Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Τα­ξί­δι στα παι­δι­κά χρό­νια


Δι­σέ­λι­δο α­πό «Το σε­ντού­κι με τις πέ­ντε κλει­δα­ριές» του Ευ­γέ­νιου Τρι­βι­ζά, με ει­κο­νο­γρά­φη­ση Βαγ­γέ­λη Ελευ­θε­ρίου.








Τό­σα χρό­νια α­σχο­λού­μα­στε με τη βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, αλ­λά παι­δι­κό βι­βλίο δεν εί­χα­με δια­βά­σει, ού­τε καν φυλ­λο­με­τρή­σει. Μέ­να­με στο θεω­ρη­τι­κό ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο έ­χει υ­πό­στα­ση ο ό­ρος παι­δι­κή λο­γο­τε­χνία, με άλ­λα λό­για σε έ­να ά­γο­νο δί­λημ­μα, ό­πως, άλ­λω­στε, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι φι­λο­λο­γι­σμοί. Αυ­τά μέ­χρι προ­χτές, που μία βι­βλιό­φι­λος κυ­ρία α­πό το δρα­στή­ριο δυ­να­μι­κό του εκ­δο­τι­κού οί­κου Κέ­δρος εί­χε την κα­λή ι­δέα να μας στεί­λει μα­ζί με τα πα­σχα­λιά­τι­κα λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία και με­ρι­κά παι­δι­κά. Ήδη α­πό το πρώ­το ξε­φύλ­λι­σμα, μας έ­φτια­ξε τη διά­θε­ση η ει­κο­νο­γρά­φη­ση. Ιδιαί­τε­ρα, οι ει­κό­νες στα βι­βλία για παι­διά προ­σχο­λι­κής και πρω­το­σχο­λι­κής η­λι­κίας. Αλλά και στα βι­βλία για τα με­γα­λύ­τε­ρα παι­διά, ε­κεί­να των δυο τε­λευ­ταίων τά­ξεων του δη­μο­τι­κού και των πρώ­των γυ­μνα­σια­κών, κα­θώς ού­τε α­πό αυ­τά λεί­πουν οι ο­λο­σέ­λι­δες ει­κό­νες ή και τα ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να “σα­λό­νια”. Από τα βι­βλία για 15 ε­τών και ά­νω, μέ­νει το κεί­με­νο χω­ρίς το ο­πτι­κό δε­κα­νί­κι, να κερ­δί­σει μό­νο του τον έ­φη­βο α­να­γνώ­στη. Ένα πρώ­το ό­νο­μα ει­κο­νο­γρά­φου, στα βι­βλία που έ­φθα­σαν στα χέ­ρια μας, κέρ­δι­σε την προ­σο­χή μας. Του Βαγ­γέ­λη Ελευ­θε­ρίου. Από την αρ­χι­κή του ε­να­σχό­λη­ση με τη γε­λοιο­γρα­φία φαί­νε­ται να κρά­τη­σε την κω­μι­κή πα­ρα­μόρ­φω­ση, προ­σθέ­το­ντας στις φι­γού­ρες ζω­γρα­φι­κό πλα­σμό και τις λε­πτές χρω­μα­τι­κές α­πο­χρώ­σεις της α­κουα­ρέ­λας. Εμφα­νείς εί­ναι ε­πί­σης και οι ε­πι­δρά­σεις α­πό τη ζω­γρα­φι­κή γκρά­φι­τι. Στο βιο­γρα­φι­κό του, ο α­πο­λο­γι­σμός α­να­φέ­ρει 130 βι­βλία μέ­σα σε μία ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία. Με­τα­ξύ αυ­τών, σε κά­ποια πρό­σφα­τα, εμ­φα­νί­ζε­ται και ως συγ­γρα­φέ­ας με οι­κο­λο­γι­κές ευαι­σθη­σίες, ό­πως τα «Έλα στη φύ­ση, έ­λα στο πρά­σι­νο», «Έλα στη φύ­ση, έ­λα στο μπλε». 
Αυ­τά τα δυο τε­λευ­ταία χω­ρίς αυ­το­ψία, πλη­ρο­φο­ρια­κά. Στο χέ­ρι κρα­τά­με έ­να πα­λαιό­τε­ρο βι­βλίο με δι­κή του ει­κο­νο­γρά­φη­ση, «Το σε­ντού­κι με τις πέ­ντε κλει­δα­ριές». Συγ­γρα­φέ­ας του εί­ναι ο Ευ­γέ­νιος Τρι­βι­ζάς “ο πα­ρα­μυ­θάς”. Αυ­τόν τον γνω­ρί­ζα­με ως ό­νο­μα, χω­ρίς να τον έ­χου­με δια­βά­σει. Ακρι­βέ­στε­ρα, τον εί­χα­με κα­τα­χω­ρη­μέ­νο στις α­πώ­λειες, αν ό­χι της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, σί­γου­ρα, πά­ντως, του α­στυ­νο­μι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Συ­νο­μή­λι­κος του Πέ­τρου Μαρ­τι­νί­δη, αυ­τός με σπου­δές, ό­χι αρ­χι­τε­κτο­νι­κής και ψυ­χο­λο­γίας ό­πως ο Θεσ­σα­λο­νι­κιός, αλ­λά τις χρη­σι­μό­τε­ρες για τη συγ­γρα­φή α­στυ­νο­μι­κών, νο­μι­κής και ε­γκλη­μα­το­λο­γίας, θα μπο­ρού­σε να α­να­δει­χθεί σε μαιτρ του εί­δους. Κά­τι α­νά­με­σα σε Μαρ­τι­νί­δη και στον κα­τά δέ­κα χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρό τους, Πέ­τρο Μάρ­κα­ρη. Με τον δεύ­τε­ρο έ­χει κοι­νό ση­μείο το χιού­μο­ρ, μό­νο που του  Τρι­βι­ζά εί­ναι αγ­γλι­κής γεύ­σης, πιο λε­πτό και λι­γό­τε­ρο α­ψύ. Τε­λι­κά, α­να­γκα­στή­κα­με να α­να­σκευά­σου­με τα πε­ρί α­πώ­λειας. Άρκε­σε η α­νά­γνω­ση ε­νός κε­φα­λαίου α­πό το παι­δι­κό βι­βλίο, σε ε­κεί­νο που “ο Τζιμ ο α­τρό­μη­τος θη­ριο­δα­μα­στής” συ­να­ντά “τον Τι­μό­θεο Πέ­περ­μιντ, Λον­δρέ­ζο κα­θη­γη­τή πιά­νου και κουρ­δι­στή”, για να πει­στού­με ό­τι δεν ε­πρό­κει­το για α­πώ­λεια αλ­λά για κέρ­δος στον δύ­σκο­λο το­μέα της δια­σκε­δα­στι­κής συγ­γρα­φής, που η­λι­κία δεν κοι­τά­ει. Βρί­σκε­ται, πά­ντως, στην κα­τάλ­λη­λη η­λι­κία, α­ντί να ε­φη­συ­χά­ζει στις δάφ­νες του, να δο­κι­μά­σει και κά­τι για το ε­νή­λι­κο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό.  
Αλλά ας ε­πα­νέλ­θου­με στους α­να­γνώ­στες μι­κρής η­λι­κίας. Στις πρό­σφα­τες εκ­δό­σεις, στα με­τα­φρα­σμέ­να παι­δι­κά βι­βλία, ε­ντυ­πω­σια­κό χά­ρις στον τίτ­λο και το έγ­χρω­μο ε­ξώ­φυλ­λο ι­τα­λι­κής αι­σθη­τι­κής, ό­πως και η ει­κο­νο­γρά­φη­ση του κει­μέ­νου, πρό­βα­λε έ­να χο­ντρό βι­βλίο, κο­ντά 400 σε­λί­δων, με σκλη­ρό ε­ξώ­φυλ­λο. Έχει τον ελ­κυ­στι­κό, για κά­θε η­λι­κία, τίτ­λο, «Τα­ξί­δι στο βα­σί­λειο της φα­ντα­σίας». Ενώ, στο ε­ξώ­φυλ­λο ει­κο­νί­ζε­ται έ­νας κου­στου­μα­ρι­σμέ­νος διο­πτρο­φό­ρος πο­ντι­κός, κα­βά­λα σε έ­να τέ­ρας προϊστο­ρι­κής ε­πο­χής. Δεν δεί­χνει φο­βι­σμέ­νος. Αντι­θέ­τως, εί­ναι μέ­σα στην κα­λή χα­ρά. Από συ­νή­θεια α­να­ζη­τή­σα­με το ό­νο­μα του με­τα­φρα­στή, αλ­λά δεν υ­πήρ­χε. Ού­τε ό­νο­μα συγ­γρα­φέα. Το Τζε­ρό­νι­μο Στίλ­τον, που α­να­γρά­φε­ται πά­νω α­πό τον τίτ­λο εί­ναι το ό­νο­μα του εν λό­γω πο­ντι­κού. Πρό­κει­ται για έ­ναν πο­λύ μορ­φω­μέ­νο “κά­τοι­κο της Πο­ντι­κο­νή­σου”, η ο­ποία το­πο­θε­τεί­ται κά­που στον “Νό­τιο Τρω­κτι­κό Ωκε­α­νό”. Ο Τζε­ρό­νι­μο τυγ­χά­νει “εκ­δό­της και διευ­θυ­ντής της με­γα­λύ­τε­ρης ε­φη­με­ρί­δας της νή­σου, με τον ε­πι­βλη­τι­κό τίτ­λο, «Ηχώ των τρω­κτι­κών»”. Στον ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο του, για­τί ό­λα δεί­χνουν πως πρό­κει­ται για έ­ναν πο­λύ ερ­γα­τι­κό πο­ντι­κό, συγ­γρά­φει βι­βλία με τις πε­ρι­πέ­τειές του. Ωστό­σο, αυ­τός ο εκ­πο­λι­τι­σμέ­νος πο­ντι­κός εί­ναι πλά­σμα γυ­ναι­κείας φα­ντα­σίας. 
Η Ελί­ζα­μπεθ Ντά­μι εί­χε την έ­μπνευ­ση να γρά­ψει βι­βλία με ή­ρωα έ­ναν πο­ντι­κό. Ιτα­λί­δα, γεν­νη­μέ­νη στο Μι­λά­νο και κό­ρη εκ­δό­τη, άρ­χι­σε να γρά­φει α­πό τα 18 της, που ση­μαί­νει γύ­ρω στο 1976. Τις πο­ντι­κοϊστο­ρίες τις ξε­κί­νη­σε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα. Το 2000, ε­ξέ­δω­σε την πρώ­τη της σει­ράς. Από τό­τε με­τα­φρά­ζο­νται σε πλεί­στες ό­σες γλώσ­σες και πω­λού­νται σε ε­κα­τομ­μύ­ρια α­ντί­τυ­πα. Στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες του βι­βλίου, μα­ζί με το ό­νο­μα της Ντά­μι, ε­ντο­πί­σα­με και ε­κεί­νο της μό­νι­μης με­τα­φρά­στριας των πε­ρι­πε­τειών του Τζε­ρό­νι­μο, Βί­κυς Λια­νού. Το τα­ξί­δι στη χώ­ρα της φα­ντα­σίας ε­ξε­λίσ­σε­ται σε πραγ­μα­τι­κή ο­δύσ­σεια, με τον πο­ντι­κοή­ρωα να περ­νά­ει ό­λων των ει­δών τις δο­κι­μα­σίες, αλ­λά να βγαί­νει πά­ντα σώος και α­βλα­βής, χά­ρις στις ι­στο­ρίες, τους μύ­θους και τα α­νέκ­δο­τα που ξέ­ρει τό­σο κα­λά να α­φη­γεί­ται. Μέ­χρι και λε­ξι­κό προ­βλέ­πε­ται γι’ αυ­τό το ε­ξω­τι­κό τα­ξί­δι, γραμ­μέ­νο α­πό τον ι­διαί­τε­ρα “μορ­φω­μέ­νο βά­τρα­χο Μου­ντζού­ρη”, σύ­ντρο­φο και ο­δη­γό του ή­ρωα σε ό­λη τη δια­δρο­μή. Όταν ο πο­λυ­μα­θής Τζε­ρό­νι­μο, ε­πι­στρέ­φο­ντας, α­φη­γεί­ται τις ι­στο­ρίες του, ε­ξη­γεί και τι τε­λο­σπά­ντων εί­ναι αυ­τό που α­πο­κα­λού­με  φα­ντα­σία. “Εί­ναι”, λέει, “η ι­κα­νό­τη­τα να βλέ­που­με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με δια­φο­ρε­τι­κή μα­τιά”, δη­λα­δή με αι­σιό­δο­ξα μα­το­γυά­λια, και “να βρί­σκου­με την Αρμο­νία ε­κεί που υ­πάρ­χει Δυ­σαρ­μο­νία, το Κα­λό ε­κεί που φαί­νε­ται να θριαμ­βεύει το Κα­κό, το Φως ε­κεί που φαί­νε­ται να κυ­ριαρ­χεί το Σκο­τά­δι”. Πα­ρό­μοιας δυ­να­μι­κής φα­ντα­σία θα πρέ­πει να δια­θέ­τουν ό­λοι αυ­τοί οι Άγγλοι, Γάλ­λοι, Πορ­το­γά­λοι, που πα­σχα­λιά­τι­κα τα­ξι­δεύουν στην τε­ρα­τού­πο­λη των Αθη­ναίων. Το βι­βλίο, πά­ντως, συ­νί­στα­ται για η­λι­κίες κά­τω των δώ­δε­κα.
Με στα­θε­ρό γνώ­μο­να τα λε­γό­με­να πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία, μας τρά­βη­ξε την προ­σο­χή έ­να σχε­τι­κά ο­λι­γο­σέ­λι­δο βι­βλίο με­γά­λου σχή­μα­τος. Κα­θο­ρι­στι­κός πό­λος έλ­ξης, και πά­λι, ο τίτ­λος, αλ­λά και τα φω­τει­νά χρώ­μα­τα του ε­ξώ­φυλ­λου. Πα­ρό­τι συ­στή­νε­ται για παι­διά α­πό 5 έως 8 ε­τών, ο τίτ­λος του, «Μια βόλ­τα στα βυ­ζα­ντι­νά χρό­νια», θα συ­γκι­νή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο τον παπ­πού τους. Για­τί, έ­να τό­σο μι­κρό παι­δί, τι μπο­ρεί να γνω­ρί­ζει για το Βυ­ζά­ντιο. Γεν­νιέ­ται το ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο έ­χει α­κου­στά α­κό­μη και τη λέ­ξη Βυ­ζά­ντιο. Αν δεν σφάλ­λου­με, το πρώ­το σχο­λι­κό βι­βλίο Ιστο­ρίας το πιά­νει στα χέ­ρια του στην Τρί­τη Δη­μο­τι­κού, ε­νώ εί­ναι ε­κεί­νο της Πέ­μπτης, που α­φιε­ρώ­νε­ται στα βυ­ζα­ντι­νά χρό­νια. Άρα, η συγ­γρα­φέ­ας Εύη Τσι­τι­ρί­δου α­να­μέ­νε­ται με το βι­βλίο της να ε­πι­τε­λέ­σει τον ά­θλο της πρώ­της γνω­ρι­μίας. Για­τί, βε­βαίως, οι παπ­που­δο­για­γιά­δες, που τους ά­ρε­σε να α­φη­γού­νται ι­στο­ρίες για “τον μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιά” έ­χουν προ πολλού ε­κλεί­ψει. Το βι­βλίο ε­ντάσ­σε­ται σε μία σει­ρά με τον γε­νι­κό τίτ­λο «Με ξε­να­γό την Ιστο­ρία», που σκο­πό έ­χει να δεί­ξει σε παι­διά αυ­τής της η­λι­κίας την κα­θη­με­ρι­νή ζωή των αν­θρώ­πων σε διά­φο­ρες ι­στο­ρι­κές πε­ριό­δους. Θυ­μί­ζει τη σει­ρά για ε­νή­λι­κες, «Η κα­θη­με­ρι­νή ζωή στην τά­δε πε­ρίο­δο», ό­που, αν δεν σφάλ­λου­με, δεν υ­πάρ­χει βι­βλίο για την α­ντί­στοι­χη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο.   
Τη “βόλ­τα” την κά­νουν δυο α­γα­πη­μέ­νοι φί­λοι α­πό το νη­πια­γω­γείο. Όχι, ό­μως, του ί­διου φύ­λου, αλ­λά ο Αστέ­ρης και η Βά­για, ώ­στε να α­ντα­να­κλώ­νται δυο δια­φο­ρε­τι­κές ο­πτι­κές. Αυ­τή η πε­ριή­γη­ση  σε αλ­λο­τι­νά χρό­νια και τό­πους γί­νε­ται χά­ρις σε έ­να φο­βε­ρό τε­τρά­πο­δο, τον Γκά­ρι. Πρό­κει­ται για “έ­να γαϊδου­ρά­κι, πού ό­χι μό­νο μι­λά­ει με αν­θρώ­πι­νη φω­νή”, ό­πως ό­λα τα κα­τοι­κί­δια στα ελ­λη­νι­κά σί­ρια­λ, “αλ­λά και τα­ξι­δεύει στο χρό­νο”, ό­χι με την τα­χύ­τη­τα του φω­τός, αλ­λά κα­τά τρό­πο μα­γι­κό. Το ό­νο­μα Αστέ­ρης θυ­μί­ζει τον τίτ­λο ε­νός προ­πέρ­σι­νου παι­δι­κού βι­βλίου, «Ο Αστέ­ρης το νε­α­ρό α­στέ­ρι», του Κώ­στα Ζα­φει­ρίου. Μό­νο που ε­κεί­νος ο Αστέ­ρης ξε­κί­νη­σε για α­στρι­κό τα­ξί­δι. Στο τα­ξί­δι στα χι­λιό­χρο­να βά­θη του χρό­νου, τα παι­διά ξε­κι­νούν τις ε­πι­σκέ­ψεις α­πό το βυ­ζα­ντι­νό σπί­τι. Δί­πα­το, με το πλυ­στα­ριό και τους στά­βλους για τα ζώα στον πρώ­το ό­ρο­φο, τα α­πο­γο­η­τεύει. Μάλ­λον θα έ­πρε­πε να προ­η­γη­θεί έ­να τα­ξί­δι πριν έ­ναν - ε­νά­μι­σι αιώ­να στην η­πει­ρω­τι­κή Ελλά­δα. Στο σπί­τι των Βυ­ζα­ντι­νών, βλέ­πουν με α­πο­ρία τη γυ­ναί­κα στον αρ­γα­λειό και το κο­ρι­τσά­κι της να την πα­ρα­κο­λου­θεί να υ­φαί­νει. Και πά­λι, έ­νας κά­ποιος προϊδε­α­σμός, πως ό­λα αυ­τά δεν συ­νέ­βαι­ναν μό­νο στα βυ­ζα­ντι­νά χρό­νια, θα ή­ταν μάλ­λον α­να­γκαίος. Με­τά οι δυο μι­κροί πε­ριη­γη­τές πη­γαί­νουν στο σχο­λείο. Εκεί, ό­μως, που ζωη­ρεύει η κου­βέ­ντα τους με το σο­φό υ­πο­ζύ­γιο εί­ναι στην βυ­ζα­ντι­νή κου­ζί­να. Ακο­λου­θούν κε­φά­λαια για την α­γο­ρά, την εκ­κλη­σία, το μο­να­στή­ρι, το λι­μά­νι, φθά­νο­ντας μέ­χρι και στο πα­λά­τι. Ο Γκά­ρυ δεν πα­ρα­λεί­πει να τους δεί­ξει τους αν­θρώ­πους ε­κεί­νης της ε­πο­χής σε χει­ρο­να­κτι­κές α­σχο­λίες ε­ντός και ε­κτός οι­κίας, κα­θώς και στις ώ­ρες της δια­σκέ­δα­σης. Με τις ζω­γρα­φιές της πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νης στο χώ­ρο του παι­δι­κού βι­βλίου Λέ­λας Στρού­τση, το τα­ξί­δι δί­νει μία πρώ­τη γεύ­ση α­πό την βυ­ζα­ντι­νή Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, την άλ­λο­τε πο­τέ α­πο­κα­λού­με­νη “βα­σι­λί­δα των πό­λεω­ν”.
Ένα βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό που δια­φο­ρο­ποιεί το ση­με­ρι­νό παι­δι­κό βι­βλίο α­πό ε­κεί­νο πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών εί­ναι η έγ­χρω­μη ει­κο­νο­γρά­φη­ση, λό­γω κα­λύ­τε­ρων τυ­πο­τε­χνι­κών μέ­σων αλ­λά και με­γα­λύ­τε­ρης α­γο­ράς, που ε­πι­τρέ­πει πιο α­κρι­βές πα­ρα­γω­γές. Όπως δια­βε­βαιώ­νουν οι α­σχο­λού­με­νοι με το παι­δι­κό βι­βλίο, αυ­τό α­πο­βαί­νει πο­λύ πιο προ­σο­δο­φό­ρο α­πό τα α­να­γνώ­σμα­τα ε­νη­λί­κων. Συ­μπέ­ρα­σμα ό­χι τό­σο ευ­χά­ρι­στο, α­σχέ­τως αν οι πά­ντες το α­ντι­με­τω­πί­ζουν ως α­πο­λύ­τως φυ­σιο­λο­γι­κό. Βε­βαίως, ο ση­με­ρι­νός γο­νέ­ας κά­νει στε­ρή­σεις για να μην λεί­ψει τί­πο­τα α­πό το παι­δί του. Από μία άλ­λη ά­πο­ψη, ό­μως, μπο­ρεί και να δια­σκε­δά­ζει τις ε­νο­χές του, κα­θώς δεν έ­χει διά­θε­ση –χρό­νο ι­σχυ­ρί­ζε­ται– να δια­βά­σει ού­τε έ­να βι­βλίο το χρό­νο.  Φαι­νό­με­νο που α­πα­ντά­ται σε γο­νείς με α­νώ­τα­τη παι­δεία. Συ­χνά, μά­λι­στα, πρό­κει­ται για αν­θρώ­πους κοι­νω­νι­κούς και πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νους, τους λε­γό­με­νους αν­θρώ­πους με υ­ψη­λή καλ­λιέρ­γεια. 
Ίσως γι’ αυ­τό να φταίει, που, στα παι­δι­κά τους χρό­νια, στά­θη­καν πα­θη­τι­κοί α­να­γνώ­στες. Όπως φαί­νε­ται, έ­να τε­λείως και­νού­ριο στοι­χείο της τρέ­χου­σας παι­δα­γω­γι­κής εί­ναι η προ­σπά­θεια δη­μιουρ­γίας ε­νερ­γη­τι­κών α­να­γνω­στών. Οι τε­λευ­ταίες σε­λί­δες των πε­ρισ­σό­τε­ρων παι­δι­κών βι­βλίων α­φιε­ρώ­νο­νται στο σχε­δια­σμό “εκ­παι­δευ­τι­κών δρα­στη­ριο­τή­τω­ν”, ό­πως α­πο­κα­λού­νται. Η Τσι­τι­ρί­δου, που έ­χει την ε­μπει­ρία μίας δε­κα­ε­τούς θη­τείας στη δη­μό­σια εκ­παί­δευ­ση, ε­ξη­γεί πως “η ε­μπέ­δω­ση της γνώ­σης ε­πι­διώ­κε­ται μέ­σα α­πό την ε­νερ­γη­τι­κή συμ­με­το­χή και την ά­σκη­ση των προ­σω­πι­κών τους δε­ξιο­τή­των, με τρό­πο παι­γνιώ­δη και συμ­βα­τό με την η­λι­κία τους, κα­θώς και με τις ι­διαί­τε­ρες α­νά­γκες και δυ­να­τό­τη­τές τους”. 
Κλεί­νο­ντας αυ­τά τα πρώ­τα παι­δι­κά βι­βλία του 21ου αιώ­να, που δια­βά­σα­με  –για­τί, τε­λι­κά, τα δια­βά­σα­με, μας κέρ­δι­σαν ο Τζε­ρό­νι­μο, ο Αργύ­ρης και η Βά­για, α­κό­μη και ο Τι­μό­θε­ος Πέ­περ­μι­ντ – μας κα­τέ­λα­βε θλί­ψη, με τη σκέ­ψη, πως αυ­τά θα εί­ναι τα πρώ­τα που θα χα­θούν κα­τά την πλή­ρη ε­πι­κρά­τη­ση της ψη­φια­κής ε­πο­χής. Ας σπεύ­σουν, λοι­πόν, οι γο­νείς με πι­τσι­ρί­κια, ό­σο α­κό­μη υ­πάρ­χουν. Αλλά και οι υ­πό­λοι­ποι. Υπάρ­χει πά­ντο­τε το πρό­σχη­μα για έ­να δω­ρά­κι σε παι­δί φί­λου. Με την ευ­και­ρία, το δια­βά­ζουν και αυ­τοί, για να μην ξε­χά­σουν τε­λείως και την α­νά­γνω­ση, με­τά τη γρα­φή, που έ­χουν ε­δώ και και­ρό ε­γκα­τα­λεί­ψει.   

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/4/2014.

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Βραβεία Λογοτεχνίας

Οι λε­γό­με­νοι μι­κροί εκ­δο­τι­κοί οί­κοι “σά­ρω­σα­ν” τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία Λο­γο­τε­χνίας, μέ­χρι που ε­κτό­πι­σαν ο­λο­σχε­ρώς τους με­γά­λους. Κυ­ριάρ­χη­σαν οι εκ­δό­σεις Γα­βριη­λί­δης, α­πο­σπώ­ντας τρία α­πό τα ε­πτά βρα­βεία που α­πο­νε­μή­θη­καν. Ενώ, άλ­λοι τέσ­σε­ρις (Άγρα, Νε­φέ­λη, Πό­λις, Πο­λύ­τρο­πον) μοι­ρά­στη­καν τα υ­πό­λοι­πα. Εί­χε προ­η­γη­θεί η πλή­ρης ε­πι­κρά­τη­ση των μι­κρών και στα βρα­βεία του «Ανα­γνώ­στη» (τη συ­νέ­χεια των βρα­βείων του «Δια­βά­ζω»). Εί­ναι γε­γο­νός πως τα τε­λευ­ταία χρό­νια κέρ­δι­ζαν συ­νε­χώς έ­δα­φος και στα δυο αυ­τά λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία, που εί­ναι και τα α­ξιο­λο­γό­τε­ρα υ­πάρ­χο­ντα. Απλώς, στις πρό­σφα­τες βρα­βεύ­σεις, για τις εκ­δό­σεις του 2012, στα συ­νο­λι­κά 10 βρα­βευ­μέ­να βι­βλία (ε­πτά των Κρα­τι­κών και πέ­ντε του «Ανα­γνώ­στη», ό­που δυο τι­μή­θη­καν με αμ­φό­τε­ρα) δεν υ­πήρ­ξε ού­τε έ­να α­πό εκ­δο­τι­κό οί­κο κα­τα­χω­ρη­μέ­νο στους με­γά­λους. Ακό­μη και στις βρα­χείες λί­στες, η πα­ρου­σία τους ή­ταν πε­ριο­ρι­σμέ­νη. Στα 36 προ­τει­νό­με­να των Κρα­τι­κών Βρα­βείων, μό­νο τα 10 κυ­κλο­φο­ρούν α­πό με­γά­λους, ε­νώ στα 48 των βρα­βείων του «Ανα­γνώ­στη», τα 17.  
Ίσως, οι χα­ρα­κτη­ρι­σμοί με­γά­λος και μι­κρός εκ­δο­τι­κός οί­κος, που α­να­φέ­ρο­νται στην ε­τή­σια πα­ρα­γω­γή βι­βλίου, να έ­χουν με­ρι­κή μό­νο ι­σχύ για τα βι­βλία ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Αυ­τό, για­τί οι με­γά­λοι εκ­δί­δουν ε­κεί­να που εν­δια­φέ­ρουν το πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό, με άλ­λα λό­για τα ε­μπο­ρι­κά, ο­πό­τε δη­μιουρ­γεί­ται έλ­λει­ψη εκ­δό­τη για την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, ι­διαί­τε­ρα την ποίη­ση, αλ­λά και τους νέ­ους ε­πί­δο­ξους συγ­γρα­φείς, που συ­νε­χώς πλη­θαί­νουν. Το κε­νό κα­λύ­πτουν  οι μι­κρό­τε­ροι, α­πο­κτώ­ντας ο κα­θέ­νας συ­γκε­κρι­μέ­νο στίγ­μα και ό­νο­μα. Με βά­ση αυ­τά προ­σα­να­το­λί­ζο­νται οι συγ­γρα­φείς κα­τά την α­να­ζή­τη­ση εκ­δό­τη. Εκτός α­πό τους “ά­στε­γους”, στον μι­κρό­τε­ρο στρέ­φο­νται και γνω­στοί συγ­γρα­φείς, εί­τε για­τί τους ελ­κύει το κα­λό ό­νο­μά του εί­τε για­τί ε­πεί­γο­νται να εκ­δώ­σουν. Δεν δε­σμεύο­νται, πά­ντως, α­πό τις πα­λαιό­τε­ρα ι­σχύου­σες σχέ­σεις πί­στης με έ­ναν εκ­δο­τι­κό οί­κο. Κά­πως έ­τσι, προ­κύ­πτουν α­πό τους μι­κρούς ο­ρι­σμέ­νοι με­γά­λοι στο εί­δος τους. Όπως, ό­μως, έ­να παι­δί που το γνω­ρί­ζεις α­πό μι­κρό, ε­ξα­κο­λου­θείς κι ό­ταν με­γα­λώ­σει να το φω­νά­ζεις Γιαν­νά­κη, α­ντι­στοί­χως α­πο­κα­λού­με μι­κρό, λ.χ., τον Γα­βριη­λί­δη. 
Οι κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές των βρα­βεύ­σεων φρο­ντί­ζουν, στις βρα­χείες λί­στες, οι με­γά­λοι να έ­χουν ι­κα­νο­ποιη­τι­κή πα­ρου­σία, ώ­στε να μην δη­μιουρ­γεί­ται ε­ξαρ­χής η δυ­σά­ρε­στη ε­ντύ­πω­ση του α­πο­κλει­σμού. Ασχέ­τως αν τε­λι­κά προ­τι­μούν το βι­βλίο ε­νός μι­κρού εκ­δό­τη και με το σκε­πτι­κό, ό­τι έ­τσι προ­σθέ­τουν κύ­ρος στην ε­πι­λο­γή τους. Ο ε­φε­τι­νός πα­ρα­με­ρι­σμός των με­γά­λων α­κό­μη και α­πό τις βρα­χείες λί­στες των Κρα­τι­κών Βρα­βείων, συ­νι­στά σχε­δόν πρό­κλη­ση. Προϊδεά­ζει, ω­στό­σο, για το δια­φο­ρε­τι­κό προ­φίλ της νέ­ας ε­πι­τρο­πής. Πά­ντως, για να μην ω­ραιο­ποιού­με τις κα­τα­στά­σεις, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό τα μέ­λη της ε­κά­στο­τε ε­πι­τρο­πής έ­χουν σχέ­ση με του­λά­χι­στον έ­ναν εκ­δό­τη, που δεν ε­πι­θυ­μούν να δυ­σα­ρε­στή­σουν.   

Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι

Μα­κρη­γο­ρή­σα­με πε­ρί εκ­δο­τών, που θεω­ρη­τι­κά δεν α­πο­τε­λούν κρι­τή­ριο σε μία βρά­βευ­ση. Στην πρά­ξη, ό­μως, α­πο­βαί­νει έ­νας ό­χι α­με­λη­τέ­ος πα­ρά­γο­ντας, που λαν­θά­νει. Δεν υ­πο­στη­ρί­ζου­με, ω­στό­σο, πως, αν το βρα­βευ­μέ­νο βι­βλίο μι­κρού εκ­δο­τι­κού οί­κου κυ­κλο­φο­ρού­σε α­πό έ­ναν με­γά­λο, θα εί­χε δια­φο­ρε­τι­κή α­ντι­με­τώ­πι­ση. Πα­ρά­δειγ­μα η Νί­κη Ανα­στα­σέα, που, με το τέ­ταρ­το μυ­θι­στό­ρη­μά της, α­πέ­σπα­σε και τα δυο βρα­βεία. Συγ­γρα­φέ­ας του εκ­δο­τι­κού οί­κου Κέ­δρος, θα μπο­ρού­σε να πα­ρα­μεί­νει σε αυ­τόν ή να α­κο­λου­θή­σει το ρεύ­μα ε­κεί­νων, που με­τα­πή­δη­σαν στο Με­ταίχ­μιο. Αντί αυ­τών, προ­τί­μη­σε έ­ναν μι­κρό με κα­λό ό­νο­μα, τις εκ­δό­σεις Πό­λις. Να ση­μειώ­σου­με, πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μία πρω­τιά της εν λό­γω συγ­γρα­φέως, που δεν ε­πι­ση­μάν­θη­κε. Εί­ναι η πρώ­τη α­πό ό­σους έ­χουν δια­κρι­θεί με βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, που τι­μά­ται και με κυ­ρίως βρα­βείο και δη, εις δι­πλούν. Θυ­μί­ζου­με ό­τι, α­πό το 1996, που θε­σμο­θε­τεί­ται α­πό το «Δια­βά­ζω» βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, έ­χουν α­πο­νε­μη­θεί 17 βρα­βεία, ό­λα πλην δυο για βι­βλία πε­ζο­γρα­φίας. Ενώ, α­πό το 2011, που θε­σμο­θε­τεί­ται α­ντί­στοι­χο Κρα­τι­κό Βρα­βείο, έ­χουν δο­θεί πέ­ντε, κα­θώς τις δυο πρώ­τες χρο­νιές μοι­ρά­στη­κε σε δυο. Πα­ρα­δό­ξως, μό­νο έ­να μι­σό δί­νε­ται σε βι­βλίο πε­ζο­γρα­φίας. Δύο α­πό αυ­τά τα πέ­ντε συ­μπί­πτουν με βρα­βεύ­σεις του «Δια­βά­ζω». Έτσι, η Ανα­στα­σέα, που ή­ταν η δεύ­τε­ρη βρα­βευ­θεί­σα πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη, το 1998, εί­ναι η πρώ­τη α­πό τους 20 βρα­βευ­θέ­ντες, που φθά­νει 16 χρό­νια με­τά στο κυ­ρίως βρα­βείο. Ο πρώ­τος βρα­βευ­θείς, Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης, δεν πρό­λα­βε, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας νω­ρίς τα ε­γκό­σμια. 
Οι βρα­χείες λί­στες και των δυο βρα­βείων πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα του 2013 (με πέ­ντε προ­τει­νό­με­νους του Κρα­τι­κού Βρα­βείου και ο­κτώ του «Ανα­γνώ­στη») α­παρ­τί­ζο­νταν α­πό ποιη­τι­κά βι­βλία, πλην ε­νός πε­ζού στη λί­στα του δεύ­τε­ρου. Όπου τέσ­σε­ρα βι­βλία α­πο­τε­λού­σαν προ­τά­σεις αμ­φο­τέ­ρων. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, ο τι­μη­θείς με το Κρα­τι­κό πα­ρου­σια­ζό­ταν μό­νο στη μία λί­στα. Εί­χε, ό­μως, ή­δη α­πο­σπά­σει το δεύ­τε­ρο βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου στο ε­φε­τι­νό, 33ο Συ­μπό­σιο Ποίη­σης στην Πά­τρα. Εκεί η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή, ταυ­τι­ζό­με­νη με την ορ­γα­νω­τι­κή, ή­ταν εν­δε­κα­με­λής, ό­που συμ­με­τεί­χε ως μέ­λος ο πρό­ε­δρος της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής των Κρα­τι­κών Βρα­βείων, Αλέ­ξης Ζή­ρας. Ο βρα­βευ­θείς εί­ναι ο Χρή­στος Αρμά­ντο Γκέ­ζος. Ήρθε στην Ελλά­δα οι­κο­γε­νεια­κώς α­πό την Αλβα­νία, το 1991, τριών ε­τών. Εί­ναι ο πρώ­τος με­τα­νά­στης, που τι­μά­ται με Κρα­τι­κό Βρα­βείο. Δεν υ­πήρ­ξε, ω­στό­σο, η λε­γό­με­νη “θύελ­λα α­ντι­δρά­σεω­ν”, πι­θα­νώς και για­τί η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή το­νί­ζει στο σκε­πτι­κό της, ό­τι θέ­λη­σε “να τι­μή­σει έ­να νέο που γεν­νή­θη­κε στη Χει­μάρ­ρα της Βο­ρείου Ηπεί­ρου”. Δη­μιουρ­γεί­ται η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο θα άλ­λα­ζε  η α­ξιο­λό­γη­ση της συ­γκε­κρι­μέ­νης ποιη­τι­κής συλ­λο­γής, αν η οι­κο­γέ­νεια Γκέ­ζου ερ­χό­ταν α­πό την λοι­πή Αλβα­νία. Ή και α­ντι­στρό­φως, μή­πως η ε­πι­θυ­μία προ­βο­λής ε­νός Βο­ρειο­η­πει­ρώ­τη πα­ρέ­καμ­ψε τα αι­σθη­τι­κά κρι­τή­ρια, κα­θώς το σκε­πτι­κό δεν α­να­φέ­ρε­ται στη στι­χουρ­γι­κή αλ­λά σε “σκλη­ρά βιώ­μα­τα και ο­δυ­νη­ρές ε­μπει­ρίες”. 
Ας μη με­τριά­ζου­με τη ση­μα­σία της α­πό­φα­σης. Εί­ναι μία ση­μα­ντι­κή πρώ­τη φο­ρά, που δεί­χνει τις εκ­συγ­χρο­νι­στι­κές α­ντι­λή­ψεις της νέ­ας κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής ή του­λά­χι­στον της πλειο­ψη­φίας της, κα­θώς, στα ο­κτώ βρα­βεία, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του Με­γά­λου Βρα­βείου Γραμ­μά­των, τα έ­ξι δό­θη­καν κα­τά πλειο­ψη­φία. Το 2010, ε­πί Γε­ρου­λά­νου, ό­ταν άλ­λα­ξε το νο­μο­θε­τι­κό πλαί­σιο των Κρα­τι­κών Βρα­βείων, με­τα­ξύ άλ­λων, ο­ρί­σθη­καν χρο­νι­κά πλαί­σια για τις ερ­γα­σίες της Επι­τρο­πής, κα­θώς και η υ­πο­χρέω­ση να τη­ρού­νται μα­γνη­το­φω­νη­μέ­να πρα­κτι­κά. Αμφό­τε­ρα α­θε­τή­θη­καν. Αντί των πρα­κτι­κών, ό­που θα πα­ρου­σιά­ζο­νταν συ­ζη­τή­σεις και μειο­ψη­φού­σες α­πό­ψεις, δη­μο­σιεύε­ται το σκε­πτι­κό για κά­θε βρα­βείο, δη­λα­δή οι λό­γοι για τους ο­ποίους προ­τι­μή­θη­κε το συ­γκε­κρι­μέ­νο βι­βλίο, κι αυ­τοί σε α­πό­λυ­τη και ό­χι συ­γκρι­τι­κή βά­ση. Μό­νες ε­ξαι­ρέ­σεις, το σκε­πτι­κό των βρα­βείων Δο­κι­μίου και Μαρ­τυ­ρίας-Βιο­γρα­φίας-Χρο­νι­κού-Τα­ξι­διω­τι­κής Λο­γο­τε­χνίας. Τη σύ­ντα­ξη ε­νός σκε­πτι­κού την α­να­λαμ­βά­νει μέ­λος, που υ­πε­ρα­σπί­στη­κε τη συ­γκε­κρι­μέ­νη υ­πο­ψη­φιό­τη­τα. Με βά­ση τους συ­ντά­κτες των σκε­πτι­κών, αλ­λά και τα εκ­πε­φρα­σμέ­να των με­λών, ει­κά­ζου­με πως κα­θο­ρι­στι­κός θα πρέ­πει να στά­θη­κε ο λό­γος των τεσ­σά­ρων, που, του­λά­χι­στον η­λι­κια­κά, ε­ντάσ­σο­νται στη γε­νιά του ’70. Ο πρε­σβύ­τε­ρος της Επι­τρο­πής (Διο­νύ­σης Μα­γκλι­βέ­ρας) και ε­κεί­νος της γε­νιάς του ’80 (Γιώρ­γος Ξε­νά­ριος) εν­δε­χο­μέ­νως να δια­φώ­νη­σαν (πά­ντως, σκε­πτι­κό δεν υ­πο­γρά­φουν). Αντί­στοι­χα, η τριά­δα των νεό­τε­ρων πα­νε­πι­στη­μια­κών δεί­χνει να κρά­τη­σε τα ί­σα (με τους δυο να υ­πο­γρά­φουν το σκε­πτι­κό δυο βρα­βεύ­σεων, που δεν ε­ντάσ­σο­νται σε αυ­τό το προο­δευ­τι­κών τά­σεων σκε­πτι­κό). 

Αδύ­να­μοι και α­δι­κη­μέ­νοι

Ένα δεύ­τε­ρο ση­μείο δια­φο­ρο­ποίη­σης της Επι­τρο­πής, το ο­ποίο εκ­φρά­ζει τις τρέ­χου­σες ι­δε­ο­λο­γι­κές πα­ρα­δο­χές της κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς, εί­ναι η α­πο­νο­μή του δεύ­τε­ρου νεό­τευ­κτου βρα­βείου, του «Ει­δι­κού βρα­βείου για την προ­α­γω­γή του δια­λό­γου σχε­τι­κά με ευαί­σθη­τα κοι­νω­νι­κά ζη­τή­μα­τα». Τα δυο πρώ­τα χρό­νια, η προ­η­γού­με­νη κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή δεν το α­πέ­νει­με. Ει­ση­γή­θη­κε, μά­λι­στα, να κα­ταρ­γη­θεί, με το σκε­πτι­κό, πως “ο ε­μπρό­θε­τος προ­βλη­μα­τι­σμός πά­νω σε ευαί­σθη­τα ζη­τή­μα­τα εκ­φεύ­γει της λο­γο­τε­χνι­κής λει­τουρ­γίας”, υ­πο­τάσ­σο­ντας τη μορ­φή στο θέ­μα. Εφέ­τος, α­πο­νε­μή­θη­κε και μά­λι­στα ο­μό­φω­να, στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­τρι­νού Βα­σί­λη Λα­δά «Παι­χνί­δια κρί­κετ», που εί­χε συ­μπε­ρι­λη­φθεί στη βρα­χεία λί­στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Το σκε­πτι­κό, που συ­ντάσ­σει η Μα­ρία Στα­σι­νο­πού­λου,  το το­πο­θε­τεί στη “λο­γο­τε­χνία ντο­κου­μέ­ντο της ση­με­ρι­νής ε­πο­χής”, ό­πως και τα προ­η­γού­με­να βι­βλία του, “με ε­ρέ­θι­σμα τον κα­ταυ­λι­σμό με­τα­να­στών και φυ­γά­δων στο λι­μά­νι της Πά­τρας”. Με ό­ρους ε­πι­κοι­νω­νια­κούς, το τρέ­χον πο­λι­τι­κά ορ­θό δεν ά­φη­νε πε­ρι­θώ­ρια στα μέ­λη της Επι­τρο­πής να μην το ψη­φί­σουν, ό­ταν, κα­τά τα φαι­νό­με­να, άλ­λη πρό­τα­ση δεν υ­πήρ­ξε.
Γε­νι­κώς, η Επι­τρο­πή στά­θη­κε α­ρω­γός μι­κρών, α­δύ­να­μων και α­δι­κη­μέ­νων, α­πό τον μι­κρό εκ­δο­τι­κό οί­κο στον α­δύ­να­μο με­τα­νά­στη και τον α­δι­κη­μέ­νο λό­γω των λε­γό­με­νων ε­θνι­κι­στι­κών κα­θη­λώ­σεων. Ένα τρί­το ση­μείο α­ντι­δια­στο­λής συ­νι­στά η α­πο­νο­μή του βρα­βείου ποίη­σης στον Μάρ­κο Μέ­σκο, ο ο­ποίος θα α­να­με­νό­ταν να το εί­χε πά­ρει προ πολ­λού. Θυ­μί­ζου­με τις βρα­βεύ­σεις, Δη­μου­λά 1989, Λε­ο­ντά­ρης 1997, Μαρ­κί­δης 2001, Γα­λά­της 2006, Χρι­στια­νό­που­λος 2011, Ρουκ 2012. Άλλω­στε, ο Μέ­σκος βρί­σκε­ται ε­δώ και χρό­νια στους υ­πο­ψή­φιους για το Με­γά­λο Βρα­βείο. Ασφα­λώς και ε­φέ­τος θα συ­ζη­τή­θη­κε. Μέ­χρι προ­χτές, η μό­νη διά­κρι­ση που εί­χε λά­βει, ή­ταν το βρα­βείο ποίη­σης του «Δια­βα­ζω», την πρώ­τη χρο­νιά της θε­σμο­θέ­τη­σής του, το 1996. Σύμ­φω­να με το σκε­πτι­κό της Επι­τρο­πής, που υ­πο­γρά­φει ο πρό­ε­δρος, “με αυ­τήν την ε­πι­λο­γή εί­ναι μάλ­λον βέ­βαιο ό­τι θέ­λα­με να τι­μη­θεί έ­νας α­πό τους ση­μα­ντι­κούς ποιη­τές μας, που ε­πί πολ­λά χρό­νια ή­ταν πα­ρών αλ­λά και α­φα­νής”. Απο­ρού­με με ε­κεί­νο το “μάλ­λο­ν”. Όσο για “α­φα­νής”, ο Μέ­σκος πο­τέ δεν υ­πήρ­ξε, μό­νο α­βρά­βευ­τος α­πό τους κρα­τι­κούς φο­ρείς. Σε αυ­τό, συ­νε­τέ­λε­σε ό­τι έρ­χε­ται α­πό την πα­ρα­με­θό­ριο “μαύ­ρη γη” και στα γρα­πτά του, ι­δίως, τα πε­ζά, φύ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο δη­λω­τι­κά, α­κού­γο­νται “μα­κε­δο­νί­τι­κα που­λιά να λα­λούν μα­κε­δο­νί­τι­κα”.
Δύο βρα­βεύ­σεις, του Δο­κι­μίου και της Βιο­γρα­φίας, α­κο­λου­θούν την κα­θιε­ρω­μέ­νη γραμ­μή πλεύ­σης, ό­που τα σκε­πτι­κά εί­ναι δυο πα­νε­πι­στη­μια­κών. Η α­πο­νο­μή του πρώ­του στον Μι­χά­λη Χρυ­σαν­θό­που­λο α­ντα­πο­κρί­νε­ται στη συ­νή­θεια τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία να έ­χουν και λί­γο θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο ά­ρω­μα. Ο Χρυ­σαν­θό­που­λος εί­ναι μεν Αθη­ναίος, αλ­λά, σή­με­ρα, έ­χει τη θέ­ση του κα­θη­γη­τή του Αρι­στο­τε­λείου. Ήταν στη βρα­χεία λί­στα και των βρα­βείων του «Ανα­γνώ­στη», ό­που βρα­βεύ­θη­κε έ­τε­ρο, νεό­τε­ρο μέ­λος του εν λό­γω Ιδρύ­μα­τος, η Αλε­ξάν­δρα Ρα­σι­δά­κη. Αλλά και τα προ­η­γού­με­να Κρα­τι­κά Βρα­βεία στην ευ­ρύ­τε­ρη οι­κο­γέ­νεια πή­γα­ν· του 2012 στον Θεσ­σα­λο­νι­κιό με σπου­δές στο Αρι­στο­τέ­λειο Αντώ­νη Λιά­κο, σή­με­ρα κα­θη­γη­τή στο Αθή­νη­σι, και του 2011, κα­τά το ή­μι­συ, στην Θεσ­σα­λο­νι­κιά και κα­θη­γή­τρια του Αρι­στο­τε­λείου Βε­νε­τία Απο­στο­λί­δου.
Το δεύ­τε­ρο βρα­βείο θα α­να­με­νό­ταν να δο­θεί στον Νί­κο Θε­ο­το­κά για τον Μα­κρυ­γιάν­νη του, κα­θώς εκ­φρά­ζει τη με­τα­νεω­τε­ρι­κή ο­πτι­κή των ι­στο­ρι­κών. Αντί αυ­τού, προ­τι­μή­θη­κε μία αυ­το­βιο­γρα­φία με τις τα­λαι­πω­ρίες των Αρι­στε­ρών α­πό τον Εμφύ­λιο μέ­χρι τις αρ­χές του ’60. Οφει­λό­με­νο, α­πό μία ά­πο­ψη, το βρα­βείο στον Θο­δω­ρή Καλ­λι­φα­τί­δη, με­τα­νά­στη α­πό το 1964 στη Σουη­δία και ε­κεί, τι­μη­μέ­νο με βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ή­δη α­πό το 1981. Κα­τά τα άλ­λα, τό­σο ευ­ρύ φά­σμα γε­νέ­θλιων τό­πων και τό­πων δια­μο­νής βρα­βευ­μέ­νων δύ­σκο­λα α­πα­ντά­ται. Με­τρά­με στη σει­ρά: Χει­μάρ­ρα, Έδεσ­σα, Κο­ζά­νη, Αθή­να, Πει­ραιάς, Πά­τρα, Μο­λα­οί Λα­κω­νίας, Στοκ­χόλ­μη. Ο Κο­ζα­νί­της εί­ναι ο Γιάν­νης Πα­λα­βός, που “σά­ρω­σε” τα βρα­βεία ό­πως και η Ανα­στα­σέα. Μό­νο που αυ­τός εί­ναι ε­τών 34 και α­πέ­σπα­σε το Βρα­βείο Διη­γή­μα­τος με το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του συν έ­να εξ η­μι­σείας. Εί­ναι ο νεό­τε­ρος που τι­μά­ται με το εν λό­γω βρα­βείο, που, μέ­χρι πρό­τι­νος, δι­νό­ταν σε ώ­ρι­μους συγ­γρα­φείς. Η πλη­σιέ­στε­ρη η­λι­κια­κά εί­ναι η Λέ­να Κι­τσο­πού­λου, που πή­ρε το βρα­βείο διη­γή­μα­τος του «Δια­βά­ζω» το 2007, στα 36.
Η κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή του Πα­λα­βού, κυ­ρίως α­πό τους πρε­σβύ­τε­ρους, στά­θη­κε ά­κρως ε­παι­νε­τι­κή. Για­τί, ό­μως, τό­σος εν­θου­σια­σμός; Σύμ­φω­να με τον Γιώρ­γο Αρά­γη, που πλου­τί­ζει τα κρι­τι­κά του κεί­με­να με κοι­νω­νι­κής υ­φής πα­ρα­τη­ρή­σεις, “η α­νά­γνω­ση των συ­νο­λι­κά 33 διη­γη­μά­των α­φή­νει την ε­ντύ­πω­ση μιας φτυ­σιάς πά­νω στα πε­πραγ­μέ­να των προ­γε­νέ­στε­ρων η­λι­κιώ­ν”. Οπό­τε, κα­τά μία φροϋδι­κή ερ­μη­νεία, η “φτυ­σιά” ξύ­πνη­σε τις ε­νο­χές των πα­λαί­μα­χων. Επι­κρο­τώ­ντας, πά­ντως, η Επι­τρο­πή αυ­τήν την “αυ­θε­ντι­κή α­με­ρι­κά­νι­κη φω­νή”, ό­πως έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στεί, δεί­χνει πως πα­ρα­κο­λου­θεί την με­τα­μο­ντέρ­να αι­σθη­τι­κή. Σε μία ε­πο­χή α­πο­θέω­σης της νεό­τη­τας, κα­λό εί­ναι τα βρα­βεία να μην μυ­ρί­ζουν να­φθα­λί­νη. Το 2011, βα­σι­κό αί­τη­μα ή­ταν η ε­πάν­δρω­ση των ε­πι­τρο­πών με νε­α­ρής η­λι­κίας μέ­λη. Για πρώ­τη φο­ρά, ε­πι­λέ­χτη­κε πε­νη­ντά­ρης πρό­ε­δρος και τρια­ντά­ρη­δες κρι­τι­κοί.  Πά­ντως, το βρα­βείο διη­γή­μα­τος δεν α­πο­νε­μή­θη­κε ο­μό­φω­να.

Με­γά­λο Βρα­βείο

Ομό­φω­να α­πο­νε­μή­θη­κε, ως εί­θι­σται, το Με­γά­λο Βρα­βείο. Κα­τά κα­νό­να, δεν λεί­πουν οι συ­γκρού­σεις, αλ­λά αυ­τές γί­νο­νται κε­κλει­σμέ­νων των θυ­ρών. Υπε­ρι­σχύει η γνώ­μη ε­νός ι­σχυ­ρού, που δεν συ­νε­πά­γε­ται πά­ντα πλειο­ψη­φι­κή α­πο­δο­χή. Σπα­νίως, οι ό­ποιες α­ντιρ­ρή­σεις α­κού­γο­νται πα­ραέ­ξω, ό­πως προ τριε­τίας, ο­πό­τε και α­πο­τέ­λε­σαν ύ­βριν για το τι­μώ­με­νο πρό­σω­πο. Εφέ­τος α­πο­νε­μή­θη­κε στον Δη­μή­τρη Ραυ­τό­που­λο, που συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν στη λί­στα Δο­κι­μίου των Κρα­τι­κών αλ­λά ό­χι του «Ανα­γνώ­στη». Το 1997, εί­χε τι­μη­θεί με το Βρα­βείο Δο­κι­μίου για το βι­βλίο του «Άρης Αλε­ξάν­δρου, ο ε­ξό­ρι­στος». Εί­ναι ο τρί­τος κρι­τι­κός λο­γο­τε­χνίας, που τι­μά­ται με το Με­γά­λο Βρα­βείο. Δεν εί­ναι λο­γο­τέ­χνης, ό­πως δεν ή­ταν ο Αλέξ. Αργυ­ρίου και η Νό­ρα Ανα­γνω­στά­κη. Επει­δή οι κρι­τι­κοί θεω­ρού­νται α­δύ­να­μες υ­πο­ψη­φιό­τη­τες για το Με­γά­λο Βρα­βείο, πα­ρα­τη­ρεί­ται τά­ση ε­ξω­ραϊσμού του έρ­γου τους. Προ­σφά­τως, με το θά­να­το της Ανα­γνω­στά­κη, στις νε­κρο­λο­γίες κα­τα­βλή­θη­κε προ­σπά­θεια να α­να­δει­χθεί το έρ­γο της πλέ­ον πο­λυ­σέ­λι­δο του πραγ­μα­τι­κού. Κι ό­μως, μπο­ρεί και ο κρι­τι­κός, ό­πως ο ποιη­τής, να κα­τα­θέ­σει έ­να και μό­νο βι­βλίο και το ό­νο­μά του να γρα­φτεί στις δέλ­τους της Ιστο­ρίας, ε­νώ του μά­χι­μου των ε­κα­το­ντά­δων δη­μο­σιευ­μά­των να α­πο­θά­νει με­τ’ αυ­τού. Αντι­στοί­χως, πα­ραλ­λάσ­σουν κα­τά τα τρέ­χο­ντα πρό­τυ­πα το προ­φίλ α­ρι­στε­ρών, ό­πως ο Αργυ­ρίου και ο Ραυ­τό­που­λος, που διέ­τρε­ξαν ο­λό­κλη­ρο το ι­δε­ο­λο­γι­κό φά­σμα, α­πό πι­στοί “της μαρ­ξι­στι­κής κο­σμο­θεω­ρίας, παίρ­νο­ντας ο­ρι­σμέ­νες ε­λευ­θε­ριό­τη­τες α­πέ­να­ντί της, οι ο­ποίες, ό­μως, δεν α­πο­δέ­σμευαν την κρι­τι­κή τους ό­ρα­ση”, (ό­πως γρά­φει ο Βά­σος Βα­ρί­κας για τον Ραυ­τό­που­λο, με α­φορ­μή το πρώ­το βι­βλίο του, «Οι Ιδέες και τα Έργα», του 1965) μέ­χρι θια­σώ­τες ε­νός α­ντι­κομ­μου­νι­σμού, που μπο­ρεί να ε­νο­χλεί ή και να εν­θου­σιά­ζει τους η­λι­κια­κά νεό­τε­ρούς τους.  
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία έ­δει­ξαν πως τα αι­σθη­τι­κά κρι­τή­ρια έρ­χο­νται σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα. Το ί­διο συμ­βαί­νει και στις κρι­τι­κές της λο­γο­τε­χνίας, ό­που δια­χω­ρί­ζε­ται η μορ­φή του πε­ριε­χο­μέ­νου, το ο­ποίο συ­νή­θως α­πα­σχο­λεί. Ευ­χό­μα­στε του χρό­νου κα­λύ­τε­ρα και, κυ­ρίως, α­πο­φάν­σεις με πιο αυ­στη­ρούς λο­γο­τε­χνι­κούς όρους.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 13/4/2014.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Βιζυηνού μελετήματα

Γ. Μ. Βι­ζυη­νός
«Στους δρό­μους της λο­γιο­σύ­νης.
Κεί­με­να γνώ­σης,
θεω­ρίας και κρι­τι­κής»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Παν. Μουλ­λάς
Επι­λε­γό­με­να-Υπό­μνη­μα
Βεν. Απο­στο­λί­δου-Μαί­ρη Μι­κέ
Μ.Ι.Ε.Τ.  Δε­κέμ­βριος 2013   

Εκκι­νώ­ντας α­πό τον τίτ­λο του βι­βλίου, να πα­ρα­τη­ρή­σου­με  ό­τι η λέ­ξη λο­γιο­σύ­νη α­που­σιά­ζει α­πό πολ­λά λε­ξι­κά της ελ­λη­νι­κής. Δεν την κα­τα­γρά­φει ού­τε του Δη­μη­τρά­κου ού­τε του Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. Την α­πο­θη­σαυ­ρί­ζουν Κρια­ράς, Μπα­μπι­νιώ­της, με τη δι­πλή ση­μα­σία της πνευ­μα­τι­κής καλ­λιέρ­γειας και της λο­γιό­τη­τας, ό­που, αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη, την ερ­μη­νεύουν ως την ι­διό­τη­τα του λο­γίου. Λέ­ξη, που, ως ε­πί­θε­το, ση­μαί­νει μορ­φω­μέ­νος, καλ­λιερ­γη­μέ­νος, και ως ου­σια­στι­κό, τον α­πα­σχο­λού­με­νο με τα γράμ­μα­τα. Ο Μπα­μπι­νιώ­της προ­σθέ­τει, ό­τι χρη­σι­μο­ποιεί­ται κυ­ρίως για την ε­πο­χή α­πό την Ανα­γέν­νη­ση μέ­χρι και τον 19ο αιώ­να, ε­νώ η ταυ­τό­ση­μη για την σύγ­χρο­νη ε­πο­χή εί­ναι το δια­νοού­με­νος. Ως προς τι, ό­μως, τό­σο σχο­λα­στι­κή ε­ξέ­τα­ση του τίτ­λου; Για­τί συμ­φω­νού­με με τον Βι­ζυη­νό, που διευ­κρι­νί­ζει: “Μη­δ’ υ­πο­θέ­ση τις η­μάς λίαν μι­κρο­λο­γού­ντας πε­ρί το ό­νο­μα και την ε­πι­γρα­φήν του βι­βλίου. Διό­τι [...] εί­ναι α­λάν­θα­στον τεκ­μή­ριον τού τε πο­σού και τού ποιού των προ­κα­ταρ­κτι­κών γνώ­σεων, α­φ’ ων οι συγ­γρα­φείς ορ­μώ­νται προς το έρ­γον αυ­τών [...]”. 
Ο τίτ­λος, α­κρι­βώς, του βι­βλίου του Παν. Μουλ­λά δεί­χνει πως α­φορ­μά­ται α­πό τα πα­ρι­σι­νά του χρό­νια στο πλευ­ρό του Κ. Θ. Δη­μα­ρά. Από τις εκ­δό­σεις του Μ.Ι.Ε.Τ., το 2013, εκ­δό­θη­καν δυο βι­βλία, τον Φεβ., του Δη­μα­ρά, «Σύμ­μι­κτα Δ΄. Λό­για πε­ρί με­θό­δου», και στα τέ­λη του έ­τους, του Μουλ­λά. Η Σει­ρά Σύμ­μι­κτα του Δη­μα­ρά εί­χε προ­γραμ­μα­τι­στεί, ζώ­ντος του ι­δίου, να α­πο­τε­λεί­ται α­πό τέσ­σε­ρις τό­μους με δι­κά του κεί­με­να, κα­τά ε­πι­λο­γή και φρο­ντί­δα τεσ­σά­ρων νεό­τε­ρων φί­λων του. Πρώ­τος εκ­δό­θη­κε ο τρί­τος τό­μος, «Πε­ρί Κα­βά­φη», σε ε­πι­μέ­λεια Γ. Π. Σαβ­βί­δη. Ο μό­νος, για τον ο­ποίο ο Δη­μα­ράς πρό­λα­βε να γρά­ψει τον πρό­λο­γο. Όταν κυ­κλο­φό­ρη­σε, Άνοι­ξη 1992,  ε­κεί­νος εί­χε α­πο­βιώ­σει. Ο φρο­ντι­στής του τό­μου έ­φυ­γε τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Ακο­λού­θη­σε το 2000, ο πρώ­τος τό­μος, «Από την παι­δεία στη λο­γο­τε­χνία», σε ε­πι­μέ­λεια του Βε­νια­μίν της τε­τρά­δας, Αλέ­ξη Πο­λί­τη. Αρχές 2004, ο Φί­λιπ­πος Ηλιού πα­ρέ­δω­σε το σώ­μα του τέ­ταρ­του τό­μου, κα­θώς ο δι­κός του ή­ταν έ­νας προ­α­ναγ­γελ­θείς θά­να­τος. Απε­βίω­σε στις 4 Μαρ. 2004. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ο τό­μος εκ­δό­θη­κε σε ε­πι­μέ­λεια Πό­πης Πο­λέ­μη. Λεί­πει ο δεύ­τε­ρος τό­μος, πε­ρί λο­γο­τε­χνίας, που εί­χε χρεω­θεί ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου. Εκεί­νος δεν πρό­λα­βε, πα­ρό­λο που εί­χε το χρό­νο. Εί­ναι, ω­στό­σο, ο μό­νος που έ­φθα­σε στην η­λι­κία του Δη­μα­ρά και ο μό­νος που συ­νέ­γρα­ψε Ιστο­ρία της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. 
Ο Ηλιού εί­χε ε­πι­λέ­ξει 301 ε­πι­φυλ­λί­δες του Δη­μα­ρά. Δυο α­πό αυ­τές, δη­μο­σιευ­μέ­νες το 1968, φέ­ρουν τον τίτ­λο «Η λο­γιο­σύ­νη». Εκεί, ο Δη­μα­ράς πα­ρα­τη­ρεί ό­τι η λαϊκή γραμ­μα­τεία, με έμ­φα­ση “στην προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση, τα κα­θαυ­τό δη­μο­τι­κά”, ε­πε­σκία­σε τη λό­για. Ωστό­σο, ό­πως ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί, πολ­λά ο­φεί­λο­νται στην ελ­λη­νι­κή λο­γιο­σύ­νη και ο πα­ρα­με­ρι­σμός της α­νέ­τρε­ψε “την αρ­μο­νία στην ει­κό­να του ελ­λη­νι­κού κό­σμου”. Αυ­τήν την αρ­μο­νία στην ει­κό­να του κό­σμου, που έ­φε­ρε ε­ντός του ο Βι­ζυη­νός, θέ­λη­σε να α­πο­κα­τα­στή­σει ο Μουλ­λάς, α­να­ζη­τώ­ντας τον άν­θρω­πο στον κό­σμο του και τού­μπα­λιν. Πά­ντο­τε εύ­στο­χος στην ε­πι­λο­γή τίτ­λου, κα­θώς οι δρό­μοι της λο­γιο­σύ­νης πη­γαί­νουν α­πό Ανα­το­λάς προς Δυ­σμάς. Σε αυ­τούς πη­γαι­νοέρ­χε­ται ο Βι­ζυη­νός. Σε αυ­τούς βά­δι­σε λί­γο πο­λύ και ο Μουλ­λάς. Στη Σορ­βό­νη, το 1976, πα­ρου­σία­σε τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του για τους ποιη­τι­κούς δια­γω­νι­σμούς του Αθή­νη­σι Πα­νε­πι­στη­μίου στην πε­ρίο­δο 1851-1877. Όταν έ­γρα­φε τα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια, συ­νά­ντη­σε έ­ναν Θρα­κιώ­τη, που α­πο­σπά το πρώ­το βρα­βείο στον Βου­τσι­ναίο ποιη­τι­κό δια­γω­νι­σμό του 1874, και πά­λι πρω­τεύει σε ε­κεί­νον του 1876, ε­νώ, τον ε­πό­με­νο χρό­νο, στον τε­λευ­ταίο, παίρ­νει έ­παι­νο. Τον Γεώρ­γιο Βι­ζυη­νό, ει­κο­σι­πε­ντά­χρο­νο το 1874, που τε­λειώ­νει με “ά­ρι­στα” το γυ­μνά­σιο στο Β΄ Γυ­μνά­σιο της Πλά­κας και εγ­γρά­φε­ται στην Φι­λο­σο­φι­κή. Πα­ρα­δί­πλα, στο Βαρ­βά­κειο, παίρ­νει το α­πο­λυ­τή­ριο με “σχε­δόν κα­λώς” έ­νας ει­κο­σι­τριά­χρο­νος Σκια­θί­της, που εγ­γρά­φε­ται ε­πί­σης στην Φι­λο­σο­φι­κή. Εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, με τον ο­ποίο α­σχο­λεί­ται ο Μουλ­λάς, πα­ράλ­λη­λα με την ε­τοι­μα­σία της δια­τρι­βής. Το «Α. Πα­πα­δια­μά­ντης Αυ­το­βιο­γρα­φού­με­νος» ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται στο Πα­ρί­σι το 1974, δυ­σχε­ραί­νο­ντας, τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, την ε­κλο­γή του στο Αρι­στο­τέ­λειο. Στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, θα ξε­κι­νή­σει το βι­βλίο για τον Βι­ζυη­νό, με το ο­ποίο, το 1980, θα ε­κλε­γεί τα­κτι­κός κα­θη­γη­τής νε­ο­ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας. Ει­ση­γη­τές, ο Απ. Σα­χί­νης, ο συ­νερ­γά­της του Δη­μα­ρά Άλκης Αγγέ­λου και ο Σαβ­βί­δης, που θα κρί­νουν αυ­τήν την ερ­γα­σία “θε­τι­κό­τε­ρη και με­στό­τε­ρη α­πό την α­ντί­στοι­χη για τον Πα­πα­δια­μά­ντη”. 
Το 1875, τη Φι­λο­σο­φι­κή Αθη­νών θα την ε­γκα­τα­λεί­ψουν και οι δυο. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης, χω­ρίς προ­στά­τη, θα προ­σπα­θή­σει να ε­πι­βιώ­σει στην Αθή­να, ε­νώ ο Βι­ζυη­νός, με χο­ρη­γό σπου­δών τον Γεώρ­γιο Ζα­ρί­φη, θα α­κο­λου­θή­σει “τους δρό­μους της λο­γιο­σύ­νης”. Ο Μουλ­λάς δεν θα ε­πι­στρέ­ψει πο­τέ στον πρώ­το. Αντί­θε­τα, θα ξα­να­γυ­ρί­σει στον Βι­ζυη­νό. Όπως ση­μειώ­νει στις 18 Δεκ. 2009, “ύ­στε­ρα α­πό 30 χρό­νια”. Συ­γκε­ντρώ­νει τα σκόρ­πια με­λε­τή­μα­τα του Βι­ζυη­νού με­τά την ο­ρι­στι­κή ε­πι­στρο­φή του στην Αθή­να, τέ­λη Μαρ. 1884. Αρχί­ζει τα Προ­λε­γό­με­να. Γρά­φει μέ­ρος της γε­νι­κής ει­σα­γω­γής και δυο α­πό τους ε­πι­μέ­ρους προ­λό­γους για τα πλη­σιέ­στε­ρα στα δι­κά του εν­δια­φέ­ρο­ντα με­λε­τή­μα­τα. Τα α­φή­νει η­μι­τε­λή, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας τα ε­γκό­σμια στις 11.9.2010. Όπως τα η­μι­τε­λή Σύμ­μι­κτα Δη­μα­ρά του Ηλιού, έ­τσι και τα η­μι­τε­λή Άπα­ντα τα με­λε­τή­μα­τα Βι­ζυη­νού του Μουλ­λά τα ο­λο­κλη­ρώ­νουν μα­θή­τριες και συ­νερ­γά­τριες, με ε­πι­λε­γό­με­να και υ­πό­μνη­μα. Όπως διευ­κρι­νί­ζε­ται, βα­σι­κός σκο­πός των ε­πι­λε­γο­μέ­νων εί­ναι η έ­ντα­ξη του βι­βλίου στο συ­νο­λι­κό έρ­γο του Μουλ­λά. Έτσι, ό­μως, δεν ο­λο­κλη­ρώ­νο­νται τα Προ­λε­γό­με­να. 
Γεν­νά­ται το ε­ρώ­τη­μα ποιους μπο­ρεί να εν­δια­φέ­ρει αυ­τό το πο­λυ­σέ­λι­δο βι­βλίο (σελ. 800), που φαί­νε­ται να εκ­δό­θη­κε, πρω­τί­στως, σαν χρέ­ος προς τον ε­κλι­πό­ντα. Η συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση, ω­στό­σο, του ε­πι­στη­μο­νι­κού έρ­γου του Βι­ζυη­νού ή­ταν α­πα­ραί­τη­τη, ως μέ­ρος των Απά­ντων του. Πό­σω μάλ­λον τώ­ρα, που ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ροι με­λε­τη­τές α­να­κα­λύ­πτουν γό­νι­μο έ­δα­φος στα με­λε­τή­μα­τά του. Ενδει­κτι­κές εί­ναι δυο σχε­τι­κές ο­μι­λίες στην τε­λευ­ταία Διη­με­ρί­δα του Δη­μο­κρί­τειου Πα­ν/μίου, με θέ­μα, «Το εύ­ρος του έρ­γου του Γεωρ­γίου Βι­ζυη­νού. Πα­λαιό­τε­ρες α­να­γνώ­σεις και νέες προ­σεγ­γί­σεις». Κα­τά τη γνώ­μη μας, με μία δια­φο­ρε­τι­κής σύλ­λη­ψης πα­ρου­σία­ση, θα μπο­ρού­σαν να κι­νή­σουν το εν­δια­φέ­ρον των ση­με­ρι­νών δια­νοού­με­νων. Θα πρέ­πει να λη­φθεί υ­πό­ψη, πως αυ­τοί οι τε­λευ­ταίοι, την μεν ε­πο­χή του Βι­ζυη­νού την γνω­ρί­ζουν, ό­σο την γνω­ρί­ζουν,  με την με­τα­μο­ντέρ­να, μάλ­λον α­πορ­ρι­πτι­κή εκ­δο­χή της, το δε έρ­γο του Δη­μα­ρά και του Μουλ­λά δεν το ε­κτι­μούν, κρί­νο­ντάς το α­πό ό­σα λί­γα γνω­ρί­ζουν και αυ­τά α­πό δεύ­τε­ρο χέ­ρι.
Ως κυ­ρίως ε­πι­στη­μο­νι­κό έρ­γο του Βι­ζυη­νού θεω­ρού­νται οι δυο δια­τρι­βές του. Η δι­δα­κτο­ρι­κή, «Το παι­δι­κό παι­χνί­δι σε σχέ­ση με την Ψυ­χο­λο­γία και την Παι­δα­γω­γι­κή», που υ­πέ­βα­λε το 1881 στην Αυ­γου­σταία Ακα­δη­μία της Γοτ­τίγ­γης, και η ε­πί υ­φη­γε­σία, «Η φι­λο­σο­φία του κα­λού πα­ρά Πλω­τί­νω», στο Αθή­νη­σι το 1885. Συ­γκε­κρι­μέ­να, α­να­κη­ρύ­χτη­κε υ­φη­γη­τής στις 6 Φεβ. 1885. Ο ε­πό­με­νος, που πή­ρε το χρί­σμα, ή­ταν έ­νας πα­λαιός γνω­στός του α­πό τη Γερ­μα­νία, ο Μαρ­γα­ρί­της Ευαγ­γε­λί­δης, στις 3 Ιουν. 1885. Στο εν­διά­με­σο και ε­νώ α­να­με­νό­ταν η κρί­ση, ο Βι­ζυη­νός δη­μο­σίευ­σε ε­κτε­νή βι­βλιο­κρι­σία για τη δια­τρι­βή του Ευαγ­γε­λί­δη. Στην α­να­δη­μο­σίευ­ση στον τό­μο, η κρι­τι­κή κα­τα­λαμ­βά­νει 50 σε­λί­δες, ό­που, στις 30, α­να­σκευά­ζο­νται σφάλ­μα­τα με σχο­λα­στι­κές διορ­θώ­σεις. Θυ­μί­ζει τις διορ­θώ­σεις του Κων­στα­ντί­νου Ασώ­πιου για το πό­νη­μα του Πα­να­γιώ­τη Σού­τσου, χω­ρίς ό­μως τη δι­κή του δρα­στι­κή δό­ση ει­ρω­νείας, που κα­θι­στά «Τα Σού­τσεια» συ­ναρ­πα­στι­κά. Ο Μουλ­λάς ε­ξαίρει τις ει­σα­γω­γι­κές ε­πι­ση­μάν­σεις του Βι­ζυη­νού πε­ρί αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κής φι­λο­σο­φίας, κυ­ρίως, την ε­κτε­νή σύ­γκρι­ση της κυ­ρίαρ­χης τό­τε κα­τά­στα­σης με ε­κεί­νης στην Ευ­ρώ­πη.
Όπως θα α­να­με­νό­ταν, ου­δό­λως ε­πη­ρέ­α­σε η βι­βλιο­κρι­σία τους κρι­τές. Ο Μαρ­γα­ρί­της α­να­κη­ρύ­χθη­κε υ­φη­γη­τής, ό­πως και ο Βι­ζυη­νός.  Μό­νο που ο πρώ­τος δί­δα­ξε στη Σχο­λή και το 1894 κα­τέ­λα­βε την α­ντί­στοι­χη έ­δρα, α­πό την ο­ποία α­πο­χώ­ρη­σε το 1924, λό­γω ο­ρίου η­λι­κίας. Το κεί­με­νο δια­τη­ρεί μέ­χρι και σή­με­ρα το ε­πι­στη­μο­νι­κό του εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς η φι­λο­σο­φι­κή θεω­ρία για την αν­θρώ­πι­νη γνώ­ση ξε­κί­νη­σε α­πό τους Έλλη­νες και οι Γερ­μα­νοί κα­θη­γη­τές του Βι­ζυη­νού ή­ταν α­πό τους πρω­τερ­γά­τες της Επι­στη­μο­λο­γίας. Το ί­διο ι­σχύει και για τα δυο εγ­χει­ρί­δια, τα ο­ποία ο Βι­ζυη­νός ε­ξέ­δω­σε ως βο­η­θή­μα­τα στα μα­θή­μα­τα που δί­δα­σκε στο Βαρ­βά­κειο, τα «Στοι­χεία Λο­γι­κής» το 1885 και τα «Στοι­χεία Ψυ­χο­λο­γίας» το 1888, κα­θώς και για τη δί­το­μη ε­πι­στη­μο­νι­κή με­λέ­τη «Ψυ­χο­λο­γι­καί έ­ρευ­ναι ε­πί του κα­λού», σύμ­φω­να και με τον σχο­λια­σμό τους προ ει­κο­σα­ε­τίας α­πό την Ε. Πο­τα­μιά­νου-Παλ­λα­ντίου και πρό­σφα­τα, α­πό τον Ν. Μαυ­ρέ­λο.      
Σε ό­λα τα με­λε­τή­μα­τα, ο Βι­ζυη­νός πεί­θει ό­τι γνω­ρί­ζει σε βά­θος το θέ­μα του. Κά­τι κα­θό­λου αυ­το­νό­η­το, κα­θώς κι­νεί­ται α­πό χώ­ρους α­μι­γώς ε­πι­στη­μο­νι­κούς μέ­χρι τα πε­δία της αι­σθη­τι­κής και της λο­γο­τε­χνίας. Επι­προ­σθέ­τως, ε­πι­δει­κνύει σχε­δόν μυ­θο­πλα­στι­κή φα­ντα­σία στον τρό­πο που πα­ρου­σιά­ζει το πλη­ρο­φο­ρια­κό υ­λι­κό και α­να­πτύσ­σει την ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία. Ενώ, το ύ­φος των πε­ρισ­σό­τε­ρων, ι­δίως ό­ταν τον συ­νε­παίρ­νει το θέ­μα του, α­να­μι­γνύο­ντας προ­σω­πι­κές ε­μπει­ρίες, α­πο­κτά λο­γο­τε­χνι­κή πνοή. Ενδει­κτι­κός εί­ναι ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός α­πό τον Βάλ­τερ Πού­χνερ ε­νός με­λε­τή­μα­τος, γύ­ρω α­πό “το έ­θι­μο του Κα­λό­γε­ρου και τη λα­τρεία του Διο­νύ­σου στη Θρά­κη”, ως διή­γη­μα. Σε αυ­τό, δια­τυ­πώ­νε­ται ει­σα­γω­γι­κά η προ­κλη­τι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­τι “οι κα­λό­γη­ροι πα­ντός έ­θνους και πά­σης ε­πο­χής υ­πήρ­ξαν οι κα­τ’ ε­ξο­χήν θια­σώ­ται του Βάκ­χου”.   
Ένας α­πό τους τρό­πους βιο­πο­ρι­σμού του Βι­ζυη­νού ή­ταν και η συγ­γρα­φή λημ­μά­των για το ε­ξά­το­μο Λε­ξι­κόν Ε­γκυ­κλο­παι­δι­κόν των εκ­δο­τών Μπαρτ και Χιρ­στ, σε ε­πι­μέ­λεια Νι­κο­λά­ου Πο­λί­τη. Σύμ­φω­να με την Ελ. Κου­τριά­νου, α­πό το 1889 μέ­χρι το 1893, έ­γρα­ψε συ­νο­λι­κά 118 λήμ­μα­τα. Ού­τε η Κου­τριά­νου ού­τε στα Επι­λε­γό­με­να προσ­διο­ρί­ζε­ται πό­σα α­πό αυ­τά α­φο­ρού­σαν ελ­λη­νι­κά θέ­μα­τα. Ο Μουλ­λάς ε­πι­λέ­γει 28, με μο­να­δι­κό ελ­λη­νι­κό, ε­κεί­νο για τη γε­νέ­τει­ρά του, τη Βι­ζύη. Το 1892, υ­πό τύ­πον λήμ­μα­τος, δη­μο­σίευ­σε κεί­με­νο για τον Ίψεν, που φθά­νει μέ­χρι το 1886, που γρά­φτη­κε το «Ρο­σμερ­σχόλμ». Δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ο Πα­πα­δια­μά­ντης με­τα­φρά­ζει κεί­με­νο για το έρ­γο τού 1894, «Ο μι­κρός Έγιολφ». Εν κα­τα­κλεί­δι, ο Βι­ζυη­νός ε­πι­κρο­τεί τα και­νά δαι­μό­νια που ει­ση­γεί­ται ο Νορ­βη­γός, ό­ταν γρά­φει, “Ο ε­δι­κός μου ο Θεός εί­ναι Θεός νέ­ος, έ­χων μυε­λόν ε­ντός των ο­στών του”.
Στην «Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη Εστία» δη­μο­σιεύ­θη­κε το κεί­με­νο για τον Ίψεν σε δυο συ­νέ­χειες. Η δεύ­τε­ρη, Ιούν. 1892, δη­μο­σιεύε­ται ό­ταν ε­κεί­νος βρί­σκε­ται έ­γκλει­στος στο Ίδρυ­μα. Από ε­κεί θα στα­λεί(;) στο ί­διο έ­ντυ­πο το ε­πό­με­νο δη­μο­σίευ­μα, «Ανά τον Ελι­κώ­να (Βαλ­λί­σμα­τα)». Αυ­τό α­πο­τε­λεί συ­νέ­χεια α­ντί­στοι­χου  λήμ­μα­τος στο Λε­ξι­κό Μπαρτ και Χιρ­στ, με τίτ­λο «Βαλ­λι­στι­κόν ά­σμα». Η με­λέ­τη εί­ναι έ­νας εί­δος ει­σα­γω­γής στην ευ­ρω­παϊκή μπα­λά­ντα, ό­που ο Βι­ζυη­νός με­τα­φρά­ζει μπα­λά­ντες, πα­ρα­θέ­τει κά­ποιες ελ­λη­νι­κές και προ­σθέ­τει μία δι­κή του. Υιο­θε­τεί, μά­λι­στα, τη λέ­ξη βάλ­λι­σμα, που εί­χε πλα­στεί πα­λαιό­τε­ρα κα­τά ε­τυ­μο­λο­γι­κή α­πό­δο­ση της λέ­ξης μπα­λά­ντα. 
Το τρί­το και τε­λευ­ταίο μέ­ρος α­πό τα Προ­λε­γό­με­να, α­φο­ρά το ε­πε­τεια­κό δη­μο­σίευ­μα «Αι ει­κα­στι­καί τέ­χναι κα­τά την Α΄ ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τη­ρί­δα του Γεωρ­γίου Α΄». Ο Βι­ζυη­νός πα­ρου­σιά­ζει το ι­στο­ρι­κό της Σχο­λής των Τε­χνών, με α­να­φο­ρά στους καλ­λι­τε­χνι­κούς δια­γω­νι­σμούς και το ά­δο­ξο τέ­λος τους λό­γω της δια­μά­χης με­τα­ξύ λο­γίων για το κα­τά πό­σο ο καλ­λι­τέ­χνης γεν­νά­ται ή γί­νε­ται. Στο δεύ­τε­ρο μέ­ρος αυ­τής της με­λέ­της α­να­φέ­ρε­ται στους α­πό­φοι­τους της Σχο­λής –γλύπτες και ζωγράφους– στην ε­πο­χή του, θεω­ρώ­ντας πως υ­στε­ρούν ως προς τη “γε­νι­κή δια­νο­η­τι­κή μόρ­φω­ση”. Στα δυο τε­λευ­ταία κε­φά­λαια σχο­λιά­ζει γλυ­πτά ο­δών και πλα­τειών της Αθή­νας, κά­νο­ντας εύ­στο­χες κρι­τι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις. 
Τα Επι­λε­γό­με­να ξε­κι­νούν με την πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­τι το κεί­με­νο του Μουλ­λά, “κα­τά μία συμ­βο­λι­κή σύ­μπτω­ση, στα­μα­τά στο μέ­σο μίας πρό­τα­σης, στη λέ­ξη τά­φων”. Εκεί­νο, που πι­θα­νώς να διέ­φυ­γε της προ­σο­χής, εί­ναι ό­τι το α­πό­σπα­σμα α­πό το δη­μο­σίευ­μα του Βι­ζυη­νού, το ο­ποίο σχο­λιά­ζει αυ­τή η η­μι­τε­λής πρό­τα­ση και το ο­ποίο προ­η­γεί­ται, α­πο­τε­λεί­ται α­πό τρία μέ­ρη, που ο Μουλ­λάς δεν τα πα­ρα­θέ­τει κα­τά τη σει­ρά που α­πα­ντώ­νται, αλ­λά α­ντι­με­τα­θέ­τει το δεύ­τε­ρο με το τρί­το, ώ­στε να έ­χει α­κρι­βώς την ευ­και­ρία να σχο­λιά­σει τι εν­νο­εί ο Βι­ζυη­νός με “τους του νε­κρο­τα­φείου κα­τοί­κους”. Όπου και ε­πε­ξη­γεί με πρό­δη­λους τους πέν­θι­μους συ­νειρ­μούς: “α­πευ­θύ­νε­ται φυ­σι­κά στους μαρ­μα­ρά­δες-δια­κο­σμη­τές των τά­φων...”  


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/4/2014.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Ηττημένος της ζωής

Γ. Μ. Βι­ζυη­νός
«Άπα­ντα τα διη­γή­μα­τα»
Σχό­λια: 
Ήρκου και Στά­ντη Ρ. Απο­στο­λί­δη
Εκδ. Τα Νέα Ελλη­νι­κά
Οκτώ­βριος 2013

Μέ­σα στο πε­ρα­σμέ­νο φθι­νό­πω­ρο εκ­δό­θη­καν δυο βι­βλία για τον Βι­ζυη­νό, που θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν, α­πό δια­φο­ρε­τι­κές α­πό­ψεις, ση­μα­ντι­κά. Το πρώ­το, για­τί α­πο­κα­θι­στά φι­λο­λο­γι­κά το έρ­γο του, που δεν εί­χε μέ­χρι σή­με­ρα τις κα­λύ­τε­ρες τύ­χες. Ενώ, το δεύ­τε­ρο (Γ. Μ. Βι­ζυη­νός «Στους δρό­μους της λο­γιο­σύ­νης», Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια Παν. Μουλ­λάς), που θα μας α­πα­σχο­λή­σει προ­σε­χώς, έρ­χε­ται να ο­λο­κλη­ρώ­σει την έκ­δο­ση του μη λο­γο­τε­χνι­κού, ε­πι­στη­μο­νι­κού έρ­γου του. Μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο οι πρό­σφα­τες εκ­δό­σεις δη­λώ­νουν α­να­νεω­μέ­νο εν­δια­φέ­ρον για τον Βι­ζυη­νό ή πρό­κει­ται πε­ρί συ­μπτώ­σεως. Ίσως και τα δυο, συν τις ε­πε­τεια­κές α­φορ­μές, τις πρώην και τις ε­πό­με­νες, αλ­λά και τις λαν­θά­νου­σες. Μία πρώην ή­ταν η συ­μπλή­ρω­ση, το 2009, 160 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­σή του. Στις 30-31 Μαΐ. 2009, διορ­γα­νώ­θη­κε α­πό το Δη­μο­κρί­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Θρά­κης Διη­με­ρί­δα, με τίτ­λο, «Το εύ­ρος του έρ­γου του Γεωρ­γίου Βι­ζυη­νού. Πα­λαιό­τε­ρες α­να­γνώ­σεις και νέες προ­σεγ­γί­σεις». Ακο­λού­θη­σε η έκ­δο­ση των Πρα­κτι­κών, που, ό­πως πά­ντα με κα­θυ­στέ­ρη­ση, κυ­κλο­φό­ρη­σαν Μάρ. 2012. Η ε­πό­με­νη ε­πέ­τειος εί­ναι αυ­τή του 2016, που συ­μπλη­ρώ­νο­νται 120 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του, για την ο­ποία έ­χουν ή­δη αρ­χί­σει σχε­δια­σμοί ε­πί χάρ­του.
Στις λαν­θά­νου­σες ε­πε­τεια­κές α­φορ­μές, θα μπο­ρού­σα­με να α­πο­δώ­σου­με το πρώ­το α­πό τα δυο βι­βλία. Συ­νε­πείς ο Ήρκος και ο Στά­ντης Απο­στο­λί­δης, “οι δυο Απο­στο­λί­δη­δες” ό­πως υ­πο­γρά­φουν, το εί­χαν έ­τοι­μο α­πό το φθι­νό­πω­ρο για την ι­διαί­τε­ρα προ­σφι­λή σε αυ­τούς δι­πλή ε­πέ­τειο του 2014. Εφέ­τος συ­μπλη­ρώ­νο­νται 90 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση και 10 α­πό το θά­να­το του Ρέ­νου Απο­στο­λί­δη. Για ό­σους γο­η­τεύουν οι συ­μπτώ­σεις, ο Ρέ­νος α­πώ­λε­σε για ο­κτώ ε­πι­πλέ­ον η­μέ­ρες ύ­παρ­ξης την κα­βά­φεια τύ­χη σύ­μπτω­σης η­με­ρο­μη­νίας γέν­νη­σης και θα­νά­του. Γεν­νή­θη­κε 2 Μαρ. 1924 και α­πε­βίω­σε 10 Μαρ. 2004. Παι­δί της Άνοι­ξης ό­πως και ο Βι­ζυη­νός αλ­λά πιο τυ­χε­ρός α­κό­μη και στο θά­να­το. Οξύ ε­γκε­φα­λι­κό ε­πει­σό­διο, μια κι έ­ξω, σε α­ντί­θε­ση με το αρ­γό ρο­κά­νι­σμα μιας τε­τρα­ε­τίας του Βι­ζυη­νού. Ο Θρα­κιώ­της φέ­ρε­ται γεν­νη­μέ­νος 8 Μαρ., η­μέ­ρα Δευ­τέ­ρα, για ε­μάς σή­με­ρα η­μέ­ρα των γυ­ναι­κών, που οι μαρ­τυ­ρίες θέ­λουν πο­λύ να τον α­πα­σχό­λη­σαν και πά­ντο­τε βα­σα­νι­στι­κά. Μέ­χρι που συ­νέ­τει­ναν στο τέ­λος του^ 13 Απρ. 1892 ε­γκλει­σμός στο Δρο­μο­καΐτειο, 15 Απρ., η­μέ­ρα Κυ­ρια­κή, θά­να­τος.
Συ­μπτω­μα­τι­κά, και η πρώ­τη εμ­φά­νι­ση του Βι­ζυη­νού ως πε­ζο­γρά­φου συ­ντε­λέ­στη­κε ά­νοι­ξη. Όχι, όμως, μήνα Απρίλιο, όπως συνήθως μνημονεύεται, αλλά Μάρτιο. Αυ­τή η πρώ­τη εμ­φά­νι­ση έ­γι­νε με τη δη­μο­σίευ­ση του διη­γή­μα­τος «Το α­μάρ­τη­μα της μη­τρός μου» στο πα­ρι­σι­νό πε­ριο­δι­κό «Nouvelle Revue» στο τεύ­χος Μαρ. - Απρ. Πό­τε, ό­μως, κυ­κλο­φό­ρη­σε το εν λό­γω δι­μη­νιαίο τεύ­χος; Ο Βι­ζυη­νός, σε ε­πι­στο­λή του προς τον Βι­κέ­λα α­πό το Λον­δί­νο με η­με­ρο­μη­νία 24.3.83, α­νη­συ­χεί μην και το τεύ­χος κυ­κλο­φο­ρή­σει με­τά τα μέ­σα Απρι­λίου. Σύμ­φω­να με πα­ρα­πο­μπή του Παν. Μουλ­λά, κυ­κλο­φό­ρη­σε την Πρω­τα­πρι­λιά, α­ντι­θέ­τως ο Βαγ. Αθα­να­σό­που­λος α­να­φέ­ρει πως κυ­κλο­φό­ρη­σε μή­να Μάρ­τιο. Έτσι κι αλ­λιώς, αν λά­βου­με υ­πό­ψιν ό­τι στην κα­θ’ η­μάς Ανα­το­λή ι­σχύει το πα­λαιό η­με­ρο­λό­γιο, σύμ­φω­να με το ο­ποίο και κα­τα­γρά­φο­νται η γέν­νη­ση και ο θά­να­τός του συγ­γρα­φέα, η πρώ­τη ευ­ρω­παϊκή εμ­φά­νι­σή του έ­γι­νε μή­να Μάρ­τιο. Ενώ, η ελ­λη­νι­κή, με τη δημοσίευση του ίδιου διηγήματος στην «Εστία», έ­γι­νε στα τεύ­χη της 10ης και 17ης Απρ. 1883. Αυ­τό ση­μαί­νει πως, αν πράγ­μα­τι αρ­γού­σε να κυ­κλο­φο­ρή­σει το γαλ­λι­κό πε­ριο­δι­κό, θα χα­λού­σαν τα σχέ­δια του Βι­ζυη­νού να προ­η­γη­θεί η γαλ­λι­κή δη­μο­σίευ­ση, γε­γο­νός που θα χα­ρο­ποιού­σε τον εκ­δό­τη της «Εστίας», τον Γεώρ­γιο Κασ­δό­νη, ο ο­ποίος εί­χε προ­α­ναγ­γεί­λει τη σύγ­χρο­νη δη­μο­σίευ­ση του διη­γή­μα­τος.
Συ­μπτω­μα­τι­κά, το διή­γη­μα του Βι­ζυη­νού εί­χε την τύ­χη να δη­μο­σιευ­τεί σε δυο ι­δε­ο­λο­γι­κά α­ντί­θε­τα πε­ριο­δι­κά. Το γαλ­λι­κό πε­ριο­δι­κό της Ιου­λιέτ­τας Λα­μπέ­ρ, χή­ρας του Εδμόν­δου Αντά­μ, ό­πως και το σα­λό­νι της, στο ο­ποίο σύ­χνα­ζε ο Βι­κέ­λας και ο Μαρ­κή­σιος Σαι­ντ-Χι­λαί­ρ, με­τα­φρα­στής στα γαλ­λι­κά του διη­γή­μα­τος του Βι­ζυη­νού, ή­ταν φί­λα κεί­με­νο στον φι­λέλ­λη­να Γαμ­βέ­τα και ξε­κί­νη­σε για να α­πο­τε­λέ­σει το α­ντί­πα­λο δέ­ος στη συ­ντη­ρη­τι­κή «Revue des deux mondes», που στά­θη­κε α­παρ­χής το πρό­τυ­πο της «Εστίας». Πό­σο εν­διέ­φε­ραν τον Βι­ζυη­νό οι ι­δε­ο­λο­γι­κές α­ντι­πα­λό­τη­τες; Κα­τά τον Μουλ­λά, στο σα­λό­νι της Λα­μπέ­ρ, τον έ­φε­ρε η α­να­ζή­τη­ση κο­σμι­κών ε­πα­φών. Σε ε­κεί­νη τη φά­ση της ζωής του, η τύ­χη του χα­μο­γε­λού­σε. Μέ­χρι τον ε­πό­με­νο Μάρ­τιο. Στις 14 Μαρ. 1884, πά­ντο­τε κα­τά το πα­λαιό η­με­ρο­λό­γιο, α­πε­βίω­σε ο προ­στά­της του, Γεώρ­γιος Ζα­ρί­φης. Στις τε­λευ­ταίες μέ­ρες του Μαρ­τίου, ο Βι­ζυη­νός ε­πι­στρέ­φει ο­ρι­στι­κά στην Αθή­να.  
Σύμ­φω­να με το μό­το στην Ει­σα­γω­γή της πρό­σφα­της έκ­δο­σης, “Οι ητ­τη­μέ­νοι της ζωής έ­χουν πά­ντο­τε να διη­γη­θούν τις ω­ραιό­τε­ρες ι­στο­ρίες”. Το βιο­γρα­φι­κό του α­πο­τε­λεί ι­κα­νή μαρ­τυ­ρία ό­τι α­νή­κε στους ητ­τη­μέ­νους α­πό γεν­νη­σι­μιού του, πα­ρά τις ε­κλάμ­ψεις της τύ­χης κα­τά την πρώ­τη του νεό­τη­τα. Και έ­χει διη­γη­θεί, αν ό­χι τις ω­ραιό­τε­ρες ι­στο­ρίες της πα­λαιό­τε­ρης πε­ζο­γρα­φίας μας, ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζουν ο­ρι­σμέ­νοι, σί­γου­ρα, ό­μως, α­πό τις ω­ραιό­τε­ρες. Κι ό­μως, γι’ αυ­τές δεν υ­πάρ­χει α­ξιό­πι­στη έκ­δο­ση ού­τε “«Απά­ντων» των ευ­ρι­σκο­μέ­νω­ν”, ού­τε κα­μιά τμη­μα­τι­κή, ό­πως τεκ­μη­ριώ­νει ο Γιώρ­γος Κε­χα­γιό­γλου στην α­να­κοί­νω­σή του στη Διη­με­ρί­δα Βι­ζυη­νού. Ο Βι­ζυη­νός προ­σέλ­κυ­σε μεν πολ­λούς φρο­ντι­στές, αλ­λά αυ­τή η πολ­λα­πλή εκ­δο­τι­κή φρο­ντί­δα πα­ρέ­μει­νε ελ­λι­πής. Ταυ­τό­χρο­να δε­λέ­α­σε πλεί­στους ό­σους με­λε­τη­τές, που, ό­μως, το στρί­μω­ξαν σε ερ­μη­νευ­τι­κές α­τρα­πούς, κα­θώς φι­λο­δό­ξη­σαν ο­λι­στι­κές συλ­λή­ψεις. Έλει­πε η έ­γκυ­ρη φι­λο­λο­γι­κή έκ­δο­ση του έρ­γου του. Αυ­τήν μας προ­σφέ­ρουν “οι δυο Απο­στο­λί­δη­δες”. Στο υ­πο­κε­φά­λαιο της Ει­σα­γω­γής, με τίτ­λο, «Εκδο­τι­κά», με­τά την α­να­φο­ρά των αρ­χι­κών δε­δο­μέ­νων –τη μη διά­σω­ση των χει­ρο­γρά­φων, τις πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις, με­ρι­κές εκ των ο­ποίων με θεώ­ρη­ση των τυ­πο­γρα­φι­κών δο­κι­μίων α­πό τον ί­διο τον Βι­ζυη­νό–, σχο­λιά­ζουν ε­κτε­νώς τις “αυ­θαι­ρε­σίες” κα­τά τις εκ­δό­σεις βι­βλίων και τέ­λος, πε­ρι­γρά­φουν τις δι­κές τους “σιω­πη­ρές” διορ­θω­τι­κές ε­πεμ­βά­σεις, ό­που, ως γνώ­μο­νας, φαί­νε­ται να λει­τουρ­γεί η «Ανθο­λο­γία διη­γή­μα­τος» πάπ­που  και πα­τρός. Δεν προ­βλέ­πο­νται α­ντί­στοι­χες υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις, αλ­λά οι δια­φο­ρο­ποιη­τι­κές αλ­λα­γές δί­νο­νται συ­γκε­ντρω­τι­κά σε προ­τασ­σό­με­νο κρι­τι­κό υ­πό­μνη­μα.  
Οι ε­κτε­νείς υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις ε­πι­μέ­νουν “στο ι­στο­ρι­κό και κοι­νω­νι­κό υ­πό­βα­θρο” της ε­πο­χής των ι­στο­ριών, ε­νώ διυ­λί­ζουν τους γλωσ­σι­κούς τύ­πους στην κα­θε­μία ι­στο­ρία χω­ρι­στά αλ­λά και σε συ­γκρι­τι­κή βά­ση. Αντι­θέ­τως, το συ­γκε­ντρω­τι­κό Γλωσ­σά­ριο πα­ρα­μέ­νει, α­κρι­βώς ό­πως χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται, “συ­νο­πτι­κώ­τα­το”. Ακό­μη, προ­βλέ­πο­νται, προς πε­ραι­τέ­ρω υ­πο­στή­ρι­ξη του υ­πο­μνη­μα­τι­σμού, έ­ξι θε­μα­τι­κά πα­ραρ­τή­μα­τα: Προσ­διο­ρι­σμός της α­κρι­βούς χρο­νο­λο­γίας γέν­νη­σης της μη­τέ­ρας του Βι­ζυη­νού Δέ­σποι­νας και ως προ­σθή­κη στο προ­τασ­σό­με­νο βιο­γρα­φι­κό του, που εί­ναι συ­νο­πτι­κό αλ­λά με ε­ξα­κρι­βω­μέ­νες χρο­νο­λο­γίες και συμ­βά­ντα. Σχο­λια­σμός της έ­κτα­σης των πε­ρι­γρα­φι­κών α­να­φο­ρών στο φυ­σι­κό πε­ρι­βάλ­λον, με το­νι­σμό της αλ­λη­γο­ρι­κής τους χρή­σης. Υπό τύ­πον λήμ­μα­τος, α­να­φο­ρές σε Νεό­τουρ­κους, τάγ­μα­τα δερ­βί­ση­δων και στην κα­τά Ρού­ντολφ Χέρ­μαν Λό­τσε έν­νοια της ψυ­χής. Πα­ρεν­θε­τι­κά να ση­μειώ­σου­με ε­δώ, πως το βα­σι­κό βι­βλίο του Λό­τσε, στο ο­ποίο στη­ρι­ζό­ταν ο Βι­ζυη­νός, δεν ή­ταν η «Ια­τρι­κή Ψυ­χο­λο­γία» του 1852, αλ­λά το ε­πό­με­νο, ο τρί­το­μος «Μι­κρό­κο­σμος», με “ι­δέες για την Φυ­σι­κή Ιστο­ρία και την Ιστο­ρία της Ανθρω­πό­τη­τας”. Και τέ­λος, το ε­ρευ­νη­τι­κά εν­δια­φέ­ρον κεί­με­νο για τις “ρο­μα­ντι­κές κα­τα­βο­λές του διη­γή­μα­τος «Αι συ­νέ­πειαι της πα­λαιάς ι­στο­ρίας»”. Το συ­νο­λι­κό έρ­γο συ­μπλη­ρώ­νουν, το γε­νε­α­λο­γι­κό δέ­ντρο Βι­ζυη­νού και τρεις χάρ­τες (το­πο­γρα­φι­κό Βι­ζύης, χάρ­της της πε­ριο­χής και χάρ­της Ανα­το­λι­κής Θρά­κης). Χρη­σι­μό­τε­ρος θα ή­ταν χάρ­της της Ανα­το­λι­κής Ρω­μυ­λίας. Αν μη τι άλ­λο, για να φαί­νε­ται η γειτ­νία­ση της Βι­ζύης με τον τό­πο των Απο­στο­λί­δη­δων, τον Πύρ­γο, ση­με­ρι­νό Μπουρ­γκάς.     
Αυ­τή η πο­λύ­πλευ­ρη και ε­κτε­τα­μέ­νη φι­λο­λο­γι­κή φρο­ντί­δα θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί μέ­χρι και τέ­λεια, α­φού κα­λύ­πτει α­πό τις πε­ριέρ­γειες του πα­ντε­λώς α­προσ­διό­νυ­σου ως προς τις χω­ρο­χρο­νι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες των ι­στο­ριών, την Ανα­το­λι­κή Ρω­μυ­λία και τα μέ­σα του 19ου αι. σε Ελλά­δα, Οθω­μα­νι­κή Τουρ­κία και Γερ­μα­νία, μέ­χρι τις α­παι­τή­σεις των σχο­λα­στι­κώ­τε­ρων. Με βά­ση, ό­μως, το πώς ε­μείς του­λά­χι­στον α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε πα­ρό­μοιες εκ­δό­σεις, θα μπο­ρού­σε να δια­τυ­πω­θεί μία έν­στα­ση. Κα­τά την α­κα­δη­μαϊκή ο­πτι­κή για τις πρό­τυ­πες φι­λο­λο­γι­κές εκ­δό­σεις, ο υ­πο­μνη­μα­τι­σμός έ­χει ως στό­χο να φω­τί­ζει το κεί­με­νο, κα­τά ό­σον το δυ­να­τόν α­ντι­κει­με­νι­κό­τε­ρο τρό­πο, που ση­μαί­νει να διευ­κο­λύ­νει τον α­να­γνώ­στη αλ­λά να μην τον χει­ρα­γω­γεί. Οι δη­μιουρ­γοί, ω­στό­σο, της συ­γκε­κρι­μέ­νης έκ­δο­σης δη­λώ­νουν εκ προοι­μίου ό­τι “αυ­τή α­ξιώ­νει νά­ναι ε­λε­γκτι­κή πά­ντα, και χει­ρα­γω­γός προς το ά­ξιο”. Δή­λω­ση με χροιά δι­δα­κτι­σμού, που μάλ­λον ξε­νί­ζει, ι­δίως σε μία ε­πο­χή κυ­ριαρ­χίας του α­να­γνώ­στη. Εκτός κι αν ε­κλη­φθεί ως α­πόρ­ροιά της, κα­θώς στη­ρί­ζε­ται σε έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο ερ­μη­νευ­τι­κό σχή­μα του πε­ζο­γρα­φι­κού έρ­γου του Βι­ζυη­νού κα­τά την πρόσ­λη­ψη ε­νός προ­νο­μιού­χου α­να­γνώ­στη. Άλλω­στε η έκ­δο­ση χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται “κρι­τι­κή – α­ξιο­λο­γι­κή”, με την α­ξιο­λό­γη­ση να πε­ριο­ρί­ζε­ται στην προ­τει­νό­με­νη πρόσ­λη­ψη. Πά­ντως, ό­ποιος έ­χει δια­βά­σει Ρέ­νο Απο­στο­λί­δη, ι­δίως τα προ ει­κο­σα­ε­τίας σε­μι­νά­ριά του για δη­μο­σιο­γρά­φους, που, προ­σφά­τως, πή­ραν τη μορ­φή βι­βλια­ρίων πε­ριο­δι­κής έκ­δο­σης, θα α­να­γνω­ρί­σει στον χει­ρα­γω­γό κά­τι α­πό τη συ­μπε­ρι­φο­ρά του Κέ­νταυ­ρου.
Για την ε­πί­τευ­ξη αυ­τού του σκο­πού, προ­βλέ­πο­νται δια­δο­χι­κά στά­δια. Πρώτον, η Εισαγωγή, με τίτλο, «Ποίος ή­τον και εί­ναι ο Γεώρ­γιος Βι­ζυη­νός». Δο­κι­μια­κό κεί­με­νο με λο­γο­τε­χνι­κό ύ­φος και ά­πο­ψη, τό­σο ε­πί του ει­δι­κού α­ντι­κει­μέ­νου, που εί­ναι τα διη­γή­μα­τα του Βι­ζυη­νού, ό­σο και ε­πί του γε­νι­κό­τε­ρου, που εί­ναι η ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία. Επί του ει­δι­κού, η ά­πο­ψη, ό­σο ρη­ξι­κέ­λευ­θη κι αν εί­ναι, υ­πο­στη­ρί­ζε­ται με ε­κτε­νή και πει­στι­κή ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία. Επί του γε­νι­κού, ό­μως, δί­νο­νται μό­νο χα­ρα­κτη­ρι­σμοί έρ­γων και προ­σώ­πων, που, έ­τσι ό­πως μέ­νουν α­στή­ρι­κτοι, δεί­χνουν του­λά­χι­στον ά­κομ­ψοι. Ασχέ­τως αν η ε­πι­στρά­τευ­ση κά­πως ε­ξε­ζη­τη­μέ­νων, ως σπα­νίως α­πα­ντώ­με­νων σή­με­ρα, ε­πι­θε­τι­κών χα­ρα­κτη­ρι­σμών, σε συν­δυα­σμό με τον α­πό­λυ­το χα­ρα­κτή­ρα των δια­τυ­πώ­σεων, προσ­δί­δουν ζω­ντά­νια στον δο­κι­μια­κό λό­γο. Αυ­τήν την έ­ντο­νη ε­ντύ­πω­ση της α­φή­γη­σης ε­παυ­ξά­νει η ευ­ρεία χρή­ση των θαυ­μα­στι­κών, τό­σο α­συ­νή­θων σε πα­ρό­μοιας φύ­σης κεί­με­να.  
Δεύ­τε­ρον, το ερ­μη­νευ­τι­κό σχή­μα κα­θο­ρί­ζει τη σει­ρά πα­ρά­τα­ξης των διη­γη­μά­των, κα­τά πα­ρά­βα­ση μίας φι­λο­λο­γι­κής έκ­δο­σης, που θα α­κο­λου­θού­σε τη σει­ρά δη­μο­σίευ­σης. Τα διη­γή­μα­τα, συ­νο­λι­κά ο­κτώ, δια­χω­ρί­ζο­νται σε δυο ο­μά­δες: “Τα ε­πί­λε­κτα” («Το α­μάρ­τη­μα της μη­τρός μου», «Το μό­νον της ζωής του τα­ξί­διον», «Ποίος ή­τον ο φο­νεύς του α­δελ­φού μου», «Μο­σκό­β-Σε­λίμ») και “Τα α­δύ­να­μα” («Αι συ­νέ­πειαι της πα­λαιάς ι­στο­ρίας», «Με­τα­ξύ Πει­ραίως και Νε­α­πό­λεως», «Πρω­το­μα­γιά», ό­που “δί­κην πα­ραρ­τή­μα­τος” πα­ρα­τί­θε­ται το «Δια­τί η μη­λιά δεν έ­γι­νε μη­λέ­α»). Η δεύ­τε­ρη ο­μά­δα δεν α­ξιώ­νε­ται υ­πο­μνη­μα­τι­σμού της ί­διας έ­κτα­σης με την πρώ­τη, ε­νώ ε­πα­να­λαμ­βά­νο­νται, πά­ντο­τε κα­τά έ­ναν α­πό­λυ­το τρό­πο που δεν ε­πι­τρέ­πει ού­τε χα­ρα­μά­δα αμ­φι­βο­λίας, οι α­δυ­να­μίες των εν λό­γω διη­γη­μά­των. Για πα­ρά­δειγ­μα, μία α­πό­φαν­ση της μορ­φής, “Το «Με­τα­ξύ Πει­ραίως και Νε­α­πό­λεως» δεν δια­θέ­τει την πα­ρα­μι­κρή λο­γο­τε­χνι­κή ποιό­τη­τα”, πι­στεύου­με ό­τι κα­τα­θλί­βει έ­ναν α­να­γνώ­στη. Και κα­λά, ό­ποιος προ­τί­θε­ται να το δια­βά­σει για πρώ­τη φο­ρά, αυ­τός α­πλώς θα το προ­σπε­ρά­σει, αλ­λά ε­κεί­νος, που έ­τυ­χε, πι­θα­νώς και για­τί εί­ναι ά­γευ­στος ποιή­σεως, να το α­πο­λαύ­σει σε πα­λαιό­τε­ρες α­να­γνώ­σεις, θα νιώ­σει του­λά­χι­στον κα­ταρ­ρα­κω­μέ­νος. 
Η σει­ρά πα­ρά­τα­ξης “των ε­πί­λε­κτω­ν” κα­θο­ρί­ζε­ται α­πό το ερ­μη­νευ­τι­κό σχή­μα, που τα “θεω­ρεί ως ε­νιαίο μυ­θι­στό­ρη­μα”. Σε υ­πο­κε­φά­λαιο της Ει­σα­γω­γής, με τίτ­λο, «Προ­γε­νέ­στε­ρη έ­ρευ­να και α­ναί­ρε­ση ερ­μη­νευ­τι­κών ι­δε­ο­λη­ψιών», α­να­φέ­ρο­νται συ­νο­πτι­κά ερ­μη­νείες, ορ­μώ­με­νες α­πό φροϋδι­κές ή και ψυ­να­να­λυ­τι­κές α­να­γνώ­σεις, κα­θώς και ό­σες ο­λι­σθαί­νουν προς τον βιο­γρα­φι­σμό, για να α­πορ­ρι­φθούν συλ­λή­βδην. Ασχέ­τως αν ο­ρι­σμέ­νες α­κο­λου­θούν τη μέ­ση ο­δό, χω­ρίς ψυ­χα­να­λυ­τι­κές υ­πε­ρερ­μη­νείες, α­φή­νο­ντας ως κα­τά­λοι­πο εν­δια­φέ­ρου­σες ε­πι­μέ­ρους πα­ρα­τη­ρή­σεις. Βε­βαίως, μία πα­ρό­μοια με­τριο­πα­θής α­νά­γνω­ση θα μείω­νε τον ε­πι­βλη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα της σύλ­λη­ψης ε­νός “κύ­κλου αί­μα­τος”, ό­πως εύ­στο­χα α­πο­κα­λεί­ται, ο ο­ποίος και “οι­στρη­λα­τεί” τον Βι­ζυη­νό. Στα προ­λο­γι­κά ση­μειώ­μα­τα κα­θε­νός διη­γή­μα­τος, σε ε­κτε­νείς υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις, σχο­λιά­ζο­νται πε­ραι­τέ­ρω οι ση­μα­ντι­κό­τε­ρες ψυ­χα­να­λί­ζου­σες ερ­μη­νείες. Κι αυ­τό, “για να πα­ρα­με­ρι­στούν ε­φε­ξής α­πό το ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δίο του α­να­γνώ­στη”.
Όσον α­φο­ρά τα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία, “οι Απο­στο­λί­δη­δες” τα α­πο­δέ­χο­νται μέ­χρι κε­ραίας, ε­μπε­δώ­νο­ντας, μά­λι­στα, τις πραγ­μα­το­λο­γι­κές συ­νι­στώ­σες με τον υ­πο­μνη­μα­τι­σμό. Αλλά μέ­χρις ε­κεί, δεν α­πο­δί­δουν προ­θέ­σεις στον συγ­γρα­φέα, ού­τε πλά­θουν σε­νά­ρια. Σε α­ντί­θε­ση με άλ­λους με­λε­τη­τές, που εμ­μέ­νουν σε ο­λι­στι­κές θεω­ρή­σεις των έ­ξι ι­στο­ριών, με τυ­πι­κό­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα την υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας του Μιχ. Χρυ­σαν­θό­που­λου, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Με­τα­ξύ φα­ντα­σίας και μνή­μης». Ενδει­κτι­κές εί­ναι και ο­ρι­σμέ­νες ο­μι­λίες της Διη­με­ρί­δας, κα­τά την ο­ποία “τα α­δύ­να­μα διη­γή­μα­τα” δεί­χνουν να α­πα­σχο­λούν πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο.   Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η ο­μι­λία της Στ. Χε­λι­δώ­νη, η ο­ποία ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί υ­πέρ μίας α­νά­γνω­σης του «Με­τα­ξύ Πει­ραιώς και Νε­α­πό­λεως» “πά­νω στον ά­ξο­να της με­τα­φο­ράς” ό­πως και του Χρυ­σαν­θό­που­λου, μό­νο που η δι­κή της θα μπο­ρού­σε να έ­χει τον τίτ­λο, “Με­τα­ξύ ποιή­σεως και διη­γή­μα­τος”.
Ως γνω­στόν,  Κέ­νταυ­ρος δεν εί­ναι μό­νο το ό­νο­μα του μυ­θι­κού μύ­στη, αλ­λά και το ό­νο­μα α­στε­ρι­σμού, φω­τει­νό­τα­του τις α­νοι­ξιά­τι­κες νύ­χτες, καί­τοι χι­λιά­δες έ­τη φω­τός μα­κριά. Αυ­τήν, α­κρι­βώς, την ε­ντύ­πω­ση δη­μιουρ­γεί η πα­ρου­σία­ση “α­πά­ντων των διη­γη­μά­τω­ν” του Βι­ζυη­νού α­πό “τους Απο­στο­λί­δη­δες”. Συ­ναρ­πα­στι­κή μεν, αλ­λά έ­τη φω­τός μα­κράν του ι­σχύο­ντος “κα­νό­να” για τις γη­γε­νείς θεω­ρη­τι­κές συλ­λή­ψεις. Και έ­να τε­λευ­ταίο. Τυ­πο­τε­χνι­κά, πρό­κει­ται για ά­ψο­γη έκ­δο­ση, κα­θό­λου συ­νη­θι­σμέ­νη στις  μέ­ρες μας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/3/2014.

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Οι φό­ροι και τα κόμ­μα­τα φέ­ραν αυ­τήν την κρί­ση

Αρκά­διος Λευ­κός
«Κρί­σις...» 
Εκδό­σεις Φαρ­φου­λάς
Δε­κέμ­βριος 2013

Η ση­με­ρι­νή κρί­ση θα μας κλη­ρο­δο­τή­σει αρ­κε­τά βι­βλία πε­ζο­γρα­φίας, ι­διαί­τε­ρα αν συ­νε­χι­στεί. Έτσι του­λά­χι­στον δεί­χνει η μέ­χρι σή­με­ρα συ­γκο­μι­δή, που δεν εί­ναι ευ­κα­τα­φρό­νη­τη. Το πό­σα α­πό αυ­τά θα σώ­ζο­νται με­τά με­ρι­κές δε­κα­ε­τίες θα ε­ξαρ­τη­θεί α­πό ποι­κί­λους πα­ρά­γο­ντες. Κυ­ρίως α­πό το πώς θα ε­ξε­λι­χθεί το εκ­δο­τι­κό το­πίο. Δεν α­πο­κλείε­ται, με την ε­πι­κρά­τη­ση του η­λεκ­τρο­νι­κού βι­βλίου, να μην εί­ναι πλέ­ον α­να­γκαία η πολ­το­ποίη­ση σχε­τι­κά πρό­σφα­των εκ­δό­σεων. Φαί­νε­ται, πά­ντως, α­πί­θα­νο να ε­πι­βιώ­σουν βι­βλία κο­ντά μα­θου­σά­λες, πλην πι­θα­νώς ο­ρι­σμέ­νων συγ­γρα­φέων που στο εν­διά­με­σο θα έ­χουν α­πο­τι­μη­θεί ως υ­ψη­λά α­να­στή­μα­τα. Αντι­θέ­τως, οι συν­θή­κες του Με­σο­πο­λέ­μου ή­ταν ευ­νοϊκό­τε­ρες. Μπο­ρεί να εκ­δί­δο­νταν λι­γό­τε­ρα βι­βλία, αλ­λά η τύ­χη τους ή­ταν κα­λύ­τε­ρη. Τό­τε, τα σπί­τια εί­χαν βι­βλιο­θή­κες. Άλλω­στε, η διά­λυ­σή τους ή­ταν αυ­τή που έ­φε­ρε με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά το πο­λύ­τι­μο α­πο­θε­μα­τι­κό των πα­λαιο­βι­βλιο­πω­λείων. Το πι­θα­νό­τε­ρο, χά­ρις σε κά­ποια με­σο­πο­λε­μι­κή βι­βλιο­θή­κη, να δια­σώ­θη­κε το μυ­θι­στό­ρη­μα του Αρκά­διου Λευ­κού, που εκ­δό­θη­κε πριν α­πό 80 χρό­νια.  Αν και οι πε­ρισ­σό­τε­ρες χά­ρι­τες ο­φεί­λο­νται στις εκ­δό­σεις Φαρ­φου­λάς, που α­πο­δει­κνύουν ό­τι δεν διά­λε­ξαν προς ε­ντυ­πω­σια­σμό την ο­νο­μα­σία τους. Με σή­μα κα­τα­τε­θέν τίτ­λο α­πό διή­γη­μα του Δη­μο­σθέ­νη Βου­τυ­ρά, στρέ­φο­νται προς την πα­λαιό­τε­ρη ξέ­νη αλ­λά και ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, με εν­δια­φέ­ρου­σες ό­σο και α­ντιε­μπο­ρι­κές ε­πι­λο­γές, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας αι­σίως σε δυο μή­νες δω­δε­κά­χρο­νη πα­ρου­σία.
Να ση­μειώ­σου­με, ω­στό­σο, ό­τι η νε­κρα­νά­στα­ση αυ­τού του πο­λύ­τι­μου κα­τά­λοι­που α­πό την εκ­δο­τι­κή σο­δειά του 1934 δεν έ­γι­νε σε τυ­πο­γρα­φείο, αλ­λά σε έ­να θε­α­τρά­κι α­πό ε­κεί­να στα ο­ποία χτυ­πά η καρ­διά της χει­μα­ζό­με­νης αλ­λά πά­ντα θε­α­τρό­φι­λης Αθή­νας. Με άλ­λα λό­για, της ε­πα­νέκ­δο­σης προ­η­γή­θη­κε η θε­α­τρι­κή δια­σκευή α­πό τον Αντώ­νη Πα­παϊωάν­νου. Στην πα­ρά­στα­ση, τη σκλη­ρή γύ­μνια του λό­γου γλύ­κα­νε, δια φω­νής και μπου­ζου­κιού Θα­νά­ση Βα­λά­σκα, το τρα­γού­δι «Η Κρί­σης» του Σα­μιώ­τη ρε­μπέ­τη Κώ­στα Ρού­κου­να, που α­πο­δί­δει ε­πα­κρι­βώς και τα ση­με­ρι­νά δει­νά: “Οι φό­ροι και τα κόμ­μα­τα φέ­ραν αυ­τήν την κρί­ση / που κά­να­νε τον άν­θρω­πο να μη μπο­ρεί να ζή­σει. // Κι ό­λο τη φτώ­χια πο­λε­μά για να την α­δι­κή­σει / να βγά­λει το ψω­μά­κι του το σπί­τι του να ζή­σει...” Συ­μπτω­μα­τι­κά, ο Ρού­κου­νας και ο μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος Λευ­κός, ό­χι μό­νο εί­ναι σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κοι, του 1903 ο πρώ­τος του 1905 ο δεύ­τε­ρος, αλ­λά και α­πε­βίω­σαν με με­ρι­κών μη­νών α­πό­στα­ση, 11.3.1984 και 2.8.1983 α­ντί­στοι­χα.
Για την Ιστο­ρία να α­να­φέ­ρου­με, πως ο μο­νο­λε­κτι­κός τίτ­λος “κρί­σις”, στα κα­θ’ η­μάς, πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε ως τίτ­λος θε­α­τρι­κού έρ­γου. Ένα δρά­μα, που πο­τέ δεν α­νέ­βη­κε στη σκη­νή, πα­ρά μό­νο δια­βά­στη­κε στο Λασ­σά­νειο Δια­γω­νι­σμό, έρ­γο του ι­στο­ρι­κού Σπυ­ρί­δω­να Λά­μπρου. Όσο α­φο­ρά το χώ­ρο της πε­ζο­γρα­φίας, το πι­θα­νό­τε­ρο εί­ναι να πρό­κει­ται για το μό­νο ελ­λη­νι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα με αυ­τόν τον τίτ­λο. Εκτός ελ­λα­δι­κών συ­νό­ρων, υ­πάρ­χει έ­να αγ­γλι­κό μπε­στ σέλ­λε­ρ, έκ­δο­ση του 1901, του γνω­στού πα­λαιό­τε­ρα μυ­θι­στο­ριο­γρά­φου Γουίν­στον Τσώρ­τσι­λ, που σβή­στη­κε α­πό τις δέλ­τους της Ιστο­ρίας λό­γω συ­νω­νυ­μίας με τον Βρε­τα­νό πο­λι­τι­κό. Το «Crisis» του Τσώρ­τσιλ δεν α­να­φέ­ρε­ται σε κά­ποια κρί­ση των αρ­χών του 20ου αιώ­να, αλ­λά στον α­με­ρι­κα­νι­κό εμ­φύ­λιο. Αντιθέτως, για το ελληνικό μυθιστόρημα «Κρίσις.. », αφορμή στά­θη­κε η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση του 1929. Το οι­κο­νο­μι­κό κραχ συ­νέ­βη μεν Οκτώ­βριο 1929 στη Νέα Υόρ­κη, αλ­λά οι με­γά­λες ε­πι­πτώ­σεις στην ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία ήλ­θαν δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Τον Σε­πτέμ­βριο του 1931, ό­ταν η Αγγλία ε­γκα­τέ­λει­ψε τον κα­νό­να του χρυ­σού και η δραχ­μή έ­γι­νε κα­ρυ­δό­τσου­φλο στην πλη­θω­ρι­στι­κή κα­ται­γί­δα. 
Το μυ­θι­στό­ρη­μα θα πρέ­πει να γρά­φτη­κε στους πρώ­τους μή­νες του 1932, πυ­ρο­δο­τού­με­νο α­πό τις οι­κο­νο­μι­κές δυ­σχέ­ρειες ε­κεί­νου του χει­μώ­να. Όταν εκ­δό­θη­κε, εν­θου­σία­σε και λό­γω του ε­πι­και­ρι­κού του χα­ρα­κτή­ρα. Οι κρι­τι­κοί της ε­πο­χής το ε­παί­νε­σαν για τη ζω­ντά­νια της α­φή­γη­σης, που δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση μίας α­πό πρώ­το χέ­ρι μαρ­τυ­ρίας της κοι­νω­νι­κής ε­ξα­θλίω­σης. Κρά­τη­σαν, ό­μως, ε­πι­φυ­λά­ξεις, ση­μειώ­νο­ντας συγ­γρα­φι­κές α­δυ­να­μίες ή και “τε­χνι­κές ε­λατ­τω­μα­τι­κό­τη­τες”, κα­τά τη δια­τύ­πω­ση του Άλκη Θρύ­λου, τις ο­ποίες  α­πέ­δω­σαν στην α­πει­ρία και τη νεό­τη­τα του συγ­γρα­φέα. Κα­τ’ α­ντι­στοι­χία, η τω­ρι­νή ε­πα­νεμ­φά­νι­σή του, τό­σο η θε­α­τρι­κή ό­σο και η εκ­δο­τι­κή, προέ­κυ­ψε λό­γω της τρέ­χου­σας κρί­σης, που κα­θο­ρί­ζει προ­σώ­ρας κα­τά α­πο­κλει­στι­κό τρό­πο την ε­πι­και­ρό­τη­τά μας. Το εν­δια­φέ­ρον, ό­μως, εί­ναι ό­τι σή­με­ρα, τα ό­ποια υ­φο­λο­γι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά εί­χαν ε­κλη­φθεί ως α­δυ­να­μίες δεν κα­τα­με­τρού­νται πλέ­ον σαν ε­λατ­τώ­μα­τα ή α­τέ­λειες.
Αυ­τός ο μο­νό­λο­γος, που δεν εί­ναι α­κρι­βώς μο­νό­λο­γος ε­νός μό­νου αν­θρώ­που, αλ­λά μα­κρύς και συ­νε­χής λό­γος, τη πα­ρου­σία ε­νός βω­βού συ­νο­μι­λη­τή, προς τον ο­ποίο κα­τά δια­στή­μα­τα α­πευ­θύ­νε­ται, μας εί­ναι γνώ­ρι­μος. Πα­ρό­μοιοι μο­νό­λο­γοι, με υ­πο­τυ­πώ­δη πλο­κή και πα­ρα­τα­κτι­κή σύν­δε­ση συμ­βά­ντων και σκέ­ψεων, με ε­πα­να­λή­ψεις και θυ­μι­κές ε­κρή­ξεις, συ­να­κό­λου­θα  με “πλη­θώ­ρα ση­μείων στί­ξεως”, α­πα­ντώ­νται στη λε­γό­με­νη λο­γο­τε­χνία ντο­κου­μέ­ντου. Λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος, που, λό­γω κρί­σης, γνω­ρί­ζει τε­λευ­ταία άν­θι­ση. Οι ση­με­ρι­νοί συγ­γρα­φείς, ι­διαί­τε­ρα οι νεό­τε­ροι, που εί­ναι η­λι­κια­κά κο­ντά στον συγ­γρα­φέα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, τρια­ντά­ρη την ε­πο­χή που το έ­γρα­φε, μη έ­χο­ντας βιω­μα­τι­κό α­πό­θε­μα α­πό στε­ρή­σεις και κα­κου­χίες, συλ­λέ­γουν μαρ­τυ­ρίες. Με δη­μο­σιο­γρα­φι­κό ε­ξο­πλι­σμό, του­τέ­στιν μα­γνη­το­φω­νά­κι και κι­νη­τό-φω­το­γρα­φι­κή μη­χα­νή - ό­λα δια­κρι­τι­κά, “pour ne pas excitez la curiosite du public” - α­να­ζη­τούν τους α­θλίους της πό­λης, σε Αθή­να ή Θεσ­σα­λο­νί­κη. Κά­ποιοι εξ αυ­τών, φθά­νουν και στα δι­κα­στή­ρια για προ­σβο­λή προ­σω­πι­κών δε­δο­μέ­νων, ό­που προ­βάλ­λουν το α­κα­τα­μά­χη­το ε­πι­χεί­ρη­μα της λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας, κο­μί­ζο­ντας ως α­πο­δει­κτι­κά στοι­χεία βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις έ­γκρι­των κρι­τι­κών.  
Η υ­φο­λο­γι­κή ο­μοιό­τη­τα του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού μο­νο­λό­γου με τις ση­με­ρι­νές οιο­νεί ή τωό­ντι μαρ­τυ­ρίες ο­φεί­λε­ται στο ό­τι ο Λευ­κός δεν εί­χε α­νά­γκη τις α­φη­γή­σεις τρί­των για να α­νι­στο­ρή­σει τα βά­σα­νά τους, κα­θώς α­νή­κε στους δει­νο­πα­θού­ντες ε­κεί­νης της κρί­σης. Το πι­θα­νό­τε­ρο, την ε­πο­χή της κρί­σης, ή­ταν ο ί­διος έ­κτα­κτος δη­μό­σιος υ­πάλ­λη­λος, με γλί­σχρο μι­σθό, μό­λις έ­να χρό­νο πα­ντρε­μέ­νος και με βρέ­φος. Ή, μπο­ρεί α­κό­μη, ό­ταν ξε­κι­νά­ει να γρά­φει, να εί­χε μό­λις α­πο­λυ­θεί. Κά­τι πα­ρό­μοιο τεκ­μαί­ρε­ται α­πό τη δη­μο­σίευ­ση μίας πρώ­της μορ­φής του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, σε συ­νέ­χειες στη Νέα Εστία, το 1932. Ο Ξε­νό­που­λος, στη δια­φη­μι­στι­κή βι­νιέ­τα, χα­ρα­κτη­ρί­ζει ε­κεί­νο το πρώ­το κεί­με­νο νου­βέ­λα, πι­θα­νώς λό­γω μι­κρής έ­κτα­σης, α­φού ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε σε έ­ξη τεύ­χη. Ενδει­κτι­κός και ο αρ­χι­κός τίτ­λος, «Σε πό­λε­μο με τον ε­αυ­τό μου». Εκεί, ο συγ­γρα­φέ­ας υ­πο­γρά­φει με το ψευ­δώ­νυ­μο Αρκά­διος. Ο Ρε­θυ­μνιώ­της Κων­στα­ντί­νος Κω­στου­λά­κης θα πρέ­πει να κα­τέ­λη­ξε στο πλή­ρες ψευ­δώ­νυ­μο Αρκά­διος Λευ­κός μέ­σα στο 1933. Όπως προσ­διο­ρί­ζει ο Θω­μάς Γκόρ­πας, εί­χε γεν­νη­θεί στην Κρή­τη, αλ­λά κα­τα­γό­ταν α­πό τη Μεσ­σή­νη.           
Ο αυ­το­βιο­γρα­φι­κός χα­ρα­κτή­ρας φαί­νε­ται και α­πό τα ε­πό­με­να βι­βλία του, κα­θώς εμ­μέ­νει στον ί­διο τύ­πο βα­σι­κού ή­ρωα. Σύμ­φω­να με την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ο ή­ρωάς του δια­πνέε­ται α­πό με­γα­λε­πή­βο­λα ο­ρά­μα­τα, βλέ­πο­ντας τον ε­αυ­τό του στο ρό­λο του “α­να­μορ­φω­τή της αν­θρω­πό­τη­τας”. Στην τε­λι­κή μορ­φή, αυ­τά μό­λις που α­να­φέ­ρο­νται, ως τρε­λές ι­δέες των εί­κο­σι χρό­νων. Ωστό­σο, έ­νας με­γα­λο­φυής, που σχε­διά­ζει μια ου­το­πία, με στό­χο την “ευ­τυ­χία της Ανθρω­πό­τη­τας”, α­πο­τε­λεί το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο στο δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Κί­τρι­νο και γα­λά­ζιο», που εκ­δό­θη­κε το 1953. Πα­ρό­μοιες φι­λο­δο­ξίες εί­χε και ο ί­διος ο συγ­γρα­φέ­ας, σύμ­φω­να με τον συμ­μα­θη­τή του στην τε­λευ­ταία τά­ξη του Γυ­μνα­σίου Γιώρ­γο Βα­φό­που­λο.
Οι αλ­λα­γές α­πό την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση στο βι­βλίο εί­ναι ου­σια­στι­κές. Η έ­κτα­ση υ­περ­δι­πλα­σιά­ζε­ται, η πλο­κή ε­μπλου­τί­ζε­ται και ό­πως δεί­χνει η αλ­λα­γή τίτ­λου, ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στην κρί­ση. Αντί­στοι­χα, δια­φο­ρο­ποιεί­ται ο χα­ρα­κτή­ρας του ή­ρωα. Από ευαί­σθη­τος αι­θε­ρο­βά­μων, με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε έ­ναν ορ­γι­σμέ­νο κυ­νι­κό, που α­πο­κα­λύ­πτει μύ­χιες ε­πι­θυ­μίες, δια­θέ­σεις και σκέ­ψεις, χω­ρίς η­θι­κούς φραγ­μούς. Ο συγ­γρα­φέ­ας πα­ρα­με­ρί­ζει τη αρ­χι­κή, στρω­τή α­φή­γη­ση, υιο­θε­τώ­ντας τους τρό­πους του λί­βε­λου ε­να­ντίον της ευη­με­ρού­σης κοι­νω­νίας. Χρη­σι­μο­ποιεί πλε­ο­να­στι­κά λε­κτι­κά σχή­μα­τα, ό­που οι πε­ρι­γρα­φές κα­τα­στά­σεων και συμ­βά­ντων σπρώ­χνο­νται, με υ­περ­βο­λι­κές δια­τυ­πώ­σεις, στα ά­κρα. Εντυ­πω­σια­κές εί­ναι οι α­ντι­στοι­χή­σεις που μπο­ρούν να γί­νουν, α­νά­με­σα στον ή­ρωα και τους πα­γι­δευ­μέ­νους στη ση­με­ρι­νή κρί­ση. Η δια­φο­ρά φαί­νε­ται να εί­ναι μό­νο θέ­μα με­γε­θών. Τον πα­λαιό­τε­ρο τον κυ­νη­γούν οι μα­γα­ζά­το­ρες της γει­το­νιάς, με κυ­ρίαρ­χο τον μπα­κά­λη. Τον ση­με­ρι­νό οι τρά­πε­ζες. Ο μπα­κά­λης γρά­φει στο τε­φτέ­ρι. Σε πε­ρί­πτω­ση κα­θυ­στέ­ρη­σης, δεν κό­βει τα δα­νει­κά, αλ­λά πα­ρε­νο­χλεί. Εκεί­νος με το μπα­κα­λό­παι­δο, οι τρά­πε­ζες με τις εισ­πρα­κτι­κές ε­ται­ρείες. Ο ή­ρωας βρί­σκει τρό­πους δια­φυ­γής. Δα­νεί­ζε­ται α­πό πε­ρισ­σό­τε­ρους του ε­νός μπα­κά­λη­δες, με εγ­γύη­ση το ε­πό­με­νο μη­νιά­τι­κο. Σή­με­ρα, δα­νεί­ζε­ται κα­νείς α­πό δυο - τρεις τρά­πε­ζες, με υ­πο­θή­κη έ­να και το αυ­τό σπί­τι.
Ο ή­ρωας του Λευ­κού πριν την κρί­ση εί­χε πνευ­μα­τι­κές α­νη­συ­χίες. Ανή­κε στη μι­κρή, αλ­λά υ­πάρ­χου­σα, α­πό τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα, μειο­ψη­φία ε­κεί­νων που δεν θέ­λουν να βο­λευ­τούν στο Δη­μό­σιο, για να μπο­ρέ­σουν να πραγ­μα­το­ποιή­σουν κά­ποια φι­λό­δο­ξα σχέ­δια. Κι ό­μως, ό­ταν δεν έ­χει δεύ­τε­ρο ρού­χο να αλ­λά­ξει, ό­ταν κυ­κλο­φο­ρεί με μπα­λω­μέ­νο πα­ντε­λό­νι και τρύ­πια πα­πού­τσια, ό­ταν μέ­νει πει­να­σμέ­νος, οι πνευ­μα­τι­κές α­νη­συ­χίες ε­ξα­τμί­ζο­νται. Απο­μέ­νει η ορ­γή, που στρέ­φε­ται ε­νά­ντια στο σύ­στη­μα, με φθό­νο για τον πο­δε­μέ­νο και χορ­τά­το. Ενώ το έν­στι­κτο της ε­πι­βίω­σης κερ­δί­ζει συ­νε­χώς έ­δα­φος. Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον η κρι­τι­κή του Πέ­τρου Χά­ρη, το 1935, που υ­πο­δει­κνύει στον συγ­γρα­φέα διορ­θώ­σεις του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα: “Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι έ­πρε­πε να εί­ναι λι­γό­τε­ρο δυ­στυ­χής. Εί­χε έ­ναν κό­σμο, - τον ε­σω­τε­ρι­κό του κό­σμο, - που μπο­ρού­σε να γί­νει κα­τα­φύ­γιο”, σχο­λιά­ζει. Εδώ μάλ­λον ται­ριά­ζει η λαϊκή ρή­ση, “έ­ξω α­πό το χο­ρό πολ­λά τρα­γού­δια λες”.
Το μυ­θι­στό­ρη­μα χω­ρί­ζε­ται σε 25 κε­φά­λαια. Ως τίτ­λος στο πρώ­το, πά­νω α­πό την α­ρίθ­μη­ση, υ­πάρ­χει, ε­ντός πα­ρεν­θέ­σεως, η διευ­κρι­νι­στι­κή φρά­ση, “Ση­μειώ­μα­τα απ’ τη ζωή του Σταυ­ρου Σ...” Σε αυ­τά, πα­ρά τον φαι­νο­με­νι­κά ά­ναρ­χο ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα της α­φή­γη­σης, πα­ρου­σιά­ζε­ται συ­στη­μα­τι­κά η κα­τά­στα­ση του δει­νο­πα­θού­ντος και τα κρα­τή­μα­τά του. Αυ­τός εί­ναι έ­νας τρό­πος να σαρ­κά­σει τη στά­ση των γύ­ρω του μέ­χρι και της Εκκλη­σίας. Πα­ρά τις με­γά­λες κοι­νω­νι­κές αλ­λα­γές, που μας χω­ρί­ζουν α­πό τον πε­ρί­γυ­ρο του Λευ­κού, οι νοο­τρο­πίες πα­ρα­μέ­νουν σχε­δόν ί­διες. Πα­ρά­δειγ­μα, το πώς α­ντι­με­τω­πί­ζουν τον δυ­στυ­χή οι έ­χο­ντες, κα­θώς προ­σποιού­νται τους πλη­γέ­ντες α­πό την κρί­ση, ώ­στε να μην τον συν­δρά­μουν. Εκεί που φαί­νε­ται να στα­μα­τούν οι α­να­λο­γίες εί­ναι στον σε­ξουα­λι­κό το­μέα. Παραδόξως, από αυτόν ξεκινούν οι η­θι­κής φύ­σεως εκ­τρο­πές του ή­ρωα και ό­χι α­πό την φτώ­χειά του. “Κά­νει κρα το μά­τι του για γυ­ναί­κα”. “Έχει γυ­ναί­κα με πα­πά και με κου­μπά­ρο, αλ­λά δεν του κά­θε­ται”. Απηρ­χαιω­μέ­νες φρά­σεις, που α­φο­ρού­σαν κά­ποιες κα­τα­στά­σεις, σή­με­ρα ε­ντε­λώς πα­ρω­χη­μέ­νες. Από την άλ­λη, τα ή­θη μπο­ρεί να άλ­λα­ξαν, οι κοινωνικές, όμως, αντιλήψεις καλ­λιερ­γούν ί­διας κλί­μα­κας φραγ­μούς.
Ο Γκόρ­πας χα­ρα­κτη­ρί­ζει το μυ­θι­στό­ρη­μα του Λευ­κού “μαύ­ρο α­φή­γη­μα”. Στον δεύτερο τόμο της αν­θο­λο­γίας του («Πε­ρι­πε­τειώ­δες κοι­νω­νι­κό και μαύ­ρο α­φή­γη­μα»), ε­πι­λέ­γει να αν­θο­λο­γή­σει τις σκη­νές, στις ο­ποίες πε­ρι­γρά­φο­νται οι ε­ρω­τι­κές πα­ρα­σπον­δίες του ή­ρωα. Σε α­ντί­θε­ση με τους κρι­τι­κούς, οι ο­ποίοι, ε­νώ σχο­λιά­ζουν ε­κτε­νώς το μυ­θι­στό­ρη­μα, ου­δό­λως α­να­φέ­ρο­νται στα ε­λευ­θε­ριά­ζο­ντα στοι­χεία της α­φή­γη­σης. Σχε­τι­κά με αυ­τήν την πτυ­χή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, θα πα­ρου­σία­ζε εν­δια­φέ­ρον να γνω­ρί­ζα­με τις αλ­λα­γές, που ε­πέ­φε­ρε ο συγ­γρα­φέ­ας στις δυο ε­πα­νεκ­δό­σεις. Η δεύ­τε­ρη του 1956 φέ­ρει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό “ξα­να­πλα­σμέ­νη”, ε­νώ η τρί­τη του 1972 α­να­πα­ρα­γά­γει τη δεύ­τε­ρη. 
Στην πρό­σφα­τη ε­πα­νέκ­δο­ση, σε υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση, α­να­φέ­ρε­ται “ό­τι έ­γι­νε με βά­ση την πρώ­τη έκ­δο­ση, λαμ­βά­νο­ντας υπ’ ό­ψη και στοι­χεία της δεύ­τε­ρης”. Η δια­τύ­πω­ση εί­ναι α­νε­παρ­κής. Στα συ­γκε­κρι­μέ­να ση­μεία, ό­που έ­γι­ναν δια­φο­ρο­ποιή­σεις με βά­ση τη δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση, χρειά­ζο­νται υ­πο­ση­μειώ­σεις. Δεν πρό­κει­ται βέ­βαια για φι­λο­λο­γι­κή έκ­δο­ση, αλ­λά το ό­ποιο “ξα­να­πλά­σι­μο” συ­νι­στά δο­μι­κό στοι­χείο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Μία κα­λή ι­δέα θα ή­ταν η έκ­δο­ση ε­νός με­τα­γε­νέ­στε­ρου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Λευ­κού, «Δαί­μο­νες και σταυ­ροί», ε­πί­σης ε­πί­και­ρου, κα­θώς προέ­κυ­ψε α­πό τον δη­μο­σιοϋπαλ­λη­λι­κό βίο του. Ας μην μας πτοούν οι αυ­στη­ρές α­πο­τι­μή­σεις των με­τα­πο­λε­μι­κών κρι­τι­κών πως “οι Σταύ­ροι Σ. σή­με­ρα φαί­νο­νται α­κό­μη πιο πα­θο­λο­γι­κοί και α­πί­θα­νοι” ή, α­κό­μη, των με­τα­πο­λι­τευ­τι­κών ό­τι ο ή­ρωας του Λευ­κού “αγ­γί­ζει τα ό­ρια της πα­θο­λο­γίας”. Σή­με­ρα, το με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας αγ­γί­ζει, αν δεν άγ­γι­ξε κιό­λας, τα ό­ρια της πα­θο­λο­γίας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 23/3/2014

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Στη σκιά δύ­σκο­λων και­ρώ­ν



Αστέ­ρης Ν. Μαυ­ρου­δής
«Η κλε­ψιά»
Εκδό­σεις Θερ­μαϊκός
Ια­νουά­ριος 2014

Το πρώ­το βι­βλίο του Αστέ­ρη Μαυ­ρου­δή εί­ναι μία δεύ­τε­ρη εν­δια­φέ­ρου­σα συλ­λο­γή διη­γη­μά­των α­πό τις εκ­δό­σεις Θερ­μαϊκός, που περ­νά­ει το φράγ­μα του Ολύ­μπου. Στο κλει­νόν ά­στυ, πα­ρό­μοιες εκ­πλή­ξεις δεν φαί­νε­ται να εί­ναι και τό­σο ευ­πρόσ­δε­κτες. Η πρω­τεύου­σα προ­τι­μά να εμ­φα­νί­ζε­ται ως αυ­τάρ­κης, α­σχέ­τως αν τρο­φο­δο­τεί­ται α­πό την ε­παρ­χία, εκ­με­ταλ­λευό­με­νη την ελ­κτι­κή δύ­να­μη των Φώ­των της δη­μο­σιό­τη­τας που συ­γκε­ντρώ­νει. Διό­τι Τύ­πος της Ελλά­δας ση­μαί­νει α­θη­ναϊκές ε­φη­με­ρί­δες, συν τις λοι­πές, που εί­ναι μι­κρής κυ­κλο­φο­ρίας και το­πι­κής εμ­βέ­λειας. Πα­ρο­μοίως, ο εκ­δο­τι­κός χώ­ρος εί­ναι οι εκ­δο­τι­κοί οί­κοι με έ­δρα την Αθή­να, συν οι λοι­ποί, που εί­ναι μι­κρής πα­ρα­γω­γής και το­πι­κής α­πή­χη­σης. Γι’ αυ­τό και ι­σχύει το ό­σοι πι­στοί προ­σέλ­θε­τε. Μό­λις έ­νας κά­τοι­κος της λοι­πής Ελλά­δας βρει “ά­κρες” σε α­θη­ναϊκό εκ­δο­τι­κό οί­κο, σπεύ­δει. Πρό­σφα­τα, με την ευ­ρύ­τε­ρη διά­δο­ση των εκ­δό­σεων “ι­δίοις α­να­λώ­μα­σι­ν”, σπεύ­δει και ό­ποιος στε­ρεί­ται δια­συν­δέ­σεων. Όπως και ο Αθη­ναίος συγ­γρα­φέ­ας, ζη­τά κι αυ­τός να πλη­ρο­φο­ρη­θεί τα “πα­κέ­τα προ­σφο­ρώ­ν” των α­θη­ναϊκών οί­κων. Σή­με­ρα πλέ­ον, πέ­ραν της ε­κτύ­πω­σης, έ­να πλή­ρες εκ­δο­τι­κό “πα­κέ­το” υ­πό­σχε­ται δια­φή­μι­ση του προϊό­ντος, με ό,τι αυ­τή προ­βλέ­πει, α­πό προ­βο­λή στα ΜΜΕ μέ­χρι βρα­διά με ε­πώ­νυ­μους ο­μι­λη­τές. Κά­πως έ­τσι ε­ξα­φα­νί­στη­καν οι συλ­λο­γι­κές έν­νοιες, ό­πως λο­γο­τε­χνία Θεσ­σα­λο­νί­κης, Κα­βά­λας, Επτα­νή­σου, και έ­μει­ναν μό­νο συγ­γρα­φείς Θεσ­σα­λο­νι­κείς, Κα­βα­λιώ­τες, Επτα­νή­σιοι. 
Μέ­χρι ε­πη­ρε­α­σμό των κρι­τι­κών ε­πι­τρο­πών βρα­βεύ­σεων μπο­ρεί να πε­ρι­λαμ­βά­νει αυ­τό το “πα­κέ­το”. Πα­λαιό­τε­ρα, ό­ταν κα­τήρ­τι­ζαν τις κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές των βρα­βείων λο­γο­τε­χνίας, προέ­βλε­παν και κά­ποιο Θεσ­σα­λο­νι­κιό για να υ­πο­στη­ρί­ζει Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τες. Σή­με­ρα, αυ­τή η συ­νή­θεια έ­χει α­το­νή­σει. Ίσως για­τί οι νεό­τε­ροι Θεσ­σα­λο­νι­κείς εί­ναι μι­κρό­τε­ρου βε­λη­νε­κούς. Πά­ντως, η κα­τα­γω­γή ε­νός μέ­λους μίας οιασ­δή­πο­τε ε­πι­τρο­πής βρα­βεύ­σεων ή άλ­λων ε­πι­λο­γών κα­θί­στα­ται συ­χνά ευ­διά­κρι­τη α­πό τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Αιφ­νι­δια­στι­κά, εν μέ­σω των Αθη­ναίων, ξε­φυ­τρώ­νουν κά­τοι­κοι της άλ­φα ή της βή­τα πε­ριο­χής, ό­ταν ο λό­γος του δια­με­σο­λα­βη­τή δια­θέ­τει κύ­ρος. Αν και ο ε­πι­τε­τραμ­μέ­νος σε μία ο­ποια­δή­πο­τε ε­πι­τρο­πή βρί­σκε­ται, κα­τά κα­νό­να, προ δύ­σκο­λων α­πο­φά­σεων, κα­θώς έ­χει να συμ­βι­βά­σει δια­φο­ρε­τι­κές ρο­πές. Πέ­ραν της ε­ντο­πιό­τη­τας, έ­χουν αυ­ξη­θεί οι εκ­δο­τι­κές δο­σο­λη­ψίες, ε­νώ πα­ρα­μέ­νουν ι­σχυ­ρές οι ι­δε­ο­λο­γι­κές συ­νά­φειες και προ­φα­νώς, οι προ­σω­πι­κές σχέ­σεις. Ο τε­λευ­ταίος αυ­τός πα­ρά­γων, πολ­λές φο­ρές, λει­τουρ­γεί εμ­φα­νέ­στε­ρα στις πε­ρι­πτώ­σεις α­πο­κλει­σμού ε­νός υ­πο­ψη­φίου. Εί­ναι σχε­δόν α­πο­δε­δειγ­μέ­νο, ό­τι πολ­λα­πλώς ι­σχυ­ρό­τε­ρη μίας φι­λίας α­πο­βαί­νει μία σχέ­ση ε­μπά­θειας. Βε­βαίως, υ­πάρ­χουν και τα λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια, μό­νο που αυ­τά α­κο­λου­θού­νται σε έ­να μι­κρό­τε­ρο σύ­νο­λο υ­πο­ψη­φίων, το ο­ποίο έ­χει προ­κύ­ψει με βά­ση ό­λα τα προ­η­γού­με­να.
Τα διη­γή­μα­τα του Μαυ­ρου­δή έρ­χο­νται α­πό έ­ναν κά­πως ι­διό­μορ­φο εκ­δο­τι­κό οί­κο. Οι εκ­δό­σεις Θερ­μαϊκός, πα­ρό­τι πα­ρα­κλά­δι των εκ­δό­σεων Ια­νός, πα­ρα­μέ­νουν το­πι­κή υ­πό­θε­ση. Στη Θεσ­σα­λο­νί­κη κυ­κλο­φο­ρούν και ε­κεί πα­ρου­σιά­ζο­νται, με πα­ρου­σια­στές μπο­ρεί ε­πώ­νυ­μους και για τα α­θη­ναϊκά μέ­τρα, αλ­λά Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τες. Ού­τε α­θη­ναϊκή βρα­διά προ­βλέ­πε­ται ού­τε προώ­θη­ση στους κρι­τές ε­φη­με­ρί­δων και βρα­βεύ­σεων. Κι ας συ­χνά­ζουν πολ­λοί α­πό αυ­τούς στο Κα­φέ Ια­νός, που λέ­γε­ται ό­τι εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο εν Αθή­ναις εκ­δο­τι­κού οί­κου. Για πα­ρά­δειγ­μα, η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του Στά­θη Κο­ψα­χεί­λη, που κυ­κλο­φό­ρη­σε προ διε­τίας α­πό τις εκ­δό­σεις Θερ­μαϊκός, έ­μει­νε στο ρά­φι του Ια­νού. Ού­τε κρι­τι­κές  έ­λα­βε ού­τε σε κα­μία βρα­χεία λί­στα διη­γή­μα­τος ή έ­στω, πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε. Πα­ρό­τι το 2011 δεν ή­ταν “μία ι­διαί­τε­ρα καρ­πο­φό­ρα χρο­νιά”, για να α­ντι­γρά­ψου­με μια φρά­ση κλι­σέ του σκε­πτι­κού κρι­τι­κών ε­πι­τρο­πών.
Παρ­θε­νι­κή θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν η πρώ­τη εμ­φά­νι­ση του Μαυ­ρου­δή, κα­θώς κα­νέ­να α­πό τα 17 πε­ζά του βι­βλίου δεν έ­χει δη­μο­σιευ­θεί σε κά­ποιο έ­ντυ­πο. Μό­νο το πρώ­το στη σει­ρά πα­ρά­τα­ξης, «Άζυ­μη κα­λα­μπο­κί­σια πί­τα», α­πέ­σπα­σε έ­παι­νο στον 5ο Πα­νελ­λή­νιο Δια­γω­νι­σμό Ποίη­σης και Διη­γή­μα­τος «Δη­μή­τριος Βι­κέ­λας», με έ­δρα τη Βέ­ροια, του 2012. Στον ί­διο Δια­γω­νι­σμό του 2008, το δεύ­τε­ρο βρα­βείο εί­χε α­πο­νε­μη­θεί στον Ιά­κω­βο Ανυ­φα­ντά­κη. Τα πε­ζά της συλ­λο­γής, ό­πως και ε­κεί­να του Κο­ψα­χεί­λη, το­πο­θε­τού­νται στον τό­πο του. Στα ΝΔ της Θεσ­σα­λο­νί­κης του Κο­ψα­χεί­λη, που γεν­νή­θη­κε στο Λι­τό­χω­ρο Πιε­ρίας, προς τα α­να­το­λι­κά του Μαυ­ρου­δή, που “με­γά­λω­σε στο Αδάμ και ζει στη Σου­ρω­τή”, σύμ­φω­να με τα βιο­γρα­φι­κά στα βι­βλία τους. Με α­θη­ναϊκά κρι­τή­ρια, αυ­τό το στοι­χείο ε­ντο­πιό­τη­τας συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στα μειο­νε­κτή­μα­τα. Και βε­βαίως, ε­πι­τεί­νε­ται, ό­ταν α­που­σιά­ζει η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα με την ξέ­νη λο­γο­τε­χνία. Γε­γο­νός μη α­να­με­νό­με­νο στην πε­ρί­πτω­ση του Μαυ­ρου­δή, κα­θώς φοί­τη­σε σε Σχο­λή Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής και μά­λι­στα, τη μό­νη πα­νε­πι­στη­μια­κού ε­πι­πέ­δου. Ευ­τυ­χώς, δεν μο­λύν­θη­κε. Ού­τε το ύ­φος δα­σκά­λου μι­μή­θη­κε ού­τε θεω­ρίες προ­σπά­θη­σε να ε­φαρ­μό­σει. Τα ί­χνη πε­ριο­ρί­στη­καν σε τρεις α­φιε­ρώ­σεις και ευ­χα­ρι­στίες, σύγ­γνω­στες α­να­σφά­λειες πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου.  
Το κυ­ρίως σώ­μα του βι­βλίου του το α­πο­τε­λούν διη­γή­σεις, στις ο­ποίες πα­ρεμ­βάλ­λο­νται τρία ι­στο­ρι­κο­φα­νή πε­ζά, μάλ­λον σαν α­φη­γη­μα­τι­κοί πει­ρα­μα­τι­σμοί πά­νω σε γνω­στό καμ­βά. Άλλες διη­γή­σεις μέ­νουν στη χα­λα­ρή μορ­φή της ι­στο­ρίας κι άλ­λες α­πο­κτούν την αρ­τιό­τη­τα του διη­γή­μα­τος. Σε ό­λες, ό­μως, υ­πάρ­χει α­φη­γη­μα­τι­κή οι­κο­νο­μία. Στις πε­ρισ­σό­τε­ρες, ο α­φη­γη­τής δεν με­τέ­χει στα α­νι­στο­ρού­με­να. Πα­ρα­μέ­νει στη θέ­ση του αυ­τό­πτη μάρ­τυ­ρα, που στο­λί­ζει την ε­ξι­στό­ρη­σή  του με κά­ποια πα­ρα­τή­ρη­ση, αλ­λά χω­ρίς να προ­δια­θέ­τει για τα δί­κια των ε­μπλε­κό­με­νων. Μι­κρές προ­τά­σεις, κο­φτές, με το βά­ρος στο ρή­μα και το ου­σια­στι­κό. Διε­ξο­δι­κές εί­ναι οι πε­ρι­γρα­φές πραγ­μά­των και κα­τα­στά­σεων. Ενώ, τα αι­σθή­μα­τα δεν κα­το­νο­μά­ζο­νται, υ­πο­δη­λώ­νο­νται ω­στό­σο έ­ντο­να, κα­θώς α­φο­ρούν ναυα­γι­σμέ­νους έ­ρω­τες και θα­νά­τους. Πα­ρα­στα­τι­κός λό­γος, αλ­λά κα­θό­λου γλα­φυ­ρός. Λεί­πουν τα ε­πί­θε­τα. Αντί αυ­τών, την ει­κό­να την συ­μπλη­ρώ­νουν οι πα­ρο­μοιώ­σεις. Το ρυθ­μό κρα­τούν οι στι­χο­μυ­θίες στη ντο­πιο­λα­λιά. Ο συγ­γρα­φέ­ας εκ­με­ταλ­λεύε­ται τις πα­ρα­νοή­σεις, που αυ­τή προ­κα­λεί, για να χρω­μα­τί­σει με νό­τες ευ­θυ­μίας την α­φή­γη­ση.   
Οι διη­γή­σεις ε­στιά­ζουν σε έ­ναν τό­πο μι­κρής σχε­τι­κά έ­κτα­σης, ε­νώ α­πλώ­νο­νται σε έ­να αρ­κε­τά με­γά­λο χρο­νι­κό βά­θος. Στις χα­μη­λές πλα­γιές της ο­ρει­νής ζώ­νης α­νά­με­σα σε Χορ­τιά­τη και Χο­λο­μώ­ντα, με κέ­ντρο το χω­ριό Αδάμ και τον γύ­ρω κά­μπο του, μέ­χρι το βάλ­το, που υ­πήρ­χε στα βο­ρειο­α­να­το­λι­κά. Ένα διή­γη­μα έ­χει τον τίτ­λο «Βάλ­τος» και το­πο­θε­τεί­ται στη Βάλ­τα, ό­πως α­πο­κα­λού­σαν τη μο­να­δι­κή λί­μνη του χω­ριού. Ήταν ο τρο­φο­δό­της τους σε ψά­ρια και πρώ­τες ύ­λες για τις ψά­θες, που ε­μπο­ρεύο­νταν. Ου­σια­στι­κά, πρό­κει­ται για α­φή­γη­ση της ζωής στο βάλ­το ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, της ε­κεί δύ­σκο­λης δου­λειάς. Από τα κά­πως πρω­τό­γο­να, με μία ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή, ρού­χα που χρη­σι­μο­ποιού­σαν, μέ­χρι τις ε­λο­γε­νείς τα­λαι­πω­ρίες· κου­νού­πια, βδέλ­λες, πα­γω­μέ­νο νε­ρό. Εύ­κο­λα θα μπο­ρού­σε κα­νείς να το πει λα­ο­γρα­φι­κό υ­λι­κό. Μά­λι­στα, το ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος του διη­γή­μα­τος θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν μέ­χρι και η­θο­γρα­φι­κό, κα­θώς α­να­φέ­ρε­ται στο πα­νη­γύ­ρι του Αγίου Πα­ντε­λεή­μο­να, που γι­νό­ταν ζευ­γα­ρω­τά με ε­κεί­νο της Αγίας Πα­ρα­σκευής. 
Ο συγ­γρα­φέ­ας, ό­μως, ξε­δια­λέ­γει τι θα χρη­σι­μο­ποιή­σει α­πό τον προ­σφε­ρό­με­νο πλού­το, που θα μπο­ρού­σε να τον ο­δη­γή­σει σε πλα­τεια­στι­κές, αλ­λά πι­θα­νώς και εν­δια­φέ­ρου­σες α­φη­γή­σεις. Μό­νο που ε­κεί­νες θα εί­χαν θέ­ση σε συλ­λο­γές προ­φο­ρι­κής Ιστο­ρίας. Το διή­γη­μα θέ­λει α­κρί­βεια στη δο­σο­λο­γία. Αυ­τό φαί­νε­ται να το κα­τορ­θώ­νει ο Μαυ­ρου­δής. Δη­μιουρ­γεί ευ­κρι­νείς ει­κό­νες, κα­θό­λου στα­τι­κές, που δέ­νο­νται σε μία δυ­να­μι­κή αλ­λη­λου­χία κα­τα­στά­σεων. Εκεί­νο που α­που­σιά­ζει, εί­ναι οι ε­ξάρ­σεις ε­νός πα­ρα­μυ­θά συγ­γρα­φέα, ό­ταν, λ.χ., α­ντι­κρί­ζει τα γρι­βά­δια της Βάλ­τας. Ανα­φέ­ρου­με τα γρι­βά­δια, για­τί τα έ­χου­με ταυ­τί­σει, ό­πως και τους γου­λια­νούς, με βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κες διη­γή­σεις. Ας ό­ψο­νται τα διη­γή­μα­τα του συ­νο­μή­λι­κου του Μαυ­ρου­δή, Θεσ­σα­λο­νι­κιού Γιώρ­γου Σκα­μπαρ­δώ­νη, αλ­λά και το πρό­σφα­το «Αυ­το­κόλ­λη­το» του νεό­κο­που Γιάν­νη Πα­λα­βού α­πό το Βελ­βε­ντό Κο­ζά­νης. 
Στο χω­ριό του Μαυ­ρου­δή, το Αδά­μ, το­πο­θε­τού­νται τα πε­ρισ­σό­τε­ρα διη­γή­μα­τα, ό­μως ο τό­πος ε­κτεί­νε­ται μα­κρύ­τε­ρα,  μέ­χρι τον Αϊ-Αντώ­νη, α­κο­λου­θώ­ντας κα­τ’ α­ντί­στρο­φη πο­ρεία την τε­θλα­σμέ­νη Σου­ρω­τή, Ανθε­μού­ντας, Λι­βά­δι, Πε­τρο­κέ­ρα­σα, Αδάμ. Όπως συμ­βαί­νει στο διή­γη­μα «Το τα­ξί­δι». Εί­ναι η δια­δρο­μή που α­κο­λου­θεί ο δω­δε­κά­χρο­νος Νι­κο­λά­κης, “προ­στά­της οι­κο­γε­νείας” α­πό τα εν­νιά, που τα­ξι­δεύει με τη “γαϊδου­ρί­τσα” του στα γει­το­νι­κά χω­ριά για να που­λή­σει τις ψά­θες. Τον πιά­νει η βρο­χή και το πα­ρά­πο­νο μπαί­νο­ντας στη Σου­ρω­τή. Εκεί τον φι­λο­ξε­νούν Σα­ρα­κα­τσα­ναίοι. Ο νοι­κο­κύ­ρης προ­βάλ­λει σω­στός “γί­γα­ντας” και συ­μπο­νε­τι­κός, κα­θώς κα­τα­λύει τη νη­στεία, πα­ρα­μο­νή της Πα­να­γού­δας, χά­ρις στον ξε­νη­στι­κω­μέ­νο Νι­κο­λά­κη. Ο συγ­γρα­φέ­ας και ε­δώ, δεν α­πλώ­νει την α­φή­γη­ση με μία πα­ρέκ­βα­ση, εκ­με­ταλ­λευό­με­νος την α­να­φο­ρά στην Πα­να­γού­δα Σου­ρω­τής. Μέ­νει ελ­λει­πτι­κός, θυ­μί­ζο­ντας τα διη­γή­μα­τα με τα ο­ποία ξε­κί­νη­σαν κά­ποιοι άλ­λοι Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τες, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, ο Βα­σί­λης Τσια­μπού­σης ή ο Χρή­στος Χαρ­το­μα­τσί­δης, που τε­λι­κά ξα­νοί­χτη­καν στα βα­θιά της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας. 
Η λε­ζά­ντα της φω­το­γρα­φίας του ε­ξω­φύλ­λου του βι­βλίου α­να­φέ­ρει ό­τι ο ει­κο­νι­ζό­με­νος ά­ντρας με τη γαϊδου­ρί­τσα εί­ναι “ο πα­τέ­ρας του συγ­γρα­φέα, Νι­κο­λά­κης”, α­φή­νο­ντας ε­ντύ­πω­ση βιο­γρα­φι­κής α­φή­γη­σης. Όμως, έ­να δεύ­τε­ρο διή­γη­μα το­νί­ζει τη μυ­θο­πλα­στι­κή διά­στα­ση. Με τίτ­λο, «Το μό­νον της ζωής του», που συ­μπλη­ρώ­νει κα­τά Βι­ζυη­νό τον τίτ­λο του προ­η­γού­με­νου διη­γή­μα­τος, ε­ξι­στο­ρεί­ται έ­να άλ­λο τα­ξί­δι στα ί­δια μέ­ρη, πα­ρα­μο­νές Χρι­στου­γέν­νων, που ο Νι­κο­λά­κης ξε­πά­για­σε και πέ­θα­νε. Σε έ­να τρί­το διή­γη­μα, ο πα­τέ­ρας του Νι­κο­λά­κη έ­χει φύ­γει α­ντάρ­της, ε­νώ, σε έ­να άλ­λο, έ­χει πε­θά­νει. Ο χρό­νος των ι­στο­ριών α­να­τρέ­χει στην Κα­το­χή, με­τά πη­δά­ει στον Εμφύ­λιο. Μέ­νει κοι­νό μο­τί­βο, το “ά­γριες ε­πο­χές”. Θά­να­τοι α­πό σφαί­ρα, αλ­λά και α­πό κρύο και α­πό πεί­να. Τό­τε α­κό­μη δεν εί­χε α­πο­ξη­ραν­θεί η Βάλ­τα και το χω­ριό ε­πι­βίω­νε με τις ψά­θες και τα κα­πνά. Ένα δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, συμ­με­τρι­κό με το «Βάλ­τος», τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Κα­πνός», κι αυ­τό εύ­θυ­μο κι ας α­νι­στο­ρεί τα δει­νά α­πό ε­μπό­ρους, τσι­ρά­κια και ε­φο­ρια­κούς. Θε­μα­τι­κά βρί­σκε­ται κο­ντά στα πε­ζά του Π. Χ. Μάρ­κο­γλου. Από ε­κεί­νον, που τα­ξι­νο­μεί­ται στη δεύ­τε­ρη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά μέ­χρι τον Μαυ­ρου­δή, που οι ει­δή­μο­νες το πι­θα­νό­τε­ρο να τον ε­ντά­ξουν στη δεύ­τε­ρη του 21ου, το διή­γη­μα στη Βό­ρεια Ελλά­δα ε­ξα­κο­λου­θεί να μην έ­χει α­νά­γκη τις α­να­γνω­στι­κές ε­μπει­ρίες α­πό τη με­τα­φρα­σμέ­νη λο­γο­τε­χνία.
Ορι­σμέ­νες διη­γή­σεις στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό τα χαρ­μό­συ­να προ­εόρ­τια και τις τε­λε­τές αρ­ρα­βώ­να, γά­μου και βά­φτι­σης, αλ­λά κα­τα­λή­γουν με κα­βγά ή και θά­να­το. Σε δυο α­πό αυ­τές, «Ο αρ­ρα­βώ­νας» και «Τα μου­στλού­κια», που το θα­να­τι­κό συ­γκε­ντρώ­νε­ται σε μία, ό­λη και ό­λη, κα­τα­λη­κτι­κή φρά­ση, πλή­ρους α­να­τρο­πής του κλί­μα­τος, ε­ρω­τι­κού και ε­ορ­τά­σι­μου στο πρώ­το, παι­γνιώ­δους στο δεύ­τε­ρο, προ­κύ­πτουν εν­δια­φέ­ρο­ντα, α λα Πόε, διη­γή­μα­τα. Αν και η α­να­τρο­πή του τέ­λους δεν ευ­τυ­χεί πά­ντο­τε. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο πρώ­το και στο τε­λευ­ταίο της συλ­λο­γής, το σχή­μα της έλ­λει­ψης μέ­νει νο­η­μα­τι­κά λει­ψό. Σε ορισμένα διηγήματα, ο Μαυρουδής κατορθώνει να καλλιεργήσει ερωτική αύρα. Ένα α­πό αυ­τά εί­ναι «Ο ξου­ρι­σμέ­νος», με το συ­νοι­κέ­σιο στο Αϊδί­νι πριν το ’22 και την κα­τά­λη­ξη της ε­ρω­τι­κής πεί­νας του “α­πά­ντρευ­του”, ο­γδό­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στη Σου­ρω­τή. Όμως, την α­πο­θέω­ση του ε­ρω­τι­σμού την ε­πι­τυγ­χά­νει εκ­με­ταλ­λευό­με­νος έ­να πα­λαιό ε­θι­μι­κό συ­νή­θειο. Την κόκ­κι­νη κλω­στή που έ­δε­ναν οι κο­πέ­λες στα σο­σό­νιά τους. Ηθο­γρα­φι­κό ί­σως, αλ­λά δεί­χνει τι ά­γριοι και­ροί ή­ταν ε­κεί­νοι για τις κο­πέ­λες. Αλλά και για τους νέ­ους, που ξε­ρο­στά­λια­ζαν “για μια κλω­στή”. Αυ­τά τα μι­κρά πα­ρά­δο­ξα, που α­να­σύ­ρει και α­ξιο­ποιεί ο συγ­γρα­φέ­ας, δεί­χνουν αί­σθη­ση χιού­μορ.
Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της δυά­δας Κο­ψα­χεί­λη-Μαυ­ρου­δή  εί­ναι ό­τι γρά­φει χω­ρίς να προ­τάσ­σει φι­λο­δο­ξίες. Πε­ριο­ρί­ζο­νται δη­λα­δή, στη χα­ρά της γέν­νας, α­δια­φο­ρώ­ντας ή κρα­τώ­ντας συ­νε­σταλ­μέ­νη στά­ση α­πέ­να­ντι στην πο­ρεία του νε­ο­γνού. Πρό­κει­ται για α­συ­νή­θη και για αυ­τό α­ξιο­ζή­λευ­τη στά­ση.

 Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/3/2014.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Οι έντιμοι της δημοσιογραφίας


Η προτομή του Βλάση Γαβριηλίδη στην πλατεία Καλυθμώνος. Έχει δεχθεί συντήρηση, μάλλον πρόχειρη, ύστερα από βανδαλισμό. Οι γκραφιτάδες, όμως, παντού παρόντες, την περιποιήθηκαν εκ νέου.


Στο Ex Libris της 16ης Δεκ. 2012, σχο­λιά­ζα­με πως ο Δη­μή­τριος Γρη­γο­ρίου Κα­μπού­ρο­γλου, ο ι­στο­ρι­κός των Αθη­ναίων, δεν έ­χει πά­ρει τη θέ­ση που του α­ντι­στοι­χεί στην Ιστο­ρία. Φέ­ρα­με ως έν­δει­ξη τη μη μνη­μό­νευ­ση κα­τά τη διάρ­κεια του έ­τους της δι­πλής ε­πε­τείου του, με τη συ­μπλή­ρω­ση 160 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­σή του και 70 α­πό τον θά­να­τό του. Πι­θα­νώς και λί­γο ρο­μα­ντι­κά, α­να­μέ­να­με να θυ­μη­θούν αυ­τόν τον α­με­τα­νό­η­το α­θη­ναιο­λά­τρη τα πνευ­μα­τι­κά Ιδρύ­μα­τα, στων ο­ποίων την ί­δρυ­ση πρω­το­στά­τη­σε. Όπως η Ακα­δη­μία Αθη­νών, η Ιστο­ρι­κή και Εθνο­λο­γι­κή Εται­ρεία, η Χρι­στια­νι­κή Αρχαιο­λο­γι­κή Εται­ρεία, αλ­λά και η Ε­ΣΗΕ­Α, που τα τε­λευ­ταία χρό­νια ε­ορ­τά­ζει ε­πε­τείους ε­πι­φα­νών με­λών της. Δη­μο­σιο­γρά­φος ο Κα­μπού­ρο­γλου, α­πό τα 23 του χρό­νια μέ­χρι τον τε­λευ­ταίο Πό­λε­μο. Και θα συ­νέ­χι­ζε μέ­χρι τέ­λους – α­πε­βίω­σε στις 21 Φεβ. 1942 – αν δεν ερ­χό­ταν η Κα­το­χή. Στο πε­ριο­δι­κό της ι­τα­λι­κής προ­πα­γάν­δας, «Κουα­δρί­βιο», αρ­νή­θη­κε να δώ­σει συ­νερ­γα­σία, α­κό­μη και να ε­πι­τρέ­ψει α­να­δη­μο­σίευ­ση κει­μέ­νου του. Σύμ­φω­να με μαρ­τυ­ρία, πιε­ζό­με­νος α­πό Ιτα­λό υ­πεύ­θυ­νο και θέ­λο­ντας να τον ξε­φορ­τω­θεί, του πρό­τει­νε κυ­νι­κά την α­να­δη­μο­σίευ­ση πα­λαιό­τε­ρου κει­μέ­νου του με τίτ­λο «Πώς ο Μο­ρο­ζί­νης α­να­τί­να­ξε τον Παρ­θε­νώ­να». 
Εκτός α­πό δη­μο­σιο­γρά­φος και ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φος με κα­τά και­ρούς μό­νι­μη στή­λη, ο Κα­μπού­ρο­γλου υ­πήρ­ξε εκ­δό­της δυο πε­ριο­δι­κών. Το πρώ­το, η «Εβδο­μάς», ξε­κί­νη­σε Μάρ. 1884, που ση­μαί­νει μία τρια­κο­ντα­ε­τία προ της ι­δρύ­σεως της Ε­ΣΗΕ­Α. Ένα χρό­νο μι­κρό­τε­ρος του Πα­πα­δια­μά­ντη, ο ο­ποίος δεν πρό­λα­βε να γρα­φτεί μέ­λος, ο Κα­μπού­ρο­γλου ή­ταν ο πρώ­τος εγ­γρα­φείς. Ήταν, δη­λα­δή, κά­το­χος δη­μο­σιο­γρα­φι­κής ταυ­τό­τη­τας με αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό έ­να. Ο Διο­νύ­σιος Τρο­βάς, που τον γνώ­ρι­σε λί­γο πριν α­πό τον Πό­λε­μο και α­πο­τέ­λε­σε τη φι­λι­κή συ­ντρο­φιά του στα τε­λευ­ταία χρό­νια της ζωής του, θυ­μά­ται να του δεί­χνει με κα­μά­ρι την ταυ­τό­τη­τά του. Το α­να­φέ­ρει στη βιο­γρα­φία του Κα­μπού­ρο­γλου, που ε­ξέ­δω­σε τέ­λη του 1981, ώ­στε να εί­ναι έ­τοι­μη κα­τά το ε­πό­με­νο, ε­πε­τεια­κό έ­τος. Τό­τε α­κό­μη, η Ακα­δη­μία Αθη­νών τι­μού­σε τον Κα­μπού­ρο­γλου, που ή­ταν το πρώ­το αι­ρε­τό μέ­λος της Τά­ξεως Γραμ­μά­των και Τε­χνών, το 1927, με συ­νυ­πο­ψή­φιους τους Νιρ­βά­να και Ξε­νό­που­λο. Οι προ­η­γη­θέ­ντες τρεις πρώ­τοι Ακα­δη­μαϊκοί (Σί­μος Με­νάρ­δος, Πα­λα­μάς, Δρο­σί­νης) εί­χαν διο­ρι­στεί το προ­η­γού­με­νο έ­τος κα­τά την ί­δρυ­σή της.
Σε ε­κεί­νο το δη­μο­σίευ­μα, εί­χα­με α­φή­σει α­νοι­χτό το εν­δε­χό­με­νο να τον θυ­μη­θεί το 2014 του­λά­χι­στον η Ε­ΣΗΕ­Α, κα­τά τον ε­ορ­τα­σμό της πρώ­της ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δας της. Βε­βαίως, η η­μέ­ρα της ε­πε­τείου, η 14η Δεκ., αρ­γεί α­κό­μη, ω­στό­σο εκ­δό­θη­κε το Ημε­ρο­λό­γιο 2014, με ε­ορ­τα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Όπως πά­ντα με μι­κρή κα­θυ­στέ­ρη­ση, ή­δη με τον τίτ­λο του υ­πο­γραμ­μί­ζει τα «Εκα­τό χρό­νια Ε­ΣΗΕ­Α». Δεν εί­ναι ω­στό­σο α­πο­κλει­στι­κά α­φιε­ρω­μέ­νο στην ε­πέ­τειο, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν, αλ­λά συ­μπλη­ρώ­νε­ται με «Αφιέ­ρω­μα στον Βλά­ση Γα­βριη­λί­δη». Σύμ­φω­να με το ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα του Δ.Σ. του Μορ­φω­τι­κού Ιδρύ­μα­τος της Ε­ΣΗΕ­Α, στο Ημε­ρο­λό­γιο “πε­ρι­γρά­φε­ται διε­ξο­δι­κά η δια­δρο­μή της”, αλ­λά τό­σο αυ­τή ό­σο και το Μορ­φω­τι­κό Ίδρυ­μά της “α­πο­φά­σι­σαν να ε­στιά­σουν στον Βλά­ση Γα­βριη­λί­δη”. Με το σκε­πτι­κό, πως, “μο­λο­νό­τι εκ­δό­της-ε­πι­χει­ρη­μα­τίας, υ­πήρ­ξε πρω­το­πό­ρος, και­νο­τό­μος, α­να­μορ­φω­τής και δά­σκα­λος της δη­μο­σιο­γρα­φίας”. Μά­λι­στα, προ­στί­θε­ται, ως “εν­δει­κτι­κό της ε­ντι­μό­τη­τας και της α­δέ­κα­στης δη­μο­σιο­γρα­φι­κής του δια­δρο­μής, το γε­γο­νός ό­τι έ­φυ­γε α­πό τη ζωή πάμ­φτω­χος.”  Τέ­λος, στο ει­σα­γω­γι­κό, α­ναγ­γέλ­λε­ται “ε­κτε­νής α­να­φο­ρά στη ζωή και το έρ­γο του”. 
Οι πα­ρα­πά­νω δια­τυ­πώ­σεις δεν εί­ναι πα­ρά με­γά­λα λό­για, που τα υ­πα­γο­ρεύουν οι τρέ­χου­σες νοο­τρο­πίες. Οι α­πα­ραί­τη­τες ε­παγ­γελ­μα­τι­κές ι­διό­τη­τες ε­νός δη­μο­σιο­γρά­φου, σύμ­φω­να και με τις βα­σι­κές αρ­χές δη­μο­σιο­γρα­φι­κής δε­ο­ντο­λο­γίας, το να εί­ναι έ­ντι­μος και α­δέ­κα­στος, α­να­γο­ρεύο­νται σή­με­ρα σε ύ­ψι­στες α­ρε­τές. Όσο για ε­κεί­νο το “πάμ­φτω­χος”, έ­χει κα­τα­ντή­σει δη­μο­σιο­γρα­φι­κό κλι­σέ, που χρη­σι­μο­ποιεί­ται α­δια­κρί­τως για ό­ποιον δεν έ­κα­νε πε­ριου­σία ως δη­μο­σιο­γρά­φος, ως πο­λι­τι­κός ή ο­τι­δή­πο­τε άλ­λο. Αν  άρ­ρω­στος ο Γα­βριη­λί­δης ζή­τη­σε να με­τα­φέ­ρουν το κρε­βά­τι του στα γρα­φεία της «Ακρό­πο­λης», ας μην νο­μί­σει κά­ποιος ση­με­ρι­νός ό­τι του εί­χαν κα­τα­σχέ­σει την οι­κία. Πάμ­φτω­χος δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν, πα­ρά τα οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα της ε­φη­με­ρί­δας του. Το ερ­γα­σιο­μα­νής ή το α­φο­σιω­μέ­νος μέ­χρις ε­σχά­των και πα­ρά τον καρ­κί­νο του ή­πα­τος στο έρ­γο του, θα α­πέ­δι­δε α­κρι­βέ­στε­ρα αυ­τόν τον “εκ­δό­τη-ε­πι­χει­ρη­μα­τία”. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός εκ­δό­της-ε­πι­χει­ρη­μα­τίας, καί­τοι α­κρι­βής για τη ση­με­ρι­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, η­χεί στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση  πα­ρά­ται­ρος, αν ό­χι και μειω­τι­κός.              
Όπως και να έ­χει, φρού­δες α­πο­δεί­χτη­καν οι ελ­πί­δες μας πε­ρί μνη­μό­νευ­σης του Κα­μπού­ρο­γλου. Ακό­μη και πριν α­πό το Ει­σα­γω­γι­κό του Ημε­ρο­λο­γίου, θα έ­πρε­πε να μας εί­χαν προϊδεά­σει οι ευ­χα­ρι­στίες του Μορ­φω­τι­κού προς την ι­στο­ρι­κό Γιού­λα Κου­τσο­πα­νά­γου, για τη συμ­βο­λή της. Σε ε­κεί­νο το πα­λαιό­τε­ρο δη­μο­σίευ­μά μας, α­να­φέ­ρα­με ως μία πρώ­τη έν­δει­ξη της α­φά­νειας, στην ο­ποία έ­χει πε­ρι­πέ­σει ο δη­μο­σιο­γρά­φος Κα­μπού­ρο­γλου, ο Ανα­δρο­μά­ρης, ό­πως ή­ταν το ψευ­δώ­νυ­μο της μα­κρο­βιό­τε­ρης στή­λης του, την α­που­σία σχε­τι­κού λήμ­μα­τος στην τε­τρά­το­μη «Εγκυ­κλο­παί­δεια του ελ­λη­νι­κού Τύ­που 1784-1974», που εκ­δό­θη­κε το 2008. Σε αυ­τήν, “υ­πεύ­θυ­νη έρ­γου”, ως α­να­γρά­φε­ται, ή­ταν η Κου­τσο­πα­νά­γου, που εί­ναι η “ε­πι­στη­μο­νι­κή υ­πεύ­θυ­νη” και στο Εργα­στή­ριο Τεκ­μη­ρίω­σης και Με­λέ­της του Ελλη­νι­κού Τύ­που του Πά­ντειου Πα­νε­πι­στη­μίου. Ο Κα­μπού­ρο­γλου εμ­φα­νί­ζε­ται α­δι­κη­μέ­νος α­κό­μη και στα λήμ­μα­τα των ε­ντύ­πων, στα ο­ποία ή­ταν για χρό­νια συ­νερ­γά­της. Δεν α­να­φέ­ρε­ται ο­νο­μα­στι­κά, α­πο­μέ­νο­ντας στο κα­τα­λη­κτι­κό “και άλ­λοι”. Μόνο στη «Διάπλαση των Παίδων» υπάρχει αναφορά, αλλά και εκεί δεν του αποδίδεται η τι­μή  του ευ­ρέ­τη του τίτ­λου και συ­νερ­γά­τη α­πό ι­δρύ­σεως του γνω­στού νε­α­νι­κού πε­ριο­δι­κού. Ανα­φέ­ρε­ται, βε­βαίως, στο λήμ­μα του πε­ριο­δι­κού «Εβδο­μάς», ως ο πρώ­τος εκ­δό­της του, αλ­λά τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του πε­ριο­δι­κού σε αυ­τήν την πρώ­τη πε­ρίο­δο σχο­λιά­ζο­νται μάλ­λον σαν α­δυ­να­μίες πα­ρά ως α­ρε­τές. Για το δεύ­τε­ρο πε­ριο­δι­κό που ε­ξέ­δω­σε, το «Δί­πυ­λον», δεν υ­πάρ­χει λήμ­μα, ού­τε καν α­να­φο­ρά. 
Αλλά και πέ­ρα α­πό τον Κα­μπού­ρο­γλου, μά­ταιες α­πο­δεί­χθη­καν οι υ­πο­σχέ­σεις για “διε­ξο­δι­κή πε­ρι­γρα­φή της δια­δρο­μής της Ε­ΣΗΕ­Α”. Μό­λις με­ρι­κές σε­λί­δες, που μάλ­λον προ­κα­λούν πα­ρά λύ­νουν α­πο­ρίες. Η πε­ρι­γρα­φή φαί­νε­ται να ε­ξαν­τλεί­ται με την α­να­φο­ρά νό­μων, προ­ε­δρι­κών δια­ταγ­μά­των και έ­τε­ρων δη­μο­σιο­γρα­φι­κών ε­νώ­σεων, με ε­πι­λε­κτι­κή μνεία του ρό­λου της σε πε­ριό­δους ε­θνι­κών δο­κι­μα­σιών. Ως προς τα πρό­σω­πα, οι α­να­φο­ρές εί­ναι γε­νι­κό­λο­γες. Δί­νε­ται μό­νο η πλη­ρο­φο­ρία πως με­τρά σε 100 χρό­νια 30 προέ­δρους, ό­που και κα­τα­γρά­φο­νται 30 ο­νό­μα­τα. Απο­ρία προ­κα­λεί η σει­ρά με την ο­ποία πα­ρα­τί­θε­νται, κα­θώς μέ­νει με­τέω­ρο το πό­τε προή­δρευ­σε έ­κα­στος. Για πα­ρά­δειγ­μα, με­τά τον πρώ­το πρό­ε­δρο Ιωάν­νη Κον­δυ­λά­κη, α­να­φέ­ρε­ται ο Σπύ­ρος Με­λάς,  που α­νέ­λα­βε πρό­ε­δρος το 1958, ε­νώ ο 14ος στη σει­ρά, ο Τί­μος Μω­ραϊτί­νης, α­νέ­λα­βε κα­θή­κο­ντα το 1938. Ίσως, λε­πτο­μέ­ρειες. Όσα, ό­μως, στοι­χεία δί­νο­νται, υ­πάρ­χουν στο λήμ­μα της ο­ποια­σδή­πο­τε ε­γκυ­κλο­παί­δειας. Η προ­σφυ­γή σε Εργα­στή­ριο Τεκ­μη­ρίω­σης και Με­λέ­της του Ελλη­νι­κού Τύ­που ά­φη­νε ελ­πί­δες για κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο. 
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, α­φού, στις ό­λες κι ό­λες ε­πτά σε­λί­δες, που α­φιε­ρώ­θη­καν στην Ε­ΣΗΕ­Α, α­ξιο­λο­γή­θη­κε δι­σέ­λι­δο σα­λό­νι στον Πα­να­γιώ­τη Πα­τρί­κιο (α­ρι­στε­ρά, φω­το­γρα­φία, ό­που ει­κο­νί­ζε­ται να ξε­να­γεί Κ. Κα­ρα­μαν­λή και Απ. Κα­κλα­μά­νη στα Αρχεία της Ε­ΣΗΕ­Α και δε­ξιά, “μία μαρ­τυ­ρία του”), δεν θα χρεια­ζό­ταν και κά­ποια α­να­φο­ρά στο πρό­σω­πο, ε­κτός α­πό το ε­πι­γραμ­μα­τι­κό και ελ­λι­πές, “δη­μιουρ­γός της βι­βλιο­θή­κης της Ε­ΣΗΕ­Α”; Αλλά και η φω­το­γρα­φία εί­ναι χω­ρίς χρο­νο­λο­γία. Βε­βαίως, προσ­διο­ρί­ζε­ται πως αμ­φό­τε­ροι οι ει­κο­νι­ζό­με­νοι εί­ναι Πρό­ε­δροι, της Δη­μο­κρα­τίας και της Βου­λής α­ντί­στοι­χα. Σαν τε­στ μοιά­ζει. Μό­νο που η λύ­ση του δί­νει κο­ντά τριε­τία.  
Τε­λείως α­θε­τή­θη­κε και η έ­τε­ρη υ­πό­σχε­ση για “ε­κτε­νή α­να­φο­ρά στη ζωή και το έρ­γο του Γα­βριη­λί­δη”. Με­τά βίας τρεις σε­λί­δες. Οι δυο για την ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις», με κα­τα­λό­γους των συ­νεκ­δι­δό­με­νων πε­ριο­δι­κών ε­ντύ­πων και των συ­νερ­γα­τών τους. Όπου, σε πρό­σθε­τη σε­λί­δα, πα­ρα­τί­θε­νται ει­κο­νί­δια εν­νέα εξ αυ­τών, με τη λε­ζά­ντα να α­να­φέ­ρει τον δεύ­τε­ρο στη ῾῾σει­ρά Αλέ­ξαν­δρο Μω­ραϊτί­δη ως Αλέ­ξαν­δρο Μω­ραΐτη. Πα­ρο­μοίως, ως έ­τος γεν­νή­σεως του Γα­βριη­λί­δη α­να­φέ­ρε­ται το 1849 α­ντί του 1848. Βε­βαίως, πρό­κει­ται για τυ­πο­γρα­φι­κά λά­θη, α­φού γρά­φο­νται ορ­θά σε άλ­λα ση­μεία του Ημε­ρο­λο­γίου. Δεν έ­χουν θέ­ση, ω­στό­σο, σε έ­να τό­σο μι­κρό σε έ­κτα­ση έρ­γο, με τό­σους φρο­ντι­στές. Κα­τά τα άλ­λα, κα­θώς πρό­κει­ται για συ­μπιε­σμέ­να ε­γκυ­κλο­παι­δι­κά λήμ­μα­τα, σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία κα­τα­λή­γουν δυσ­νό­η­τα. 
Με­γα­λύ­τε­ρη σύγ­χυ­ση προ­κα­λεί η δη­μο­σιο­γρα­φι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα του Γα­βριη­λί­δη στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη α­πό το 1868, που ε­πι­στρέ­φει α­πό τις σπου­δές του στην Λει­ψία, μέ­χρι το 1877, που διω­κό­με­νος κα­τα­φεύ­γει στην Ελλά­δα. Ανα­φέ­ρε­ται ό­τι “συμ­βάλ­λει φι­λο­λο­γι­κά στο πε­ριο­δι­κό «Επτά­λο­φος». Συ­ντά­κτης της ε­φη­με­ρί­δας «Ομό­νοια / Ομό­νοια και Νε­ο­λό­γος» (1862-1870) της Πό­λης και α­πό το 1870 διευ­θυ­ντής της.” Αν συμ­βου­λεύο­νταν την Εγκυ­κλο­παί­δεια Τύ­που, θα εί­χαν μία κα­θα­ρό­τε­ρη ει­κό­να, αν και ό­χι ορ­θή: “Πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται ... με φι­λο­λο­γι­κές με­λέ­τες στο π. «Επτά­λο­φος». Συ­νεκ­δό­της της εφ. «Κων­στα­ντι­νού­πο­λις» (1867), α­να­λαμ­βά­νει αρ­γό­τε­ρα, το 1871, τη διεύ­θυν­ση της εφ. «Ομό­νοια» και εκ­δί­δει την εφ. «Με­ταρ­ρύθ­μι­σις».” Σύμ­φω­να με το λήμ­μα της εφ. «Ομό­νοια», α­να­λαμ­βά­νει τη διεύ­θυν­σή της το 1870, ε­νώ “το 1871 στα­μα­τά ο­ρι­στι­κά η έκ­δο­σή της”. Η α­συμ­βα­τό­τη­τα των πλη­ρο­φο­ριών, που δί­νο­νται στα διά­φο­ρα λήμ­μα­τα, συ­νι­στά βα­σι­κή α­δυ­να­μία της εν λό­γω Εγκυ­κλο­παί­δειας. Φαί­νε­ται ό­τι ο α­ντί­στοι­χος έ­λεγ­χος κρί­θη­κε πε­ριτ­τός. Όσο για τις ε­πι­μέ­ρους πλη­ρο­φο­ρίες, την α­να­φο­ρά στο 1867 και τη συ­νέ­νω­ση της «Ομό­νοιας» και του «Νε­ο­λό­γου» του Σταύ­ρου Βου­τυ­ρά, το μεν 1867 εί­ναι το έ­τος που το π. «Επτά­λο­φος», α­φού εκ­δό­θη­κε ως ε­φη­με­ρί­δα με την ί­δια ο­νο­μα­σία, με­το­νο­μά­στη­κε σε «Κων­στα­ντι­νού­πο­λις», η δε συ­νέ­νω­ση των δυο ε­φη­με­ρί­δων κρά­τη­σε μό­λις τρεις μή­νες του ι­δίου έ­τους. 
Πριν, ό­μως, δο­θούν ό­λες αυ­τές οι δη­μο­σιο­γρα­φι­κές με­τα­κι­νή­σεις του Γα­βριη­λί­δη, θα ή­ταν α­πα­ραί­τη­τη κά­ποια υ­πεν­θύ­μι­ση πως ο Τύ­πος της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης βρι­σκό­ταν τό­τε με­τα­ξύ Σκύλ­λας και Χά­ρυ­βδης. Από τη μία υ­πήρ­χαν οι Οθω­μα­νοί και α­πό την άλ­λη το Πα­τριαρ­χείο, τό­τε α­ντι­μέ­τω­πο με το Σχί­σμα της Βουλ­γα­ρι­κής Εκκλη­σίας. Όπως και να έ­χει, ο Γα­βριη­λί­δης ή­ταν στο ε­πι­τε­λείο του π. Επτά­λο­φος, με­τά στην ο­μώ­νυ­μη ε­φη­με­ρί­δα και στη συ­νέ­χεια, στην  ε­φη­με­ρί­δα «Κων­στα­ντού­πο­λις» μέ­χρι το 1870, που α­νέ­λα­βε την «Ομό­νοια». Επέ­στρε­ψε, με το κλεί­σι­μο της δεύ­τε­ρης, στην «Κων­στα­ντι­νού­πο­λις», που το 1873 με­το­νο­μά­στη­κε σε «Θρά­κη». Έφυ­γε ο­ρι­στι­κά το 1876, που ξε­κί­νη­σε τη δι­κή του ε­φη­με­ρί­δα, «Με­ταρ­ρύθ­μι­σις». Αυ­τά, πε­ρί Γα­βριη­λί­δη στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη.  
Στο Ημε­ρο­λό­γιο α­να­φέ­ρε­ται πως προ­το­μή του Γα­βριη­λί­δη “φι­λο­τέ­χνη­σε και δώ­ρι­σε στην Ε­ΣΗΕ­Α ο γλύ­πτης Μι­χαήλ Τό­μπρος”. Επ’ αυ­τού κα­μία άλ­λη διευ­κρί­νι­ση. Προ­το­μή του, πά­ντως, βρί­σκε­ται στην πλα­τεία Κλαυθ­μώ­νος, α­κρι­βώς α­πέ­να­ντι α­πό τα  πα­ρά­θυ­ρα της ε­φη­με­ρί­δας του. Έργο του Τό­μπρου, του 1935, στή­θη­κε έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα με πρω­το­βου­λία των Αχέ­πα. Και βε­βαίως, δεν εί­ναι η μο­να­δι­κή προ­το­μή δη­μο­σιο­γρά­φου στην Αθή­να, ό­πως δια­τεί­νο­νται ό­ψι­μοι α­θη­ναιο­γρά­φοι. Υπάρ­χουν, αν ό­χι και άλ­λων, του­λά­χι­στον πολ­λών α­πό ε­κεί­νους που φέ­ρουν τη δι­πλή ι­διό­τη­τα δη­μο­σιο­γρά­φου-λο­γο­τέ­χνη. Με­τα­ξύ αυ­τών, ο Κα­μπού­ρο­γλου. Η προ­το­μή στή­θη­κε ε­πί­σης το 1936, μό­νο που ο τι­μώ­με­νος ή­ταν πα­ρών. Έργο του γλύ­πτη Νι­κο­λά­ου Γεωρ­γα­ντή, δεν υ­στε­ρεί μό­νο αι­σθη­τι­κά, αλ­λά και ως προς τη θέ­ση που στή­θη­κε, στην πλα­τεία της Πλά­κας. Ωστό­σο α­φα­νής, εν μέ­σω τρα­πε­ζο­κα­θι­σμά­των, γλί­τω­σε τον βαν­δα­λι­σμό του γκρά­φι­τι.  Άτσα­λα μουτ­ζου­ρω­μέ­νη η προ­το­μή του Γα­βριη­λί­δη, ό­πως πα­ρα­πά­νω ο Πα­λα­μάς του Φα­λη­ρέα, στη γω­νία Ακα­δη­μίας και Ασκλη­πειού, κο­ντά και ε­κεί­νος στα αλ­λο­τι­νά πα­ρά­θυ­ρα της οι­κίας του. 
Συ­νο­ψί­ζο­ντας τις ε­ντυ­πώ­σεις μας α­πό το φυλ­λο­μέ­τρη­μα, θα α­να­μέ­να­με α­πό έ­να Ημε­ρο­λό­γιο ε­στια­σμέ­νο θε­μα­τι­κά, α­ντί­στοι­χα ε­πι­κε­ντρω­μέ­νη ει­κο­νο­γρά­φη­ση. Αντί αυ­τού, ει­κο­νο­γρα­φεί­ται με ποι­κί­λα θέ­μα­τα, κυ­ρίως με φω­το­γρα­φι­κά στιγ­μιό­τυ­πα α­νώ­νυ­μων α­να­γνω­στών ε­φη­με­ρί­δων, ο­ρι­σμέ­να ε­πι­φα­νών φω­το­γρά­φων, ό­πως Δ. Χα­ρι­σιά­δη, Β. Πα­παϊωάν­νου κ. α. Πά­ντως, πρω­τό­τυ­πες ει­κό­νες, ό­πως και κεί­με­να με πρω­το­φα­νέ­ρω­τες λε­πτο­μέ­ρειες, αν­τλη­μέ­νες α­πό τους αρ­χεια­κούς θη­σαυ­ρούς, α­που­σιά­ζουν. Όπως και να το δού­με, α­πό μία έ­νω­ση δη­μο­σιο­γρά­φων, που έ­χει στο δυ­να­μι­κό της, ό­χι μό­νο την α­φρό­κρε­μα της δη­μο­σιο­γρα­φίας, αλ­λά και με­γά­λο με­ρί­διο α­πό τους ε­πι­φα­νείς της λο­γο­τε­χνίας,  οι α­παι­τή­σεις εί­ναι υ­ψη­λές.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/3/2014.