Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Γύρω από έναν παραμελημένο



Ου­ρα­νία Πο­λυ­καν­δριώ­τη
«Η διά­πλα­ση των Ελλή­νων
Αρι­στο­τέ­λης Π. Κουρ­τί­δης
(1858-1928)»
Ινστι­τού­το Νε­ο­ελ­λη­νι­κών
Σπου­δών Ε.Ι.Ε.
Δε­κέμ­βριος 2011

«Κά­ρο­λος Δί­κε­νς»
Υστε­ρό­γρα­φο Διο­νύ­σης Κα­ψά­λης
Μ.Ι.Ε.Τ.
Δε­κέμ­βριος 2012

Για τα Χρι­στού­γεν­να, το ΜΙΕ­Τ, α­ντί ευ­χη­τή­ριας κάρ­τας, έ­χει κα­θιε­ρώ­σει την α­πο­στο­λή ε­νός βι­βλια­ρίου με πα­λαιά, συ­νή­θως, ά­γνω­στα κεί­με­να, που σχε­τί­ζο­νται με κά­ποια πτυ­χή της πνευ­μα­τι­κής ε­πι­και­ρό­τη­τας. Ήδη, αυ­τά τα βι­βλιά­ρια συ­γκρο­τούν αυ­τό­νο­μη εκ­δο­τι­κή σει­ρά, με τον τίτ­λο, «Αντί ευ­χών». Κα­θώς οι ε­πι­λο­γές κει­μέ­νων και προ­σώ­πων δεν α­κο­λου­θούν τις τρέ­χου­σες μό­δες, α­πο­τε­λούν, κα­τά κα­νό­να, ευ­χά­ρι­στη έκ­πλη­ξη. Ιδιαί­τε­ρα ε­κεί­να, στα ο­ποία α­να­σύ­ρο­νται λό­γιοι, σή­με­ρα πα­ρα­με­ρι­σμέ­νοι, πα­ρό­τι στά­θη­καν θε­με­λιω­τές δια­φο­ρε­τι­κών πλευ­ρών της νε­ο­ελ­λη­νι­κής υ­πό­στα­σης. Πα­ρά­δειγ­μα, ο “Χρο­νο­γρά­φος της Με­γά­λης Εκκλη­σίας, Μα­νουήλ Γε­δεώ­ν”, στον ο­ποίο εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­να δυο ευ­χη­τή­ρια βι­βλιά­ρια, του 2002 και του 2010. Ένα δεύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι ο με­ρι­κά χρό­νια μι­κρό­τε­ρός του, “λό­γιος και παι­δα­γω­γός”, Αρι­στο­τέ­λης Π. Κουρ­τί­δης, τον ο­ποίο πλα­γίως α­να­κα­λεί το βι­βλιά­ριο του 2012. Και αυ­τός Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­της και α­πό­φοι­τος της Με­γά­λης του Γέ­νους Σχο­λής ό­πως ο Γε­δεών. Αμφό­τε­ροι χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν άν­θρω­ποι συ­ντη­ρη­τι­κών ι­δεών και συ­να­κό­λου­θα, το έρ­γο τους κρί­θη­κε α­διά­φο­ρο για τους με­τα­γε­νέ­στε­ρους. 

Στον ειρ­μό του Δια­φω­τι­σμού

Για το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο βι­βλιά­ριο του 2012, ο Διο­νύ­σης Κα­ψά­λης ε­πέ­λε­ξε τον Κά­ρο­λο Ντί­κε­νς ε­πί τη λή­ξει του ε­πε­τεια­κού έ­τους για τα 200 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Τον συ­γκι­νεί και ως “ο­μο­τρά­πε­ζος”, του­λά­χι­στον στη δι­κή του καρ­διά, του Σαίξ­πη­ρ, κα­θώς οι ι­στο­ρίες του Ντί­κε­νς, α­γα­πη­μέ­να α­να­γνώ­σμα­τα της ε­φη­βείας του, δέ­νο­νται με τα σο­νέ­τα του Σαίξ­πη­ρ, προ­σφι­λές με­τα­φρα­στι­κό έρ­γο αλ­λο­τι­νών η­με­ρών, ό­ταν εί­χε την πο­λυ­τέ­λεια να α­σχο­λεί­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο με την ποίη­ση. Αντί χρι­στου­γεν­νιά­τι­κου διη­γή­μα­τος, προ­τι­μή­θη­κε έ­να κεί­με­νο, ό­που α­νι­στο­ρού­νται τα παι­δι­κά και νε­α­νι­κά χρό­νια του Ντί­κε­νς. Κυ­ρίως, η σκλη­ρή δο­κι­μα­σία που πέ­ρα­σε στα δώ­δε­κα, ό­ταν φυ­λα­κί­στη­κε για χρέη ο πα­τέ­ρας του και ε­κεί­νος α­να­γκά­στη­κε να δου­λέ­ψει σε ερ­γο­στά­σιο. “Αυ­τή η ε­μπει­ρία με έ­κα­νε τον συγ­γρα­φέα που εί­μαι σή­με­ρα”, έ­γρα­φε σε έ­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κό του ση­μείω­μα, που α­πο­τέ­λε­σε το έ­ναυ­σμα για το μυ­θι­στό­ρη­μα «Δα­βίδ Κόπ­περ­φηλ­ντ» αλ­λά και για την πρώ­τη βιο­γρα­φία του. Τρί­το­μη αυ­τή, την συ­νέ­τα­ξε ο συ­νο­μή­λι­κος φί­λος του, Τζων Φόρ­στερ. Την ξε­κί­νη­σε δυο χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, το 1872, ό­ταν ο Ντί­κε­νς θα έ­κλει­νε τα ε­ξή­ντα, και μό­λις που πρό­λα­βε να την ο­λο­κλη­ρώ­σει, το 1874, δυο χρό­νια πριν το δι­κό του θά­να­το. Το κεί­με­νο του βι­βλια­ρίου συρ­ρά­πτει α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα δυο πρώ­τα κε­φά­λαια της βιο­γρα­φίας, α­να­πλά­θο­ντάς τα και με τις α­να­γκαίες προ­σθή­κες, ώ­στε να πά­ρει τη μορ­φή σύ­ντο­μου βιο­γρα­φι­κού. Δη­μο­σιεύ­τη­κε σε δυο συ­νέ­χειες, 7 και 14 Ιουν. 1881, στο ε­βδο­μα­διαίο πε­ριο­δι­κό «Εστία». Ο συ­ντά­κτης του υ­πο­γρά­φει με τα αρ­χι­κά Α. Κ..
Στο υ­στε­ρό­γρα­φο του βι­βλια­ρίου, με τίτ­λο, «Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κος Ντί­κε­νς», ο Κα­ψά­λης ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, πως τον εί­χε γο­η­τεύ­σει η υ­πό­θε­ση το αρ­κτι­κό­λε­ξο της υ­πο­γρα­φής να α­νή­κει στον Κουρ­τί­δη, που, στο ξε­κί­νη­μά του, εί­χε δη­μο­σιεύ­σει ποιή­μα­τα με το ψευ­δώ­νυ­μο Βολ­ταί­ρος. Έτσι, θα υ­πήρ­χε υ­πό­γεια σύν­δε­ση α­νά­με­σα στον Ντί­κε­νς και τον συγ­γρα­φέα του κει­μέ­νου, κα­θώς και οι δυο “θα ε­ναρ­μο­νί­ζο­νταν με τον βα­θύ­τε­ρο ειρ­μό του Δια­φω­τι­σμού”. Τον α­πο­γοή­τευ­σε, ό­μως, η αρ­νη­τι­κή ε­τυ­μη­γο­ρία των με­λε­τη­τών. Η Ου­ρα­νία Πο­λυ­καν­δριώ­τη, στην ερ­γο­γρα­φία του Κουρ­τί­δη, που α­πο­τε­λεί το τέ­ταρ­το και τε­λευ­ταίο μέ­ρος της με­λέ­της της, πα­ρό­λο που α­πο­δελ­τιώ­νει το πε­ριο­δι­κό «Εστία», δεν πε­ρι­λαμ­βά­νει το εν λό­γω δη­μο­σίευ­μα. Ως πρώ­το δη­μο­σίευ­μά του κα­τα­γρά­φει έ­να λί­γο με­τα­γε­νέ­στε­ρο με­τά­φρα­σμα, στο τεύ­χος της 26 Ιουλ. 1881, με την υ­πο­γρα­φή Α. Π. Κ.. Να θυ­μί­σου­με, ω­στό­σο, ό­τι, σε ε­κεί­νο το τεύ­χος, δη­μο­σιεύε­ται και το πρώ­το ποίη­μα στο πε­ριο­δι­κό του Δρο­σί­νη, ο ο­ποίος, στην αυ­το­βιο­γρα­φία του, τα «Σκόρ­πια φύλ­λα της ζωής μου», γρά­φει: “Τον Αρι­στο­τέ­λη Κουρ­τί­δη τον βρή­κα πριν α­πό μέ­να στην Εστία, με­τα­φρα­στή διη­γη­μά­των...” Άρα, υ­πήρ­χε προ­η­γού­με­νο δη­μο­σίευ­μα του Κουρ­τί­δη. Έρχε­ται, ό­μως, ο φι­λο­λο­γι­κός ε­πι­με­λη­τής της έκ­δο­σης, Γιάν­νης Πα­πα­κώ­στας, και ση­μειώ­νει ό­τι δεν μπό­ρε­σε να ε­ντο­πί­σει προ­γε­νέ­στε­ρη ε­πώ­νυ­μη συ­νερ­γα­σία του Κουρ­τί­δη, που ση­μαί­νει ό­τι ού­τε αυ­τός του α­πο­δί­δει τα αρ­χι­κά Α. Κ., τα ο­ποία εμ­φα­νί­ζο­νται για πρώ­τη φο­ρά στο δη­μο­σίευ­μα για τον Ντί­κε­νς, αλ­λά ε­πα­νέρ­χο­νται και σε κα­το­πι­νά τεύ­χη. Σύμ­φω­να, πά­ντως, με τον κα­τά­λο­γο συ­ντα­κτών του πε­ριο­δι­κού ε­κεί­νης της πε­ριό­δου, τα αρ­χι­κά δεν συμ­φω­νούν με το ό­νο­μα κα­νε­νός άλ­λου συ­νερ­γά­τη. Οπό­τε, εί­τε α­νή­κουν στον Κουρ­τί­δη εί­τε υ­πάρ­χει συ­ντά­κτης που δεν  χρη­σι­μο­ποίη­σε ο­λό­κλη­ρο το ό­νο­μά του σε κα­νέ­να δη­μο­σίευ­μα. 
Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, ο λό­γος, που οι με­λε­τη­τές δεν α­πο­δί­δουν τα αρ­χι­κά στον Κουρ­τί­δη, εί­ναι η γλώσ­σα του πρω­τό­τυ­που. Σε ε­κεί­νη την πρώ­τη πε­ρίο­δο, αυ­τός με­τέ­φρα­ζε α­πο­κλει­στι­κά α­πό τα γαλ­λι­κά και το πρω­τό­τυ­πο ε­δώ φαί­νε­ται να εί­ναι αγ­γλι­κό. Ωστό­σο, η γαλ­λι­κή με­τά­φρα­ση της βιο­γρα­φίας του Ντί­κε­νς, αν δεν σφάλ­λου­με, α­κο­λού­θη­σε ε­ντός της ί­διας δε­κα­ε­τίας. Ύστε­ρα, στο ελ­λη­νι­κό κεί­με­νο υ­πάρ­χουν ί­χνη του πα­ρα­κα­μπτή­ριου, μέ­σω της γαλ­λι­κής, γλωσ­σι­κού διά­πλου. Θα α­πο­γο­η­τεύ­σου­με, ω­στό­σο, εν μέ­ρει τον Κα­ψά­λη ως προς το έ­τε­ρο ψευ­δώ­νυ­μο του Κουρ­τί­δη, το Βολ­ταί­ρος. Τα ποιή­μα­τα με την υ­πο­γρα­φή Βολ­ταί­ρος στην σα­τι­ρι­κή ε­φη­με­ρί­δα «Ρα­μπα­γάς» μπο­ρεί να εί­ναι δι­κά του, α­φού το δια­βε­βαιώ­νει ο Δρο­σί­νης, το ψευ­δώ­νυ­μο, ό­μως, θα πρέ­πει να ο­φεί­λε­ται στο δί­δυ­μο των εκ­δο­τών, τους ο­μή­λι­κους, εκ Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως ερ­χό­με­νους, Κλεάν­θη Τρια­ντά­φυλ­λο και Βλά­ση Γα­βριη­λί­δη. Το πι­θα­νό­τε­ρο, στον πρώ­το, κα­θώς ο δεύ­τε­ρος, ό­ταν πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται στην ε­φη­με­ρί­δα το ψευ­δώ­νυ­μο, στις 27 Νο­εμ­βρίου 1879, ή­δη ε­τοί­μα­ζε την δι­κή του ε­φη­με­ρί­δα, το «Μη χά­νε­σαι», που κυ­κλο­φό­ρη­σε στις 14 Ιαν. 1880. Το ψευ­δώ­νυ­μο δεν το ε­μπνέει ο Βολ­ταί­ρος, αλ­λά το υ­πο­βάλ­λει η γαλ­λι­κή ε­φη­με­ρί­δα «Le Voltaire». Στην εν λό­γω γαλ­λι­κή ε­φη­με­ρί­δα και τον «Ρα­μπα­γά» δη­μο­σιευό­ταν ταυ­τό­χρο­να, με δια­φο­ρά ε­νός μη­νός στην εκ­κί­νη­ση, το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ζο­λά «Να­νά». Με α­φορ­μή αυ­τό, δη­μο­σιεύ­τη­κε στην πρώ­τη άρ­θρο σχε­τι­κό με την τόλ­μη που χρεια­ζό­ταν μια πα­ρό­μοια δη­μο­σίευ­ση, το ο­ποίο με τις α­να­γκαίες τρο­πο­ποιή­σεις δη­μο­σιεύ­τη­κε και στον «Ρα­μπα­γά» με την υ­πο­γρα­φή Βολ­ταί­ρος. Πά­ντως, και τα 17 σα­τι­ρι­κά-ε­ρω­τι­κά ποιή­μα­τα με την υ­πο­γρα­φή Βολ­ταί­ρος, που δη­μο­σιεύ­τη­καν το πρώ­το ε­ξά­μη­νο του 1880, πε­ρισ­σό­τε­ρο στον Τρια­ντά­φυλ­λο ται­ριά­ζουν. Πι­θα­νό­τε­ρο δεί­χνει ο Κουρ­τί­δης να δα­νεί­στη­κε το ψευ­δώ­νυ­μο μό­νο για το πρω­το­χρο­νιά­τι­κο αρ­θρί­διο του 1882, στο ο­ποίο διεκ­τρα­γω­δού­σε τη φτώ­χεια του, που τον εί­χε φέ­ρει στο ση­μείο να που­λά­ει α­γα­πη­μέ­να του βι­βλία. 
Επι­μέ­νου­με στην πα­τρό­τη­τα του ψευ­δώ­νυ­μου και για έ­ναν ε­πι­πλέ­ον λό­γο. Όπως ει­σα­γω­γι­κά σχο­λιά­ζει η Πο­λυ­καν­δριώ­τη, ο Κουρ­τί­δης, πά­ντα με­τρη­μέ­νος και μάλ­λον κλει­στός ως χα­ρα­κτή­ρας, δεν ά­φη­σε κεί­με­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κά. Ού­τε συ­νε­ντεύ­ξεις του υ­πάρ­χουν. Ακό­μη και στη μια, που του ζη­τή­θη­κε με­τά ε­πι­μο­νής α­πό τον Μή­τσο Χατ­ζό­που­λο, τον ε­πο­νο­μα­ζό­με­νο Μποέ­μ, που εί­χε πά­ρει στη σει­ρά ό­λη ε­κεί­νη τη γε­νιά και με­ρι­κούς α­κό­μη, αρ­νή­θη­κε να α­πα­ντή­σει. “Ό,τι ι­δέ­ας έ­χω, θα τας γρά­ψω προ­σε­χώς ο ί­διος. Ό,τι έ­χω να εί­πω θα τα εί­πω ε­κεί τό­τε.” Ήταν η α­πά­ντη­ση που α­πέ­σπα­σε ο δη­μο­σιο­γρά­φος. Υπάρ­χουν, βε­βαίως, οι α­φη­γή­σεις φί­λων και συ­γκαι­ρι­νών, αλ­λά σε αυ­τές α­να­μι­γνύο­νται κά­πο­τε προ­σω­πι­κές δια­μά­χες, οι ο­ποίες δεν εί­ναι πά­ντο­τε γνω­στές στους με­λε­τη­τές, ώ­στε αυ­τοί να σταθ­μί­σουν α­ντι­στοί­χως κα­τά πό­σο οι εν λό­γω α­νι­στο­ρή­σεις α­πο­τε­λούν α­ξιό­πι­στη μαρ­τυ­ρία. Έτσι, τε­λι­κά, για να χρο­νο­λο­γη­θούν οι με­τα­κι­νή­σεις και άλ­λα συμ­βά­ντα του βίου του μέ­νουν τα δη­μο­σιεύ­μα­τά του, τα ε­νυ­πό­γρα­φα και ε­κεί­να με τα α­σφα­λώς ταυ­τι­σμέ­να ψευ­δώ­νυ­μα.

Μια μο­να­δι­κή με­λέ­τη

Όταν α­να­φε­ρό­μα­στε στους με­λε­τη­τές του Κουρ­τί­δη, ι­σχύει το γνω­στό, οι τέσ­σε­ρις Ευαγ­γε­λι­στές ή­ταν τρεις, οι ε­ξής δυο, ο Ευαγ­γε­λι­στής Λου­κάς. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ως συ­στη­μα­τι­κή με­λε­τή­τριά του προ­βάλ­λει η Πο­λυ­καν­δριώ­τη, η ο­ποία, με­τά δε­κα­πε­ντα­ε­τή ε­να­σχό­λη­ση, ε­ξέ­δω­σε μο­νο­γρα­φία, α­φιε­ρω­μέ­νη σε αυ­τόν και το έρ­γο του. Το έ­ναυ­σμα τής το έ­δω­σε η α­νά­θε­ση α­πό τον Κ. Στερ­γιό­που­λο της συγ­γρα­φής του α­ντί­στοι­χου λήμ­μα­τος για την εν­δε­κά­το­μη σει­ρά «Η πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία μας α­πό τις αρ­χές της ως τον πρώ­το πα­γκό­σμιο πό­λε­μο». Εκ πα­ρα­δρο­μής α­να­φέ­ρει στις “ει­σα­γω­γι­κές ση­μειώ­σεις”, ό­τι η σει­ρά εκ­δό­θη­κε με ε­πι­μέ­λεια του Στερ­γιό­που­λου. Ακρι­βέ­στε­ρα, στη σει­ρά δεν υ­πάρ­χει έ­νας ε­πι­με­λη­τής αλ­λά τέσ­σε­ρις, κα­θώς το με­γά­λο χρο­νι­κό ά­νοιγ­μα των πέ­ντε αιώ­νων κα­τα­νε­μή­θη­κε σε τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες. Ο Στερ­γιό­που­λος α­νέ­λα­βε τους τρεις τό­μους της ει­κο­σα­ε­τίας 1880-1900, ό­που συ­γκρά­τη­σε 28 συγ­γρα­φείς έ­να­ντι των 26 που ε­πέ­λε­ξε ο Ν. Βα­γε­νάς για την πε­ντη­κο­ντα­ε­τία 1830-1880 και των 24 του Γ. Δάλ­λα για την χρο­νι­κή “ου­ρά” 1900-1914. Εί­ναι α­να­με­νό­με­νο, σε κά­θε πε­ρίο­δο, να υ­πάρ­χει ο α­διαμ­φι­σβή­τη­τος κορ­μός συγ­γρα­φέων, αλ­λά και κά­ποιοι πρό­σθε­τοι, κά­τι σαν πα­ρα­κλά­δια, που α­πο­τε­λούν προ­σω­πι­κό στοί­χη­μα ε­κά­στου ε­πι­με­λη­τή. Στις συ­ζη­τή­σι­μες ε­πι­λο­γές του Στερ­γιό­που­λου, θα το­πο­θε­τού­νταν ο Κ. Με­τα­ξάς-Βο­σπο­ρί­της λό­γω ι­σχνό­τη­τας του γνω­στού έρ­γου του, ο Σ. Πα­γα­νέ­λης χά­ρις στη γλώσ­σα και τον ρο­μα­ντι­σμό του, αλ­λά και ο Κουρ­τί­δης ως μο­να­χι­κός εκ­πρό­σω­πος της παι­δι­κής λο­γο­τε­χνίας στην εν λό­γω Γραμ­μα­το­λο­γία. 
Η μο­νο­γρα­φία χω­ρί­ζε­ται σε τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες, ό­που, στην πρώ­τη «Η ζωή και το έρ­γο» και την τέ­ταρ­τη «Εργο­γρα­φία», συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της έ­ρευ­νας. Καί­τοι μα­κρο­χρό­νια, πα­ρα­μέ­νουν κά­ποια κε­νά, τα ο­ποία κα­λύ­πτουν κα­τά προ­σέγ­γι­ση οι σκόρ­πιες α­να­φο­ρές των συ­γκαι­ρι­νών του. Εργα­τι­κός και λι­γο­μί­λη­τος ο Κουρ­τί­δης, φαί­νε­ται ό­τι συ­γκέ­ντρω­νε τη συ­μπά­θεια συ­νο­μή­λι­κων και με­γα­λύ­τε­ρων. Κρί­νο­ντας α­πό μια ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή, η μό­νη κα­κο­τυ­χία του ή­ταν η συ­νά­ντη­σή του στην Αθή­να με τον Ξε­νό­που­λο, τό­σο στον ε­παγ­γελ­μα­τι­κό χώ­ρο ως δια­δο­χι­κοί διευ­θυ­ντές της «Διά­πλα­σης των παί­δων» ό­σο και στον οι­κο­γε­νεια­κό, κα­θώς βρέ­θη­καν να εί­ναι εξ αγ­χι­στείας θείος και α­νι­ψιός. Εννιά χρό­νια νεό­τε­ρός του ο Ξε­νό­που­λος, έ­ζη­σε 23 χρό­νια με­τά το δι­κό του θά­να­το, ο­πό­τε εί­χε την ευ­και­ρία και ό­λο το χρό­νο για πολ­λα­πλές α­φη­γή­σεις και εκ­δο­χές. Στις δια­δο­χι­κές ε­πε­ξερ­γα­σίες της αυ­το­βιο­γρα­φίας του, τον α­πο­κα­λεί ζη­λό­φθο­νο και κα­κοή­θη, ε­νώ, στα ε­πε­τεια­κά και άλ­λα δη­μο­σιεύ­μα­τα, ε­ξαν­τλεί την αυ­στη­ρό­τη­τά του, θέ­λο­ντας να πα­ρου­σια­στεί ως α­ντι­κει­με­νι­κός κρι­τής. Όσο α­φο­ρά γε­γο­νό­τα και χρο­νο­λο­γίες, πα­ρέ­χει κα­τά προ­σέγ­γι­ση πλη­ρο­φό­ρη­ση. Σαν μια δεύ­τε­ρη κα­κο­τυ­χία του Κουρ­τί­δη, προ­βάλ­λει η προ­νο­μιού­χος θέ­ση, που δί­νουν οι ση­με­ρι­νοί με­λε­τη­τές στη μαρ­τυ­ρία του Ξε­νό­που­λου.        
Ού­τε καν το έ­τος γέν­νη­σης του Κουρ­τί­δη φαί­νε­ται να εί­ναι σί­γου­ρο. Το ε­πι­κρα­τέ­στε­ρο εί­ναι το 1858, αλ­λά εν­δέ­χε­ται να εί­ναι και το 1856. Πά­ντως, στην α­ναγ­γε­λία του θα­νά­του του, το βρά­δυ της 11ης προς τη 12η Αυγ. 1928, α­να­φέ­ρε­ται ό­τι ή­ταν 70 ε­τών. Κα­τά τα άλ­λα, πα­ρό­τι συ­μπλή­ρω­σε την ε­γκύ­κλια παι­δεία του στη Με­γά­λη του Γέ­νους Σχο­λή, εγ­γε­γραμ­μέ­νος α­πό το 1867 μέ­χρι το 1875, δεν τεκ­μαί­ρε­ται η η­λι­κία που ξε­κί­νη­σε, κα­θώς δεν υ­πάρ­χουν πλη­ρο­φο­ρίες για το πώς βρέ­θη­κε α­πό το χω­ριό του, το Μυ­ριό­φυ­το της Προ­πο­ντί­δας, στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Χά­σμα πλη­ρο­φό­ρη­σης υ­πάρ­χει και για τα χρό­νια με­τά την α­πο­φοί­τη­σή του, που ε­πέ­στρε­ψε στη Θρά­κη. Αγνο­εί­ται το πού υ­πη­ρέ­τη­σε ως δά­σκα­λος και για πό­σο χρό­νο. Τι έ­κα­νε το δε­κά­μη­νο ε­κεί­νου του ρω­σο­τουρ­κι­κού πο­λέ­μου (Απρ. 1877-Μάρ. 1878), που τό­σο δει­νο­πά­θη­σαν οι Έλλη­νες της Ανα­το­λι­κής Θρά­κης. Στη Νο­μι­κή Σχο­λή της Αθή­νας, πά­ντως, γρά­φτη­κε το 1879, αλ­λά στα Μη­τρώα δεν ε­ντο­πί­στη­κε χρό­νος α­πο­φοί­τη­σης α­πό τη Νο­μι­κή ή άλ­λη Σχο­λή.
Πα­ρό­μοια κε­νά υ­πάρ­χουν και για τα τέσ­σε­ρα χρό­νια των σπου­δών του στη Γερ­μα­νία, ό­που α­να­φέ­ρο­νται πε­ρισ­σό­τε­ροι τό­ποι, με μό­νο σί­γου­ρο το Πα­νε­πι­στή­μιο α­πο­φοί­τη­σης, ε­νώ, ως α­ντι­κεί­με­νο των σπου­δών, προσ­διο­ρί­ζε­ται το κά­πως γε­νι­κό­λο­γο, “παι­δα­γω­γι­κή και φι­λο­σο­φία”. Επί­σης, δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται, αν κά­ποια υ­πο­τρο­φία ή άλ­λη οι­κο­νο­μι­κή στή­ρι­ξη του ε­πέ­τρε­ψε αυ­τές τις σπου­δές. Το μό­νο βέ­βαιο εί­ναι ό­τι ξε­κί­νη­σε το α­κα­δη­μαϊκό έ­τος 1888-89, κα­θώς, ό­ταν πέ­θα­νε ο πα­τέ­ρας του, ή­ταν στη Γερ­μα­νία μα­ζί με τη σύ­ζυ­γό του, που εί­ναι γνω­στό ό­τι πα­ρέ­μει­νε ε­κεί μό­νο τον πρώ­το χρό­νο. Ωστό­σο, η Πο­λυ­καν­δριώ­τη, με βά­ση τα δη­μο­σιεύ­μα­τά του στο πε­ριο­δι­κό «Κλειώ» της Λει­ψίας, υ­πο­θέ­τει ό­τι μπο­ρεί να έ­φυ­γε έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα. Μάλ­λον πα­ρα­βλέ­πει ό­τι το εν λό­γω πε­ριο­δι­κό στη­ρι­ζό­ταν και σε σταλ­μέ­νες α­πό την Ελλά­δα συ­νερ­γα­σίες, ό­πως, α­κρι­βώς, ε­κεί­νες του Κουρ­τί­δη σε ό­λη τη διάρ­κεια του 1887, που φέ­ρουν τον γε­νι­κό τίτ­λο «Αθη­ναϊκά χρο­νι­κά».

Έλλει­ψη παι­δείας

    Ευ­κρι­νέ­στε­ρη δια­γρά­φε­ται η ε­παγ­γελ­μα­τι­κή του στα­διο­δρο­μία με­τά την ε­πι­στρο­φή του, ως κα­θη­γη­τή στα νεό­τευ­κτα Δι­δα­σκα­λεία, ως τα­κτι­κού συ­νερ­γά­τη σε λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, κα­θώς και ως κα­θη­γη­τή δρα­μα­το­λο­γίας στις πρώ­τες Δρα­μα­τι­κές Σχο­λές του Φι­λο­λο­γι­κού Συλ­λό­γου «Παρ­νασ­σός», του Ωδείου και της Βα­σι­λι­κής Δρα­μα­τι­κής Σχο­λής, στων ο­ποίων την ί­δρυ­ση και για ό­σο κρά­τη­σε η βρα­χύ­βια λει­τουρ­γία τους εί­χε ε­νερ­γό συμ­με­το­χή. “Αυ­το­δί­δα­κτο ει­δι­κό του θεά­τρου”, τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει η Πο­λυ­καν­δριώ­τη. Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι, ε­κτός α­πό δά­σκα­λος νέων η­θο­ποιών και πέ­ρα α­πό τους παι­δι­κούς δια­λό­γους που έ­γρα­ψε, συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους πρώ­τους θε­α­τρι­κούς κρι­τι­κούς. Αμε­τά­θε­τος στό­χος του στά­θη­κε “η διά­πλα­ση των Ελλή­νω­ν”. Όπως εύ­στο­χα πα­ρα­τη­ρεί η με­λε­τή­τρια, για τον Κουρ­τί­δη, η έλ­λει­ψη παι­δείας συ­νι­στά την κύ­ρια αι­τία για έ­ναν πο­λι­τι­σμό χα­μη­λής ποιό­τη­τας. Γι αυ­τό και α­σχο­λή­θη­κε με τα παι­δι­κά α­να­γνώ­σμα­τα, κα­θώς και με την εκ­παί­δευ­ση των θη­λέων, που εί­ναι οι αυ­ρια­νές μη­τέ­ρες. 
Και στους δυο αυ­τούς το­μείς, η με­λε­τή­τρια δεν πα­ρα­λεί­πει να το­νί­σει “τις α­γκυ­λώ­σεις του Κουρ­τί­δη σε πα­ρω­χη­μέ­νες πια α­ντι­λή­ψεις”, σε α­ντί­θε­ση με τις ι­δέες του Ξε­νό­που­λου, που δεν πε­ριο­ρι­ζό­ταν στη βελ­τίω­ση αλ­λά προ­χω­ρού­σε στην αμ­φι­σβή­τη­ση των πα­τρο­πα­ρά­δο­των α­ξιών. Συ­ντη­ρη­τι­κή ή, κα­τά άλ­λους, με­τριο­πα­θή στά­ση κρά­τη­σε ο Κουρ­τί­δης και στο γλωσ­σι­κό. Ού­τε δη­μο­τι­κι­στής ού­τε α­κραιφ­νής κα­θα­ρευου­σιά­νος, δια­τή­ρη­σε μια λό­για και προ­σι­τή γλώσ­σα. Έμει­νε σε α­πό­στα­ση α­πό τον Εκπαι­δευ­τι­κό Όμι­λο, αλ­λά συμ­με­τεί­χε στην εκ­παι­δευ­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση του 1917. Ωστό­σο, πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, κα­τά το Α΄ Εκπαι­δευ­τι­κό Συ­νέ­δριο του 1904, στην Αθή­να, ήρ­θε σε α­ντί­θε­ση με τους ορ­γα­νω­τές του, Δρο­σί­νη και Βι­κέ­λα, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας στις ο­μι­λίες και τα άρ­θρα του τους χα­μη­λούς τό­νους. Εξέ­φρα­σε τις α­πό­ψεις του Ελλη­νι­κού Δι­δα­σκα­λι­κού Συλ­λό­γου έ­να­ντι ε­κεί­νων των τριών φι­λεκ­παι­δευ­τι­κών συλ­λό­γων, που το διορ­γά­νω­ναν. Κυ­ρίως υ­πε­ρα­σπί­στη­κε τα αι­τή­μα­τα του έ­ξω Ελλη­νι­σμού, που α­πο­σιω­πή­θη­καν, πα­ρά την τι­μη­τι­κή υ­πο­δο­χή των εκ­προ­σώ­πων του. Η Πο­λυ­καν­δριώ­τη χα­ρα­κτη­ρί­ζει ε­μπα­θή την κρι­τι­κή του Κουρ­τί­δη. Ακρι­βή ει­κό­να πα­ρέ­χει η α­πο­κλει­στι­κά α­φιε­ρω­μέ­νη στο Συ­νέ­δριο, πρό­σφα­τη μο­νο­γρα­φία του Γιάν­νη Πα­πα­κώ­στα.
Πα­ρα­δό­ξως, ε­μπά­θεια του α­πο­δί­δει και στην α­ντι­πα­ρά­θε­σή του με τον Κα­μπού­ρο­γλου, που πα­ρου­σιά­ζει ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς ο Κα­μπού­ρο­γλους στά­θη­κε ο προ­στά­της του ό­ταν πρω­τοήρ­θε στην Αθή­να. Στη με­λέ­τη α­να­φέ­ρε­ται ως ο μο­να­δι­κός που του συ­μπα­ρα­στά­θη­κε. Σαν να λη­σμο­νεί­ται η βοή­θεια του λί­γο με­γα­λύ­τε­ρού του Γα­βριη­λί­δη. Κι αυ­τός Θρα­κιώ­της, α­πό χω­ριό της Προ­πο­ντί­δας, α­πό­φοι­τος της ί­διας Σχο­λής. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι ο Κουρ­τί­δης ξε­κι­νά­ει σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να να συ­νερ­γά­ζε­ται με τα πε­ριο­δι­κά «Ρα­μπα­γάς» και «Η Διά­πλα­σις των παί­δων». Κα­τά την Πο­λυ­καν­δριώ­τη, ο Κα­μπού­ρο­γλους τον σύ­στη­σε το 1880 στον εκ­δό­τη του δεύ­τε­ρου, Νι­κό­λαο Πα­πα­δό­που­λο. Σαν πά­λι να πα­ρα­βλέ­πει ό­τι ο Κουρ­τί­δης ή­ταν συ­νο­μή­λι­κος και συμ­φοι­τη­τής με τον Υδραίο Πα­πα­δό­που­λο, που εί­χε ξε­κι­νή­σει το πε­ριο­δι­κό του τον προ­η­γού­με­νο Φε­βρουά­ριο. Πά­ντως, το 1880, πα­ντρεύ­τη­κε την α­δελ­φή του και α­νέ­λα­βε την αρ­χι­συ­ντα­ξία του πε­ριο­δι­κού. Πα­ρό­τι τα θη­λυ­κά της οι­κο­γέ­νειας Πα­πα­δό­που­λου συ­νέ­δε­σαν δύο με­γά­λους της παι­δι­κής λο­γο­τε­χνίας, τον Κουρ­τί­δη και τον Ξε­νό­που­λο, που ε­ρω­τεύ­τη­κε την δε­κα­ε­ξά­χρο­νη α­νι­ψιά του Πα­πα­δό­που­λου, έ­να πλή­ρες λήμ­μα γι’ αυ­τόν λεί­πει.  
Όπως και να έ­χει, η σύ­γκρου­ση Κουρ­τί­δη-Κα­μπού­ρο­γλου πα­ρα­μέ­νει ε­πί­και­ρη, κα­θώς α­φο­ρά τη σχέ­ση κρι­τι­κού και συγ­γρα­φέα. Ο Κουρ­τί­δης εί­χε την ά­πο­ψη πως έ­να κεί­με­νο, α­φού έ­χει πα­ρα­δο­θεί πια στο κοι­νό, α­κο­λου­θεί το δι­κό του δρό­μο, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τον συγ­γρα­φέα του. Έτσι, ά­σκη­σε αυ­στη­ρή κρι­τι­κή σε θε­α­τρι­κό έρ­γο του φί­λου του. Επει­δή, ό­μως, οι συγ­γρα­φείς, τό­τε ό­πως και σή­με­ρα, αρ­νού­νται, σαν τους φι­λό­στορ­γους γο­νιούς, να α­φή­σουν το πό­νη­μά τους να τα βγά­λει πέ­ρα μό­νο του, ο Κα­μπού­ρο­γλους δεν χει­ρο­δί­κη­σε μεν, αλ­λά υ­πε­ρα­σπί­στη­κε με μα­χη­τι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα το έρ­γο του. Ας συ­γκρα­τή­σου­με α­πό “τον α­μεί­λι­κτο και συ­χνά ι­διαί­τε­ρα καυ­στι­κό κρι­τι­κό” Κουρ­τί­δη, την ε­πω­δό ό­τι “ο συγ­γρα­φέ­ας πρέ­πει να εί­ναι πράγ­μα­τι καλ­λι­τέ­χνης και ό­χι εισ­πρά­κτωρ πο­σο­στώ­ν”.
Τε­λι­κά, ο Κουρ­τί­δης α­πέ­κτη­σε μο­νο­γρα­φία, που θα την ζή­λευε α­κό­μη και ο πο­λυ­μνη­μο­νευό­με­νος Ξε­νό­που­λος. Κα­τά τα άλ­λα, εί­ναι μια α­πό τις λι­γο­στές μο­νο­γρα­φίες που προέ­κυ­ψαν με έ­ναυ­σμα λήμ­μα ε­κεί­νης της προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας ο­λο­κλη­ρω­θεί­σης Γραμ­μα­το­λο­γίας Σοκ­κό­λη.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/2/2013.

Με ένα βιβλίο ξεχνιέμαι



Δεν εί­ναι κα­λή ι­δέα, ού­τε και συ­νη­θί­ζε­ται, έ­νας κρι­τι­κός να σχο­λιά­ζει τα δη­μο­σιεύ­μα­τα άλ­λων κρι­τι­κών, χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι η κρι­τι­κή της κρι­τι­κής δεν θα μπο­ρού­σε να α­πο­βεί ω­φέ­λι­μη και για τις δυο πλευ­ρές. Εμείς, πά­ντως, δεν θα α­πο­τολ­μή­σου­με κά­τι πα­ρό­μοιο, για­τί γνω­ρί­ζου­με εξ ι­δίων πό­σο δυ­σα­ρε­στούν α­κό­μη και οι πιο κα­λο­προ­αί­ρε­τες με ε­παρ­κή ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία κρί­σεις. Θα α­να­φερ­θού­με σε δυο συ­γκε­κρι­μέ­νες ε­πι­σκο­πή­σεις της λο­γο­τε­χνίας του 2012. Εί­ναι της Ελι­σά­βετ Κοτ­ζιά και του Δη­μο­σθέ­νη Κούρ­το­βικ. Και αυ­τό ό­χι για να κρί­νου­με τις ε­πι­λο­γές τους, αλ­λά για­τί μας βο­η­θούν να ε­πι­ση­μά­νου­με ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και να δια­τυ­πώ­σου­με κά­ποιες α­πο­ρίες.

Πα­ρή­γο­ρες δια­πι­στώ­σεις

Η Κοτ­ζιά, στην ε­πι­σκό­πη­ση του πε­ρα­σμέ­νου έ­τους, με τον τίτ­λο, «Η λο­γο­τε­χνία ά­ντε­ξε και το 2012», ξε­κι­νώ­ντας α­πό την τεκ­μη­ρίω­ση, ό­τι οι ελ­λη­νι­κοί τίτ­λοι μυ­θι­στο­ρη­μά­των, συ­νυ­πο­λο­γι­ζό­με­νων εκ­δό­σεων, ε­πα­νεκ­δό­σεων και η­λεκ­τρο­νι­κών εκ­δό­σεων, έ­φθα­σαν στο 2012 τους 519, έ­να­ντι 508 του προ­η­γού­με­νου έ­τους και 401 του 2009, συ­μπε­ραί­νει ό­τι η “λο­γο­τε­χνία δια­θέ­τει πα­ρη­γο­ρη­τι­κή δρά­ση”. Για να συ­νε­χί­σει με την δια­πί­στω­ση, ό­τι “η ε­ξω­τε­ρι­κή ει­κό­να της λο­γο­τε­χνι­κής ζωής μοιά­ζει να μην έ­χει αγ­γι­χτεί α­πό την κρί­ση”, α­φού, ε­κτός α­πό “πλού­σια συ­γκο­μι­δή τίτ­λω­ν”, υ­πάρ­χουν “βρα­βεία, πε­ριο­δι­κά, βι­βλιο­κρι­σίες και βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις”. Απο­ρού­με με αυ­τές τις αι­σιό­δο­ξες δια­πι­στώ­σεις. Εμείς, α­ντι­θέ­τως, έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι, σε ό­λους τους το­μείς, τα λί­γα γί­νο­νται α­κό­μη λι­γό­τε­ρα. 
Τα πέ­ντε λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία ευ­ρύ­τε­ρης α­να­γνώ­ρι­σης, τα ο­ποία α­πο­νέ­μο­νται σε ε­τή­σια βά­ση (Κρα­τι­κά, Ακα­δη­μίας Αθη­νών, του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω», το «Athens Literature Prize» του πε­ριο­δι­κού «(δέ)κα­τα», το «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών» του Ε.ΚΕ.ΒΙ.),  φαί­νε­ται ό­τι θα μεί­νουν τρία, α­φού το πε­ριο­δι­κό «Δια­βά­ζω» στα­μά­τη­σε την κυ­κλο­φο­ρία του και το Ε.ΚΕ.ΒΙ. κα­ταρ­γή­θη­κε. Του­λά­χι­στον τρία μα­κρό­βια λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά («Δια­βά­ζω», «Η Λέ­ξη», «Το Πλα­νό­διον») διέ­κο­ψαν την κυ­κλο­φο­ρία τους και δυο («Νέα Εστία», «Νέα Ευ­θύ­νη») μείω­σαν τη συ­χνό­τη­τα κυ­κλο­φο­ρίας τους. Όσο για τις βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις, έ­τσι ό­πως γί­νο­νται, κα­θί­στα­ται ό­λο και δυ­σχε­ρέ­στε­ρος ο δια­χω­ρι­σμός τους α­πό τις δια­φη­μι­στι­κές κα­τα­χω­ρή­σεις. Απο­μέ­νουν οι βι­βλιο­κρι­σίες, ό­που θα πρέ­πει, πριν α­να­φερ­θού­με στην πυ­κνή ή ό­χι πα­ρου­σία τους, να συμ­φω­νή­σου­με για την αμ­φι­λε­γό­με­νη διά­κρι­ση α­νά­με­σα στην κρι­τι­κή και την πα­ρου­σία­ση. Αν, πά­ντως, πά­ρου­με ως έ­να πρώ­το κρι­τή­ριο τον συ­στη­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα τους, συ­νή­θως σε ε­παγ­γελ­μα­τι­κή βά­ση, τό­τε πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε στις μό­νι­μες στή­λες ε­φη­με­ρί­δων και πε­ριο­δι­κών. Αυ­τές, ό­μως, ό­χι μό­νο δεν πλη­θαί­νουν, αλ­λά τεί­νουν να ε­κλεί­ψουν, ύ­στε­ρα α­πό την κα­τάρ­γη­ση ή και συρ­ρί­κνω­ση των βι­βλια­κών έν­θε­των στις ε­φη­με­ρί­δες, ό­πως και τη δια­κο­πή έκ­δο­σης λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών, που έ­δι­ναν βά­ρος στην πα­ρου­σία­ση βι­βλίων. Ανά­με­σα στις α­πώ­λειες εί­ναι και ε­κεί­νη της ε­βδο­μα­διαίας στή­λης της ί­διας της Κοτ­ζιά στην ε­φη­με­ρί­δα «Η Κα­θη­με­ρι­νή», κα­θώς και η α­ραιό­τε­ρη δη­μο­σίευ­ση της σε­λί­δας βι­βλιο­κρι­τι­κής του Κούρ­το­βικ στο «Βι­βλιο­δρό­μιο», το βι­βλια­κό έν­θε­το της ε­φη­με­ρί­δας «Τα Νέ­α».

Στο ό­νο­μα της κρί­σης

Η συρ­ρί­κνω­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου έν­θε­του, που ή­ταν το πρώ­το που ξε­κί­νη­σε και α­κο­λού­θη­σαν τα «Βι­βλία» του «Βή­μα­τος» και η «Βι­βλιο­θή­κη» της «Ελευ­θε­ρο­τυ­πίας», γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο αι­σθη­τή, έ­τσι ό­πως έ­μει­νε νε­κρο­ζώ­ντα­νο να φθί­νει. Δεν μειώ­θη­καν μό­νο οι σε­λί­δες του. Έχα­σε τη φυ­σιο­γνω­μία του και σε αυ­τό συ­νέ­τει­νε η α­πο­μά­κρυν­ση δυο βα­σι­κών συ­ντα­κτών. Κα­τ’ αρ­χάς, α­πο­χώ­ρη­σε η Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη, που εί­χε α­πό την αρ­χή την ευ­θύ­νη για την κα­τάρ­τι­σή του, κρα­τώ­ντας η ί­δια την τε­λευ­ταία σε­λί­δα, ό­που πα­ρου­σία­ζε γεν­ναιό­δω­ρα και σχε­δόν κα­τά α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα τα και­νού­ρια βι­βλία ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Ταυ­τό­χρο­να, στα­μά­τη­σε να δη­μο­σιεύει ο Κώ­στας Γεωρ­γου­σό­που­λος. Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, η α­που­σία του συ­νο­λι­κά α­πό την ε­φη­με­ρί­δα α­πο­τε­λεί με­γά­λη α­πώ­λεια για τις πο­λι­τι­στι­κές σε­λί­δες εν γέ­νει του Τύ­που. Με την ε­βδο­μα­διαία σε­λί­δα θε­α­τρι­κής κρι­τι­κής, τη σε­λί­δα στο «Βι­βλιο­δρό­μιο» και τα μο­νό­στη­λα, ή­ταν η πιο δυ­να­μι­κή και ω­φέ­λι­μη, ι­δίως για νεό­τε­ρους α­να­γνώ­στες, πα­ρέμ­βα­ση στον κα­θη­με­ρι­νό Τύ­πο. Ο συν­δυα­σμός κρι­τι­κής ο­ξυ­δέρ­κειας και ευ­ρύ­τε­ρης γνώ­σης λο­γο­τε­χνι­κού και θε­α­τρι­κού λό­γου, έ­τσι ό­πως εν­δυ­να­μώ­νο­νταν α­πό την ε­πί τέσ­σε­ρις δε­κα­ε­τίες πα­ρα­κο­λού­θη­ση του γη­γε­νούς θεά­τρου αλ­λά και συ­νο­λι­κά του πνευ­μα­τι­κού βίου, κα­τέ­λη­γε σε έ­να στέ­ρεο φράγ­μα για τις με­τα­μο­ντερ­νί­στι­κες και γε­νι­κό­τε­ρες υ­περ­βο­λές. Εμείς, α­πό τη θέ­ση του α­να­γνώ­στη, α­δυ­να­τού­με να α­ντι­λη­φθού­με τη στρα­τη­γι­κή των αν­θρώ­πων που δια­χει­ρί­ζο­νται τις τύ­χες των ε­φη­με­ρί­δων. Πολ­λά γί­νο­νται εν ο­νό­μα­τι της κρί­σης, αλ­λά, προ­φα­νώς, ό­χι λό­γω αυ­τής, α­φού δεν εί­ναι λί­γες οι πε­ρι­πτώ­σεις, που η α­πο­μά­κρυν­ση συ­ντα­κτών και η α­πί­σχναν­ση έν­θε­των δεν συ­ντε­λεί­ται με οι­κο­νο­μι­κά κρι­τή­ρια.

519 τίτ­λοι

Και ε­πα­νερ­χό­μα­στε στην ε­πι­σκό­πη­ση της Κοτ­ζιά. Κα­λή εί­ναι η αι­σιο­δο­ξία, αλ­λά για να α­πο­βεί ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κή, θα πρέ­πει να ξε­κι­νά­ει α­πό την πα­ρα­τή­ρη­ση του τι πραγ­μα­τι­κά συμ­βαί­νει. Μέ­νει, λοι­πόν, η “πλού­σια συ­γκο­μι­δή τίτ­λω­ν”, ι­διαί­τε­ρα μυ­θι­στο­ρη­μά­των, που την  ο­δή­γη­σε στην “εύ­λο­γη”, ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζει, “υ­πό­θε­ση πως η λο­γο­τε­χνία δια­θέ­τει πα­ρη­γο­ρη­τι­κή δρά­ση”. Σε τι, ό­μως, ο­φεί­λε­ται αυ­τή η “πλού­σια συ­γκο­μι­δή τίτ­λω­ν” μυ­θι­στο­ρη­μά­των, που α­ντι­στοι­χεί σε αύ­ξη­ση της τά­ξης του 29.5% μέ­σα σε μια τριε­τία; Μή­πως αυ­ξή­θη­καν, και λό­γω κρί­σης, οι ε­πα­νεκ­δό­σεις πα­λαιό­τε­ρων ή και νεό­τε­ρων, κα­θώς αυ­τοί οι τε­λευ­ταίοι αλ­λά­ζουν ό­λο και συ­χνό­τε­ρα εκ­δο­τι­κό οί­κο, α­παι­τώ­ντας τη με­τα­κό­μι­ση και των βι­βλίων τους; Μή­πως πολ­λα­πλα­σιά­στη­καν οι πλη­ρω­μέ­νες α­πό τους συγ­γρα­φείς εκ­δό­σεις, κα­θώς ο­ρι­σμέ­νοι εκ­δό­τες ει­δι­κεύο­νται πλέ­ον σε αυ­τές, φρο­ντί­ζο­ντας για την ό­σο το δυ­να­τόν κα­λύ­τε­ρη προώ­θη­σή τους; Αυ­τοί, πά­ντως, οι 118 ε­πι­πλέ­ον τίτ­λοι, ό­ποια αλ­λα­γή και να τους έ­φε­ρε, δεν αρ­κούν για να κα­τα­λή­ξου­με στην πα­ρη­γο­ρη­τι­κή ή ό­ποια άλ­λη δρά­ση της λο­γο­τε­χνίας. Για έ­να πα­ρό­μοιο συ­μπέ­ρα­σμα α­παι­τού­νται δια­φο­ρε­τι­κά α­ριθ­μη­τι­κά δε­δο­μέ­να. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, πό­σα α­πό τα 519 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ε­ξάν­τλη­σαν την πρώ­τη έκ­δο­ση, πό­σα έ­φθα­σαν στην τρί­τη και πό­σα κα­τόρ­θω­σαν να ει­σέλ­θουν στα δέ­κα κο­ρυ­φαία του 2012. Σε δι­σέ­λι­δο του «Βι­βλιο­δρο­μίου» δί­νε­ται ως ε­πι­κε­φα­λί­δα «Το top ten του 2012» και στο συ­νο­δευ­τι­κό άρ­θρο του Μα­νώ­λη Πι­μπλή α­να­φέ­ρο­νται ό­σα βι­βλία υ­πε­ρέ­βη­σαν σε πω­λή­σεις τα 5000 α­ντί­τυ­πα. Με βά­ση αυ­τά τα δε­δο­μέ­να, η πιο εύ­λο­γη υ­πό­θε­ση εί­ναι πως σε και­ρό κρί­σης και α­νερ­γίας, που κα­τα­τρύ­χει ι­διαί­τε­ρα τις γυ­ναί­κες, ι­σχύει πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ το πα­λαιό σλό­γκαν, “Με έ­να βι­βλίο ξε­χνιέ­μαι”.
Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, στην κο­ρυ­φαία δε­κά­δα, εμ­φα­νί­ζο­νται έ­ξι ελ­λη­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, πέ­ντε ε­ρω­τι­κά α­πό τις εκ­δό­σεις Ψυ­χο­γιός και το α­στυ­νο­μι­κό της ντε­τέ­κτιβ - δη­μο­σιο­γρά­φου Αγγε­λι­κής Νι­κο­λού­λη. Ο Πι­μπλής α­να­φέ­ρει, κα­τά φθί­νου­σα σει­ρά πω­λή­σεων, α­κό­μη έ­ξι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα α­πό τις εκ­δό­σεις Ψυ­χο­γιός –στο βαθ­μό που μπο­ρού­με να κρί­νου­με α­πό τους τίτ­λους, κι αυ­τά ε­ρω­τι­κά– στα ο­ποία προ­σθέ­τει έ­να α­κό­μη ε­ρω­τι­κό α­πό άλ­λο εκ­δο­τι­κό οί­κο. Με­τά πα­ρα­θέ­τει με­τα­φρά­σεις ξέ­νων μυ­θι­στο­ρη­μά­των και στη συ­νέ­χεια, ει­σέρ­χε­ται “στην ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία”. Σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία, κα­τα­γρά­φει 17 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα συν έ­να του Γιάν­νη Μα­ρή. Αυ­τό το δι­σέ­λι­δο των μπε­στ σέ­λερ δη­μο­σιεύε­ται δί­πλα στη δι­σέ­λι­δη ε­πι­σκό­πη­ση της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φι­κής πα­ρα­γω­γής του Κούρ­το­βικ. Αν α­να­ζη­τή­σου­με στις ε­πι­σκο­πή­σεις των δυο κρι­τι­κών τα 17 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα που πέ­ρα­σαν το φράγ­μα των 5000 α­ντι­τύ­πων, στης Κοτ­ζιά βρί­σκου­με μό­νο έ­να, το μυ­θι­στό­ρη­μα της Σο­φίας Νι­κο­λαΐδου, που άγ­γι­ξε τα 5000 α­ντί­τυ­πα (ό­πως φαί­νε­ται οι δια­δο­χι­κές εκ­δό­σεις εί­ναι πλέ­ον των 500 α­ντι­τύ­πων έ­να­ντι των 1000 ή 2000 πα­λαιό­τε­ρα)  και στου Κούρ­το­βι­κ, τρία, του Διο­νύ­ση Χα­ρι­τό­που­λου, που έ­φθα­σε τα 11.500 α­ντί­τυ­πα, του Ανδρέα Μή­τσου στα 6000 και της Νι­κο­λαΐδου. 

Δύο κα­τη­γο­ρίες

Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, αυ­τά τα δε­δο­μέ­να μας ο­δη­γούν σε έ­να και μο­να­δι­κό συ­μπέ­ρα­σμα. Ότι εί­ναι και­ρός να στα­μα­τή­σου­με την κα­τά­τα­ξη στην ί­δια ο­μά­δα α­να­γνώ­σμα­τος και λο­γο­τε­χνι­κού βι­βλίου. Για­τί α­δι­κού­με και τα δυο, ό­πως, άλ­λω­στε, συμ­βαί­νει πά­ντο­τε στις ο­μα­δο­ποιή­σεις α­νό­μοιων πραγ­μά­των. Αυ­τές οι δυο κα­τη­γο­ρίες εί­ναι γνω­στό ό­τι έ­χουν δια­φο­ρε­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τα ο­ποία κα­λό εί­ναι να λαμ­βά­νο­νται υ­π’ ό­ψη στις βι­βλιο­κρι­τι­κές και τις βρα­βεύ­σεις, πό­σω μάλ­λον ό­ταν οι α­ρε­τές των μεν προ­σμε­τρώ­νται στα ε­λατ­τώ­μα­τα των δε και α­ντι­στρό­φως. Ει­δάλ­λως, ε­πέρ­χε­ται σύγ­χυ­ση, κι αυ­τή φά­νη­κε σε ό­λη της την έ­κτα­ση, ό­ταν προέ­κυ­ψε το «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών», το ο­ποίο θεώ­ρη­σαν οι θε­σμο­θέ­τες του, ό­τι για να έ­χει κύ­ρος, θα πρέ­πει να α­πο­νέ­με­ται σε βι­βλίο της λο­γο­τε­χνίας, αν ό­χι της υ­ψη­λής, του­λά­χι­στον της ε­λα­φράς. Οπό­τε ο νεό­κο­πος θε­σμός κα­τα­στρα­τη­γή­θη­κε ποι­κι­λο­τρό­πως. Κά­θε χρό­νο δο­κι­μά­στη­κε και έ­νας δια­φο­ρε­τι­κός τρό­πος χει­ρα­γώ­γη­σης, εκ­θέ­το­ντας θε­σμο­θέ­τες και βρα­βευ­μέ­νους, αλ­λά και α­φή­νο­ντας πα­ρα­πο­νε­μέ­νους τους α­γα­πη­μέ­νους των α­να­γνω­στών συγ­γρα­φείς. 
Βε­βαίως, το πρό­βλη­μα πα­ρα­μέ­νει, α­φού δεν δια­θέ­του­με κά­ποια λυ­δία λί­θο της λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας ε­νός βι­βλίου. Για πα­ρά­δειγ­μα, οι δυο ε­πι­σκο­πή­σεις συ­μπί­πτουν μό­νο σε ε­πτά βι­βλία ε­πί συ­νό­λου 22 της Κοτ­ζιά και 23 του Κούρ­το­βι­κ, αλ­λά και σε αυ­τά α­πέ­χουν στην α­ξιο­λό­γη­σή τους. Εν τέ­λει, συμ­φω­νούν μό­νο σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, το πρό­σφα­το του Θεό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη, «Το μυ­στι­κό της Έλλης». Εκεί­νο, που βρί­σκου­με εν­δια­φέ­ρον σε αυ­τήν τη μό­νη σύ­μπτω­ση εί­ναι ό­τι ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στο θέ­μα του εν λό­γω βι­βλίου. Το­νί­ζε­ται πό­σο κα­λά “α­φο­μοιώ­θη­κε το θέ­μα της κρί­σης στον ορ­γα­νι­σμό της ι­στο­ρίας”, πό­σο κα­λά πα­ρου­σιά­ζε­ται “ο α­συ­νή­θι­στα αρ­μο­νι­κός έ­ρω­τας μιας πε­νη­ντά­χρο­νης με έ­ναν κα­τά πο­λύ νεό­τε­ρο ά­ντρα στις υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νες α­θη­ναϊκές συ­νοι­κίες” ή τέ­λος, ό­τι εί­ναι έ­να “συ­γκι­νη­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα”. Πρό­κει­ται για ε­πι­ση­μάν­σεις χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών, που μπο­ρεί να κα­τα­στή­σουν έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ευ­πώ­λη­το, ω­στό­σο δεν ε­δραιώ­νουν το λο­γο­τε­χνι­κό του χα­ρα­κτή­ρα. Μή­πως, ό­ταν δί­νου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο βά­ρος στο θέ­μα, ο­λι­σθαί­νου­με στην ε­ξο­μοίω­ση α­να­γνώ­σμα­τος και λο­γο­τε­χνι­κού βι­βλίου;

Δύ­σκο­λη διά­κρι­ση

Πριν προ­χω­ρή­σου­με, να ση­μειώ­σου­με μια βα­σι­κή δια­φο­ρά α­νά­με­σα στις δυο ε­πι­σκο­πή­σεις. Η Κοτ­ζιά θεω­ρεί το σύ­νο­λο της πε­ζο­γρα­φι­κής πα­ρα­γω­γής, δη­λα­δή μυ­θι­στό­ρη­μα και διή­γη­μα, με α­πο­τέ­λε­σμα, στον ε­πί μέ­ρους σχο­λια­σμό, να υ­πει­σέρ­χε­ται, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, και η μορ­φή, ε­νώ α­πο­δί­δε­ται φό­ρος τι­μής σε έ­να δυο μά­στο­ρες και “στυ­λί­στες”. Αντι­θέ­τως, ο Κούρ­το­βικ πε­ριο­ρί­ζε­ται στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το ο­ποίο, ό­πως έ­χει κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη δη­λώ­σει, θεω­ρεί το κυ­ρίαρ­χο εί­δος. Στην ε­πι­σκό­πη­σή του, μό­νο σε δυο πε­ρι­πτώ­σεις, α­να­φέ­ρε­ται στη μορ­φή, με τις αό­ρι­στες δια­τυ­πώ­σεις, “κα­λο­γραμ­μέ­νο” και “πε­ρί­τε­χνο”. Κα­τά τα άλ­λα, ο σχο­λια­σμός και των δυο κα­τευ­θύ­νε­ται α­πό το θέ­μα, α­φού, ό­μως, προ­η­γου­μέ­νως, έ­χουν προσ­διο­ρί­σει ποια θέ­μα­τα θεω­ρούν α­ξιό­λο­γα. 
Αυ­τή η θε­μα­τι­κή ο­ριο­θέ­τη­ση δεί­χνει α­ντί­στοι­χη με τον πε­ριο­ρι­σμό στα βι­βλία, που μπο­ρούν να εί­ναι υ­πο­ψή­φια για το «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών». Εκεί, κά­ποιος (ε­πι­τρο­πή κρι­τι­κών, Λέ­σχες  Ανά­γνω­σης) α­να­λαμ­βά­νει ρό­λο κη­δε­μό­να του α­να­γνώ­στη, ο­ρί­ζο­ντας το υ­πο­σύ­νο­λο των βι­βλίων α­πό το  ο­ποίο ε­κεί­νος κα­λεί­ται να ε­πι­λέ­ξει. Αντ’ αυ­τού, οι κρι­τι­κοί ο­ρί­ζουν τα ά­ξια μνη­μό­νευ­σης θέ­μα­τα, ό­πως η κρί­ση, οι ι­στο­ρι­κές πε­ρι­πέ­τειες της χώ­ρας, η προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση ή, ως κο­ρω­νί­δα, τα θέ­μα­τα οι­κου­με­νι­κής εμ­βέ­λειας. Έτσι, πα­ρα­με­ρί­ζο­νται τα συ­νή­θη θέ­μα­τα των μπε­στ σέ­λε­ρ, ό­πως ε­ρω­τι­κά,  πε­ρι­πε­τειώ­δη, α­στυ­νο­μι­κά, με σα­σπέ­νς, ε­κτός κι αν ο συγ­γρα­φέ­ας τους φρό­ντι­σε να δέ­σει την ι­στο­ρία του με κά­ποιο μεί­ζον ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός. Με­τά έρ­χε­ται η α­ξιο­λό­γη­ση των προ­κρι­νό­με­νων βά­σει του θέ­μα­τος μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση, πως ε­κτι­μά­ται το ευα­νά­γνω­στο βι­βλίο, που πλη­ροί ο­ρι­σμέ­νες ι­δε­ο­λο­γι­κές προ­δια­γρα­φές, ε­νώ, ως προς τη μορ­φή, δια­θέ­τει τις α­ρε­τές των ευ­πώ­λη­των. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, λό­γω θέ­μα­τος, δεν ε­μπί­πτει σε ε­κεί­να με τη με­γά­λη α­να­γνω­σι­μό­τη­τα. Για­τί μπο­ρεί έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα για τους Βαλ­κα­νι­κούς πο­λέ­μους να εί­ναι ευ­κο­λο­α­νά­γνω­στο αλ­λά θε­μα­τι­κά α­διά­φο­ρο για το με­γά­λο  κοι­νό, που θέ­λει να ξε­χα­στεί με “πε­νή­ντα α­πο­χρώ­σεις” πρά­ξεως σπου­δαίας και “τρεις” ή και δε­κα­τρείς “υ­πο­σχέ­σεις”, ι­δίως σε πε­ρίο­δο ι­σχνών α­γε­λά­δων σε ό­λους τους το­μείς, του ε­ρω­τι­κού συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, το σχε­τι­κό με τους Βαλ­κα­νι­κούς μυ­θι­στό­ρη­μα του Γιαν­νιώ­τη Σπύ­ρου Γό­γο­λου εί­ναι σο­δειά 2011, ό­πως και το σχε­τι­κό με την κρί­ση μυ­θι­στό­ρη­μα του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου. 
Πε­ρί Κρι­τη­ρίων

Επα­να­λαμ­βά­νου­με, μα­κριά α­πό ε­μάς η κρι­τι­κή της κρι­τι­κής, αλ­λά μέ­νει το ε­ρώ­τη­μα: Ο τίτ­λος, που ε­πι­λέ­γει ο Κούρ­το­βι­κ, «Το γά­λα των ι­σχνών α­γε­λά­δων», δεν υ­πό­σχε­ται προ­βο­λή του λο­γο­τε­χνι­κού α­πο­στάγ­μα­τος της χρο­νιάς; Κι ό­μως, ε­κεί­νος το α­πορ­ρί­πτει, ό­που κι αν το βρει. Στο έ­να λό­γω πα­ρω­χη­μέ­νου θέ­μα­τος, στο άλ­λο λό­γω θε­μα­τι­κής ε­πα­νά­λη­ψης, σε έ­να τρί­το για­τί ο συγ­γρα­φέ­ας ε­ξάν­τλη­σε τις πη­γές έ­μπνευ­σής του, που υ­πο­θέ­του­με ό­τι ση­μαί­νει πως κι αυ­τός θε­μα­τι­κά ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται, ε­νώ σε έ­να τέ­ταρ­το βρί­σκει προ­βλη­μα­τι­κή την τε­χνι­κή α­πό­στα­ξης. Τε­λι­κά, κά­νει την έκ­πλη­ξη, προ­τεί­νο­ντας α­ντί για γά­λα κά­τι πιο τερ­ψι­λα­ρύγ­γιο για δια­νοού­με­νους, ε­θι­σμέ­νους στην α­νά­γνω­ση δο­κι­μίων. Κά­τι σαν το φρα­που­τσί­νο, ού­τε γά­λα ού­τε κα­φές, αλ­λά γαρ­γα­λι­στι­κό μίγ­μα. Προ­τεί­νει το μυ­θι­στό­ρη­μα, που κα­ταρ­γεί τα ει­δο­λο­γι­κά στε­γα­νά: “Μυ­θο­πλα­σία, αυ­το­βιο­γρα­φία, δο­κί­μιο, πο­λι­τι­σμι­κή γεω­γρα­φία ή αν­θρω­πο­λο­γία, πο­λι­τι­σμι­κή κρι­τι­κή”, ό­λα σε έ­να. Αυ­τό θεω­ρεί “συ­ναρ­πα­στι­κή προο­πτι­κή για την πε­ζο­γρα­φία μας”. Προο­πτι­κή, ό­χι και τό­σο και­νού­ρια. 
Μπο­ρεί ο κα­θέ­νας να ο­ρί­ζει κρι­τή­ρια και να κά­νει τις ε­πι­λο­γές του, ω­στό­σο ό­λοι και ό­λα ο­ρί­ζο­νται α­πό τη γλώσ­σα. Πριν κο­ντά ε­νά­μι­σι αιώ­να, οι φι­λό­λο­γοι, α­ντί να με­τα­γλωτ­τί­σουν τον λα­τι­νι­κό ό­ρο literatura με τη λέ­ξη γράμ­μα­τα, προ­τί­μη­σαν να πλά­σουν στο πρό­τυ­πο της λέ­ξης καλ­λι­τε­χνία, τον και­νο­φα­νή τό­τε ό­ρο λο­γο­τε­χνία. Εί­ναι, ί­σως, η μό­νη γλώσ­σα που θέ­τει αυ­τόν τον πε­ριο­ρι­σμό, τον ο­ποίο βιά­ζου­με, ό­ταν χρη­σι­μο­ποιού­με τη λέ­ξη λο­γο­τε­χνία α­δια­κρί­τως για ο­ποιο­δή­πο­τε πε­ζό δη­μο­σιεύε­ται. Από την άλ­λη, ας φρο­ντί­σουν βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές και κρι­τι­κοί για την προώ­θη­ση του εν­δε­δειγ­μέ­νου ευα­νά­γνω­στου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Μπο­ρούν, μά­λι­στα, να ξε­κι­νή­σουν α­πό τις λί­στες των ευ­πώ­λη­των, κα­ταρ­γώ­ντας τον προσ­διο­ρι­σμό λο­γο­τε­χνία, τό­σο για τα ελ­λη­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ό­σο και για τα με­τα­φρα­σμέ­να. Ας α­πο­τολ­μή­σουν να α­πο­φαν­θούν ό­τι η τρι­λο­γία της Λον­δρέ­ζας Ερρί­κας Μή­τσε­λ, γνω­στής με το ψευ­δώ­νυ­μο Ε. Λ. Τζέϊμς, «Πε­νή­ντα α­πο­χρώ­σεις», δεν εί­ναι λο­γο­τε­χνία. Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται η ί­δια, εί­ναι οι ε­ρω­τι­κές φα­ντα­σιώ­σεις μιας γυ­ναί­κας, που κλεί­νει ε­φέ­τος τα πε­νή­ντα και έ­χει έ­ναν δε­κα­πε­ντα­ε­τή έγ­γα­μο βίο που συ­νε­χί­ζε­ται και δυο κό­ρες. Εμείς, πά­ντως, προ­τι­μού­με τα α­ντί­στοι­χα βι­κτω­ρια­νά πορ­νο­γρα­φι­κά και στο εί­δος του ε­ρω­τι­κού, δεν θα αλ­λά­ζα­με την Αμε­ρι­κα­νί­δα Μάρ­γκα­ρετ Μή­τσελ και το «Οσα παίρ­νει ο ά­νε­μος» με έ­να Λέ­νας Μα­ντά. Αλλά πε­ρί ο­ρέ­ξεως ου­δείς λό­γος. Ωστό­σο, αν υ­πάρ­ξει και ε­φέ­τος «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών», ας α­φή­σουν οι νέ­οι θε­σμο­θέ­τες ε­λεύ­θε­ρους και ό­χι δια­κρι­τι­κά χει­ρα­γω­γού­με­νους τους α­να­γνώ­στες να δια­λέ­ξουν α­πό ό­λη τη σο­δειά. Ας πα­ρα­δειγ­μα­τι­στούν α­πό τους Βρε­τα­νούς, που α­πέ­νει­μαν το «National Book Award» του 2012 στην Ε. Λ.Τζέϊμς. 

 Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/2/2013.

Αθήνα και πάλι Αθήνα



















Η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας, άλλοτε Κηφισίας, στη συμβολή της με την οδό Κουμπάρη, σε φωτογραφία της δεκαετίας του 1920. Δεξιά, στον αριθμό 17 της Βασ. Σοφίας, η οικία Χαροκόπου-Εμμανουήλ Μπενάκη (σήμερα Μουσείο Μπενάκη), έργο του αρχιτέκτονα Αναστάση Μεταξά. Δίπλα, στον αριθμό 15, η οικία Ράλλη-Σκαραμαγκά (πιθανόν έργο του Αριστοτέλη Ζάχου), είναι από τα τελευταία μέγαρα που κτίστηκαν στην οδό Βασ. Σοφίας. Κατεδαφίσθηκε το 1955 και στη θέση του κτίστηκε πολυώροφο κτήριο, που στεγάζει σήμερα το Υπουργείο Εσωτερικών.

Θα­νά­σης Γιο­χά­λας -
Τό­νια Κα­φετ­ζά­κη 
«Αθή­να 
Ιχνη­λα­τώ­ντας την πό­λη  
με ο­δη­γό την ι­στο­ρία
και τη λο­γο­τε­χνία» 
Εκδό­σεις Βι­βλιο­πω­λείον
της Εστίας 
Δε­κέμ­βριος 2012

Εί­ναι δύ­σκο­λος ο ει­δο­λο­γι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός ε­νός βι­βλίου, ό­πως αυ­τό που συ­νέ­θε­σαν ο Θα­νά­σης Γιο­χά­λας και η Τό­νια Κα­φετ­ζά­κη για την πό­λη της Αθή­νας, α­ξιο­ποιώ­ντας έ­να ποι­κι­λό­μορ­φο και πλού­σιο σε πλη­ρο­φο­ρίες υ­λι­κό. Δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ο­δη­γός της πό­λης, πα­ρό­λο που η δο­μή του κα­τά πε­ριο­χή το ε­ντάσ­σει, εκ πρώ­της ό­ψεως, στους ο­δη­γούς. Στο τε­λι­κό α­πο­τέ­λε­σμα, ό­μως, υ­πε­ρι­σχύει η α­νά­πτυ­ξη των ε­πί μέ­ρους ε­νο­τή­των υ­πό τη μορ­φή λημ­μά­των, που  το φέρ­νει πλη­σιέ­στε­ρα σε έ­ναν τύ­πο ε­γκυ­κλο­παι­δι­κού λε­ξι­κού της πό­λης. Άλλω­στε, τη χρή­ση του βι­βλίου ως ο­δη­γού τη δυ­σχε­ραί­νει το με­γά­λο σχή­μα του και η α­που­σία χαρ­το­γρα­φι­κής ει­κό­νας των συ­νοι­κιών, που δεν υ­πο­κα­θί­στα­ται α­πό την α­να­φο­ρά των ο­δών που τις πε­ρι­κλείουν. Ιδιαί­τε­ρα ό­ταν πρό­κει­ται για τους σκο­λιούς δρο­μί­σκους των πα­λαιών, ε­ξα­φα­νι­σμέ­νων σή­με­ρα, του­λά­χι­στον κα­τ’ ό­νο­μα, συ­νοι­κιών.  
    Αλλά ού­τε για με­λέ­τη πρό­κει­ται, κα­θώς, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, α­παι­τεί­ται, πέ­ραν της συ­γκέ­ντρω­σης του υ­λι­κού, πρω­το­γε­νής έ­ρευ­να και έ­λεγ­χος της α­ξιο­πι­στίας των πη­γών, ι­δίως των πιο πρό­σφα­των. Εί­ναι γνω­στή η τά­ση των νεό­τε­ρων α­θη­ναιο­γρά­φων να ε­πι­λέ­γουν το πα­ρά­δο­ξο πε­ρι­στα­τι­κό και να κα­τα­φεύ­γουν στην κα­θ’ υ­περ­βο­λήν πε­ρι­γρα­φή του, ε­πι­διώ­κο­ντας μάλ­λον τον ε­ντυ­πω­σια­σμό. Από την άλ­λη, ο πλού­τος των α­φη­γή­σεων για το κλει­νόν ά­στυ εί­ναι τό­σο με­γά­λος, που αυ­τή η α­φθο­νία α­πο­τε­λεί μάλ­λον δυ­σχε­ρα­ντι­κό πα­ρά βο­η­θη­τι­κό στοι­χείο. Γι’ αυ­τό και χρειά­ζε­ται προ­σε­κτι­κό ξε­διά­λεγ­μα ε­κεί­νων των ψη­φί­δων, που με την συ­νέ­νω­σή τους θα δώ­σουν γνή­σια ει­κό­να των πα­λαιό­τε­ρων ό­ψεων της πό­λης και ό­χι μια με­τα­γε­νέ­στε­ρη α­ντα­νά­κλα­ση. Εκεί­νο α­πό το ο­ποίο κιν­δυ­νεύει έ­να πα­ρό­μοιο εγ­χεί­ρη­μα εί­ναι ο α­να­γνώ­στης να το α­ντι­με­τω­πί­σει σαν έ­να παι­χνί­δι ε­ρω­τα­πα­ντή­σεων, ό­πως το “trivial pursuit”, που ήρ­θε προ­σφά­τως α­πό την α­με­ρι­κα­νι­κή ή­πει­ρο και πο­λύ α­γα­πή­θη­κε. Προς τα ε­κεί, μά­λι­στα, έ­γει­ρε η δη­μο­σιο­γρα­φι­κή υ­πο­δο­χή του βι­βλίου.  
Εί­ναι το πρώ­το βι­βλίο των δυο συγ­γρα­φέων για την Αθή­να. Κερ­κυ­ραίος ο Γιο­χά­λας, γνώ­ρι­σε την πό­λη ως φοι­τη­τής στα πρώ­τα χρό­νια της Με­τα­πο­λί­τευ­σης. Από την ί­δια ε­πο­χή εί­ναι και οι πρώ­τες ε­ντυ­πώ­σεις της Κα­φετ­ζά­κη, αυ­τή Αθη­ναία αλ­λά αρ­κε­τά νεό­τε­ρη. Όπως α­να­φέ­ρουν στον πρό­λο­γο, χω­ρίς μνή­μες α­πό την Αθή­να πα­λαιό­τε­ρων δε­κα­ε­τιών, συν­θέ­τουν τις δια­δο­χι­κές ει­κό­νες της α­πό τις προ­σι­τές σε αυ­τούς ψη­φί­δες. Αυ­τό προσ­δί­δει μια κα­θο­ρι­στι­κή χροιά στο πό­νη­μά τους. Για πα­ρά­δειγ­μα, η Ομορ­φο­κ­κλη­σιά της συλ­λο­γι­κής μνή­μης α­να­φέ­ρε­ται ως η Όμορ­φη Εκκλη­σιά των σχε­τι­κών με­λε­τών. Ή, α­κό­μη, για να δο­θεί η α­τμό­σφαι­ρα στη γει­το­νιά του Κυ­πριά­δη, ε­πι­λέ­γε­ται α­πό­σπα­σμα α­πό το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ιωάν­νας Κα­ρυ­στιά­νη, «Τα σακ­κιά», που δεν προϊδεά­ζει για την ι­διαι­τε­ρό­τη­τα αυ­τής της μο­να­δι­κής κά­πο­τε κη­πού­πο­λης και θα μπο­ρού­σε να α­να­φέ­ρε­ται σε μια ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη συ­νοι­κία με ο­δω­νύ­μια ο­νό­μα­τα ποιη­τών. Κα­τά τα άλ­λα, οι νεό­τε­ρες πη­γές συ­χνά συμ­φύ­ρουν λά­θη, ό­πως, λ.χ., το ό­τι αυ­τή η πρώ­τη κη­πού­πο­λη δη­μιουρ­γή­θη­κε στο Με­σο­πό­λε­μο α­πό τον ε­πι­χει­ρη­μα­τία Μί­νωα Κυ­πριά­δη. Εκεί­νος, ό­μως, την εί­χε α­γο­ρά­σει στα τέ­λη του 19ου και αρ­χές του Με­σο­πο­λέ­μου, εί­χε πε­θά­νει. Στο Με­σο­πό­λε­μο, την δη­μιούρ­γη­σε ο αρ­χι­τέ­κτο­νας γιος του, Επα­μει­νών­δας Κυ­πριά­δης. 
Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος συγ­γρα­φέ­ας και ε­ρα­σι­τέ­χνης ι­στο­ριο­δί­φης της Αθή­νας εί­ναι ο Γιο­χά­λας, σύμ­φω­να με το βιο­γρα­φι­κό του. Ενώ, για την Κα­φετ­ζά­κη εί­ναι το δεύ­τε­ρο βι­βλίο, με­τά την προ δε­κα­ε­τίας με­λέ­τη της «Προ­σφυ­γιά και λο­γο­τε­χνία. Ει­κό­νες του Μι­κρα­σιά­τη πρό­σφυ­γα στη με­σο­πο­λε­μι­κή πε­ζο­γρα­φία». Ίσως, αν έ­φτια­χνε μό­νη της το βι­βλίο της Αθή­νας, να α­κο­λου­θού­σε την ί­δια με­θο­δο­λο­γία. Δη­λα­δή, να α­να­ζη­τού­σε τις ει­κό­νες της πό­λης στη λο­γο­τε­χνία και να συ­νέ­θε­τε μια λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρι­διά­βα­ση, ό­πως ε­κεί­νη που πρό­τει­νε προ τριε­τίας η συ­νο­μή­λι­κή της Δώ­ρα Μέ­ντη, «Η Αθή­να α­πό τον 19ο στον 20ο αιώ­να. Μια λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρι­διά­βα­ση α­πό την πα­λιά ως τη ση­με­ρι­νή ει­κό­να της πό­λης». Αντ’ αυ­τής, στο βι­βλίο, που συ­νυ­πο­γρά­φει, προ­τάσ­σε­ται η πε­ριή­γη­ση στην πό­λη και σαν προ­σθή­κη –στα ε­κτε­νή λήμ­μα­τα και ό­ταν η ε­πο­πτεία των συγ­γρα­φέων το ε­πι­τρέ­πει– έρ­χε­ται ο “λο­γο­τε­χνι­κός πε­ρί­πα­τος”.  
Αυ­τός ο “πα­ράλ­λη­λος” πε­ρί­πα­τος δια­φέ­ρει α­πό ε­κεί­νον της Μέ­ντη. Κα­τ’ αρ­χάς, δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στα λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να, αλ­λά α­πλώ­νε­ται και σε α­να­γνώ­σμα­τα, ό­πως τα α­στυ­νο­μι­κά του Γιάν­νη Μα­ρή, τα βι­βλία του Δη­μή­τρη Ψα­θά, τα πα­λαιό­τε­ρα μπε­στ σέ­λερ του Φρέ­ντυ Γερ­μα­νού και της Λι­λής Ζω­γρά­φου, ή και κά­ποια πρό­σφα­τα, κα­θώς το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ελέ­νης Πριο­βό­λου, που δια­κρί­θη­κε με το Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών. Όσο για το λο­γο­τε­χνι­κό­τε­ρο τμή­μα του “πε­ρι­πά­του”, αυ­τό, σε σύ­γκρι­ση με το αν­θο­λό­γη­μα της Μέ­ντη, εί­ναι μι­κρό­τε­ρης έ­κτα­σης, κα­θώς οι μνη­μο­νευό­με­νοι συγ­γρα­φείς εί­ναι πε­ρί­που κα­τά δυο τρί­τα λι­γό­τε­ροι. Τα πα­ρα­θέ­μα­τα εί­ναι κυ­ρίως α­πό τα πε­ζά των πα­λαιό­τε­ρων, στα ο­ποία προ­στί­θε­νται και λι­γο­στές α­φη­γή­σεις των ε­πι­φα­νέ­στε­ρων της γε­νιάς του Με­σο­πο­λέ­μου, με προ­ε­ξάρ­χο­ντες τον Θε­ο­το­κά και τον Μυ­ρι­βή­λη. Ου­σια­στι­κά α­που­σιά­ζουν, ε­κτός α­πό δυο τρεις ε­ξαι­ρέ­σεις, ό­πως ο Μ. Κου­μα­ντα­ρέ­ας ή ο Κ. Τα­χτσής, οι με­τα­πο­λε­μι­κοί πε­ζο­γρά­φοι, που οι α­φη­γή­σεις τους θα μπο­ρού­σαν να πλου­τί­σουν τις πιο πρό­σφα­τες ει­κό­νες της πό­λης. Η ου­σια­στι­κή, ό­μως, δια­φο­ρο­ποίη­ση ε­ντο­πί­ζε­ται στην κυ­ριαρ­χία της α­φή­γη­σης. Λι­γό­τε­ροι οι ποιη­τές αλ­λά και α­πό αυ­τούς, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι αν­θο­λο­γού­νται με α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα πε­ζά τους κεί­με­να.  
Με μια μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση, τον Γεώρ­γιο Σου­ρή. Οι στί­χοι του, με τον Φα­σου­λή, τον Πε­ρι­κλέ­το και τον Ρω­μηό, έρ­χο­νται ως διάν­θι­σμα και ε­πω­δός πολ­λών λημ­μά­των, προ­σθέ­το­ντας φαι­δρούς τό­νους, κά­πο­τε ι­διαί­τε­ρα ται­ρια­στούς με τη ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση της πό­λης. Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, προ 130 ε­τών, δη­μο­σιεύο­νται οι στί­χοι: «Χαί­ρε, λοι­πόν, Αθή­να μου, με ό­λη σου τη βρώ­μα, // Χαί­ρε, ω γη των ψο­φι­μιών και των ου­ρο­δο­χείων, // Χαί­ρε, ω πό­λις βρω­με­ρών και λυσ­σα­σμέ­νω σκύ­λων, // Χαί­ρε, ω πό­λις τε­μπε­λιάς, βλα­κείας και μα­λά­κας...». Δυ­στυ­χώς, ο δαί­μων του τυ­πο­γρα­φείου πα­ρεμ­βαί­νει στη μνη­μό­νευ­ση της προ­το­μής του στον κα­τά­λο­γο των γλυ­πτών του Ζαπ­πείου, ό­που α­να­φέ­ρε­ται ό­τι αυ­τή το­πο­θε­τή­θη­κε το 1934. Συ­γκε­κρι­μέ­να, δε­κα­τρία χρό­νια με­τά θά­να­τον, στις 12 Μαΐου 1932, έ­γι­ναν τα α­πο­κα­λυ­πτή­ρια, με τους ε­πι­σή­μους σε α­παρ­τία και τη Φι­λαρ­μο­νι­κή του Δή­μου να α­να­κρούει τον Εθνι­κό Ύμνο. Αλλά και στο λήμ­μα του Πρώ­του Νε­κρο­τα­φείου, τον λη­σμο­νούν, πα­ρό­λο που η προ­το­μή του, α­πό τα κα­λύ­τε­ρα έρ­γα του Νι­κο­λά­ου Γεωρ­γα­ντή, συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στα α­ξιό­λο­γα τα­φι­κά μνη­μεία του Νε­κρο­τα­φείου.  
Κα­τά τα άλ­λα, και αυ­τό το “α­φή­γη­μα” της Αθή­νας, α­πό την Αθή­να ως πρω­τεύου­σα του νε­ο­σύ­στα­του ελ­λη­νι­κού κρά­τους ξε­κι­νά­ει και φθά­νει μέ­χρι σή­με­ρα. Για την πλη­ρό­τη­τα ε­νός ο­δη­γού, προ­στί­θε­ται έ­να πρώ­το κε­φά­λαιο σύ­ντο­μης α­να­δρο­μής στην ι­στο­ρία της πό­λης και πα­ράρ­τη­μα για μια πλη­ρέ­στε­ρη πα­ρου­σία­ση του Δή­μου Αθη­ναίων. Στο ει­σα­γω­γι­κό κε­φά­λαιο, η “λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρι­διά­βα­ση” πρω­το­τυ­πεί, αν­θο­λο­γώ­ντας για την πε­ρίο­δο των Τριά­κο­ντα Τυ­ράν­νων α­πό­σπα­σμα α­πό «Το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ξε­νο­φώ­ντος» του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου, ε­νώ, για την Αθή­να με­τά τον Β΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, στί­χους του Σου­ρή. Ο κυ­ρίως κορ­μός του βι­βλίου α­φιε­ρώ­νε­ται σε δέ­κα πε­ριο­χές της πό­λης, ό­που η σει­ρά πα­ρά­τα­ξης ο­ρί­ζε­ται α­πό τη χρο­νι­κή πα­ρά­με­τρο. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, α­κο­λου­θεί τις με­τα­το­πί­σεις “της καρ­διάς της πό­λης”, α­πό την πα­λαιά πό­λη και τις συ­νοι­κίες γύ­ρω α­πό την Ακρό­πο­λη στο πρώ­το ε­μπο­ρι­κό κέ­ντρο και τη Νεά­πο­λη. Έπο­νται το ά­νοιγ­μα της πό­λης προς τον Πει­ραιά και α­ντί­στοι­χα, προς τα Φά­λη­ρα, τον Υμητ­τό και τα Πα­τή­σια. Όσο πα­λαιό­τε­ρη η πε­ριο­χή, τό­σο υ­πε­ρι­σχύει η α­φή­γη­ση και πε­ριο­ρί­ζε­ται ο λε­ξι­κο­γρα­φι­κός χα­ρα­κτή­ρας. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λει ο μα­κρύ­τε­ρος και πιο ε­πί­λε­κτος λο­γο­τε­χνι­κός πε­ρί­πλους. Μπο­ρεί στην κα­το­πι­νή Αθή­να να μνη­μο­νεύο­νται τό­ποι συ­νά­ντη­σης, ό­πως κα­φε­νεία και τα πρώ­τα α­στι­κά ή και λο­γο­τε­χνι­κά σα­λό­νια, αλ­λά η α­να­φο­ρά ό­σων με­τεί­χαν σε αυ­τά με την πα­ρά­θε­ση ο­νο­μα­στι­κών κα­τα­λό­γων, χω­ρίς α­ντί­στοι­χη α­ξιο­ποίη­ση των λο­γο­τε­χνι­κών κει­μέ­νων, α­πο­δυ­να­μώ­νει αυ­τό το κομ­μά­τι.  
Στη μνη­μό­νευ­ση βιο­γρα­φι­κών στοι­χείων συγ­γρα­φέων και καλ­λι­τε­χνών, θα α­να­με­νό­ταν, πα­ρά τον α­να­γκα­στι­κά ε­πι­λε­κτι­κό της χα­ρα­κτή­ρα, να υ­πάρ­χει μέ­ρι­μνα για μια πιο συ­στη­μα­τι­κή α­να­φο­ρά. Για πα­ρά­δειγ­μα, ε­νώ α­να­φέ­ρο­νται οι δυο δια­δο­χι­κές κα­τοι­κίες Κα­ρα­γά­τση, δεν κα­τα­γρά­φο­νται οι α­ντί­στοι­χες του Τερ­ζά­κη, πα­ρό­λο που βρί­σκο­νται στις ί­διες συ­νοι­κίες. Τον δεύ­τε­ρο τον α­δί­κη­σε και ο δαί­μων του τυ­πο­γρα­φείου, αλ­λά­ζο­ντας το έ­τος του θα­νά­του του. Επί­σης, μια κά­πως α­ξιο­λο­γι­κή κα­τα­γρα­φή θα χρεια­ζό­ταν στα ερ­γα­στή­ρια καλ­λι­τε­χνών και τους διά­φο­ρους ε­παγ­γελ­μα­τι­κούς χώ­ρους. Τό­σα γλυ­πτά του Θω­μά Θω­μό­που­λου α­να­φέ­ρο­νται, θα μπο­ρού­σε να μνη­μο­νεύε­ται και το ερ­γα­στή­ριό του, ό­πως και κά­ποιων νεό­τε­ρων.  
Ση­μα­ντι­κό­τε­ρα τα υ­πάρ­χο­ντα ερ­γα­στή­ρια, ό­πως της Να­τα­λίας Με­λά στην πά­ρο­δο της ο­δού Ηρώ­δου Αττι­κού, την ο­δό Μου­ρού­ζη. Σε αυ­τήν, ο Οδη­γός α­να­φέ­ρει την Πυ­ρο­σβε­στι­κή Υπη­ρε­σία και το Μου­σείο-Αρχείο της Ε.Ρ.Τ., αλ­λά λη­σμο­νεί το Σπου­δα­στή­ριο Νέ­ου Ελλη­νι­σμού, ό­που στε­γά­ζο­νται τα Αρχεία Κ. Θ. Δη­μα­ρά και Γ. Π. Σαβ­βί­δη, και, στην α­πέ­να­ντι πλευ­ρά του δρό­μου, το ερ­γα­στή­ριο της Με­λά α­πό τη δε­κα­ε­τία του ’40. Η κα­η­μέ­νη η Με­λά κα­τα­χω­ρεί­ται στο Ευ­ρε­τή­ριο μα­ζί με τη συ­νο­νό­μα­τη για­γιά της, την Να­τα­λία Δρα­γού­μη-Με­λά. Από την Βι­βλιο­νέτ μέ­χρι τα Ευ­ρε­τή­ρια, οι συ­νο­νό­μα­τοι φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι να συ­στε­γά­ζο­νται. Ύστε­ρα, δεν υ­πήρ­ξαν μό­νο δυο φω­το­γρα­φεία στην Αθή­να. Μπο­ρεί του Φί­λιπ­που Μαρ­γα­ρί­τη να στά­θη­κε το πρώ­το της πό­λης και ε­κεί­νο του Γεωρ­γίου Μπού­κα, έ­να α­πό τα γνω­στά του Με­σο­πο­λέ­μου, αλ­λά υ­πήρ­χαν και άλ­λα ε­ξί­σου διά­ση­μων φω­το­γρά­φων. Για πα­ρά­δειγ­μα, κα­τά τον 19ο αιώ­να, στην ο­δό Ερμού βρί­σκο­νταν τα φω­το­γρα­φεία του Πέ­τρου Μω­ραΐτη, των Αδελ­φών Ρω­μαΐδη και στο Με­σο­πό­λε­μο, ε­κεί­νο της Nelly’s. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως,  η φω­το­γρα­φία ε­ξω­φύλ­λου εί­ναι του Μω­ραΐτη, αλ­λά, στο βι­βλίο, α­να­φέ­ρε­ται μό­νο ο συ­νο­νό­μα­τός του γλύ­πτης, δη­μιουρ­γώ­ντας σύγ­χυ­ση.  
Εδώ, ό­μως, θα πρέ­πει να στα­μα­τή­σου­με τις ε­πι­μέ­ρους πα­ρα­τη­ρή­σεις. Όταν το βι­βλίο εί­ναι έ­τοι­μο, εύ­κο­λα α­σκεί­ται κρι­τι­κή. Το δύ­σκο­λο εί­ναι να στή­σεις έ­να πα­ρό­μοιο βι­βλίο. Υπήρ­χαν του­ρι­στι­κοί ο­δη­γοί, “λο­γο­τε­χνι­κές πε­ρι­δια­βά­σεις”, βι­βλία για ε­πι­μέ­ρους συ­νοι­κίες, α­κό­μη και βι­βλία με πε­ρι­πά­τους σε ο­λό­κλη­ρη την πε­ριο­χή του κέ­ντρου της Αθή­νας, ό­πως του Διο­νύ­ση Ηλιό­που­λου, «Εν Αθή­ναις, Κά­πο­τε... Η Πό­λις και οι Δρό­μοι της διη­γού­νται την Ιστο­ρία τους», που έ­χει πα­ρα­πλή­σια με το πρό­σφα­το δο­μή, ω­στό­σο έ­λει­πε ο με­θο­δι­κός και ε­παυ­ξη­μέ­νος συν­δυα­σμός, που να προ­σφέ­ρει πλού­το πλη­ρο­φο­ριών και να δια­θέ­τει α­φη­γη­μα­τι­κή γλα­φυ­ρό­τη­τα. Κι αυ­τό το κα­τόρ­θω­σαν οι δυο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι ι­στο­ριο­δί­φες της Αθή­νας.  

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/2/2013.

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Γιορτάζουμε



Αφιε­ρω­μέ­νο στον πρώ­το συ­ντά­κτη του Ex Libris, 
Ηλία Κα­νέλ­λη, που την έ­κα­νε νω­ρίς και εί­δε Υψί­στου πρό­σω­πο.

Εί­ναι γνω­στή η ευ­χή να τα χι­λιά­σεις. Σχή­μα λό­γου κα­θ’ υ­περ­βο­λήν, προς το­νι­σμό ε­νός χρό­νια πολ­λά. Μια α­πό τις πά­μπολ­λες ευ­χε­τι­κές εκ­φρά­σεις, που ε­πα­να­λαμ­βά­νου­με χω­ρίς να κυ­ριο­λε­κτού­με. Ένας γλυ­κός λό­γος, που ου­δείς τον εν­νο­εί, δε­δο­μέ­νου ό­τι α­νή­κει στη σφαί­ρα του μυ­θι­κού, τό­σο για πρό­σω­πα ό­σο, σή­με­ρα πλέ­ον, και για εγ­χει­ρή­μα­τα. Να, ό­μως, που το Ex Libris, πα­ρά πά­σαν προσ­δο­κία, τα κα­τά­φε­ρε. Τω ό­ντι, μέ­γα ε­πί­τευγ­μα, ό­σο, εν τέ­λει, και α­διά­φο­ρο. Ένας ά­θλος, που δεν θα κα­τα­γρα­φεί στα χρο­νι­κά του Τύ­που, ού­τε καν θα ε­πι­ση­μαν­θεί ως γε­νό­με­νος. Η δρά­κα των α­να­γνω­στών του μό­λις που θα πα­ρα­τη­ρή­σει τον στρογ­γυ­λό αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό, αν τον πα­ρα­τη­ρή­σει. Δυ­στυ­χώς, πρό­κει­ται για μια σε­λί­δα βι­βλίου, που δεν α­πέ­κτη­σε ευ­ρύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, ού­τε καν με τα δε­δο­μέ­να της ε­φη­με­ρί­δας, στις σε­λί­δες της ο­ποίας συ­να­ριθ­μεί­ται χω­ρίς να  κα­τορ­θώ­σει να α­πο­τε­λέ­σει ορ­γα­νι­κό τμή­μα της. Κά­τι σαν τη μύ­γα μες στο γά­λα, που κα­νείς δεν α­πο­φα­σί­ζει να την α­φαι­ρέ­σει.  Ακό­μη πρό­σφα­τα, η διεύ­θυν­ση της ε­φη­με­ρί­δας έ­δει­ξε ό­τι δεν δια­βά­ζει την εν λό­γω σε­λί­δα, ού­τε καν ό­ταν αυ­τό κα­θί­στα­ται α­να­γκαίο προς δια­μόρ­φω­ση γνώ­μης, προ­τι­μώ­ντας το ρό­λο του Πο­ντίου Πι­λά­του. Κα­κά τα ψέ­μα­τα, το χι­λιο­σέ­λι­δο Ex Libris δεν α­ρέ­σει ού­τε ε­ντός οι­κο­γε­νείας, ού­τε ε­κτός. Κι αν κά­ποιοι αν­τλούν α­πό αυ­τό έ­μπνευ­ση ή και δε­δο­μέ­να, κα­τά κα­νό­να, δεν α­ξιο­λο­γούν να το μνη­μο­νεύ­σουν. Τε­λι­κά, ο μό­νος λό­γος της μα­κρο­ζωίας του εί­ναι για­τί ο συ­ντά­κτης του α­νέ­κα­θεν δια­σκέ­δα­ζε και ε­ξα­κο­λου­θεί να δια­σκε­δά­ζει γρά­φο­ντάς το. Αυ­τόν, έ­να μό­νο πράγ­μα τον θλί­βει. Οι σκω­πτι­κοί και ε­πι­θε­τι­κοί υ­παι­νιγ­μοί, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν αυ­τοί εί­ναι α­πρό­κλη­τοι.
Για την χι­λιο­στή σε­λί­δα του Ex Libris, ε­πι­λέ­ξα­με να δη­μο­σιεύ­σου­με μια πα­λαιό­τε­ρη βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, που η μα­ταίω­ση της δη­μο­σίευ­σής της μας ά­φη­σε μια αί­σθη­ση α­δι­κίας. Για­τί δεν εί­ναι α­δι­κία α­πό τον Θεό, να γρά­φε­ται μια βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση για βι­βλια­κό έν­θε­το ε­φη­με­ρί­δας, με την ο­ποία υ­πάρ­χει σχέ­ση α­μει­βό­με­νης ερ­γα­σίας, αυ­τή να σε­λι­δο­ποιεί­ται και μά­λι­στα, με πε­ρα­σμέ­νη την η­με­ρο­μη­νία κυ­κλο­φο­ρίας του φύλ­λου της ε­φη­με­ρί­δας και τε­λι­κά, πο­τέ να μην δη­μο­σιεύε­ται. Κά­τι σαν τη νύ­φη, που την ε­γκα­τα­λεί­πει ο γα­μπρός στα σκα­λο­πά­τια της εκ­κλη­σίας. Αρχι­κά, λό­γω κυ­λιό­με­νων 48ω­ρων α­περ­γιών των α­πλή­ρω­των ερ­γα­ζο­μέ­νων της ε­φη­με­ρί­δας, που κρά­τη­σαν κο­ντά έ­να χρό­νο, και στη συ­νέ­χεια, ό­ταν η ε­φη­με­ρί­δα ε­πα­νήλ­θε, λό­γω αιφ­νι­δια­στι­κής α­πό­φα­σης των διευ­θυ­νό­ντων να γί­νει αλ­λα­γή των συ­ντα­κτών του έν­θε­του. Αύ­ταν­δρη πή­γε η ο­μά­δα, δη­μο­κρα­τι­κά, χω­ρίς ε­πι­με­ρι­στι­κά κρι­τή­ρια α­ξιο­λό­γη­σης. Ο βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής, ω­στό­σο, λό­γω σχε­τι­κής μα­κρο­η­μέ­ρευ­σής του –με­τρού­σε 145 βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της α­δη­μο­σίευ­της– αλ­λά και ε­πει­δή α­νέ­με­νε ε­πί έ­να χρό­νο στο α­κου­στι­κό του, σαν να ψή­λω­σε ο νους του, εί­χε την α­παί­τη­ση προ­σω­πι­κής ε­νη­μέ­ρω­σης - αν εί­ναι πο­τέ δυ­να­τόν.
Ανα­δη­μο­σιεύου­με τη βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, πα­ρό­τι το βι­βλίο εκ­δό­θη­κε Οκτώ­βριο 2011 και α­πό τό­τε έ­κα­νε μια ι­κα­νο­ποιη­τι­κή πο­ρεία. Δεν μπή­κε μεν στις λί­στες των μπε­στ σέ­λε­ρ, κά­τι που συ­νι­στά πλέ­ον την κυ­ρίαρ­χη ε­πι­δίω­ξη των συγ­γρα­φέων, αλ­λά προ­κρί­θη­κε στις βρα­χείες λί­στες των δυο  α­πό τα τέσ­σε­ρα υ­πάρ­χο­ντα ε­τή­σια βρα­βεία: στην τε­λι­κή δε­κά­δα του «Δια­βά­ζω», στην τε­λι­κή ε­πτά­δα του «The Athens Prize for literature». Έμει­νε, ω­στό­σο, ε­κτός της τε­λι­κής λί­στας του Βρα­βείου των Ανα­γνω­στών, πα­ρό­λο που αυ­τή πε­ριε­λάμ­βα­νε 19 βι­βλία, ό­πως και της τε­λι­κής ε­πτά­δας των Κρα­τι­κών Βρα­βείων Λο­γο­τε­χνίας. Τε­λι­κά, ο Πα­να­γιω­τό­που­λος α­πέ­σπα­σε το πρώ­το λο­γο­τε­χνι­κό του βρα­βείο, που ή­ταν αυ­τό του Πέ­τρου Χά­ρη της Ακα­δη­μίας Αθη­νών. Να ση­μειώ­σου­με, εκ των υ­στέ­ρων, την α­πο­ρία μας για την πο­ρεία ε­νός άλ­λου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, συγ­γε­νι­κού θε­μα­τι­κά, και, κα­τ’ ε­μάς, ι­διαί­τε­ρα εν­δια­φέ­ρο­ντος, το ο­ποίο και α­να­φέ­ρου­με στη βι­βλιο­πα­ρου­σία­σή μας. Το μυ­θι­στό­ρη­μα του Μά­κη Κα­ρα­γιάν­νη, «Το ό­νει­ρο του Οδυσ­σέ­α», που φαί­νε­ται ό­τι ου­δό­λως συ­γκί­νη­σε τις ο­μά­δες των κρι­τών.

Ο συ­ντά­κτης του Ex Libris



Adam raised a Cain

Νί­κος Πα­να­γιω­τό­που­λος
«Τα παι­διά του Κάϊν»
Εκδό­σεις Με­ταίχ­μιο
Οκτώ­βριος 2011

Σαν το μή­λο του Νεύ­τω­να φαί­νε­ται ό­τι λει­τούρ­γη­σε η πρό­σφα­τη κρί­ση στους συγ­γρα­φείς. Όντας υ­πο­ψια­σμέ­νοι ψυ­χα­νε­μί­ζο­νταν ό­τι ό­λα δεν πή­γαι­ναν κα­λά, αλ­λά έ­λα που ό­λα γι’ αυ­τούς έ­βαι­ναν κα­τ’ ευ­χήν. Όμως η χιο­νο­στι­βά­δα του τε­λευ­ταίου ε­νά­μι­σι χρό­νου, τους έ­βγα­λε α­πό τη νιρ­βά­να, ξε­μπλο­κά­ρο­ντας την έ­μπνευ­ση. Την πα­ρο­μοίω­ση με το “μή­λο” την δα­νει­στή­κα­με α­πό το πρώ­το βι­βλίο του Νί­κου Πα­να­γιω­τό­που­λου, «Η ε­νο­χή των υ­λι­κών», τη μο­να­δι­κή συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Έτσι α­πο­κα­λεί ε­κεί κά­θε ε­ξαι­ρε­τι­κό γε­γο­νός, που α­να­γκά­ζει τους ή­ρωες να δουν με δια­φο­ρε­τι­κή μα­τιά τη ζωή τους. Πά­ντως, το πρώ­το “μή­λο”, που έ­πε­σε στο δι­κό του κε­φά­λι, το 1993, ό­ταν συ­μπλή­ρω­νε τα τριά­ντα, ή­ταν η διά­κρι­ση διη­γή­μα­τός του σε δια­γω­νι­σμό πε­ριο­δι­κού. Αμ’ έ­πος α­μ’ έρ­γον, τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ε­ξέ­δι­δε τη συλ­λο­γή, και στη σει­ρά, δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, α­πό έ­να κά­θε χρό­νο. Με το πρώ­το έ­κλει­σε τους λο­γα­ρια­σμούς με τα παι­δι­κά του χρό­νια, ε­νώ με το δεύ­τε­ρο πέ­ρα­σε ως διάτ­των α­στήρ α­πό το χώ­ρο της ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας. Γυρ­νώ­ντας ο αιώ­νας, ε­πα­νήλ­θε στη ρε­α­λι­στι­κή α­φή­γη­ση με το νε­ο­η­θο­γρα­φι­κό διή­γη­μα «Άμοι­ρο Μα­ρά­κι», δη­μο­σιευ­μέ­νο στο νεό­τευ­κτο τό­τε πε­ριο­δι­κό της γε­νιάς του, «Να έ­να μή­λο», και το μυ­θι­στό­ρη­μα «Αγιο­γρα­φία» για έ­ναν “α­γιο­πα­τέ­ρα”, ό­χι τον Χρι­στό­φο­ρο Πα­να­γιω­τό­που­λο, τον ε­πο­νο­μα­ζό­με­νο Πα­που­λά­κο, αλ­λά τον φα­ντα­στι­κό Ιωάν­νη Ορφα­νό, που βρή­κε οικ­τρό τέ­λος στα χέ­ρια των πι­στών του. Αυ­τό συ­νέ­βη στο φα­ντα­στι­κό χω­ριό Θερ­μό της Αρκα­δίας. Όπως, ό­μως, υ­παι­νίσ­σε­ται στην τε­λευ­ταία σε­λί­δα του πρό­σφα­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ε­κεί­νη την ι­στο­ρία, α­πό τα χρό­νια των παπ­πού­δων του, μπο­ρεί να την ε­μπνεύ­στη­κε α­πό το Θέρ­μο της Αι­τω­λίας. Εκεί τρα­γου­διέ­ται το δη­μο­τι­κό «Ρού­σα πα­πα­διά», που οι στί­χοι του δέ­νουν με την και­νού­ρια ι­στο­ρία, την ο­ποία άρ­χι­σε, λέει, να γρά­φει το κα­λο­καί­ρι των Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων, για να κλεί­σει τους εκ­κρε­μείς λο­γα­ρια­σμούς με τη γε­νιά του. Εκτός κι αν η κρί­ση φέ­ρει και δεύ­τε­ρη ή και τρί­τη ι­στο­ρία, δη­λα­δή τρι­λο­γία, ό­πως συ­νέ­βη στην πε­ρί­πτω­ση των α­στυ­νο­μι­κών μυ­θι­στο­ρη­μά­των του Πέ­τρου Μάρ­κα­ρη. Άλλω­στε, και ο Πα­να­γιω­τό­που­λος, το δε­λε­α­στι­κό ε­πί­χρι­σμα του α­στυ­νο­μι­κού ε­πι­χει­ρεί να δώ­σει στο μυ­θι­στό­ρη­μα. 
Η γε­νιά του, ό­πως και ό­λες οι γε­νιές, έ­χει τους Κάϊν και τους Άβελ –αμ­φό­τε­ροι παι­διά του Αδά­μ: «… You inherit the sins, you inherit the flames…» τρα­γου­δά­ει ο Αμε­ρι­κα­νός Μπρους Σπρίν­γκστην στο «Adam raised a Cain», με­τα­φέ­ρο­ντας στους στί­χους του τις α­νη­συ­χίες της δε­κα­ε­τίας του ’70. Ο Πα­να­γιω­τό­που­λος, μη θέ­λο­ντας να α­να­μί­ξει στο μυ­θι­στό­ρη­μα τις γο­νι­κές α­μαρ­τίες, ε­πι­λέ­γει για μό­το κά­ποιους άλ­λους στί­χους α­πό το ί­διο τρα­γού­δι. Τους ζευ­γα­ρώ­νει, μά­λι­στα, με στί­χους  α­πό τον «Μπά­λο» του Σαβ­βό­που­λου, της ί­διας δε­κα­ε­τίας. Πά­ντως, ο συγ­γρα­φέ­ας και η πα­ρέα του εί­ναι παι­διά του α­γα­θού Άβε­λ, ό­πως πε­ρί­λα­μπρα α­πο­δει­κνύει ο τίτ­λος που διά­λε­ξαν για το πε­ριο­δι­κό τους («Να έ­να μή­λο»).
Σε α­ντί­θε­ση με τον κε­ντρι­κό χα­ρα­κτή­ρα στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Μά­κη Κα­ρα­γιάν­νη «Το ό­νει­ρο του Οδυσ­σέ­α», οι ή­ρωες του Πα­να­γιω­τό­που­λου δεν έ­παι­ξαν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο σε κά­ποιο σκάν­δα­λο. Αυ­τός προ­τι­μά­ει μια πα­ρέα α­πό το θία­σο των βο­λε­μέ­νων κο­μπάρ­σων. Τρεις γυ­ναί­κες και δυο ά­ντρες, ό­χι σε σχη­μα­τι­σμό ε­ρω­τι­κών ζευ­γα­ριών, αλ­λά σε κά­τι σαν γαϊτα­νά­κι γύ­ρω α­πό έ­ναν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό τύ­πο ό­σων κι­νή­θη­καν στο κοι­νω­νι­κό πε­ρι­θώ­ριο. Αν αυ­τός προ­βάλ­λει σαν Άβε­λ, ο Κάϊν εί­ναι ο κλα­σι­κός τύ­πος, που που­λά­ει α­κό­μη και τη μά­να του για να ε­πι­τύ­χει τους σκο­πούς του.  Πα­ντρεύε­ται κό­ρη με­γα­λό­σχη­μου του τό­τε κυ­βερ­νώ­ντος κόμ­μα­τος και με­τα­πη­δά στο χώ­ρο της δια­φή­μι­σης, στον ο­ποίο ερ­γά­ζο­νται και οι υ­πό­λοι­ποι της πα­ρέ­ας. Εύ­στο­χα ο Πα­να­γιω­τό­που­λος χρη­σι­μο­ποιεί το χώ­ρο της δια­φή­μι­σης ως κα­θρέ­φτη της με­ταλ­λα­γής που υ­πέ­στη η ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία. Ωστό­σο, ού­τε αυ­τός ού­τε ο Κα­ρα­γιάν­νης ε­μπλέ­κουν συγ­γρα­φείς και εκ­δό­τες, πα­ρό­τι η γε­νιά τους συ­νε­τέ­λε­σε στη με­τα­μόρ­φω­ση του βι­βλίου σε κα­τα­να­λω­τι­κό α­γα­θό. Συ­μπί­πτουν, ό­μως, σε άλ­λες ε­πι­λο­γές, ό­πως στον χα­ρα­κτή­ρα της ω­ραίας, που βρί­σκει α­νοι­χτές, μα­ζί με τις αν­δρι­κές α­γκά­λες, και τις πόρ­τες υ­ψη­λών θέ­σεων, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των πα­νε­πι­στη­μια­κών ε­δρών. Επί­σης, ταυ­τί­ζο­νται στην πρό­κρι­ση ως α­φη­γη­τή ε­νός δη­μο­σιο­γρά­φου. Ο Πα­να­γιω­τό­που­λος προ­τι­μά­ει, ό­πως και στο προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, δυο αλ­λη­λο­κα­λυ­πτό­με­νες α­φη­γή­σεις. Ως δεύ­τε­ρο α­φη­γη­τή ε­πι­λέ­γει μια διορ­θώ­τρια κει­μέ­νων, που κρα­τά κρι­τι­κή στά­ση α­πέ­να­ντι στους υ­πό­λοι­πους της πα­ρέ­ας, έ­στω και αν βο­λεύε­ται με τις γνω­ρι­μίες τους. 
Ο Κάϊν, για πολ­λά ε­παί­ρε­ται, την πρώ­τη, ό­μως, θέ­ση κα­τέ­χει η βί­λα του, που προέ­κυ­ψε α­πό την α­να­στή­λω­ση δια­τη­ρη­τέ­ου μύ­λου. Εδώ βρί­σκε­ται η δεύ­τε­ρη εύ­στο­χη ε­πι­λο­γή του συγ­γρα­φέα. Για πλεί­στες ό­σες με­ταλ­λα­γές, που συ­νέ­βη­σαν στην Ελλά­δα, κά­νουν λό­γο οι ή­ρωες στο μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά μό­νο μια δεί­χνε­ται δια της πλο­κής. Κι αυ­τή εί­ναι η πο­λι­τι­στι­κή, ό­πως εκ­φρά­στη­κε με τις ε­πεμ­βά­σεις στο φυ­σι­κό και δο­μη­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον. Το βα­σι­κό, ό­μως, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της   εί­ναι, ό­τι συ­νι­στά τη μο­να­δι­κή με­ταλ­λα­γή που μπο­ρούν να διεκ­δι­κή­σουν, σχε­δόν κα­θ’ ο­λο­κλη­ρία, οι λε­γό­με­νοι κουλ­του­ριά­ρη­δες. Δι­κό τους κα­τόρ­θω­μα εί­ναι η κα­τα­στρα­τή­γη­ση της έν­νοιας του δια­τη­ρη­τέ­ου ε­ντός και ε­κτός ά­στεως, ώ­στε να προ­σαρ­μο­στεί η δια­τή­ρη­ση της πο­λι­τι­στι­κής κλη­ρο­νο­μιάς με το γού­στο και τις α­νέ­σεις τους. Ακό­μη και η ό­ψι­μη φρο­ντί­δα τους για τα πα­λαιά μο­νο­πά­τια δεν γί­νε­ται για το ελ­λη­νι­κό το­πίο, αλ­λά για τον πλου­τι­σμό τους μέ­σω του του­ρι­σμού. Ως πα­ρά­δειγ­μα, ο Πα­να­γιω­τό­που­λος ε­πι­λέ­γει έ­να μο­να­δι­κό θα­λάσ­σιο το­πίο α­πό τα Επτά­νη­σα, ό­που και έ­λα­βαν χώ­ρα τα πρώ­τα οι­κι­στι­κά ε­γκλή­μα­τα, ή­δη, α­πό τα πρώ­τα χρό­νια της Αλλα­γής. Τον Άγιο Νι­κή­τα της Λευ­κά­δας, που α­πό ψα­ρο­χώ­ρι με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε του­ρι­στι­κό θέ­ρε­τρο. Ο συ­γκε­κρι­μέ­νος τό­πος προ­σφέ­ρε­ται και για έ­ναν ε­πι­πλέ­ον λό­γο. Έχει την “κρυ­φή” πα­ρα­λία του Μύ­λου, στην ο­ποία πη­γαί­νεις, ό­πως σε ό­λες τις “κρυ­φές” πα­ρα­λίες, με βαρ­κά­κι, αλ­λά και με μο­νο­πά­τι, α­νοιγ­μέ­νο στα βρά­χια, που την χω­ρί­ζουν α­πό την πα­ρα­λία του Αγίου Νι­κή­τα. Ο μύ­λος και το δύ­σβα­το μο­νο­πά­τι στο φρύ­δι του βρά­χου στά­θη­καν πρό­σφο­ρα στοι­χεία για το μα­γεί­ρε­μα του α­στυ­νο­μι­κού. 
Oλα αυ­τά τα γνω­ρί­ζει ο Κάϊν του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ό­μως, έ­χει τον τρό­πο να τα ε­ξω­ραΐζει, πεί­θο­ντας τους ντό­πιους, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, τον ευ­γνω­μο­νούν για τα σε­μι­νά­ρια σε­να­ρίου, τα ο­ποία διορ­γα­νώ­νει στο νη­σί κά­θε κα­λο­καί­ρι με ευ­ρω­παϊκή υ­πο­στή­ρι­ξη. Εί­ναι η τρί­τη ι­διο­φυής ι­δέα του Πα­να­γιω­τό­που­λου, αν­τλη­μέ­νη α­πό την προ­σω­πι­κή του ε­μπει­ρία, κα­θώς, α­πό το 2003, δι­δά­σκει στα σε­μι­νά­ρια σε­να­ρίου, που γί­νο­νται στην Νί­συ­ρο. Για τις α­νά­γκες του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, με­τα­φέ­ρο­νται στον Άγιο Νι­κή­τα, που με­το­νο­μά­ζε­ται σε Και­νού­ριο. Στο τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο, α­πό τα συ­νο­λι­κά 57 του βι­βλίου, α­νι­στο­ρεί­ται το πώς η πι­να­κί­δα του χω­ριού κα­τέ­λη­ξε να α­να­γρά­φει ΚΑΙΝ α­ντί για ΚΑΙ­ΝΟΥ­ΡΙΟ, που μπο­ρεί να δια­βα­στεί και Κάϊν, το ο­ποίο γερ­μα­νι­στί ση­μαί­νει το ο­μη­ρι­κό Ού­τις. Ένα ευ­ρη­μα­τι­κό ό­σο και πα­ρα­τρα­βηγ­μέ­νο λο­γο­παί­γνιο. Αν πά­σχει α­πό κά­τι το και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­να­γιω­τό­που­λου, αυ­τό εί­ναι η πλη­θώ­ρα ευ­ρη­μά­των και δα­νείων. Κυ­ρίως, α­πό το χώ­ρο του κι­νη­μα­το­γρά­φου, κα­θώς οι α­με­ρι­κα­νοί κα­θη­γη­τές των σε­μι­να­ρίων λαμ­βά­νο­νται αυ­τού­σιοι α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. 
Αδιά­κο­πα ει­ρω­νευό­με­νος ο συγ­γρα­φέ­ας, κλεί­νει συ­νε­χώς το μά­τι στον α­να­γνώ­στη, προ­σπα­θώ­ντας να κα­λύ­ψει μια τρια­κο­ντα­ε­τία. Η α­φή­γη­ση σταθ­μεύει στα δυο α­κραία χρο­νι­κά ση­μεία της, στα ο­ποία και μοι­ρά­ζε­ται ά­νι­σα. Μό­λις τέσ­σε­ρα κε­φά­λαια για τις δια­κο­πές της πα­ρέ­ας στο Και­νού­ριο, Ιού­λιο 1979, και έ­να πέ­μπτο για το κα­λο­καί­ρι του 1983. Σα­ρά­ντα για την εκ­δρο­μή της πα­ρέ­ας στο ί­διο μέ­ρος, του Αγίου Πνεύ­μα­τος, 5 με 8 Ιου­νίου 2009, ό­που το τε­τραή­με­ρο λό­γω ε­νός θα­νά­του ε­πι­μη­κύ­νε­ται. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, μυ­θο­πλα­στι­κή συμ­με­τρία: μια ε­ρω­τι­κή συ­νεύ­ρε­ση και μια α­να­χώ­ρη­ση κλεί­νουν τα κε­φά­λαια του πα­ρελ­θό­ντος, ε­νώ μια α­πρό­σμε­νη συ­νά­ντη­ση και μια δεύ­τε­ρη α­να­χώ­ρη­ση του ί­διου προ­σώ­που, αλ­λά αυ­τή τη φο­ρά για τον Άλλο Κό­σμο, ε­κεί­να του πα­ρό­ντος. Κα­τά τα άλ­λα, σε έ­ξι κε­φά­λαια δί­νο­νται τα βιο­γρα­φι­κά των η­ρώων, τα ο­ποία μέ­νουν α­σύν­δε­τες πα­ράλ­λη­λες ι­στο­ρίες. Ού­τε το πώς προέ­κυ­ψε η ε­φη­βι­κή πα­ρέα μα­θαί­νου­με, ού­τε λε­πτο­μέ­ρειες για τις σχέ­σεις τους, πέ­ραν των ε­ρω­τι­κών. Πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πα­σχο­λούν οι γε­νι­κό­τε­ρης φύ­σεως αλ­λα­γές, που α­να­πτύσ­σο­νται στις συ­ζη­τή­σεις των άλ­λο­τε πο­τέ ε­φή­βων του ’79 με τους κα­θη­γη­τές ή και τους μό­νι­μους του­ρί­στες. 
Τε­λι­κά, ό­πως ο Κα­ρα­γιάν­νης, έ­τσι και ο Πα­να­γιω­τό­που­λος, τη γε­νιά του προ­σπα­θεί να α­πε­νο­χο­ποιή­σει. Ο πρώ­τος την α­πο­κα­λεί  “χα­μέ­νη γε­νιά”. Ο δεύ­τε­ρος, α­ντί­στοι­χα, κά­νει λό­γο για τον “φό­νο” του Άβελ. Με άλ­λα λό­για, για να τη λυ­τρώ­σει ε­ξι­δα­νι­κεύει  πρό­σω­πα, που κι­νή­θη­καν στο πε­ρι­θώ­ριο χω­ρίς πο­τέ να κρα­τή­σουν μπα­γκέ­τα πρώ­του μαέ­στρου στις με­τα­πο­λι­τευ­τι­κές πα­ρα­χορ­δίες. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/1/2013.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Με ομ­φα­λό την Ίσταν­μπου­λ


Ψαρόβαρκες στον Κεράτιο κόλπο, 1962. Φωτογραφία του αρμενικής καταγωγής Τούρκου φωτογράφου Αρά Γκιουλέ (Μουσείο Μπενάκη)







Ισμή­νη Κα­ρυω­τά­κη
«Από­πει­ρα συ­νά­ντη­σης»
Εκδό­σεις Το Ρο­δα­κιό
Αύ­γου­στος 2012

Απο­ρία προ­κα­λεί η α­που­σία του νέ­ου βι­βλίου της Ισμή­νης Κα­ρυω­τά­κη α­πό τις πρό­σφα­τες ε­ορ­τα­στι­κές προ­τά­σεις των βι­βλια­κών έν­θε­των στις ε­φη­με­ρί­δες. Σε ποιόν, ά­ρα­γε, χρεώ­νε­ται; Στον εκ­δο­τι­κό οί­κο, στην συγ­γρα­φέα, ή και στους δυο, που δεν το προώ­θη­σα­ν; Για­τί α­πο­κλείου­με να μην ά­ρε­σε στους συ­γκε­κρι­μέ­νους αν­θρώ­πους, που κα­ταρ­τί­ζουν τα έν­θε­τα. Κρί­νο­ντας, ω­στό­σο, α­πό ο­ρι­σμέ­νες ε­πι­λο­γές, τα γού­στα φαί­νε­ται με την κρί­ση να έ­χουν υ­πο­στεί κι αυ­τά κά­ποια με­τα­βο­λή.
Όπως και να έ­χει, ε­πτά χρό­νια με­τά την έκ­δο­ση του προ­η­γού­με­νου, τρί­του στη σει­ρά, βι­βλίου της Κα­ρυω­τά­κη, «Με­τα­τρο­πή, Αντλιο­στά­σιο, Γιά­λο­βα», ας πιά­σου­με το νή­μα α­πό ε­κεί που το εί­χα­με α­φή­σει. Τό­τε, ση­μειώ­να­με, ό­τι τα δυο πρώ­τα βι­βλία της εί­ναι υ­βρι­δι­κής σύν­θε­σης. Στο πρώ­το, «Στο σκο­τά­δι και το φως λά­μνει η ψυ­χή μου», λι­μναίες ει­κό­νες ι­στο­ρού­νται με λέ­ξεις, ε­νώ, στο δεύ­τε­ρο, «Το νη­σί», η α­φή­γη­ση πε­ρι­πλέει τις ει­κό­νες. Αντι­θέ­τως, στο τρί­το, η α­φή­γη­ση παίρ­νει την πρω­το­κα­θε­δρία, με τις “φω­το­γρα­φίες, ζω­γρα­φιές και σχέ­δια” σε θέ­ση α­πλού διά­κο­σμου. Κα­τα­λή­γα­με, πά­ντως, με την πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­τι τα λο­γο­τε­χνι­κά φτε­ρου­γί­σμα­τα της συγ­γρα­φέως ά­φη­ναν την ε­ντύ­πω­ση του φευ­γα­λέ­ου. Αυ­τήν, λοι­πόν, την ε­ντύ­πω­ση, ό­χι μό­νο την δια­σκε­δά­ζει αλ­λά την δια­λύει, μάλ­λον ο­ρι­στι­κά, το τέ­ταρ­το εκ­δο­τι­κό της εγ­χεί­ρη­μα. Δε­κα­πέ­ντε χρό­νια με­τά το πρώ­το, αυ­τό α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κό, την συ­στή­νει ως πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη του 2012. Ώρι­μη και έ­τοι­μη να δρέ­ψει τις α­ντι­στοι­χού­σες δάφ­νες.
Ο τίτ­λος του βι­βλίου θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο γε­νι­κός τίτ­λος της τρι­λο­γίας, που ξε­κι­νά­ει το 2001 με το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της. Σε ε­κεί­νο, ε­στιά­ζει στην “α­πό­πει­ρα συ­νά­ντη­σης” δυο προ­σώ­πων στον πε­ριο­ρι­σμέ­νο χώ­ρο ε­νός νη­σιού. Στο ε­πό­με­νο, με­τά τέσ­σε­ρα χρό­νια, στην “α­πό­πει­ρα συ­νά­ντη­σης” της αρ­χι­τέ­κτο­νος α­φη­γή­τριας με έ­ναν τό­πο, τη λι­μνο­θά­λασ­σα της Γιά­λο­βας. Ενώ, το πρό­σφα­το, μια ε­πτα­ε­τία αρ­γό­τε­ρα, πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό συ­να­ντή­σεις της η­ρωί­δας, και πά­λι μιας αρ­χι­τέ­κτο­νος, αμ­φο­τέ­ρων των τύ­πων. Ο τίτ­λος α­να­φέ­ρε­ται τό­σο στη συ­νά­ντη­σή της με έ­ναν άν­δρα, ό­σο και με έ­ναν τό­πο. Μό­νο που αυ­τή τη φο­ρά, πρό­κει­ται για έ­να α­στι­κό το­πίο, την πό­λη της Ίσταν­μπουλ.

Πει­ραγ­μέ­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα

Αν στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο την α­φορ­μή για το τα­ξί­δι στο Ναυα­ρί­νο και την πα­ρα­κεί­με­νη λι­μνο­θά­λασ­σα την προ­σφέ­ρει η α­νά­θε­ση ε­νός αρ­χι­τε­κτο­νι­κού έρ­γου, στο πρό­σφα­το την δί­νει έ­να συ­νέ­δριο, στο ο­ποίο η η­ρωί­δα προ­σκλή­θη­κε να συμ­με­τά­σχει. Κα­τά την α­φή­γη­ση, αυ­τό εί­ναι το 20ό Πα­γκό­σμιο Συ­νέ­δριο Αρχι­τε­κτο­νι­κής, που έ­γι­νε στην Ίσταν­μπουλ 3-7 Ιου­λίου 2005. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρό­κει­ται για το 22ο Πα­γκό­σμιο Συ­νέ­δριο Αρχι­τε­κτο­νι­κής, που πράγ­μα­τι έ­λα­βε χώ­ρα στην Ίσταν­μπουλ ε­κεί­νη την ε­βδο­μά­δα. Το 20ό, έ­ξι χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, α­φού τα εν λό­γω συ­νέ­δρια της Διε­θνούς Ένω­σης Αρχι­τε­κτό­νων διορ­γα­νώ­νο­νται α­νά τριε­τία, πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε στο Πε­κί­νο.
Η αλ­λα­γή θα πρέ­πει να εί­ναι μέ­ρος της λε­γό­με­νης “πει­ραγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας”, δε­δο­μέ­νου ό­τι α­πο­κλείε­ται να πρό­κει­ται πε­ρί lapsus calami, α­φού, στο ε­ξώ­φυλ­λο του βι­βλίου, α­να­φέ­ρε­ται ό­τι πρό­κει­ται για το 22ο. Ευ­και­ρία να α­να­φερ­θού­με σε αυ­τό το σχε­τι­κά νέο εί­δος με­ταλ­λαγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, που κερ­δί­ζει συ­νε­χώς έ­δα­φος στο με­τα­μο­ντέρ­νο το­πίο της λο­γο­τε­χνίας. Ο ό­ρος “πει­ραγ­μέ­νο” χρη­σι­μο­ποιεί­ται για τις τρο­πο­ποιη­τι­κές πα­ρεμ­βά­σεις σε μη­χα­νή­μα­τα και μου­σι­κά όρ­γα­να προς βελ­τίω­ση της α­πο­δό­σεώς τους. Επί­σης, για τις αλ­λα­γές σε οι­κο­νο­μι­κά δε­δο­μέ­να προς νό­θευ­σή τους. Από ε­κεί τον δα­νεί­στη­καν οι θεω­ρη­τι­κοί της λο­γο­τε­χνίας για να ο­νο­μα­τί­σουν μια μορ­φή ψευ­δούς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, που συ­νί­στα­ται σε μι­κρές, δυσ­διά­κρι­τες στον μη κα­λό γνώ­στη, δια­φο­ρο­ποιή­σεις των πραγ­μα­το­λο­γι­κών δε­δο­μέ­νων. Όσοι συγ­γρα­φείς κα­τα­φεύ­γουν σε πα­ρό­μοια α­φη­γη­μα­τι­κά τε­χνά­σμα­τα, δια­τεί­νο­νται ό­τι, με αυ­τόν τον τρό­πο, η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα α­πο­κτά δια­φο­ρε­τι­κή διά­στα­ση και δυ­να­μι­κή. Από την πλευ­ρά μας, δια­τη­ρού­με ε­πι­φυ­λά­ξεις για το λο­γο­τε­χνι­κό α­πο­τέ­λε­σμα αυ­τής της “πει­ραγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας” στη μυ­θο­πλα­σία. Πέ­ραν της στρε­βλής ει­κό­νας που δί­νει στον α­να­γνώ­στη, πα­ρα­σύ­ρει σε λά­θος συ­μπε­ρά­σμα­τα τους ει­δι­κούς δια­φό­ρων ε­πι­στη­μο­νι­κών κλά­δων, κυ­ρίως ι­στο­ρι­κούς και κοι­νω­νιο­λό­γους, που, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, αν­τλούν ό­λο και συ­χνό­τε­ρα στοι­χεία α­πό τα λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να, τα ο­ποία συ­να­ριθ­μούν στα υ­πό­λοι­πα τεκ­μή­ρια.
Επα­νερ­χό­με­νοι στο πρό­σφα­το βι­βλίο της Κα­ρυω­τά­κη, στην αλ­λη­λο­γρα­φία της η­ρωί­δας, συ­γκε­κρι­μέ­να σε ε­πι­στο­λή προς αυ­τήν της υ­πευ­θύ­νου της Οργα­νω­τι­κής Επι­τρο­πής του Συ­νε­δρίου, α­να­φέ­ρε­ται ως χρο­νο­λο­γία το έ­τος 2009 α­ντί του 2005, που έ­λα­βε χώ­ρα το Συ­νέ­δριο. Αυ­τό θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λεί έ­να ε­πι­πλέ­ον στοι­χείο “πει­ραγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας”, ό­σο και τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος. Κα­τά κα­νό­να, πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­βλη­μα­τι­κές α­πο­βαί­νουν οι τρο­πο­ποιή­σεις σε δά­νεια α­πο­σπά­σμα­τα κει­μέ­νων. Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, κα­θώς πρό­κει­ται για συ­νέ­δριο αρ­χι­τε­κτο­νι­κής, στις ο­μι­λίες γνω­στών αρ­χι­τε­κτό­νων. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Ιά­πω­νας Τα­ντάο Άντο α­φη­γεί­ται το πώς υιο­θέ­τη­σε έ­ναν α­δέ­σπο­το σκύ­λο και του έ­δω­σε το ό­νο­μα του ση­μα­ντι­κό­τε­ρου αρ­χι­τέ­κτο­να της με­τα­πο­λε­μι­κής Ια­πω­νίας, του Κέν­ζο Τάν­γκε. Αυ­τή η ι­στο­ρία εί­ναι γνω­στή, αλ­λά σε μια δια­φο­ρε­τι­κή εκ­δο­χή, που δεί­χνει τα πρό­τυ­πα που έ­χει ο αυ­το­δί­δα­χτος Άντο. Τον σκύ­λο σκέ­φτη­κε μεν να τον ο­νο­μά­σει Κέν­ζο, αλ­λά, τε­λι­κά, τον α­πο­κά­λε­σε Λε Κορ­μπυ­ζιέ.

Εμφα­νής δια­κει­με­νι­κό­τη­τα

Αυ­τή, ω­στό­σο, η πα­ραλ­λα­γή μάλ­λον ε­ντάσ­σε­ται στις “συ­νο­μι­λίες” με ξέ­να κεί­με­να, που στή­νει έ­νας συγ­γρα­φέ­ας και οι ο­ποίες, στο πρό­σφα­το βι­βλίο της Κα­ρυω­τά­κη, εί­ναι ε­κτε­τα­μέ­νες. Δεν πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για τη συ­νή­θη λαν­θά­νου­σα δια­κει­με­νι­κό­τη­τα. Εδώ, τα δά­νεια α­πό τους ε­πι­φα­νείς της λο­γο­τε­χνίας δη­λώ­νο­νται, κα­θώς πα­ρου­σιά­ζο­νται ως δια­βά­σμα­τα της η­ρωί­δας, ε­νώ ε­κεί­να α­πό τους δια­πρε­πείς της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής δι­καιο­λο­γού­νται ως α­κού­σμα­τα α­πό ο­μι­λίες τους. Μό­νο στην πε­ρί­πτω­ση ε­νός νεό­τε­ρου Έλλη­να αρ­χι­τέ­κτο­να, το ό­νο­μά του δεν εν­σω­μα­τώ­νε­ται στην α­φή­γη­ση, αλ­λά κα­τα­χω­ρεί­ται στις ση­μειώ­σεις στο τέ­λος του βι­βλίου. Εί­ναι ο Γιώρ­γος Ση­μαιο­φο­ρί­δης, πε­ρί­που συ­νο­μή­λι­κος της η­ρωί­δας, που θα μπο­ρού­σε να πά­ρει θέ­ση στον μυ­θο­πλα­στι­κό κό­σμο της σαν έ­νας ο­ρα­μα­τι­στής, που έ­φυ­γε πρόω­ρα, το 2002, δη­λα­δή, σχε­τι­κά κο­ντά στο χρό­νο του Συ­νε­δρίου. Όσο για το αι­σθη­τι­κό ό­φε­λος α­πό αυ­τήν την ε­κτε­τα­μέ­νη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, μέ­νει κι αυ­τό ζη­τού­με­νο. Οφεί­λου­με, ω­στό­σο, να την συ­γκρα­τή­σου­με ως δο­μι­κό στοι­χείο της συγ­γρα­φι­κής αι­σθη­τι­κής.
Για το ε­ξώ­φυλ­λο, η συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­λέ­γει μια ασ­πρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φία α­πό την ται­νία, «Σταθ­μός α­πο­χαι­ρε­τι­σμού», του Κρις Μαρ­κέ­ρ, γυ­ρι­σμέ­νη πριν α­πό μι­σό αιώ­να. Πι­θα­νώς και ως έμ­με­ση υ­πεν­θύ­μι­ση του πρό­σφα­του θα­νά­του του Γάλ­λου κι­νη­μα­το­γρα­φι­στή, συ­μπτω­μα­τι­κά την ε­πο­μέ­νη των γε­νε­θλίων του, στις 30 Ιου­λίου, κλεί­νο­ντας τα 91. Η συγ­γρα­φέ­ας, πά­ντως, στο ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα, ε­ξη­γεί την προ­τί­μη­σή της: “Τα πλά­να της τυ­χαίας συ­νά­ντη­σης του ζευ­γα­ριού και της πε­ρι­πλά­νη­σής του στην πό­λη εί­ναι ό,τι α­κρι­βώς εί­χα πλά­σει με τη φα­ντα­σία μου.” Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, δεν πρό­κει­ται α­κρι­βώς για πλά­να, α­φού ο Μαρ­κέρ εί­χε φτιά­ξει σχε­δόν ο­λό­κλη­ρη την 28λε­πτη ται­νία του, μο­ντά­ρο­ντας σει­ρά φω­το­γρα­φιών. Και βε­βαίως, η πό­λη δεν εί­ναι η Ίσταν­μπουλ αλ­λά το Πα­ρί­σι, σύμ­φω­να και με τον πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο της ται­νίας «Η α­πο­βά­θρα του Ορλύ». Εκεί, ο ή­ρωας, έ­νας τα­ξι­δευ­τής στο χρό­νο κα­τά α­νά­στρο­φη φο­ρά, ξα­να­συ­να­ντά τη σύ­ζυ­γό του και τον αλ­λο­τι­νό ε­αυ­τό του. Εξ ου οι φα­σμα­τώ­δεις σι­λουέ­τες της φω­το­γρα­φίας, που, στην πε­ρί­πτω­ση της ι­στο­ρίας της Κα­ρυω­τά­κη, δη­μιουρ­γούν, ευ­θύς εξ αρ­χής, την ε­πι­θυ­μη­τή αί­σθη­ση μυ­στη­ρίου για τον ά­γνω­στο, που η αρ­χι­τε­κτό­νισ­σα συ­να­ντά­ει στα σο­κά­κια της Ίστα­ν­μπουλ. Τον Ορχάν, ό­πως τον α­πο­κα­λεί, α­φού πο­τέ δεν έ­μα­θε το πραγ­μα­τι­κό ό­νο­μά του.
Στο ε­ρώ­τη­μα για­τί του έ­δω­σε “αυ­τό το μυ­στή­ριο ό­νο­μα”, η η­ρωί­δα α­πα­ντά πως το διά­λε­ξε τυ­χαία, κα­θώς χρεια­ζό­ταν έ­να ό­νο­μα για να μπο­ρεί να α­φη­γεί­ται την ι­στο­ρία που έ­ζη­σε. Κα­θό­λου τυ­χαία, ω­στό­σο, δεν πρέ­πει να φά­νη­κε στους φί­λους της, η ε­πι­λο­γή του ο­νό­μα­τος, α­φού μό­λις εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει στα ελ­λη­νι­κά, Οκτώ­βριο 2005, η «Ίσταν­μπουλ» του Ορχάν Πα­μούκ. Άλλω­στε, μέ­σα α­πό τις ε­πι­λο­γές για ο­νό­μα­τα και πρό­σω­πα, προ­βάλ­λει το προ­φίλ της δια­νοού­με­νης η­ρωί­δας, α­ντί των ε­κτε­νών σχο­λίων, που θα προ­βλέ­πο­νταν σε έ­να συμ­βα­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα. Πα­ρό­λο που ο τίτ­λος της ει­σή­γη­σής της στο Συ­νέ­δριο εί­ναι «Από­πει­ρα συ­νά­ντη­σης με την πό­λη», ού­τε μια φο­ρά δεν α­να­φέ­ρε­ται στην Ίσταν­μπουλ “τό­τε που ή­τα­ν” Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Ακό­μη και ό­ταν κα­τα­φεύ­γει στη λέ­ξη πό­λη, δεν ε­πι­στρα­τεύει, ως έμ­με­ση α­να­φο­ρά, έ­να κε­φα­λαίο πι. Γε­νι­κώς, ε­κτός α­πό τον Βό­σπο­ρο, τον Γα­λα­τά και τα Πρι­γκι­πό­νη­σα, δεν μνη­μο­νεύο­νται το­πω­νύ­μια στα ελ­λη­νι­κά. Μό­νο ο Ορχάν της θυ­μί­ζει ό­τι “η Istiklal τό­τε ή­ταν το Πέ­ρα­ν”.

Συ­ναρ­πα­στι­κές
α­φη­γη­μα­τι­κές νη­σί­δες

Η α­φή­γη­ση της συ­νά­ντη­σής της με την Ίσταν­μπουλ α­πο­τυ­πώ­νε­ται με ει­κό­νες α­πό τα α­νό­θευ­τα μέ­ρη μιας πό­λης, που δια­τη­ρεί α­κό­μη α­να­το­λί­τι­κο αέ­ρα. Ενώ, τα α­φη­γη­μα­τι­κά “εν­στα­ντα­νέ” α­πό τους χώ­ρους του Συ­νε­δρίου το­νί­ζουν τις δια­φο­ρε­τι­κές ε­θνό­τη­τες, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται σε πα­ρό­μοιες διε­θνούς χα­ρα­κτή­ρα εκ­δη­λώ­σεις, σε ό­ποιες με­γα­λου­πό­λεις Δύ­σης και Ανα­το­λής κι αν διορ­γα­νώ­νο­νται. Από την πλευ­ρά της η συγ­γρα­φέ­ας, δεν “συ­νο­μι­λεί” με τους συγ­γρα­φείς της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, αλ­λά με τους σύγ­χρο­νους της Ίσταν­μπουλ. Ωστό­σο, “το δια­κεί­με­νο”, ό­πως το α­πο­κα­λούν, στο ο­ποίο ε­ντάσ­σει το βι­βλίο της, δεν εί­ναι ε­κεί­νο των τα­ξι­διω­τι­κών κει­μέ­νων. Οι ε­πι­διώ­ξεις εί­ναι υ­ψη­λό­τε­ρες, κα­θώς τα βι­βλία με τα ο­ποία “συ­νο­μι­λεί” η α­φή­γη­ση στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό “τον πλά­νη­τα” των πό­λεων. Εί­ναι τα βι­βλία, που α­να­φέ­ρε­ται ό­τι διά­βα­σε η η­ρωί­δα πριν την α­να­χώ­ρη­σή της για την Ίσταν­μπουλ. Κι ό­μως, ό­χι α­κρι­βώς. Για πα­ρά­δειγ­μα, δεν υ­πήρ­ξε πο­τέ βι­βλίο του Βάλ­τερ Μπέν­για­μιν με τίτ­λο «Ο πλά­νης». Μό­νο κε­φά­λαιο βι­βλίου του, που εκ­δό­θη­κε με­τά θά­να­το και ό­που συ­γκε­ντρώ­θη­καν δη­μο­σιευ­μέ­να και α­δη­μο­σίευ­τα κεί­με­νά του γύ­ρω α­πό τον Σαρλ Μπων­τλαίρ “έ­ναν λυ­ρι­κό στην ακ­μή του κα­πι­τα­λι­σμού”, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο του βι­βλίου. Οπό­τε θα χρεια­ζό­ταν ση­μείω­ση του α­φη­γη­τή με την ορ­θή πα­ρα­πο­μπή προς δια­φώ­τι­ση του α­να­γνώ­στη, ι­δίως του μη ε­ξοι­κειω­μέ­νου με τα “πει­ραγ­μέ­να” πραγ­μα­το­λο­γι­κά στοι­χεία. Το ση­μα­ντι­κό, ό­μως, εί­ναι η πράγ­μα­τι συ­ναρ­πα­στι­κή “συ­νο­μι­λία” της α­φή­γη­σης με τον «Άνθρω­πο του πλή­θους» του Πόε, ό­σο και με τον αρ­γό­σχο­λο πε­ρι­πα­τη­τή του Μπέν­για­μιν.
Η Κα­ρυω­τά­κη χα­ρα­κτη­ρί­ζει το βι­βλίο της νου­βέ­λα, μάλ­λον με την ευ­ρύ­τε­ρη ση­μα­σία που έ­χει ο ό­ρος στην αγ­γλι­κή λο­γο­τε­χνία, πα­ρά σαν το εν­διά­με­σο, α­πό α­πό­ψεως έ­κτα­σης, με­τα­ξύ διη­γή­μα­τος και μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Επι­λέ­γει την α­πο­σπα­σμα­τι­κή μορ­φή, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντας κε­φά­λαια ή και τμή­μα­τα κε­φα­λαίων, που α­νή­κουν σε τέσ­σε­ρις δια­φο­ρε­τι­κές α­φη­γη­μα­τι­κές φόρ­μες: η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις, ε­πι­στο­λές, ο­μι­λίες σε συ­νέ­δριο, ε­λεύ­θε­ρος πλά­γιος λό­γος. Κα­τορ­θώ­νει, ω­στό­σο, σε αυ­τόν τον πο­λυει­δή κα­τα­κερ­μα­τι­σμό, να υ­περ­τε­ρεί η τε­λευ­ταία μορ­φή και τε­λι­κά, να υ­πε­ρι­σχύει η ε­ντύ­πω­ση μιας α­φή­γη­σης συ­νε­χούς ροής. Κι αυ­τό, χά­ρις σε έ­να τρί­το πρό­σω­πο, που πα­ρα­κο­λου­θεί νο­ε­ρά το ζευ­γά­ρι στις πε­ρι­πλα­νή­σεις του στην πό­λη. Εί­ναι ο α­φη­γη­τής της ι­στο­ρίας τους, “ο Α”, ό­πως αυ­το­συ­στή­νε­ται, ο ο­ποίος πα­ρεμ­βαί­νει στα προ­σω­πι­κά κεί­με­να της η­ρωί­δας, η­με­ρο­λό­για και ε­πι­στο­λές. Μέ­ρος μό­νο α­πό αυ­τά πα­ρα­θέ­τει αυ­τού­σιο, ε­νώ το με­γα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι τους το α­να­δια­τάσ­σει σε συ­νειρ­μι­κή αλ­λη­λου­χία. Σχο­λιά­ζει ό,τι δια­βά­ζει και φα­ντα­σιώ­νε­ται τα δια­τρέ­ξα­ντα.
Η συγ­γρα­φέ­ας φρο­ντί­ζει τις λε­κτι­κές α­πο­χρώ­σεις στο λό­γο του α­φη­γη­τή, έ­τσι ώ­στε να πε­ρι­γρά­φο­νται μεν οι δια­θέ­σεις της η­ρωί­δας, αλ­λά να δια­τη­ρεί­ται η δι­κή του ι­διο­προ­σω­πία. Μό­νο ο ε­πί­λο­γός του, με τις συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νες φα­ντα­σιώ­σεις, μέ­νει κά­πως με­τέω­ρος. Το κο­ρυ­φαίο, πά­ντως, συμ­βάν, δε­δο­μέ­νου ό­τι ό­λα τα άλ­λα συ­νι­στούν δι­κά του προ­εόρ­τια και με­θεόρ­τια, η συ­νά­ντη­ση της η­ρωί­δας με τον ά­γνω­στο ά­ντρα, τον ε­πο­νο­μα­ζό­με­νο Ορχάν, το α­φη­γεί­ται η ί­δια σε μια ε­γκι­βω­τι­σμέ­νη στη νου­βέ­λα μί­νι νου­βέ­λα. Αυ­τή την novelette την εκ­φω­νεί υ­πό μορ­φή ο­μι­λίας στο Συ­νέ­δριο α­ντί της προ­ε­τοι­μα­σμέ­νης ει­σή­γη­σης. Θα φαι­νό­ταν πρω­τό­τυ­πο ως εύ­ρη­μα, αν δεν εί­χε προ­η­γη­θεί η εκ­φώ­νη­ση της νου­βέ­λας «Ο τε­λευ­ταίος Βαρ­λά­μης» α­πό τον Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό α­ντί ο­μι­λίας στην Ακα­δη­μία κα­τά την ε­πί­ση­μη τε­λε­τή υ­πο­δο­χής του ως νέ­ου τα­κτι­κού μέ­λους, στις 27 Απρι­λίου 2010.
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, το βι­βλίο της Κα­ρυω­τά­κη εί­ναι διτ­τά εν­δια­φέ­ρον. Κυ­ρίως, ως ε­πί­λε­κτο πε­ζό ε­πι­λε­κτι­κού συγ­γρα­φέα για την ι­σχνή με­ρί­δα ε­πι­λε­κτι­κών α­να­γνω­στών και δευ­τε­ρευό­ντως, ω­φέ­λι­μο για έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, ως πα­ρα­κί­νη­ση για την α­νά­γνω­ση νε­ο­τε­ρι­κών κει­μέ­νων, που σή­με­ρα πλέ­ον θεω­ρού­νται κλα­σι­κά.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/1/2013.


Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Το παρελθόν ως εφιάλτης



Άκρα ταπείνωση, 1974.
Χαρακτικό του Α. Τάσσου.




Μά­ριος Μι­χα­η­λί­δης
«Ο Ανα­κρι­τής»
Εκδό­σεις Γα­βριη­λί­δη
Ιού­λιος 2012

Ο Μά­ριος Μι­χα­η­λί­δης α­νή­κει στη σχε­τι­κά ο­λι­γά­ριθ­μη ο­μά­δα κύ­πριων συγ­γρα­φέων, που κα­τοι­κούν στην Ελλά­δα α­πό τα φοι­τη­τι­κά τους χρό­νια δια­τη­ρώ­ντας την ι­διο­προ­σω­πία τους α­πέ­να­ντι στους Ελλα­δί­τες. Ποιη­τής της γε­νιάς του ’70, α­κο­λού­θη­σε με κα­θυ­στέ­ρη­ση το ρεύ­μα Ελλα­δι­τών ποιη­τών αυ­τής της ο­μά­δας που στρά­φη­κε στην πε­ζο­γρα­φία. Για να κα­λύ­ψει, ω­στό­σο, τη δια­φο­ρά χρό­νου, υιο­θέ­τη­σε γρή­γο­ρους ρυθ­μούς. Σε λι­γό­τε­ρο α­πό πε­ντα­ε­τία πα­ρου­σία­σε τρία πε­ζά, που θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν λό­γω έ­κτα­σης νου­βέ­λες. Δια­θέ­τουν, ω­στό­σο, τον πο­λύ­πτυ­χο χα­ρα­κτή­ρα ε­νός μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, έ­στω, με βά­ση τα ε­πι­κρα­τού­ντα με­γέ­θη, ε­νός μί­νι μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Στην τρι­λο­γία δια­κρί­νου­με ο­ρι­σμέ­να κοι­νά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τα ο­ποία πι­θα­νώς να ο­φεί­λο­νται στη μι­κρή α­να­με­τα­ξύ τους χρο­νι­κή α­πό­στα­ση, αν, βε­βαίως, δε­χτού­με, ό­τι συγ­γρα­φή και έκ­δο­ση συμ­βα­δί­ζουν.
Κα­τ’ αρ­χάς, η α­φή­γη­ση πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρά στο τρί­το πρό­σω­πο, δη­λώ­νο­ντας άλ­λο­τε έ­ναν πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή και άλ­λο­τε, τις σκέ­ψεις και τις ε­ναλ­λα­γές διά­θε­σης του κε­ντρι­κού χα­ρα­κτή­ρα, δη­λα­δή κά­τι σαν ε­σω­τε­ρι­κός μο­νό­λο­γος. Αυ­τό το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο δεν ο­νο­μα­τί­ζε­ται, προ­βάλ­λει, ό­μως, ως κυ­ρίαρ­χο σε έ­να μυ­θο­πλα­στι­κό θία­σο α­πό ελ­λει­πτι­κώς σκια­γρα­φη­μέ­να πρό­σω­πα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στοι­χείο των τριών πε­ζών εί­ναι η ι­διό­τυ­πη δο­μή τους σε σχέ­ση με την πα­ρά­με­τρο του χρό­νου, που δια­μορ­φώ­νε­ται α­πο­σπα­σμα­τι­κή και πο­λυε­πί­πε­δη έ­να­ντι της ευ­θύ­γραμ­μης α­νέ­λι­ξης των συμ­βά­ντων. Ως προς αυ­τό το ση­μείο, ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­δει­κνύε­ται έ­νας homo ludens, κα­θώς ε­πι­νο­εί στρα­τη­γή­μα­τα, α­φη­γη­μα­τι­κά και γλωσ­σι­κά, τα ο­ποία προ­δια­θέ­τουν για την έκ­πλη­ξη του τέ­λους ή, ως εί­θι­σται να α­πο­κα­λεί­ται, την α­να­τρο­πή των α­να­γνω­στι­κών προσ­δο­κιών. Αν και το πρό­σφα­το βι­βλίο, ί­σως α­πο­δειχ­θεί για τον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη, που δια­βά­ζει εν τά­χει, πε­ρισ­σό­τε­ρο του δέ­ο­ντως ναρ­κο­θε­τη­μέ­νο.
Μέ­ρος της κύ­πριας ι­διο­προ­σω­πίας  του Μι­χα­η­λί­δη συ­νι­στά η εμ­μο­νή του με την Ιστο­ρία των Ελλή­νων. Μα­κράν του ι­στο­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, α­να­μο­χλεύει έ­να δια­χρο­νι­κό υ­πό­στρω­μα. Στο πρώ­το, «Ο Οστε­ο­φύ­λαξ», δί­νει μια ι­στο­ρι­κή φα­ντα­σμα­γο­ρία, με βά­θος χρό­νου την γέ­νε­ση του νε­ο­ελ­λη­νι­κού κρά­τους. Δεν πρό­κει­ται για μια στα­τι­κή ει­κό­να ι­στο­ρι­κού εγ­χει­ρι­δίου, κα­θώς, με το τέ­χνα­σμα του ο­στε­ο­φυ­λα­κίου, α­να­δει­κνύο­νται οι με­τα­βαλ­λό­με­νες, σύμ­φω­να με τις ο­ρέ­ξεις κά­θε ε­πο­χής, προο­πτι­κές. Στο δεύ­τε­ρο, «Τα κρό­τα­λα του χρό­νου», δη­μιουρ­γώ­ντας ει­σα­γω­γι­κά μυ­θι­κή χροιά, ε­στιά­ζει στο Κί­νη­μα της 3ης Σε­πτεμ­βρίου 1843, ό­που ε­κεί α­δελ­φώ­νει τον Μα­κρυ­γιάν­νη με κύ­πριους πα­τριώ­τες. Έτσι, βρί­σκει την ευ­και­ρία να δεί­ξει τις συμ­βα­δί­ζου­σες τύ­χες του Ελλα­δι­κού κρά­τους και του κυ­πρια­κού ελ­λη­νι­σμού. Στο τρί­το, ε­στιά­ζει στο τε­τρά­πτυ­χο, Χού­ντα-Πο­λυ­τε­χνείο-Κυ­πρια­κό-Με­τα­πο­λί­τευ­ση, που α­πο­τε­λεί τις πιο πρό­σφα­τες μεί­ζο­νες πε­ρι­πέ­τειες του τό­που αλ­λά και ε­κεί­νες που έ­δε­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ τις τύ­χες Ελλά­δας και Κύ­πρου.
Οι α­φε­τη­ρίες της Με­τα­πο­λί­τευ­σης α­πέ­χουν λι­γό­τε­ρο α­πό μι­σό αιώ­να, τη χρο­νι­κή α­πό­στα­ση που έ­χει θεω­ρη­θεί ως η α­να­γκαία για τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό μιας πε­ριό­δου ως ι­στο­ρι­κής. Αυ­τή η σχε­τι­κή χρο­νι­κή εγ­γύ­τη­τα α­πο­τρέ­πει τον συγ­γρα­φέα α­πό μια πα­ρω­δια­κή πα­ρου­σία­ση, την ο­ποία εί­χε με δε­ξιό­τη­τα εκ­με­ταλ­λευ­θεί στο πρώ­το του βι­βλίο. Δε­δο­μέ­νου ό­τι μό­λις τώ­ρα έ­χει ξε­κι­νή­σει η α­πο­κα­θή­λω­ση του τε­τρά­πτυ­χου α­πό την πα­ρα­κα­τα­θή­κη των ο­σίων και ιε­ρών του έ­θνους, η α­νά­κλη­σή του στα πρό­σφα­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα πνί­γε­ται στις στε­ρεό­τυ­πες σκη­νές και τις κλι­σέ εκ­φρά­σεις. 
Ο Μι­χα­η­λί­δης, αν δεν δια­φεύ­γει ο­λο­σχε­ρώς αυ­τήν την ε­πι­κίν­δυ­νη πα­γί­δευ­ση, του­λά­χι­στον την δι­καιο­λο­γεί, α­φού δεν α­νι­στο­ρεί τα γε­γο­νό­τα αλ­λά τα πα­ρου­σιά­ζει ό­πως βιώ­νο­νται. Ο συ­γκε­κρι­μέ­νος α­φη­γη­μα­τι­κός τρό­πος φέρ­νει φρι­κια­στι­κές και α­πω­θη­τι­κές σκη­νές, που έ­χουν πολ­λα­πλώς α­νι­στο­ρη­θεί υ­πό μορ­φή μαρ­τυ­ρίας. Πα­ρά τις αλ­λα­γές στους κα­νό­νες της αι­σθη­τι­κής, πι­στεύου­με ό­τι η διά­κρι­ση, που έ­κα­ναν οι πα­λαιό­τε­ροι, α­νά­με­σα στο τρα­γι­κό και το α­η­δές πα­ρα­μέ­νει κα­θο­ρι­στι­κή. Κα­θώς, μά­λι­στα, η α­φή­γη­σή του Μι­χα­η­λί­δη δεν α­νή­κει στις ελ­λει­πτι­κού τύ­που διη­γή­σεις, η ε­ντύ­πω­ση ε­πι­τεί­νε­ται. Όπως και να έ­χει, με αυ­τόν τον τρό­πο ε­πι­ζη­τά να α­πο­δώ­σει τα αι­σθή­μα­τα ε­νός κρα­τού­με­νου, που α­γνο­εί το λό­γο σύλ­λη­ψής του και εν α­να­μο­νή της α­νά­κρι­σης, βρί­σκε­ται έρ­μαιο ποι­κί­λων α­ντι­φα­τι­κών εκ­δο­χών, κα­θώς φα­ντα­σιώ­νε­ται πλε­κτά­νες και προ­δο­σίες της α­γα­πη­μέ­νης γυ­ναί­κας και των συ­ντρό­φων. 
Όλα συμ­βαί­νουν μέ­σα σε έ­να διή­με­ρο, που το­πο­θε­τεί­ται λί­γο με­τά την 23η Δε­κεμ­βρίου 1975, κα­τά την ο­ποία δο­λο­φο­νή­θη­κε ο ει­δι­κός βο­η­θός του α­με­ρι­κα­νού πρέ­σβη Τζακ Κιού­μπι­τς, ο Ρί­τσαρ­ντ Γουέ­λς, με τρεις σφαί­ρες· δυο στην καρ­διά και μια στο κε­φά­λι. Ο Γουέ­λς ή­ταν σταθ­μάρ­χης της CIA στην Ελλά­δα και την ευ­θύ­νη της δο­λο­φο­νίας του εί­χε α­να­λά­βει η «Επα­να­στα­τι­κή Οργά­νω­ση 17 Νοέμ­βρη», που έ­κα­νε με αυ­τήν την παρ­θε­νι­κή της εμ­φά­νι­ση. Κρυ­πτι­κή η α­φή­γη­ση τον α­να­φέ­ρει ως Αμε­ρι­κά­νο και κά­νει λό­γο “για μια σκο­τει­νή ορ­γά­νω­ση, που α­ντρώ­θη­κε στα χρό­νια της Χού­ντας και που τώ­ρα έ­παιρ­νε εκ­δί­κη­ση”. Πλα­γίως θυ­μί­ζει πως, τό­τε, η εν λό­γω Οργά­νω­ση α­ντι­προ­σώ­πευε για ο­ρι­σμέ­νους “έ­να τολ­μη­ρό κοι­νω­νι­κό ό­ρα­μα”. Κα­τά τα άλ­λα, το διή­με­ρο α­πλώ­νε­ται χρο­νι­κά με α­να­δρο­μές στα χρό­νια πριν τη Χού­ντα, αλ­λά και προ­βο­λές με­τά το 1990. Αυ­τές οι προ­βο­λές του κρα­τού­με­νου σε έ­να με­τα­γε­νέ­στε­ρο χρό­νο α­πο­τε­λούν νύ­ξη για το α­δια­σα­φή­νι­στο πα­ρόν της α­φή­γη­σης, του ο­ποίου ο προσ­διο­ρι­σμός φυ­λάσ­σε­ται ως κα­τα­κλεί­δα. 
Οι πρω­τό­τυ­ποι τίτ­λοι φαί­νε­ται πως εί­ναι προ­νό­μιο των ποιη­τών. Του Μι­χα­η­λί­δη εί­ναι πρω­τό­τυ­ποι αλ­λά και καί­ριοι, κα­θώς πα­ρα­πέ­μπουν στον μυ­θο­πλα­στι­κό πυ­ρή­να. Στο πρό­σφα­το, ο α­φη­γη­τής, στα χρό­νια της Χού­ντας, εί­ναι φοι­τη­τής της Φι­λο­σο­φι­κής Σχο­λής Αθη­νών. Μέ­νει με το πα­ρά­πο­νο πως στά­θη­κε κο­μπάρ­σος στα γε­γο­νό­τα, ζη­λεύο­ντας τις η­ρωι­κές στά­σεις και τις α­ντο­χές των γύ­ρω του. Κα­θώς α­να­φέ­ρει έ­να πραγ­μα­τι­κό πρό­σω­πο για συμ­φοι­τη­τή του, τον πα­τρι­νό συγ­γρα­φέα Κώ­στα Λο­γα­ρά, δη­λώ­νει εμ­μέ­σως την η­λι­κία του, ε­ντασ­σό­με­νους στους γεν­νη­θέ­ντες του 1950. Όντας κρα­τού­με­νος, δια­λο­γί­ζε­ται με τον ε­αυ­τό του. Εκτός α­πό τους βα­σα­νι­στές του, που α­πο­κα­λεί “νά­νο” και “ε­πι­στή­μο­να”, συ­νε­χώς πα­ρών εί­ναι “ο α­να­κρι­τής”. Ή κα­λύ­τε­ρα η σκιά του, ό­πως προσ­διο­ρί­ζει ό­ταν τον α­να­φέ­ρει για πρώ­τη φο­ρά, ε­νώ, στη συ­νέ­χεια, τον θέ­λει πά­ντο­τε να βρί­σκε­ται “στο σκιό­φως” ή, ε­ναλ­λα­κτι­κά, “στη σκιά της σκιάς του”, σαν “θο­λή φι­γού­ρα”. Αυ­τός το θή­ρα­μα και ε­κεί­νος ο θη­ρευ­τής, με κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του δεύ­τε­ρου ό­τι “δεν α­πα­ντά πο­τέ”. 
Ο κρα­τού­με­νος κρο­τα­λί­ζει τα δά­χτυ­λά του, ό­μως “τα κρό­τα­λα του χρό­νου”, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου του, σε αυ­τήν την ι­στο­ρία τα παί­ζει “ο α­να­κρι­τής”. Προ­βάλ­λει ως ευ­θεία πα­ρα­πο­μπή “στον σύ­ντρο­φο α­να­κρι­τή”, την πιο ε­φιαλ­τι­κή μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή φι­γού­ρα της με­τα­πο­λε­μι­κής λο­γο­τε­χνίας. Ο Μι­χα­η­λί­δης, με ση­μειώ­σεις, στο τέ­λος του βι­βλίου, κα­τα­γρά­φει τα δά­νεια. Μό­νο, ω­στό­σο, τα κα­τά λέ­ξη α­πό κά­ποιο πρω­τό­τυ­πο. Η “συ­νο­μι­λία” του «Ανα­κρι­τή» με «Το κι­βώ­τιο» του Άρη Αλε­ξάν­δρου δεν χρειά­ζε­ται υ­πό­μνη­ση. Υπάρ­χουν, ως κα­θο­ρι­στι­κά στοι­χεία, η α­πο­μό­νω­ση του ή­ρωα, οι α­προσ­διό­ρι­στες κα­τη­γο­ρίες, το αί­σθη­μα  του ε­πεί­γο­ντος ό­σο α­φο­ρά τη διευ­κρί­νι­ση της α­θωό­τη­τάς του, το πλή­θος των α­λη­θο­φα­νών εκ­δο­χών που αλ­λη­λο­συ­γκρούο­νται, η συ­νε­χής αλ­λα­γή της γραμ­μής υ­πε­ρά­σπι­σής του και κυ­ρίως, η σιω­πή της ε­ξου­σίας, που εκ­προ­σω­πεί ο α­να­κρι­τής. Και ε­δώ, κυ­ριαρ­χεί κλί­μα α­να­σφά­λειας και φό­βου. Δια­φέ­ρει, βε­βαίως, η α­να­τρο­πή του τέ­λους. Δεν λεί­πει, ω­στό­σο, και α­πό την κα­τά­λη­ξη του «Ανα­κρι­τή», η αί­σθη­ση της μα­ταιό­τη­τας. Αί­σθη­ση, που λαν­θά­νει και στο μό­το του βι­βλίου, το ο­ποίο, εκ πρώ­της ό­ψεως, δεί­χνει ο­λωσ­διό­λου α­πρό­σφο­ρο για έ­να πε­ζό ε­στια­σμέ­νο στα πά­θη κά­ποιου που υ­βρί­ζε­ται α­πό την Ασφά­λεια ως “πα­λιο­κουμ­μού­νι”. Η ευ­στο­χία του πα­ρα­θέ­μα­τος α­πο­κα­λύ­πτε­ται με­τά την ο­λο­κλή­ρω­ση της α­νά­γνω­σης.
Το μό­το εί­ναι τα λό­για του Πρό­σπε­ρου στο θε­α­τρι­κό έρ­γο «Η Τρι­κυ­μία»: «...εί­μα­στε α­π’ την ύ­λη που ’ναι φτιαγ­μέ­να τα ό­νει­ρα και τη μι­κρή ζωή μας την κυ­κλώ­νει ο ύ­πνος...»  Το έρ­γο θεω­ρεί­ται το κύ­κνειο ά­σμα του Σαίξ­πη­ρ, τον ο­ποίο ταυ­τί­ζουν με τον Πρό­σπε­ρο, α­πο­δί­δο­ντάς του αυ­το­βιο­γρα­φι­κή πρό­θε­ση. Με τη συ­γκε­κρι­μέ­νη φρά­ση, ο Πρό­σπε­ρος συ­νει­δη­το­ποιεί τη θνη­τό­τη­τά του και α­κό­μη ό­τι η ζωή φθί­νει ό­πως έ­να ό­νει­ρο. Σε έ­να “κα­κό ό­νει­ρο” έ­χει την αί­σθη­ση ό­τι μπαι­νο­βγαί­νει ο α­φη­γη­τής του Μι­χα­η­λί­δη, ό­που, στις κα­τα­βυ­θί­σεις του, ε­ρω­τι­κές μνή­μες α­να­κα­τώ­νο­νται με ε­φιάλ­τες βα­σα­νι­στη­ρίων. Ο συγ­γρα­φέ­ας, πλέ­κο­ντας στην α­φή­γη­ση δι­κούς του κυ­ρίως στί­χους, κα­τορ­θώ­νει να προσ­δώ­σει τη ρευ­στή αί­σθη­ση πως “μ’ έ­να ό­νει­ρο πλα­νιέ­ται μέ­σα σ’ έ­να άλ­λο”, ό­πως στους πα­ρα­μυ­θι­κούς κό­σμους του Σαίξ­πηρ. Όταν ο φό­βος για τη βία, που θα α­σκη­θεί στο σώ­μα, τρε­λαί­νει το θύ­μα, σω­τή­ρια α­πο­βαί­νει η πα­ραί­σθη­ση ε­νός “α­σώ­μα­του με­τεω­ρι­σμού”, που ε­πι­τρέ­πει την α­πο­στα­σιο­ποίη­ση α­πό το σαρ­κίο. Για να υ­πο­ψιά­σου­με τον α­να­γνώ­στη, χω­ρίς να α­πο­κα­λύ­ψου­με το πε­ρί­τε­χνο της ό­λης μυ­θο­πλα­στι­κής σύλ­λη­ψης, θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Δυ­τι­κός κό­σμος, α­κό­μη και για θε­ρα­πευ­τι­κούς σκο­πούς, σε βίαια μέ­σα κα­τα­φεύ­γει.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 13/1/2013.


Μια ε­πι­στο­λή

 Από τον κ. Γιάν­νη Ξού­ρια λά­βα­με η­λεκ­τρο­νι­κή ε­πι­στο­λή σχε­τι­κά με τον τρό­πο α­να­φο­ράς του σε δη­μο­σίευ­μά μας (23 Δεκ. 2012), την ο­ποία και δη­μο­σιεύου­με μα­ζί με τις α­πα­ραί­τη­τες ε­ξη­γή­σεις.

 Κυ­ρία Θε­ο­δο­σο­πού­λου,
 Διά­βα­σα με εν­δια­φέ­ρον τη βι­βλιο­κρι­τι­κή σας για το έρ­γο του Ιω­σήφ Σιακ­κή Δ. Γ. Κα­μπού­ρο­γλου. Η ζωή και το έρ­γο του, Αθή­να (ΜΙΕΤ) 2012, στην ο­ποία μου α­πο­δί­δε­τε ι­διό­τη­τα (του ε­πι­με­λη­τή) και ε­νέρ­γειες («[...] ε­πεμ­βαί­νουν διορ­θω­τι­κά [ενν. στο ό­νο­μα του Κα­μπού­ρο­γλου] οι ε­πι­με­λη­τές [...]») που α­ντί­στοι­χα ού­τε έ­χω ού­τε διέ­πρα­ξα.
 Αντι­θέ­τως, η α­νά­μει­ξή μου υ­πήρ­ξε πο­λύ συ­γκε­κρι­μέ­νη και πά­ντως δια­φο­ρε­τι­κή. Ποια ή­ταν η α­νά­μει­ξή μου δη­λώ­νε­ται με σα­φή­νεια στο ί­διο το βι­βλίο. Συ­γκε­κρι­μέ­να:
  Στη σ. 6 α­να­φέ­ρε­ται: «Το ΜΙΕΤ ευ­χα­ρι­στεί θερ­μά τον κα­θη­γη­τή Αλέ­ξη Πο­λί­τη [α­να­ρω­τιέ­μαι για­τί δεν προ­σμε­τρά­ται στους ε­πι­με­λη­τές] και τον Γιάν­νη Ξού­ρια [...] για τη βοή­θειά τους στην ε­πι­μέ­λεια της έκ­δο­σης». Άρα, «βοή­θεια στην ε­πι­μέ­λεια» και ό­χι «ε­πι­μέ­λεια». Ποια ή­ταν αυ­τή η βοή­θεια, πε­ρι­γρά­φε­ται στο εκ­δο­τι­κό ση­μείω­μα, ό­που στις σ. 258-259 α­να­φέ­ρο­νται τα ε­ξής: «Στις υ­πο­ση­μειώ­σεις και στη βι­βλιο­γρα­φία, α­κο­λου­θώ­ντας τη γνώ­μη του Αλέ­ξη Πο­λί­τη και χά­ρη στην αυ­το­ψία τού [...] Γιάν­νη Ξού­ρια, προ­σθέ­σα­με ε­ντός α­γκυ­λών στοι­χεία ε­πι­βο­η­θη­τι­κά για τον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη ή διορ­θώ­σα­με σιω­πη­ρά μι­κρές α­βλε­ψίες». Δη­λα­δή, α­νέ­τρε­ξα και εί­δα βι­βλιο­γρα­φι­κές α­να­φο­ρές του Σιακ­κή που φαί­νο­νταν προ­βλη­μα­τι­κές, ε­πα­λή­θευ­σα την α­κρί­βειά τους και υ­πέ­δει­ξα κά­ποιες α­βλε­ψίες ή κά­ποιες ε­πι­πρό­σθε­τες βι­βλιο­γρα­φι­κές πλη­ρο­φο­ρίες που θα βο­η­θού­σαν έ­ναν σύγ­χρο­νο α­να­γνώ­στη να α­να­ζη­τή­σει τα α­να­φε­ρό­με­να έρ­γα. Και α­πλώς υ­πέ­δει­ξα και σε κα­μιά πε­ρί­πτω­ση δεν α­πο­φά­σι­σα ού­τε τι α­πό το υ­λι­κό αυ­τό θα πε­ρά­σει στη Βι­βλιο­γρα­φία και στις υ­πο­ση­μειώ­σεις ού­τε με ποιον τρό­πο.
   Συ­νε­πώς, ού­τε ε­πι­με­λη­τής υ­πήρ­ξα ού­τε με το ό­νο­μα του Κα­μπού­ρο­γλου α­σχο­λή­θη­κα.
   Ευ­χα­ρι­στώ πο­λύ. 
    Με ε­κτί­μη­ση
   Γιάν­νης Ξού­ριας.

    Στη σε­λί­δα τίτ­λου του βι­βλίου δεν α­να­φέ­ρε­ται ε­πι­με­λη­τής, μό­νο στον κο­λο­φώ­να, η ε­πι­μέ­λεια α­πο­δί­δε­ται στην Ελέ­νη Μι­χα­λο­πού­λου, η ο­ποία συ­νέ­τα­ξε και το ευ­ρε­τή­ριο. Πράγ­μα­τι, στη σε­λί­δα 6, “το ΜΙΕΤ ευ­χα­ρι­στεί θερ­μά τον κα­θη­γη­τή Αλέ­ξη Πο­λί­τη και τον Γιάν­νη Ξού­ρια, λέ­κτο­ρα νε­ο­ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας στο Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών, για την βοή­θειά τους στην ε­πι­μέ­λεια της έκ­δο­σης”. Πράγ­μα­τι, το εκ­δο­τι­κό ση­μείω­μα διευ­κρι­νί­ζει σε τι συ­νί­στα­ται αυ­τή η βοή­θεια. Σύμ­φω­να με αυ­τό, του­λά­χι­στον κα­τά τη δι­κή μας α­νά­γνω­ση, ο μεν Κα­θη­γη­τής εί­χε “τη γνώ­μη” πως οι υ­πο­ση­μειώ­σεις και η βι­βλιο­γρα­φία του συγ­γρα­φέα χρειά­ζο­νταν έ­λεγ­χο για “μι­κρές α­βλε­ψίες” και πρό­σθε­τα στοι­χεία, ο δε “νε­ο­ελ­λη­νι­στής φι­λό­λο­γος”, ό­πως χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ο Λέ­κτο­ρας, α­νέ­λα­βε να την υ­λο­ποιή­σει. Δε­δο­μέ­νου ό­τι ο Πο­λί­της εί­ναι και μέ­λος του Δ.Σ. του ΜΙΕ­Τ, υ­πο­θέ­σα­με ό­τι ο ρό­λος του ή­ταν μό­νο γνω­μο­δο­τι­κός, ε­ξού και η μη α­να­φο­ρά του ο­νό­μα­τός του. Όσο α­φο­ρά την α­να­βάθ­μι­ση “της βοή­θειας στην ε­πι­μέ­λεια” που πρό­σφε­ρε ο κ. Ξού­ριας σε “ε­πι­μέ­λεια”, αυ­τή έρ­χε­ται ως αυ­το­νό­η­τη λό­γω της μορ­φής που εί­χαν οι πα­ρα­τη­ρή­σεις μας, κα­θώς ε­στιά­ζο­νταν, α­κρι­βώς, στις “μι­κρές α­βλε­ψίες” του κει­μέ­νου. Αυ­τές εί­ναι ε­κεί­νες που χρειά­ζο­νταν με­γα­λύ­τε­ρες ή και πρό­σθε­τες υ­πο­ση­μειώ­σεις. Ορι­σμέ­νες, μά­λι­στα, πα­ρα­τη­ρή­σεις μας α­να­φέ­ρο­νται στους προ­γό­νους του Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλου, οι ο­ποίοι συ­νυ­πήρ­ξαν στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη την προ­ε­πα­να­στα­τι­κή πε­ρίο­δο και κα­τά τις σφα­γές του 1821 με τον Κων­στα­ντί­νο Οι­κο­νό­μου τον εξ Οι­κο­νό­μων, για τον ο­ποίο ο κ. Ξού­ριας ε­ξέ­δω­σε προ πε­ντα­ε­τίας μια μο­να­δι­κή με­λέ­τη. Κα­τά τα άλ­λα, α­πό έ­ναν “νε­ο­ελ­λη­νι­στή φι­λό­λο­γο” ό­πως ο κ. Ξού­ριας, που, ε­πι­προ­σθέ­τως, εί­ναι και ποιη­τής και Αθη­ναίος, θα α­να­με­νό­ταν να “γο­η­τευ­θεί” α­πό τη μορ­φή του Κα­μπού­ρο­γλου και οι “σιω­πη­ρές ε­πεμ­βά­σεις του” να εί­ναι κα­τά πο­λύ ε­κτε­νέ­στε­ρες των δη­λω­μέ­νων με α­γκύ­λες, οι ο­ποίες πε­ριο­ρί­ζο­νται σε λι­γο­στές προ­σθή­κες σχε­τι­κά με πρό­σφα­τες εκ­δό­σεις. Όσο α­φο­ρά τις πρό­σφα­τες εκ­δό­σεις, η πα­ρα­πο­μπή στις δυο προ­η­γού­με­νες βιο­γρα­φίες Κα­μπού­ρο­γλου θα ή­ταν βο­η­θη­τι­κή για τον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη. Τέ­λος, σχε­τι­κά με το ό­νο­μα Κα­μπού­ρο­γλου, θα μας ε­πι­τρέ­ψει να ε­πι­μεί­νου­με ό­τι “α­σχο­λή­θη­κε”, α­φού η υ­πο­ση­μείω­ση στη σε­λί­δα 14 ό­τι “το ό­νο­μα στην ο­νο­μα­στι­κή εμ­φα­νί­ζε­ται ε­ξαρ­χής και με τους δυο τύ­πους: Κα­μπού­ρο­γλους και Κα­μπού­ρο­γλου” εί­ναι “ε­ντός α­γκυ­λώ­ν”.  

Μ. Θ.