερ­γο­γρα­φία τους. Στον τό­μο της Μαλ­τέ­ζου, την συ­ντάσ­σει ο Κώ­στας Τσι­κνά­κης, που ε­πω­μί­στη­κε εξ η­μι­σείας και την ε­πι­μέ­λεια του τό­μου. Πα­ρα­μέ­νει, ω­στό­σο, το ε­ρώ­τη­μα, για­τί ο τι­μώ­με­νος να μη συμ­με­τέ­χει, λ.χ., με έ­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα κεί­με­νο, το ο­ποίο να προ­η­γεί­ται της ερ­γο­γρα­φίας. Στον πα­ρό­ντα τό­μο, η τι­μώ­με­νη έρ­χε­ται α­πό την Αλε­ξάν­δρεια. Μέ­λος της ε­κεί Ελλη­νι­κής Κοι­νό­τη­τας, α­πό­φοι­τος του Αβε­ρώ­φειου Γυ­μνα­σίου, έ­ζη­σε τη δύ­σκο­λη με­τα­πο­λε­μι­κή πε­ρίο­δο, που στα­δια­κά ο­δή­γη­σε τον αι­γυ­πτιώ­τι­κο ελ­λη­νι­σμό σε α­με­τά­κλη­τη πα­ρακ­μή. Μπο­ρεί το 1964, νε­α­ρά τό­τε ι­στο­ρι­κός,  να την α­πω­θού­σε ως ε­ρευ­νη­τι­κό α­ντι­κεί­με­νο η σχέ­ση Βυ­ζα­ντίου και Αρά­βων, αλ­λά το 1992, στους Δελ­φούς μί­λη­σε για το γυ­μνά­σιό της “έ­ναν μι­κρό­το­πο αι­γυ­πτιώ­τι­κης ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας”. Αυ­το­βιο­γρα­φι­κό κεί­με­νό της πά­ντως,  ως γνώ­στη δυο α­πό τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες ελ­λη­νι­κές κοι­νό­τη­τες, Αλε­ξάν­δρειας και Βε­νε­τίας, θα εί­χε ε­ξαι­ρε­τι­κό εν­δια­φέ­ρον. 
Στους α­φιε­ρω­μα­τι­κούς τό­μους, η πα­ρά­τα­ξη των κει­μέ­νων α­κο­λου­θεί την αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά των συ­νερ­γα­τών. Αυ­τός μπο­ρεί να εί­ναι ο αυ­το­νό­η­τος κα­νό­νας στις συ­να­γω­γές κει­μέ­νων, ω­στό­σο, ε­δώ, α­πο­συν­θέ­τει τις θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες, που έ­χουν προ­κύ­ψει α­πό τα ε­ρευ­νη­τι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα του τι­μώ­με­νου, στα ο­ποία οι συμ­με­τέ­χο­ντες ε­πι­λέ­γουν τι­μής έ­νε­κεν να ε­πι­κε­ντρώ­σουν τα κεί­με­νά τους. Ύστε­ρα, στην πε­ρί­πτω­ση της Μαλ­τέ­ζου, κα­θώς αυ­τοί προέρ­χο­νται α­πό τους συ­γκε­κρι­μέ­νους χώ­ρους στους ο­ποίους ε­κεί­νη κα­τά δια­στή­μα­τα ερ­γά­στη­κε, οι συ­νερ­γα­σίες τους, α­κό­μη κι αν εί­ναι ε­κτός του φά­σμα­τος των δι­κών της εν­δια­φε­ρό­ντων, συγ­γε­νεύουν α­να­με­τα­ξύ τους. Έτσι, για πα­ρά­δειγ­μα, προ­κύ­πτουν τρία θε­α­τρο­λο­γι­κά α­πό την τριε­τή πα­ρα­μο­νή της στο Τμή­μα Θε­α­τρι­κών Σπου­δών του Κα­πο­δι­στρια­κού. Κα­τά τη γνώ­μη μας, αυ­τά θα μπο­ρού­σαν να ο­μα­δο­ποιη­θού­ν: Η αρ­νη­τι­κή α­πό­φαν­ση του Σπύ­ρου Ευαγ­γε­λά­του σχε­τι­κά με πι­θα­νο­λο­γού­με­να α­νε­βά­σμα­τα έρ­γων του Κρη­τι­κού Θεά­τρου στην Κρή­τη κα­τά την ο­γδο­η­κο­ντα­ε­τή ε­νε­το­κρα­τία. Η κα­τα­φα­τι­κή α­πά­ντη­ση του Ιω­σήφ Βι­βι­λά­κη στο κα­τά πό­σο συμ­με­τεί­χαν Έλλη­νες στις πά­σης φύ­σεως πα­ρα­στά­σεις, του Κα­ρα­γκιό­ζη συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου, που δί­νο­νταν τον 17ο αιώ­να στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Αλιεύου­με, πα­ρε­μπι­πτό­ντως, την εν­δια­φέ­ρου­σα πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι α­πο­κα­λού­σαν τους Ρω­μιούς “κω­μι­κούς”, ό­που ο με­λε­τη­τής δια­τυ­πώ­νει το ε­ρώ­τη­μα: Άρα­γε, αυ­τό το ι­διαί­τε­ρο κω­μι­κό τα­λέ­ντο των ορ­θό­δο­ξων Ελλή­νων ή­ταν ζή­τη­μα φυ­λε­τι­κής ι­διο­συ­γκρα­σίας ή κά­ποιας ει­δι­κής εκ­παί­δευ­σης; Και τρί­το το κεί­με­νο του Πλά­τω­να Μαυ­ρο­μού­στα­κου «Πα­ρα­στά­σεις Αρχαίου Δρά­μα­τος, ι­στο­ρία και ε­πι­και­ρό­τη­τα», ό­που προ­κύ­πτει μια άλ­λη πτυ­χή της φυ­λε­τι­κής ι­διο­συ­γκρα­σίας, που α­να­φέ­ρε­ται στη σχέ­ση του ση­με­ρι­νού Έλλη­να με το αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό θέ­α­τρο.
Κα­τά τα άλ­λα, στον τό­μο δη­μο­σιεύο­νται με­λέ­τες σε πέ­ντε γλώσ­σες: ελ­λη­νι­στί 26, στα ι­τα­λι­κά 12, γαλ­λι­κά 4, αγ­γλι­κά 2, γερ­μα­νι­κά 2. Όλες συ­νο­δεύο­νται α­πό πε­ρί­λη­ψη στα αγ­γλι­κά. Πα­ρα­δό­ξως, δεν προ­βλέ­πε­ται ελ­λη­νι­κή πε­ρί­λη­ψη. Απου­σία, που συ­νυ­πο­λο­γι­ζό­με­νη με την πα­ρά­λει­ψη ε­νός κα­τα­λό­γου στοι­χειώ­δους σύ­στα­σης ό­σων συμ­με­τέ­χουν, δεί­χνει  σαν ε­σω­στρε­φής α­να­δί­πλω­ση της κοι­νό­τη­τας στον ε­αυ­τό της. Κι ό­μως, πλην των 500 τό­σων ε­πι­φα­νών για τους ο­ποίους φαί­νε­ται να κα­ταρ­τί­στη­κε ο τό­μος, υ­πάρ­χει έ­να α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, που θα εν­δια­φε­ρό­ταν να τον φυλ­λο­με­τρή­σει και να δια­βά­σει ε­πι­λε­κτι­κά κά­ποια κεί­με­να. Για πα­ρά­δειγ­μα, θα ε­πι­θυ­μού­σε να γνω­ρί­ζει ποιος εί­ναι αυ­τός ο Τζί­νο Μπεν­ζό­νι, που, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο τού σχε­τι­κά σύ­ντο­μου κει­μέ­νου του, θεω­ρεί ό­τι «La Grecia e necessaria». Ο λό­γος ε­νός τα­κτι­κού κα­θη­γη­τή σε ι­τα­λι­κό πα­νε­πι­στή­μιο έ­χει δια­φο­ρε­τι­κή βα­ρύ­τη­τα. Ή, ε­πί­σης, έ­νας τίτ­λος, ό­πως «Βυ­ζα­ντι­νοί αυ­το­κρά­το­ρες στη Βε­νε­τία», ό­ταν προέρ­χε­ται α­πό έ­ναν συ­νο­μή­λι­κο της Μαλ­τέ­ζου βυ­ζα­ντι­νο­λό­γο, που διηύ­θυ­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο της δε­κα­ε­τίας το πε­ριο­δι­κό του Καρλ Κρου­μπά­χερ «Byzantinische Zeitschrift», τον Πή­τερ Σράϊνε­ρ, κα­θί­στα­ται πλέ­ον ελ­κυ­στι­κός. Μό­νο που το κεί­με­νο εί­ναι στην ι­τα­λι­κή και οι ι­τα­λο­μα­θείς πα­ρα­μέ­νουν μειο­ψη­φία. Οπό­τε γεν­νά­ται η δεύ­τε­ρη α­πο­ρία, αν ο τό­μος δεν α­πευ­θύ­νε­ται στους Έλλη­νες κα­τό­χους τεσ­σά­ρων ξέ­νων γλωσ­σών, για­τί δεν πα­ρα­τί­θε­νται οι με­τα­φρά­σεις α­ντί του πρω­τό­τυ­που. Αν και με­γα­λύ­τε­ρη εί­ναι η α­πο­γοή­τευ­ση, ό­ταν σε ελ­λη­νι­κό κεί­με­νο πα­ρεμ­βάλ­λο­νται ξε­νό­γλωσ­σες πε­ρι­κο­πές, με τις υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις να δί­νουν μό­νο τις πα­ρα­πο­μπές στις πη­γές χω­ρίς την α­να­γκαία ελ­λη­νι­κή α­πό­δο­ση. Πα­ρά­δειγ­μα, το γε­νι­κό­τε­ρου εν­δια­φέ­ρο­ντος κεί­με­νο του ση­με­ρι­νού διευ­θυ­ντή του Ινστι­τού­του Γεωρ­γίου Πλου­μί­δη, «Βε­νε­τία και το Ανα­το­λι­κό Ζή­τη­μα». Στο ση­μείο που α­να­φέ­ρε­ται στην εκ­στρα­τεία των Ορλώφ στο Αι­γαίο, η ο­ποία προ­ε­τοι­μα­ζό­ταν στη Βε­νε­τία, πα­ρα­θέ­τει στα ι­τα­λι­κά τη σύ­νο­ψη των στό­χων της γαλ­λι­κής πο­λι­τι­κής έ­να­ντι Οθω­μα­νών και Ρώ­σων.
Μία με­γά­λη σε έ­κτα­ση ε­νό­τη­τα α­πο­τε­λούν τα κεί­με­να γύ­ρω α­πό την Κρή­τη, αν και αυ­τά δεν υ­πο­γρά­φο­νται α­πό τους συ­να­δέλ­φους στο ε­κεί Πα­νε­πι­στή­μιο, αλ­λά κυ­ρίως α­πό υ­πό­τρο­φους στο Ινστι­τού­το της Βε­νε­τίας και συ­νερ­γά­τες στο Εθνι­κό Ίδρυ­μα Ερευ­νών. Τα θέ­μα­τα ποι­κίλ­λουν, συ­νή­θως ο ε­ρευ­νη­τής ε­ξε­τά­ζει μία συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση για να ε­ξά­γει γε­νι­κό­τε­ρα συ­μπε­ρά­σμα­τα. Λ.χ., α­πό έ­ναν Κα­τα­λα­νό, που βρέ­θη­κε στην Αστυ­πά­λαια και με­τά στον Χάν­δα­κα, τεκ­μαί­ρε­ται η κι­νη­τι­κό­τη­τα στο Νό­τιο Αι­γαίο και την Κρή­τη κα­τά τον 14ο αιώ­να (Χ. Γά­σπα­ρης). Αντί­στοι­χα, α­πό έ­να κρη­τι­κό βη­μό­θυ­ρο, που ε­ντο­πί­στη­κε στην Κε­φαλ­λο­νιά, δια­φαί­νε­ται η κι­νη­τι­κό­τη­τα των κρη­τι­κών προ­σφύ­γων (Μ. Κα­ζα­νά­κη). Ενώ αυ­τοί κα­τα­φεύ­γουν στα Επτά­νη­σα, ταυ­τό­χρο­να, α­πό τις εκ­θέ­σεις των βε­νε­τών διοι­κη­τών, α­να­δει­κνύο­νται σε μή­λον της έ­ρι­δος με­τα­ξύ Βε­νε­τών και Οθω­μα­νών (Α. Πα­νο­πού­λου). Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η με­λέ­τη της Μα­ρίας Πα­τρα­μά­νη, που πα­ρα­κο­λου­θεί την πο­ρεία μιας θε­ο­μη­το­ρι­κής ει­κό­νας, της Με­σο­πα­ντί­τισ­σας, α­πό τα Σφα­κιά στα Κύ­θη­ρα, ε­πι­στρα­τεύο­ντας ως μπού­σου­λα και την ε­τυ­μο­λο­γία των λέ­ξεων. Αλλά οι Βε­νε­τοί, ε­κτός α­πό τε­χνί­τες για τα ναυ­πη­γεία και ά­γιες ει­κό­νες, ε­πο­φθαλ­μιού­σαν και το κρη­τι­κό μάρ­μα­ρο ό­πως και ελ­λη­νι­κούς κίο­νες του νη­σιού. Αυ­τό τεκ­μαί­ρε­ται με βά­ση έγ­γρα­φα, που α­πο­σπά­σμα­τά τους πα­ρα­τί­θε­νται στα ι­τα­λι­κά και μέ­νει το πε­ριε­χό­με­νό τους να ει­κά­ζε­ται α­πό τα συμ­φρα­ζό­με­να (Κ. Τσι­κνά­κης).
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, πρό­κει­ται για ευ­ρύ­τε­ρα εν­δια­φέ­ρου­σες με­λέ­τες, κα­θώς πα­ρου­σιά­ζουν ε­πί μέ­ρους στοι­χεία μιας ε­πο­χής, που α­κό­μη ε­ρευ­νά­ται και για την ο­ποία δεν υ­πάρ­χουν πρό­σφο­ρα βι­βλία, ού­τε δο­κι­μια­κής υ­φής ού­τε μυ­θο­πλα­στι­κής. Για πα­ρά­δειγ­μα, ποιος γνω­ρί­ζει το γκρε­γκέ­σκο που χρη­σι­μο­ποιού­σαν οι Έλλη­νες της Βε­νε­τίας, κά­τι σαν τα γκρή­κλις (Γ. Βαρ­ζε­λιώ­τη); Ή ποιος θα φα­ντα­ζό­ταν πως τα α­φο­ρε­στο­χάρ­τια του Πα­τριάρ­χη βο­η­θού­σαν στην ε­πί­λυ­ση ή και την α­πο­φυ­γή ε­μπο­ρι­κών α­ντι­δι­κιών (Π. Μι­χα­η­λά­ρης);  Λι­γό­τε­ρη έκ­πλη­ξη προ­κα­λεί η πα­ρα­ποίη­ση ε­νός ε­πι­σή­μου εγ­γρά­φου για λό­γους θρη­σκευ­τι­κής πί­στης. Όπως φαί­νε­ται, ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν ή­ταν ο πρώ­τος δι­δά­ξας. Προ­η­γή­θη­καν άλ­λοι, με­τα­ξύ αυ­τών ο Μα­νουήλ Γε­δεών. Προ αυ­τού, έγ­γρα­φο και δη πα­τριαρ­χι­κό, αλ­λοίω­σε ο Δο­σί­θε­ος Β΄Ιε­ρο­σο­λύ­μων. Μό­νο που αυ­τός εί­ναι λι­γό­τε­ρο γνω­στός, καί­τοι πα­ρέ­μει­νε στον πα­τριαρ­χι­κό θρό­νο ε­πί 38 έ­τη, δη­λα­δή πε­ρισ­σό­τε­ρο του η­μί­σεως του βίου του (Δ. Απο­στο­λό­που­λος). 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτογραφία: Ο Άγιος Γεώργιος της ορθόδοξης κοινότητας στη Βενετία (κέντρο) και (αριστερά) η Φλαγγίνειος Σχολή, όπου στεγάστηκε το Ελληνικό Ινστιτούτο, σε χαρακτικό εποχής.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 5/10/2014.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Ψυχής παραμυθία

Γιώρ­γος Σκα­μπαρ­δώ­νης
«Νοέμ­βριος»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Απρί­λιος 2014

«Μπαί­νω την νύ­χτα μέ­σα εις την εκ­κλη­σιά του Αι­γιάν­νη και κλειώ την πόρ­τα κι αρ­χι­νώ τα κλά­μα­τα με με­γά­λες φω­νές και με­τά­νοιες: “τ’ εί­ναι αυ­τό ο­πού ’γι­νε σ’ ε­μέ­ναν, γο­μά­ρι εί­μαι να με δέρ­νουν;” Και τον πε­ρι­κα­λώ να μου δώ­ση άρ­μα­τα κα­λά κι α­ση­μέ­νια και δε­κα­πέ­ντε πουγ­γιά χρή­μα­τα και ε­γώ θα του φκιά­σω έ­να με­γά­λο κα­ντή­λι α­ση­μέ­νιον. Με τις πολ­λές φω­νές κά­μα­μεν τις συμ­φω­νίες με τον ά­γιον...» Αυ­τά γρά­φει ο Μα­κρυ­γιάν­νης εν­θυ­μού­με­νος τη ντρο­πή και το πα­ρά­πο­νό του στα δε­κα­τέσ­σε­ρα για το ξυ­λο­φόρ­τω­μα α­πό το πρώ­το α­φε­ντι­κό του “ο­μπρός σε ό­λον τον κό­σμο­ν”. Κο­ντεύει να τε­λειώ­σει το 2014, που κά­ποιοι πα­λαιό­τε­ροι – κα­λή ώ­ρα ο Σε­φέ­ρης – θα πρό­τει­ναν να α­να­κη­ρυ­χτεί Έτος Μα­κρυ­γιάν­νη, χω­ρίς να τον μνη­μο­νεύ­σου­με. Η φε­τι­νή ε­πέ­τειος των 150 χρό­νων α­πό τον θά­να­τό του ε­ορ­τά­στη­κε μό­νο το­πι­κά, σε Κρο­κύ­λειο και Λι­δω­ρί­κι, χω­ρίς να υ­περ­βεί τα ό­ρια της ο­ρει­νής Δω­ρί­δος, ά­ντε και της Φω­κί­δας. Υπήρ­ξαν, βε­βαίως, οι θε­α­τρο­ποιή­σεις των «Απο­μνη­μο­νευ­μά­των» του. Αυ­τή η μό­δα, που σα­ρώ­νει κυ­ριο­λε­κτι­κά τη νε­ο­ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία, α­πέ­δει­ξε, για α­κό­μη μία φο­ρά, ό­τι προ ου­δε­νός ορ­ρω­δεί.  
Η μνη­μό­νευ­ση του Μα­κρυ­γιάν­νη δεν έ­χει ε­δώ ε­πε­τεια­κό χα­ρα­κτή­ρα. Μας τον θύ­μι­σε ο Γιώρ­γος Συ­μεω­νί­δης, που, α­νή­με­ρα στη γιορ­τή του α­να­τρέ­χει στους Αι­γιώρ­γη­δες, τον Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρα και τον Νε­ο­μάρ­τυ­ρα των Ιωαν­νί­νων. Με τον δεύ­τε­ρο, τον φου­στα­νε­λο­φό­ρο, ο­κτώ χρό­νια μι­κρό­τε­ρο του Μα­κρυ­γιάν­νη, “εί­χε προ­σω­πι­κή σχέ­ση ο παπ­πούς του”. Όταν το κτή­μα του έ­πια­σε φω­τιά, μια μέ­ρα που ε­κεί­νος έ­λει­πε, μό­λις γύ­ρι­σε, έ­τρε­ξε κα­τευ­θείαν “στην ει­κό­να του, κρε­μα­σμέ­νη στο χα­γιά­τι”. Όρθιος μπρο­στά του, “με υ­ψω­μέ­νο το δά­χτυ­λο, έ­ξαλ­λος του λέει”: «...Εσύ, κοτ­ζάμ ά­γιος, για­τί δεν έ­τρε­ξες να βο­η­θή­σεις να σβή­σου­νε τη φω­τιά πριν προ­χω­ρή­σει και κά­ψει το κτή­μα; Για­τί, ρε, δεν έ­τρε­ξες να ρί­ξεις ού­τε έ­να κου­βά νε­ρό, ε; Αφο­ρε­σμέ­νε! Τρεις μή­νες θα κά­νω να σ’ α­νά­ψω το κα­ντή­λι. Που να χέ­σω τη φου­στα­νέ­λα σου...» Πώς του ’ρθε του εγ­γο­νού και αρ­χί­ζει να ψά­χνει τη δι­κή του φου­στα­νέ­λα α­πό τον Φοι­τη­τι­κό Χο­ρευ­τι­κό Σύλ­λο­γο Ηπει­ρω­τών «Η Σα­μα­ρί­να». Την α­να­σύ­ρει, την φο­ρά­ει και θυ­μά­ται φευ­γα­λέα μια πα­νέ­μορ­φη Ιωάν­να α­πό το χο­ρευ­τι­κό. 
Οσοι ά­κου­σαν τον Γιώρ­γο Σκα­μπαρ­δώ­νη να δια­βά­ζει το διή­γη­μα, «Ού­τε έ­ναν κου­βά νε­ρό», τον Μάιο, στο Βυ­ζα­ντι­νό Μου­σείο Πο­λι­τι­σμού, θα πρέ­πει να ε­ξε­πλά­γη­σαν ευ­χά­ρι­στα με την ε­νη­μέ­ρω­σή του γύ­ρω α­πό τους με­τα­βυ­ζα­ντι­νούς α­γιο­γρά­φους. Ταυ­τό­χρο­να, θα με­λαγ­χό­λη­σαν, κα­θώς το διή­γη­μα δέ­νει “το λυ­κό­φως του Βυ­ζα­ντίου” με ε­κεί­νο της ζωής. Ο συγ­γρα­φέ­ας, ό­μως, δια­σκε­δά­ζει τις ε­ντυ­πώ­σεις, κλεί­νο­ντας το διή­γη­μα με έ­να τρα­γού­δι, ό­χι το «Παι­διά της Σα­μα­ρί­νας» που θα α­να­με­νό­ταν, αλ­λά έ­να δι­κό του, πα­ρα­φρά­ζο­ντας το «Κού­ρο Σί­βο» του Καβ­βα­δία: «Η Σα­μα­ρί­να, η Σα­μα­ρί­να ό­λα τα σβή­νει...». Σε ε­κεί­νη την εκ­δή­λω­ση, εί­χε ξε­κι­νή­σει δια­βά­ζο­ντας έ­να άλ­λο διή­γη­μα για ει­κό­νες και α­γιο­γρά­φους, α­κρι­βέ­στε­ρα, για έ­ναν α­γιο­γρά­φο, πα­λαιό­τε­ρο και πε­ριώ­νυ­μο, τον υ­στε­ρο­βυ­ζα­ντι­νό Μα­νουήλ Παν­σέ­λη­νο. Το «Ο κυρ Μα­νουήλ Παν­σέ­λη­νος δε­σπό­ζει» εί­ναι το τέ­ταρ­το διή­γη­μα του Σκα­μπαρ­δώ­νη, που ε­μπνέε­ται α­πό τον μυ­στη­ρια­κό χώ­ρο του Αγίου Όρους. 
Εί­χε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό δέ­κα χρό­νια να θυ­μη­θεί το Όρος. Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ο α­φη­γη­τής στο τε­λευ­ταίο διή­γη­μα της συλ­λο­γής, το «Πά­ρε το τραν­ζί­στορ στη βάρ­κα», ό­που ψα­ρεύει με τον πα­πα-Θεό­φι­λο στη σκιά του Άθω­να, έ­χει δέ­κα πέ­ντε χρό­νια να μπει στο Όρος. Πά­ντως, η πρώ­τη συλ­λο­γή του α­νοί­γει με το α­γιο­ρεί­τι­κο διή­γη­μα, «Το α­σπι­δό­νε­ρο». Εκεί­νο το πρώ­το και το τε­λευ­ταίο της πρό­σφα­της έ­χουν το ί­διο θέ­μα, την α­ντα­πό­κρι­ση των ζώων στο μου­σι­κό ε­ρέ­θι­σμα. Εκεί εί­ναι το πιο φαρ­μα­κε­ρό φί­δι, η α­σπί­δα, ε­δώ τα δελ­φί­νια, που, για α­κό­μη μία φο­ρά, συ­ντε­λού­ν  στην ευ­φρα­ντι­κή α­τμό­σφαι­ρα των θα­λασ­σι­νών του διη­γη­μά­των. Αντι­θέ­τως, υ­πο­βλη­τι­κή εί­ναι η α­τμό­σφαι­ρα στα δυο α­γιο­ρεί­τι­κα, ε­νώ στα εν­διά­με­σα δυο που δια­δρα­μα­τί­ζο­νται στο Όρος («Ιχθύος κα­τά­λυ­σις», «Πρωι­νό ρό­φη­μα»), πε­ρι­γρά­φο­νται πε­ρι­στα­τι­κά με εύ­θυ­μη διά­θε­ση. Πά­ντως, στο πρώ­το και το τε­λευ­ταίο, δεν ο­νο­μα­τί­ζει τους Γέ­ρο­ντες ού­τε τις Μο­νές που α­σκη­τεύουν, πι­θα­νώς θέ­λο­ντας να προϊδεά­σει για την δια­φυ­γή προς το φα­ντα­στι­κό. Πράγ­μα­τι, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο, δε­σπό­ζει ο Παν­σέ­λη­νος. Όχι, ό­μως, μό­νο στο Πρω­τά­το, ό­που οι γνω­στές τοι­χο­γρα­φίες του, αλ­λά και σε μια υ­πό­γεια εκ­κλη­σία, κρυμ­μέ­νη κά­τω α­πό το κε­λά­κι ε­νός πα­ρά­ξε­νου Γέ­ρο­ντα, α­πο­κύη­μα συγ­γρα­φι­κής φα­ντα­σίας ε­ρε­θι­σμέ­νης α­πό τη μα­κρό­χρο­νη κα­τά Διο­νυ­σίου του εκ Φουρ­νά α­νά­γνω­ση. 
Γε­νι­κό­τε­ρα, σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή, η φα­ντα­σία του Σκα­μπαρ­δώ­νη α­να­δει­κνύε­ται πλέ­ον ο­ξυμ­μέ­νη στο να συν­θέ­τει ι­στο­ρίες, κα­θώς ε­πι­νο­εί δαι­μο­νι­κές συ­μπτώ­σεις και α­κραίες συ­γκυ­ρίες. Ανα­φέ­ρα­με τρία α­πό τα 33 διη­γή­μα­τα της πρό­σφα­της συλ­λο­γής. Για ό­σους κα­τα­γρά­φουν και α­ριθ­μη­τι­κά την πα­ρου­σία ε­νός συγ­γρα­φέα, εί­ναι η ε­νά­τη συλ­λο­γή, φτά­νο­ντας το σύ­νο­λο των στε­γα­σμέ­νων σε αυ­τές διη­γη­μά­των στα 187 μέ­σα σε μία ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία. Αυ­τά, ό­μως, μπο­ρεί να μην ταυ­τί­ζο­νται με την συ­νο­λι­κή πα­ρα­γω­γή του. Ο Σκα­μπαρ­δώ­νης κά­νει δύ­σκο­λη τη ζωή μελ­λο­ντι­κών γραμ­μα­το­λό­γων, μη α­να­φέ­ρο­ντας α­πό το 2003 και ύ­στε­ρα, ό­πως εί­ναι φι­λο­λο­γι­κά ε­πι­βε­βλη­μέ­νο, πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις διη­γη­μά­των. Οπό­τε δεν εί­ναι γνω­στά τα ή­δη δη­μο­σιευ­μέ­να, ού­τε αν υ­πάρ­χουν δη­μο­σιευ­μέ­να που δεν έ­χουν συ­μπε­ρι­λη­φθεί. Όσο για τη συγ­γρα­φι­κή πα­ρου­σία, αυ­τή δεν με­τριέ­ται α­πό την έκ­δο­ση βι­βλίου, αλ­λά δη­μο­σίευ­σης διη­γή­μα­τος. Και ο Σκα­μπαρ­δώ­νης, αν δεν σφάλ­λου­με, συ­μπλη­ρώ­νει του χρό­νου τρια­κο­ντα­ε­τία. Κα­τά τα άλ­λα, η πρό­σφα­τη συλ­λο­γή έ­χει τα πε­ρισ­σό­τε­ρα διη­γή­μα­τα ό­λων, αλ­λά λι­γό­τε­ρες σε­λί­δες σε σχέ­ση με τις τρεις προ­η­γού­με­νες. Αρχι­κά, οι πέ­ντε πρώ­τες συλ­λο­γές ή­ταν ο­λι­γο­σέ­λι­δες, 130 σε­λί­δες η ε­κτε­νέ­στε­ρη. Με το ξε­κί­νη­μα, με­τά το 2000, της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας, αυ­ξή­θη­καν σε σε­λί­δες και οι συλ­λο­γές. 
Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή, ο α­ριθ­μός του πλή­θους των διη­γη­μά­των α­να­γρά­φε­ται και στο ε­ξώ­φυλ­λο, δί­κην υ­πό­τιτ­λου. Το 33 θεω­ρεί­ται μα­γι­κός α­ριθ­μός, ο με­γα­λύ­τε­ρος σε δύ­να­μη σα­γή­νης, ό­πως και ο Νοέμ­βριος, που ε­κλαμ­βά­νε­ται ως ο πλέ­ον μυ­στη­ριώ­δης μή­νας, αλ­λά και ο μή­νας ει­σό­δου στον χει­μώ­να. Χά­ρις σε αυ­τό το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό και το συμ­βο­λι­κό του φορ­τίο ε­πι­λέ­γε­ται ως τίτ­λος. Δη­λώ­νε­ται, άλ­λω­στε, στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, που εκ­πέ­μπει με­λαγ­χο­λία, αλ­λά και προϊδεά­ζει για το θε­μα­τι­κό φά­σμα των νέων διη­γη­μά­των. Πλα­γίως ο Σκα­μπαρ­δώ­νης μνη­μο­νεύει την α­πο­χώ­ρη­σή του α­πό τη μά­χι­μη δη­μο­σιο­γρα­φία: “Τώ­ρα που πέ­ρα­σαν οι πα­λιές Πα­ρα­σκευές”. Προ­σθέ­το­ντας: “ντα­για­ντώ μ’ αυ­τά”, που ση­μαί­νει υ­πο­φέ­ρω αλ­λά βα­στώ με την α­νά­κλη­ση πα­λαιών ι­στο­ριών. Ακρι­βέ­στε­ρα, δί­νει μια ποιη­τι­κή ει­κό­να για τη σχέ­ση α­φη­γη­τή και μνή­μης, που προ­βάλ­λει την ευαί­σθη­τη ι­σορ­ρο­πία μίας μυ­θο­πλα­σίας με αυ­το­βιο­γρα­φι­κή διά­στα­ση. Ο συγ­γρα­φέ­ας φαί­νε­ται να δια­θέ­τει πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο στο λε­κτι­κό ρα­φι­νά­ρι­σμα, κα­θώς αυ­ξά­νει ο πλού­τος των ε­πί μέ­ρους στο­λι­διών, ε­νώ πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται οι πλά­γιες νύ­ξεις και οι πο­λύ­ση­μες α­να­φο­ρές. Συ­χνά γί­νε­ται κρυ­πτι­κός, κλεί­νο­ντας έ­να διή­γη­μα με στί­χο του Θέ­μη Τζού­λη, ή γρά­φο­ντας έ­να άλ­λο τύ­που μπον­ζάϊ, ό­πως το «Σχε­δόν που­θε­νά», με ποιη­τι­κή σκο­τει­νό­τη­τα και ι­σό­πο­ση ει­ρω­νεία. Μας δί­νει, ε­πί­σης, την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι στο βά­θος των πε­ρισ­σό­τε­ρων διη­γη­μά­των α­να­σαί­νει έ­νας ι­διό­τυ­πος ρο­μα­ντι­σμός. 
Τε­λι­κά, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης έ­χει κα­τορ­θώ­σει να χει­ρί­ζε­ται τρεις δια­φο­ρε­τι­κού τύ­που λό­γους, χω­ρίς να νο­θεύει τον έ­να με τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του έ­τε­ρου, ό­που με­ρι­κά α­πό αυ­τά εν­δέ­χε­ται να λει­τουρ­γούν ως α­δυ­να­μίες. Πα­ρά­δειγ­μα, ως κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στο διή­γη­μά του επισημαίνεται η πύ­κνω­ση, ε­νώ το πε­ζο­γρα­φι­κό του έρ­γο δεν έ­χει πο­τέ χα­ρα­κτη­ρι­στεί χρο­νο­γρα­φι­κό. Σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή, ρι­ψο­κιν­δυ­νεύει α­πό­πει­ρα και στον ποιη­τι­κό λό­γο. Στο διή­γη­μα «Στο 
Α­ΤΜ που δί­νει ποιή­μα­τα» ε­γκι­βω­τί­ζει πο­λύ­στι­χο ποίη­μα ως ύ­μνο οι­στρή­λα­της έ­μπνευ­σης προς την Ία, τη γυ­ναί­κα των α­φιε­ρω­μα­τι­κών μό­το των βι­βλίων του. Στις συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, εμ­φα­νί­ζε­ται ά­παξ μό­νη της, τριά­κις με­τά άλ­λων προ­σώ­πων και σκύ­λων, ε­νώ στην πρό­σφα­τη α­πο­μέ­νει μό­νη με­τά ε­πτά­δας σκύ­λων συν τα μο­νί­μως ε­πα­νερ­χό­με­να α­δέ­σπο­τα. Ακό­μη και ο Πε­ρι­κλής Σφυ­ρί­δης, που στα 12 ζωο­φι­λι­κά του τα ο­κτώ εί­ναι για σκύ­λους, διή­γη­μα δεν τους έ­χει α­φιε­ρώ­σει. Και σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή του Σκα­μπαρ­δώ­νη υ­πάρ­χει διή­γη­μα για σκύ­λο, «Το λου­ρί που πά­ει βόλ­τα», σε υ­ψη­λούς τό­νους συ­γκι­νη­σια­κής φόρ­τι­σης. Κα­τά τα άλ­λα, προ­τι­μά το ε­ξαι­ρε­τι­κό στην ε­πι­λο­γή των ζω­ντα­νών. Αυ­τό διακρίνεται ε­ξαρ­χής με το «Μία χε­λώ­να α­νά­σκε­λα», το πρώ­το δη­μο­σιευ­μέ­νο διή­γη­μά του στο πρώ­το τεύ­χος του θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κου πε­ριο­δι­κού, «Πα­ρα­φυά­δα».
Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, σε δέ­κα διη­γή­μα­τα πρω­τα­γω­νι­στούν ή έ­στω δευ­τε­ρα­γω­νι­στούν ζω­ντα­νά. Σε έ­να α­πό αυ­τά, «Ώσπερ πε­λε­κάν», ξε­προ­βάλ­λει στον αν­δρο­κρα­τού­με­νο κό­σμο του συγ­γρα­φέα μια μο­να­δι­κή γυ­ναί­κα α­φη­γη­τής. Ίσως, την υ­πο­βάλ­λει το θέ­μα, η στορ­γή του πε­λε­κά­νου για τα νιο­γέν­νη­τα. Αυ­τή τη φο­ρά, πά­ντως, υ­πε­ρι­σχύουν τα ζώα της ξη­ράς, έ­να­ντι ε­κεί­νων του αέ­ρος, κυ­ρίως της θα­λάσ­σης, που έρ­χο­νταν για έ­να διά­στη­μα πρώ­τα στις προ­τι­μή­σεις του. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή δια­φο­ρά στα πρό­σφα­τα εί­ναι ο έ­ντο­νος αν­θρω­πο­μορ­φι­σμός. Πα­ρά­δειγ­μα τα τρία που τα ζω­ντα­νά έ­χουν τον πρώ­το ρό­λο: Το «Θα­μπό φα­νά­ρι», γύ­ρω α­πό τη σφα­γή των χοί­ρων και τον πα­ζο­λι­νι­κής πνοής ορ­γα­σμό που προ­η­γεί­ται. Θε­μα­τι­κά συγ­γε­νεύει με το «Μα­ρία» του Γιάν­νη Πα­λα­βού, το υ­περ­βαί­νει, ό­μως, στις προ­θέ­σεις κοι­νω­νι­κής κρι­τι­κής, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας για το ζευ­γά­ρω­μα των ζώων το ρή­μα γα­μώ, α­να­φε­ρό­με­νο κα­τά τα λε­ξι­κά μό­νο στη συ­νεύ­ρε­ση αν­δρός, αλ­λά και υ­παι­νισ­σό­με­νος ό­τι ο κό­σμος των χοί­ρων έ­να­ντι ε­κεί­νου των αν­θρώ­πων εί­ναι ευ­γε­νι­κός. Ηπιό­τε­ρος ο αν­θρω­πο­μορ­φι­σμός στο «Ο κύ­ριος Cri­­-cket ί­πτα­ται», ό­που την πα­ρά­στα­ση την κλέ­βει το γνω­στι­κό εύ­ρος του συγ­γρα­φέα σχε­τι­κά με τις μου­σι­κές προ­τι­μή­σεις και ε­πι­δό­σεις του κρί­κε­τ, ελ­λη­νι­στί γρύ­λος, στην κοι­νή τρι­ζό­νι.
Πά­ντως, στα ζωο­φι­λι­κά του Σκα­μπαρ­δώ­νη δεν υ­πάρ­χει ο έρ­πων με­τα­μο­ντέρ­νος δι­δα­κτι­σμός. Υπε­ρέ­χει ό­λων το συ­ναι­σθη­μα­τι­κό δέ­σι­μο. Ενδει­κτι­κό το πιο ευ­φά­ντα­στο «Ταΐζο­ντας τα μυρ­μή­γκια». Θε­α­τρι­κό ή­θε­λε να γρά­ψει ο α­φη­γη­τής για τον Άρη Βε­λου­χιώ­τη, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται στο πα­λαιό­τε­ρο διή­γη­μα «Φω­το­γρα­φία με τον Άρη». Προ­σώ­ρας, έ­γρα­ψε έ­να δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, προ­βι­βά­ζο­ντας την ο­μά­δα των 50-60 αν­δρών του Άρη σε τάγ­μα και ε­ξι­σώ­νο­ντάς το  α­ριθ­μη­τι­κά με ε­κεί­νο που τους κα­τα­δίω­κε. Πα­ρεν­θε­τι­κά να ση­μειώ­σου­με, ό­τι η ό­λη δύ­να­μη που ρί­χτη­κε ε­να­ντίον τους, έ­φτα­νε τους 1500. Όταν κι­νεί­ται κα­νείς με­τα­ξύ ντο­κου­μέ­ντου και μυ­θο­πλα­σίας, κα­τά κα­νό­να η ι­στο­ρι­κή α­λή­θεια θυ­σιά­ζε­ται στο βω­μό της λο­γο­τε­χνι­κής. Μέ­νου­με, ω­στό­σο, με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι αυ­τή η ε­ξο­μοίω­ση εί­ναι μία πρώ­τη α­δι­κία του α­φη­γη­τή σε βά­ρος του μυ­θο­πλα­στι­κού Βε­λου­χιώ­τη. Η δεύ­τε­ρη  εί­ναι η κε­ντρι­κή ι­δέα του διη­γή­μα­τος, που θέ­λει έ­ναν Μαυ­ρο­σκού­φη ε­κεί­νης της ο­μά­δας να ζει 68 χρό­νια ταΐζο­ντας μυρ­μή­γκια, για­τί τον έ­σω­σαν τό­τε, ξυ­πνώ­ντας τον ε­γκαί­ρως, α­πό την ε­νέ­δρα των Εθνο­φυ­λά­κων. Μάλ­λον  δεν δεί­χνει και με­γά­λη ε­κτί­μη­ση α­πέ­να­ντι στο α­νά­στη­μα ε­κεί­νων των α­γρίως κα­τα­διω­κό­με­νων αν­δρών.
Από άλ­λους χρό­νους και τον βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κο τό­πο έρ­χο­νται τα ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα που τον πα­θιά­ζουν. Για­τί, ε­κτός α­πό διη­γή­μα­τα για γυ­ναί­κες, σκύ­λους και λοι­πά ζω­ντα­νά, ο κορ­μός της συλ­λο­γής α­φο­ρά πρό­σω­πα. Ήρωες, σαν αλ­λο­παρ­μέ­νοι, που ζού­νε στον κό­σμο τους. Σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή, “τρε­λά­ρες”, έμ­μο­νοι και θερ­μό­αι­μοι του πα­ρό­ντος χρό­νου υ­πο­λεί­πο­νται α­ριθ­μη­τι­κά σε σχέ­ση με τα πρό­σω­πα του πα­ρελ­θό­ντος. Ο Σκα­μπαρ­δώ­νης, αλ­λά­ζο­ντας α­νά­λο­γα με το πρό­σω­πο α­φη­γη­μα­τι­κό τρό­πο, ποι­κίλ­λο­ντας τους τό­νους και την ο­πτι­κή γω­νία, δί­νει μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή χροιά στο α­πεί­κα­σμα μυ­θι­κών μορ­φών της πό­λης του και  των χώ­ρων με τους ο­ποίους ταυ­τί­στη­καν (Ν. Γ. Πε­ντζί­κης, Τ. Κα­νελ­λό­που­λος, Σο­λο­μών Μόλ­χο). Δί­πλα σε αυ­τούς, πλά­θει δυο εκ­κε­ντρι­κούς ή­ρωες, που πα­ρου­σιά­ζο­νται ως υ­ψη­λό­βαθ­μοι στρα­τιω­τι­κοί, θείος ο έ­νας και νου­νός ο άλ­λος του α­φη­γη­τή. Τό­σο ε­ξω­ραϊστι­κή η μνή­μη του βα­φτι­σι­μιού, που θέ­λει τον νου­νό του, ως λο­χα­γό στον Εμφύ­λιο, να κυ­νη­γά­ει α­ντάρ­τες σε Νά­ου­σα, Κερ­δύλ­λια, Ρε­ντί­να, με ά­δειο πι­στό­λι.
Η μνή­μη ω­ραιο­ποιεί αλ­λά και υ­πο­νο­μεύει. Την πε­ρι­γρα­φή του Μα­κε­δο­νο­μά­χου Στέρ­γιου-Τσιού­μα, πρω­το­πα­λί­κα­ρου του Κα­πε­τάν Κώτ­τα, μπο­ρεί να την ζή­λευε α­κό­μη και ο Γεώρ­γιος Μό­δης, ω­στό­σο οι υ­ψη­λοί τό­νοι, κά­ποια  ε­πί­θε­τα, μια φρα­σού­λα προ­σθέ­τουν ει­ρω­νι­κές α­νταύ­γειες. Κι αν υ­περ­βάλ­λου­με ως προς την ει­ρω­νεία, μέ­νει σί­γου­ρα αί­σθη­ση μα­ταιό­τη­τας, ευ­κρι­νέ­στε­ρη στην σχε­δόν ε­πι­κή μνεία της «Απολ­λω­νίας Ίλης», ό­που ο Μέ­γας Αλέ­ξαν­δρος βυ­θί­ζε­ται στο η­μί­φως μέ­σα σε σκη­νι­κό τύ­που Ταρ­κόφ­σκι. Έτσι κι αλ­λιώς, αυ­τή η αί­σθη­ση υ­φέρ­πει σε ο­λό­κλη­ρη τη συλ­λο­γή. Από το πρώ­το διή­γη­μα, με τον α­πο­κα­λυ­πτι­κό τίτ­λο, «Ο αυ­τό­λυ­κος». Σαν μο­να­χι­κός λύ­κος νιώ­θει ε­δώ ο α­φη­γη­τής – μά­ταιος αυ­τό­λυ­κος. Ψυ­χής παραμυθία, λοι­πόν, οι διη­γή­σεις του Σκα­μπαρ­δώ­νη.  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/9/2014.

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Από τις πλαγιές της Μουργκάνας

Τα­σία Βε­νέ­τη
«Τού χιο­νιού»
Εκδό­σεις Το Ρο­δα­κιό
Αύ­γου­στος 2013

Την πε­ρα­σμέ­νη Κυ­ρια­κή, στην πα­ρου­σία­ση του νέ­ου βι­βλίου της Νί­κης Τρουλ­λι­νού μας εί­χε προ­βλη­μα­τί­σει ο ει­δο­λο­γι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός διη­γή­μα­τα, που συ­νό­δευε στο ε­ξώ­φυλ­λο τον τίτ­λο. Κι αυ­τό, για­τί εί­χα­με την ά­πο­ψη, πως το σύ­νο­λο των εί­κο­σι έ­να πε­ζών της συλ­λο­γής θα το α­ντι­προ­σώ­πευε κα­λύ­τε­ρα ο ό­ρος ι­στο­ρίες. Σή­με­ρα, ε­πα­νερ­χό­μα­στε στο δί­πο­λο διη­γή­μα­τα-ι­στο­ρίες, με α­φορ­μή μία άλ­λη συλ­λο­γή εί­κο­σι ο­κτώ πε­ζών, αυ­τήν της Τα­σίας Βε­νέ­τη. Εδώ έ­χει ε­πι­λε­γεί ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός ι­στο­ρίες, ε­νώ ε­μείς, αυ­τή τη φο­ρά,  θα προ­κρί­να­με ως προσ­διο­ρι­στι­κό ε­κεί­νον του διη­γή­μα­τος. Ακρι­βο­λο­γώ­ντας, και στις δυο συλ­λο­γές, ό­πως και σε με­ρι­κές α­κό­μη, ό­χι και πολ­λές, α­φού κα­τά κα­νό­να αρ­κεί ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός ι­στο­ρίες, πρό­κει­ται για ι­στο­ρίες και έ­ναν α­ριθ­μό με­τρη­μέ­νων διη­γη­μά­των. Το θέ­μα εί­ναι ποιο κρί­νε­ται ως το ου­σιώ­δες γνώ­ρι­σμα, που πρέ­πει να προ­βλη­θεί σε α­ντι­δια­στο­λή, εί­τε προς το προ­η­γού­με­νο έρ­γο του συγ­γρα­φέα, ό­πως εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση της Τρουλ­λι­νού, εί­τε ως προς την ε­ντύ­πω­ση, που μπο­ρεί να δη­μιουρ­γη­θεί σχε­τι­κά με το συ­γκε­κρι­μέ­νο βι­βλίο, ό­πως συμ­βαί­νει με την Βε­νέ­τη. 
Και οι δύο συγ­γρα­φείς εμ­φα­νί­στη­καν ό­ψι­μα, του­λά­χι­στον με τις ι­σχύου­σες σή­με­ρα εκ­δο­τι­κές συν­θή­κες, δεί­χνο­ντας πως θα μπο­ρού­σαν να έ­χουν ε­πι­τυ­χή πα­ρου­σία στη σύ­ντο­μη φόρ­μα. Η Τρουλ­λι­νού έ­χει ή­δη ε­πα­λη­θεύ­σει τις αι­σιό­δο­ξες προ­βλέ­ψεις με τέσ­σε­ρις συλ­λο­γές πε­ζών. Εκεί­νη πα­ρου­σιά­στη­κε με βι­βλίο στην α­θη­ναϊκή α­γο­ρά το 2002, σε η­λι­κία  πε­νή­ντα πα­ρά κά­τι. Εξαρ­χής ή­ταν φα­νε­ρό, πως διέ­θε­τε συγ­γρα­φι­κή συ­νεί­δη­ση και εί­χε τη φι­λο­δο­ξία να γρά­ψει διή­γη­μα. Η Βε­νέ­τη, ε­πτά χρό­νια μι­κρό­τε­ρη, πα­ρου­σιά­στη­κε πέ­ρυ­σι πλη­σιά­ζο­ντας τα  πε­νή­ντα πέ­ντε. Δια­θέ­τει συγ­γρα­φι­κό έν­στι­κτο και μάλ­λον κα­μία φι­λο­δο­ξία. Ού­τε καν αυ­τήν της έκ­δο­σης βι­βλίου. Εκτός, ί­σως, α­πό συλ­λο­γή ποιη­μά­των, κα­θώς την πα­ρό­τρυ­ναν, με­τά τη δη­μο­σίευ­ση ποιη­μά­των της στον Τύ­πο της γε­νέ­τει­ράς της, που ση­μαί­νει τα έ­ντυ­πα της ε­παρ­χίας Φι­λια­τών. 
Ο προσ­διο­ρι­σμός διη­γή­μα­τα, κα­τά προ­τί­μη­ση στο ε­ξώ­φυλ­λο και ό­χι στη σε­λί­δα τίτ­λου, θα σύ­σται­νε κά­πως το βι­βλίο αυ­τής της πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νης και πα­ντε­λώς ά­γνω­στης στο α­θη­ναϊκό κοι­νό συγ­γρα­φέως. Θα α­πο­μά­κρυ­νε εκ προοι­μίου τυ­χόν σύγ­χυ­ση με γυ­ναι­κείες α­φη­γή­σεις ι­στο­ρι­κού, λα­ο­γρα­φι­κού ή και η­θο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Κα­τά την πά­για, ω­στό­σο, τα­κτι­κή του εκ­δο­τι­κού οί­κου, α­φή­νε­ται να κο­λυ­μπή­σει στα βα­θιά, χω­ρίς “αυ­τά­κι” με βιο­γρα­φι­κό ού­τε κει­με­νά­κι ο­πι­σθό­φυλ­λου, με ε­ξώ­φυλ­λο έ­ναν πί­να­κα του Αλέ­κου Κτε­νά. Εί­ναι έρ­γο δια­κο­σμη­τι­κού τύ­που, ε­νώ έ­να α­πό τα γυ­ναι­κεία γυ­μνά του, πα­ρό­τι εκ πρώ­της ό­ψεως δεν θα ταί­ρια­ζε στις ι­στο­ρίες, του­λά­χι­στον θα προϊδέ­α­ζε το με­γα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού, που εί­ναι οι γυ­ναί­κες, πως το βι­βλίο το α­φο­ρά. Ωστό­σο, πα­ρά την πε­ριο­ρι­σμέ­νη προ­βο­λή του βι­βλίου στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο, συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε στα ε­πτά βι­βλία της βρα­χείας λί­στας πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα του η­λεκ­τρο­νι­κού πε­ριο­δι­κού «Ο Ανα­γνώ­στης». Μό­νο που το βι­βλίο της Βε­νέ­τη δεί­χνει σαν πα­ρά­ται­ρο. Βρί­σκε­ται δη­λα­δή ε­κτός της αι­σθη­τι­κής α­ντί­λη­ψης πε­ρί λο­γο­τε­χνίας της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, ό­πως αυ­τή φά­νη­κε ευ­κρι­νέ­στε­ρα με τις βρα­βεύ­σεις. 
Εκεί­νο, πά­ντως, που κυ­ρίως μνη­μό­νευ­σαν οι κρι­τι­κοί, εί­ναι η “βου­νί­σια” γλώσ­σα του βι­βλίου. Όπως οι ι­θα­γε­νείς τρε­λαί­νο­νταν με κα­θρε­φτά­κια και φα­ντα­χτε­ρά μπι­χλι­μπί­δια, αυ­τοί εν­θου­σιά­ζο­νται με διη­γή­μα­τα και ντο­πιο­λα­λιές. Πό­σο μάλ­λον ό­ταν πρό­κει­ται για την η­πει­ρω­τι­κή και δη, της πε­ριο­χής Μουρ­γκά­νας Φι­λια­τών, κα­θώς, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, μπο­ρούν να δεί­ξουν το εύ­ρος της λο­γο­τε­χνι­κής τους ε­πο­πτείας, α­να­φέ­ρο­ντας τα διη­γή­μα­τα του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου. Ανε­ξάρ­τη­τα αν αυ­τά εί­ναι ξέ­να προς την α­τμό­σφαι­ρα και τον κό­σμο του βι­βλίου της Βε­νέ­τη. Ενώ, στα διη­γή­μα­τα του Δη­μή­τρη Χατ­ζή ή του Μι­χά­λη Γκα­νά, που συγ­γε­νεύουν με κά­ποιες ι­στο­ρίες της Βε­νέ­τη αλ­λά δεν γρά­φο­νται στη ντο­πιο­λα­λιά, δεν έ­γι­νε κα­μία μνεία. Σή­με­ρα, πά­ντως, η έν­νοια της ντο­πιο­λα­λιάς έ­χει πε­ριο­ρι­στεί στις ι­διω­μα­τι­κές λέ­ξεις, οι ο­ποίες και πε­ρι­σώ­ζο­νται, α­φού  γι’ αυ­τές προ­βλέ­πε­ται γλωσ­σά­ρι. Ενώ το πιο πο­λύ­τι­μο κομ­μά­τι, που πρώ­το χά­νε­ται με την ε­γκα­τά­λει­ψη μίας πε­ριο­χής, εί­ναι οι πα­ρεκ­κλί­νου­σες συ­ντα­κτι­κές δο­μές της. Αν και ε­κεί­νο που α­πο­βαί­νει α­κό­μη πιο ευά­λω­το στο χρό­νο εί­ναι η με­τα­φο­ρι­κή χρή­ση των λέ­ξεων. 
Σε αυ­τές τις  πτυ­χές της γλώσ­σας, δια­φο­ρο­ποιού­νται δυο συγ­γρα­φείς που ε­πι­στρα­τεύουν λό­για της ί­διας ντο­πιο­λα­λιάς. Αλλά και σε αυ­τές φα­νε­ρώ­νε­ται ε­κεί­νος που δια­θέ­τει γλωσ­σι­κό αι­σθη­τή­ριο και δεν εί­ναι α­πλός κα­τα­γρα­φέ­ας, ή­τοι συλ­λέ­κτης α­φη­γή­σεων. Η Βε­νέ­τη το δια­θέ­τει. Επι­προ­σθέ­τως, η δι­κή της α­πό­δο­ση της ντο­πιο­λα­λιάς δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν δω­ρι­κή, ό­πως α­ντρών συγ­γρα­φέων α­πό την ί­δια πε­ριο­χή. Ού­τε κο­φτός εί­ναι ο ρυθ­μός, ού­τε βρα­χείς οι προ­τά­σεις, και τα ε­πί­θε­τα δεν λεί­πουν. Πα­ρα­μέ­νει, ω­στό­σο, λι­τός λό­γος της κα­θη­με­ρι­νής κου­βέ­ντας. Στις ι­στο­ρίες γί­νε­ται με­ρι­κές φο­ρές μέ­χρι και γλα­φυ­ρός. Ακό­μη, ό­μως, και στα σύ­ντο­μα διη­γή­μα­τα, της μίας σε­λί­δας ή και της μίας πα­ρα­γρά­φου, δεν α­φυ­δα­τώ­νε­ται. Η πύ­κνω­ση του διη­γή­μα­τος, αυ­τή η και­νού­ρια δη­μο­σιο­γρα­φι­κή κα­ρα­μέ­λα, γί­νε­ται ε­δώ κυ­ρίως με την ε­στία­ση. 
Γρά­φτη­κε στο συ­νο­δευ­τι­κό Δελ­τίο Τύ­που πως εί­ναι η δύ­να­μη της γλώσ­σας, με την πα­λαιό­τη­τα του ι­διώ­μα­τος ό­πως πρό­σθε­σαν άλ­λοι, που κά­νει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα λο­γο­τε­χνία. Πι­στεύου­με πως πα­ρό­μοιες α­πο­φάν­σεις συ­νι­στούν υ­περ­βο­λές μιας ε­πο­χής, ό­που η γλώσ­σα αλ­λοιώ­νε­ται και πολ­λοί τρο­μά­ζουν πως θα εκ­φυ­λι­στεί. Δεν αρ­κεί, ό­μως, μό­νο η γλώσ­σα. Για να με­τα­μορ­φω­θεί η πε­ρα­σμέ­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σε λο­γο­τε­χνία χρειά­ζο­νται “μύ­θια” και ι­στο­ρίες. Αλλά ποια εί­ναι η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του βι­βλίου της Βε­νέ­τη; Εκ πρώ­της ό­ψεως, ε­κεί­νη σε κά­ποιο α­πό τα 34 χω­ριά της Μουρ­γκά­νας. Δεν κα­το­νο­μά­ζε­ται, ό­πως δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται και ο γε­νέ­θλιος τό­πος της, πέ­ραν του ε­ντο­πι­σμού του στο Νο­μό της Θεσ­πρω­τίας. Ο χρό­νος εί­ναι α­κό­μη πιο αό­ρι­στος, κα­θώς α­πλώ­νε­ται σε μια τρια­κο­ντα­ε­τία, α­πό τη γερ­μα­νι­κή Κα­το­χή μέ­χρι πε­ρί­που το 1975. Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται η συγ­γρα­φέ­ας σε συ­νέ­ντευ­ξή της, η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα των ι­στο­ριών της εί­ναι ο α­ντι­κα­το­πτρι­σμός α­πό τις α­φη­γή­σεις ε­κεί­νων που έ­ζη­σαν Κα­το­χή-Εμφύ­λιο-πο­λι­τι­κή προ­σφυ­γιά ή κα­τέ­φυ­γαν προς ε­πι­βίω­ση στη με­τα­νά­στευ­ση των δε­κα­ε­τιών ’50-’60. Λό­γω η­λι­κίας λεί­πει το βιω­μα­τι­κό α­πό­θε­μα του βίαιου εκ­πα­τρι­σμού, που στοι­χειο­θε­τεί το «Μη­τριά Πα­τρί­δα» του Γκα­νά, όπως, βε­βαίως, και το ι­δε­ο­λο­γι­κό φορ­τίο των διη­γη­μά­των του Χατ­ζή. 
“Με τις κου­βέ­ντες των για­γιά­δων της”  έ­στη­σε η Βε­νέ­τη τον αλ­λο­τι­νό κό­σμο. Εί­ναι έ­νας κό­σμος γυ­ναι­κών, που έ­δει­ξαν την δύ­να­μή τους ό­χι ε­πα­να­στα­τώ­ντας, αλ­λά α­ντέ­χο­ντας. Εί­ναι Ρω­μιές, ό­πως οι Ηπει­ρώ­τισ­σες του Χατ­ζή και οι γραίες του Πα­πα­δια­μά­ντη, κυ­ρίως αυ­τές οι δεύ­τε­ρες μα­ζί με τις εγ­γό­νες τους. Όταν υ­πάρ­χουν στην οι­κο­γέ­νεια ά­ντρες, αυ­τοί α­πο­τε­λούν α­πει­λή, εί­τε για και­ρό πο­λέ­μου πρό­κει­ται εί­τε για τα­ραγ­μέ­νες ε­πο­χές αλ­λά χω­ρίς ε­χθρο­πρα­ξίες. Το ί­διο συμ­βαί­νει και ό­ταν ε­μπλέ­κο­νται στη διή­γη­ση ά­ντρες ο­μα­δι­κά. Γερ­μα­νοί ή α­ντάρ­τες φέρ­νουν την κα­τα­στρο­φή^ καί­νε σπί­τια, παίρ­νουν ο­μή­ρους, ε­πι­στρα­τεύουν. Το 1974, που η δε­κα­τε­τρά­χρο­νη τό­τε συγ­γρα­φέ­ας βρέ­θη­κε “μό­νι­μος κά­τοι­κος Αμε­ρι­κής” και “οι κου­βέ­ντες των για­γιά­δων της” δεν μπο­ρού­σαν πια να την φτά­σουν και να την συ­ντρο­φέ­ψουν, διά­βα­ζε τα γράμ­μα­τα α­πό την οι­κο­γέ­νεια και έ­γρα­φε. Πό­τε γρά­φτη­καν οι ι­στο­ρίες του βι­βλίου δεν το α­πο­κα­λύ­πτει. Το μό­νο που ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, εί­ναι πως ξε­κί­νη­σε, ό­ταν οι πό­νοι της δι­κής της ζωής την πα­ρα­ζό­ρι­σαν. Τό­τε θυ­μή­θη­κε μια πα­λιά συμ­βου­λή, που πα­ρό­τρυ­νε, ό­ταν κά­τι σε βα­σα­νί­ζει, να το γρά­φεις, μέ­χρι να πά­ψει να πο­νά­ει.
Η κά­θαρ­ση έρ­χε­ται με ι­στο­ρίες, που εί­ναι ε­στια­σμέ­νες στις τρα­γι­κές κα­τα­στά­σεις των αν­θρώ­πων, αλ­λά κα­τα­λή­γουν με μία θυ­μό­σο­φη α­πο­στρο­φή, πα­ρη­γο­ρη­τι­κή, συ­χνά σαν βγαλ­μέ­νη α­πό πα­ρα­μύ­θι. Ήδη, στους τίτ­λους υ­πάρ­χει μία νό­τα κα­θη­συ­χα­στι­κή, α­κό­μη κι αν η ι­στο­ρία α­να­φέ­ρε­ται στις πιο ο­δυ­νη­ρές πλευ­ρές του Εμφυ­λίου, ό­πως το «Για έ­να κα­λύ­τε­ρο αύ­ριο» και το «Μη, ψυ­χού­λες, μη». Τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές τα ξε­κι­νή­μα­τα εί­ναι χα­μη­λό­φω­να πε­ρι­γρα­φι­κά, συ­χνά δια­λο­γι­κά. Με­τά, σι­γά-σι­γά, σω­ρεύο­νται τα “πά­θια”, α­το­μι­κά, πε­ρισ­σό­τε­ρα της οι­κο­γέ­νειας, α­κό­μη, λό­γω ε­πο­χής, της κοι­νό­τη­τας ή και του λα­ού ο­λό­κλη­ρου.
Σε μια ε­πο­χή, που θάλ­λει η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, η Βε­νέ­τη συ­μπλη­ρώ­νει την προ­φο­ρι­κή ι­στο­ρία, που έ­μα­θε παι­δί δί­πλα στο τζά­κι α­κού­γο­ντας ι­στο­ρίες “του χιο­νιού”, με α­να­γνω­στι­κές ε­μπει­ρίες α­πό Αί­σω­πο και Άντερ­σεν, αλ­λά και α­πό τα ε­πί­λε­κτα της γε­νιάς του 1880, του συ­ντο­πί­τη της τρα­γου­δι­στή Κρυ­στάλ­λη συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου, στην προ πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας αν­θο­λό­γη­ση των εκ­δό­σεων Πε­χλι­βα­νί­δη. Μιας μορ­φής παρ­θε­νο­γέ­νε­ση κα­τορ­θώ­νει η Βε­νέ­τη, ό­ντας, ό­πως φαί­νε­ται, α­κό­μη και με­τά την έκ­δο­ση του βι­βλίου α­μό­λυ­ντη α­πό τον συγ­γρα­φι­κό ιό, που σκο­τώ­νει α­κό­μη και τις κα­λύ­τε­ρες γρα­φί­δες, κυ­ριο­λε­κτι­κά α­φα­νί­ζο­ντας φε­ρέλ­πι­δες και πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους. Αν και η α­θωό­τη­τα στο αρ­χι­πέ­λα­γος της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας, ό­που κο­λυ­μπούν καρ­χα­ρίες, μπο­ρεί να α­πο­δει­χθεί ε­ξαι­ρε­τι­κά ε­πι­κίν­δυ­νη. Στραγ­γί­ζο­ντας τις υ­πο­θέ­σεις α­πό τα πε­ζά της, για την κα­θε­μία θυ­μά­σαι να έ­χεις δια­βά­σει πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας ι­στο­ρίες. Κι ό­μως, οι δι­κές της έ­χουν δια­φο­ρε­τι­κή υ­φή, έ­τσι ό­πως ξε­τυ­λί­γο­νται μέ­σα α­πό το λό­γο των γυ­ναι­κών για άλ­λες γυ­ναί­κες, συ­μπά­σχο­ντας σαν να εί­ναι κοι­νός ο φόρ­τος των δει­νών. Υστε­ρούν ε­κεί­νες, που δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση πως έ­χουν αυ­το­βιο­γρα­φι­κό υ­πό­βα­θρο («Μιά Κα­το­χή», «Η κού­κλα»). Δια­σκε­δα­στι­κές νό­τες υ­πάρ­χουν στις τρεις τέσ­σε­ρις με ή­ρωα έ­να α­γό­ρι, που πρέ­πει να τα βγά­λει πέ­ρα με τα γί­δια, την πεί­να, την εξ ου­ρα­νού βοή­θεια σε τρο­φή και έν­δυ­ση, μέ­χρι και με το τέ­ρας της κα­θα­ρεύου­σας που έκανε την εμφάνισή του με το πρώ­το Πά­τερ η­μών.
Αυ­τές, ό­μως, που ε­ντυ­πώ­νο­νται εί­ναι οι ι­στο­ρίες των γυ­ναι­κών, πα­ρό­λο που στις πε­ρι­γρα­φές δεν δια­κρί­νε­ται κα­μία τά­ση η­ρωο­ποίη­σης. Προ­βάλ­λει μό­νο η βα­θιά σχέ­ση τους με τη γη, σαν α­πό ε­κεί να αν­τλούν τη δύ­να­μή τους. Στο «Ένα σω­ρό πα­λι­κά­ρια», υ­πάρ­χει μια πνοή α­γιό­τη­τας, που ευ­φραί­νει κι ας κα­τα­λή­γει με τον θρή­νο και τον κο­πε­τό κη­δείας. Η γυ­ναί­κα εί­χε χά­σει στη σει­ρά ά­ντρα, μά­να, πα­τέ­ρα, γα­μπρό, α­δερ­φή, α­δερ­φό, νύ­φη και έ­μει­νε με ε­φτά παι­διά, έ­να το δι­κό της. Εκεί­νο βρή­καν να πά­ρουν ό­μη­ρο οι Γερ­μα­νοί, ε­κεί­νη η ο­μά­δα έ­τυ­χε να πέ­σει σε ε­νέ­δρα και πή­γαν ό­λοι πλην ε­νός α­πό σφαί­ρες ελ­λη­νι­κές. Κι ό­μως, ή­ταν γλυ­κιά, “το α­γα­θό της πλεό­να­ζε, α­γιού­λα ή­τα­ν”. Από την ί­δια αν­θε­κτι­κή στό­φα εί­ναι η γυ­ναί­κα του Αλέ­ξη, που δού­λευε το φουρ­νέ­λο στο ά­νοιγ­μα του δρό­μου προς το χω­ριό. “Γκα­στρω­μέ­νη” η Αλέ­ξαι­να, έ­ρι­ξε στη φω­τιά ει­σι­τή­ρια και δια­βα­τή­ρια, α­πο­τρέ­πο­ντας ο­ρι­στι­κά τη με­τα­νά­στευ­ση στη μα­κρι­νή Αυ­στρα­λία. Για την α­πο­κο­τιά της έ­φται­γαν οι «Κου­βέ­ντες α­πό δω ως τον ή­λιο», προ­ει­δο­ποιεί ο τίτ­λος. Σω­στή η­ρωί­δα η κο­πέ­λα που πή­ρε ο Κί­τσιος, “δεν εί­χε φο­βη­θεί ζω­ντα­νό και πε­θα­μέ­νο”, αλ­λά η πε­θε­ρά την έ­ρι­ξε «Στο βα­θύ» του πο­τα­μιού. Ακό­μη πιο ά­γριος ο πα­τέ­ρας του γα­μπρού που προ­ξέ­νε­ψαν στην ορ­φα­νή με τα μά­τια τα «Τό­σο μαύ­ρα». Πά­ντως, και στις τρεις έ­τυ­χε κα­λός ά­ντρας. Για­τί υ­πάρ­χουν άλ­λες ά­τυ­χες, ό­πως ε­κεί­νη στο «Πό­σο ά­τυ­χη!!» ή η άλ­λη που την ά­φη­σε με α­νή­λι­κα στη Νυ­ρεμ­βέρ­γη. Αυ­τή εί­ναι η “γι­γα­ντό­ψυ­χη” Θα­να­σού­λα, στο «Έτσι χο­ρεύουν τα βου­νά», η κο­ρυ­φαία των η­ρωί­δων της Βε­νέ­τη. Ένας θη­λυ­κός Ζορ­μπάς.
Το φά­σμα των Ρω­μιών γυ­ναι­κών της Μουρ­γκά­νας το συ­μπλη­ρώ­νουν οι για­γιά­δες. Όλες τους προ­στα­τευ­τι­κές, που στην α­νά­γκη υ­ψώ­νουν α­νά­στη­μα για να προ­στα­τέ­ψουν τα κο­ρί­τσιά τους. Με «Το μα­χαί­ρι» πά­ντο­τε ορ­θό, πή­γε η για­γιά και γύ­ρι­σε στο πα­ρα­πέ­τα­σμα, για να δει έ­να κομ­μά­τι α­πό τη δια­με­λι­σμέ­νη οι­κο­γέ­νειά της. Υπάρ­χουν, ό­μως, και οι πα­ρα­λο­γι­σμέ­νες α­πό έ­ρω­τα. Στο «Πα­λιά ι­στο­ρία» με ά­ρω­μα Βι­ζυη­νού, που η συγ­γρα­φέ­ας τον έ­χει δια­βά­σει, και στο «Τι ’ναι, μά­να», συ­μπλή­ρω­μα στου Θε­ο­τό­κη το «Πί­στο­μα», που μπο­ρεί και να μην το έ­χει δια­βά­σει. Συ­να­ντά­με, πά­ντως, στη συλ­λο­γή έ­να άλ­λο διή­γη­μα που α­να­με­τριέ­ται με ε­κεί­νο του Κερ­κυ­ραίου, το «Εδώ κοι­τάξ­τε». Για βι­βλία σαν της Βε­νέ­τη, λυ­πά­ται κα­νείς, που ο βίος τους εί­ναι τό­σο βρα­χύς. Με τα ό­ριο η­λι­κίας που θέ­σπι­σαν οι ει­δή­μο­νες των κρα­τι­κών βρα­βεύ­σεων, χά­νε­ται μια α­κό­μη ευ­και­ρία μνη­μό­νευ­σής του.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 21/9/2014.

Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας, 1965.