Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Καβαφικά αφιερώματα

Κα­τά τη διάρ­κεια του ε­πε­τεια­κού 2013, κα­τα­βλή­θη­καν, για α­κό­μη μία φο­ρά, ποι­κί­λες προ­σπά­θειες προ­σέγ­γι­σης του Κα­βά­φη και του έρ­γου του δια της ει­κα­στι­κής, θε­α­τρι­κής, συγ­γρα­φι­κής ή και φι­λο­λο­γι­κής ο­δού. Πι­θα­νώς, ε­πί μα­ταίω. Πο­σο­τι­κώς, ό­μως, η συ­γκο­μι­δή υ­πήρ­ξε πλου­σιω­τά­τη. Πρω­τί­στως σε πί­να­κες ζω­γρα­φι­κής, δευ­τε­ρευό­ντως σε θε­α­τρι­κά έρ­γα, κυ­ρίως μο­νο­λό­γους, πα­ρε­μπι­πτό­ντως και σε βι­βλία. Πλου­σιο­πα­ρό­χως, πά­ντως, σε κεί­με­να, ε­γκα­τε­σπαρ­μέ­να ως με­μο­νω­μέ­νος μόχ­θος σε ποι­κί­λα έ­ντυ­πα, αλ­λά και συ­ντε­ταγ­μέ­να σε πρα­κτι­κά η­με­ρί­δων, συ­μπο­σίων, συ­νε­δρίων, που προ­σώ­ρας τυ­πώ­νο­νται, αλ­λά και σε α­φιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών. Δυ­στυ­χώς, αυ­τά τα τε­λευ­ταία στά­θη­καν ο­λί­γα. Εμείς με­τρού­με μό­λις τρία σε πε­ριο­δι­κά με έ­δρα την Αθή­να. Για την υ­πό­λοι­πη Ελλά­δα ή την Κύ­προ, έ­νας κά­τοι­κος του κλει­νού ά­στεως ε­λά­χι­στα γνω­ρί­ζει.
Εδώ, ο Τύ­πος και αυ­τά τα τρία α­φιε­ρώ­μα­τα μό­λις που τα ε­πε­σή­μα­νε. Αντι­θέ­τως, το έ­να μο­να­δι­κό της αλ­λο­δα­πής μνη­μο­νεύ­θη­κε δεό­ντως. Και ε­κεί­νο έρ­γο η­με­δα­πών, ό­μως μυ­ρω­μέ­νο εν Πα­ρι­σίοις. Και ως γνω­στόν, στο συλ­λο­γι­κό υ­πο­συ­νεί­δη­το τα Φώ­τα της Εσπε­ρίας εί­ναι ιε­ρά. Υπε­ρά­νω κρι­τι­κής το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Europe», που ί­δρυ­σε προ 90 ε­τών έ­νας Ρο­μαίν Ρο­λάν. Ού­τε καν σχο­λιά­στη­κε το τόλ­μη­μα του ε­πι­με­λη­τή, χω­ρίς συ­ναί­σθη­ση των δυ­σκο­λιών, να πα­ρου­σιά­σει Κα­βά­φη σε δι­κή του με­τά­φρα­ση. Τρία ποιή­μα­τα ως πρώ­τη γεύ­ση: «Souviens-toi, corps...», «Si seulement», «Jours de 1908». Απο­ρού­με, με τον τίτ­λο «Si seulement», πό­σοι α­να­γνώ­στες α­να­κα­λούν για ποιο κα­βα­φι­κό ποίη­μα πρό­κει­ται.
Τα τρία α­φιε­ρώ­μα­τα στε­γά­στη­καν, τα δυο σε λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, «Το Δέ­ντρο» και «Νέα Εστία», το τρί­το στα «Σύγ­χρο­να Θέ­μα­τα». Στο πρώ­το έ­χου­με ή­δη α­να­φερ­θεί. Το α­φιέ­ρω­μα κα­τα­λαμ­βά­νει 155 σε­λί­δες ε­πί συ­νό­λου 229. Με τίτ­λο, «Ξα­να­δια­βά­ζου­με τον Κα­βά­φη», τα 28 κεί­με­να α­πλώ­νο­νται σε ο­λό­κλη­ρο το κα­βα­φι­κό το­πίο. 25 οι ζώ­ντες συ­νερ­γά­τες, δυο α­πό το δυ­να­μι­κό του Αρι­στο­τε­λείου Πα­νε­πι­στη­μίου (Μ. Χρυ­σαν­θό­που­λος, Μ. Βα­σι­λειά­δη) συμ­με­τέ­χουν και στο α­φιέ­ρω­μα του έ­τε­ρου λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού, ε­νώ έ­νας (Δ. Αγγε­λής), και στο τρί­το.
Τον Ιού­λιο κυ­κλο­φό­ρη­σε το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Σύγ­χρο­να Θέ­μα­τα». Το δι­πλό τεύ­χος του δεύ­τε­ρου ε­ξα­μή­νου του 2013 α­νοί­γει με τον «Φά­κε­λο: Ο Κα­βά­φης του Τσίρ­κα», που α­πλώ­νε­ται σε 105 σε­λί­δες, κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το μι­σό τεύ­χος. Βα­σι­κό α­τού του α­φιε­ρώ­μα­τος εί­ναι τα ντο­κου­μέ­ντα, που α­να­σύ­ρει α­πό δυο Αρχεία· του Στρα­τή Τσίρ­κα και του Μ. Μ. Πα­παϊωάν­νου. Γεν­νιέ­ται η α­πο­ρία, για­τί αυ­τά τα πο­λύ­τι­μα τεκ­μή­ρια δεν έ­τυ­χαν αυ­το­τε­λούς έκ­δο­σης. Δε­δο­μέ­νου, μά­λι­στα, ό­τι τα Αρχεία δεν βρί­σκο­νται στα χέ­ρια κλη­ρο­νό­μων αλ­λά α­πό­κει­νται στο Ε.Λ.Ι.Α.. Πρό­κει­ται για τα “η­με­ρο­λό­για ερ­γα­σίας”, που κρα­τού­σε ο Τσίρ­κας κα­τά τη συγ­γρα­φή των δυο κα­βα­φι­κών με­λε­τών, και για την αλ­λη­λο­γρα­φία του κυ­ρίως με τον Πα­παϊωάν­νου, αλ­λά και με τους Μάρ­κο Αυ­γέ­ρη και Τά­σο Βουρ­νά. Στο α­φιέ­ρω­μα πα­ρα­τί­θε­νται α­πο­σπά­σμα­τα α­πό 80 η­με­ρο­λο­για­κές κα­τα­γρα­φές, 45 α­πό το η­με­ρο­λό­γιο της πρώ­της με­λέ­της «Ο Κα­βά­φης και η ε­πο­χή του» και 25 α­πό ε­κεί­νο της δεύ­τε­ρης «Ο πο­λι­τι­κός Κα­βά­φης». Επί­σης, α­πο­σπά­σμα­τα α­πό 11 ε­πι­στο­λές Τσίρ­κα προς Πα­παϊωάν­νου, δυο Πα­παϊωάν­νου προς Τσίρ­κα, μία Τσίρ­κα προς Αυ­γέ­ρη, δυο Αυ­γέ­ρη προς Τσίρ­κα και μια Τσίρ­κα προς Βουρ­νά. Για τη μη έκ­δο­ση των τεκ­μη­ρίων δεν εί­ναι υ­πεύ­θυ­νοι οι με­λε­τη­τές. Εκεί­νο που θα α­να­με­νό­ταν α­πό αυ­τούς εί­ναι μία πε­ρι­γρα­φή των δυο η­με­ρο­λο­γίων και των ε­πι­στο­λι­κών σω­μά­των, για να δο­θεί ευ­κρι­νέ­στε­ρη ει­κό­να για “το ερ­γα­στή­ρι του κρι­τι­κού Τσίρ­κα”, ό­πως εί­ναι και ο τίτ­λος της πρώ­της ε­νό­τη­τας του τρι­με­ρούς α­φιε­ρώ­μα­τος.
Σύμ­φω­να με το προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα των ε­πι­με­λη­τών του, Γιάν­νη Πα­πα­θε­ο­δώ­ρου και Μίλ­του Πε­χλι­βά­νου, ο συ­γκε­κρι­μέ­νος ε­πε­τεια­κός “α­να­στο­χα­σμός” στο­χεύει να α­να­δεί­ξει τον Τσίρ­κα ως κρι­τι­κό του Κα­βά­φη σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο α­πό ε­κεί­νο της Αρι­στε­ράς, στο ο­ποίο εί­χε ου­σια­στι­κά πε­ριο­ρι­στεί την ε­πο­χή που εκ­δό­θη­καν οι δυο με­λέ­τες. Μι­σό και πλέ­ον αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν η θέ­α­ση του Κα­βά­φη αλ­λά­ζει, χρειά­ζε­ται και “ο Κα­βά­φης του Τσίρ­κα” να ε­πα­να­προσ­διο­ρι­στεί με βά­ση τη ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή. Το πρώ­το κεί­με­νο της Χρύ­σας Προ­κο­πά­κη και του Αγγε­λή εί­ναι έ­να εί­δος προ­λό­γου στα η­με­ρο­λο­για­κά πα­ρα­θέ­μα­τα, που συ­νο­δεύο­νται α­πό ση­μειώ­σεις βι­βλιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα και κά­ποιες φι­λο­λο­γι­κού. Σε αυ­τόν, σχο­λιά­ζο­νται συ­νο­πτι­κά οι η­με­ρο­λο­για­κές κα­τα­γρα­φές του Τσίρ­κα, χω­ρίς να δια­τυ­πώ­νο­νται πα­ρα­τη­ρή­σεις και ε­ρω­τή­μα­τα προς την κα­τεύ­θυν­ση που στο­χεύει το α­φιέ­ρω­μα. Το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο των δυο ε­πι­με­λη­τών ξε­δι­πλώ­νε­ται πα­ράλ­λη­λα με τα πα­ρα­θέ­μα­τα της αλ­λη­λο­γρα­φίας, α­πο­κα­θι­στώ­ντας μία α­φη­γη­μα­τι­κή ροή. Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση πως ό­σοι α­να­γνώ­στες γνω­ρί­ζουν τη σχε­τι­κή φι­λο­λο­γία θα συ­μπλη­ρώ­σουν κε­νά, πι­θα­νώς και να εμ­βα­θύ­νουν λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο στην κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή των με­λε­τών του Τσίρ­κα α­πό την Αρι­στε­ρά. Οι υ­πό­λοι­ποι, ό­μως, θα πρέ­πει μάλ­λον να πε­ρι­μέ­νουν το βι­βλίο που ε­τοι­μά­ζει ο Πα­πα­θε­ο­δώ­ρου. Πά­ντως, η χρή­ση του Άλλου Κα­βά­φη για τον “πο­λι­τι­κό Κα­βά­φη” του Τσίρ­κα, δη­μιουρ­γεί σύγ­χυ­ση, κα­θώς το Άλλος α­ντι­πα­ρα­τί­θε­ται προς το ε­κά­στο­τε ι­σχύον, ο­πό­τε σή­με­ρα, ει­δι­κό­τε­ρα κα­τά το έ­τος Κα­βά­φη, πα­ρα­πέ­μπει στον ε­ρω­τι­κό Κα­βά­φη.
Το δεύ­τε­ρο μέ­ρος του α­φιε­ρώ­μα­τος, τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Σε και­ρό και σε τό­πο», ε­πί­σης με δυο κεί­με­να. Ο Χρή­στος Χα­τζηιω­σήφ πα­ρου­σιά­ζει τον Τσίρ­κα ως ι­στο­ρι­κό, μη ε­παγ­γελ­μα­τία και γι’ αυ­τό δυο φο­ρές πιο προ­σε­κτι­κό, πρω­το­πο­ρια­κό για την ε­πο­χή του, κα­θώς, πέ­ραν των γρα­πτών πη­γών, χρη­σι­μο­ποίη­σε φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό και προ­φο­ρι­κές μαρ­τυ­ρίες. Με βά­ση τη ση­με­ρι­νή γνώ­ση για την ελ­λη­νι­κή πα­ροι­κία της Αι­γύ­πτου, προ­σθέ­τει διορ­θω­τι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις στην πρώ­τη με­λέ­τη του Τσίρ­κα, φω­τί­ζο­ντας το ρό­λο της αι­γυ­πτιώ­τι­κης Αρι­στε­ράς με­τά το 1952. Ενώ, σχε­τι­κά με τη δεύ­τε­ρη με­λέ­τη, ε­πι­ση­μαί­νει τις ι­δε­ο­λο­γι­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις του ί­διου του Τσίρ­κα. Ακο­λου­θεί το κεί­με­νο του Αλέ­ξαν­δρου Κα­ζα­μία, με α­ντι­κεί­με­νο την πρώ­τη με­λέ­τη ως ι­στο­ρι­κό α­φή­γη­μα. Θυ­μί­ζου­με ό­τι, ως φι­λο­λο­γι­κή βιο­γρα­φία, έ­τυ­χε του α­ντί­στοι­χου κρα­τι­κού βρα­βείου λο­γο­τε­χνίας, που στά­θη­κε και το μο­να­δι­κό του Τσίρ­κα. Ο με­λε­τη­τής ε­πα­νέρ­χε­ται στην πα­ρα­τή­ρη­ση του Χα­τζηιω­σήφ για τον τα­ξι­κό δια­χω­ρι­σμό της ελ­λη­νι­κής πα­ροι­κίας σε “πρω­το­κλα­σά­τους” και “δευ­τε­ρο­κλα­σά­τους”. Αυ­στη­ρός κρι­τής αυ­τός, ε­πι­μέ­νει στις “α­τέ­λειες” αυ­τού του ι­στο­ρι­κού εγ­χει­ρή­μα­τος και στο “μα­νι­χαϊκό σχή­μα”, που, κα­τ’ αυ­τόν, υιο­θε­τεί ο Τσίρ­κας στην πα­ρου­σία­ση της ελ­λη­νι­κής πα­ροι­κίας. Όσο α­φο­ρά τον Άλλο Κα­βά­φη του Τσίρ­κα, δεν υιο­θε­τεί την ά­πο­ψη ό­τι ο Κα­βά­φης εί­χε εκ­δη­λώ­σει “α­ντια­πο­κια­κές πε­ποι­θή­σεις”.
Στο τρί­το και τε­λευ­ταίο μέ­ρος του α­φιε­ρώ­μα­τος, «Στις πο­λι­τείες της γρα­φής», α­να­ζη­τού­νται τα κα­βα­φι­κά ί­χνη στην τρι­λο­γία «Ακυ­βέρ­νη­τες Πο­λι­τείες» και ε­πι­χει­ρεί­ται ερ­μη­νεία των συγ­γρα­φι­κών προ­θέ­σεων. Η Μα­ρία Ια­τρού α­να­φέ­ρε­ται κυ­ρίως στον πρώ­το τό­μο, ο Ulrich Moennig ε­στιά­ζει στο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα Ρό­μπερτ Ρί­τσαρ­ντς και η Μα­ρία Το­πά­λη, στον τρί­το τό­μο, με έμ­φα­ση στον ί­διο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα. Ο Γερ­μα­νός με­λε­τη­τής τον πα­ρου­σιά­ζει, δα­νει­ζό­με­νος την πε­ρι­γρα­φή του Αλέξ. Αργυ­ρίου, “Ελλη­νι­στής, ου­το­πι­στής, με σε­ξουα­λι­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα”. Η Το­πά­λη, μο­να­δι­κή λο­γο­τέ­χνις στους ε­πτά συ­νερ­γά­τες του α­φιε­ρώ­μα­τος, προ­τι­μά την τρέ­χου­σα γλώσ­σα. Τον α­να­φέ­ρει ως “οξ­φορ­δια­νό ο­μο­φυ­λό­φι­λο”, ει­σά­γο­ντας τα δί­πο­λα “Ρί­τσαρ­ντς-Σι­μω­νί­δης” (το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο της τρι­λο­γίας) ό­πως “Κα­βά­φης-Τσίρ­κας”. Κα­τα­λη­κτι­κά δη­λώ­νει ό­τι την “ι­ντρι­γκά­ρου­ν” οι πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κές ταυ­τό­τη­τες, ό­πως η πι­θα­νο­λο­γού­με­νη αρ­με­νοϊρα­νι­κή κα­τα­γω­γή του Κα­βά­φη. Έτσι προ­σθέ­τει στο α­φιέ­ρω­μα μια πι­νε­λιά α­πό την πα­λέ­τα του τρέ­χο­ντος ε­πε­τεια­κού έ­τους.
Τον Δε­κέμ­βριο κυ­κλο­φό­ρη­σε το τρί­το α­φιέ­ρω­μα, της «Νέ­ας Εστίας». Πα­ρα­τάσ­σε­ται με­τά τις ει­σα­γω­γι­κές δη­μο­σιεύ­σεις ποιη­μά­των και διη­γη­μά­των, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στών συγ­γρα­φέων (ση­μειω­τέ­ον ό­τι κα­ταρ­γή­θη­κε το υ­πο­σε­λί­διο σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό, που εί­χε κα­θιε­ρώ­σει ο προ­η­γού­με­νος διευ­θυ­ντής), και πριν τις ε­νό­τη­τες “τεκ­μή­ρια”, “δο­κί­μιο”, “κρι­τι­κή” (κα­ταρ­γή­θη­κε η βι­νιέ­τα “μη­νο­λό­γιο”). Λεί­πει πρό­λο­γος της σύ­ντα­ξης του πε­ριο­δι­κού, που να το­πο­θε­τεί το α­φιέ­ρω­μα. Απου­σιά­ζει α­κό­μη και μία δια­χω­ρι­στι­κή, έ­στω λευ­κή σε­λί­δα, ε­νώ η φω­το­γρα­φία του Κα­βά­φη, το­πο­θε­τη­μέ­νη στο τέ­λος του α­φιε­ρώ­μα­τος, σε α­ρι­στε­ρή σε­λί­δα, α­ντι­κρι­στά με την πρώ­τη σε­λί­δα της τρί­της ε­νό­τη­τας, δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση πως ο Αλε­ξαν­δρι­νός γυ­ρί­ζει τα νώ­τα του σε αυ­τό.
Tο α­φιέ­ρω­μα κα­τα­λαμ­βά­νει 146 σε­λί­δες ε­πί συ­νό­λου 318. Από τις ο­ποίες το έ­να τρί­το, που α­ντι­στοι­χεί στα δυο τε­λευ­ταία κεί­με­να των Πιερ Μπε­ρεν­ζέ και Δη­μή­τρη Καρ­γιώ­τη, προ­στέ­θη­κε α­πό τη διεύ­θυν­ση του πε­ριο­δι­κού, ό­πως και η ει­κο­νο­γρά­φη­ση με σχέ­δια του κύ­πριου ζω­γρά­φου Ανδρέα Κα­ρα­γιάν. Αυ­τή η πλη­ρο­φο­ρία δί­νε­ται σε υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση με­τά τον πρό­λο­γο των δυο ε­πι­με­λη­τριών του α­φιε­ρώ­μα­τος, Λί­ζυς Τσι­ρι­μώ­κου και Ιωάν­νας Να­ού­μ, χω­ρίς πε­ραι­τέ­ρω διευ­κρί­νι­ση σε τι στο­χεύει αυ­τή η προ­σθή­κη, που δεν συ­νά­δει με το πνεύ­μα του κυ­ρίως α­φιε­ρώ­μα­τος. Πό­σω μάλ­λον ό­ταν αυ­τό θέ­λει να εκ­φρά­ζει την ε­πι­στη­μο­νι­κή κοι­νό­τη­τα του Αρι­στο­τε­λείου. Κα­τά τα άλ­λα, η ει­κο­νο­γρά­φη­ση συ­μπλη­ρώ­νει το κε­νό του ε­ρω­τι­κού Κα­βά­φη, ε­νώ το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο φέρ­νει τον μο­δά­το αέ­ρα της κα­τε­δά­φι­σης. Κα­τά τη γνώ­μη μας, με το δι­καίω­μα του στα­θε­ρού α­να­γνώ­στη και σχο­λια­στή, τα πρώ­τα ση­μεία της πέ­μπτης πε­ριό­δου της Νέ­ας Εστίας δεν δεί­χνουν και τό­σο ευοίω­να.
Το αρ­χι­κώς προ­βλε­πό­με­νο α­φιέ­ρω­μα α­πο­τε­λεί­ται α­πό τέσ­σε­ρα κεί­με­να “πλά­γιας φι­λο­λο­γι­κής μα­τιάς”. Στον πρό­λο­γο, α­να­φέ­ρε­ται η σχέ­ση «Νέ­ας Εστίας» - Κα­βά­φη, με το σχό­λιο ό­τι το πε­ριο­δι­κό “δεν υ­πέ­κυ­ψε” στο “δί­λημ­μα Πα­λα­μάς ή Κα­βά­φης” και ό­τι σε αυ­τό “δη­μο­σιεύ­τη­καν έ­γκαι­ρα α­ξιό­λο­γες ερ­γα­σίες για τον Κα­βά­φη, πριν α­κό­μη α­πό το α­φιέ­ρω­μα, με α­φορ­μή τον θά­να­τό του”. Η πα­ρα­τή­ρη­ση δεν εί­ναι μεν ε­σφαλ­μέ­νη, δη­μιουρ­γεί, ό­μως, ε­σφαλ­μέ­νες ε­ντυ­πώ­σεις. “Ας α­να­λο­γι­στού­με ό­τι στα 1927 ο Ξε­νό­που­λος ί­δρυ­σε την Νέα Εστία, α­πό τις σε­λί­δες της ο­ποίας ο Κα­βά­φης α­που­σιά­ζει ως το 1930”, πα­ρα­τη­ρεί ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης. Εκεί­νος στη­ρι­ζό­ταν στα βι­βλιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να του Κα­τσί­μπα­λη, ε­μείς, με τα πρό­σθε­τα του Δα­σκα­λό­που­λου, μπο­ρού­με να ε­παυ­ξή­σου­με το σχό­λιό του. Πριν το 1930, ο Κα­βά­φης α­να­φέ­ρε­ται, κυ­ρίως στη στή­λη “Πε­ριο­δι­κά και ε­φη­με­ρί­δες”, με σα­φώς αρ­νη­τι­κή χροιά. Όπως το ει­ρω­νι­κό σχό­λιο για “τους κα­λούς λο­γίους της Αλε­ξάν­δρειας” και “την Νε­ο-α­λε­ξαν­δρι­νή Σχο­λή, η ο­ποία έ­χει ή­δη, με­τα­ξύ των άλ­λων, έ­ναν Κα­βά­φη ποιη­τήν κι’ έ­ναν Λε­ο­ντήν μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο­ν”. Ενώ, άλ­λος σχο­λια­στής α­να­φε­ρό­με­νος στη αι­σθη­τι­κή της γλώσ­σας προ­τεί­νει να α­ντι­κα­τα­στα­θεί η τριά­δα “Κάλ­βος, Πα­πα­δια­μά­ντης, Κα­βά­φης” με τους “Σο­λω­μό, Καρ­κα­βί­τσα, Πα­λα­μά”. Ή, α­κό­μη, ο Κλέων Πα­ρά­σχος, σε κρι­τι­κή του για τον ποιη­τή Μιχ. Στα­σι­νό­που­λο, το­πο­θε­τεί τον Κα­βά­φη “στους πα­λαιούς που έ­δω­καν πιά ό,τι εί­χαν να δώ­σου­ν”. Οι ε­πι­με­λή­τριες, ως α­ξιό­λο­γες ερ­γα­σίες α­να­φέ­ρουν τρεις, των Άγρα, Νι­κο­λα­ρεΐζη και Πα­ρά­σχου. Αυ­τές, ό­μως, δη­μο­σιεύο­νται με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του πρώ­του κα­βα­φι­κού ποιή­μα­τος, στο τεύ­χος της 1ης Ιαν. 1930, «Νέ­οι της Σι­δώ­νος (400 μ.Χ.)», που συ­νο­δεύε­ται α­πό ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα, α­νυ­πό­γρα­φο μεν, αλ­λά α­πο­δι­δό­με­νο στον Ξε­νό­που­λο. Ακό­μη, ό­μως, κι αν δεν το συ­νέ­τα­ξε ο ί­διος, το ε­νέ­κρι­νε, δί­νο­ντας το πρά­σι­νο φως. Αμέ­σως με­τά δη­μο­σιεύο­νται τα κεί­με­να Άγρα (30.5.1930) και Νι­κο­λα­ρεΐζη (1.11.1931), για να α­κο­λου­θή­σει ο Ξε­νό­που­λος, που πλη­ρο­φο­ρεί για τον ερ­χο­μό του Κα­βά­φη στην Αθή­να, κα­λο­καί­ρι 1932, και σε λι­γό­τε­ρο α­πό χρό­νο, για τον θά­να­τό του. Όσο για την α­να­φε­ρό­με­νη κρι­τι­κή του Πα­ρά­σχου στο βι­βλίο του Μα­λά­νου, αυ­τή δη­μο­σιεύ­θη­κε την 1η Ιου­λίου 1933, δη­λα­δή με­τά τον θά­να­το του Κα­βά­φη.
Οι τέσ­σε­ρις συ­νερ­γά­τες του κυ­ρίως α­φιε­ρώ­μα­τος εί­ναι ο Χρυ­σαν­θό­που­λος και τρεις νεό­τε­ρες με­λε­τή­τριες. Η κα­βα­φι­κή πε­ριο­χή στην ο­ποία ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται εί­ναι πε­ριο­ρι­σμέ­νης έ­κτα­σης, κερ­δί­ζει, ό­μως, σε βά­θος. Οι δυο πρώ­τες με­λέ­τες, της Να­ούμ και του Χρυ­σαν­θό­που­λου, α­φο­ρούν στην πε­ρίο­δο 1891-1903 και τις δυο πρώ­τες “α­να­θεω­ρή­σεις” α­πό τον Κα­βά­φη της “ποιη­τι­κής του θεω­ρίας”, ό­πως τις α­νέ­δει­ξε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης. Η Να­ούμ προ­σεγ­γί­ζει την κα­βα­φι­κή ει­ρω­νεία, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το ποίη­μα, «Αλλη­λου­χία κα­τά τον Βω­δε­λαί­ρον», γραμ­μέ­νο το 1891, που έ­μει­νε στα «Κρυμ­μέ­να». Σε αυ­τό, στη με­τά­φρα­ση του σο­νέ­του «Αλλη­λου­χίες» του Μπων­τλέ­ρ, προ­στί­θε­νται πρό­λο­γος και ε­πω­δός. Η με­λε­τή­τρια θεω­ρεί πως η ε­πω­δός συ­νι­στά “ποιη­τι­κή πε­ρι­γρα­φή” του γερ­μα­νι­κού ό­ρου witz. Ωστό­σο, τό­σο ο Φρει­δε­ρί­κος Σλέ­γκε­λ, ό­σο και ο συ­νερ­γά­της του Λου­δο­βί­κος Τη­κ, έ­βλε­παν δυ­να­μι­σμό και θυ­μη­δία “στο γλί­στρη­μα α­πό την ει­ρω­νεία στο witz”, που α­που­σιά­ζουν στην ε­πω­δό. Ή μή­πως ό­χι;
Ο Χρυ­σαν­θό­που­λος σχο­λιά­ζει “την ε­μπλο­κή του Κα­βά­φη με την ι­στο­ριο­γρα­φία”, ε­νώ ε­πα­νέρ­χε­ται στο θέ­μα του πο­λι­τι­κού Κα­βά­φη, που τον έ­χει και πα­λαιό­τε­ρα α­πα­σχο­λή­σει, α­πο­τε­λώ­ντας το α­ντι­κεί­με­νο της συ­νερ­γα­σίας του στο α­φιέ­ρω­μα του «Δέ­ντρου». Η Βα­σι­λειά­δη α­να­φέ­ρε­ται “στις αυ­το­κρά­τει­ρες του Κα­βά­φη”, θέ­μα που α­πα­σχο­λεί και τον Πή­τερ Τζέ­φρυς στο α­φιέ­ρω­μα του «Δέ­ντρου». Τέ­λος, την κα­θη­γή­τρια γερ­μα­νι­κής φι­λο­λο­γίας Αλε­ξάν­δρα Ρα­σι­δά­κη, με­τά τη με­λαγ­χο­λία, την α­πα­σχο­λεί “η θε­μα­τι­κή της ταυ­τό­τη­τας και της ε­τε­ρό­τη­τας”, βρί­σκο­ντας πα­ραλ­λη­λία α­νά­με­σα στον Κα­βά­φη και την αυ­στρο­ε­βραία συγ­γρα­φέα Ίλζε Άι­χι­γκε­ρ, την ο­ποία έ­χει πα­ρου­σιά­σει στο ελ­λη­νι­κό κοι­νό.
Αυ­τά τα συ­νο­πτι­κά πε­ρί κα­βα­φι­κών α­φιε­ρω­μά­των. Ο χώ­ρος δεν ε­πι­τρέ­πει πε­ραι­τέ­ρω σχο­λια­σμό.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 9/2/2014.

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Συγ­γρα­φείς τα­χείας ω­ρί­μαν­σης

Γιάν­νης Τσίρ­μπας
«Η Βι­κτώ­ρια δεν υ­πάρ­χει»
Εκδό­σεις Νε­φέ­λη
Σε­πτέμ­βριος 2013

Προ­βλη­μα­τι­σμό ε­ξα­κο­λου­θεί να προ­κα­λεί η χρή­ση με­θό­δων γε­νε­τι­κής βελ­τίω­σης των φυ­τών, πα­ρά την συ­νε­χή, πα­γκο­σμίως, ε­ξά­πλω­σή τους. Το βα­σι­κό­τε­ρο πλε­ο­νέ­κτη­μα, κά­πο­τε α­κα­τα­μά­χη­το, μίας γε­νε­τι­κής ε­πέμ­βα­σης εί­ναι η τα­χύ­τη­τα με την ο­ποία προ­κύ­πτουν οι τρο­πο­ποιη­μέ­νοι ορ­γα­νι­σμοί. Ου­δε­μία σύ­γκρι­ση υ­πάρ­χει με την μα­κρο­χρό­νια δια­δι­κα­σία  των πα­ρα­δο­σια­κών τρό­πων βελ­τίω­σης. Όπως πέ­ραν πά­σης συ­γκρί­σεως εί­ναι και τα  εμ­φα­νι­σια­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των νέων φυ­τών, κυ­ρίως το μέ­γε­θος και το χρώ­μα, που α­ντα­πο­κρί­νο­νται στις α­παι­τή­σεις της α­γο­ράς. Ενώ, το βα­σι­κό­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, η ε­πι­τά­χυν­ση της ω­ρί­μαν­σης των φυ­τών, έ­χει ά­με­σο οι­κο­νο­μι­κό ό­φε­λος. Τώ­ρα, θα μου πεί­τε, τι μας εν­δια­φέ­ρουν τα με­ταλ­λαγ­μέ­να τρό­φι­μα. Αυ­τά βλά­πτουν μό­νο το σαρ­κίο. Ο βε­βια­σμέ­νος, ό­μως, τρό­πος, με τον ο­ποίο προ­κύ­πτουν, δεν δια­φέ­ρει και πο­λύ α­πό πρα­κτι­κές χει­ρα­γώ­γη­σης, που τα τε­λευ­ταία χρό­νια κερ­δί­ζουν έ­δα­φος στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας. 
Προ ει­κο­σα­ε­τίας, εί­χα­με δη­μο­σιεύ­σει έ­να κεί­με­νο με τίτ­λο «Ο βια­σμός του συγ­γρα­φέ­α», με α­φορ­μή, πα­ραγ­γε­λία ε­φη­με­ρί­δας σε γνω­στούς λο­γο­τέ­χνες για τη συγ­γρα­φή διη­γή­μα­τος 300 λέ­ξεων. Στο εν­διά­με­σο, αυ­τό που ε­μείς εί­χα­με α­πο­κα­λέ­σει βια­σμό κα­τέ­λη­ξε κυ­ρίαρ­χος κα­νό­νας. Οι συγ­γρα­φείς γρά­φουν κα­τά πα­ραγ­γε­λία διη­γή­μα­τα, ε­νώ οι α­να­γνώ­στες ε­θί­ζο­νται στην γρή­γο­ρη τρο­φή που τους σερ­βί­ρουν. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, πά­ντως, δεν γεν­νά­ται θέ­μα με­τάλ­λα­ξης, δε­δο­μέ­νου ό­τι η συγ­γρα­φι­κή συ­νεί­δη­ση εί­ναι ή­δη δια­μορ­φω­μέ­νη και το κυ­ρίως έρ­γο, κα­τά κα­νό­να, δεν ε­πη­ρεά­ζε­ται. Η πα­ραλ­λη­λία με τις γε­νε­τι­κές ε­πεμ­βά­σεις στα φυ­τά α­πο­κα­θί­στα­ται στην πε­ρί­πτω­ση ε­πί­δο­ξων συγ­γρα­φέων, που άρ­χι­σαν να πλη­θαί­νουν ε­ντυ­πω­σια­κά. 
Το θέλ­γη­τρο της δη­μο­σιό­τη­τας, που ε­ξα­σφα­λί­ζει η ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέως, ελ­κύει μία ευ­ρύ­τε­ρη ο­μά­δα, το συ­χνό­τε­ρο, με α­νώ­τα­τη παι­δεία και ε­ξα­σφα­λι­σμέ­νη ε­παγ­γελ­μα­τι­κή στα­διο­δρο­μία. Ιδιαί­τε­ρα σή­με­ρα, που τους νέ­ους συγ­γρα­φείς τους προω­θεί το στα­ρ-σύ­στεμ. Με α­πο­τέ­λε­σμα, οι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι να παίρ­νουν στο πε­δίο της λο­γο­τε­χνίας δια­στά­σεις φαι­νο­μέ­νου. Κα­τά κα­νό­να ε­πεί­γο­νται, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, κα­θώς η α­νά­δει­ξή τους στη­ρί­ζε­ται σε με­γά­λο βαθ­μό στη νεό­τη­τα. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, υ­πάρ­χει ό­ριο η­λι­κίας στην ταυ­τό­τη­τα του πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου. Γε­γο­νός που τους κα­θι­στά ε­πι­δε­κτι­κούς σε τα­χύρ­ρυθ­μες με­θό­δους βελ­τίω­σης, ό­πως οι Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, που, με­τριο­πα­θέ­στε­ρα, α­πο­κα­λού­νται Εργα­στή­ρια ή και Σε­μι­νά­ρια. Το 2006 εμ­φα­νί­στη­κε το πρώ­το Εργα­στή­ριο υ­πό τη σκέ­πη του Ε.ΚΕ.ΒΙ., χά­ρις σε έ­ναν πρώ­το Έλλη­να δά­σκα­λο που με­τα­λα­μπά­δε­ψε τα φώ­τα α­πό τις Η­ΠΑ στα κα­θ’ η­μάς. Μέ­σα σε ε­πτά χρό­νια, οι Σχο­λές πολ­λα­πλα­σιά­στη­καν.
Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά προς τις Σχο­λές λει­τουρ­γούν οι δια­γω­νι­σμοί διη­γή­μα­τος, που ε­πί­σης πλη­θαί­νουν. Σχε­δόν οι πά­ντες προ­κη­ρύσ­σουν δια­γω­νι­σμούς. ι­δρύ­μα­τα, εκ­δο­τι­κοί οί­κοι, πε­ριο­δι­κά, λέ­σχες α­νά­γνω­σης, δή­μοι, κοι­νό­τη­τες, ε­ται­ρείες πά­σης φύ­σεως. Αυ­τοί οι δια­γω­νι­σμοί πα­ρου­σιά­ζουν εν­δια­φέ­ρον για ε­πί­δο­ξους συγ­γρα­φείς, κα­θώς ε­ξα­σφα­λί­ζουν μία κά­ποια δη­μο­σιό­τη­τα και το κυ­ριό­τε­ρο, το διή­γη­μά τους, αν συ­μπε­ρι­λη­φθεί στη βρα­χεία λί­στα, εκ­δί­δε­ται σε συλ­λο­γι­κό τό­μο. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, συ­νι­στούν μέ­θο­δο μα­θη­τείας στη γρα­φή συ­γκε­κρι­μέ­νου τύ­που διη­γή­μα­τος, με δο­σμέ­νο θέ­μα, συ­γκε­κρι­μέ­νο α­ριθ­μό λέ­ξεων και προ­δια­γε­γραμ­μέ­νο πε­ριε­χό­με­νο, ώ­στε να συ­νά­δει με το ε­πι­κρα­τούν πο­λι­τι­κώς ορ­θό και τα τρέ­χο­ντα γού­στα. Αυ­τό το πε­ριο­ρι­στι­κό πλαί­σιο φέρ­νει το υ­πο­βαλ­λό­με­νο διή­γη­μα εγ­γύ­τε­ρα στην έκ­θε­ση ι­δεών των πα­νελ­λή­νιων ε­ξε­τά­σεων. Όπως στις ει­σα­γω­γι­κές, βαθ­μο­λο­γεί­ται με ά­ρι­στα ο­ρι­σμέ­νος τύ­πος έκ­θε­σης, τον ο­ποίο ο μα­θη­τής έ­χει δι­δα­χθεί στο φρο­ντι­στή­ριο, πα­ρο­μοίως στον δια­γω­νι­σμό βρα­βεύε­ται διή­γη­μα συ­γκε­κρι­μέ­νων προ­δια­γρα­φών, για το ο­ποίο προ­ε­τοι­μά­ζουν τα σε­μι­νά­ρια γρα­φής.
Συ­χνά οι δια­γω­νι­σμοί προ­κη­ρύσ­σο­νται α­πό φο­ρείς, με στό­χο την αυ­το­δια­φή­μι­σή τους, ο­πό­τε ο προσ­διο­ρι­σμός του θέ­μα­τος γί­νε­ται α­κό­μη πιο πε­ριο­ρι­στι­κός. Άλλο­τε πά­λι, οι διορ­γα­νω­τές του δια­γω­νι­σμού, ε­πι­ζη­τώ­ντας πρω­τό­τυ­πα θέ­μα­τα, κα­τα­λή­γουν σε προ­κρού­στειες λύ­σεις. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα προ­σφέ­ρει η­λεκ­τρο­νι­κός δια­γω­νι­σμός διη­γή­μα­τος, με τίτ­λο «Λό­γω Τέ­χνης», που ξε­κί­νη­σε το 2010. Σε αυ­τόν, α­ντί θέ­μα­τος, ο­ρί­ζε­ται το διή­γη­μα  να πε­ριέ­χει συ­γκε­κρι­μέ­νες λέ­ξεις. Λ.χ., στο δια­γω­νι­σμό του 2012, οι λέ­ξεις ή­ταν οι ε­ξής 11: θά­λασ­σα, χε­λι­δό­νι, άμ­μος, κου­τί, τρια­ντά­φυλ­λο, χώ­μα, ρο­λόι, η­συ­χία, σε­λί­δα, αέ­ρας, γά­λα. Τον ε­πό­με­νο χρό­νο, τα 40 κα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τα, ε­πί συ­νό­λου 1911(!), εκ­δό­θη­καν σε βι­βλίο, με τίτ­λο, «11 λέ­ξεις». Από τους συγ­γρα­φείς αυ­τού του συλ­λο­γι­κού τό­μου, ε­νός μό­νο έ­χου­με πε­ζο­γρα­φι­κό δείγ­μα, ώ­στε να μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει κά­ποια σύ­γκρι­ση με το κα­τά πα­ραγ­γε­λία.
Πρό­κει­ται για τον Γιάν­νη Τσίρ­μπα, που πή­ρε στον εν λό­γω δια­γω­νι­σμό τον τρί­το έ­παι­νο, κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας την έ­κτη θέ­ση, με το διή­γη­μα «Θερ­μο­κοι­τί­δα». Μέ­σα στο έ­τος, εκ­δό­θη­κε το πρώ­το ο­λι­γο­σέ­λι­δο βι­βλίο του. Σε αυ­τό συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το διή­γη­μα, πα­ρό­λο που δεν πρό­κει­ται για συλ­λο­γή διη­γη­μά­των αλ­λά, κα­τά τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του συγ­γρα­φέα, για νου­βέ­λα. Το διή­γη­μα συ­νί­στα­ται στην προ­φο­ρι­κή α­φή­γη­ση  μιας γυ­ναί­κας, που την ε­γκα­τέ­λει­ψε ο ά­ντρας της με τέσ­σε­ρις κό­ρες, με­τά την τε­λευ­ταία γέν­να. Για έ­να διά­στη­μα, ε­κεί­νος σπί­τω­σε άλ­λη, δυο δρό­μους  πα­ρα­κά­τω. Αργό­τε­ρα, ε­πέ­στρε­ψε στην οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία. Στην πα­λαιό­τε­ρη η­θο­γρα­φία εί­ναι συ­νη­θι­σμέ­νο θέ­μα η γυ­ναί­κα, που γί­νε­ται θύ­μα συ­ζυ­γι­κής βίας και ε­γκα­τά­λει­ψης. Στην ι­στο­ρία, ό­μως, του Τσίρ­μπα προ­στί­θε­νται πα­ρά­ται­ρες πε­ρι­γρα­φές, ό­πως η ε­κτε­νής πε­ρί αυ­το­σχέ­διας θερ­μο­κοι­τί­δας για να σω­θεί η πρόω­ρα γεν­νη­μέ­νη τέ­ταρ­τη κό­ρη ή ε­κεί­νες για τη φυ­γή του μη­χα­νό­βιου συ­ζύ­γου και την εμ­φά­νι­ση του κου­μπά­ρου. Σε πα­ρό­μοιες η­θο­γρα­φί­ζου­σες ι­στο­ρίες, εμ­φα­νί­ζο­νται κου­μπά­ροι, προ­σφυώς ό­μως ε­μπλε­κό­με­νοι, ό­πως, λ.χ., στο διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη «Πα­τέ­ρας στο σπί­τι!». Βε­βαίως, ό­λα μπο­ρούν να χω­ρέ­σουν σε μια α­φή­γη­ση. Εδώ, πά­ντως, χά­ρις σε αυ­τά τα μέ­ρη, χρη­σι­μο­ποιού­νται οι συ­γκε­κρι­μέ­νες λέ­ξεις. Και πά­λι, μό­νο οι δέ­κα. Λεί­πει η λέ­ξη χε­λι­δό­νι. Αρχι­κά, υ­πο­θέ­σα­με ό­τι οι κρι­τές στά­θη­καν ε­πιει­κείς. Ότι, ί­σως και αρ­γά, κα­τά­λα­βαν πως έ­ντε­κα λέ­ξεις, ό­ταν, μά­λι­στα, δεν προέρ­χο­νται α­πό συ­γκε­κρι­μέ­νη εν­νοιο­λο­γι­κή ε­νό­τη­τα, εί­ναι δύ­σκο­λο σταυ­ρό­λε­ξο. Λαν­θα­σμέ­νη ει­κα­σία. Το διή­γη­μα στην πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του στο συλ­λο­γι­κό τό­μο έ­χει και μία πρό­τα­ση με τη λέ­ξη χε­λι­δό­νι. Την α­φαί­ρε­σε ο συγ­γρα­φέ­ας στο βι­βλίο και κα­λά έ­κα­νε. Πα­ραή­ταν γλα­φυ­ρή η πα­ρο­μοίω­ση της ε­πι­στρο­φής του ά­πι­στου συ­ζύ­γου με χε­λι­δό­νι. Αντ’ αυ­τής, συ­γκε­κρι­με­νο­ποίη­σε την οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία στην ο­δό Φυ­λής, ώ­στε το διή­γη­μα να δέ­νει με τη θε­μα­τι­κή του βι­βλίου του. 
Αν δεν σφάλ­λου­με, ο Τσίρ­μπας εμ­φα­νί­στη­κε για πρώ­τη φο­ρά το 2007, στο δια­γω­νι­σμό διη­γή­μα­τος των εκ­δό­σεων Πα­τά­κη, με θέ­μα «Εί­μα­στε ό­λοι με­τα­νά­στες». Εκεί­νο το διή­γη­μά του, με τίτ­λο, «Ρου Που», δεν εν­σω­μα­τώ­θη­κε στο πρό­σφα­το βι­βλίο. Ού­τε το διή­γη­μα του ε­πό­με­νου δια­γω­νι­σμού, στον ο­ποίο έ­λα­βε μέ­ρος δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ε­κεί­νον του Βρε­τα­νι­κού Συμ­βου­λίου, που εί­χε ως θέ­μα, «Φα­ντα­στεί­τε το μέλ­λον σας σε μία πό­λη που αλ­λά­ζει». Ωστό­σο, το βι­βλίο του, του­λά­χι­στον ο βα­σι­κός κορ­μός, συ­νε­νώ­νει τα θέ­μα­τα των δυο δια­γω­νι­σμών, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, εί­ναι αλ­λη­λέν­δε­τα. Η Βι­κτώ­ρια του τίτ­λου δεν εί­ναι κά­ποια γυ­ναί­κα, αλ­λά η Βα­σί­λισ­σα Βι­κτω­ρία της Με­γά­λης Βρε­τα­νίας, το ό­νο­μα της ο­ποίας δό­θη­κε στην πλα­τεία Κυ­ρια­κού. Συ­νοι­κία, δη­λα­δή διοι­κη­τι­κή πε­ριο­χή, Βι­κτώ­ρια δεν υ­πάρ­χει. Υπάρ­χει πε­ριο­χή Κυ­ρια­κού, στην ο­ποία α­νή­κει η με­το­νο­μα­σθεί­σα το 1943 πλα­τεία.
Άρα, κυ­ριο­λε­κτεί ο τίτ­λος του βι­βλίου, που αν­τλεί­ται α­πό τον ι­σχυ­ρι­σμό ε­νός α­πό τους δυο συ­νο­μι­λού­ντες ή­ρωες. Τρό­πος του λέ­γειν συ­νο­μι­λού­ντες. Ο έ­νας μι­λά­ει και ο άλ­λος α­κούει. Αυ­τός ο δεύ­τε­ρος εί­ναι ο α­φη­γη­τής. Μό­λις που πε­τά­ει κα­μία ε­ρώ­τη­ση, η ο­ποία με­τα­φέ­ρε­ται σε πλά­γιο λό­γο μα­ζί με τις σκέ­ψεις του. Από­πει­ρα συ­νο­μι­λίας γί­νε­ται με α­φορ­μή την ύ­παρ­ξη ή μη πε­ριο­χής Βι­κτώ­ριας. Για τον α­φη­γη­τή, που έ­χει με­γα­λώ­σει στην Αγία Πα­ρα­σκευή, πε­ριο­χή με αυ­τό το ό­νο­μα δεν υ­πάρ­χει. Για τον άλ­λο, ό­μως,  εί­ναι ο­λό­κλη­ρος ο κό­σμος των παι­δι­κών και ε­φη­βι­κών του χρό­νων. Γεν­νη­μέ­νος μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του ’70, πρό­λα­βε τις γει­το­νιές, αυ­τές τις στε­νά δε­μέ­νες κοι­νω­νι­κές μο­νά­δες, που, σή­με­ρα, του­λά­χι­στον στο κέ­ντρο της Αθή­νας, έ­χουν ε­κλεί­ψει. Και η συ­γκε­κρι­μέ­νη γει­το­νιά έ­χει μα­κριά λο­γο­τε­χνι­κή πα­ρου­σία, κυ­ρίως ως πλα­τεία Κυ­ρια­κού, χά­ρις στους συγ­γρα­φείς που με­γά­λω­σαν ε­κεί στη δε­κα­ε­τία του ’40 και τις πρώ­τες με­τα­πο­λε­μι­κές. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον το βι­βλίο του Τσίρ­μπα, γέν­νη­μα θρέμ­μα της πλα­τείας, ό­πως ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας ή και ο Λευ­τέ­ρης Πα­πα­δό­που­λος. Απο­τε­λεί έ­να τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο στις ι­στο­ρίες του πρώ­του και τους στί­χους του δεύ­τε­ρου. 
Ο κε­ντρι­κός ή­ρωας α­να­φέ­ρει τον Πα­πα­δό­που­λο, με α­φορ­μή το ά­γαλ­μα της πλα­τείας, που ε­κεί­νος το έ­κα­νε τρα­γού­δι. Με να­του­ρα­λι­στι­κή πι­στό­τη­τα δί­νει τη ση­με­ρι­νή ει­κό­να, α­να­κα­λώ­ντας α­ντι­στι­κτι­κά πα­λαιό­τε­ρες ει­κό­νες α­πό τα α­γα­πη­μέ­να του στέ­κια. Ο οιο­νεί μο­νό­λο­γος, σε φω­νο­γρα­φι­κή α­πό­δο­ση της εκ­φο­ράς του τρέ­χο­ντος ι­διό­λε­κτου, στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τους νέ­ους κα­τοί­κους που έ­φε­ραν τις με­γά­λες αλ­λα­γές. Με άλ­λα λό­για, τις αλ­λε­πάλ­λη­λες φυ­λές με­τα­ να­στών που ε­γκα­τα­στά­θη­καν α­πό το 1990 και ύ­στε­ρα, με τα εν­δυ­μα­το­λο­γι­κά και άλ­λα συ­νή­θειά τους  και τους ποι­κί­λους τρό­πους ε­πι­βίω­σης. Αντα­να­κλά τα αι­σθή­μα­τα του γη­γε­νούς, που πρέ­πει να ε­πι­βιώ­σει μέ­σα σε αυ­τό το ε­τε­ρό­κλη­το πλή­θος, τό­σο δια­φο­ρε­τι­κό πο­λι­τι­σμι­κά. Η στε­νο­χώ­ρια που νιώ­θει, προ­σο­μοιά­ζει με του Έλλη­να που βρί­σκε­ται α­να­γκα­σμέ­νος να κα­τοι­κή­σει στο α­σφυ­κτι­κό πε­ρι­βάλ­λον μιας ο­ποιασ­δή­πο­τε α­σια­τι­κής ή α­φρι­κά­νι­κης με­γα­λού­πο­λης, ό­πως, λ.χ., το Κάϊρο. Εδώ, προ­στί­θε­ται το αί­σθη­μα α­δι­κίας, για­τί αυ­τός πέ­νε­ται και οι ξέ­νοι στον δι­κό του τό­πο κα­λο­περ­νούν. Του έρ­χε­ται να τους δεί­ρει.
Μό­νο που ο ή­ρωας το κά­νει πρά­ξη. Όπως φτά­νει να σκε­φτεί τρό­πους ε­ξό­ντω­σης των ει­σβο­λέων. Άλλο, ό­μως, να νιώ­θεις δυ­στυ­χής στη γει­το­νιά σου, για­τί έ­κλει­σε το Λε Παλ­μιέ και το Μα­ξίμ της πλα­τείας και ά­νοι­ξε το Γκού­ντυς που θέ­λει κω­δι­κό για τη χρή­ση της τουα­λέ­τας, για­τί τα σκάμ­μα­τα με άμ­μο έ­γι­ναν τσι­μέ­ντο ή για­τί τον ρα­κο­συλ­λέ­κτη πα­λαιάς κο­πής ε­κτό­πι­σαν οι με­λαμ­ψοί με τα κα­ρο­τσά­κια που ψά­χνουν για μέ­ταλ­λα και άλ­λο να βλέ­πεις τον ξέ­νο σαν πο­ντι­κό και να ε­μπνέε­σαι τρό­πους θα­νά­τω­σής του, χω­ρίς χη­μι­κά και διά­φο­ρα άλ­λα που εί­ναι ευ­κό­λως α­νι­χνεύ­σι­μα. Την α­πό­στα­ση την α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ο οιοσ­δή­πο­τε που βρί­σκε­ται στη θέ­ση του πα­ρα­τη­ρη­τή, ό­πως ο κυ­ρι­λέ Αγιο­πα­ρα­σκευιώ­της συ­ντα­ξι­διώ­της του. Μή­πως, ό­μως, αυ­τή η α­πό­στα­ση δεν εί­ναι και τό­σο με­γά­λη για τον γη­γε­νή κά­τοι­κο της πλα­τείας, που νιώ­θει α­πει­λού­με­νος και με τραυ­μα­τι­σμέ­νη την α­ξιο­πρέ­πειά του, κα­θώς δεν έ­χει ού­τε τα ε­λά­χι­στα, για βεν­ζί­νη, για έ­να πα­γω­τό ή και για τσι­γά­ρο ό­χι μαϊμού. Τον γη­γε­νή που με­γά­λω­σε, υ­πε­ρη­φα­νευό­με­νος για την πα­τρί­δα του, τη θρη­σκεία του και τον αν­δρι­σμό του. Ο μο­νό­λο­γος α­να­δει­κνύει αυ­τό το κομ­βι­κό ση­μείο, α­σχέ­τως αν το α­πο­τέ­λε­σμα πι­στεύου­με πως θα γι­νό­ταν πει­στι­κό­τε­ρο, με πε­ρισ­σό­τε­ρο δη­λω­τι­κούς και λι­γό­τε­ρο κραυ­γά­ζο­ντες α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους. Αν ο ρε­α­λι­σμός δεν εί­χε τό­ση ω­μό­τη­τα, αν οι κα­τα­στά­σεις δεν σπρώ­χνο­νταν σε α­κραίες εκ­φάν­σεις, αν οι τό­νοι κλι­μα­κώ­νο­νταν. 
Οι δυο χα­ρα­κτή­ρες σκια­γρα­φού­νται σύμ­φω­να με το α­ντι­θε­τι­κό σχή­μα του άσ­πρου μαύ­ρου. Ο έν­δον λό­γος του συ­νε­πι­βά­τη – α­κρο­α­τή δεί­χνει τον πο­λι­τι­κώς ορ­θά σκε­πτό­με­νο σε θέ­μα­τα ό­πως οι ο­μο­φυ­λό­φι­λοι και οι με­τα­νά­στες. Σε έ­να ση­μείο, μά­λι­στα, που α­να­φέ­ρε­ται στο ρό­λο της τη­λεό­ρα­σης, μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο με α­πό­σπα­σμα α­πό κοι­νω­νιο­λο­γί­στι­κη α­νά­λυ­ση. Το βι­βλίο α­πο­τε­λεί­ται α­πό τον κυ­ρίως κορ­μό, που εί­ναι η ο­μό­τιτ­λη ι­στο­ρία, χω­ρι­σμέ­νη σε έ­ξη κε­φά­λαια, και πέ­ντε α­κό­μη, αυ­το­τε­λείς και με ι­διαί­τε­ρο τίτ­λο ι­στο­ρίες, που πα­ρεμ­βάλ­λο­νται με­τα­ξύ των κε­φα­λαίων. Ο συγ­γρα­φέ­ας, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, δια­τεί­νε­ται πως τις συ­μπε­ριέ­λα­βε για να δεί­ξει ό­τι υ­πήρ­χαν κα­τα­στά­σεις ε­γκλει­σμού και υ­πό­γειας βίας και πριν ξε­κι­νή­σει η μα­ζι­κή ε­γκα­τά­στα­ση με­τα­να­στών και η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. Από μία ά­πο­ψη, κά­τι αυ­το­νό­η­το. Όπως και να έ­χει, αυ­τό το δεί­χνει με μια ι­στο­ρία στην πε­ρίο­δο της Απρι­λια­νής Δι­κτα­το­ρίας,  και α­κό­μη τέσ­σε­ρις, για έ­ναν φυ­λα­κι­σμέ­νο, έ­ναν ε­σω­τε­ρι­κό με­τα­νά­στη της δε­κα­τιάς του ’60, έ­ναν ά­πο­ρο και την ε­γκα­τα­λει­φθεί­σα σύ­ζυ­γο. Εδώ, τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της γρα­φής, που α­να­φέ­ρα­με, με στα­θε­ρό τον πρω­το­πρό­σω­πο λό­γο (σε μία ι­στο­ρία δο­κι­μά­ζε­ται το δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο), γί­νο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρα έκ­δη­λα. 
Ο Τσίρ­μπας εί­ναι α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κός της ο­μά­δας των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων. Άνθι­σε στα νεό­κο­πα φυ­τώ­ρια, που α­ντι­κα­τέ­στη­σαν ε­κεί­να των λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών, και οι α­φη­γη­μα­τι­κοί τρό­ποι του α­πο­τε­λούν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πιο ευ­διά­κρι­της Σχο­λής γρα­φής, που προέ­κυ­ψε α­πό τα Σε­μι­νά­ρια και τους Δια­γω­νι­σμούς. Σε πε­ρι­πτώ­σεις ό­πως η δι­κή του, η χρή­ση με­θό­δων βελ­τίω­σης προ­βλη­μα­τί­ζει. Δε­δο­μέ­νου ό­τι έ­χει α­φη­γη­μα­τι­κές δυ­να­τό­τη­τες, μέ­νει ζη­τού­με­νο, διά της φυ­σιο­λο­γι­κής ω­ρί­μαν­σης, τι θα προέ­κυ­πτε.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/2/2014.

Ένας ριζοσπάστης λόγιος

Γιώρ­γος Γ. Αλι­σαν­δρά­τος
«Με­λέ­τες για το­ν
Νι­κό­λαο Κο­νε­μέ­νο»     
Εκδο­τι­κή φρο­ντί­δα
Τα­σία Ευ­θυ­μιά­του-Αλι­σαν­δρά­του
Μου­σείο Μπε­νά­κη
Ιού­λιος 2013

Στις 7 Μαρ­τίου 2004 α­πε­βίω­σε ο Κε­φα­λή­νιος φι­λό­λο­γος και ε­ρευ­νη­τής Γ. Γ. Αλι­σαν­δρά­τος. Εντός της δε­κα­ε­τίας α­πό το θά­να­τό του έ­χουν εκ­δο­θεί τρία βι­βλία του, με φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια που α­ντα­πο­κρί­νε­ται στις υ­ψη­λές α­παι­τή­σεις του ί­διου. Και τα τρία α­πο­τε­λούν έρ­γο της Κε­φα­λή­νιας φι­λο­λό­γου Τα­σίας Ευ­θυ­μιά­του-Αλι­σαν­δρά­του. Λί­γοι εί­ναι ε­κεί­νοι που ευ­τυ­χούν τα κα­τά­λοι­πά τους και η φρο­ντί­δα τής με­τά θά­να­το μνη­μό­νευ­σής τους να βρε­θούν ε­να­πο­θε­τη­μέ­να σε φι­λό­στορ­γα και ι­κα­νά χέ­ρια. Ο κα­νό­νας εί­ναι οι α­διά­φο­ροι, κά­πο­τε ι­διο­τε­λείς, κλη­ρο­νό­μοι και τα α­νε­νερ­γά Αρχεία σε κού­τες ι­δρυ­μα­τι­κών και ι­διω­τι­κών α­πο­θη­κών. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, η συ­γκυ­ρία εί­ναι ευ­τυ­χής, κα­θώς ο κό­πος του φρο­ντι­στή δεν πά­ει στο τυ­χόν φι­λο­λο­γι­κό Αρχείο, αλ­λά σε πο­λύ­τι­μο α­πό­θε­μα α­πό μα­κρο­χρό­νιες έ­ρευ­νες και α­κό­μη, σε μία πα­ρα­κα­τα­θή­κη με­λε­τών, που εί­χαν μεί­νει σε προ­χω­ρη­μέ­νο στά­διο ε­τοι­μα­σίας προς έκ­δο­ση. Όπου το θε­μα­τι­κό φά­σμα τους δεν εί­ναι μό­νο ευ­ρύ, αλ­λά κα­λύ­πτει και έ­να σή­με­ρα πα­ρα­με­ρι­σμέ­νο τμή­μα των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των. Αυ­τό που α­φο­ρά τα Επτά­νη­σα. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, τον Επτα­νη­σια­κό Ρι­ζο­σπα­στι­σμό, που α­πο­τέ­λε­σε το θέ­μα της πρώ­της με­τα­θα­νά­τιας συ­να­γω­γής με­λε­τη­μά­των του, τα ε­πτα­νη­σια­κά γράμ­μα­τα και α­κό­μη, το κί­νη­μα του δη­μο­τι­κι­σμού, στο ο­ποίο ε­ντάσ­σε­ται το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του, γύ­ρω α­πό τον Μα­νό­λη Τρια­ντα­φυλ­λί­δη και το έρ­γο του. Το πρό­σφα­το βι­βλίο, το τρί­το στη σει­ρά, ε­φά­πτε­ται και των τριών πε­ριο­χών, κα­θώς α­φο­ρά έ­ναν ποιη­τή, που θεω­ρεί­ται “πρό­δρο­μος κοι­νω­νι­κός ρι­ζο­σπά­στης” και “πρω­το­πό­ρος του δη­μο­τι­κι­σμού”. Τον πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νο Νι­κό­λαο Κο­νε­μέ­νο, ό­πως τον α­πο­κα­λού­σα­με σε έ­να πρώ­το κεί­με­νό μας, το 1997. “Αδι­καιο­λό­γη­τα πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νο”, κα­τά τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του Άγγε­λου Δε­λη­βο­ριά, που γρά­φει το προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα της πρό­σφα­της έκ­δο­σης.
Μπο­ρεί πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νη η συμ­βο­λή του Κο­νε­μέ­νου, με­τρά­ει, ω­στό­σο, μέ­σα στα τε­λευ­ταία εί­κο­σι χρό­νια, τέσ­σε­ρις εκ­δό­σεις βι­βλίων του: «Το ζή­τη­μα της γλώσ­σας» (εκδ. Φι­λό­μυ­θος, 1993). «Τα μα­το­γυά­λια», με ε­πι­μέ­λεια Διο­νύ­ση Βί­τσου (εκδ. Ωκε­α­νί­δα, 1997), δεύ­τε­ρος τό­μος σε σει­ρά, με τίτ­λο, «Οι Επτα­νή­σιοι», που ε­πι­βίω­σε μια τε­τρα­ε­τία, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας ε­πτά τό­μους, με τον πρώ­το α­φιε­ρω­μέ­νο στην Ελι­σά­βετ Μουτ­ζά­ν-Μαρ­τι­νέ­γκου. «Η Δια­θή­κη μου και δυο κεί­με­να για τη γυ­ναί­κα και την οι­κο­γέ­νεια», με ει­σα­γω­γή Πά­ρι Δά­γλα και ε­πι­μέ­λεια Δια­μα­ντή Κα­ρά­βο­λα (εκδ. Φαρ­φου­λάς, 2008).  Και το πρό­σφα­το, με ε­πτά κεί­με­να του Αλι­σαν­δρά­του, τέσ­σε­ρις με­λέ­τες και τρία άρ­θρα, που πα­ρου­σιά­στη­καν ε­ντός της ει­κο­σα­ε­τίας 1976-1996, συν έ­να δο­κί­μιο του Κο­νε­μέ­νου.

Κλέ­φτες και φο­νιά­δες

Ου­σια­στι­κά, το εν λό­γω δο­κί­μιο δη­μο­σιεύε­ται για πρώ­τη φο­ρά σε μία εύ­λη­πτη γλωσ­σι­κή μορ­φή και ε­πι­πλέ­ον, σε προ­σι­τή στο ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό έκ­δο­ση. Πρό­κει­ται για με­λέ­τη­μα γραμ­μέ­νο ι­τα­λι­κά, που εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει αυ­το­τε­λώς πριν 120 χρό­νια, α­πό κερ­κυ­ραϊκό τυ­πο­γρα­φείο. Ο πρω­τό­τυ­πος τίτ­λος εί­ναι «Ladri ed omicidi». Μέ­σα στο ί­διο έ­τος, το 1893, ο Κο­νε­μέ­νος το εί­χε με­τα­φρά­σει και δη­μο­σιεύ­σει σε συ­νέ­χειες στην «Εφη­με­ρί­δα των Ει­δή­σεων» της Κέρ­κυ­ρας, με τίτ­λο, «Κλέ­φτες και φο­νιά­δες». Η Ευ­θυ­μιά­του χα­ρα­κτη­ρί­ζει τη με­τά­φρα­ση του Κο­νε­μέ­νου “δύ­σβα­τη”. Όσο για την ε­φη­με­ρί­δα, ού­τε καν α­να­φέ­ρε­ται στους κα­τα­λό­γους ε­πτα­νη­σια­κών ε­ντύ­πων του 19ου αι. Το δο­κί­μιο α­να­δη­μο­σιεύ­θη­κε το 2006 στο πε­ριο­δι­κό «Ελευ­θε­ρια­κά χρο­νι­κά» του Ελευ­θε­ρια­κού Ιστο­ρι­κού Αρχείου. Αν δεν σφάλ­λου­με, πρό­κει­ται για έ­να βρα­χύ­βιο πε­ριο­δι­κό, που κυ­κλο­φό­ρη­σε μό­λις δυο τεύ­χη. Ο Κο­νε­μέ­νος πα­ρου­σιά­ζε­ται στο δεύ­τε­ρο, μα­ζί με τον Κι­νέ­ζο συγ­γρα­φέα και α­ναρ­χι­κό Μπα Τσιν. Η με­τά­φρα­ση εί­ναι “πρό­χει­ρη”, προ­τάσ­σε­ται, ό­μως, ει­σα­γω­γή του Τζέι­μς Σό­τρος, που α­σχο­λεί­ται συ­στη­μα­τι­κά με το α­ναρ­χι­κό κί­νη­μα. Οι ι­δέες, πά­ντως, του Κο­νε­μέ­νου δεν θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν προ­δρο­μι­κές ε­νός ο­ποιου­δή­πο­τε τύ­που α­ναρ­χι­σμού. Ο Γιώρ­γος Βα­λέ­τας, που α­να­στή­λω­σε μέ­ρος του έρ­γου του, θεω­ρεί ό­τι με το εν λό­γω δο­κί­μιο πα­ρου­σιά­ζει το “αν­θρω­πι­στι­κό κή­ρυγ­μά” του. Πι­θα­νώς α­γνοώ­ντας τη δη­μο­σίευ­ση στα ελ­λη­νι­κά, το α­να­δη­μο­σιεύει στα ι­τα­λι­κά, ως κα­τα­κλεί­δα του πρώ­του τό­μου των Απά­ντων Κο­νε­μέ­νου. Αυ­τόν τον τό­μο τον εί­χε εκ­δώ­σει το 1965, υ­πο­σχό­με­νος έ­ναν δεύ­τε­ρο, με ό­σα δυ­σεύ­ρε­τα δεν εί­χε κα­τορ­θώ­σει να συ­γκε­ντρώ­σει. Το υ­λι­κό γι’ αυ­τόν τον δεύ­τε­ρο τό­μο, που δεν ε­ξέ­δω­σε τε­λι­κά, πι­θα­νώς και να δια­σώ­ζε­ται στο Αρχείο του. 
Στα κα­τά­λοι­πα του Αλι­σαν­δρά­του, η Ευ­θυ­μιά­του βρί­σκει “τις θε­τι­κές κρι­τι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις” του, πρό­χει­ρα ση­μειω­μέ­νες, μα­ζί με μία πρώ­τη με­τα­φρα­στι­κή εκ­δο­χή. Τη δι­κή της με­τά­φρα­ση την πα­ρου­σιά­ζει σαν πιο ε­πε­ξερ­γα­σμέ­νη μορ­φή αυ­τής της εκ­δο­χής. Πρό­κει­ται για μία άρ­τια γλωσ­σι­κά α­πό­δο­ση, η ο­ποία θα ι­κα­νο­ποιού­σε τό­σο τον συγ­γρα­φέα ό­σο και τον Αλι­σαν­δρά­το, που πρώ­τος έ­βγα­λε το δο­κί­μιο α­πό την α­φά­νεια. Προ­στέ­θη­καν με­σό­τιτ­λοι, πλή­θυ­ναν οι πα­ρά­γρα­φοι και το κυ­ριό­τε­ρο, ο λό­γος έ­γι­νε μι­κρο­πε­ρίο­δος. Σε αυ­τήν τη μορ­φή, το δο­κί­μιο δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση πως γρά­φτη­κε σή­με­ρα, α­πό κά­ποιον, που πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό την τρέ­χου­σα πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κή κα­τά­στα­ση. Κα­τά μία ά­πο­ψη, ο Κο­νε­μέ­νος δεν κά­νει τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το να σχο­λιά­ζει τα αυ­το­νό­η­τα σχε­τι­κά με την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση, τις κοι­νω­νι­κές συμ­βά­σεις, τους πο­λέ­μους, τον χρι­στια­νι­σμό, μέ­χρι και τον κομ­μου­νι­σμό. Μό­νο που αυ­τά τα αυ­το­νό­η­τα έ­χουν τό­σο στρε­βλω­θεί α­πό την κρα­τού­σα λο­γι­κή, ώ­στε η δια­τύ­πω­σή τους να η­χεί σχε­δόν πρω­τό­τυ­πη. Το δο­κί­μιο, στη με­τά­φρα­ση της Ευ­θυ­μιά­του, θα ά­ξι­ζε να εκ­δο­θεί σε α­νε­ξάρ­τη­το το­μί­διο, α­πό αυ­τά των τεσ­σά­ρων τυ­πο­γρα­φι­κών, που εί­ναι πο­λύ της μό­δας τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ώ­στε ο Κο­νε­μέ­νος, έ­στω έ­ναν και πλέ­ον αιώ­να με­τά το θά­να­τό του, να βρει το με­γά­λο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό που του α­ντι­στοι­χεί. 
Το δο­κί­μιο α­πο­τε­λεί το θέ­μα της ει­σή­γη­σης του Αλι­σαν­δρά­του στο Συ­μπό­σιο για «Το Ιό­νιο. Οι­κο­λο­γία-Οι­κο­νο­μία-Ρεύ­μα­τα ι­δεών», το 1985, που, στον πρό­σφα­το τό­μο, πα­ρα­τί­θε­ται δεύ­τε­ρη στη σει­ρά. Ο με­λε­τη­τής διευ­κρι­νί­ζει ό­τι κα­τα­χρη­στι­κά το χα­ρα­κτή­ρι­σε δο­κί­μιο, κα­θώς πρό­κει­ται για συ­νε­χές κεί­με­νο, με πολ­λά ε­πι­μέ­ρους “άρ­θρα κοι­νω­νι­κού προ­βλη­μα­τι­σμού”. Το ε­ντάσ­σει σε μία σει­ρά δη­μο­σιευ­μά­των του Κο­νε­μέ­νου, στα ο­ποία ε­κεί­νος α­να­πτύσ­σει τις κοι­νω­νι­κές του α­πό­ψεις, με πρώ­το, το “βι­βλια­ρά­κι” του 1876, «Η Οι­κο­γέ­νεια», και τε­λευ­ταίο την “αυ­το­βιο­γρα­φι­κή και σα­τι­ρι­κή” έως και “πι­κρό­χο­λη” «Δια­θή­κη» του 1901. Πα­ρα­τη­ρεί, ε­πί­σης, ό­τι, ε­νώ οι α­σχο­λού­με­νοι με το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα πρό­σε­ξαν τα δυο γλωσ­σι­κά του δο­κί­μια, οι ι­στο­ρι­κοί των σο­σια­λι­στι­κών ι­δεών και του σο­σια­λι­στι­κού κι­νή­μα­τος α­γνό­η­σαν τα κοι­νω­νι­κά του δο­κί­μια, ι­δίως το συ­γκε­κρι­μέ­νο. Σε με­τα­γε­νέ­στε­ρο άρ­θρο του, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1993, στα ε­κα­τό χρό­νια α­πό τη γρα­φή του δο­κι­μίου, ο Αλι­σαν­δρά­τος ε­στιά­ζει στο κα­τα­λη­κτι­κό μέ­ρος του, ό­που ο Κο­νε­μέ­νος προ­τεί­νει την ί­δρυ­ση μίας “κομ­μου­νι­στι­κής κοι­νό­τη­τας χι­λίων α­τό­μω­ν”, ώ­στε να δο­κι­μα­στούν οι ι­δέες και να φα­νεί κα­τά πό­σο το σύ­στη­μα εί­ναι ε­φαρ­μό­σι­μο. Ορα­μα­τι­ζό­ταν μία κοι­νω­νία ου­σια­στι­κά πο­λι­τι­σμέ­νη και ό­χι μό­νο κα­τ’ ό­νο­μα, ό­πως ή­ταν η δι­κή του.

Φω­τει­νές α­πό­ψεις

Ο Αλι­σαν­δρά­τος, σε μία α­πό τις πρώ­τες με­λέ­τες του για τον Κο­νε­μέ­νο, α­σχο­λεί­ται με τις γλωσ­σι­κές α­πό­ψεις του, ό­πως ε­κεί­νος τις έ­χει δια­τυ­πώ­σει στα δυο βα­σι­κά γλωσ­σι­κά του με­λε­τή­μα­τα, του 1873 και του 1875. Συ­γκρα­τεί ως τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τρία ση­μεία: Πρώ­τον, “η κοι­νή νε­ο­ελ­λη­νι­κή εί­ναι γνή­σιο γέν­νη­μα της αρ­χαίας και έ­χει ί­σα δι­καιώ­μα­τα με αυ­τή­ν”. Δεύ­τε­ρον, εί­ναι “πο­λύ φυ­σι­κό η γλώσ­σα της ποίη­σης – και αυ­τή στα Επτά­νη­σα ή­ταν η δη­μο­τι­κή – να εί­ναι και γλώσ­σα της πε­ζο­γρα­φίας, έ­ντε­χνης και μη”. Και τρί­τον, “να πά­ρου­με α­πό την αρ­χαία (ε­πο­μέ­νως και α­πό την κα­θα­ρεύου­σα) ό­σα λό­για στοι­χεία μας χρειά­ζο­νται”. Στη συ­νέ­χεια, στα­χυο­λο­γεί κι άλ­λες εν­δια­φέ­ρου­σες α­πό­ψεις, με γνω­στό­τε­ρη, χά­ρις στον Λο­ρέ­ντζο Μα­βί­λη που την εκ­στό­μι­σε α­πό τα βου­λευ­τι­κά έ­δρα­να, την α­πό­φαν­ση ό­τι “υ­πάρ­χει χυ­δαίο ύ­φος και χυ­δαίος τρό­πος, ό­χι χυ­δαία γλώσ­σα”. Επι­ση­μαί­νει ό­τι αυ­τά τα δυο γλωσ­σι­κά με­λε­τή­μα­τα προ­η­γή­θη­καν κα­τά μία δε­κα­πε­ντα­ε­τία του βι­βλίου του Ψυ­χά­ρη, «Το τα­ξί­δι μου». 
Άξια σχο­λια­σμού εί­ναι η αμ­φι­λε­γό­με­νη στά­ση που κρά­τη­σε ο Χιώ­της λό­γιος α­πέ­να­ντι σε αυ­τές τις “φω­τει­νές α­πό­ψεις” του προ­δρό­μου του. Για χρό­νια τον α­γνό­η­σε, και μό­νο πο­λύ αρ­γά, με­τά το 1903 και τον ε­γκω­μια­στι­κό σχο­λια­σμό α­πό τον ελ­λη­νι­στή Καρλ Κρου­μπά­χε­ρ, άρ­χι­σε να τον μνη­μο­νεύει. Αν και με συ­γκα­τά­βα­ση, σαν “τον α­γα­θό μας γέ­ρο Κο­νε­μέ­νο και τη μι­σο­γλωσ­σιά του”. Πά­ντως, ο Κο­νε­μέ­νος, μέ­χρι τέ­λους, ε­πέ­μει­νε στο μέ­σο δρό­μο με­τα­ξύ κα­θα­ρεύου­σας και ψυ­χα­ρι­κής δη­μο­τι­κής. Όσο για τον Ψυ­χά­ρη, ευ­νοή­θη­κε α­πό τις συ­γκυ­ρίες. Ο Κο­νε­μέ­νος α­πε­βίω­σε την 1η Μαρ­τίου 1907, ε­νώ ο Ψυ­χά­ρης, 22 χρό­νια νεό­τε­ρος, α­πε­βίω­σε 22 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, κα­τέ­χο­ντας μέ­χρι τέ­λους την κα­θη­γη­τι­κή έ­δρα, πα­ρά τα 75 έ­τη του. Ήταν ά­ρα α­να­με­νό­με­νο να σβή­σει τον Επτα­νή­σιο α­πό τον γλωσ­σι­κό χάρ­τη. Ασχέ­τως αν εί­χε ο και­ρός γυ­ρί­σμα­τα για τον Κο­νε­μέ­νο. “Φω­στή­ρα της Επτα­νή­σου”, τον α­πο­κα­λεί ο Μα­λα­κά­σης στο νε­κρο­λό­γη­μά του. Ενώ, ο πρό­σφα­τος τό­μος ξε­κι­νά­ει με τις γλωσ­σι­κές του α­πό­ψεις. Το χρο­νο­λο­γι­κά πρώ­το κεί­με­νο του Αλι­σαν­δρά­του, του 1976, εί­ναι α­πό­σπα­σμα α­πό ε­κτε­νέ­στε­ρη με­λέ­τη του για την ποίη­ση τ῾῾ου Βα­λαω­ρί­τη. Ανα­φέ­ρε­ται σε μία α­πό τις ύ­στε­ρες, γλωσ­σι­κές α­πό­ψεις του Κο­νε­μέ­νου. Το 1905, υ­πο­στή­ρι­ζε πως η δη­μο­τι­κή εί­χε ε­πι­σή­μως κα­θιε­ρω­θεί ως η μό­νη γλώσ­σα της ποίη­σης α­πό την 25η Μαρ­τίου 1872, ό­ταν ο Βα­λαω­ρί­της, κα­τό­πιν προ­σκλή­σεως της Συ­γκλή­του του Πα­νε­πι­στη­μίου, α­πήγ­γει­λε τον «Ύμνον στον Πα­τριάρ­χη». Κα­τά τα άλ­λα, ο Κο­νε­μέ­νος θεω­ρού­σε την ποίη­ση του Βα­λαω­ρί­τη πα­ρω­χη­μέ­νη και το συ­γκε­κρι­μέ­νο ποίη­μα “τε­ρα­τώ­δες”. 
Ο Κο­νε­μέ­νος ή­ταν ο ί­διος ποιη­τής, α­σχέ­τως αν ι­στο­ρι­κοί και αν­θο­λό­γοι τον προ­σπερ­νούν. Στο Συ­μπό­σιο προς τι­μήν του, που διορ­γα­νώ­θη­κε στη γε­νέ­τει­ρά του, την Πρέ­βε­ζα, Σε­πτ. 1994, στις 15 ει­ση­γή­σεις, οι πέ­ντε α­φο­ρού­σαν τον ποιη­τή, με πρώ­το ο­μι­λη­τή τον Αλι­σαν­δρά­το. Στον πρό­σφα­το τό­μο α­να­δη­μο­σιεύε­ται η ει­σή­γη­σή του, ό­που, κα­τα­λή­γο­ντας, υ­πό­σχε­ται “ι­διαί­τε­ρη έκ­δο­ση των ποιη­μά­των με α­να­λυ­τι­κά σχό­λια”. Αυ­τή δεν πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε, ό­πως και ο δεύ­τε­ρος τό­μος των Απά­ντων του, που ο Βα­λέ­τας κα­θυ­στε­ρού­σε, α­να­ζη­τώ­ντας, με­τα­ξύ άλ­λων, την ποιη­τι­κή συλ­λο­γή που ο Κο­νε­μέ­νος εί­χε εκ­δώ­σει το 1879, στην Αθή­να, με τα αρ­χι­κά του. Πρό­κει­ται για ε­πτά ποιή­μα­τα, που α­να­δη­μο­σιεύο­νται διορ­θω­μέ­να, ως ε­πι­λο­γή α­πό τα ποιή­μα­τα των τριών πρώ­των φυλ­λα­δίων της πε­ντα­ε­τίας 1863-67. Εκτός αυ­τών, στη με­λέ­τη του Αλι­σαν­δρά­του κα­τα­γρά­φε­ται το σύ­νο­λο της πε­ριο­ρι­σμέ­νης ποιη­τι­κής του σο­δειάς. Σχο­λιά­ζο­νται τα ε­κτε­νέ­στε­ρα, ε­νώ δια­τυ­πώ­νε­ται α­πε­ρί­φρα­στα η ε­τυ­μη­γο­ρία του με­λε­τη­τή: “Ο Κο­νε­μέ­νος δεν ή­ταν ποιη­τής. Η κρι­τι­κή του ο­ξυ­δέρ­κεια ή­ταν με­γά­λη, αλ­λά οι ποιη­τι­κές του δυ­νά­μεις πο­λύ μι­κρές”. Πε­ρισ­σό­τε­ρο γεν­ναιό­δω­ρος στέ­κε­ται ο Πα­λα­μάς στη νε­κρο­λο­γία του Κο­νε­μέ­νου, ό­που τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει, “τρυ­φε­ρό, πο­νε­μέ­νο, πλα­τω­νι­κό, δα­κρυο­στά­λα­χτο”. 
“Ηπει­ρώ­της με ε­πτα­νη­σια­κή καλ­λιέρ­γεια” ο Κο­νε­μέ­νος, δεν κά­νει την πρώ­τη του εμ­φά­νι­ση με ποίη­μα, πε­ζό ή δο­κί­μιο, αλ­λά με έ­να η­πει­ρώ­τι­κο γλωσ­σά­ρι, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πε­ριο­δι­κό «Παν­δώ­ρα». Ο Αλι­σαν­δρά­τος σκια­γρα­φεί τη γε­νο­λό­γιά του, τον βου­νί­σιο πα­τρι­κό κλά­δο και τον μη­τρι­κό, ό­πως με­τα­φυ­τεύ­τη­κε α­πό τη Σι­κε­λία στη Λευ­κά­δα, εξ ου και το ε­πί­θε­το Σι­κε­λια­νοί. Ετυ­μο­λο­γεί και το ε­πί­θε­το Κο­νε­μέ­νος, ε­νώ α­να­ζη­τά στο έρ­γο του την Πρέ­βε­ζα. Πα­ρα­δό­ξως εί­ναι πολ­λές οι σκόρ­πιες α­να­φο­ρές, πα­ρό­λο που έ­φυ­γε βρέ­φος και πο­τέ δεν ε­πέ­στρε­ψε. 

Ο αλ­λη­λο­γρά­φος

Στον πρό­λο­γο του πρώ­του τό­μου των Απά­ντων Κο­νε­μέ­νου, ο Βα­λέ­τας ση­μειώ­νει: “Πε­ρι­μέ­νω α­κό­μα να δο­θούν γρή­γο­ρα τα προς Λα­σκα­ρά­τον γράμ­μα­τα, για να τα πε­ρι­λά­βω στο Β΄ τό­μο.” Αυ­τά τα γράμ­μα­τα τα πρω­το­δη­μο­σίευ­σε ο Αλι­σαν­δρά­τος ως δεύ­τε­ρο τό­μο στη Σει­ρά Με­λε­τών της Εται­ρείας Κε­φαλ­λη­νια­κών Ιστο­ρι­κών Ερευ­νών, το 1996. Τό­τε εί­χα­με πα­ρου­σιά­σει την έκ­δο­ση, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται, «Ανέκ­δο­τα γράμ­μα­τα του Ν. Κο­νε­μέ­νου προς Ανδρέα Λα­σκα­ρά­το (1860-1861, 1863)». Στον πρό­σφα­το τό­μο α­να­δη­μο­σιεύο­νται, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας το κε­φά­λαιο Κο­νε­μέ­νος. Το κυ­ρίως σώ­μα εί­ναι 24 γράμ­μα­τα της διε­τίας 1860-1861, τα ο­ποία α­ντα­να­κλούν την ο­ξύ­τα­τη πο­λι­τι­κή δια­μά­χη α­νά­με­σα σε “πα­λαιούς” ρι­ζο­σπά­στες και “ε­νω­τι­στές” ή και “ψευ­δο­ρι­ζο­σπά­στες” ε­κεί­νης της πε­ριό­δου. Αντι­θέ­τως, τα δυο της διε­τίας 1863-64 εί­ναι γύ­ρω α­πό τη “διε­στραμ­μέ­νη” στι­χουρ­γία του, ό­πως ο ί­διος την α­πο­κα­λεί. Απα­ραί­τη­το βοή­θη­μα για τον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη των ε­πι­στο­λών συ­νι­στούν η ει­σα­γω­γή και οι ε­κτε­νείς ση­μειώ­σεις του Αλι­σαν­δρά­του, κα­θώς και η συ­να­γω­γή με­λε­τη­μά­των του για τον Επτα­νη­σια­κό Ρι­ζο­σπα­στι­σμό. Πρό­κει­ται για μία φι­λία δι’ αλ­λη­λο­γρα­φίας, που κάρ­πι­σε πα­ρά την η­λι­κια­κή δια­φο­ρά μίας ει­κο­σα­ε­τίας χά­ρις στην ι­δε­ο­λο­γι­κή τους συ­στρά­τευ­ση ε­να­ντίον των “ψευ­δο­ρι­ζο­σπα­στώ­ν”. Και βε­βαίως, χά­ρις στις ε­φη­με­ρί­δες τους, τον «Εω­σφό­ρο» του Κο­νε­μέ­νου και τον «Λύ­χνο» του Λα­σκα­ρά­του, μέ­σω των ο­ποίων α­σκού­σαν την πο­λε­μι­κή τους.  
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, χω­ρίς την “α­να­στύ­λω­ση” του Βα­λέ­τα και τις με­λέ­τες του Αλι­σαν­δρά­του, ο Νι­κό­λα­ος Κο­νε­μέ­νος ου­σια­στι­κά δεν θα υ­πήρ­χε. Θα πα­ρέ­με­νε μία θο­λή και ελ­λι­πής πα­ρου­σία. 

 Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/1/2014.

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Στους λειμώνες τ’ ουρανού

Στις 25 Απρι­λίου 2004 α­πήλ­θε του βίου ο Γιώρ­γος Κα­ρα­βα­σί­λης. Πέ­ρα­σαν κιό­λας δέ­κα χρό­νια. Από τη γε­νιά του ’70, που, σύμ­φω­να με την πιο πρό­σφα­τη και γεν­ναιό­δω­ρη κα­τα­μέ­τρη­ση του Δη­μή­τρη Αλε­ξίου, φθά­νει τους 58 ποιη­τές, ή­ταν ο τέ­ταρ­τος που α­να­χω­ρού­σε. Την αρ­χή την εί­χε κά­νει νω­ρίς ο αυ­τό­χει­ρας Αλέ­ξης Τραϊα­νός, το 1980, ε­τών 36. Ακο­λού­θη­σαν, το 1987 ο Χρή­στος Μπρά­βος στα 39 και το 2003 ο Βα­σί­λης Στε­ριά­δης στα 56. Ο Κα­ρα­βα­σί­λης  πο­ρευό­ταν στα 55. Κα­τά την εν­διά­με­ση δε­κα­ε­τία, υ­πήρ­ξαν τρεις α­κό­μη α­πώ­λειες. Ανή­με­ρα Χρι­στού­γεν­να 2011, α­πε­βίω­σε ο Αργύ­ρης Χιό­νης και τον ε­πό­με­νο χρό­νο, ο Μί­μης Σου­λιώ­της, και οι δυο δια­νύο­ντας την ε­βδό­μη δε­κα­ε­τία του βίου. Εί­χε προ­η­γη­θεί, στις 25 Μαΐου 2011, ο Γιάν­νης Βαρ­βέ­ρης, ο Βε­νια­μίν της γε­νιάς, ε­τών 56. Ακρι­βέ­στε­ρα, έ­νας α­πό τους τρεις με έ­τος γέν­νη­σης το 1955, που α­πο­τε­λεί το γραμ­μα­το­λο­γι­κό ά­νω ό­ριο. Οι άλ­λοι δυο εί­ναι ο Γιώρ­γος Βέ­ης και ο Κώ­στας Γου­λιά­μος, ο ο­ποίος κο­ντά μία ει­κο­σα­ε­τία έ­χει σιω­πή­σει ποιη­τι­κά. Για την κα­τά­τα­ξη σε αυ­τήν την ποιη­τι­κή ο­μά­δα, την ο­ποία α­πο­κα­λούν, κα­τά τον Βά­σο Βα­ρί­κα, και γε­νιά της αμ­φι­σβή­τη­σης ή και της άρ­νη­σης, έ­χει ο­ρι­στεί πως θα πρέ­πει το έ­τος γέν­νη­σης να βρί­σκε­ται ε­ντός της πε­ριό­δου 1942 - 1955 και η πρώ­τη εμ­φά­νι­ση μέ­σα στην δε­κα­ε­τία του 1970.
Ο Κα­ρα­βα­σί­λης δεν συμ­φω­νού­σε με την ο­νο­μα­σία γε­νιά της αμ­φι­σβή­τη­σης. Πί­στευε πως, “σε με­γά­λο πο­σο­στό, εί­ναι γε­νιά του μάρ­κε­τιν­γκ, δη­λα­δή γρά­ψε μου να σου γρά­ψω, πα­ρά της αμ­φι­σβή­τη­σης”. Αυ­τά, το 1985, σε συ­νέ­ντευ­ξή του στον φί­λο του Νί­κο Λα­γκα­δι­νό, που τό­τε διηύ­θυ­νε τα πο­λι­τι­στι­κά της ε­φη­με­ρί­δας «Εξόρ­μη­ση». Ο Κώ­στας Πα­πα­γεωρ­γίου, ποιη­τής της ί­διας γε­νιάς και έ­νας α­πό τους πρώ­τους γραμ­μα­το­λό­γους της, πε­ρι­γρά­φει την ποίη­ση του Κα­ρα­βα­σί­λη: “Ο λό­γος του καλ­λιερ­γη­μέ­νος, α­πλός, τρυ­φε­ρός, προ­σή­νης, πε­ρι­βάλ­λει, ε­νίο­τε υ­πο­βάλ­λει αι­σθή­σεις, αι­σθή­μα­τα και συ­γκι­νή­σεις στην πλειο­νό­τη­τά τους ε­ρω­τι­κής υ­φής.” Ο ί­διος ο ποιη­τής συμ­φω­νεί και ε­παυ­ξά­νει: “Εί­ναι, κα­τά βά­ση, μια ε­ρω­τι­κή ποίη­ση και δεί­χνει μια πο­ρεία α­πό την α­γνή και μου­σι­κή Αρκα­δία μέ­χρι το ε­πώ­δυ­νο του έ­ρω­τα. Εί­ναι ύ­μνος και σχό­λια πά­νω στο γυ­ναι­κείο κορ­μί.” 
Πε­ρί του α­λη­θούς του λό­γου, κα­τα­φεύ­γου­με στην συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση «Ποιή­σεις», με η­με­ρο­μη­νία κο­λο­φώ­να Φε­βρουά­ριο του 2004, που ση­μαί­νει ό­τι ο ποιη­τής μό­λις που πρό­λα­βε να την πιά­σει στα χέ­ριά του. Αντι­γρά­φου­με με­ρι­κούς στί­χους: “Ανοί­γει σύρ­τη του πρωι­νού πε­λά­γου / Και ξε­πε­τά έ­να πλά­σμα – ό­λο για­σε­μί και στα­φύ­λι / - Ίσως να τ’ ο­νο­μά­ζει γυ­ναί­κα. // Η ντρο­πή της αυ­γής πα­φλά­ζει στα πό­δια μου / Στο πλήκ­τρο της φτε­ρού­γας α­νη­συ­χείς ώ η­λι­κία / Όπου περ­νά στο νυ­χτι­κό σου ο πρωι­νός νο­τιάς.” Εί­ναι α­πό το ποίη­μα «Άσκη­ση», το πρώ­το της πρώ­της ε­νό­τη­τας, στην ο­ποία στε­γά­ζο­νται πέ­ντε α­νέκ­δο­τα της πε­ριό­δου 1963-1970, δη­λα­δή α­πό τα ε­φη­βι­κά χρό­νια μέ­χρι την ε­νη­λι­κίω­ση. Ακο­λου­θούν οι εν­νέα ποιη­τι­κές συλ­λο­γές του, που “δια­τρέ­χουν την ε­πί­ση­μη προ­σω­πι­κή πο­ρεία του στον ποιη­τι­κό λό­γο”. Συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας τα α­νέκ­δο­τα,  ο Κα­ρα­βα­σί­λης κα­τά­φε­ρε να συ­μπλη­ρώ­σει ευ­δό­κι­μη υ­πη­ρε­σία στην ποίη­ση μίας σα­ρα­ντα­κο­ντα­ε­τίας, 1963-2003, πα­ρό­τι εκ­μέ­τρη­σε το ζην πο­λύ πριν το μέ­σο προσ­δό­κι­μο ε­πι­βίω­σης. Αναμ­φι­βό­λως ε­ξε­λισ­σό­με­νος, αλ­λά πα­ρα­μέ­νο­ντας “έ­νας γνή­σια σω­μα­τι­κός ποιη­τής”, σύμ­φω­να με τον Ηλία Κε­φά­λα, ο ο­ποίος θεω­ρεί ως δα­σκά­λους του τους αρ­χαίους ε­ρω­τι­κούς ποιη­τές. 
Eνας συγ­γρα­φέ­ας της ε­πό­με­νης ο­μά­δας, της γε­νιάς του ’80, κα­τά την γρα­φειο­κρα­τι­κή ο­νο­μα­το­θε­σία, ή και γε­νιάς του ι­διω­τι­κού ο­ρά­μα­τος, κα­τ’ έ­μπνευ­σιν Κε­φά­λα, ο Γιώρ­γος – Ίκα­ρος Μπα­μπα­σά­κης συ­νο­μι­λεί χρό­νια αρ­γό­τε­ρα με το φά­σμα του ποιη­τή. Σε χα­μη­λούς τό­νους ο Κα­ρα­βα­σί­λης, ερ­χό­με­νος α­πό τους με­σο­πο­λε­μι­κούς, Έλλη­νες και Γάλ­λους λυ­ρι­κούς, σε υ­ψη­λούς ο Μπα­μπα­σά­κης, ό­ντας “απ’ ευ­θείας πνευ­μα­τι­κός γό­νος της α­ντι­κομ­φορ­μί­ζου­σας γε­νιάς των α­με­ρι­κα­νών μπίτ­νι­κ”, σύμ­φω­να με τον Κω­στή Λιό­ντη, πρώ­το τα­ξι­νό­μο αυ­τής της ο­μά­δας. “Σου γρά­φω τώ­ρα δα το ποίη­μα / και σ’ το δω­ρί­ζω, / Κα­ρα­βα­σί­λη Γιώρ­γο, / το ποίη­μα ε­κεί­νο, / την Ωδή, που πή­ρες να συν­θέ­τεις. // Γρά­φω λοι­πόν / κα­θώς κι ε­σύ ο­μνύο­ντας / στους 47,6 βαθ­μούς του τζιν / μα και στους 37,2 του αι­δοίου / που ό­χι μο­νά­χα νύ­χτες πρό­στυ­χες / μα και της Ποίη­σης την ποίη­ση πο­τί­ζουν.” 
Η πε­ρί ου ο λό­γος Ωδή εί­ναι “Ωδή στον Malcolm Lowry”, του­τέ­στιν γρά­φε­ται εν ο­νό­μα­τι ε­νός με­γά­λου πό­τη. Από την ε­φη­βεία μέ­χρι την τε­λι­κή έ­ξο­δο, ο Λόου­ρυ έ­πι­νε και έ­γρα­φε. Με έ­να κο­κτέιλ αλ­κοό­λης και βαρ­βι­του­ρι­κών ε­πέ­σπευ­σε την α­να­χώ­ρη­σή του, στα 48. Αλλά και τον Κα­ρα­βα­σί­λη, “το αλ­κοόλ το μέ­γα πά­θος του τον πή­ρε σε άλ­λους κό­σμους”. Και συ­νε­χί­ζει η Ωδή: “Άκου, / ο Malcolm είν’ ε­δώ / και ο Arthur, και ο  Baudelaire, // και μας τρα­γου­δά­ει / τις «Λι­τα­νείες για μιαν Επι­στρο­φή» / ο τό­σον εύ­μορ­φος / Jacques Brel / και / πί­νου­με και πί­νου­με και πί­νου­με // ό­πως στην Πα­τη­σίων / στο Aurevoir / ό­πως στου Bukowski / τα ποιή­μα­τα ό­λα / ό­πως στου Debord / τον Πα­νη­γυ­ρι­κό / ό­πως στου Κα­ρό­λου το «Με­θύ­στε!» / ό­πως στου Lowry / το έ­πος / που τό­σο α­γά­πη­σες / που τό­σο δια­λά­λη­σες / ε­σύ που τις ώ­ρες σου α­φει­δώ­λευ­τα / στα κα­πη­λειά σπα­τά­λη­σες.” 
Το έ­πος του Λόου­ρυ, που μνη­μο­νεύει ο ποιη­τής, δεν χρειά­ζε­ται υ­πεν­θύ­μι­ση, εί­ναι τοις πά­σι γνω­στό. Όταν μία φο­ρά, στο ου­ζε­ρί της Εμμα­νουήλ Μπε­νά­κη, στέ­κι του Μπα­μπα­σά­κη και της με­ση­με­ριά­τι­κης ου­ζο­πα­ρέ­ας του, ήρ­θε στην κου­βέ­ντα ο Λόου­ρυ, “δη­μιουρ­γός του α­ρι­στουρ­γή­μα­τος «Κά­τω α­πό το η­φαί­στειο»”, ε­κεί­νος “πε­τά­χτη­κε στο βι­βλιο­πω­λείο της Γρα­βιάς και α­γό­ρα­σε ό­σα α­ντί­τυ­πα βρή­κε και τα χά­ρι­σε στην πα­ρέ­α”. Ήταν η τε­λευ­ταία φο­ρά που εί­δε τον Θω­μά Γκόρ­πα. Βιά­στη­κε ο Με­σο­λογ­γί­της να α­πο­χαι­ρε­τή­σει την ζωή πρω­τα­πρι­λιά­τι­κα, δεν πε­ρί­με­νε την 10η Οκτω­βρίου του τρέ­χο­ντος τό­τε 2003, να συ­μπλή­ρω­νε του­λά­χι­στον τα 68. Το πε­ρι­στα­τι­κό στην ου­ζε­ρί, ο Μπα­μπα­σά­κης το διη­γεί­ται σε ε­πε­τεια­κό κεί­με­νο για τον Γκόρ­πα, στα δυο χρό­νια α­πό τον θά­να­τό του. Ενδια­μέ­σως, εί­χε α­φαρ­πά­ξει ο θά­να­τος τον Κα­ρα­βα­σί­λη. Ενώ, τρεις μή­νες με­τά τον Γκόρ­πα, α­κο­λού­θη­σε ο Μά­ριος Μαρ­κί­δης. Ο Μπα­μπα­σά­κης θυ­μά­ται τις συ­ζη­τή­σεις του με τον Γκόρ­πα και τα κοι­νά τους πά­θη. Από την πε­ρι­γρα­φή του πα­ρου­σια­στι­κού του, περ­νά στην ποίη­σή του, συν­δέ­ο­ντάς την με τον ι­δε­ο­λο­γι­κό του α­ντι­κομ­φορ­μι­σμό. Τέ­λος, τον χρή­ζει κι αυ­τόν “μπητ­νί­κο”. Η διή­γη­σή του δεν έ­χει τον πα­ρα­μι­κρό πέν­θι­μο τό­νο. Οι­στρή­λα­τος, α­να­σταί­νει τους φί­λους του, δη­μιουρ­γώ­ντας γύ­ρω α­πό τα πρό­σω­πα μία μυ­θι­κή ά­λω. Δεν του φτά­νουν τα ε­πί­γεια πιό­μα­τά τους. Φα­ντα­σιώ­νει τη συ­νεύ­ρε­ση των α­γα­πη­μέ­νων του ποιη­τών “στους λει­μώ­νες τ’ ου­ρα­νού”. “Εί­θε να πί­νεις τα ουί­σκι σου με τον Μά­ριο Μαρ­κί­δη, να τσου­γκρί­ζεις το κρα­σο­πό­τη­ρό σου με τον Γιώρ­γο τον Κα­ρα­βα­σί­λη, ου­ζά­κι να σε τρα­τά­ρουν με τον Νί­κο τον Κα­ρού­ζο, κι α­γκα­λιά ό­λοι μα­ζί να τρα­γου­δά­τε με το χά­ρα­μα τα τρα­γού­δια που α­γα­πά­τε!”, εί­ναι το κα­τα­λη­κτι­κό κρε­σέ­ντο στο αυ­το­σχέ­διο ρέκ­βιεμ. Κά­τι σαν στερ­νή πρό­πο­ση.
Σε άλ­λο ε­πε­τεια­κό κεί­με­νο, για τα εί­κο­σι χρό­νια α­πό τον θά­να­το του Κα­ρού­ζου, συ­μπλη­ρώ­νει το “αγ­χοό­ρα­μα” του ποιη­τι­κού του κό­σμου, σχο­λιά­ζο­ντας θαυ­μα­στι­κά τον ι­διά­ζο­ντα τρό­πο που μι­λού­σε και στο­χα­ζό­ταν ο Ναυ­πλιώ­της ποιη­τής. Ήταν το 1980, ο Κα­ρού­ζος βρί­σκε­ται στο βι­βλιο­πω­λείο Άκμων της ο­δού Μαυ­ρο­μι­χά­λη. Ετοι­μά­ζε­ται η έκ­δο­ση αν­θο­λο­γίας ποιη­μά­των του, που θα α­πο­τε­λέ­σει τον τρί­το τό­μο στη Σει­ρά Σύγ­χρο­νοι Ποιη­τές των εκ­δό­σεων του Βι­βλιο­πω­λείου, με χρο­νο­λο­γία έκ­δο­σης 1981. Τη φω­το­γρα­φία για το ε­ξώ­φυλ­λο την τρα­βά­ει ο η­θο­ποιός Βα­σί­λης Τσι­μπί­δης. Από τό­τε πο­λυ­τε­χνί­της. Πέρ­σι το κα­λο­καί­ρι, στις 21 Ιου­λίου, πέ­θα­νε α­πό α­να­κο­πή. Τώ­ρα, θα τρα­βά­ει φω­το­γρα­φίες και θα τρέ­χει με τη μη­χα­νή του, αν ε­πι­τρέ­πο­νται τα ο­χή­μα­τα, “στους λει­μώ­νες τ’ ου­ρα­νού”. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο εί­ναι δι­κό μας. Δεν το γρά­φει ο Μπα­μπα­σά­κης, αν και τρό­φι­μος “στο μπα­ρά­κι του Βα­σί­λη”, μια και το ε­πε­τεια­κό κεί­με­νό του για τον Κα­ρού­ζο γρά­φτη­κε το 2010.  
Σε­πτέμ­βριο του 2013, εκ­δό­θη­κε το βι­βλίο του Μπα­μπα­σά­κη, «Δώ­δε­κα Φυ­σιο­γνω­μίες» (Εκδ. Γα­βριη­λί­δης), με την ει­κό­να του Κα­ρα­βα­σί­λη στο ε­ξώ­φυλ­λο. Πρό­κει­ται για  πί­να­κα της ζω­γρά­φου Ελεάν­νας Μαρ­τί­νου. Εί­ναι η μό­νι­μη ει­κο­νο­γρά­φος του Μπα­μπα­σά­κη κα­τά την τε­λευ­ταία τριε­τία, που ο συγ­γρα­φέ­ας βρί­σκε­ται σε πε­ρίο­δο εκ­δο­τι­κού ορ­γα­σμού, φτά­νο­ντας και τις τρεις εκ­δό­σεις α­νά έ­τος. Στις ει­κα­στι­κές συν­θέ­σεις της, η φυ­σιο­γνω­μία προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό έ­να χα­ο­τι­κό σύ­μπλεγ­μα γραμ­μών, που προ­κύ­πτουν ως το­μές των ε­πάλ­λη­λων ε­πι­φα­νειών α­πό στρώ­μα­τα ζω­γρα­φι­κής και κο­λάζ. Από τους πί­να­κες που προ­τάσ­σο­νται στα δώ­δε­κα κε­φά­λαια του βι­βλίου, ε­πι­λέ­χθη­κε για ε­ξώ­φυλ­λο ε­κεί­νος του Κα­ρα­βα­σί­λη. Πι­θα­νώς, για­τί δια­τη­ρεί πλέ­ον ευ­διά­κρι­τη την φυ­σιο­γνω­μία. Το γο­η­τευ­τι­κό πρό­σω­πο του ποιη­τή φαί­νε­ται ό­τι α­να­χαί­τι­σε την α­πο­δο­μη­τι­κή διά­θε­ση της ζω­γρά­φου. Οι πί­να­κες του βι­βλίου α­πο­τέ­λε­σαν το α­ντι­κεί­με­νο έκ­θε­σης, με τίτ­λο, «12 + 1 Φυ­σιο­γνω­μίες», ό­που στις δώ­δε­κα προ­στέ­θη­κε ο πί­να­κας του συγ­γρα­φέα. Πα­ρά­λη­ψη η μη συ­μπε­ρί­λη­ψή του στο βι­βλίο. 
Ει­δι­κά, για τον Κα­ρα­βα­σί­λη δεν πα­ρα­τί­θε­ται έ­να πε­ζό αλ­λά ποίη­μα. Ο πλή­ρης τίτ­λος εί­ναι «Ωδή στον Malcolm Lowry για τον Γιώρ­γο Κ. Κα­ρα­βα­σί­λη». Όσο α­φο­ρά τα πε­ζά του βι­βλίου, συ­νειρ­μι­κή και α­σθμαί­νου­σα η α­φή­γη­ση, σαν να βιά­ζε­ται να προ­λά­βει να κα­τα­γρά­ψει ό­σο μπο­ρεί με­γα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι α­πό τους εν­θου­σια­σμούς, κα­θρε­φτί­ζει κα­λει­δο­σκο­πι­κά τους πρω­τα­γω­νι­στές. Δια­φο­ρε­τι­κές η­λι­κίες, γκρό­σο μό­ντο τρεις γε­νιές. Με­τρού­με έ­ξι ποιη­τές: Δύο της πρώ­της, ο Κα­ρού­ζος και ο πρε­σβύ­τε­ρος “Μι­σέ­λ”, του­τέ­στιν Μι­χά­λης Κα­τσα­ρός. Δυο της δεύ­τε­ρης, οι κο­ντά συ­νο­μή­λι­κοι Γκόρ­πας και Τά­σος Δε­νέ­γρης. Και α­πό έ­νας για τις δυο ε­πό­με­νες γε­νιές, ο Κα­ρα­βα­σί­λης και ο ε­πι­στή­θιος φί­λος του συγ­γρα­φέα, Θά­νος Στα­θό­που­λος. Πολ­λα­πλά μνη­μο­νεύε­ται στο βι­βλίο ο Στα­θό­που­λος, ό­που και ε­ξαί­ρε­ται “ως μέ­γας αρ­χειο­θέ­της και χρο­νι­κο­γρά­φος της γε­νιάς τους”. Το κεί­με­νο συ­νι­στά βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση του περ­σι­νού βι­βλίου του Στα­θό­που­λου, το «Αυ­τό­μα­το». Το τέ­ταρ­το, σε μία μα­κρά πε­ρίο­δο 28 ε­τών και ε­νώ ο ποιη­τής έ­κλει­σε τα πε­νή­ντα του.
Στο άλ­λο μι­σό του βι­βλίου, οι ι­διό­τη­τες των προ­σώ­πων ποι­κίλ­λου­ν: Μία ι­διαί­τε­ρη πα­ρου­σία στον εκ­δο­τι­κό χώ­ρο, η Μά­νια Κα­ραϊτί­δη. Ο Κύ­πριος ζω­γρά­φος Κύ­ριλ­λος Σαρ­ρής, ό­που το κεί­με­νο του Μπα­μπα­σά­κη α­πο­τε­λεί εί­δος τε­χνο­κρι­τι­κής της έκ­θε­σης του Σαρ­ρή, με τίτ­λο, «Κα­τά­λο­γος Ανα­γνω­στών του Finnegans Wake / ση­μειώ­σεις για τον James Joyce», ο ο­ποίος και προϊδεά­ζει για την πρω­το­τυ­πία της. Ακό­μη, δυο ξέ­νοι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι, Τό­μας Πύ­ντσον και Ρο­μπέρ­το Μπο­λά­νο. Και δυο Έλλη­νες πε­ζο­γρά­φοι, ως πρώ­το και τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, Χρή­στος Βακαλόπουλος και Αλέ­ξαν­δρος Σχι­νάς.
Ο Μπα­μπα­σά­κης γρά­φει για ό­λους αυ­τούς, έ­χο­ντας συ­νε­χώς κα­τά νου την πα­ρέα του. “Μια πα­ρέα που ζού­σε και δρού­σε στο κέ­ντρο του κέ­ντρου του κα­λού κό­σμου, καί­τοι φή­μες την ή­θε­λαν πε­ρι­θω­ρια­κή. Μια πα­ρέα που πα­θιά­ζε­ται με τη λο­γο­τε­χνία, τους ποιη­τές, τα στέ­κια. Μια πα­ρέα αλ­κοο­λι­κή, που μι­λά με έ­παρ­ση για τα πά­θη της.” Με άλ­λη ευ­και­ρία, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται: “Εί­μαι πο­λύ χω­μέ­νος μέ­σα σε αυ­τό που λέ­νε πα­ρέα, μό­νος σου δεν έ­χει νό­η­μα, οι ή­ρωές μου εί­ναι ο Θά­νος Στα­θό­που­λος, ο Ευ­γέ­νιος Αρα­νί­τσης, ο Χρή­στος Βα­κα­λό­που­λος, ο Νί­κος Κα­ρού­ζος, ο πα­τέ­ρας μου και διά­φο­ρες γυ­ναί­κες.” Να ση­μειώ­σου­με ό­τι το κεί­με­νο για τον Πύ­ντσον, α­ναρ­τή­θη­κε στο η­λεκ­τρο­νι­κό πε­ριο­δι­κό, το εξ ο­λο­κλή­ρου α­φιε­ρω­μέ­νο στον α­με­ρι­κα­νό συγ­γρα­φέα, Ιού­λιο 2012 και α­πο­δί­δε­ται α­πό τον Μπα­μπα­σά­κη στον “με­λε­τη­τή της Με­τα­πο­λε­μι­κής Λο­γο­τε­χνίας” Νί­κο Βε­λή. Εκεί­νος, τό­τε, εί­χε ε­ξα­φα­νι­στεί για να συγ­γρά­ψει μυ­θι­στό­ρη­μα με τίτ­λο «Δια­συρ­μός». Το μυ­θι­στό­ρη­μα κυ­κλο­φό­ρη­σε Σε­πτέμ­βριο 2012. “Ση­μείω­μα της εκ­δό­τριας” γνω­στο­ποιεί “τον α­δό­κη­το χα­μό του Νί­κου Βε­λή”. Απο­ρού­με, για­τί αυ­τήν τη μυ­θο­πλα­στι­κή ε­πι­νό­η­ση, κοι­νό­το­πη μεν αλ­λά έ­ντε­χνα σερ­βι­ρι­σμέ­νη, την κα­τα­στρέ­φει ο Μπα­μπα­σά­κης, α­πο­κα­λύ­πτο­ντας στα πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία του βι­βλίου την ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέα και τα ε­μπλε­κό­με­να πρό­σω­πα. Όπως και να έ­χει, το εν λό­γω μυ­θι­στό­ρη­μα θα το συ­στή­να­με σε πα­λαιούς Αθη­ναίους, ή­τοι ά­νω των πε­νή­ντα ε­τών. Επι­θυ­μη­τή, πά­ντως, η συ­ναί­νε­ση με έ­ναν μποέ­μι­κο τρό­πο ζωής, σή­με­ρα πλέ­ον ξε­πε­ρα­σμέ­νο. Κα­τά τα άλ­λα, το πρό­σφα­το βι­βλίο ε­ξοι­κειώ­νει κά­πως τον α­μύη­το με τον κό­σμο του συγ­γρα­φέα, βο­η­θώ­ντας την α­νά­γνω­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Μέ­νει, ω­στό­σο, ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο η πα­ρέα του Μπα­μπα­σά­κη μπο­ρεί να εν­δια­φέ­ρει τη γε­νιά του Starbucks. Το μό­νο που θα υιο­θε­τού­σαν αμ­φό­τε­ρες εί­ναι το σλό­γκαν του Μπα­μπα­σά­κη, “Δυο ει­δών άν­θρω­ποι υ­πάρ­χου­ν: Εμείς!” 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/1/2014.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Στον αστερισμό των απατεώνων


Θέ­μης Πά­νου
«Vita Brevis
Ιστο­ρίες για α­χρείους»
Σκί­τσα: Θα­νά­σης Δή­μου
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Δε­κέμ­βριος 2013

Ο Θε­μι­στο­κλής Πά­νου, δε­κα­τρία συ­να­πτά έ­τη με­τά την πρώ­τη εμ­φά­νι­σή του στην πε­ζο­γρα­φία, ε­πα­νέρ­χε­ται με μία δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή ι­στο­ριών. Πολ­λά έ­χουν αλ­λά­ξει στο εν­διά­με­σο. Κά­ποια δεί­χνουν σαν μι­κρές α­πι­στίες στον Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τη ε­αυ­τό του. Το Θε­μι­στο­κλής συ­ντο­μεύ­τη­κε σε Θέ­μης. Όπως φαί­νε­ται, προ του διε­θνούς κλέ­ους, το αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό του βα­πτι­στι­κού πε­ριτ­τεύει. Το βιο­γρα­φι­κό προ­σαρ­μό­στη­κε στις κρα­τού­σες α­ντι­λή­ψεις πε­ρί του τι συ­νι­στά προ­σόν και τι μειο­νέ­κτη­μα. Για πα­ρά­δειγ­μα, το έ­τος γέν­νη­σης α­πα­λεί­φθη­κε, πα­νε­πι­στη­μια­κές σπου­δές μα­ζί με θέ­σεις σε κρα­τι­κά ι­δρύ­μα­τα προ­τάσ­σο­νται, η θη­τεία της τε­λευ­ταίας δε­κα­ε­τίας στο ποιο­τι­κό θέ­α­τρο ε­ξαί­ρε­ται, ε­νώ η προ­η­γού­με­νη ει­κο­σα­ε­τία σε πα­ρα­στά­σεις του ε­μπο­ρι­κού θεά­τρου α­πο­σιω­πά­ται, και τέ­λος, οι βρα­βεύ­σεις στο χώ­ρο του κι­νη­μα­το­γρά­φου πα­ρα­τί­θε­νται α­να­λυ­τι­κά. Αφή­νο­ντας, δη­λα­δή, πί­σω την θάλ­λου­σα νεό­τη­τα, συμ­μορ­φώ­νε­ται και ό­λα τα φώ­τα ε­στιά­ζο­νται στην ει­κό­να του σταρ.

Το πρώ­το Βόλ­πι

Και δι­καίως. Το βρα­βείο κα­λύ­τε­ρης αν­δρι­κής ερ­μη­νείας στο 70ο Φε­στι­βάλ της Βε­νε­τίας, το Κύ­πελ­λο Βόλ­πι, ό­πως εί­ναι η ο­νο­μα­σία του προς τι­μή του ι­δρυ­τή τού Φε­στι­βάλ κό­μη­τα Τζου­ζέπ­πε Βόλ­πι, που α­πέ­σπα­σε ο Πά­νου, εί­ναι το πρώ­το που α­πο­νέ­με­ται σε Έλλη­να η­θο­ποιό. Από το 1935, ό­ταν το εν λό­γω βρα­βείο θε­σμο­θε­τή­θη­κε, στα 56 αν­δρι­κού ρό­λου που α­πο­νε­μή­θη­καν, 112 εάν συμ­ψη­φί­σου­με και τα γυ­ναι­κείου ρό­λου, αυ­τό εί­ναι το πρώ­το ελ­λη­νι­κό “Coppa Volpi”. Ενώ, Αργυ­ρός, αλ­λά και Χρυ­σός, Λέων σε Έλλη­να σκη­νο­θέ­τη εί­χε δο­θεί. Ήδη, α­πό τη δε­κα­ε­τία του ’80, στον Θό­δω­ρο Αγγε­λό­που­λο. Πρώ­τα, ο Χρυ­σός για τον «Μέ­γα Αλέ­ξαν­δρο», με­τά ο Αργυ­ρός, για το «Το­πίο στην ο­μί­χλη». Σε ε­κεί­νη την ται­νία, ο Αγγε­λό­που­λος έ­δι­νε ι­διαί­τε­ρη διά­στα­ση στην έν­νοια του πα­τέ­ρα, συμ­βο­λι­κή, έ­ξω α­πό τον ρε­α­λι­σμό. Ο Αγγε­λό­που­λος α­πε­βίω­σε στις 24 Ιαν. 2012 και μα­ζί του έ­σβη­σε ο κι­νη­μα­το­γρά­φος με τις συμ­βο­λι­κές προ­ε­κτά­σεις. Συ­μπτω­μα­τι­κά, στο φε­τι­νό Φε­στι­βάλ Βε­νε­τίας, α­φιε­ρω­μέ­νο σε ε­κεί­νον, ο Αργυ­ρός Λέων και το Κύ­πελ­λο Βόλ­πι α­πο­νέ­μο­νται σε μία ρε­α­λι­στι­κή ται­νία, ό­που τί­πο­τα δεν μέ­νει θο­λό, ό­λα εμ­φα­νί­ζο­νται γυ­μνά. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό το χά­σμα, που χω­ρί­ζει τους δυο τίτ­λους. Στην «Miss Violence», η οι­κο­γέ­νεια πα­ρου­σιά­ζε­ται ως ε­στία κα­κών, με  τον πα­τέ­ρα ε­ξου­σια­στή να φτά­νει στην αι­μο­μι­ξία. Πρό­κει­ται και ε­δώ για μία ελ­λη­νι­κή οι­κο­γέ­νεια, που προ­βάλ­λε­ται ως α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή, α­σχέ­τως αν το σε­νά­ριο βα­σί­στη­κε στο ι­στο­ρι­κό μίας οι­κο­γέ­νειας Γερ­μα­νών.  
Ο Πά­νου, στο ρό­λο του πα­τέ­ρα, δεί­χνει την γκά­μα του τα­λέ­ντου του, με δο­μι­κό στοι­χείο την πει­θαρ­χία. Αντι­θέ­τως, στη συγ­γρα­φή, φαί­νε­ται να δια­τη­ρεί την α­ντι­συμ­βα­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά των νε­α­νι­κών του χρό­νων. Ήταν ο πιο κα­κός ο μα­θη­τής. Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, δυο φο­ρές έ­κα­νε την ί­δια τά­ξη, αν και δεν μνη­μο­νεύει τις συν­θή­κες της α­πο­τυ­χίας του. Δυο φο­ρές την πρώ­τη γυ­μνα­σίου, που συ­νέ­πε­σε με την με­τε­γκα­τά­στα­ση α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη στα Πα­τή­σια. Δυο φο­ρές την έ­κτη, αρ­χές Με­τα­πο­λί­τευ­σης, ό­ταν έ­πνεε ε­πα­να­στα­τι­κός αέ­ρας. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, έ­χο­ντας μεί­νει ε­κτός των ε­πί­ση­μων σχο­λών θεά­τρου, α­να­κά­λυ­ψε χά­ρις σε μία “θε­α­τρο­πα­ρέ­α”, τον θε­α­τρί­νο ε­ντός του. 

Ο κ. Διο­σκου­ρί­δης

Αλλά για να ε­πα­νέλ­θου­με στο βι­βλίο, ό­ταν πρό­κει­ται για το βιο­γρα­φι­κό στο “αυ­τά­κι”, η ι­διό­τη­τα του συγ­γρα­φέα έ­χει το με­γα­λύ­τε­ρο βά­ρος. Εδώ, ί­σα που μνη­μο­νεύε­ται ο τίτ­λος του πρώ­του βι­βλίου, «Αιφ­νι­δίως... και μία ε­πι­στρο­φή», και μά­λι­στα, με πα­ραλ­λαγ­μέ­νη τη χρο­νο­λο­γία έκ­δο­σης. Κά­τι σαν πα­λαιά α­μαρ­τία. Από μία ά­πο­ψη, αυ­τές εί­ναι α­να­με­νό­με­νες  α­πώ­λειες, ό­ταν ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­λέ­γει τον με­γά­λο εκ­δο­τι­κό οί­κο. Σε τε­λευ­ταία α­νά­λυ­ση, α­σή­μα­ντες, σε σχέ­ση με τα ό­ποια ο­φέ­λη ε­ξα­σφα­λί­ζει η με­τοι­κε­σία. Ο Πά­νου, πά­ντως, στον πρώ­το εκ­δό­τη του, “τον ε­ξαί­ρε­τον κ. Διο­σκου­ρί­δη”, ό­πως τον α­πο­κα­λεί, ο­φεί­λει μέ­ρος της πρω­το­τυ­πίας ε­κεί­νου του βι­βλίου. Για πα­ρά­δειγ­μα, το ε­μπρο­σθό­φυλ­λο να με­τα­τρέ­πε­ται σε ο­πι­σθό­φυλ­λο και τού­μπα­λιν. Άλλω­στε, χά­ρις σε ε­κεί­νον, γρά­φει τρία διη­γή­μα­τα. Το πρώ­το συ­νο­δεύει το βι­βλίο δί­κην δελ­τίου Τύ­που. Και­νο­το­μία του κ. Διο­σκου­ρί­δη προς α­ντι­κα­τά­στα­ση του στε­ρεό­τυ­που βιο­γρα­φι­κού. Ήθε­λε λευ­κό το “αυ­τά­κι” του βι­βλίου, για να α­πο­φεύ­γε­ται η χει­ρα­γώ­γη­ση του α­να­γνώ­στη. Το δεύ­τε­ρο υ­πο­τί­θε­ται ό­τι ή­ταν το πρώ­το του πε­ζό, που υ­πε­ρέ­βαι­νε τις δυο σε­λί­δες. Εί­ναι το κα­τα­λη­κτι­κό του βι­βλίου, σαν συ­μπλή­ρω­μα στα δε­καέ­ξι σύ­ντο­μα διη­γή­μα­τα, δε­κα­τρία της μίας σε­λί­δας και τρία της μίας και με­ρι­κών σει­ρών. 
Μέ­νει το τρί­το διή­γη­μα, που γρά­φτη­κε αρ­γό­τε­ρα και α­να­φέ­ρε­ται “στο με­γα­λείο του ε­λά­χι­στου”, κα­τά τον υ­πό­τιτ­λο. Σε ε­κεί­νο α­νι­στο­ρεί με­τά φα­ντα­σίας τα «Tragici minoris» της πρώ­της εκ­δο­τι­κής του ε­μπει­ρίας. Δη­μο­σιεύ­τη­κε Ιούν. 2004. Εί­ναι η μο­να­δι­κή συ­νερ­γα­σία του Πά­νου στο πε­ριο­δι­κό της γε­νιάς του, το «Να έ­να μή­λο», που έ­σβη­σε ά­δο­ξα, για­τί το βα­ρέ­θη­κε η μά­να του, του­τέ­στιν η εκ­δό­τρια και διευ­θύ­ντριά του. Σε α­ντί­θε­ση με άλ­λους διη­γη­μα­το­γρά­φους, οι συ­νερ­γα­σίες του Πά­νου σε λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, α­πό ό­σο του­λά­χι­στον γνω­ρί­ζου­με, εί­ναι μό­λις δυο. Του διη­γή­μα­τος εί­χε προ­η­γη­θεί, Δεκ. 2003, η δη­μο­σίευ­ση «Τριών πε­ζών ποιη­μά­των» στο πε­ριο­δι­κό της Εται­ρείας Με­λέ­της της κα­θ’  η­μάς Ανα­το­λής, «Η Κιν­στέρ­να». Το με­σαίο  ποίη­μα, «Θε­α­ταί», ξε­κι­νά­ει α­πο­λο­γι­στι­κά, “Ολί­γα πράγ­μα­τα. Ολί­γα ε­πρά­ξα­μεν. Σχε­δόν τα ε­λά­χι­στα, τα ει δυ­να­τό­ν.” και τε­λειώ­νει α­πο­λο­γη­τι­κά, “Βε­βαίως εις την πρώ­την σει­ράν, / εκ του σύ­νεγ­γυς, εις την πρώ­την γραμ­μή και τα / τοιαύ­τα... πα­ρό­λα αυ­τά... α­πλώς θε­α­ταί. / Τί­πο­τε άλ­λο.”
Κι ό­μως, δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ο ποιη­τής βρέ­θη­κε, σχε­δόν χω­ρίς να το ε­πι­διώ­ξει, στο κέ­ντρο της σκη­νής. Τε­λι­κά, “τα ει δυ­να­τό­ν” α­πο­δεί­χθη­καν πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα. Όχι μό­νο πέ­τυ­χε έ­ναν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό θρίαμ­βο, αλ­λά πα­ράλ­λη­λα, πα­ρου­σιά­ζε­ται με το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του ως μία ι­σχυ­ρή υ­πο­ψη­φιό­τη­τα για το βρα­βείο διη­γή­μα­τος 2013. Στα καθ’ η­μάς, μία ό­χι ευ­κα­τα­φρό­νη­τη διά­κρι­ση. Ισχυ­ρή υ­πο­ψη­φιό­τη­τα για το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου εί­χε α­πο­τε­λέ­σει και το πρώ­το του βι­βλίο. Τό­τε α­κό­μη, δεν εί­χε τε­θεί η­λι­κια­κός φραγ­μός στους διεκ­δι­κη­τές του εν λό­γω βρα­βείου. Μπο­ρού­σε να α­πο­νε­μη­θεί και σε έ­ναν σα­ρα­ντά­ρη ό­πως ή­ταν ο Πά­νου. Εκεί­νη τη χρο­νιά εί­χε α­πο­νε­μη­θεί σε έ­ναν πρω­το­εμφ­νι­ζό­με­νο, που ή­ταν ε­πί­σης η­θο­ποιός. Μά­λι­στα, στε­γα­ζό­ταν και ε­κεί­νος στον εκ­δο­τι­κό οί­κο του κ. Διο­σκου­ρί­δη.

Δια­χρο­νι­κώς α­χρείοι

Δια­φο­ρε­τι­κό το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του Πά­νου, αλ­λά κι αυ­τό πρω­τό­τυ­πο ως σύλ­λη­ψη. Οι λα­τι­νι­κοί χα­ρα­κτή­ρες του τίτ­λου, σε συν­δυα­σμό με τον αγ­γλό­γλωσ­σο τίτ­λο της ται­νίας, δη­μιουρ­γούν αρ­χι­κά την ε­ντύ­πω­ση πως ο συγ­γρα­φέ­ας α­κο­λου­θεί τον συρ­μό και α­παρ­νεί­ται την ελ­λη­νι­κή. Λαν­θα­σμέ­νη ε­ντύ­πω­ση. Όσο ελ­λη­νι­κός εί­ναι ο τίτ­λος του πρώ­του βι­βλίου, με ε­κεί­νο το κα­θα­ρευου­σιά­νι­κο “αιφ­νι­δίως”, άλ­λο τό­σο εί­ναι και ο και­νού­ριος. Αντλεί­ται α­πό το πρώ­το πα­ράγ­γελ­μα των α­φο­ρι­σμών του Ιππο­κρά­τους, “ο βίος βρα­χύς η δε τέ­χνη μα­κρά”, αλ­λά α­ντε­στραμ­μέ­νο, ό­πως το α­πέ­δω­σαν οι Ρω­μαίοι, “Ars longa, vita brevis”. Ασχέ­τως αν ο συγ­γρα­φέ­ας, πα­ρό­τι γνω­ρί­ζει πως η εκ­μά­θη­ση μίας τέ­χνης α­παι­τεί μα­κρύ χρό­νο, ε­πι­δί­δε­ται σε δυο ταυ­το­χρό­νως. Κά­τι σαν το “α­πό δω η γυ­ναί­κα μου κι α­πό δω το αί­σθη­μά μου”.  
Το 2000, στα σα­ρά­ντα του, πριν σκά­σει μύ­τη στον κι­νη­μα­το­γρά­φο, εκ­δί­δει την πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα ξε­κι­νά­ει σπου­δές θε­α­τρο­λο­γίας. Στα 53 του, ε­πα­νεμ­φα­νί­ζε­ται με πο­λυ­σέ­λι­δες, του­λά­χι­στον για τα δι­κά του μέ­τρα, “ι­στο­ρίες για α­χρείους”. Ο πρώ­τος συ­νειρ­μός εί­ναι ό­τι πρό­κει­ται για τους ση­με­ρι­νούς α­χρείους. Με άλ­λα λό­για, για έ­να α­κό­μη βι­βλίο γύ­ρω α­πό την κρί­ση και τα τρέ­χο­ντα δει­νά. Κά­τι τέ­τοιο θα α­πο­τε­λού­σε μία σχε­δόν αυ­το­νό­η­τη με­τα­πή­δη­ση α­πό την οι­κο­γε­νεια­κή βία της βρα­βευ­μέ­νης ται­νίας, που ο­δη­γεί τα θύ­μα­τα στην αυ­το­κτο­νία, στην πο­λι­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή βία, με τις ί­διες συ­νέ­πειες για τους α­δύ­να­μους. Έτσι κι αλ­λιώς, και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις για α­χρείους πρό­κει­ται. Μό­νο που έ­νας συγ­γρα­φέ­ας της στό­φας του Πά­νου δεν κα­τα­φεύ­γει στην ρε­α­λι­στι­κή α­πό­δο­ση του ε­δώ και τώ­ρα. Αντί της η­θο­γρα­φί­ζου­σας συγ­χρο­νίας, συλ­λαμ­βά­νει τις μα­κρι­νές κα­τα­βο­λές της νοο­τρο­πίας των Νε­ο­ελ­λή­νων, που ε­πι­κρο­τεί την κα­πα­τσο­σύ­νη μέ­χρι και την με­τά δό­λου τε­λού­με­νη, α­φή­νο­ντας χα­λα­ρά τα ό­ρια προς την α­πα­τεω­νιά.
Οι ι­στο­ρίες του Πά­νου φέρ­νουν  στις αγ­γλι­κές χιου­μο­ρι­στι­κές ι­στο­ρίες, κυ­ρίως, τις πα­λαιό­τε­ρες. Μο­να­δι­κό κί­νη­τρο για ό­σα συμ­βαί­νουν εί­ναι το χρή­μα. Αμι­γώς αν­δρι­κός ο θία­σος, μό­νο κά­ποιες κό­ρες ε­μπλέ­κο­νται, λό­γω του δού­ναι και λα­βείν της προί­κας, κα­θώς και η ε­ρω­μέ­νη ε­νός α­χρείου, που αυ­το­κτο­νεί με­τά την ε­γκα­τά­λει­ψή της α­πό ε­κεί­νον. Πρό­κει­ται για τέσ­σε­ρις πε­ρί­που ι­σο­μή­κεις ι­στο­ρίες. Ακρι­βέ­στε­ρα, για τρεις, ό­που η πρώ­τη χω­ρί­ζε­ται σε δυο μέ­ρη, που ε­κτυ­λίσ­σο­νται σε δια­φο­ρε­τι­κούς χρό­νους και το­πο­θε­τού­νται στην αρ­χή και το τέ­λος του βι­βλίου. Επα­κρι­βώς, ο χρό­νος των δρώ­με­νων δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται. Σκόρ­πιες και έμ­με­σες α­να­φο­ρές το­πο­θε­τούν τη δρά­ση σε μία μα­κρά πε­ρίο­δο του 20ου αιώ­να, αρ­χής γε­νο­μέ­νης με τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους, α­πό τους ο­ποίους εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νη η πρώ­τη σκη­νή του βι­βλίου, μέ­χρι την αρ­χή της Με­τα­πο­λί­τευ­σης, ό­ταν α­νοί­γουν, με την πα­ρέ­λευ­ση ε­ξη­κο­ντα­ε­τίας, τα αρ­χεία των εν λό­γω Πο­λέ­μων. Αντί­στοι­χη α­σά­φεια χα­ρα­κτη­ρί­ζει και τον προσ­διο­ρι­σμό του τό­που. Εντός της ελ­λη­νι­κής ε­πι­κρά­τειας ε­δρά­ζο­νται οι ι­στο­ρίες. Πολ­λά, ό­μως, ε­πει­σό­δια δια­δρα­μα­τί­ζο­νται στην αλ­λο­δα­πή, κα­θό­σον οι ή­ρωες εί­ναι α­χρείοι πε­ριω­πής, με κο­σμο­πο­λί­τι­κο προ­φίλ και δρά­ση, που ε­ξα­πλώ­νε­ται α­νά τις η­πεί­ρους. 

Τα καρ­τά­λια

Όλα αυ­τά, αλ­λά, προ πά­ντων, ο τρό­πος της α­φή­γη­σης, δί­νουν δια­χρο­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα στις α­τι­μίες ή και τις ε­γκλη­μα­τι­κές πρά­ξεις που τε­λού­νται. Πα­ρά­δειγ­μα, η βε­βια­σμέ­νη ε­ξα­σφά­λι­ση μίας δια­θή­κης, στο ο­μό­τιτ­λο, τρί­το στη σει­ρά πα­ρά­τα­ξης, διή­γη­μα, για την ο­ποία ο ευ­νοού­με­νος κλη­ρο­νό­μος συ­νερ­γά­ζε­ται με πα­ρα­κα­τια­νούς, που κά­νουν τη βρώ­μι­κη δου­λειά, αλ­λά και με κοι­νω­νι­κούς λει­τουρ­γούς, ό­πως ο για­τρός και ο δι­κη­γό­ρος, πρό­σω­πα χω­ρίς η­θι­κούς φραγ­μούς. Επί­σης, το τρί­το στη σει­ρά διή­γη­μα, πα­ρό­τι ο τίτ­λος του, «Λί­μπερ­τι», το πε­ριο­ρί­ζει χρο­νι­κά στα με­θεόρ­τια του Β΄Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου, ο α­φη­γη­μα­τι­κός χει­ρι­σμός του τρό­που που δό­θη­καν σε “ε­φο­πλι­στές της συ­φο­ράς” και στη συ­νέ­χεια, πέ­ρα­σαν δο­λίως σε “καρ­τά­λια”, με τη συ­νερ­γεία “υ­παλ­λή­λου του Υπουρ­γείου Εξω­τε­ρι­κώ­ν”, που πή­ρε “το δω­ρά­κι του”,  α­ντα­να­κλά το πρό­τυ­πο για στη­μέ­νες εκ­χω­ρή­σεις και α­γο­ρο­πω­λη­σίες. Όσο για τη δι­με­ρή ι­στο­ρία, «Ορντι­νά­τσα» - «Παν­σιόν», με το πρώ­το μέ­ρος στην με­σο­πο­λε­μι­κή Αλε­ξάν­δρεια, θυ­μί­ζει α­στυ­νο­μι­κό ε­πο­χής με ι­στο­ρι­κό βά­θος. Στην ε­μπό­λε­μη πε­ρίο­δο, κά­ποιοι α­χρείοι αυ­το­μο­λούν στον ε­χθρό και προ­δί­δουν μυ­στι­κά,  ε­νώ, οι ί­διοι, σε και­ρό ει­ρή­νης, κυ­νη­γούν τον εύ­κο­λο πλου­τι­σμό. 
Ο Πά­νου έ­χει προ­βλέ­ψει έ­να τε­λευ­ταίο μέ­ρος με­τα­μο­ντέρ­νας σύλ­λη­ψης, που ε­ξά­ρει την χιου­μο­ρι­στι­κή πλευ­ρά των ι­στο­ριών. Σε αυ­τό συ­γκε­ντρώ­νο­νται πληρο­φοριακές ση­μειώ­σεις, που συ­νο­δεύουν την κά­θε ι­στο­ρία, για πρό­σω­πα, συμ­βά­ντα και χώ­ρους, δί­νο­ντας έ­τσι ε­πί­χρι­σμα ντο­κου­μέ­ντου. Σύμ­φω­να με το κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, διά χει­ρός συγ­γρα­φέα, πρώ­τα προέ­κυ­ψαν οι ή­ρωες και με­τά οι ι­στο­ρίες. Δη­λα­δή, πρώ­τα τους σκι­τσά­ρι­σε ο Θα­νά­σης Δή­μου, τους εί­δε ο Πά­νου, ξε­τρε­λά­θη­κε και έ­γρα­ψε τις ι­στο­ρίες του. Δεν πρέ­πει, ω­στό­σο, να δί­νει κα­νείς βά­ση στους ι­σχυ­ρι­σμούς του, κα­θώς α­ρέ­σκε­ται σε πα­ρό­μοιες α­ντι­στρο­φές της ορ­θό­δο­ξης σει­ράς των πραγ­μά­των. Η γε­λοιο­γρα­φι­κή, πά­ντως, α­πό­δο­ση των χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών των προ­σώ­πων α­ντα­πο­κρί­νε­ται στα βιο­γρα­φι­κά τους. Από την άλ­λη, οι ή­ρωες προ­ε­ξάρ­χουν, με την α­φή­γη­ση, σε γρή­γο­ρο ρυθ­μό, να α­κο­λου­θεί την τυ­χο­διω­κτι­κή δρά­ση τους. 
Ήδη, α­πό το προ­η­γού­με­νο βι­βλίο του Πά­νου, εί­χα­με ε­πι­ση­μά­νει την ε­πί­νοια που δεί­χνει κα­τά την ο­νο­μα­το­θε­σία, με μο­να­δι­κούς συν­δυα­σμούς βα­πτι­στι­κού και ε­πι­θέ­του. Επί­σης, την λεια­σμέ­νη γλώσ­σα, πλού­σια σε λό­για στοι­χεία και πο­λί­τι­κο ι­διό­λε­κτο. Στις ι­στο­ρίες του, τους πρω­τα­γω­νι­στι­κούς ρό­λους τους δί­νει σε αν­θρώ­πους του θεά­μα­τος και της δια­σκέ­δα­σης. Ανά­με­σα σε αυ­τούς, έ­νας μο­να­δι­κός έ­ντι­μος, με ζωο­μορ­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, κα­θό­σον φύ­λα­κας ζωο­λο­γι­κού κή­που, αλ­λά ό­χι και ζωώ­δη έν­στι­κτα, που ε­πι­λέ­γε­ται ως ει­κό­να ε­ξω­φύλ­λου. Ενώ, έ­νας άλ­λος, ο­νό­μα­τι Αλέ­ξαν­δρος Βα­κά­φης, ε­μπο­ροϋπάλ­λη­λος, “ε­λάσ­σων ποιη­τής της Αι­γύ­πτου”, κά­ποιας η­λι­κίας, “με στρογ­γυ­λά γυα­λά­κια και μια χω­ρί­στρα έ­ντο­νη στο πλάι, με­γά­λη μύ­τη και ευ­γε­νι­κό πρό­σω­πο”, α­πο­τε­λεί την βλά­σφη­μη συμ­βο­λή του συγ­γρα­φέα στο εκ­πνεύ­σαν κα­βα­φι­κό έ­τος. Από μία ά­πο­ψη, ο ο­μο­φυ­λό­φι­λος Βα­κά­φης, που, πριν πα­τή­σει την σκαν­δά­λη, α­πο­χαι­ρε­τά­ει τον ε­ρα­στή του, που τον α­πά­τη­σε, με τον ε­παυ­ξη­μέ­νο στί­χο “βρώ­μα... α­πο­χαι­ρέ­τα την την Αλε­ξάν­δρεια που χά­νεις”, και ο αι­μο­μί­κτης πα­τέ­ρας του «Miss Violence», δεν εί­ναι πα­ρά οι α­κραίες εκ­φάν­σεις μίας αν­θού­σας, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ε­λευ­θε­ριό­τη­τας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 12/1/2014.

Απορίες ψάλτου...

Οι μέ­ρες ε­πι­βάλ­λουν μία ε­πί τρο­χά­δην α­να­φο­ρά στα Ημε­ρο­λό­για του 2014. Εξάλ­λου, στον μα­κρύ βίο τού  Ex Libris αυ­τό συ­νι­στά κε­κτη­μέ­νη συ­νή­θεια. Μα­ζί με μία δεύ­τε­ρη σε­λί­δα α­φιε­ρω­μέ­νη στην α­πα­ρίθ­μη­ση και τον σχο­λια­σμό των ε­πε­τείων, α­πο­τε­λεί για ε­μάς τον κα­θιε­ρω­μέ­νο τρό­πο ει­σό­δου στο Νέο Έτος. Μό­νο που, ε­φέ­τος, ι­σχύει το γνω­μι­κό “ουκ αν λά­βοις πα­ρά του μη έ­χο­ντος”. Προ δέ­κα ε­τών, το υ­π’ α­ριθ­μό 610 Ex Libris ξε­κι­νού­σε με μία πλού­σια πα­ρου­σία­ση η­με­ρο­λο­γίων. “Δί­σε­κτο το 2004 και τα η­με­ρο­λό­για πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται, κα­λύ­πτο­ντας ό­λα τα γού­στα και τις ό­ποιες α­νά­γκες”, ση­μειώ­να­με τό­τε. Το 2014, που δεν τυγ­χά­νει δί­σε­κτο, αλ­λά το ο­ποίο – ο Θεός να μας βγά­λει ψεύ­τες – θα α­πο­βεί χει­ρό­τε­ρο α­πό δί­σε­κτο, το υ­π’ α­ριθ­μό 1035 Ex Libris δεν έ­χει τι να πα­ρου­σιά­σει.
Οι μο­να­δι­κές εν­δεί­ξεις μίας κά­ποιας φι­λο­φρό­νη­σης ε­νός εκ­δο­τι­κού οί­κου προς τους δη­μο­σιο­γρά­φους που σχο­λιά­ζουν τα βι­βλία του ή­ταν μέ­χρι πρό­σφα­τα οι ευ­χη­τή­ριες κάρ­τες και τα η­με­ρο­λό­για. Μέ­σα, ό­μως, στην οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, συμ­ψη­φί­ζο­ντας οι εκ­δό­τες α­να­γκαία και πε­ριτ­τά έ­ξο­δα, αυ­τά κρί­θη­καν πε­ριτ­τή δα­πά­νη. Οι κάρ­τες α­ντι­κα­τα­στά­θη­καν α­πό τις η­λεκ­τρο­νι­κές ευ­χές, α­πρό­σω­πες, στε­ρεό­τυ­πες, χω­ρίς χρο­νι­κό α­πο­τύ­πω­μα. Ενώ, τα η­με­ρο­λό­για υ­πο­βι­βά­στη­καν σε α­πλούς η­με­ρο­δεί­κτες με κά­ποιες έν­θε­τες σε­λί­δες γύ­ρω α­πό έ­να ε­πί­και­ρο θέ­μα. Όσο για τα λο­γο­τε­χνι­κά η­με­ρο­λό­για, τα α­φιε­ρω­μέ­να σε έ­ναν συγ­γρα­φέα, που συν­δυά­ζο­νταν με τους ε­πε­τεια­κούς ε­ορ­τα­σμούς, αυ­τά ε­ξα­φα­νί­στη­καν. Αλλά, έ­τσι κι αλ­λιώς, πλή­θος α­πο­ρίες δη­μιουρ­γούν οι τα­κτι­κές των εκ­δο­τι­κών οί­κων, α­πό τα ε­πι­λε­γό­με­να προς έκ­δο­ση βι­βλία μέ­χρι τις δη­μό­σιες σχέ­σεις τους. 
Από τα λι­γο­στά ε­φε­τι­νά η­με­ρο­λό­για, λά­βα­με ε­νός μό­νο εκ­δο­τι­κού οί­κου. Ως γνω­στόν, οι α­πο­στο­λές στις “μι­κρές” ε­φη­με­ρί­δες ε­ξαρ­τώ­νται α­πό την κα­λή διά­θε­ση του ε­κά­στο­τε υ­πεύ­θυ­νου. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, η Ντό­ρα Τσα­κνά­κη, υ­πεύ­θυ­νη του Γρα­φείου Τύ­που των εκ­δό­σεων Με­ταίχ­μιο, ε­δώ και χρό­νια, μας τρο­φο­δο­τεί με η­με­ρο­λό­για και ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία. Εφέ­τος μας έ­στει­λε ό­χι έ­να αλ­λά δυο Ημε­ρο­λό­για. Το πρώ­το έ­χει τίτ­λο: «Δια­βά­ζου­με λοι­πόν. Αλλά για­τί;» Στο ε­ρώ­τη­μα α­πα­ντούν 118 συγ­γρα­φείς, Έλλη­νες και ξέ­νοι, με­τα­φρα­στές, ει­κο­νο­γρά­φοι, ε­πι­με­λη­τές κ.ά. Δεν εί­ναι λί­γες οι α­πα­ντή­σεις, που υ­περ­βαί­νουν τα τε­τριμ­μέ­να. Το δεύ­τε­ρο Ημε­ρο­λό­γιο τιτ­λο­φο­ρεί­ται «4 ε­πο­χές του ε­γκλή­μα­τος». Φι­λο­δο­ξεί να εί­ναι “έ­νας λο­γο­τε­χνι­κός ο­δη­γός στα μο­νο­πά­τια της α­στυ­νο­μι­κής λο­γο­τε­χνίας”. Συ­γκρα­τού­με την α­πά­ντη­ση του Ντά­σιελ Χά­μετ για το πώς ε­κτι­μά την συγ­γρα­φι­κή του συμ­βο­λή: “Υπήρ­ξα η χει­ρό­τε­ρη ε­πιρ­ροή στην α­με­ρι­κα­νι­κή λο­γο­τε­χνία που μπο­ρεί κα­νείς να φα­ντα­στεί.”

Άστεων γεύ­σεις

Το 2004, εί­χα­με λά­βει α­πό το Με­ταίχ­μιο το Λο­γο­τε­χνι­κό Ημε­ρο­λό­γιο Σο­λω­μού, σε ε­πι­μέ­λεια Νι­κή­τα Πα­ρί­ση. Ήταν το πρώ­το μίας Σει­ράς Λο­γο­τε­χνι­κών Ημε­ρο­λο­γίων, που δυ­στυ­χώς ε­γκα­τα­λεί­φθη­κε. Εκεί­νο εί­χε βρει τη θέ­ση του στη Βι­βλιο­θή­κη, δί­πλα στα Λο­γο­τε­χνι­κά Ημε­ρο­λό­για των Χαλ­κι­δαίων εκ­δό­σεων Διά­με­τρος, που ε­πί­σης ε­γκα­τα­λεί­φθη­καν. Κι ό­μως, με λι­γό­τε­ρο φι­λό­δο­ξες ε­πι­λο­γές, και οι δυο Σει­ρές θα μπο­ρού­σαν να μα­κρο­η­με­ρεύ­σουν.  Από το 2004 σώ­ζε­ται και το η­με­ρο­λό­γιο της Εύης Βου­τσι­νά, με τίτ­λο, «Άστεων γεύ­σεις», “250 συ­ντα­γές α­πό την α­στι­κή κου­ζί­να του Ελλη­νι­σμού”. Από μα­κριά δια­βά­σα­με τον τίτ­λο, “Άστε­γων γεύ­σεις”, κα­θώς ο ε­γκέ­φα­λος ε­πεμ­βαί­νει κα­λύ­πτο­ντας τα κε­νά μίας α­δύ­να­της ό­ρα­σης. Στις 10 Δεκ. η Βου­τσι­νά α­πε­βίω­σε. Λευ­κα­δί­τισ­σα ή­ταν μία ι­διαί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση στο χώ­ρο της γα­στρο­νο­μίας. Εκεί­νο το Ημε­ρο­λό­γιο ά­νοι­γε με το κε­φά­λαιο, «Το ελ­λη­νι­κό τρα­πέ­ζι». Δυο δια­πι­στώ­σεις προσ­γείω­ναν τον τίτ­λο στο πα­ρό­ν: “Το ελ­λη­νι­κό τρα­πέ­ζι δεν εί­ναι πιά για­γιά, παπ­πούς, τρία παι­διά, δυο γο­νείς.” “Η μο­δά­τη και πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νη πυ­ρα­μί­δα της με­σο­γεια­κής δια­τρο­φής δεν εί­ναι πα­ρά το ε­τή­σιο πρό­γραμ­μα φα­γη­τού της για­γιάς μας.” Ενώ, στη συ­νέ­χεια, ξε­δι­πλω­νό­ταν μία βε­ντά­λια συ­ντα­γών της διά­ση­μης με­σο­γεια­κής κου­ζί­νας. Κα­λά η Βου­τσι­νά έ­φυ­γε νω­ρίς, πριν τη νό­θευ­ση του ελ­λη­νι­κού πιά­του με α­νοί­κειους συν­δυα­σμούς γεύ­σεων. Απο­ρεί κα­νείς πως κα­τά­φε­ρε η τά­ση μι­μη­τι­σμού να α­να­δει­χθεί ι­σχυ­ρό­τε­ρη α­κό­μη και της βα­θιά ρι­ζω­μέ­νης κα­λο­φα­γίας.

Νο­θεία προϊό­ντος

Πέρ­σι τον Μάρ­τιο, οι εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο γιόρ­τα­σαν την ει­κο­σα­ε­τή πα­ρου­σία τους. Τε­λι­κά, οι εκ­δο­τι­κοί οί­κοι μα­κρο­η­με­ρεύουν. Με την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, δεν έ­κλει­σε κα­μία με­γά­λη πόρ­τα. Μό­νο για ο­ρι­σμέ­νους, κυ­κλο­φό­ρη­σαν κά­ποιες φή­μες σχε­τι­κά με δυ­σκο­λίες πλη­ρω­μών. Από την πλευ­ρά των συγ­γρα­φέων, πά­ντως, ι­σχύει στο α­κέ­ραιο το γνω­μι­κό, “τον πλού­τον πολ­λοί ε­μί­ση­σαν, την δό­ξαν ου­δείς”. Όλο και πε­ρισ­σό­τε­ροι εί­ναι ε­κεί­νοι που βά­ζουν το χέ­ρι στην τσέ­πη για την έκ­δο­ση ή έ­στω τη συμ­με­το­χή στην έκ­δο­ση του βι­βλίου τους. Την σή­με­ρον, οι εκ­δο­τι­κοί οί­κοι, α­κό­μη και οι γνω­στό­τε­ροι, βγά­ζουν, με­τά της α­παι­τού­με­νης ε­χε­μύ­θειας, πλη­ρω­μέ­νο βι­βλίο. Και μά­λι­στα, για να εί­ναι ελ­κυ­στι­κό το πα­κέ­το της προ­σφο­ράς, α­να­λαμ­βά­νουν και την προώ­θη­σή του - μία δυο κα­τα­χω­ρή­σεις στον Τύ­πο, ά­ντε και κα­μία μνη­μό­νευ­ση, α­πα­ραι­τή­τως βρα­διά πα­ρου­σία­σης με γνω­στό ό­νο­μα για ο­μι­λη­τή και έ­να δεύ­τε­ρο για την α­νά­γνω­ση. Βε­βαίως, αυ­τό ση­μαί­νει νό­θευ­ση του προϊό­ντος. Του­τέ­στιν ε­ξα­πά­τη­ση του κα­τα­να­λω­τή, που ε­πα­φίε­ται στη φίρ­μα του οί­κου και α­γο­ρά­ζει το βι­βλίο με κλει­στά μά­τια. Σι­γά τον πο­λυέ­λαιο. Ο κα­τα­να­λω­τής, με την κα­κο­με­τα­φρα­σμέ­νη λο­γο­τε­χνία που τον ταΐζουν, τεί­νει προς την α­γευ­σία. Σο­βα­ρή πά­θη­ση, που έ­χει, ω­στό­σο, το θε­τι­κό, ό­πως, κα­λή ώ­ρα, η ά­νοια, να μην γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή α­πό το ί­διο το ά­το­μο. Κι ό­ταν πρό­κει­ται για ε­πι­δη­μι­κό φαι­νό­με­νο, ού­τε α­πό το πε­ρι­βάλ­λον του. Οπό­τε, και “η πί­τα ο­λό­κλη­ρη και ο σκύ­λος χορ­τά­τος”. 

Εν υ­πνώ­σει

Πά­ντως, σε α­ντί­θε­ση με τους εκ­δο­τι­κούς οί­κους, τα ποι­κί­λα Νο­μι­κά Πρό­σω­πα Ιδιω­τι­κού ή Δη­μο­σίου Δι­καίου μη κερ­δο­σκο­πι­κού χα­ρα­κτή­ρα ευ­κό­λως ι­δρύο­νται και α­κό­μη ευ­κο­λό­τε­ρα κα­ταρ­γού­νται. Του­λά­χι­στον ευ­κό­λως ε­ξαγ­γέλ­λε­ται η κα­τάρ­γη­σή τους, κα­θώς, στη συ­νέ­χεια, τα Ιδρύ­μα­τα φαί­νε­ται να ι­σορ­ρο­πούν ευ­στα­θώς σε κα­τά­στα­ση ύ­πνω­σης. Αντι­προ­σω­πευ­τι­κό πα­ρά­δειγ­μα συ­νι­στά το Εθνι­κό Κέ­ντρο Βι­βλίου. Εφέ­τος, θα μπο­ρού­σε να γιορ­τά­ζει τα ει­κο­σά­χρο­νά του. Και μά­λι­στα, στη βί­λα Μπό­τση, που του εί­χε πα­ρα­χω­ρη­θεί δω­ρεάν α­πό το αρ­μό­διο Υπουρ­γείο. Αλλά ο δεύ­τε­ρος στη σει­ρά διευ­θυ­ντής, πριν κα­λά κα­λά ο­λο­κλη­ρω­θεί η ε­γκα­τά­στα­σή του στην Εκά­λη, που εί­χε α­πο­φα­σί­σει ο προ­η­γού­με­νος, το ε­πα­νέ­φε­ρε στο κέ­ντρο της Αθή­νας. Αντί ε­ορ­τα­σμών, τον Φε­βρουά­ριο συ­μπλη­ρώ­νε­ται χρό­νος α­πό το διο­ρι­σμό του προ­σω­ρι­νού Δ.Σ., που εί­χε α­να­λά­βει την εκ­κα­θά­ρι­ση του Ιδρύ­μα­τος μέ­σα σε έ­να μή­να. 
Ενδια­μέ­σως, το Ε.ΚΕ.ΒΙ. ε­ξα­κο­λου­θεί να πλη­ρώ­νει α­δρά το πο­λυώ­ρο­φο κτί­ριο της Αθαν. Διά­κου στη μο­δά­τη πε­ριο­χή του Μα­κρυ­γιάν­νη. Όσο για τη βί­λα Μπό­τση, την ά­φη­σε να ρη­μά­ζει, α­γα­νά­κτη­σε έ­νας υ­πουρ­γός Πο­λι­τι­σμού – προ τε­τρα­ε­τίας, ο Μι­χά­λης Λιά­πης - και την πή­ρε πί­σω. Κα­τά τα άλ­λα, το Ίδρυ­μα, πλην της α­πο­στο­λής ε­πι­στο­λών δια­μαρ­τυ­ρίας προς τον Υπουρ­γό, α­δρα­νεί. Απο­ρεί κα­νείς τι θα στοί­χι­ζε η διορ­γά­νω­ση μίας Ημε­ρί­δας στην Αθή­να για τον τι­μώ­με­νο του 2013 Κα­βά­φη ή έ­στω και μία σει­ρά δια­λέ­ξεων στο χώ­ρο των γρα­φείων του. Αλλά και για το 2014, τι κό­στος θα εί­χε να α­να­κοι­νώ­σει το Ε.ΚΕ.ΒΙ. πρώ­το τον με­γά­λο τι­μώ­με­νο. Έτσι, για την τι­μή των ό­πλων. Κι ας μην υ­πάρ­χουν κον­δύ­λια. Πο­τέ δεν ξέ­ρεις. Με έ­να πα­ρό­μοιο ό­νο­μα θα μπο­ρού­σε να ευαι­σθη­το­ποιη­θεί ο Υπουρ­γός. Ει­δάλ­λως, αν πε­ρι­μέ­νουν α­πό τους συμ­βού­λους τού Υπουρ­γού να τον υ­πο­δεί­ξουν, πο­λύ φο­βό­μα­στε πως ο τι­μώ­με­νος θα μεί­νει α­μνη­μό­νευ­τος.  

Σαν μα­νι­τά­ρια

Ωστό­σο, και χω­ρίς τη σκέ­πη του Ε.ΚΕ.ΒΙ., εκ­δο­τι­κοί οί­κοι και βι­βλιο­πω­λεία ξε­φυ­τρώ­νουν σαν μα­νι­τά­ρια. Το πιο πρό­σφα­το πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι τα γεν­νη­τού­ρια της Εστίας. Η οι­κο­γέ­νεια της Εστίας, Κολ­λά­ρος - Σα­ρα­ντό­που­λος - Κα­ραϊτί­δη­δες, εί­χε έ­να ι­στο­ρι­κό βι­βλιο­πω­λείο, το έ­κλει­σε και πριν συ­μπλη­ρω­θεί το ε­ξά­μη­νο του πέν­θους, προέ­κυ­ψαν δί­δυ­μα. Δεν πρό­κει­ται, βε­βαίως για μο­νο­ζυ­γω­τι­κά δί­δυ­μα. Το έ­να πή­ρε τον τίτ­λο, Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας, χω­ρίς την ου­ρά “Ι. Δ. Κολ­λά­ρου και Σιας”, που έ­χει, ε­δώ και και­ρό, ε­ξα­λει­φθεί α­πό τις εκ­δό­σεις της Εστίας. Αυ­τήν τη φο­ρά, ο τίτ­λος κυ­ριο­λε­κτεί. Το νέο βι­βλιο­πω­λείο δεν θα εί­ναι γε­νι­κό, ό­πως το μη­τρι­κό, αλ­λά βι­βλιο­πω­λείο α­πο­κλει­στι­κά των εκ­δό­σεων της Εστίας. 
Το έ­τε­ρο, σύμ­φω­να πά­ντα με τα δη­μο­σιεύ­μα­τα, δεν πή­ρε το ό­νο­μα, εν­στερ­νί­στη­κε, ό­μως, το ό­ρα­μα μίας ε­στίας βι­βλίου. Αυ­τό το πή­ρε κλη­ρο­νο­μιά α­πό τον ι­δρυ­τή της Εστίας Γεώρ­γιο Κασ­δό­νη. Κα­τά τα άλ­λα, το δεύ­τε­ρο γεν­νη­τού­ρι, ό­πως τα υιο­θε­τη­μέ­να, α­πο­κρύ­βει τον γεν­νή­το­ρά του. Αυ­τό, για την οι­κο­νο­μι­κί­στι­κη ε­πο­χή μας, ση­μαί­νει τον χρη­μα­το­δό­τη. Συμ­βαί­νει, κά­πο­τε, η σκυ­τά­λη να περ­νά­ει σε μα­κρι­νό συγ­γε­νή. Κά­πως έ­τσι δεν πέ­ρα­σε και α­πό τον Κασ­δό­νη στον Κολ­λά­ρο; Χω­ρο­τα­ξι­κά, τα δί­δυ­μα βρί­σκο­νται ε­πί ευ­θείας γραμ­μής, που περ­νά­ει α­πό το ι­στο­ρι­κό βι­βλιο­πω­λείο και σε πε­ρί­που ί­ση α­πό­στα­ση α­πό αυ­τό. Το πρώ­το προς τα Β.Δ., στην αρ­χή της μπα­ρό­βιας Οδού Δελ­φών, με υ­πεύ­θυ­νο έ­ναν άρ­τι α­φι­χθέ­ντα εκ Μυ­κό­νου. Ο ί­διος, πριν α­πό έ­ξι χρό­νια, βρι­σκό­ταν και πά­λι στην Αθή­να, υ­πεύ­θυ­νος του νεό­τευ­κτου τό­τε ο­κταώ­ρο­φου Ελευ­θε­ρου­δά­κη της Πα­νε­πι­στη­μίου. Ας ελ­πί­σου­με, να μην φέ­ρει γρου­σου­ζιά. Το δεύ­τε­ρο προς τα Ν.Δ., στο τμή­μα της Ακα­δη­μίας με τα κα­τε­βα­σμέ­να ρο­λά. Ευελ­πι­στεί να α­να­στή­σει την πε­ριο­χή, κα­τά το πα­ρά­δειγ­μα της Μά­νιας Κα­ραϊτί­δη, που, πριν 35 χρό­νια, έ­φε­ρε την πιά­τσα του βι­βλίου, πα­ρα­δί­πλα, στη Σό­λω­νος. 
Όσο α­φο­ρά γε­νι­κώς την ο­νο­μα­το­λο­γία των νεό­τευ­κτων βι­βλιο­πω­λείων, μας θυ­μί­ζει την α­ντί­στοι­χη των και­νού­ριων φούρ­νων. Οι λέ­ξεις αρ­το­ποιείο και βι­βλιο­πω­λείο έ­χουν θεω­ρη­θεί πα­ρω­χη­μέ­νες και δο­κι­μά­ζο­νται ευ­φά­ντα­στα πα­ρά­γω­γα – bookloft, booktique, βι­βλιο­στά­σι κ.λπ. Όπως ο φούρ­νος δεν φουρ­νί­ζει πλέ­ον ψω­μά­κια αλ­λά αρ­το­ποιή­μα­τα, α­ντι­στοί­χως, το δι­σέγ­γο­νο του Κασ­δό­νη βα­φτί­στη­κε “Επί λέ­ξει”. Δη­λα­δή, κά­τι σαν να βα­φτί­ζεις σή­με­ρα έ­να α­γο­ρά­κι Λα­ο­κρά­τη ή Βλα­δί­μη­ρο. Σί­γου­ρα, τρε­λός νο­νός το βά­φτι­σε. Να δού­με, με τέ­τοιο ό­νο­μα, τι προ­κο­πή θα κά­νει.    

Φτω­χός συγ­γε­νής

Οι συγ­χορ­δίες του Τύ­που, με­λο­δρα­μα­τι­κές ή α­να­στά­σι­μες, συ­νό­δευ­σαν, α­ντί­στοι­χα, το κλεί­σι­μο και το ά­νοιγ­μα των Βι­βλιο­πω­λείων.  Με α­πο­ρία δια­πι­στώ­νου­με πως οι δη­μο­σιο­γρά­φοι έ­χουν α­πε­μπο­λή­σει τον ε­νη­με­ρω­τι­κό ρό­λο τους, α­να­λαμ­βά­νο­ντας ε­κεί­νον του δια­φη­μι­στή. Το πα­ρά­δειγ­μα των δη­μο­σιο­γρά­φων α­κο­λου­θούν οι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές. Η κρα­τού­σα λο­γι­κή εί­ναι ό­τι το βι­βλίο θέ­λει στή­ρι­ξη. Έτσι, ό­μως, που ά­νοι­ξε η ό­ρε­ξη των συγ­γρα­φέων και γεν­νούν σαν κου­νέ­λες, λί­γη κρι­τι­κή δεν θα έ­βλα­πτε. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, λη­σμό­νη­σαν το σο­φό γνω­μι­κό, “αν δεν παι­νέ­σεις το σπί­τι σου θα πέ­σει να σε πλα­κώ­σει”. Ναι μεν στέ­κο­νται εν­θου­σιώ­δεις στις πα­ρου­σιά­σεις τους, αλ­λά α­πο­δει­κνύο­νται τσι­γκού­νη­δες στις ε­πι­λο­γές των προ­σώ­πων. Την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, γε­νι­κώς, την α­ντι­με­τω­πί­ζουν σαν φτω­χό συγ­γε­νή. Αυ­τός ο πα­ρα­με­ρι­σμός εί­ναι εμ­φα­νής στα έν­θε­τα βι­βλίου των με­γά­λων ε­φη­με­ρί­δων, ό­που το κε­ντρι­κό θέ­μα εί­ναι κα­τά κα­νό­να το ξέ­νο βι­βλίο. Προ­τί­μη­ση, που γί­νε­ται εμ­φα­νέ­στε­ρη στις ε­ορ­τα­στι­κές ε­πι­λο­γές.
Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, το γαλ­λι­κό πε­ριο­δι­κό «Lire», στο τεύ­χος του Δε­κεμ­βρίου, πα­ρου­σιά­ζει “Les 20 meilleurs livres de l’ annee”. Ο κα­τά­λο­γος έ­χει δέ­κα γαλ­λι­κά και δέ­κα με­τα­φρα­σμέ­να (έ­να α­πό τα ρωσ­σι­κά και εν­νέα α­πό τα αγ­γλι­κά). Στις α­ντί­στοι­χες ε­πι­λο­γές των αρ­χαιό­τε­ρων έν­θε­των βι­βλίου, ο­σο­νού­πω συ­μπλη­ρώ­νουν 20ε­τία, τα Βι­βλία («Το Βή­μα») και το Βι­βλιο­δρό­μιο («Τα Νέ­α»), πα­ρου­σιά­ζο­νται 100 προ­τά­σεις για τα Χρι­στού­γεν­να στο πρώ­το και 120 στο δεύ­τε­ρο (με­τρη­μέ­να 78 και 103, α­ντί­στοι­χα), ό­που τα ελ­λη­νι­κά με­τά βίας φθά­νουν, α­ντί­στοι­χα, τα 32 και τα 44. Στο πρώ­το έν­θε­το, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, πα­ρου­σιά­ζο­νται και ε­πτά βι­βλία ελ­λη­νι­κής ποίη­σης. Μό­νο που δεν πρό­κει­ται για νέες ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, αλ­λά για έ­ξι συ­γκε­ντρω­τι­κές εκ­δό­σεις (Μ. Ελευ­θε­ρίου, Γ. Κο­ντού, Μ. Γκα­νά, Χ. Βλα­βια­νού, μία αν­θο­λο­γία ελ­λη­νι­κής ποίη­σης, Άπα­ντα Ρώ­μου Φι­λύ­ρα) και τη με­τα­θα­νά­τια συλ­λο­γή του Ρί­τσου. Η ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία έρ­χε­ται τε­λευ­ταία στην πα­ρά­θε­ση των ε­πι­λο­γών, με μό­λις 14 βι­βλία. Στο δεύ­τε­ρο έν­θε­το, η ποίη­ση α­που­σιά­ζει, αλ­λά η ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία προ­τάσ­σε­ται και ε­ξι­σορ­ρο­πεί την πα­ρά­λη­ψη με 23 βι­βλία. Στην πρώ­τη ε­πι­λο­γή φαί­νε­ται να δό­θη­κε βά­ρος στον εκ­δό­τη, στη δεύ­τε­ρη στον συγ­γρα­φέα, ε­νώ, και στις δυο, η σύ­ντο­μη πα­ρου­σία­ση του βι­βλίου αν­τλεί­ται α­πό τα πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία. Κα­τά τα άλ­λα, με τό­σο πλού­σια πα­ρα­γω­γή ντό­πιου α­στυ­νο­μι­κού, προ­κα­λεί α­πο­ρία η μνη­μό­νευ­ση μό­νο των Γιάν­νη Μα­ρή και Αγγε­λι­κής Νι­κο­λού­λη. Όσο για τον δο­κι­μια­κό λό­γο, σχε­δόν τον μο­νο­πω­λούν Βία, Κρί­ση, και Αντι­ση­μι­τι­σμός.

Διή­γη­μα

Ο με­γά­λος, ό­μως, α­πών εί­ναι το διή­γη­μα. Οι υ­πεύ­θυ­νοι, ω­στό­σο, του πρώ­του έν­θε­του εί­χαν με­ρι­μνή­σει. Την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή, στο έ­τε­ρο πο­λι­τι­στι­κό έν­θε­το της ε­φη­με­ρί­δας, υ­πήρ­χε “σα­λό­νι” α­φιε­ρω­μέ­νο στο διή­γη­μα. Στο ε­ξώ­φυλ­λο προσ­διο­ρί­ζε­ται πως πρό­κει­ται για “διη­γή­μα­τα γραμ­μέ­να ει­δι­κά για το «Βή­μα»”. Ως προ­πο­μπός η δή­λω­ση ό­τι πρό­κει­ται για πα­ραγ­γε­λία α­πο­τε­λεί μεν δια­φή­μι­ση για την ε­φη­με­ρί­δα, αλ­λά δεν κο­λα­κεύει τους συγ­γρα­φείς. Άντε και κα­λά οι κοι­νοί θνη­τοί. Μπο­ρεί, ό­μως, πο­τέ έ­νας Ακα­δη­μαϊκός να δέ­χε­ται πα­ραγ­γε­λία (!). Το έ­κα­νε βε­βαίως έ­νας Πα­πα­δια­μά­ντης, αλ­λά ε­κεί­νος δεν εί­χε ού­τε τις “τρεις και ε­ξή­ντα”. Όπως και να έ­χει, οι υ­πεύ­θυ­νοι κα­τά­φε­ραν να α­να­κα­τώ­σουν διη­γή­μα­τα και ι­στο­ρίες, που ση­μαί­νει, με το συ­μπά­θιο, πως “έ­μπλε­ξαν γρα­βά­τες με ε­σω­βρά­κια”. Αφού εί­χαν διη­γή­μα­τα α­πό τους δυο πρε­σβύ­τε­ρους και ση­μα­ντι­κό­τε­ρους συγ­γρα­φείς του συ­γκε­κρι­μέ­νου λο­γο­τε­χνι­κού εί­δους (Θ. Βαλ­τι­νός, Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος), για­τί να τα α­να­κα­τώ­σουν με τις ι­στο­ρίες ε­νός ποιη­τή (Χρ. Λιο­ντά­κης) και μίας μυ­θι­στο­ριο­γρά­φου (Α. Μι­χα­λο­πού­λου). Με πρό­σθε­το ο­λί­σθη­μα, το κα­τα­χώ­νια­σμα του ε­νός εκ των δυο διη­γη­μά­των στην κά­τω α­ρι­στε­ρή γω­νία α­ντί της ε­πά­νω δε­ξιάς. Δυο τι­νά μπο­ρεί να δι­καιο­λο­γούν αυ­τό το τε­λευ­ταίο α­τό­πη­μα: εί­τε το διή­γη­μα με την υ­πο­δό­ρια ει­ρω­νεία δεν ε­κτι­μή­θη­κε α­πό τους υ­πεύ­θυ­νους εί­τε ο συγ­γρα­φέ­ας του δεν έ­χει γε­ρές πλά­τες. Διό­λου α­πί­θα­νο και τα δυο. Με τό­σες, ό­μως, α­πο­ρίες, ποιος ψάλ­της δεν θα πνι­γό­τα­νε στον βή­χα.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/1/2014.