Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Όταν γελάνε οι άδαρτοι

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρίου
«Κο­ντά στην κοι­λιά»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Δε­κέμ­βριος 2014


Τε­λι­κά, η πρό­τα­ση που κά­να­με τον Σε­πτέμ­βριο του 2012, με α­φορ­μή το τρί­το “α­φή­γη­μα” του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου, «Η σιω­πή του ξε­ρό­χορ­του», πως πρό­κει­ται για μία ά­τυ­πη α­φη­γη­μα­τι­κή τρι­λο­γία, στην ο­ποία και δί­να­με τον τίτ­λο, «Ύμνος στην α­με­ρι­μνη­σία», α­πο­δει­κνύε­ται λαν­θα­σμέ­νη. Τέ­λη Δε­κεμ­βρίου 2014, κυ­κλο­φό­ρη­σε τέ­ταρ­το “α­φή­γη­μα”. Η έκ­δο­ση εί­χε α­να­κοι­νω­θεί για τις 28 Νο­εμ­βρίου, αλ­λά ο συγ­γρα­φέ­ας, πα­ρά τη δυ­σα­να­σχέ­τη­ση του εκ­δό­τη, που α­ντι­με­τώ­πι­ζε με­γα­λύ­τε­ρη της, έ­τσι κι αλ­λιώς, με­γά­λης ζή­τη­σης των βι­βλίων του Δη­μη­τρίου, λό­γω και των α­ναγ­γελ­τι­κών δη­μο­σιευ­μά­των, την κα­θυ­στέ­ρη­σε κα­τά έ­να μή­να, ώ­στε να συ­μπλη­ρω­θεί α­κε­ραία η δε­κα­ε­τία α­πό την κυ­κλο­φο­ρία του πρώ­του “α­φη­γή­μα­τος”, του θρυ­λι­κού, σή­με­ρα πλέ­ον, με­τά και την κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή του με­τα­φο­ρά, «Τα ο­πω­ρο­φό­ρα της Αθή­νας».
Με α­φορ­μή το πρό­σφα­το, τέ­ταρ­το “α­φή­γη­μα”, μάλ­λον θα πρέ­πει να τρο­πο­ποιή­σου­με και τον γε­νι­κό τίτ­λο της τε­τρα­λο­γίας. Αλλά ας μην προ­βαί­νου­με σε βε­βια­σμέ­νες κρί­σεις, τρω­κτι­κές του κρι­τι­κού κύ­ρους μας, δε­δο­μέ­νου ό­τι η συγ­γρα­φι­κή φα­ντα­σία δεί­χνει να α­να­πτε­ρού­ται, ο­πό­τε μπο­ρεί να α­κο­λου­θή­σει και έ­τε­ρο “α­φή­γη­μα”. Αν δεν προ­κύ­ψει, λό­γω και της εν­θου­σιώ­δους υ­πο­δο­χής α­πό τον Τύ­πο –μέ­χρι πρω­το­σέ­λι­δη κα­τα­χώ­ρη­ση με­τά φω­το­γρα­φίας του συγ­γρα­φέα, κι αυ­τό πα­ρα­μο­νές ε­κλο­γών–  σει­ρά “α­φη­γη­μά­τω­ν” σε ε­τή­σια βά­ση. Άλλω­στε, το 2015 εί­ναι κομ­βι­κό για τον Δη­μη­τρίου, κα­θό­σον έ­τος α­φυ­πη­ρέ­τη­σης α­πό το Δη­μό­σιο, αλ­λά και ό­πως φαί­νε­ται, εκ­κί­νη­σης μίας ω­ρι­μό­τε­ρης συγ­γρα­φι­κής δια­δρο­μής. Τώ­ρα, που το διή­γη­μα ως ε­κλε­κτό λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος κα­τα­πα­τή­θη­κε α­πό ποιη­τι­κώς α­νορ­γα­σμι­κούς με­σή­λι­κες και πριά­πειους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους, ε­κεί­νος το ε­γκα­τα­λεί­πει, στρε­φό­με­νος στο “με­τα-ρε­α­λι­στι­κό α­φή­γη­μα”. Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός εί­ναι του Αρι­στο­τέ­λη Σαΐνη, που πρώ­τος διεί­δε, ό­τι, με αυ­τά τα “α­φη­γή­μα­τα”, ο συγ­γρα­φι­κός “ο­ρί­ζο­ντας α­νοί­γει προς α­παι­τη­τι­κό­τε­ρες συν­θέ­σεις”.
Η αλ­λα­γή ε­πί το σο­βα­ρό­τε­ρο του συγ­γρα­φι­κού προ­φίλ δια­φαί­νε­ται και στη λα­κω­νι­κό­τη­τα –μό­λις ο­κτώ λε­κτι­κές μο­νά­δες– του βιο­γρα­φι­κού στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου. Αυ­τή τη φο­ρά, ορ­φα­νού φω­το­γρα­φίας, προς α­πελ­πι­σμό των α­να­γνω­στριών, που έ­χουν συ­νη­θί­σει  τη γνω­στή φω­το­γρα­φία με το α­σκαρ­δα­μυ­κτί κοί­ταγ­μα του συγ­γρα­φέα τους.
Στο πρώ­το “α­φή­γη­μα”, ε­κεί­νο του 2005, που ή­ταν και το μό­νο φέ­ρον ει­δο­λο­γι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό, ο α­φη­γη­τής του Δη­μη­τρίου, έ­να μο­να­δι­κό σε ε­κλάμ­ψεις θυ­μο­σο­φίας alter ego, πε­ρι­πλα­νά­ται α­νά τας ο­δούς και τας ρύ­μας των Αθη­νών, α­πό Τζιτ­ζι­φιές μέ­χρι τη “μι­κρή βου­λή του Ζαπ­πείου”, ό­που σκα­ντα­λιά­ρη­δες γέ­ρο­ντες ε­πι­δί­δο­νται σε πο­νη­ρά πει­ράγ­μα­τα. Στο δεύ­τε­ρο, τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, «Σαν το λί­γο το νε­ρό», υ­πε­ρί­πτα­ται με­τα­θα­να­τίως της χώ­ρας, α­πό την πρω­τεύου­σα μέ­χρι την πα­ρα­με­θό­ρια γε­νέ­τει­ρα, ό­που α­πε­λεύ­θε­ρες γε­ρό­ντισ­σες σούρ­νουν α­να­δρο­μι­κά τα εξ α­μά­ξης στους α­ντάρ­τες, “βρω­μα­σκέ­ρι”, το χει­ρό­τε­ρο ό­λων. Στο τρί­το, με την πά­ρο­δο και πά­λι τριών ε­τών, ο α­φη­γη­τής φα­ντα­σιώ­νει τη με­τα­μόρ­φω­ση της Ελλά­δας σε μία ου­το­πι­κή χώ­ρα, την ο­ποία οι “σύ­νε­θνοί” του, λό­γω της κα­κής τους φύ­σης, α­πολ­λύουν, ως ο Αδάμ και η Εύα τον Πα­ρά­δει­σο. Τέ­λος, στο πρό­σφα­το, τέ­ταρ­το α­φή­γη­μα, με­τά την πά­ρο­δο μίας α­κό­μη τριε­τίας πε­ρι­συλ­λο­γής των ελ­λη­νι­κών πραγ­μά­των, ο συγ­γρα­φέ­ας α­νε­βά­ζει τον πή­χη των προσ­δο­κιών. Σε σύ­ντο­μο δη­μο­σίευ­μα πα­ρου­σία­σης του α­φη­γή­μα­τος, το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “κοι­νω­νι­κή σά­τι­ρα”, προ­σθέ­το­ντας πως πρό­κει­ται για “τη σά­τι­ρα του γρά­φο­ντος ως πο­λί­τη”. Αυ­τή η έμ­φα­ση στην ι­διό­τη­τα του πο­λί­τη, ό­που φαί­νε­ται να λαν­θά­νει το ε­νερ­γός πο­λί­της, α­φή­νει το πε­ρι­θώ­ριο α­νο­μο­λό­γη­τος στό­χος να εί­ναι το ξε­κού­νη­μα των “συ­νελ­λή­νω­ν” του α­πό την πα­θη­τι­κό­τη­τα, στην ο­ποία δεί­χνουν να έ­χουν βυ­θι­στεί.
Σε αυ­τό, ο α­φη­γη­τής του “υ­πε­ρί­στα­ται της πο­λι­τείας”, ξε­δια­κρί­νο­ντας το σύν­θη­μα “βα­σα­νί­ζο­μαι”. Οι ι­στο­ρι­κοί της “τέ­χνης του τοί­χου”, ι­τα­λι­στί γκρά­φι­τι, το­πο­θε­τούν την πρώ­τη εμ­φά­νι­σή του τον Απρί­λιο του 2010. Εκεί­νος στο­χά­ζε­ται τον ταυ­το­χρο­νι­σμό του συν­θή­μα­τος με το διάγ­γελ­μα Γεωρ­γίου Πα­παν­δρέ­ου, που α­να­κοί­νω­νε την προ­σφυ­γή της χώ­ρας στο μη­χα­νι­σμό στή­ρι­ξης. Κά­τι σαν τη μη­χα­νι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη της α­να­πνοής βα­ρέ­ος νο­σού­ντος, με την ελ­πί­δα καρ­διο­α­να­πνευ­στι­κής α­να­ζωο­γό­νη­σης, α­να­λο­γί­ζε­ται, ε­νώ σκέ­φτε­ται με συ­γκί­νη­ση ε­κεί­νον τον α­νώ­νυ­μο αλ­λά με­γά­λο “καλ­λι­τέ­χνη του δρό­μου”, που πρώ­τος το έ­γρα­ψε καλ­λι­γρα­φι­κά κά­που στο κέ­ντρο της Αθή­νας και στη συ­νέ­χεια, με τρό­πο που πα­ρα­μέ­νει ά­λυ­το μυ­στή­ριο, πολ­λα­πλα­σιά­στη­κε α­πα­ντα­χού της χώ­ρας.
Πράγ­μα­τι, ή­ταν μια μο­νο­λε­κτι­κή έκ­φρα­ση πό­νου, που κά­λυ­πτε ό­λο το φά­σμα α­πό το α­το­μι­κό στο συλ­λο­γι­κό. Τό­σο καί­ρια, που α­να­στά­τω­σε τα Μέ­σα Κοι­νω­νι­κής Δι­κτύω­σης, που ε­νέ­πνευ­σε συν­θέ­τες και συγ­γρα­φείς, ό­λοι τους ευαί­σθη­τοι κα­τα­γρα­φείς της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Με­τα­ξύ αυ­τών, τον Αντώ­νη Τσι­πια­νί­τη, που συ­νέ­γρα­ψε ο­μό­τιτ­λο θε­α­τρι­κό. Με κο­ρύ­φω­ση, το “με­τα-ρε­α­λι­στι­κό α­φή­γη­μα” του Δη­μη­τρίου, του πλέ­ον προ­βε­βλη­μέ­νου συγ­γρα­φέα της πε­ριώ­νυ­μης “γε­νιάς του ι­διω­τι­κού ο­ρά­μα­τος”. Το σύν­θη­μα “βα­σα­νί­ζο­μαι”, α­πό “το­πο­δεί­κτης” της πό­λης των Αθη­νών, κα­τέ­λη­ξε σή­μα κα­τα­τε­θέν της τρέ­χου­σας α­ντι­πα­ρα­γω­γι­κής πε­ριό­δου. Ο Δη­μη­τρίου διεί­δε πως θα κα­τα­γρα­φεί στις δέλ­τους της Ιστο­ρίας ως το πρώ­το “κί­νη­μα” της νω­θρής ό­σο και χα­λα­ρής κοι­νω­νίας, που έ­φε­ρε  η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. Γι’ αυ­τό και ο α­φη­γη­τής του ε­ντρυ­φεί “στις κω­μι­κές πλευ­ρές” αυ­τής της κοι­νω­νίας, βρί­σκο­ντας σε αυ­τές την πρό­κλη­ση για το σκώμ­μα του. Τις τρα­γι­κές, ως οι αυ­τό­χει­ρες, τις πα­ρα­κά­μπτει με μία “φρα­σού­λα” της μορ­φής, “οι πιο α­δύ­να­μοι, οι πιο α­θώοι έ­πε­φταν α­πό τις τα­ρά­τσες”. Όσο για το πλή­θος των ε­πι­ζώ­ντων έρ­πο­ντας, ως οι στε­γα­ζό­με­νοι σε πι­λο­τές και ει­σό­δους α­κα­τοί­κη­των, ο “πε­ρι­πα­τη­τής της Αθή­νας” δεν το μνη­μο­νεύει, κα­θώς το κά­λυ­ψε πρώ­τος ο Χρή­στος Χρυ­σό­που­λος, α­πό τους ε­πι­φα­νείς της ε­πό­με­νης πε­ζο­γρα­φι­κής γε­νιάς, με το βι­βλίο του, «Φα­κός στο στό­μα».
Ακρι­βέ­στε­ρα, ο Δη­μη­τρίου α­να­φέ­ρε­ται “στις κω­μι­κές πλευ­ρές της λε­γό­με­νης κρί­σης”. Ως προς το αμ­φι­σβη­τή­σι­μο της κρί­σης, που δη­λώ­νει κά­πως προ­κλη­τι­κά αυ­τό το “λε­γό­με­νη”, ο συγ­γρα­φέ­ας το ε­πε­ξη­γεί σε συ­νέ­ντευ­ξή του με την α­πο­στο­μω­τι­κή “φρα­σού­λα”, “κλαί­με ά­δαρ­τοι, δεν περ­νά­με αυ­τά που έ­ζη­σαν οι πα­λαιό­τε­ροι”. Εκ πρώ­της ό­ψεως, ε­μπαί­ζει τα πρό­σω­πα και πα­ρω­δεί τις κα­τα­στά­σεις. Εμβα­θύ­νο­ντας, ό­μως, μάλ­λον ε­πι­διώ­κει τη δι­δα­χή δια πα­ρα­βο­λών και αλ­λη­γο­ριών. Με ση­μείο εκ­κί­νη­σης, τη βα­ρυγ­γώ­μια του “βα­σα­νί­ζο­μαι”, ε­πι­λέ­γει ως δρο­μο­δεί­κτες για το ξε­δί­πλω­μα της α­φή­γη­σής του κά­ποια πρώ­τα συν­θή­μα­τα, που πή­ραν κα­τά και­ρούς μορ­φή “κι­νή­μα­τος”. Πα­ρα­κά­μπτει το “δεν πλη­ρώ­νω” και τη χο­ρεία των “α­γα­να­κτι­σμέ­νων”, δε­δο­μέ­νου ό­τι μυ­θο­πλα­στι­κώς α­πο­μυ­ζή­θη­κε α­πό τον νεό­τε­ρό του και πλέ­ον πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νο Θα­νά­ση Χει­μω­νά, στο μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Ζού­με τις τε­λευ­ταίες μας μέ­ρες».
Αντ’ αυ­τού,  πε­ρι­συλ­λέ­γει το “λά­θος” και το “ε­γώ φταίω”, για να στρα­φεί με το μεν πρώ­το, προς τους “βό­ρειους ε­ταί­ρους”, ή, κα­τά τον δι­κό του νε­ο­λο­γι­σμό, ε­τυ­μο­λο­γού­με­νο α­πό τη λέ­ξη ερ­πε­τό αγ­γλι­στί και ελ­λη­νι­στί, τις “σερ­πε­τές χώ­ρες”, με το δε δεύ­τε­ρο στα κα­θ’ η­μάς. Όπου ά­πα­ντες ε­ξο­μο­λο­γού­νται τις α­μαρ­τίες τους, δη­μό­σιοι και ι­διω­τι­κοί υ­πάλ­λη­λοι, ε­λεύ­θε­ροι ε­παγ­γελ­μα­τίες και καλ­λι­τέ­χνες, με τον ί­διο τον συγ­γρα­φέα να κλεί­νει το χο­ρό των με­τα­νο­η­μέ­νων του “μα­ζί τα φά­γα­με”. Στη συ­νέ­ντευ­ξή του, σχο­λιά­ζει ό­τι πρό­κει­ται για “σκλη­ρή κρι­τι­κή” των άλ­λων και “αυ­το­μα­στί­γω­ση” δι­κή του. Αν αυ­τή ή­ταν η συγ­γρα­φι­κή πρό­θε­ση, τό­τε η σά­τι­ρα θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν α­βα­θής, με κά­ποιες πα­ρά­πλευ­ρες ι­στο­ρίες, μάλ­λον πα­ρα­τρα­βηγ­μέ­νες. Ωστό­σο, κα­τά μία άλ­λη ερ­μη­νεία, σε αυ­τές τις α­φε­λείς εκ­μυ­στη­ρεύ­σεις, λαν­θά­νει –μπο­ρεί και α­σύ­νει­δα– η ει­ρω­νι­κή υ­πό­μνη­ση, ό­τι οι ε­ξο­μο­λο­γού­με­νες α­μαρ­τίες εί­ναι ε­κεί­νες, για τις ο­ποίες ό­χι μό­νο δεν θα υ­πάρ­ξει ψό­γος, αλ­λά θα προ­κα­λέ­σουν α­κό­μη και τον θαυ­μα­σμό, δε­δο­μέ­νου ό­τι, σή­με­ρα πλέ­ον, με­τά την πα­γίω­σή τους, ε­κλαμ­βά­νο­νται ως μα­γκιά. Υπέρ αυ­τής της ά­πο­ψης, μας ω­θούν και τα υ­πο­κο­ρι­στι­κά, που ε­πι­στρα­τεύει κα­θ’ υ­περ­βο­λήν ο συγ­γρα­φέ­ας για να α­να­φερ­θεί στους “συ­νέλ­λη­νές” του, την ώ­ρα που υ­πο­τί­θε­ται, πως τους τρα­βά­ει το αυ­τί.
Σε αυ­τό το “α­φή­γη­μα” του Δη­μη­τρίου, λι­γό­τε­ρες εί­ναι οι λε­κτι­κές νε­ο­πλα­σίες, με πε­ρισ­σό­τε­ρες τις νε­κρε­γερ­σίες λέ­ξεων α­πό πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές και δια­φο­ρε­τι­κά συμ­φρα­ζό­με­να. Ο συγ­γρα­φέ­ας δεν αμ­φι­βάλ­λου­με πως γνω­ρί­ζει τα συμ­φρα­ζό­με­να α­πό τα ο­ποία α­να­δύ­θη­καν οι λέ­ξεις. Μέ­νει, ό­μως, ζη­τού­με­νο, κα­τά πό­σο κα­τορ­θώ­νει να τα υ­πο­βάλ­λει μέ­σω της α­φή­γη­σης. Αυ­τά κα­θί­στα­νται προ­φα­νή, ό­ταν πρό­κει­ται για λέ­ξεις, ό­πως “πο­λι­το­φυ­λα­κή” ή “α­γκι­τά­το­ρας”. Αλλά ε­κεί­νο το “κομ­μου­νι­στο­κα­πι­τα­λι­στές” δεί­χνει προς πε­ρισ­σό­τε­ρες της μιας κα­τεύ­θυν­σης. Σί­γου­ρα, πά­ντως, το “Σουλ­τά­ν-με­ρε­μέ­τ”, το βά­ζει για να “γε­λά­σει το χει­λά­κι” ό­σων δεν έ­τυ­χε πο­τέ να το γευ­τούν. Και σε αυ­τό το “α­φή­γη­μα”, πλη­θαί­νουν α­τά­κες και στι­χο­μυ­θίες σε φω­νο­λο­γι­κή με­τα­γρα­φή, με κέρ­δος το σφρί­γος της προ­φο­ρι­κό­τη­τας. Στή­ριγ­μα βα­σι­κό της σα­τι­ρι­κής γρα­φής του Δη­μη­τρίου η χρή­ση της υ­περ­βο­λής, μέ­χρι υ­περ­βο­λής. Όπως στην α­πό­δο­ση της κου­βέ­ντας με τον τα­ξίτ­ζη, που δεν χρεια­ζό­ταν να εί­ναι ρυ­πα­ρός ο ί­διος και βρώ­μι­κο το τα­ξί του, για να γί­νει πι­στευ­τή.
Σε βα­σι­κό στοι­χείο της δο­μής α­να­δει­κνύο­νται τα τε­τρά­στι­χα, που α­πο­τε­λούν χα­ρίεν πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό αν­θο­λό­γη­μα. Το πρώ­το, το παι­δι­κό για τη γιορ­τή της μη­τέ­ρας, το α­κο­λου­θεί τε­τρά­στι­χο α­πό το εμ­βα­τή­ριο προς τι­μή του Ναυάρ­χου Κου­ντου­ριώ­τη, «Ο ναύ­της του Αι­γαίου», και με­τά έρ­χο­νται στί­χοι α­πό μα­ντι­νά­δες, παι­δι­κά τρα­γου­δά­κια και λα­χνί­σμα­τα, μη­νιά­τι­κα πα­ροι­μια­κά, μέ­χρι και ο­λί­γος Νό­της Σφα­κια­νά­κης. Με αυ­τά τα τε­τρά­στι­χα, ε­νταγ­μέ­να σε μία α­φή­γη­ση συ­νε­χούς ροής, φτιά­χνο­νται τα δια­χω­ρι­στι­κά για τις ε­πι­μέ­ρους α­φη­γη­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες. Ένα α­πο­κριά­τι­κο, ε­λευ­θε­ριά­ζον δί­στι­χο, που μνη­μο­νεύει μεν την κοι­λιά, αλ­λά δεί­χνει τα κο­ντά στην κοι­λιά και τα υ­πό κά­τω αυ­τής ευ­ρι­σκό­με­να (“χτυ­πά­ει η μια κοι­λιά την άλ­λη,/ γί­νε­ται χα­ρά με­γά­λη”), α­νοί­γει το ε­ρω­τι­κό μέ­ρος. Κά­τι σαν σή­μα για το πέ­ρα­σμα α­πό τη σά­τι­ρα στο προ­σφι­λές θέ­μα του, την ου­το­πία της α­με­ρι­μνη­σίας. Αυ­τή τη φο­ρά, σε δια­φο­ρε­τι­κή μορ­φή, πλέ­ον συ­γκε­κρι­μέ­νη α­πό ε­κεί­νη του προ­η­γού­με­νου α­φη­γή­μα­τος. Ως α­παύ­γα­σμα α­πό­ψεων ευ­ζωίας, α­πό­λυ­τα στα­θε­ρών στη διάρ­κεια της τρια­κο­ντα­ε­τούς συγ­γρα­φι­κής πα­ρου­σίας του, που συ­μπλη­ρώ­νε­ται ε­φέ­τος.
Ακρι­βέ­στε­ρα, την εν­σω­μα­τώ­νει στο α­φή­γη­μα, υ­πό τη σκέ­πη της σά­τι­ρας, με την ε­πι­νό­η­ση μιας βε­ντά­λιας δή­θεν πο­λι­τι­κών κομ­μά­των, ό­χι πα­ρα­βο­λι­κών ή αλ­λη­γο­ρι­κών, αλ­λά ου­το­πι­κών. Αφού πο­λι­τι­κο­λο­γεί α­νά­λα­φρα, κά­τι σαν το με­τα­ξύ τυ­ρού και α­χλα­δίου, πε­ρί των “α­συ­μπό­νε­των α­ρι­στε­ρώ­ν”, του πλή­θους των δια­πρε­πών λό­γω “φυ­ρό­τη­τας” και των “ο­νει­ρι­στώ­ν”, πα­ρα­κά­μπτο­ντας τους ου­ρα­νι­στές, φτά­νει στο “κόμ­μα του αρ­χι­κού ε­φη­συ­χα­σμού” ή κόμ­μα “κο­ντά στην κοι­λιά”. Αν και α­κρι­βέ­στε­ρο θα ή­ταν το “μέ­σα στην κοι­λιά”, α­φού α­να­φέ­ρε­ται στην α­πό­λυ­τη ευ­δαι­μο­νία του εμ­βρύου στο α­μνια­κό υ­γρό. Έτσι, ό­μως, θα έ­χα­νε τον στό­χο του, που εί­ναι η με­τε­ξέ­λι­ξη του εν λό­γω κόμ­μα­τος σε “κόμ­μα της α­φό­δευ­σης” και εν τέ­λει, “της κω­λο­τρυ­πί­δας”. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αυ­τές τις σε­λί­δες, α­πο­λαυ­στι­κές στην ελ­λει­πτι­κή τους κρυ­πτι­κό­τη­τα, τις ο­φεί­λου­με στην ά­γνοια εκ μέ­ρους του συγ­γρα­φέα των ε­πι­στη­μο­νι­κών ι­σχυ­ρι­σμών, που α­πο­φαί­νο­νται πως το έμ­βρυο υ­πο­φέ­ρει ε­ντός του στε­νό­χω­ρου α­μνια­κού υ­μέ­να. Πό­σω μάλ­λον, κα­τά “τα ά­τα­κτα γλυ­κο­πιε­στά αγ­γίγ­μα­τα στο σώ­μα της ε­γκύου”, που φα­ντα­σιώ­νει ο συγ­γρα­φέ­ας. Ο α­φη­γη­τής περ­νά­ει, φροϋδι­κή α­δεία, α­πό “το ά­λο­γο και το χά­ος” του α­μνια­κού υ­γρού, που πα­ρου­σιά­ζε­ται ως ο κα­τ’ ε­ξο­χήν χώ­ρος ευ­δαι­μο­νίας, στη θά­λασ­σα, ως ι­δεώ­δη τό­πο ε­ρω­τι­κών πρά­ξεων, με πρώ­τη την α­φό­δευ­ση. Με­γά­λη η ποι­κι­λία των υ­πο­νοού­με­νων ε­ρω­τι­κών συ­νευ­ρέ­σεω­ν: κα­τά μό­νας, με ζω­ντα­νό, για­τί ό­χι και με πε­θα­μέ­νο, ό­πως η δο­λο­φο­νη­μέ­νη “φο­βι­στι­κή γυ­ναί­κα” στο πα­λαιό­τε­ρο διή­γη­μα του Δη­μη­τρίου, με τον τρυ­φε­ρό τίτ­λο, «Κι ε­γώ φο­βά­μαι α­γά­πη μου».
Η ου­το­πία α­πο­γειώ­νε­ται με μία πα­ρω­δια­κή ου­ρά: α­πό ά­κρη σ’ ά­κρη, η χώ­ρα με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε “κό­φι ρε­που­μπλί­κ”. Το φαι­νό­με­νο της ε­ξά­πλω­σης των χώ­ρων ε­στία­σης προς α­να­πλή­ρω­ση των κε­νών κα­τα­στη­μά­των πά­σης φύ­σεως δεν έ­χει α­κό­μη κα­τα­γρα­φεί στα­τι­στι­κώς, ού­τε α­να­λυ­θεί α­πό κοι­νω­νιο­λο­γι­κής και ψυ­χο­λο­γι­κής πλευ­ράς, α­πό αυ­τήν την ά­πο­ψη, η μυ­θο­πλα­στι­κή εκ­δο­χή “του α­φη­γή­μα­τος”,  πρω­θύ­στε­ρη, α­πο­κτά προ­φη­τι­κή διά­στα­ση. Η ε­γκα­θί­δρυ­ση της ου­το­πίας πε­ρι­γρά­φε­ται ε­κτε­νέ­στε­ρα στους δυο στα­θε­ρούς πό­λους του α­φη­γη­μα­τι­κού κό­σμου του Δη­μη­τρίου, Αθή­να-Ηγου­με­νί­τσα, α­κρι­βέ­στε­ρα την προ­νο­μιού­χο συ­νοι­κία του, τη Νέα Ελβε­τία Ηγου­με­νί­τσης. Η πα­ρω­δία, που στή­νε­ται, δεν έ­χει ού­τε ιε­ρό ού­τε ό­σιο. Μη φει­δό­με­νη ού­τε αυ­τής της Με­γά­λης του Γέ­νους Σχο­λής. Στο τέ­λος, και αυ­τή η ου­το­πι­κή νη­σί­δα θα κα­τα­στρα­φεί. Σαν θεϊκά ε­ξου­σιο­δο­τη­μέ­νος ο α­φη­γη­τής, προ­φη­τεύει τη συ­ντέ­λεια του κό­σμου. Βα­θιά στο­χα­στι­κός, κλεί­νει το α­φή­γη­μα, προ­σο­μοιά­ζο­ντας τις χι­λιε­τίες με τα “α­να­βο­σβη­σί­μα­τα κω­λο­φω­τιάς”.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" την 1/2/2015

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Κάλ­βου ε­πι­στο­λο­γρα­φία

Ανδρέ­ας Κάλ­βος
«Αλλη­λο­γρα­φία»
Ει­σα­γω­γή - Σχο­λια­σμός
Δη­μή­τρης Αρβα­νι­τά­κης
με τη συ­νερ­γα­σία
Λεύ­κιου Ζα­φει­ρίου
Μου­σείο Μπε­νά­κη


Το πρό­σφα­το α­πό­κτη­μα της Βι­βλιο­γρα­φίας Κάλ­βου συ­γκε­ντρώ­νει ά­πα­ντα τα ευ­ρι­σκό­με­να γράμ­μα­τα, τα δι­κά του και τα προς αυ­τόν. Έρχε­ται ό­χι δυο χρό­νια με­τά θά­να­το, ό­πως “ά­πα­ντα τα ευ­ρι­σκό­με­να Σο­λω­μού”, αλ­λά 145, ε­νώ έ­χουν πα­ρέλ­θει δυο αιώ­νες α­πό την πρώ­τη ε­πι­στο­λή του ει­κο­σά­χρο­νου Κάλ­βου, ευ­ρι­σκό­με­νου στη Φλω­ρε­ντία, που τυ­χαί­νει να εί­ναι αί­τη­ση για υ­πο­τρο­φία προς τους Βρε­τα­νούς τό­τε “Κυ­βερ­νώ­ντες τη Ζά­κυν­θο”. Αλλά, έ­τσι κι αλ­λιώς, ο Κάλ­βος και το έρ­γο του α­πο­κα­λύ­πτο­νται με κα­θυ­στέ­ρη­ση και βρα­δείς ρυθ­μούς.  Η πρό­σφα­τη Αλλη­λο­γρα­φία Κάλ­βου εί­ναι έρ­γο Ζα­κύν­θιου και ό­χι Κερ­κυ­ραίου ως ο Ιά­κω­βος Πο­λυ­λάς, που, ό­ντας κο­ντά μια τρια­κο­ντα­ε­τία νεό­τε­ρος του Σο­λω­μού, μα­θή­τευ­σε δί­πλα του. Ο Δη­μή­τρης Αρβα­νι­τά­κης, γεν­νη­μέ­νος πε­ρί τον έ­ναν αιώ­να α­φό­του ο Κάλ­βος ε­ξέ­πνευ­σε, ε­πέ­λε­ξε ή­δη α­πό με­τα­πτυ­χια­κός σπου­δα­στής ως ε­ρευ­νη­τι­κό α­ντι­κεί­με­νο τον γε­νέ­θλιο τό­πο. Χά­ρις, μά­λι­στα, σε υ­πο­τρο­φία, που ε­κεί­νος, σε α­ντί­θε­ση με τον Κάλ­βο, έ­λα­βε, βρέ­θη­κε στη Βε­νε­τία, ό­που και εί­χε την ευ­και­ρία να ε­ντρυ­φή­σει στο ε­νε­τι­κό πα­ρελ­θόν της γε­νέ­τει­ράς του. Εντός μίας δε­κα­πε­ντα­ε­τίας ε­ξέ­δω­σε ο­κτώ, ε­πί συ­νό­λου εν­νέα, βι­βλία γύ­ρω α­πό τη Ζά­κυν­θο και τα ευ­κλεή τέ­κνα της. Εκκι­νώ­ντας α­πό “το ρε­μπε­λιό των πο­πο­λά­ρω­ν”, έ­φθα­σε στον Κ. Πορ­φύ­ρη και “τους Καρ­μπο­νά­ρους της Το­σκά­νης”, ε­πι­κε­ντρώ­νο­ντας στη συ­νέ­χεια το εν­δια­φέ­ρον του στον Κάλ­βο, με α­πτό α­πο­τέ­λε­σμα τρία βι­βλία κα­τά το πρώ­το ή­μι­συ της δεύ­τε­ρης δε­κα­ε­τίας του τρέ­χο­ντος αιώ­να.
Μό­νο που δεν τον κε­ντρί­ζει ο Κάλ­βος, που “ο Αγώ­νας μας έ­δω­σε την ποίη­σή του”, ό­πως το θέ­τει ο Κ. Θ. Δη­μα­ράς, αλ­λά ο “Άλλος Κάλ­βος”. Το Άλλος, ό­χι ό­πως το ο­ρί­ζει ο Γιώρ­γος Ανδρειω­μέ­νος, που πρώ­τος το χρη­σι­μο­ποίη­σε για τις ε­πι­στη­μο­νι­κές ε­να­σχο­λή­σεις του Κάλ­βου, αλ­λά γε­νι­κό­τε­ρα, ο συγ­γρα­φέ­ας και ο άν­θρω­πος, ό­πως προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό κυ­ρίως ι­τα­λι­κές πη­γές. Εξ ο­λο­κλή­ρου ι­τα­λι­κές στα δυο πρώ­τα βι­βλία του, που α­φο­ρούν, το μεν πρώ­το το δε­κα­πεν­θή­με­ρο πε­ριο­δι­κό «Ape italiana», το δε δεύ­τε­ρο το ι­τα­λό­γλωσ­σο κεί­με­νο του Κάλ­βου «Απο­λο­γία της αυ­το­κτο­νίας». Εν μέ­ρει και στο τρί­το, την Αλλη­λο­γρα­φία, ό­που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και τα ε­πι­στο­λι­κά τεκ­μή­ρια στην ελ­λη­νι­κή. Ωστό­σο, έ­νας συ­γκε­ντρω­τι­κός κα­τά­λο­γος πη­γών θα έ­δει­χνε τον πε­ριο­ρι­σμέ­νο χα­ρα­κτή­ρα τους, που δια­γρά­φε­ται με βά­ση την αρ­χεια­κή πα­ρα­πο­μπή στα εκ­δο­τι­κά ση­μειώ­μα­τα κά­θε ε­πι­στο­λής.
Πλε­ο­νέ­κτη­μα των βι­βλίων του Αρβα­νι­τά­κη συ­νι­στά ο τρό­πος που πα­ρου­σιά­ζει το θέ­μα του, ώ­στε να προ­σελ­κύει το εν­δια­φέ­ρον ε­νός πλα­τύ­τε­ρου κοι­νού. Στην Αλλη­λο­γρα­φία, προ­τάσ­σει Ει­σα­γω­γή 90 σε­λί­δων, που ση­μαί­νει κο­ντά το έ­να δέ­κα­το των συ­νο­λι­κών σε­λί­δων του δί­το­μου έρ­γου, χω­ρι­σμέ­νη σε ε­πτά κε­φά­λαια, με εμ­φα­τι­κούς τίτ­λους. Πρό­κει­ται για έ­να κεί­με­νο που υ­περ­βαί­νει τις α­ξιώ­σεις μιας ει­σα­γω­γής, κα­θώς συ­νι­στά αυ­το­τε­λές με­λέ­τη­μα για τις “τύ­χες” του Κάλ­βου α­πό ι­δρύ­σεως του ελ­λη­νι­κού κρά­τους. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, α­πό την ά­πο­ψη της ει­σα­γω­γής, που α­παι­τεί­ται για μία αλ­λη­λο­γρα­φία, και μά­λι­στα ό­χι δι­με­ρή, αλ­λά με πλειά­δα προ­σώ­πων, ως ε­πί το πλεί­στον ά­γνω­στων στον Έλλη­να α­να­γνώ­στη, μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι υ­στε­ρεί.
Ο Αρβα­νι­τά­κης συ­νη­θί­ζει την έκ­θε­ση του σκε­πτι­κού και των α­πο­τε­λε­σμά­των της έ­ρευ­νας να την ξε­κι­νά­ει με ε­ρω­τή­μα­τα, πα­ρα­θέ­το­ντας δια­δο­χι­κές υ­πο­θέ­σεις ερ­γα­σίας, α­κό­μη και ε­κεί­νες που δεν τε­λε­σφό­ρη­σαν. Με αυ­τήν την τα­κτι­κή, εί­ναι σαν να προ­σθέ­τει στους συ­νή­θεις ο­δο­δεί­κτες μιας ε­ρευ­νη­τι­κής δια­δρο­μής και το ο­δό­ση­μο “α­διέ­ξο­δο” προς ε­ξοι­κο­νό­μη­ση του χρό­νου της ε­ρευ­νη­τι­κής κοι­νό­τη­τας. Από την άλ­λη, ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του α­φη­γη­μα­τι­κού του τρό­που προ­κα­τα­λαμ­βά­νουν την πε­ραι­τέ­ρω έ­ρευ­να. Πα­ρά­δειγ­μα, τα πρω­θύ­στε­ρα και τα κο­σμη­τι­κά ε­πί­θε­τα, ό­που τα πρώ­τα ε­πι­τεί­νουν την ε­ντύ­πω­ση ό­σων έ­πο­νται, ε­νώ τα δεύ­τε­ρα προ­δια­θέ­τουν α­πέ­να­ντι σε πρό­σω­πα και κα­τα­στά­σεις. Κά­πως έ­τσι, ο Επτα­νή­σιος λό­γιος, που ε­ξέ­δω­σε και βιο­γρά­φη­σε Κάλ­βο, ο Σπυ­ρί­δων Δε Βιά­ζης, α­να­φέ­ρε­ται εκ προοι­μίου με το ε­πί­θε­το “τα­πει­νός”, α­ταί­ρια­στο, α­κό­μη κι αν ε­πι­λέ­γε­ται προς ε­πί­τα­ση της δια­φο­ράς κύ­ρους συ­γκρι­τι­κά με έ­ναν ε­πί­σκο­πο.
Το τρί­το κε­φά­λαιο της Ει­σα­γω­γής εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο στον Δε Βιά­ζη. Για να το­νι­στούν οι ι­τα­λι­κές πη­γές, ε­πι­λέ­γε­ται ο τίτ­λος «Ένας Ελλη­νοϊτα­λός λό­γιος για έ­ναν Ιτα­λοέλ­λη­να ποιη­τή». Όπως, ό­μως, χρειά­ζε­ται τεκ­μη­ρίω­ση το Ιτα­λοέλ­λη­νας για τον Κάλ­βο, α­ντί­στοι­χα α­παι­τεί­ται σχο­λια­σμός για το Ελλη­νοϊτα­λός, που α­πο­δί­δε­ται στον Δε Βιά­ζη. Ο Αρβα­νι­τά­κης υ­πο­στη­ρί­ζει πως “εί­χε μία ελ­λη­νοϊτα­λι­κή ψυ­χή, ό­πως και ο Φό­σκο­λο, ό­πως και ο Κάλ­βος, ό­πως και ο Σο­λω­μός”. Υπάρ­χει, ό­μως, μία ου­σια­στι­κή δια­φο­ρά. Γεν­νη­μέ­νος στην Κέρ­κυ­ρα ο Δε Βιά­ζης, α­πό πα­τέ­ρα Σι­κε­λό ναυ­τι­κό και μη­τέ­ρα Ζα­κύν­θια, δεν έ­φυ­γε πο­τέ α­πό τα Επτά­νη­σα, μέ­νο­ντας μέ­χρι τα 29 του στη γε­νέ­τει­ρα και τα υ­πό­λοι­πα 49 στην Ζά­κυν­θο. Εκεί­νος, ω­στό­σο, φέ­ρει ως α­διαμ­φι­σβή­τη­το τεκ­μή­ριο ε­πι­στο­λή του Δε Βιά­ζη προς τον Ντο­μέ­νι­κο Μπια­ντσί­νι, στην ο­ποία α­πο­κα­λεί ε­αυ­τόν “Ιτα­λό ως το κόκ­κα­λο”, υ­πο­σχό­με­νος πως “μό­λις ο­λο­κλη­ρω­θεί η ι­στο­ρία της ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας, που ε­τοι­μά­ζει, θα την α­φιε­ρώ­σει στον κα­λό τους βα­σι­λιά, ο ο­ποίος, ό­πως πι­στεύει, εί­ναι ά­ξιος γιος του ευ­γε­νούς βα­σι­λιά”, εν­νοώ­ντας τον Ου­μπέρ­το Ι και τον πα­τέ­ρα του, Βιτ­τό­ριο Εμα­νουέλ ΙΙ, αρ­χι­κά βα­σι­λιά της Σαρ­δη­νίας και πρώ­το βα­σι­λιά της ε­νω­μέ­νης Ιτα­λίας.
Ο Αρβα­νι­τά­κης σχο­λιά­ζει θαυ­μα­στι­κά, πως πρό­κει­ται για “μία ε­πι­στο­λή α­προσ­δό­κη­τα ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κή για μας”. Λί­γες σε­λί­δες πα­ρα­κά­τω, α­να­φέ­ρει ό­τι σώ­ζο­νται 28 ε­πι­στο­λές του Δε Βιά­ζη προς τον Μπια­ντσί­νι, που δεί­χνουν το πό­σο ε­κεί­νος τον βοή­θη­σε στη συγ­γρα­φή της βιο­γρα­φίας Φό­σκο­λο, αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα, “στην έ­γκαι­ρη βι­βλιο­γρα­φι­κή του ε­νη­μέ­ρω­ση για τις διορ­θω­τι­κές του πα­ρεμ­βά­σεις στις εκ­δό­σεις των ι­τα­λώ­ν”. Φαί­νε­ται να μην κά­νει τον προ­φα­νή συλ­λο­γι­σμό, πως ο Κερ­κυ­ραίος προ­σπα­θεί να προ­σεγ­γί­σει ως συ­μπα­τριώ­της τον υ­ψη­λά ι­στά­με­νο Μπια­ντσί­νι, ε­πι­διώ­κο­ντας την εύ­νοιά του. Ανα­φέ­ρει, α­πλώς, τον Μπια­ντσί­νι ως “έ­ναν ι­τα­λό φί­λο” του Δε Βιά­ζη, με­λε­τη­τή και βιο­γρά­φο του Φό­σκο­λο, χω­ρίς πε­ραι­τέ­ρω βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία. Ωστό­σο, ο Μπια­ντσί­νι δεν ή­ταν τυ­χαίο πρό­σω­πο. Κο­ντά 15 χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος του Δε Βιά­ζη, δι­πλω­μά­της κα­ριέ­ρας, έ­φθα­σε μέ­χρι υ­πουρ­γι­κές θέ­σεις και μέ­σω αυ­τής της ι­σχύος, ό­ντας α­νέ­κα­θεν βι­βλιό­φι­λος, κα­τέ­λη­ξε ση­μα­ντι­κός συλ­λέ­κτης.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, στο ί­διο κε­φά­λαιο, σύγ­χυ­ση προ­κα­λεί και η α­να­φο­ρά πως ο Δε Βιά­ζης “γεν­νή­θη­κε δυο χρό­νια με­τά τον θά­να­το του Σο­λω­μού και ε­φτά χρό­νια με­τά την α­να­χώ­ρη­ση του Κάλ­βου” α­πό τη Ζά­κυν­θο (στο προ­η­γού­με­νο κε­φά­λαιο, σε α­πό­σπα­σμα α­πό την βιο-ερ­γο­γρα­φία Κάλ­βου του Λεύ­κιου Ζα­φει­ρίου, δί­νε­ται το ορ­θό έ­τος γέν­νη­σης). Με βά­ση, ό­μως, το calami lapsus, ο Δε Βιά­ζης “α­να­τρά­φη­κε με τις σκιές των δυο ποιη­τώ­ν”, ε­νώ, ό­ντας ο­κτώ ε­τών ό­ταν πέ­θα­νε ο πρώ­τος και 13 ό­ταν α­να­χώ­ρη­σε ο δεύ­τε­ρος πρέ­πει να εί­χε ει­κό­να των ί­διων. Επί­σης, το δη­μο­σίευ­μα του Δε Βιά­ζη, το 1878, λό­γω του ο­ποίου α­να­γκά­στη­κε να ε­γκα­τα­λεί­ψει την Κέρ­κυ­ρα, το χα­ρα­κτη­ρί­ζει νε­α­νι­κό, ε­νώ έ­χει το βά­ρος ε­νός τρια­ντά­χρο­νου και ή­δη γνω­στού ε­ρευ­νη­τή.
Στα τρία τε­λευ­ταία κε­φά­λαια της Ει­σα­γω­γής, πα­ρα­τί­θε­νται οι δια­δο­χι­κές “α­να­κα­λύ­ψεις” ε­πι­στο­λών, με­μο­νω­μέ­νων ή και σε ο­μά­δες, με ε­κτε­νή α­να­φο­ρά στην πρώ­τη έκ­δο­ση της Αλλη­λο­γρα­φίας, την προ πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας, α­πό τον Μά­ριο Βίτ­τι, ό­που πα­ρου­σιά­ζο­νται ε­πι­στο­λές της πε­ριό­δου 1813-1820. Η δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση εί­ναι η πρό­σφα­τη, στην ο­ποία συ­γκε­ντρώ­νε­ται έ­να ε­πι­στο­λι­κό σώ­μα, που α­πο­τε­λεί­ται α­πό 314 χρο­νο­λο­γη­μέ­να και 74 α­χρο­νο­λό­γη­τα τεκ­μή­ρια, δη­λα­δή “ε­πι­στο­λές, σχέ­δια, ση­μειώ­μα­τα”. Πα­ρα­τάσ­σο­νται, οι μεν πρώ­τες σε χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, οι δε δεύ­τε­ρες σε αλ­φα­βη­τι­κή, με βά­ση το ε­πώ­νυ­μο του α­πο­στο­λέα.
Σύμ­φω­να με το ευ­ρε­τή­ριο ε­πι­στο­λο­γρά­φων, οι ε­πι­στο­λές, που στά­θη­κε α­δύ­να­το να χρο­νο­λο­γη­θούν, ε­στά­λη­σαν α­πό 23 πρό­σω­πα. Εξ αυ­τών, μό­νο πέ­ντε προ­σώ­πων, ό­λες οι ε­πι­στο­λές ε­ντάσ­σο­νται στις α­χρο­νο­λό­γη­τες. Οπό­τε, στην πε­ρί­πτω­ση των 18 ε­πι­στο­λο­γρά­φων με μι­κτού χα­ρα­κτή­ρα ε­πι­στο­λές, θα διευ­κό­λυ­νε την α­νά­γνω­ση οι α­χρο­νο­λό­γη­τες να α­κο­λου­θούν την τε­λευ­ταία χρο­νο­λο­γη­μέ­νη ή την πλη­σιέ­στε­ρη με βά­ση τα ε­σω­τε­ρι­κά τεκ­μή­ρια. Πα­ρά­δειγ­μα, οι τρεις α­χρο­νο­λό­γη­τες ε­πι­στο­λές του Χέν­ρυ Ταλ­κ, ό­που η μία χρο­νο­λο­γού­με­νη εμ­μέ­σως ε­ντάσ­σε­ται στην πρώ­τη κα­τη­γο­ρία, ε­νώ ο­μα­δο­ποιού­με­νες α­παρ­τί­ζουν μέ­ρος α­πό το κε­φά­λαιο πε­ρί “αγ­γλο­φι­λίας” του Κάλ­βου. Πα­ρο­μοίως, οι εν­νέα ε­πι­στο­λές του Γκιου­ζέπ­πε Νάλ­ντι, της συ­ζύ­γου του και της κό­ρης του, σκια­γρα­φούν α­πό κοι­νού μια α­πό τις μάλ­λον λι­γο­στές κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις του Κάλ­βου στο Λον­δί­νο ε­κτός του κύ­κλου των μα­θη­τών του. Ενώ στην α­κο­λου­θού­με­νη πα­ρά­τα­ξη, δη­λα­δή σύμ­φω­να με τα μι­κρά ο­νό­μα­τα της οι­κο­γέ­νειας, δεν υ­πάρ­χει συ­νο­χή στα α­να­φε­ρό­με­να πε­ρι­στα­τι­κά. Αυ­τή η πα­ρα­τή­ρη­ση θα μπο­ρού­σε να ι­σχύ­σει για το σύ­νο­λο της Αλλη­λο­γρα­φίας, κα­θώς με τη χρο­νο­λο­γι­κή διά­τα­ξη α­να­στα­τώ­νο­νται οι θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες των ε­πι­μέ­ρους ε­πι­στο­λι­κών σω­μά­των με έ­να πρό­σω­πο. Συ­να­κό­λου­θα, χά­νε­ται ο α­φη­γη­μα­τι­κός μί­τος, τό­σο πο­λύ­τι­μος στην α­νά­γνω­ση, που α­φορ­μά­ται, ας πού­με, α­πό α­πλό ε­γκυ­κλο­παι­δι­κό εν­δια­φέ­ρον.
Το σώ­μα των 388 ε­πι­στο­λών έ­χει χω­ρι­στεί σε δυο τό­μους με βά­ση το ι­σό­πο­σο των σε­λί­δων. Αντί αυ­τού του σχη­μα­τι­κού δια­χω­ρι­σμού, ο χρο­νο­λο­γι­κός, που λαμ­βά­νει υ­πό­ψη την πρώ­τη έκ­δο­ση των ε­πι­στο­λών της ο­κτα­ε­τίας 1813-1820, προ­σφέ­ρε­ται για την α­νά­δει­ξη των χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών της Αλλη­λο­γρα­φίας. Στην πρώ­τη πε­ρίο­δο, συ­γκε­ντρώ­νο­νται 350 (276 χρο­νο­λο­γη­μέ­νες, 74 α­χρο­νο­λό­γη­τες) ε­πι­στο­λές, 79 ε­πι­στο­λο­γρά­φων, εκ των ο­ποίων μό­νο τέσ­σε­ρις ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής, ε­νώ 29 εί­ναι ε­πι­στο­λές του Κάλ­βου. Στην δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο, της πε­ρι­πλά­νη­σης και έκ­δο­σης των Ωδών, της ε­γκα­τά­στα­σης στην Κέρ­κυ­ρα και της τε­λι­κής στην Αγγλία, σύ­νο­λο 49 χρό­νια, μό­λις 38 ε­πι­στο­λές, πέ­ντε αλ­λη­λο­γρά­φων, τρεις ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής, με 25 ε­πι­στο­λές δια χει­ρός Κάλ­βου.
Με α­φορ­μή την πρώ­τη έκ­δο­ση της Αλλη­λο­γρα­φίας, ο Αρβα­νι­τά­κης σχο­λιά­ζει πό­σο ση­μα­ντι­κός εί­ναι αυ­τός  ο “μι­κρό­κο­σμος” των ε­πι­στο­λο­γρά­φων στη γνω­ρι­μία μας με τον Κάλ­βο. Και πράγ­μα­τι, στην εν­διά­με­ση πε­ντη­κο­ντα­ε­τία, οι ε­πι­στο­λο­γρά­φοι α­γνώ­στων στοι­χείων μειώ­θη­καν, κά­ποια α­πό τα “α­δεια­νά ο­νό­μα­τα” συ­μπλη­ρώ­θη­καν με ει­κα­σίες, μέ­νει, ω­στό­σο, πε­ρί το έ­να τρί­το χω­ρίς στοι­χεία, κυ­ρίως προ­σώ­πων α­πό την ο­μά­δα των μα­θη­τών και των οι­κο­γε­νειών τους. Για να α­να­δει­χθεί, ό­μως, αυ­τός ο “μι­κρό­κο­σμος”, τα βιο­γρα­φι­κά χρειά­ζε­ται να συ­νο­δεύουν την πρώ­τη μνεία του προ­σώ­που και ό­χι μία τυ­χού­σα κα­το­πι­νή. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, στο Ευ­ρε­τή­ριο, ας δι­νό­ταν με δια­κρι­τό τυ­πο­γρα­φι­κό στοι­χείο η α­ντί­στοι­χη σε­λί­δα. Επί­σης, στην Ει­σα­γω­γή, θα α­να­με­νό­ταν αυ­τό­νο­μο κε­φά­λαιο για τους αλ­λη­λο­γρά­φους. Εκεί, θα μπο­ρού­σε να σχο­λια­στεί το πλή­θος γνω­στών και α­ταύ­τι­στων, οι δια­φο­ρε­τι­κές ε­θνι­κό­τη­τες και ι­διό­τη­τες, α­κό­μη το φύ­λο ή η ι­διό­τη­τα με την ο­ποία προέ­κυ­ψε η σχέ­ση τους με τον Κάλ­βο. Για πα­ρά­δειγ­μα, α­πό τις 54 ε­πι­στο­λές του Κάλ­βου, οι 12 έ­χουν πα­ρα­λή­πτη γυ­ναί­κες. Έξι τον α­ριθ­μό: μία ά­γνω­στη, την φί­λη του Φό­σκο­λο Ντό­να Ματ­ζιότ­τι και τέσ­σε­ρις μα­θή­τριές του. Ενώ το σύ­νο­λο των πα­ρα­λη­πτών μίας καλ­βι­κής ε­πι­στο­λής, πέ­ραν των έ­ξι θη­λυ­κών γρα­φί­δων, εί­ναι μό­λις 17.
    Αυ­τά τα α­ριθ­μη­τι­κά δε­δο­μέ­να α­πο­τε­λούν και έν­δει­ξη των ε­πι­μέ­ρους σω­μά­των αλ­λη­λο­γρα­φίας. Ενδει­κτι­κά, στην πρώ­τη ο­κτα­ε­τία, υ­πάρ­χουν η αλ­λη­λο­γρα­φία με τον Φό­σκο­λο (17 ε­πι­στο­λές, οι τέσ­σε­ρις Κάλ­βου) και η με­γα­λύ­τε­ρη ό­λων, με την α­γα­πη­μέ­νη μα­θή­τρια του Κάλ­βου Σούζαν Ρι­ντού (50 ε­πι­στο­λές, τρεις Κάλ­βου), ε­νώ, στη δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο, η αλ­λη­λο­γρα­φία με τον πρύ­τα­νη της Ιο­νίου Ακα­δη­μίας, Γεώρ­γιο Θε­ρια­νό (19 ε­πι­στο­λές, οι 10 Κάλ­βου). Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν και αλ­λη­λο­γρα­φίες μι­κρό­τε­ρης έ­κτα­σης αλ­λά ε­πι­κε­ντρω­μέ­νες σε έ­να θέ­μα. Όπως με τον προ­στά­τη του κό­μη Γκίλ­φορ­ντ, η μο­νό­πλευ­ρη με τον εκ­δό­τη του «Ape italiana» Ντε Σάν­κτις Μπαρ­το­λο­μέο, η δια­φω­τι­στι­κή με τον Γραμ­μα­τέα και τον βο­η­θό του της Εται­ρείας του Βι­βλίου των Προ­σευ­χών και των Ομι­λιών, που έρ­χε­ται και ως προ­σθή­κη στο βι­βλίο του Ανδρειω­μέ­νου «Οι τε­λευ­ταίες θρη­σκευ­τι­κές με­τα­φρά­σεις του Ανδρέα Κάλ­βου». Στο θρη­σκευ­τι­κό θέ­μα, ε­ντάσ­σο­νται και οι έ­ξι ε­πι­στο­λές του αγ­γλι­κα­νού θε­ο­λό­γου Φρει­δε­ρί­κου Νό­λαν, μα­ζί με τη μία διευ­κρι­νι­στι­κή του Ντα­νιέλ Ντάρτ­ναλ. Χρή­σι­μες μπορεί να σταθούν αυτές και στην α­νά­γνω­ση του τε­λευ­ταίου μέ­ρους του βι­βλίου, «Ξα­να­δια­βά­ζο­ντας τον Κάλ­βο», του Μι­χαήλ Πα­σχά­λη. Έτσι, ό­μως, ο­δη­γού­μα­στε στην ε­πί­σης εν­δια­φέ­ρου­σα θε­μα­τι­κή ο­μα­δο­ποίη­ση των ε­πι­στο­λι­κών σω­μά­των δυο ή και τριών αλ­λη­λο­γρά­φων. Αλλά τα σχό­λια ε­νός α­δα­ούς δεν έ­χουν τε­λειω­μό, ού­τε, ό­μως, ο “Άλλος Κάλ­βος”, που τεί­νει να γί­νει ο κυ­ρίως Κάλ­βος. Όπως και να έ­χει, η έκ­δο­ση της Αλλη­λο­γρα­φίας θα συν­δρά­μει την πε­ραι­τέ­ρω έ­ρευ­να, α­νοί­γο­ντας για το πλα­τύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, χά­ρις και στην διε­ξο­δι­κή Ει­σα­γω­γή, έ­να πα­ρά­θυ­ρο στον κό­σμο του Κάλ­βου.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 25/1/2015.

Αδό­κη­τες συ­μπτώ­σεις

Στις πα­ρά­πλευ­ρες α­πώ­λειες του θα­νά­του ε­νός συγ­γρα­φέα μπο­ρεί να ε­ντα­χθεί – προ­φα­νώς, στα ψι­λά – η έ­τοι­μη προς δη­μο­σίευ­ση πα­ρου­σία­ση πρό­σφα­του βι­βλίου του, α­φού, με­τά τον θά­να­τό του, κα­θί­στα­ται μη δη­μο­σιεύ­σι­μη. Ιδίως, ό­ταν το βι­βλίο εί­ναι αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα, αλ­λιώς α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται το πό­νη­μα ε­νός συγ­γρα­φέα που χαί­ρει ά­κρας υ­γείας, αλ­λιώς ε­νός με σο­βα­ρά προ­βλή­μα­τα υ­γείας και τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κά, του άρ­τι α­πο­θα­νό­ντος. Οπό­τε, σί­γου­ρα, πρό­κει­ται για μία δυ­σά­ρε­στη σύ­μπτω­ση. Τώ­ρα, αν τυ­χαί­νει μέ­σα σε έ­να μή­να να α­πο­βιώ­σουν δυο συγ­γρα­φείς, που να έ­χουν εκ­δώ­σει πρό­σφα­τα τα βι­βλία τους, για τα ο­ποία τα κεί­με­να των πα­ρου­σιά­σεων να έ­χουν ή­δη γρα­φτεί, τό­τε έ­χου­με μία σύ­μπτω­ση, α­πό ε­κεί­νες που δαι­μό­νι­ζαν τον Άρθουρ Καίσ­λερ  και κα­τέ­λη­ξε να ζη­τά­ει τη λύ­ση στην πα­ρα­ψυ­χο­λο­γία. Αν και στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, του Μέ­νη Κου­μα­ντα­ρέ­α και του Σε­ρα­φείμ Φυ­ντα­νί­δη, αμ­φό­τε­ροι βρί­σκο­νταν στη ζώ­νη υ­ψη­λού κιν­δύ­νου, καρ­κί­νος-καρ­διά. Φαι­νό­ταν, ω­στό­σο, πως ο “μαύ­ρος χά­ρος” θα αρ­γή­σει στα ρα­ντε­βού του, κα­θώς και οι δύο το χρό­νο της συ­νά­ντη­σης τον πά­λευαν. Από την άλ­λη, η πε­ρί­πτω­σή τους δεν πα­ρου­σιά­ζει μία, αλ­λά σει­ρά συ­μπτώ­σεων.
Οι δυο θά­να­τοι ε­πήλ­θαν σε διά­στη­μα μι­κρό­τε­ρο του μη­νός. Ενώ, τα τε­λευ­ταία τους βι­βλία εί­χαν εκ­δο­θεί σε α­πό­στα­ση μη­νός. Όπως συμ­βαί­νει ε­σχά­τως με τους γνω­στούς συγ­γρα­φείς, οι η­με­ρο­μη­νίες κυ­κλο­φο­ρίας των βι­βλίων εί­χαν α­να­κοι­νω­θεί εκ των προ­τέ­ρων. 3 Νο­εμ­βρίου η “νε­α­νι­κή αλ­λη­λο­γρα­φία” του Κου­μα­ντα­ρέα με τον Βα­σί­λη Βα­σι­λι­κό, έ­να μή­να νω­ρί­τε­ρα, η αυ­το­βιο­γρά­φη­ση του Φυ­ντα­νί­δη. 3 Δε­κεμ­βρίου, ώ­ρα 12.30 μ.μ., στο αμ­φι­θέ­α­τρο του Ιδρύ­μα­τος Θε­ο­χα­ρά­κη πα­ρου­σιά­στη­κε το πρώ­το, 12 Νο­εμ­βρίου, ώ­ρα 12.30 μ.μ., στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής, το δεύ­τε­ρο. Τρεις ο­μι­λη­τές στο πρώ­το, τέσ­σε­ρις στο δεύ­τε­ρο. Ο έ­νας κοι­νός και στα δυο, κα­θό­σον ε­πι­με­λη­τής του πρώ­του βι­βλίου και βο­η­θός κα­τά τη συγ­γρα­φή του δεύ­τε­ρου. Ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας α­πο­χώ­ρη­σε βιαίως δυο μέ­ρες με­τά την πα­ρου­σία­ση, κο­ντά με­σά­νυ­χτα, πε­ρί την 11η μ.μ. της Πα­ρα­σκευής, 5 Δε­κεμ­βρίου. Ο Φυ­ντα­νί­δης α­πε­βίω­σε α­νή­με­ρα Χρι­στού­γεν­να, στις 9 το βρά­δυ, 25 Δε­κεμ­βρίου. Και οι δυο κη­δείες στο Πρώ­το Νε­κρο­τα­φείο, στις 9 Δε­κεμ­βρίου, 2 το με­ση­μέ­ρι του Κου­μα­ντα­ρέα, στις 27 Δε­κεμ­βρίου, 1 το με­ση­μέ­ρι του Φυ­ντα­νί­δη.
Ως σύ­μπτω­ση μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί και ο τρό­πος που ο θά­να­τός τους σχο­λιά­στη­κε στον Τύ­πο. Το γε­γο­νός ό­τι και οι δυο θά­να­τοι κα­λύ­φθη­καν ε­κτε­νώς, ή­ταν προ­βλέ­ψι­μο. Συ­νέ­πε­σε, ό­μως, και η νοο­τρο­πία που ε­πι­κρά­τη­σε στα δη­μο­σιο­γρα­φι­κά κεί­με­να. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, η ε­στία­ση δεν ή­ταν α­πο­κλει­στι­κά στο πρό­σω­πο του ε­κλι­πό­ντος. Σχε­τι­κά με τον θά­να­το του Κου­μα­ντα­ρέα, το πο­λύ με­λά­νι χύ­θη­κε για τη δο­λο­φο­νία του και ό­χι για τον συγ­γρα­φέα. Αν αυ­τή η σκαν­δα­λο­θη­ρί­στι­κη ρο­πή του Τύ­που ή­ταν α­να­με­νό­με­νη στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, η ε­κτε­τα­μέ­νη α­να­φο­ρά στην πε­ρί­πτω­ση του Φυ­ντα­νί­δη, ό­χι στον δι­κό του θά­να­το αλ­λά στους “θα­νά­τους της «Ελευ­θε­ρο­τυ­πίας»”, πρώ­τον, δεύ­τε­ρο μέ­χρι τον πι­θα­νο­λο­γού­με­νο τρί­το, ξάφ­νια­σε δυ­σά­ρε­στα.
Όσο για τα βι­βλία, α­πέ­μει­ναν στις ο­μι­λίες κα­τά τις συ­νε­ντεύ­ξεις Τύ­που, οι ο­ποίες α­να­πα­ρή­χθη­σαν, α­να­με­μιγ­μέ­νες με α­νεκ­δο­το­λο­γι­κά σχό­λια των συγ­γρα­φέων, που ή­ταν πα­ρό­ντες. Κι ό­μως, και τα δυο βι­βλία θα μπο­ρού­σαν να εν­δια­φέ­ρουν έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την ε­πι­και­ρό­τη­τα, που καλ­λιέρ­γη­σε ο θά­να­τος των συγ­γρα­φέων τους. Το πρώ­το, για­τί α­φο­ρά δύο α­πό τους με­τρη­μέ­νους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους της δεύ­τε­ρης με­τα­πο­λε­μι­κής γε­νιάς. Αν ό­χι τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους, σί­γου­ρα τους δη­μο­φι­λέ­στε­ρους, κα­θώς κα­τόρ­θω­σαν τα βι­βλία τους να συ­γκα­τα­λέ­γο­νται και στα λο­γο­τε­χνι­κά και στα ευ­πώ­λη­τα. Το δεύ­τε­ρο («31 α­ξέ­χα­στα χρό­νια», εκδ. Πα­τά­κης), για­τί συ­νι­στά έ­να μο­να­δι­κό χρο­νι­κό δη­μο­σιο­γρα­φι­κής ζωής, έ­κτα­σης μιας α­κέ­ραιας με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής γε­νιάς, το ο­ποίο, ε­πι­προ­σθέ­τως, εί­ναι γραμ­μέ­νο με υ­ψη­λή αί­σθη­ση χιού­μορ. Για το πρώ­το, που α­φο­ρά το λο­γο­τε­χνι­κό πε­δίο, πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας την α­δη­μο­σίευ­τη πα­ρου­σία­ση, θα κά­νου­με σκια­γρά­φη­ση πε­ριε­χο­μέ­νων, ε­πι­κε­ντρω­μέ­νη στο βι­βλίο. Άλλω­στε, κα­τά μία α­πό­φαν­ση, “έ­ξω α­πό τα βι­βλία τους οι συγ­γρα­φείς δεν υ­πάρ­χου­ν”. Ανε­ξάρ­τη­τα αν αυ­τή στα πρό­σφα­τα με­τα­νε­ο­τε­ρι­κά χρό­νια τεί­νει να α­ντι­στρα­φεί.

Β.Βα­σι­λι­κός-Μ.Κου­μα­ντα­ρέ­ας
«Νε­α­νι­κή αλ­λη­λο­γρα­φία 1954-1960»
Επι­μέ­λεια-Πρό­λο­γος: Θ. Θ. Νιάρ­χος
Εκδό­σεις Τό­πος

Κα­τ’ αρ­χήν, η έκ­δο­ση κά­θε αλ­λη­λο­γρα­φίας έ­χει α­νά­γκη υ­πο­σε­λί­διων ση­μειώ­σεων. Πό­σω μάλ­λον η συ­γκε­κρι­μέ­νη, που α­φο­ρά τα πρώ­τα βή­μα­τα των δυο συγ­γρα­φέων. Απο­ρία προ­κα­λεί η πα­ρά­λη­ψή τους, που, βε­βαίως, δεν χρεώ­νε­ται στον ε­πι­με­λη­τή. Εκτός, ί­σως, α­πό την μη πα­ρά­θε­ση α­πα­ραί­τη­των στοι­χείων για τα α­να­φε­ρό­με­να πρό­σω­πα, ι­δίως ό­σα μνη­μο­νεύο­νται μό­νο με το μι­κρό τους ό­νο­μα. Από την άλ­λη, αν οι αλ­λη­λο­γρά­φοι ε­πι­θυ­μού­σαν κά­ποιες πτυ­χές να μεί­νουν μυ­στι­κές, θα μπο­ρού­σαν να α­φαι­ρέ­σουν έ­να-δυο ε­πι­στο­λές, ό­πως ε­κεί­νη της 18ης Ια­νουα­ρίου 1957. Και πι­θα­νώς, σε με­ρι­κές α­κό­μη ε­πι­στο­λές να α­πα­λεί­ψουν ο­ρι­σμέ­νες κρυ­πτι­κές α­να­φο­ρές. Έτσι, δεν θα ι­κα­νο­ποιού­σαν μεν τον α­να­γνώ­στη, αλ­λά του­λά­χι­στον δεν θα κέ­ντρι­ζαν την πε­ριέρ­γειά του. Πα­ρό­τι υ­πάρ­χουν τα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά κεί­με­να αμ­φο­τέ­ρων, δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τά συ­νο­μι­λούν με μυ­θο­πλα­στι­κές εκ­δο­χές, οι βιο­γρα­φίες τους μέ­νουν να γρα­φούν. Κα­τά τη γνώ­μη μας, ση­μα­ντι­κές βιο­γρα­φή­σεις, ό­χι μό­νο λό­γω του συγ­γρα­φι­κού α­να­στή­μα­τος των ί­διων, αλ­λά και για­τί αμ­φό­τε­ροι δεν στά­θη­καν τύ­ποι μο­νή­ρεις. Αντι­θέ­τως οι βίοι τους συ­να­ντή­θη­καν με ε­πι­φα­νή πρό­σω­πα της γε­νιάς του ’30 και της πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κής. Όσο α­φο­ρά την Αλλη­λο­γρα­φία, σε μια δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση, που σί­γου­ρα θα υ­πάρ­ξει, με­τά το δυ­σά­ρε­στο τέ­λος του ε­νός αλ­λη­λο­γρά­φου, ο έ­τε­ρος θα μπο­ρού­σε να συ­μπλη­ρώ­σει τις ψη­φί­δες, αν­τλώ­ντας και α­πό τα υ­πό τα­κτο­ποίη­ση Αρχεία τους. Αν και υ­πάρ­χουν σκο­τει­νά ση­μεία, που μό­νο ο ε­κλι­πών αλ­λη­λο­γρά­φος θα μπο­ρού­σε να φω­τί­σει, ό­πως η  συ­ναι­σθη­μα­τι­κή κρί­ση που τον συ­ντά­ρα­ζε την Άνοι­ξη του 1955.
Ας προσ­διο­ρί­σου­με, ό­μως, το ε­πί­θε­το “νε­α­νι­κή” του τίτ­λου. 17 Μαΐου 1931 γεν­νή­θη­κε ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας, 18 Νο­εμ­βρίου 1934 ο Βα­σι­λι­κός, που ση­μαί­νει ό­τι, ό­ταν γνω­ρί­ζο­νται, ο πρώ­τος εί­ναι στα 23 και κά­νει το στρα­τιω­τι­κό του στο Ναυ­τι­κό και ο δεύ­τε­ρος στα 20, δευ­τε­ρο­ε­τής της Σχο­λής Νο­μι­κής του Αρι­στο­τε­λείου. Συ­νο­λι­κά δη­μο­σιεύο­νται 48 ε­πι­στο­λές, 18 του Κου­μα­ντα­ρέα, 30 του Βα­σι­λι­κού. Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η α­νά έ­τος κα­τα­νο­μή τους: 1954 ε­πι­στο­λές 10 (6 του Κου­μα­ντα­ρέα προς 4 του Βα­σι­λι­κού), 1955 ε­πι­στο­λές 18 (7 προς 10), 1956 ε­πι­στο­λές 10 (5 προς 5), 1957 πέ­ντε του Βα­σι­λι­κού, 1958 κα­μία, 1959 μία του Βα­σι­λι­κού, 1960 πέ­ντε του Βα­σι­λι­κού. Μέ­νει η ε­ντύ­πω­ση πως με­τά την ορ­γι­σμέ­νη ε­πι­στο­λή, που ο Βα­σι­λι­κός έ­γρα­ψε στις 18 Ια­νουα­ρίου 1957, ε­πι­στρέ­φο­ντας α­πό το τα­ξί­δι του στην Αθή­να για τις ε­ορ­τές, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας σιώ­πη­σε. Αυ­τό μπο­ρεί να ι­σχύει μό­νο για ε­κεί­νο το έ­τος, που ο Βα­σι­λι­κός κά­νει το στρα­τιω­τι­κό του, πι­θα­νώς και το ε­πό­με­νο. Πά­ντως, τον Οκτώ­βριο του 1959, που ο Βα­σι­λι­κός βρί­σκε­ται στη Νέα Υόρ­κη, άρ­τι α­φι­χθείς, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας μα­θή­μα­τα στη Σχο­λή τη­λε­ο­ρά­σεως, μέ­χρι και τον ε­πό­με­νο Οκτώ­βριο, που ε­τοι­μά­ζε­ται να ε­πι­στρέ­ψει, φαί­νε­ται πως η αμ­φί­πλευ­ρη αλ­λη­λο­γρα­φία τους έ­χει α­πο­κα­τα­στα­θεί. Οι ε­πι­στο­λές του Κου­μα­ντα­ρέα θα πα­ρά­πε­σαν κα­τά “το με­γά­λο τα­ξί­δι πά­νω στην ή­πει­ρο της Αμε­ρι­κής” του Βα­σι­λι­κού. Απώ­λεια, για­τί, σύμ­φω­να με τις α­πα­ντη­τι­κές του Βα­σι­λι­κού, θα πρέ­πει να ή­ταν ε­κτε­νείς, ό­πως και οι πε­ρισ­σό­τε­ρες της πρώ­της τριε­τίας, ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κές για τον ε­αυ­τό του, αλ­λά και διεισ­δυ­τι­κές για την προ­σω­πι­κό­τη­τα του φί­λου του.
Αδιευ­κρί­νι­στο πα­ρα­μέ­νει το πό­τε α­κρι­βώς μέ­σα στο πρώ­το ε­ξά­μη­νο του 1954, οι δυο αλ­λη­λο­γρά­φοι γνω­ρί­στη­καν. Αντι­θέ­τως για τον τό­πο, οι ί­διοι έ­δω­σαν κα­τά την πα­ρου­σία­ση του βι­βλίου δυο εκ­δο­χές. Στο πα­τά­ρι του Πι­κα­ντύλ­λι ι­σχυ­ρί­ζε­ται ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας, στο σπί­τι του Χατ­ζι­δά­κι ο Βα­σι­λι­κός. Θα μπο­ρού­σε να ι­σχύουν και τα δυο. Από το σπί­τι να πή­γαν στο με­ση­με­ρια­νό στέ­κι του Χατ­ζι­δά­κι και της πα­ρέ­ας του, ό­που ο μο­νι­μό­τε­ρος θα­μώ­νας ή­ταν ο Γκά­τσος. Ωστό­σο, μία λί­γο προ­σε­κτι­κό­τε­ρη α­νά­γνω­ση της πρώ­της ε­πι­στο­λής, στις 22 Ιου­λίου 1954, του Κου­μα­ντα­ρέα, δεί­χνει πως δεν θα πρέ­πει να πρω­το­συ­να­ντή­θη­καν στο ζα­χα­ρο­πλα­στείο, για­τί τό­τε αυ­τός θα ή­ταν πα­ρών στη γνω­ρι­μία Βα­σι­λι­κού - Γκά­τσου. Πά­ντως, α­πό την πρώ­τη σε­λί­δα της Αλλη­λο­γρα­φίας γεν­νιέ­ται στον α­να­γνώ­στη η πε­ριέρ­γεια να μά­θει πε­ρισ­σό­τε­ρα για τη σχέ­ση και την αλ­λη­λο­γρα­φία αμ­φο­τέ­ρων με τον με­γα­λύ­τε­ρό τους, γεν­νη­μέ­νο το 1925, και ή­δη γνω­στό μου­σι­κο­συν­θέ­τη, Χατ­ζι­δά­κι.
Τα γε­γο­νό­τα του κα­θη­με­ρι­νού βίου που τους α­πα­σχο­λούν στην πρώ­τη τριε­τία, αυ­τήν της κυ­ρίως Αλλη­λο­γρα­φίας τους, εί­ναι: Τα σχέ­δια για κα­λο­και­ρι­νές δια­κο­πές στη Θά­σο, που ναυα­γούν. Με την ευ­και­ρία, ο Κα­βα­λιώ­της Βα­σι­λι­κός μας δί­νει ει­κό­να για το πό­σο στοί­χι­ζε τό­τε έ­να πα­ρό­μοιο τα­ξί­δι για έ­ναν Αθη­ναίο. Οι ε­ντυ­πώ­σεις α­πό το Πά­σχα στην Αθή­να του ’55 και γεύ­ση για το πώς δια­σκέ­δα­ζε η πα­ρέα του Χατ­ζι­δά­κι. Μία πε­ρι­πέ­τεια του Κου­μα­ντα­ρέα με την υ­γεία του. Οι δύ­σκο­λες σχέ­σεις τους με γο­νείς και ε­ρω­τι­κούς συ­ντρό­φους. Πα­ρα­τη­ρού­με πως, πα­ρό­λο που έ­χουν κά­νει ε­λά­χι­στη πα­ρέα οι δυο τους, Χρι­στού­γεν­να 1954 και Πά­σχα 1955, τα σχό­λια του ε­νός για τα προ­σω­πι­κά του άλ­λου εί­ναι ου­σια­στι­κά, δεί­χνο­ντας α­μοι­βαίο εν­δια­φέ­ρον αλ­λά και δια­κρι­τι­κό­τη­τα. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, έ­χει δί­κιο ο ε­πι­με­λη­τής της έκ­δο­σης, που βλέ­πει στη σχέ­ση τους μία σχε­δόν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή διά­στα­ση. Στη δε­κα­ε­τία του ’60, δυο κα­λο­φτιαγ­μέ­νοι νέ­οι ά­ντρες, με ε­ρω­τι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο, μη κα­τα­στα­λαγ­μέ­νοι, τολ­μούν. Δο­κι­μά­ζουν αμ­φι­τα­λα­ντευό­με­νοι, α­κρι­βώς ό­πως με­τεω­ρί­ζο­νται και στη γρα­φή τους με­τα­ξύ ποίη­σης, θεά­τρου και πε­ζο­γρα­φίας. Συ­γκρι­νό­με­νοι με ε­κεί­νους, οι ση­με­ρι­νοί νέ­οι, ε­ξή­ντα χρό­νια με­τά, δεί­χνουν α­δια­φο­ρία, α­κο­λου­θώ­ντας μη­χα­νι­στι­κά τους συρ­μούς. Κα­τά τα άλ­λα, πε­ρισ­σό­τε­ρες εί­ναι οι α­να­φο­ρές στη μου­σι­κή, χά­ρις στον δια βίου μου­σι­κό­φι­λο Αθη­ναίο, πα­ρά στην πε­ζο­γρα­φία. Όπου προ­τι­μούν τη γαλ­λι­κή, μάλ­λον α­δια­φο­ρώ­ντας για την ελ­λη­νι­κή. Κύ­ριο μέ­λη­μα τα δι­κά τους γρα­πτά, προέ­χουν των δια­σκε­δά­σεων.       
Εδώ, έ­γκει­ται το ι­διαί­τε­ρο λο­γο­τε­χνι­κό εν­δια­φέ­ρον της Αλλη­λο­γρα­φίας τους. Συ­ζη­τούν τα πρώ­τα τους βι­βλία, που ε­μείς δια­βά­ζου­με σή­με­ρα. Το 2011, εκ­δό­θη­κε για πρώ­τη φο­ρά το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Κου­μα­ντα­ρέα, «Οι α­λε­πού­δες του Γκό­σπερτ», και ε­πα­νεκ­δό­θη­κε το πρώ­το του Βα­σι­λι­κού, «Η διή­γη­ση του Ιά­σο­να». Αρχές του 2014, α­κο­λού­θη­σε το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Θύ­μα­τα ει­ρή­νης». Αμφό­τε­ρα, με ει­σα­γω­γή και φι­λο­λο­γι­κή φρο­ντί­δα του Θα­νά­ση Αγά­θου, που, με­τά την εν­δια­φέ­ρου­σα με­λέ­τη της γυ­ναί­κας στο έρ­γο του Κα­ζα­ντζά­κη, α­φο­σιώ­νε­ται στην έκ­δο­ση των σχο­λια­σμέ­νων Απά­ντων του δεύ­τε­ρου Έλλη­να συγ­γρα­φέα, που διεκ­δι­κεί με το πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­νο έρ­γο του θέ­ση στην πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νη λο­γο­τε­χνία.
Εκτός αυ­τών, στην Αλλη­λο­γρα­φία α­να­φέ­ρε­ται και το θε­α­τρι­κό του Βα­σι­λι­κού, «Στη φυ­λα­κή των Φι­λίπ­πων», που με­τα­δό­θη­κε α­πό το ρα­διό­φω­νο στις 31 Οκτω­βρίου 1954, σε σκη­νο­θε­σία Γκά­τσου, με τον Χατ­ζι­δά­κι “ε­νορ­χη­στρω­τή”, ό­πως ο ί­διος χα­ρα­κτη­ρί­ζει ε­αυ­τόν σε ε­πι­στο­λή του προς τον Βα­σι­λι­κό. Εκεί, α­πο­κα­λεί το έρ­γο “ο Παύ­λος σου” και έ­τσι εκ­δό­θη­κε μία ει­κο­σα­ε­τία αρ­γό­τε­ρα, «Ο Από­στο­λος Παύ­λος στη Φυ­λα­κή των Φι­λίπ­πων». Ακό­μη, πε­ρι­γρά­φο­νται εν ε­κτά­σει σχέ­δια και δη προ­χω­ρη­μέ­να για δυο α­φη­γή­μα­τα, που δεν γνω­ρί­ζου­με α­πό άλ­λη πη­γή. Ο επιμελητής του Αρχείου Κουμανταρέα θα μπορούσε να συμπληρώσει το ιστορικό του πε­ζού, «Ο Μυγ­χά­ου­ζεν στο Λιό­πε­σι!» και να δώ­σει κά­ποια πλη­ρο­φο­ρία για τον «Τει­ρε­σία». Για τα «Εφτά α­πο­γεύ­μα­τα» του Βα­σι­λι­κού, που, τον Μάιο του 1955, ο ί­διος το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “το πιο δρα­μα­τι­κό του βι­βλίο”, α­πο­δί­δο­ντας την ε­πι­νό­η­ση του τίτ­λου στον Κου­μα­ντα­ρέα, δεν θυ­μό­μα­στε να έ­χου­με δια­βά­σει κά­ποιο με­τα­γε­νέ­στε­ρο σχε­τι­κό σχό­λιο.
Αφορ­μή της πρώ­της ε­πι­στο­λής της Αλλη­λο­γρα­φίας δεν εί­ναι η γνω­ρι­μία τους, αλ­λά το πρώ­το βι­βλίο του Βα­σι­λι­κού «Η διή­γη­ση του Ιά­σο­να». Ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας εκ­φρά­ζε­ται με την α­κρι­βο­λο­γία και την αυ­το­πε­ποί­θη­ση κρι­τι­κού. Από μια ά­πο­ψη, κά­τι τέ­τοιο εί­ναι εύ­κο­λο, α­φού πρό­κει­ται για ε­γκω­μια­στι­κή κρί­ση. Συ­νε­χί­ζει, ό­μως, με την αυ­στη­ρή κρι­τι­κή του θε­α­τρι­κού, «Στη φυ­λα­κή των Φι­λίπ­πων», με α­πο­κο­ρύ­φω­μα κρι­τι­κού οί­στρου την δε­κα­σέ­λι­δη ε­πι­στο­λή της 6ης Ιου­λίου 1956, στην ο­ποία ε­ξο­νυ­χί­ζει το «Θύ­μα­τα ει­ρή­νης». Κα­λός α­πο­δέ­κτης ο Βα­σι­λι­κός, στις 2 Αυ­γού­στου 1956, ευ­ρι­σκό­με­νος στο τύ­πω­μα του τρί­του τυ­πο­γρα­φι­κού, τον πλη­ρο­φο­ρεί για τις ε­κτε­τα­μέ­νες αλ­λα­γές που έ­κα­νε. Ως κρι­τι­κός ο Βα­σι­λι­κός δεί­χνει την ευ­θυ­κρι­σία του, στην κρι­τι­κή τού «Οι α­λε­πού­δες του Γκό­σπορτ». Πα­ράλ­λη­λα, φω­τί­ζει τις λο­γο­τε­χνι­κές ε­πι­δρά­σεις του Κου­μα­ντα­ρέα α­πό το στε­νό του πε­ρι­βάλ­λον ε­κεί­νης της ε­πο­χής, Χατ­ζι­δά­κι και Γκά­τσο, που έ­χουν πα­ρα­μεί­νει ά­γνω­στες. Συ­γκρα­τού­με την πα­ρό­τρυν­σή του να γρά­φει σαν τον Πα­πα­δια­μά­ντη, που ση­μαί­νει ό­χι ψυ­χο­λο­γι­κές ερ­μη­νείες, αλ­λά για ε­κεί­να τα πράγ­μα­τα που χά­νο­νται, έ­χουν ό­μως μια δεύ­τε­ρη ζωή στα διη­γή­μα­τα.
Εκ των υ­στέ­ρων, ήρ­θε να προ­στε­θεί μία τε­λευ­ταία σύ­μπτω­ση. Αυ­τή δεν α­φο­ρά τους δυο α­πο­θα­νό­ντες, αλ­λά τον βίο του Κου­μα­ντα­ρέα. Δο­λο­φο­νή­θη­κε βρά­δυ της 5ης Δε­κεμ­βρίου, ε­νώ ο φε­ρό­με­νος ως δο­λο­φό­νος του συ­νε­λή­φθη βρά­δυ της 5ης Ια­νουα­ρίου. Ο ί­διος, “την η­με­ρο­μη­νία του θα­νά­του του”, για την ο­ποία ρω­τού­σε τό­σο ε­πί­μο­να τον “Πε­ρα­μα­τά­ρη” στο τε­λευ­ταίο του μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ο θη­σαυ­ρός του χρό­νου», δεν την έ­μα­θε.
Τε­λι­κά, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας στά­θη­κε μια μάλ­λον σπά­νια πε­ρί­πτω­ση Αθη­ναίου α­στού στον συγ­γρα­φι­κό χώ­ρο των δυο-τριών τε­λευ­ταίων δε­κα­ε­τιών. Πα­ρα­μέ­νο­ντας στο πε­δίο των συ­μπτώ­σεων, του έ­τυ­χε μία σπά­νια μορ­φή καρ­κί­νου του λεμ­φι­κού συ­στή­μα­τος. Πρό­κει­ται για το λε­γό­με­νο Λέμ­φω­μα Μαν­δύας ή αγ­γλι­στί Mantle Lymphoma ή και γερ­μα­νι­στί Mantel Lymphoma. Στο τε­λευ­ταίο του μυ­θι­στό­ρη­μα, το α­να­φέ­ρει ως Λέμ­φω­μα Mandel, που ση­μαί­νει Λέμ­φω­μα Αμυ­γδα­λιάς. Και ένας ασυνήθης θάνατος.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 18/1/2015.

Φωτογραφία:  Ο Μένης Κουμανταρέας κατά την εποχή που αλληλογραφούσε με τον Βασίλη Βασιλικό. Από μιας αρχής, “παίζει πιάνο και γραφομηχανή”. Κατ’ εκείνον, το μυστικό “της νεότητας της ψυχής”.

Ταξίδι μεταμόρφωσης

 Γιό­χαν Βόλφ­γκαν­γκ φον Γκαί­τε
«Το τα­ξί­δι στην Ιτα­λία»
Ει­σα­γω­γή – Με­τά­φρα­ση
Γιώρ­γος Δε­πά­στας
Εκδό­σεις Ολκός
Νοέμ­βριος 2014


Με τον στί­χο του Βι­ζυη­νού, “με­τε­βλή­θη ε­ντός μου, και ο ρυθ­μός του κό­σμου” –προ­φα­νώς α­πο­κομ­μέ­νο α­πό τα συμ­φρα­ζό­με­να του ποιή­μα­τος «Το φά­σμα μου» στο ο­ποίο α­νή­κει– θα μπο­ρού­σε να συ­νο­ψί­σει κα­νείς τη με­τα­μόρ­φω­ση του Γκαί­τε α­πό “το ι­τα­λι­κό τα­ξί­δι”. Με θε­τι­κό πρό­ση­μο ο στί­χος του Θρα­κιώ­τη, που θρη­νού­σε τη βύ­θι­σή του α­πό την φαι­δρό­τη­τα στη θλί­ψη, στην πε­ρί­πτω­ση του Γκαί­τε θα ε­ξέ­φρα­ζε τα ζωο­ποιά α­πο­τε­λέ­σμα­τα της τα­ξι­διω­τι­κής του με­ταρ­σίω­σης. Με άλ­λα λό­για, τη φώ­τι­σή του και το πώς, με τον τρό­πο του, έ­γι­νε κι αυ­τός “Έλλη­νας”. Ήδη, το μό­το του βι­βλίου για “το ι­τα­λι­κό τα­ξί­δι”, “Auch ich in Arkadien!”, προσ­δί­δει ου­το­πι­κό χα­ρα­κτή­ρα στη μο­να­δι­κό­τη­τα της ε­μπει­ρίας. Απο­τε­λεί ε­πι­τα­τι­κή πα­ραλ­λα­γή της λα­τι­νι­κής ρή­σης “Et in Arcadia ego”, που το­νί­ζει την πα­ρου­σία του στην ει­δυλ­λια­κή Αρκα­δία.
Μό­νο αν εί­χε με­τα­βλη­θεί ε­ντός του ο ρυθ­μός του κό­σμου, θα μπο­ρού­σε η με­τα­μόρ­φω­ση να εί­ναι τό­σο ρι­ζι­κή. Για αυ­τήν την ε­σω­τε­ρι­κή αλ­λα­γή του Γκαί­τε προϊδεά­ζει  κα­τά την ε­πι­στρο­φή του α­κό­μη και η ε­ξω­τε­ρι­κή του εμ­φά­νι­ση. Όταν λοι­πόν, ε­πι­στρέ­φει στην Αυ­λή της Βαϊμά­ρης, σύμ­βου­λος του Δού­κα Κα­ρό­λου Αυ­γού­στου ή­δη α­πό δω­δε­κα­ε­τίας, οι κα­κε­ντρε­χείς σχο­λιά­ζου­ν: “Έφυ­γε έ­νας Απόλ­λω­νας και γύ­ρι­σε έ­νας μπε­κρής” (α­πό την πρό­σφα­τη με­λέ­τη της Ιωάν­νας Οι­κο­νό­μου-Αγο­ρα­στού, «Συ­ζη­τώ­ντας για την Ελλά­δα... στην Αυ­λή της Βαϊμά­ρης... στα χρό­νια του Γκαί­τε», εκδ. University Studio Press). Μία πα­ρό­μοια μαρ­τυ­ρία κα­τα­θέ­τει και ο ί­διος στο η­με­ρο­λό­γιο του τα­ξι­διού. Στο Πα­λέρ­μο, Πά­σχα του 1787, στο πα­λά­τι του Αντι­βα­σι­λέα, έ­νας Μαλ­τέ­ζος, που τον εί­χε συ­να­ντή­σει στην Βαϊμά­ρη ως “τον νέο και δρα­στή­ριο συγ­γρα­φέα του Βέρ­θε­ρου”, ό­πως τον α­πο­κα­λεί για­τί “έ­χει ξε­χά­σει το ό­νο­μά του”, δεν τον α­να­γνω­ρί­ζει.
Πράγ­μα­τι, στις 3 Σε­πτεμ­βρίου 1786, που α­να­χω­ρεί ο Γκαί­τε α­πό το Κάρλσ­μπα­ντ, εί­ναι, του­λά­χι­στον για τους πολ­λούς, μό­νο “ο συγ­γρα­φέ­ας του Βέρ­θε­ρου”. Ο Γκαί­τε, που “κα­τέ­χει κο­ρυ­φαία θέ­ση στην δια­νο­η­τι­κή ι­στο­ρία της Γερ­μα­νίας κα­τά το 18ο και 19ο αιώ­να” σύμ­φω­να με τις με­τα­θα­νά­τιες α­να­φο­ρές του ελ­λη­νι­κού Τύ­που, “ο αρ­χαϊκώ­τα­τος και νεω­τε­ρι­κώ­τα­τος ποιη­τής” κα­τά τον Πα­λα­μά, θα δια­μορ­φω­θεί με­τά “το ι­τα­λι­κό τα­ξί­δι” και χά­ρις στην ευερ­γε­τι­κή του ε­πε­νέρ­γεια. Κα­τά μία ε­κτί­μη­ση, α­πο­τέ­λε­σε το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο γε­γο­νός στη ζωή του. Για­τρεύε­ται α­πό τη με­λαγ­χο­λία και την ψυ­χι­κή κού­ρα­ση των αυ­λι­κών χρό­νων. Γί­νε­ται εύ­θυ­μος, συ­να­να­στρέ­φε­ται λαϊκούς αν­θρώ­πους. Στη Ρώ­μη, ό­που μέ­νει τέσ­σε­ρις μή­νες κα­τε­βαί­νο­ντας προς Νό­το και έ­ντε­κα ε­πι­στρέ­φο­ντας, διά­γει τον μποέ­μι­κο βίο ε­νός φοι­τη­τή. Με­τά δε­κα­πέ­ντε μέ­ρες στη Νά­πο­λη ση­μειώ­νει στο η­με­ρο­λό­γιό του: “Εί­ναι έ­νας πα­ρά­δει­σος, ο κα­θέ­νας ζει σε έ­να εί­δος με­θυ­σμέ­νης α­νι­διο­τέ­λειας. Το ί­διο συμ­βαί­νει και σ’ ε­μέ­να, δεν α­να­γνω­ρί­ζω καν τον ε­αυ­τό μου, νο­μί­ζω πως εί­μαι τε­λείως άλ­λος άν­θρω­πος. Χθες σκέ­φτη­κα: «Ή ή­σουν ε­ντε­λώς τρε­λός ή εί­σαι τώ­ρα.»” Αυ­τή η ψυ­χι­κή ευε­ξία φέρ­νει την πνευ­μα­τι­κή α­νά­τα­ση, που α­πο­τυ­πώ­νε­ται στις συγ­γρα­φές του, με πρώ­τη την και­νού­ρια, έμ­με­τρη «Ιφι­γέ­νεια εν Ταύ­ροις». Ανα­ζη­τά μια εκ­δο­χή “πιο ζωη­ρή και συ­ντα­ρα­κτι­κή” α­πό την πε­ζό­μορ­φη της Βαϊμά­ρης. “Στην τέ­χνη κα­λό εί­ναι μό­νο το κάλ­λι­στο”, α­πο­φαί­νε­ται. Αλλά­ζει θέ­α­ση, κρι­τή­ρια, α­ξιο­λό­γη­ση αν­θρώ­πων και κα­τα­στά­σεων, βά­ζει τέ­λος στην αμ­φι­τα­λά­ντευ­ση ποίη­ση-ζω­γρα­φι­κή. Πα­ρά τα χί­λια τό­σα σχέ­δια και α­κουα­ρέ­λες της δια­μο­νής του στην Ιτα­λία, η α­πό­φα­ση να προ­ση­λω­θεί στην ποίη­ση εί­ναι πλέ­ον ει­λημ­μέ­νη. Ολο­κλη­ρώ­νει την «Ιφι­γέ­νεια εν Ταύ­ροις», δί­νει δια­φο­ρε­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση σε αρ­χι­νι­σμέ­να και μι­σο­τε­λειω­μέ­να έρ­γα. Βρί­σκο­ντας εκ νέ­ου την ορ­μή των χρό­νων της νεό­τη­τας, ξα­να­πιά­νει τον «Φά­ου­στ». 
Το κυ­ρίως έρ­γο του Γκαί­τε εί­ναι προϊόν μέ­σης και ώ­ρι­μης η­λι­κίας. Στο Κάρ­λσμπα­ντ βρί­σκε­ται για ο­λι­γοή­με­ρες δια­κο­πές, χά­ρις στον ε­ορ­τα­σμό των γε­νε­θλίων του. Στις 28 Αυ­γού­στου 1786, έ­κλει­νε τα 37. Τις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες του «Φά­ου­στ» τις γρά­φει λί­γο πριν α­πο­βιώ­σει, στις 23 Μαρ­τίου 1832. Με­σο­στρα­τίς πραγ­μα­τώ­νε­ται το τα­ξί­δι στην Ιτα­λία. Εί­ναι “ό­λα τα ό­νει­ρα της νεό­τη­τάς του”, γεν­νή­μα­τα των πα­τρι­κών α­φη­γή­σεων. Ίσως να μην εί­ναι τυ­χαίο ό­τι τε­λι­κά εκ­πλη­ρώ­νο­νται με­τά τον θά­να­το του με­τρη­μέ­νου και αυ­στη­ρού νο­μι­κού Γά­σπαρ Γκαί­τε. Δυο φο­ρές εί­χε ξε­κι­νή­σει για την Ιτα­λία, αλ­λά κα­θ’ ο­δόν εί­χε αλ­λά­ξει γνώ­μη. Αν και για τη μυ­στι­κή και ε­σπευ­σμέ­νη α­να­χώ­ρη­σή του,  άλ­λοι πα­ρά­γο­ντες, λι­γό­τε­ρο φροϋδι­κοί, μπο­ρεί να στά­θη­καν πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­θο­ρι­στι­κοί, ό­πως ο δε­κά­χρο­νος δε­σμός του με την Καρ­λότ­τα φον Στάϊν. Ύστε­ρα, ε­κεί­να τα χρό­νια, ή­ταν έ­ντο­νη η α­ντι­πα­ρά­θε­ση σχε­τι­κά με την υ­πε­ρο­χή της ελ­λη­νι­κής έ­να­ντι της ρω­μαϊκής τέ­χνης, που εί­χαν πυ­ρο­δο­τή­σει οι με­λέ­τες του Βίν­κελ­μαν, με κο­ρυ­φαία την «Ιστο­ρία της Αρχαίας Τέ­χνης», 1764. Στο η­με­ρο­λό­γιο του τα­ξι­διού, ο Γκαί­τε α­να­φέ­ρει μια συ­γκέ­ντρω­ση της Ακα­δη­μίας των Ολυ­μπίων, στην Βι­τσέ­ντσα, με ε­ρώ­τη­μα προς συ­ζή­τη­ση, “αν η ε­πι­νό­η­ση εί­χε προ­σφέ­ρει με­γα­λύ­τε­ρο ό­φε­λος στην τέ­χνη ή η α­πο­μί­μη­ση”.
Το τα­ξί­δι του Βίν­κελ­μαν στην Ιτα­λία, α­πό την Ρώ­μη στο Παί­στουμ  της Κά­τω Ιτα­λίας, την αρ­χαία Πο­σει­δω­νία, και με­τά στις α­να­σκα­φές της Πο­μπηίας και του Ερκου­λά­νε­ου­μ,  έ­γι­νε το 1755. Ο Γκαί­τε α­κο­λου­θεί τα ί­χνη του, με τη σκέ­ψη του σε ε­κεί­νον. “Πριν α­πό τριά­ντα έ­να χρό­νια, την ί­δια ε­πο­χή, ήρ­θε ε­δώ ε­κεί­νος, α­κό­μα πιο τρε­λός α­πό ε­μέ­να”, γρά­φει. Εί­χε δια­βά­σει τις ερ­μη­νείες του, αλ­λά τα λό­για δεν αρ­κού­σαν. Αυ­τός ή­θε­λε να δει “την υ­πέ­ρο­χη ο­μά­δα α­λό­γων στην εκ­κλη­σία του Αγίου Μάρ­κου”, που “α­πό κο­ντά φαί­νο­νται βα­ριά, ε­νώ α­πό την πλα­τεία α­νά­λα­φρα σαν ε­λά­φια”. Να α­πο­λαύ­σει τον Απόλ­λω­να του Μπελ­βε­ντέ­ρε μαρ­μά­ρι­νο α­ντί για το γύ­ψι­νο α­ντί­γρα­φο. Να δει τον δω­ρι­κό ρυθ­μό σε ε­ρεί­πια ναών και πε­σμέ­νες κιο­νο­στοι­χίες και ό­χι σε σκί­τσα. Το ό­νει­ρο του Βίν­κελ­μαν, ό­μως, ο­λο­κλη­ρω­νό­ταν με έ­να ελ­λη­νι­κό τα­ξί­δι. Να α­ντι­κρί­σει και να ψαύ­σει τα πρω­τό­τυ­πα, α­ντί των ελ­λη­νι­στι­κών και ρω­μαϊκών α­ντι­γρά­φων. Δεν το πραγ­μα­το­ποίη­σε. Τον πρό­λα­βε στην Τερ­γέ­στη ο δο­λο­φό­νος του, στα 51 του, το 1768. Ού­τε ο Γκαί­τε κά­νει το ελ­λη­νι­κό τα­ξί­δι, πα­ρό­λο που ο Δού­κας του Βαλ­ντέ­κ, ε­γκα­τε­στη­μέ­νος για κά­ποιο διά­στη­μα στη Νά­πο­λη, τον εί­χε προ­σκα­λέ­σει να τον συ­νο­δεύ­σει. Στις 28 Μαρ­τίου 1787, την πα­ρα­μο­νή της α­να­χώ­ρη­σής του α­πό τη Νά­πο­λη για Σι­κε­λία, ο Γκαί­τε ση­μειώ­νει ό­τι τον εί­χε α­να­στα­τώ­σει η πρό­τα­ση του Δού­κα, προ­σθέ­το­ντας, “Εί­μαι εμ­βρό­ντη­τος.” Απο­μέ­νει στους με­τα­γε­νέ­στε­ρους η α­πο­ρία, για­τί δεν την εί­χε α­πο­δε­χτεί. Φό­βος για τις νέες ε­ντυ­πώ­σεις, ε­νώ δεν εί­χε α­κό­μη α­φο­μοιώ­σει ε­κεί­νες της Ιτα­λίας; Φό­βος για την ε­ντύ­πω­ση που θα του προ­κα­λού­σε το αυ­θε­ντι­κό και α­κέ­ραιο α­ντί για την α­πο­μί­μη­ση και τα εν­σω­μα­τω­μέ­να σπα­ράγ­μα­τα; Μή­πως, αν εί­χε α­πο­τολ­μή­σει το τα­ξί­δι, η «Αχιλ­ληΐδα» του να μην έ­με­νε α­δύ­να­μη μί­μη­ση του Ομη­ρι­κού έ­πους; Εκτός κι αν, α­πλώς, δεν δια­νο­εί­το να αλ­λά­ξει το πρό­γραμ­μά του.
Άλλω­στε πο­τέ η με­τα­μόρ­φω­ση ε­νός ε­νή­λι­κα δεν εί­ναι συ­θέ­με­λη. Ο Γκαί­τε πα­ρα­μέ­νει Γερ­μα­νός, προ­τε­στά­ντης και για ό­σους πι­στεύουν στις ζω­δια­κές προ­βλέ­ψεις, παρ­θέ­νος. Όπως γρά­φει, αυ­τός και ο συ­νο­μή­λι­κος σύ­ντρο­φός του, Γερ­μα­νός ζω­γρά­φος, Γιό­χαν Χάιν­ριχ Βίλ­χελμ Τί­σμπαϊν, “ως γνή­σιοι Γερ­μα­νοί  δεν μπο­ρούν να α­παλ­λα­γούν α­πό σχέ­δια και προο­πτι­κές για ερ­γα­σίες”. Ή, α­κό­μη, ό­ντας στη Νά­πο­λη, ση­μειώ­νει: “Αν δεν με πα­ρό­τρυ­νε η γερ­μα­νι­κή ι­διο­συ­γκρα­σία και η ε­πι­θυ­μία μου να μα­θαί­νω και να εί­μαι δρα­στή­ριος πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το να δια­σκε­δά­ζω, θα έ­με­να α­κό­μα λί­γο και­ρό σ’ αυ­τό το σχο­λείο της εύ­κο­λης και εύ­θυ­μης ζωής για να ε­πω­φε­λη­θώ πε­ρισ­σό­τε­ρο.” Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, με τον Τί­σμπαϊν δεν γνω­ρί­στη­κε στη Ρώ­μη, ό­πως α­να­φέ­ρει η υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση. Πρώ­τη έ­γνοιά του, μό­λις φτά­νει στην πό­λη, στις 29 Οκτω­βρίου 1786, εί­ναι να στεί­λει να τον ει­δο­ποιή­σουν πως έ­φθα­σε. Την ε­πο­μέ­νη ε­γκα­θί­στα­ται στο σπί­τι του. “Κι έ­τσι η­σύ­χα­σα α­πό τα τα­ξί­δια και τα παν­δο­χεία”, γρά­φει.
Ο Γκαί­τε, ως  κα­τά­λη­ξη στο βι­βλίο για το “ι­τα­λι­κό τα­ξί­δι”, ε­πι­λέ­γει έ­να πα­ρά­θε­μα α­πό τα ε­λε­γεια­κά «Λυ­πη­ρά» του Οβί­διου. Στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, που α­να­φέ­ρε­ται στον Απρί­λιο του 1788, ό­ταν α­πο­χαι­ρε­τά­ει τη Ρώ­μη, μια νύ­χτα με παν­σέ­λη­νο, α­να­λο­γί­ζε­ται πως μία πα­ρό­μοια νύ­χτα α­να­γκά­στη­κε και ο Οβί­διος να την ε­γκα­τα­λεί­ψει, σύμ­φω­να με τους στί­χους που έ­γρα­ψε στην ε­ξο­ρία: “Cum repeto noctem…”  Με τους ί­διους στί­χους, κλεί­νει κι αυ­τός το βι­βλίο του: “Wandelt von jener nacht mir das traurige bild vor die seele,/welche die letzte fur mich war in der romischen stadt…” Μό­νο που τον Οβί­διο τον ε­ξό­ρι­σε ο Οκτα­βια­νός Αύ­γου­στος, ε­νώ ε­κεί­νον κα­νείς δεν τον πιέ­ζει. Θα μπο­ρού­σε να ε­γκα­τα­στα­θεί στη Ρώ­μη, ό­πως εί­χε κά­νει ο Βίν­κελ­μαν. Άγνω­στο το κα­τά πό­σο ο Γκαί­τε εί­χε συ­ναί­σθη­ση του Αύ­γου­στου, τον ο­ποίο κου­βα­λού­σε ε­ντός του και που δεν ή­ταν άλ­λος α­πό την γερ­μα­νι­κή ι­διο­συ­γκρα­σία του.         
Ο Γκαί­τε στη­ρί­χτη­κε στο η­με­ρο­λό­γιο που κρα­τού­σε α­πό τις 3 Σε­πτεμ­βρίου 1786, ό­ταν ε­γκα­τέ­λει­ψε το Κάρλσ­μπα­ντ, μέ­χρι τις 18 Ιου­νίου 1788, που ε­πέ­στρε­ψε στην Βαϊμά­ρη, κα­θώς και στο πλή­θος των ε­πι­στο­λών, που έ­στελ­νε σε έ­να με­γά­λο κύ­κλο αν­θρώ­πων, πρω­τί­στως στην ε­γκα­τα­λει­φθεί­σα Καρ­λότ­τα, για τη συγ­γρα­φή του τα­ξι­διω­τι­κού βι­βλίου, το ο­ποίο ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε το 1816. Αυ­τός ο σχε­δόν τρια­ντά­χρο­νος ε­τε­ρο­χρο­νι­σμός εί­χε ως α­πο­τέ­λε­σμα μια υ­βρι­δι­κή γρα­φή, ό­που την αυ­θορ­μη­σία της η­με­ρο­λο­για­κής εγ­γρα­φής λειαί­νει ο α­να­στο­χα­σμός στο “βιω­μέ­νο α­ντί­κρυ­σμα”. «Το τα­ξί­δι στην Ιτα­λία» δεν α­νή­κει τε­λι­κά, ού­τε στο ποιη­τι­κό ού­τε στο δρα­μα­τι­κό του έρ­γο. Ωστό­σο, πα­ρά τον τίτ­λο του, θα ή­ταν λά­θος να χα­ρα­κτη­ρι­στεί τα­ξι­διω­τι­κό. Δια­τη­ρεί την η­με­ρο­λο­για­κή δο­μή, γέρ­νο­ντας προς τη δο­κι­μια­κή γρα­φή. Έργο ι­διά­ζου­σας βα­ρύ­τη­τας, κα­λύ­πτει για την συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρίο­δο το κε­νό της αυ­το­βιο­γρα­φίας. Μι­κρό το χρο­νι­κό ά­νοιγ­μα σε έ­ναν βίο που με­τρά 83 έ­τη, αλ­λά κομ­βι­κής ση­μα­σίας, δε­δο­μέ­νου ό­τι α­πο­τυ­πώ­νει την α­να­γέν­νη­ση του πνευ­μα­τι­κού αν­θρώ­που και συγ­γρα­φέα. Γι’ αυ­τό και πα­ρό­τι πο­λυ­σέ­λι­δο, πλέ­ον των 500 σε­λί­δων, με­τα­φρά­στη­κε κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη σε Γαλ­λία και Αγγλία στη διάρ­κεια του 20ου αιώ­να.
Και­ρός ή­ταν να με­τα­φρα­στεί και στα ελ­λη­νι­κά, κα­θώς του χρό­νου συ­μπλη­ρώ­νε­ται ε­κα­το­ντα­ε­τία α­πό την έκ­δο­ση του πρω­τό­τυ­που. Πό­τε, ό­μως, δό­θη­κε προ­τε­ραιό­τη­τα στις με­τα­φρά­σεις  και εκ­δό­σεις κλα­σι­κών συγ­γρα­φέων; Και ό­πο­τε με­τα­φρά­ζο­νται, το προ­βά­δι­σμα κρα­τούν Άγγλοι και Γάλ­λοι. Πο­λύ με­τά στις ε­πι­λο­γές έρ­χο­νται οι Γερ­μα­νοί. Αν και ως κο­ρυ­φαίος ο  Γκαί­τε ε­ξαι­ρεί­ται. Με­τα­φρά­ζε­ται πριν τον θά­να­τό του. Μό­νο που ε­κεί­νη η πρώ­τη με­τά­φρα­ση γί­νε­ται σε γερ­μα­νι­κό έ­δα­φος α­πό έ­ναν έν­θερ­μο θαυ­μα­στή του, Έλλη­να φοι­τη­τή στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Ιέ­να. Τον Ιωάν­νη Πα­πα­δό­που­λο, που ε­πέ­λε­ξε να με­τα­φρά­σει την «Ιφι­γέ­νεια εν Ταύ­ροις». Κα­τά τα άλ­λα, με­τά τον θά­να­τό του, με­τα­φρά­ζε­ται ά­ναρ­χα και σκόρ­πια, με ε­πα­να­λή­ψεις «Βέρ­θε­ρου» και κυ­ρίως, «Φά­ου­στ», στον ο­ποίο δο­κι­μά­ζο­νται α­πό τους Αρι­στο­μέ­νη Προ­βε­λέγ­γιο και Γεώρ­γιο Στρα­τή­γη, σε δυο πρώ­τες εκ­δό­σεις του 1887, μέ­χρι τον Πέ­τρο Μάρ­κα­ρη. Εν μέ­σω αυ­τών, η με­τά­φρα­ση του Κώ­στα Χατ­ζό­που­λου για το πρώ­το θε­α­τρι­κό α­νέ­βα­σμα του «Φά­ου­στ», Νοέμ­βριο 1904 στο Βα­σι­λι­κό Θέ­α­τρο.
Με­τά μία τό­σο μα­κρό­χρο­νη κα­θυ­στέ­ρη­ση, θα α­να­με­νό­ταν με­τά­φρα­ση και έκ­δο­ση σε α­κέ­ραια μορ­φή του βι­βλίου α­πό “το ι­τα­λι­κό τα­ξί­δι”. Σύμ­φω­να με την ει­σα­γω­γή, πα­ρα­λεί­πε­ται το δεύ­τε­ρο μέ­ρος του τα­ξι­διού, το με­τά την πε­ριή­γη­ση της Σι­κε­λίας, με το αι­τιο­λο­γι­κό ό­τι σε αυ­τό ο Γκαί­τε δεν σχο­λιά­ζει την αρ­χαία ελ­λη­νι­κή τέ­χνη. Η με­τά­φρα­ση τε­λειώ­νει με την εγ­γρα­φή της 14ης Μαΐου 1787, κα­τά το θα­λασ­σι­νό τα­ξί­δι α­πό Μεσ­σί­να προς Νά­πο­λη. Αντί για την ο­βι­δια­κή κα­τά­λη­ξη του Γκαί­τε, δό­θη­κε μία τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κού πνεύ­μα­τος, που θα πρέ­πει να ε­πι­λέ­χθη­κε λό­γω του α­νεκ­δο­το­λο­γι­κού της χα­ρα­κτή­ρα, προς δια­σκέ­δα­ση του Έλλη­να α­να­γνώ­στη. Προς τού­το, κό­πη­κε στη μέ­ση η πα­ρά­γρα­φος και η α­ντί­στοι­χη η­με­ρο­λο­για­κή εγ­γρα­φή έ­μει­νε η­μι­τε­λής. Εκεί­νο, ό­μως, που πε­ρισ­σό­τε­ρο ζη­μιώ­νει το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι οι ε­πεμ­βά­σεις στο πρώ­το μέ­ρος του τα­ξι­διού. Σε αυ­τό, γί­νε­ται συρ­ρα­φή, με την πα­ρά­λη­ψη α­κέ­ραιων η­με­ρο­λο­για­κών εγ­γρα­φών και τον τε­μα­χι­σμό άλ­λων. Υπο­θέ­του­με πως κρι­τή­ριο στά­θη­καν τα εν­δια­φέ­ρο­ντα του α­να­γνώ­στη, κα­θώς χω­ρία, σχε­τι­κά μα­κρο­σκε­λή, του­ρι­στι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος μέ­νουν α­κέ­ραια, ε­νώ συ­ντο­μεύο­νται άλ­λα, ό­που πα­ρα­τί­θε­νται σκέ­ψεις και α­γω­νίες του Γκαί­τε, σχε­τι­κές με τα γρα­πτά του. Πα­ρα­δό­ξως, πα­ρα­λεί­πε­ται η η­με­ρο­λο­για­κή εγ­γρα­φή της 28ης Μαρ­τίου 1787, που α­φο­ρά την πρό­σκλη­ση για το ελ­λη­νι­κό τα­ξί­δι. 
Στις συ­γκε­κομ­μέ­νες εκ­δό­σεις, εί­θι­σται να δί­νε­ται η έκ­δο­ση στην ο­ποία στη­ρί­χτη­κε η με­τά­φρα­ση. Αν πά­λι, η συρ­ρα­φή εί­ναι έρ­γο του με­τα­φρα­στή, θα α­να­με­νό­ταν ε­πί­σης να α­να­φέ­ρε­ται. Όπως και να έ­χει, σε ό­ποια εκ­δο­χή και αν στη­ρί­χτη­κε η ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση, αυ­τό το α­με­ρι­κά­νι­κης σύλ­λη­ψης ε­ξώ­φυλ­λο, γνω­στού Αυ­στρα­λού φω­το­γρά­φου, δεί­χνει α­ταί­ρια­στο. Εκτός κι αν ε­πι­διώ­κε­ται η έκ­δο­ση να ε­κλη­φθεί και ως βι­βλίο του­ρι­στι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος, ό­πως ή­δη δια­φη­μί­στη­κε στον Τύ­πο. Στα κα­τά κα­νό­να ε­πι­με­λη­μέ­να βι­βλία των εκ­δό­σεων Ολκός θα ταί­ρια­ζε ο πί­να­κας του Τί­σμπαϊν, που τον φι­λο­τέ­χνη­σε στο τα­ξί­δι. “Με πα­ρα­τη­ρού­σε προ­σε­κτι­κά, και τώ­ρα α­πο­δει­κνύε­ται πως σκο­πεύει να ζω­γρα­φί­σει το πορ­τρέ­το μου... Θέ­λει να με πα­ρου­σιά­σει σε φυ­σι­κό μέ­γε­θος, ως τα­ξι­διώ­τη, τυ­λιγ­μέ­νο σε έ­να λευ­κό πα­νω­φό­ρι, να κά­θο­μαι στο ύ­παι­θρο, πά­νω σε έ­ναν πε­σμέ­νο ο­βε­λί­σκο, α­τε­νί­ζο­ντας στο βά­θος τα ε­ρεί­πια της Κα­μπά­νια ντι Ρό­μα”, ό­πως ο Γκαί­τε ση­μειώ­νει και ό­πως δη­λώ­νει ο τίτ­λος, «Ο Γκαί­τε στην ρω­μαϊκή ε­ξο­χή». Αυ­τόν ε­πέ­λε­ξε, πριν πε­νή­ντα χρό­νια, ο Ώντεν ως ε­ξώ­φυλ­λο για την δι­κή του, αγ­γλι­κή με­τά­φρα­ση, ό­που θεώ­ρη­σε α­πα­ραί­τη­το και έ­ναν ε­κτε­νή πρό­λο­γο.
Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, ό­μως, σε έ­να ξε­νό­γλωσ­σο βι­βλίο εί­ναι η με­τά­φρα­ση. Ο Γιώρ­γος Δε­πά­στας δο­κι­μά­ζε­ται για τρί­τη φο­ρά με έρ­γο του Γκαί­τε. Πριν δέ­κα χρό­νια, εί­χε με­τα­φρά­σει το «Clavigo» για την πα­ρά­στα­ση του Γιάν­νη Χου­βαρ­δά και συ­νέ­χι­σε με πέ­ντε νου­βέ­λες. Και πά­λι στο “ι­τα­λι­κό τα­ξί­δι”, ό­πως εί­ναι ε­πί λέ­ξει α­πο­δι­δό­με­νος ο τίτ­λος του πρω­τό­τυ­που αλ­λά και των αγ­γλι­κών α­πο­δό­σεων, έ­χει ε­πι­τύ­χει έ­ναν ευ­τυ­χή γλωσ­σι­κό διά­πλου. Ακρι­βώς, ό­μως, ε­πει­δή γνω­ρί­ζει τό­σο κα­λά τον συγ­γρα­φέα, την ε­πο­χή του και την Ιτα­λία, ό­πως γρά­φει στην ει­σα­γω­γή, θα α­να­μέ­νο­νταν πιο βο­η­θη­τι­κές υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις. Για πα­ρά­δειγ­μα, αν δεν γνω­ρί­ζει ο α­να­γνώ­στης τον αρ­χι­τέ­κτο­να Αντρέα Παλ­λά­ντιο, α­νοί­γει μία ε­γκυ­κλο­παί­δεια. Το ε­πι­πλέ­ον, που μό­νο ο ει­δή­μων μπο­ρεί να προ­σφέ­ρει, εί­ναι πλη­ρο­φο­ρίες για τη σχέ­ση του Γκαί­τε με το έρ­γο του Παλ­λά­ντιο. Τι α­ντι­προ­σώ­πευε γι’ αυ­τόν; Για­τί νιώ­θει τό­ση ι­κα­νο­ποίη­ση, ό­ταν βρί­σκει το βι­βλίο του; Ακό­μη, λό­γω των πε­ρι­κο­πών, δεί­χνει α­πα­ραί­τη­το έ­να ε­πι­λο­γι­κό ση­μείω­μα, το ο­ποίο, κα­τ’ αρ­χήν, να δί­νει α­κέ­ραια τη δια­δρο­μή του Γκαί­τε. Λ.χ., τους σταθ­μούς,  ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας το Κάρλσ­μπα­ντ και περ­νώ­ντας τις Άλπεις, μέ­χρι το Τρέ­ντο, ή, τη δια­δρο­μή στη Σι­κε­λία, α­πό το Πα­λέρ­μο στο Τζιρτ­ζέ­ντι. Τέ­λος, μία πε­ρί­λη­ψη του πρω­τό­τυ­που, ώ­στε να κα­λυ­φθεί προ­σώ­ρας και μέ­χρι τη με­τά­φρα­ση ο­λό­κλη­ρου του έρ­γου, η α­δη­μο­νία του α­τυ­χούς α­να­γνώ­στη, που γνω­ρί­ζει μό­νο την ελ­λη­νι­κή.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/1/2015.

Φωτογραφία: Ο Γκαί­τε ό­πως α­πει­κο­νί­ζε­ται στον πί­να­κα του Τί­σμπαϊν, που τον φι­λο­τέ­χνη­σε “στο ι­τα­λι­κό τα­ξί­δι”.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Θε­α­τρό­μορ­φο μυ­θι­στό­ρη­μα

Αλέ­ξης Στα­μά­της
«Με­λίσ­σια»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Οκτώ­βριος 2014
   
Την 17η Νο­εμ­βρίου, ε­πέ­λε­ξε ο Αλέ­ξης Στα­μά­της για να πα­ρου­σιά­σει την και­νού­ριά του δου­λειά, πα­ρό­λο που ου­δε­μία σχέ­ση έ­χει με το Πο­λυ­τε­χνείο και τον ε­ορ­τα­σμό του. Γε­νι­κώς, η Ιστο­ρία δεν εί­ναι γι’ αυ­τόν προ­νο­μιού­χος χώ­ρος έ­μπνευ­σης, ό­πως συμ­βαί­νει με άλ­λους συ­νο­μή­λι­κούς του. Μό­νο προ πε­ντα­ε­τίας, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, «Σκό­τω­σε ό,τι α­γα­πάς», ε­μπλέ­κει στην υ­πό­θε­ση την α­πα­γο­ρευ­μέ­νη πο­ρεία του Πο­λυ­τε­χνείου, του 1980, με τους δυο νε­κρούς. Εφέ­τος, η πα­ρα­γω­γή που πα­ρου­σιά­ζει εί­ναι δι­συ­πό­στα­τη. Συ­νί­στα­ται α­πό μία θε­α­τρι­κή πρε­μιέ­ρα, με το θε­α­τρι­κό να κυ­κλο­φο­ρεί και αυ­το­τε­λώς σε βι­βλίο, και έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Αν δεν σφάλ­λου­με, ού­τε χρό­νος δεν έ­χει συ­μπλη­ρω­θεί α­πό το προ­η­γού­με­νο α­νέ­βα­σμα έρ­γου του και το προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μα. Το ε­ρώ­τη­μα που α­να­κύ­πτει εί­ναι, μή­πως και βιά­ζε­ται. Αν και σε μία πε­ρίο­δο, ό­πως η τω­ρι­νή, που οι συγ­γρα­φείς έ­χουν ε­ντεί­νει τους ρυθ­μούς τους, το σω­στό ε­ρώ­τη­μα εί­ναι το κα­τά πό­σο αυ­τή η βια­σύ­νη ε­πη­ρεά­ζει το α­πο­τέ­λε­σμα. Το για­τί, ό­μως, συγ­γρα­φείς και καλ­λι­τέ­χνες ε­πεί­γο­νται, α­νή­κει στα χω­ρία της κοι­νω­νι­κής ψυ­χο­λο­γίας.
Μη έ­χο­ντας ε­παρ­κή ε­πο­πτεία της θε­α­τρι­κής δου­λειάς του Στα­μά­τη, πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε στο μυ­θι­στό­ρη­μα. Όπως και ο­ρι­σμέ­να α­πό τα προ­η­γού­με­να βι­βλία του, το βρί­σκου­με εν­δια­φέ­ρον. Τώ­ρα, αν θα κα­λυ­τέ­ρευε με πα­ρα­πά­νω “ψή­σι­μο”, εί­ναι μία μάλ­λον ου­το­πι­κή α­πο­ρία. Ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τορ­θώ­νει να πα­ρα­μέ­νει στην ί­δια ευ­ρύ­τε­ρη θε­μα­τι­κή πε­ριο­χή – υ­παρ­ξια­κού χα­ρα­κτή­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, με κύ­ριο καμ­βά τις δια­προ­σω­πι­κές και ι­διαί­τε­ρα, τις εν­δοοι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις – χω­ρίς να ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται. Επι­τυγ­χά­νει και κά­τι δυ­σκο­λό­τε­ρο, η γρα­φή του να ε­ξε­λίσ­σε­ται. Ενώ, κα­τά κα­νό­να, αρ­κε­τοί πο­λυ­γρά­φοι συγ­γρα­φείς μέ­νουν στά­σι­μοι. Ορι­σμέ­νοι, μά­λι­στα, α­πό τους πιο ε­πι­τυ­χη­μέ­νους, έ­χουν δώ­σει τα κα­λύ­τε­ρα βι­βλία τους στο ξε­κί­νη­μα. Ο Στα­μά­της άρ­γη­σε η­λι­κια­κά, με τους τρέ­χο­ντες μέ­σους ό­ρους, να εκ­δώ­σει το πρώ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ο έ­βδο­μος ε­λέ­φας», το ο­ποίο, ό­μως, δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν πρω­τό­λειο. Ωστό­σο, η α­πό­στα­ση που δια­νύ­θη­κε μέ­σα σε μία δε­κα­πε­ντα­ε­τία, α­πό ε­κεί­νο το πρώ­το μέ­χρι το πρό­σφα­το, α­να­πλη­ρώ­νει την κα­θυ­στέ­ρη­ση κα­τά την εκ­κί­νη­ση. Πα­ρό­λα αυ­τά, το στίγ­μα του Στα­μά­τη στο λο­γο­τε­χνι­κό το­πίο των νεό­τε­ρων, που έ­χει αρ­χί­σει να δια­γρά­φε­ται, μέ­νει αμ­φι­σβη­τού­με­νο.
Σε αυ­τό, πι­θα­νώς, συ­νέ­βα­λε η με­τα­πή­δη­σή του α­πό την ποίη­ση στην πε­ζο­γρα­φία και η κά­πως αρ­γο­πο­ρη­μέ­νη έκ­δο­ση πρώ­του βι­βλίου και στις δυο πε­ριο­χές. Με πρώ­το ποιη­τι­κό («Κό­σμος γω­νία») το 1992, τα­ξι­νο­μεί­ται στους ποιη­τές της γε­νιάς του ’80. Τον συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει, για πα­ρά­δειγ­μα, ο Νί­κος Χουρ­δά­κης στο ο­νο­μα­το­λό­γιο της εν λό­γω γε­νιάς, που συ­ντάσ­σει το 1997. Ο Στα­μά­της συ­νε­χί­ζει να γρά­φει ποίη­ση, εκ­δί­δο­ντας έ­ξι συλ­λο­γές μέ­χρι το 2004. Ωστό­σο, πα­ρα­μέ­νει στο πε­ρι­θώ­ριο αυ­τής της ποιη­τι­κής γε­νιάς. Κα­τά μία δια­φο­ρε­τι­κή τα­ξι­νό­μη­ση των γε­νιών, α­νά δε­κα­ε­τία, που τεί­νει, πα­ρά τον μη­χα­νι­στι­κό της χα­ρα­κτή­ρα, να ε­πι­κρα­τή­σει, ο Στα­μά­της, γεν­νη­μέ­νος σε με­ταίχ­μιο έ­τος, στο γύ­ρι­σμα της δε­κα­ε­τίας, θα μπο­ρού­σε να τα­ξι­νο­μη­θεί και στη γε­νιά του ’90, κα­θώς εκ­δί­δει το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο του το 1998. Σε αυ­τήν την α­πο­κα­λού­με­νη, μάλ­λον κα­τα­χρη­στι­κώς, γε­νιά, δια­κρί­θη­κε μία ο­μά­δα, που συ­σπει­ρώ­θη­κε, πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν συ­ντρο­φιά, γύ­ρω α­πό το πε­ριο­δι­κό «Να έ­να μή­λο». Ο Στα­μά­της δεν ή­ταν στην ο­μά­δα συ­νερ­γα­τών, ού­τε στον στε­νό­τε­ρο κύ­κλο της πα­ρέ­ας, που διορ­γά­νω­νε θε­ρι­νές συγ­γρα­φι­κές Συ­να­ντή­σεις και α­πο­νο­μή Βρα­βείου του πε­ριο­δι­κού.
Βε­βαίως, στοι­χεία αυ­τής της φύ­σης α­φο­ρούν πε­ρισ­σό­τε­ρο την κοι­νω­νιο­λο­γία του συγ­γρα­φι­κού χώ­ρου. Ίσως, ό­μως, να δια­δρα­μα­τί­ζουν κά­ποιο ρό­λο στο ό­νο­μα, που δια­μορ­φώ­νει έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, και συ­να­κό­λου­θα, στην υ­πο­δο­χή των βι­βλίων του. Ο Στα­μά­της έ­χει εκ­δώ­σει 12 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δυο νου­βέ­λες και δυο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των. Δεν υ­στε­ρεί ως προς τον α­ριθ­μό των α­νά βι­βλίο πα­ρου­σιά­σεων και κρι­τι­κών α­πο­τι­μή­σεων. Το α­ντί­θε­το. Στο βαθ­μό, ω­στό­σο, που υ­πάρ­χει, ό­πως σε ό­λους τους το­μείς, και στην λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή, έ­να ά­τυ­πο κα­τε­στη­μέ­νο, ό­που η γνώ­μη ο­ρι­σμέ­νων προ­σώ­πων βα­ραί­νει, ε­κεί ο Στα­μά­της δεί­χνει να χω­λαί­νει. Αυ­τό, ως έ­να βαθ­μό, έ­χει α­ντί­χτυ­πο στις σχε­τι­κά πε­ριο­ρι­σμέ­νες δια­κρί­σεις και βρα­βεύ­σεις, που έ­τυ­χε ως τώ­ρα. Έτσι, θα μπο­ρού­σε να δι­καιο­λο­γη­θεί το ε­κτε­νές βιο­γρα­φι­κό, που συ­ντάσ­σει, δί­νο­ντας έμ­φα­ση στην α­πο­δο­χή του έρ­γου του ε­κτός Ελλά­δος. Ει­δάλ­λως, τι εν­δια­φέ­ρον μπο­ρεί να πα­ρου­σιά­ζει, ό­τι τα δυο πρώ­τα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που κυ­κλο­φό­ρη­σαν α­πό τον Κέ­δρο, εκ­δό­θη­καν ταυ­τό­χρο­να ή αρ­γό­τε­ρα, α­δια­σα­φή­νι­στο, και στη Με­γά­λη Βρε­τα­νία; Ή, ό­τι έ­χει α­ντι­προ­σω­πεύ­σει την Ελλά­δα σε λο­γο­τε­χνι­κά συ­νέ­δρια, που ση­μαί­νει ό­τι συμ­με­τεί­χε στις συ­νή­θως ο­μα­δι­κές α­πο­στο­λές του Ε­ΚΕ­ΒΙ;
Αντί αυ­τών, στο βιο­γρα­φι­κό θα έ­πρε­πε να το­νί­ζε­ται η δεύ­τε­ρη με­τα­πή­δη­σή του, α­πό το μυ­θι­στό­ρη­μα στο θέ­α­τρο, που ξε­κί­νη­σε ευ­και­ρια­κά προ δε­κα­ε­τίας και φαί­νε­ται να ε­ξε­λίσ­σε­ται σε μία, ο­λοέ­να και πιο συ­στη­μα­τι­κή, ε­να­σχό­λη­ση. Όπως συ­νέ­βη αρ­χι­κά και με την πρώ­τη με­τα­πή­δη­ση, δεν ε­γκα­τα­λεί­πει την πε­ζο­γρα­φία. Του­λά­χι­στον προ­σώ­ρας. Αργό­τε­ρα, ί­σως στα­μα­τή­σει, κα­τα­πώς έ­κα­νε με την ποίη­ση, ό­ταν ε­δραιώ­θη­κε στη μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία. Σε μία προ­η­γού­με­νη γε­νιά, ε­κεί­νη του Παύ­λου Μά­τε­σι και του Κώ­στα Μουρ­σε­λά, η με­τα­κί­νη­ση ή­ταν α­ντί­θε­της φο­ράς, α­πό το θέ­α­τρο στο μυ­θι­στό­ρη­μα. Τώ­ρα, οι νεό­τε­ροι, ο Στα­μά­της ή ο Βαγ­γέ­λης Χατ­ζη­γιαν­νί­δης, δυο α­πό τις υ­πο­σχό­με­νες πε­ρι­πτώ­σεις, δο­κι­μά­ζο­νται στο θέ­α­τρο, κρα­τώ­ντας το έ­να πό­δι στο κα­τα­κτη­μέ­νο πε­δίο της πε­ζο­γρα­φίας. Πά­ντως, και τό­τε και σή­με­ρα, κα­θο­ρι­στι­κοί στέ­κο­νται οι ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κοί πα­ρά­γο­ντες. Στα τέ­λη του ’80, ή­ταν η μό­δα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Με την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, ε­νέ­σκη­ψε ο σά­λος των θε­α­τρο­ποιή­σεων. Από την άλ­λη, πολ­λοί εί­ναι ε­κεί­νοι που δια­τυ­πώ­νουν α­νη­συ­χία για την εύ­κο­λη, συ­χνά και πρό­χει­ρη, λύ­ση των θε­α­τρο­ποιή­σεων, α­πο­δί­δο­ντάς την εν μέ­ρει και στην έλ­λει­ψη νέων θε­α­τρι­κών συγ­γρα­φέων. Εκεί­νους, που έρ­χο­νται α­πό την πε­ζο­γρα­φία, φαί­νε­ται να μην τους α­ξιο­λο­γούν α­ντί­στοι­χα. Μάλιστα, οι κριτικοί του θεάτρου τους μνημονεύουν σαν να μην είναι αυτοί έ­νας α­πό τους βα­σι­κούς συ­ντε­λε­στές μιας πα­ρά­στα­σης.  Μέ­ρος της ευ­θύ­νης το έ­χουν και οι ί­διοι οι συγ­γρα­φείς, που ε­ναλ­λάσ­σουν  τα θε­α­τρι­κά τους με τις θε­α­τρο­ποιή­σεις των πε­ζο­γρα­φη­μά­των τους, δί­νο­ντας έ­τσι σε αυ­τά χα­ρα­κτή­ρα πά­ρερ­γου.
Στην πε­ρί­πτω­ση του Στα­μά­τη, το φαι­νό­με­νο α­πο­κτά πιο σύν­θε­τη μορ­φή. Του­λά­χι­στον, ό­σο α­φο­ρά το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μά του, ό­που πα­ρα­τη­ρεί­ται, σε με­γά­λη έ­κτα­ση, ώ­σμω­ση θε­α­τρι­κών στοι­χείων. Για πα­ρά­δειγ­μα, το δια­λο­γι­κό μέ­ρος εί­ναι ε­κτε­νέ­στε­ρο του α­φη­γη­μα­τι­κού. Ου­σια­στι­κά, το δεύ­τε­ρο συ­νί­στα­ται α­πό τις σκη­νι­κές ο­δη­γίες και τις εις ε­αυ­τόν σκέ­ψεις των προ­σώ­πων, που δια­πλέ­κο­νται με τα λό­γιά τους. Πρό­κει­ται για έ­να θε­α­τρό­μορ­φο μυ­θι­στό­ρη­μα, το ο­ποίο, ό­μως, θα χρεια­ζό­ταν α­να­κα­τα­σκευή για να α­πο­τε­λέ­σει θε­α­τρι­κή πα­ρά­στα­ση. Πα­ρό­λο που η δρά­ση πα­ρα­μέ­νει υ­πο­τυ­πώ­δης, οι διά­λο­γοι εί­ναι κα­τά τέ­τοιο τρό­πο πλα­σμέ­νοι, ώ­στε το νό­η­μά τους να χά­νε­ται σε μία υ­παι­νι­κτι­κή πο­λυ­ση­μία, που α­να­πτε­ρώ­νει το σα­σπέ­νς. Πριν α­πό κά­θε α­τά­κα, πα­ρα­τί­θε­νται οι εν­δό­μυ­χες σκέ­ψεις. Ο συν­δυα­σμός των προ­θέ­σεων και της ε­ξω­τε­ρί­κευ­σής τους εί­ναι αυ­τός που δί­νει μορ­φή στους χα­ρα­κτή­ρες. Σε αυ­τήν την υ­πο­θε­τι­κή σκη­νή, τα πρό­σω­πα εί­ναι έ­ξι. Από αυ­τά, τα τρία, που, με­τά την τε­λι­κή α­να­τρο­πή της πλο­κής, συ­ναι­ρού­νται σε δυο, παίρ­νουν υ­πό­στα­ση τρα­γι­κών η­ρώων οι­κο­γε­νεια­κού δρά­μα­τος, κα­τά το προ­σφι­λές στους νεό­τε­ρους πρό­τυ­πο ε­νός Ίψεν. Στα άλ­λα τρία πρό­σω­πα υιο­θε­τεί­ται η χα­ρα­κτη­ρο­λο­γία α­να­γνω­ρί­σι­μων τύ­πων της ση­με­ρι­νής κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Αυ­τή η ε­πι­λο­γή συμ­βάλ­λει στην α­νά­δει­ξη της δι­πο­λι­κής σχέ­σης, ε­ξου­σια­στή και ε­ξου­σια­ζό­με­νου,  της ο­ποίας η κλι­μά­κω­ση α­πο­τε­λεί το κυ­ρίως θέ­μα.
Η βα­σι­κή ι­δέα στο στή­σι­μο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος συ­μπί­πτει, σε γε­νι­κές γραμ­μές, με ε­κεί­νη του πα­λαιό­τε­ρου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, «Σκό­τω­σε ό,τι α­γα­πάς». Εκεί, εί­ναι έ­νας σκη­νο­θέ­της, που συ­ναρ­μο­λο­γεί ψη­φί­δες του βίου του, α­να­κα­λώ­ντας σκη­νές α­πό τις ται­νίες του. Εδώ, πρό­κει­ται για μία συγ­γρα­φέα, ευ­ρύ­τε­ρα α­γα­πη­τή και σε­βα­στή, που μπλέ­κει τα πρό­σω­πα της ζωής της με τους ή­ρωες των βι­βλίων της. Ο Στα­μά­της κι­νεί­ται, για άλ­λη μια φο­ρά, με ά­νε­ση στο ψυ­χα­να­λυ­τι­κό πε­δίο. Από τα φα­νε­ρώ­μα­τα του υ­πο­συ­νεί­δη­του στα ό­νει­ρα προ­χω­ρά στις α­σύ­νει­δες συ­στοι­χή­σεις προ­σώ­πων, που, εν πολ­λοίς, ρυθ­μί­ζουν τα συ­ναι­σθή­μα­τά μας. Αυ­τές οι πα­ραλ­λη­λίες, στο προ­νο­μιού­χα διευ­ρυ­μέ­νο υ­πο­συ­νεί­δη­το ε­νός συγ­γρα­φέα, α­να­μι­γνύουν αυ­θύ­παρ­κτα πρό­σω­πα και φα­ντα­στι­κά, εξ α­ντα­να­κλά­σεως, πλα­σμέ­να.
Όπως στο πα­λαιό­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα, έ­τσι και ε­δώ, το κυ­ρίως σώ­μα το­πο­θε­τεί­ται ε­ντός μυ­θο­πλα­στι­κού πλαι­σίου. Προ­βλέ­πο­νται δυο ο­λι­γο­σέ­λι­δα κε­φά­λαια, το έ­να ως ει­σα­γω­γή και το άλ­λο ως κα­τα­κλεί­δα, ό­που, α­ντι­στοί­χως, πα­ρου­σιά­ζο­νται και ε­πι­λύο­νται οι αι­νιγ­μα­τι­κές σχέ­σεις των προ­σώ­πων. Ορι­σμέ­νες ε­πα­να­λή­ψεις  κα­τά τη δό­μη­ση του πρό­σφα­του, ό­πως, λ.χ., η έμ­φα­ση στη μυ­στη­ριώ­δη ταυ­τό­τη­τα δυο προ­σώ­πων, θα μπο­ρού­σαν να α­πο­φευ­χθούν. Όσο για το προά­στιο των Με­λισ­σίων, αυ­τό προ­σφέ­ρει μό­νο τον τίτ­λο, σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα “δω­μα­τίου”, ό­που α­κό­μη και οι α­να­κα­λού­με­νες πα­ρελ­θο­ντι­κές σκη­νές εί­ναι ε­σω­τε­ρι­κών χώ­ρων. Στην πα­ρου­σία­ση του προ­η­γού­με­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, σχο­λιά­ζα­με ό­τι τα πε­ρισ­σό­τε­ρα βι­βλία του Στα­μά­τη συ­νι­στούν πε­ρι­πλα­νή­σεις αυ­το­γνω­σίας, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την ευ­φά­ντα­στη αλ­λα­γή των μύ­θων τους. Όπου η α­να­ζή­τη­ση ε­αυ­τού ε­στιά­ζει στα­θε­ρά στην σχέ­ση παι­διού γο­νέα. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα, ο πα­τέ­ρας εί­ναι ου­σια­στι­κά α­πών και ο­λό­κλη­ρη τη σκη­νή την κα­λύ­πτει η η­γε­μο­νι­κή μορ­φή της μη­τέ­ρας. Αυ­τή και ο γιος της παί­ζουν έ­να παι­χνί­δι ε­ξου­σίας και υ­πο­τα­γής μέ­χρι θα­νά­του. Ένα παι­χνί­δι, που, άλ­λο­τε πα­ρα­πέ­μπει σε παρ­τί­δα σκα­κιού ε­νός μαι­τρ με τα­λα­ντού­χο νε­ο­φα­νή και άλ­λο­τε στο δό­λιο παι­χνί­δι με­τα­ξύ γά­τας και πο­ντι­κού.
Απο­ρού­με πό­τε θα α­πο­τολ­μή­σει ο Στα­μά­της να βά­λει έ­να τέ­λος στο φλερτ με το μπε­στ-σέ­λερ. Έτσι κι αλ­λιώς, ως προς τις πω­λή­σεις θα μεί­νει πά­ντο­τε στον ι­κα­νο­ποιη­τι­κό, αλ­λά μη­δα­μι­νό για τους μπε­στσε­λε­ρί­στες, α­ριθ­μό των με­ρι­κών χι­λιά­δων α­ντι­τύ­πων. Κι αυ­τό, για τον α­πλού­στα­το λό­γο, ό­τι τα εν­δια­φέ­ρο­ντα του πλα­τύ­τε­ρου, του­τέ­στιν του γυ­ναι­κείου, α­να­γνω­στι­κού κοι­νού δεν εί­ναι ε­γκε­φα­λι­κά αλ­λά συ­ναι­σθη­μα­τι­κά. Το κου­ρά­ζουν οι α­πο­φάν­σεις για τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα, κι ας δια­θέ­τουν στο­χα­στι­κή ω­ρι­μό­τη­τα. Δεν θέ­λει α­φη­ρη­μέ­νες πε­ρί έ­ρω­τος ι­δέες, ό­σο εύ­στο­χες κι αν εί­ναι, αλ­λά δρά­ση που να ο­δη­γεί στα ά­κρα.
Για πα­ρά­δειγ­μα, τα ε­ξώ­φυλ­λα των βι­βλίων του με τις γυ­ναι­κείες φι­γού­ρες εί­ναι κοι­νό­το­πα ό­σο και πα­ρα­πλα­νη­τι­κά για το πε­ριε­χό­με­νό τους. Ει­δι­κά, στο συ­γκε­κρι­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, κα­θώς η υ­πό­θε­ση στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τον ζω­γρα­φι­κό πί­να­κα του Κουρ­μπέ, «Η κα­τα­γω­γή του κό­σμου», έ­να ε­ξώ­φυλ­λο ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό αυ­τόν θα δη­μιουρ­γού­σε πρό­σφο­ρες α­να­γνω­στι­κές προσ­δο­κίες. Ένα άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ευ­πώ­λη­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που προ­σπα­θεί να ε­ξα­σφα­λί­σει με μυ­θο­πλα­στι­κές πα­ρα­χω­ρή­σεις, εί­ναι το χά­πι-ε­ντ. Στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, το ευτυχές φι­νά­λε συ­νί­στα­ται σε ε­πι­λό­γους που α­να­κου­φί­ζουν τον α­να­γνώ­στη. Αυ­τό το ε­πι­τυγ­χά­νει, εμ­μέ­νο­ντας στην ψυ­χα­να­λυ­τι­κή πα­ρα­μυ­θία, ό­τι εί­ναι δυ­να­τή η υ­πέρ­βα­ση ε­νο­χών και συ­μπλεγ­μά­των. Κι ό­μως, για πα­ρά­δειγ­μα, στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα, ο κα­θυ­πο­ταγ­μέ­νος στην μη­τρι­κή ε­ξου­σία γιος, σε ό­ποια α­πό τις δυο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κές εκ­δο­χές κι αν ε­κλη­φθεί, εί­τε του νη­φά­λιου εί­τε του αλ­κοο­λι­κού ο­μο­φυ­λό­φι­λου, ό­λα δεί­χνουν πως δεν θα κα­τορ­θώ­σει να α­πα­γκι­στρω­θεί. Πι­θα­νό­τε­ρο εί­ναι να πα­ρα­μεί­νει μέ­χρι τέ­λους δί­πλα της. Αχώ­ρι­στοι, α­κό­μη κι αν τρώ­νε τις σάρ­κες τους.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/1/2015.

Φωτογραφία: Η Μπέτ­τυ Αρβα­νί­τη στο ρό­λο της μη­τέ­ρας στη θε­α­τρο­ποίη­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Α. Στα­μά­τη, «Με­λίσ­σια». Η πα­ρά­στα­ση ή­ταν ε­νταγ­μέ­νη στο πρό­γραμ­μά «Ανα­γνώ­σεις» του Εθνι­κού Θεά­τρου, Άνοι­ξη 2012.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Προ­σω­πι­κό αν­θο­λό­γη­μα

Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, το ου­σια­στι­κο­ποιη­μέ­νο ε­πί­θε­το “Τ’ α­γα­πη­μέ­να”, κα­τά α­δέ­ξια α­πό­δο­ση του “the favorites”, κυ­ριαρ­χεί στον η­λεκ­τρο­νι­κό χώ­ρο, πα­ρα­πέ­μπο­ντας στις πά­σης φύ­σεως ι­στο­σε­λί­δες με ό­λα ε­κεί­να που, σε κα­θη­με­ρι­νή βά­ση, γε­μί­ζουν τον ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο. Συ­χνά και τον χρό­νο ό­σων α­σχο­λιών τε­λού­νται μη­χα­νι­στι­κά, κά­πο­τε και άλ­λων, που α­παι­τούν συ­γκέ­ντρω­ση προ­σο­χής. “Τ’ α­γα­πη­μέ­να” πα­ρα­πέ­μπουν σε πλεί­στες ό­σες δια­φο­ρε­τι­κές δια­δι­κτυα­κές ε­πι­λο­γές. Πρω­τί­στως, ό­μως, σε ε­πι­λο­γές τρα­γου­διών. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος, στο βι­βλίο του, «Η υ­ψη­λή τέ­χνη της α­πο­τυ­χίας», που α­να­φέ­ρα­με την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή, έ­χει ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο, με η­με­ρο­μη­νία, 8 Φε­βρουα­ρίου 2004, με “τ’ α­γα­πη­μέ­να του τρα­γού­δια” ε­κεί­νης της ε­πο­χής. Μέ­σα στην πρώ­τη δε­κα­ε­τία του αιώ­να μας, “τ’ α­γα­πη­μέ­να” τρα­γού­δια φαί­νε­ται να συ­νι­στούν έ­να εί­δος α­ντι­πε­ρι­σπα­σμού της νε­ο­λαίας α­πέ­να­ντι στους ο­χλη­ρούς ή­χους του πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Ου­σια­στι­κά, προ­στα­τεύο­νται α­πό την κα­θη­με­ρι­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Κυ­ρίως, κα­τά τις με­τα­κι­νή­σεις τους. Δια­δι­κτυω­μέ­νοι βα­δί­ζουν, α­να­μέ­νουν στις ου­ρές, ο­δη­γούν ή και ε­πι­βαί­νουν στα μέ­σα μα­ζι­κής με­τα­φο­ράς. Σε προ­γε­νέ­στε­ρα χρό­νια, αυ­τόν τον ρό­λο τον εί­χαν τα βι­βλία. Στο λεω­φο­ρείο, στην αί­θου­σα α­να­μο­νής, ά­νοι­γες έ­να βι­βλίο. Ή, έ­στω, το ο­ποιο­δή­πο­τε α­νά­γνω­σμα.
Μέ­νει ζη­τού­με­νο, αν η ι­δέα για τη Σει­ρά «Τ’ α­γα­πη­μέ­να ποιή­μα­τα και α­φη­γή­μα­τα άλ­λω­ν» θέ­λει να θυ­μί­σει αυ­τήν την πα­λαιά κα­λή συ­νή­θεια. Με άλ­λα λό­για, κα­τά πό­σο αν­τλεί έ­μπνευ­ση α­πό τη δια­δι­κτυα­κή ε­πο­χή ή α­πο­τε­λεί α­ντί­λο­γο σε αυ­τήν. Δε­δο­μέ­νου ό­τι η ι­δέα έρ­χε­ται α­πό έ­ναν κα­θη­γη­τή Μέ­σης Εκπαί­δευ­σης, θα πρέ­πει να ε­κλη­φθεί μάλ­λον ως α­ντί­θε­ση στη μου­σι­κή πα­θη­τι­κο­ποίη­ση. Ανε­ξάρ­τη­τα, ό­μως, α­πό το πό­σο ε­μπνευ­σμέ­νη ή και “έ­ξυ­πνη”, ό­πως την χα­ρα­κτη­ρί­ζει ο Θω­μάς Κο­ρο­βί­νης, εί­ναι αυ­τή η ι­δέα του φι­λό­λο­γου Νώ­ντα Πα­πα­γεωρ­γίου, που, ε­δώ και 21 χρό­νια, βρί­σκε­ται ε­πι­κε­φα­λής των εκ­δό­σεων Με­ταίχ­μιο, η ε­πι­τυ­χία της ε­ξαρ­τά­ται α­πό τους αν­θο­λό­γους, που α­να­λαμ­βά­νουν να την πραγ­μα­τώ­σουν. Ιδιαί­τε­ρα, η παι­δα­γω­γι­κή α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της Σει­ράς, δη­λα­δή το κα­τά πό­σο θα κα­τορ­θώ­σει να συν­δυά­σει το τερ­πνό με­τά του ω­φε­λί­μου και να προ­σελ­κύ­σει νεό­τε­ρους, ε­να­πό­κει­ται στα κρι­τή­ρια, ρη­τά ή και άρ­ρη­τα, που θα κα­τευ­θύ­νουν τη στα­χυο­λό­γη­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο αν­θο­λό­γος δεν θα πρέ­πει να κα­τα­τρύ­χε­ται α­πό την ι­δέα πως ο­φεί­λει να συ­μπε­ρι­λά­βει ό­σο το δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, μην τυ­χόν και α­δι­κή­σει κά­ποιους ζώ­ντες ή και κα­κο­χα­ρα­κτη­ρι­στεί πως πα­ρέ­λει­ψε  ση­μα­ντι­κούς τε­θνεώ­τες. Κά­τι που φαί­νε­ται να α­πα­σχό­λη­σε κα­τά το πρώ­το της Σει­ράς στα­χυο­λό­γη­μα. Μά­λι­στα, πα­ρα­τί­θε­ται προ­λο­γι­κά κα­τά­λο­γος με ό­σους έ­μει­ναν ε­κτός αυ­τού του ι­διό­τυ­που α­παν­θί­σμα­τος. 

Θω­μάς Κο­ρο­βί­νης
«Τ’ α­γα­πη­μέ­να ποιή­μα­τα 
και α­φη­γή­μα­τα άλ­λων»
Με­ταίχ­μιο, Οκτ. 2014
Θεσ­σα­λός ο Πα­πα­γεωρ­γίου, προ­τί­μη­σε ως πρώ­τον αυ­τής της σκυ­τα­λο­δρο­μίας σε λο­γο­τε­χνι­κά ε­δά­φη έ­ναν συ­νο­μή­λι­κό του και συ­νά­δελ­φο, α­πό τους ε­κτός Αθη­νών, τον Θεσ­σα­λο­νι­κιό Κο­ρο­βί­νη. Αυ­τός ε­πι­λέ­γει κεί­με­να 88 συγ­γρα­φέων, τα ο­ποία πα­ρα­θέ­τει σε μία ε­νιαία α­φή­γη­ση. Το πέ­ρα­σμα α­πό συγ­γρα­φέα σε συγ­γρα­φέα ση­μα­το­δο­τεί­ται μό­νο με βά­ση την αύ­ξου­σα α­ρίθ­μη­ση, χω­ρίς αλ­λα­γή σε­λί­δας. Πρώ­τος το­πο­θε­τεί­ται ο Ντί­νος Χρι­στια­νό­που­λος και τε­λευ­ταίοι οι Κω­στής Πα­πα­γιώρ­γης και Άκης Πά­νου. Ο σχο­λια­σμός που προ­η­γεί­ται κά­θε κει­μέ­νου δεί­χνει πως την κα­τεύ­θυν­ση την δί­νουν οι αν­θρώ­ποι, εί­τε ο βαθ­μός πνευ­μα­τι­κής συγ­γέ­νειας του αν­θο­λό­γου προς αυ­τούς εί­τε η συγ­γρα­φι­κή τους αί­γλη, αλ­λά και το κύ­ρος που α­πο­λαμ­βά­νουν. Κα­τό­πιν έρ­χε­ται το ποίη­μα ή το πε­ζό, που κι αυ­τό δεί­χνει να ε­πι­λέ­γε­ται ως α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό, α­πό τα γνω­στό­τε­ρά τους. 
Πα­ρο­μοίως, τη σει­ρά πα­ρά­τα­ξης την ρυθ­μί­ζει ο χρό­νος και η έ­ντα­ση της γνω­ρι­μίας αν­θο­λό­γου-αν­θο­λο­γού­με­νων. Με­τά τον Χρι­στια­νό­που­λο, ο “έ­ρω­τας” για τα ποιή­μα­τα του Ελύ­τη, για να α­κο­λου­θή­σει η “μέ­θη” με Εμπει­ρί­κο. Μό­λις 64ος ο “κα­πά­τσος και ο­ξυ­δερ­κής Σμυρ­νιός” Σε­φέ­ρης, με 65ο τον Θε­ο­δω­ρά­κη και συ­νειρ­μι­κά, μέ­σω αυ­τού, τον Κάλ­βο, 74ο. Συ­χνά τους ποιη­τές τους φέρ­νει στη ροή της α­φή­γη­σης ο συν­θέ­της που τους με­λο­ποίη­σε. Όπως, λ.χ., ο Χατ­ζι­δά­κις τον Σο­λω­μό. Εί­ναι προ­φα­νές πως η αν­θο­λό­γη­ση δεν υ­πα­κούει σε ιε­ραρ­χή­σεις και λο­γο­τε­χνι­κούς κα­νό­νες. Ποιη­τές ε­ναλ­λάσ­σο­νται με πε­ζο­γρά­φους, ε­νώ πα­ρεμ­βάλ­λο­νται στι­χουρ­γοί και συν­θέ­τες. Μεί­ζο­νες και ε­λάσ­σο­νες. Ζώ­ντες και τε­θνεώ­τες. Με μία ι­κα­νο­ποιη­τι­κή αν­θο­λό­γη­ση γυ­ναι­κείων φω­νών (έ­να 12,5%), κα­θώς και νεό­τε­ρων. Συ­νο­ψί­ζο­ντας, εί­ναι μία αν­θο­λο­γία, συ­ντε­θει­μέ­νη με το ι­διαί­τε­ρο ύ­φος του Κο­ρο­βί­νη. “Τ’ α­γα­πη­μέ­να” του θα βρουν με­γα­λύ­τε­ρη α­ντα­πό­κρι­ση α­πό ό­σους α­γα­πούν τα βι­βλία του. Από μία ά­πο­ψη, χα­ρα­μί­ζει υ­λι­κό, που θα μπο­ρού­σε να α­ξιο­ποιη­θεί σε συ­ναρ­πα­στι­κό αλ­λά και πο­λύ­τι­μο ως μαρ­τυ­ρία α­πο­μνη­μό­νευ­μα. 

Μι­χά­λης Γκα­νάς
«Τ’ α­γα­πη­μέ­να ποιή­μα­τα 
και α­φη­γή­μα­τα άλ­λων»
Με­ταίχ­μιο, Νοέ. 2014
Και ο δεύ­τε­ρος αν­θο­λό­γος ε­πι­λέ­γε­ται α­πό το βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κο δυ­να­μι­κό. Ηπει­ρώ­της ο Μι­χά­λης Γκα­νάς, α­πό τον Τσα­μα­ντά, με­θο­ρια­κό χω­ριό της Μουρ­γκά­νας, εί­ναι α­πό το 1962 μό­νι­μος κά­τοι­κος Αθη­νών. Τό­τε, πρω­το­ε­τής της Νο­μι­κής, “δεν ή­ξε­ρε το ό­νο­μα κα­νε­νός ζώ­ντος ποιη­τή, ού­τε καν του Σε­φέ­ρη, που έ­ναν χρό­νο με­τά θα έ­παιρ­νε το Νό­μπε­λ”. Εκτός α­πό τον Νί­κο Καβ­βα­δία και τις δυο ποιη­τι­κές του συλ­λο­γές, «Μα­ρα­μπού» και «Πού­σι», που εί­χαν κυ­κλο­φο­ρή­σει σε έ­ναν τό­μο, α­πό τις εκ­δό­σεις «Γα­λα­ξία», το 1961. Εί­χε μά­θει, ό­μως, στο Γυ­μνά­σιο Φι­λια­τών, τον σχο­λι­κό λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να, μέ­χρι Πα­λα­μά και Κα­βά­φη. Προς κά­λυ­ψη του χά­σμα­τος, πριν κά­νει την εμ­φά­νι­σή του ως ποιη­τής, το 1978, με τη συλ­λο­γή «Ακά­θι­στος Δεί­πνος», στα εν­διά­με­σα 16 χρό­νια, “διά­βα­σε πο­λύ”, ως μα­κρό­βιος φοι­τη­τής, ως στρα­τιώ­της, ως βι­βλιο­πώ­λης. Σύμ­φω­να με την α­φή­γη­σή του, που πα­ρα­τί­θε­ται δί­κην προ­λό­γου, το “μα­νιώ­δες” διά­βα­σμα, κυ­ρίως ποίη­σης και ρω­σι­κής λο­γο­τε­χνίας, θα πρέ­πει να συ­νέ­τει­νε στην ε­γκα­τά­λει­ψη της Νο­μι­κής και την α­πώ­λεια πα­νε­πι­στη­μια­κής κα­το­χύ­ρω­σης. Αντ’ αυ­τού, α­κο­λού­θη­σε τα ί­χνη του Καβ­βα­δία, εκ­δί­δο­ντας κι αυ­τός δυο ποιη­τι­κές συλ­λο­γές και στη συ­νέ­χεια, έ­να πε­ζό. Μπο­ρεί να δια­φέ­ρουν οι α­πο­στά­σεις των δυο πε­ζών α­πό τα α­ντί­στοι­χα ποιη­τι­κά –το πε­ζό του Καβ­βα­δία, «Η βάρ­δια», εκ­δό­θη­κε 21 χρό­νια με­τά το πρώ­το του βι­βλίο, του Γκα­νά, το «Μη­τριά πα­τρί­δα», μό­λις τρία– αλ­λά αμ­φό­τε­ρα έ­χουν εγ­γρα­φεί στις δέλ­τους της Λο­γο­τε­χνίας. Μα­ζί με «Το κι­βώ­τιο» του Άρη Αλε­ξάν­δρου εί­ναι ό,τι κα­λύ­τε­ρο έ­χουν δώ­σει με­τα­πο­λε­μι­κά ποιη­τές στον πε­ζό λό­γο. 
“Στα α­γα­πη­μέ­να” του, ο Κο­ρο­βί­νης αν­θο­λο­γεί τον Γκα­νά με ποίη­μα α­πό την πρώ­τη ποιη­τι­κή του συλ­λο­γή. Επι­λέ­γει το «Η Ελλά­δα που λες...» και σχο­λιά­ζει, εί­ναι “έ­να δη­μο­τι­κό, βιω­μέ­νο σαν κα­θι­στι­κό, μα­θη­μέ­νο α­πό κα­θα­ρά προ­σω­πι­κές ερ­μη­νείες χω­ρίς συ­νο­δεία ορ­γά­νω­ν”. Τον δε­σμό με το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι τον δη­λώ­νει και ο τίτ­λος της τέ­ταρ­της ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του Γκα­νά, «Πα­ρα­λο­γή», που α­πέ­σπα­σε το Κρα­τι­κό Βρα­βείο Ποίη­σης πριν εί­κο­σι χρό­νια. Σε ε­κεί­νο “το ο­νει­ρι­κό ποίη­μα”, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης δεν εί­χε δει έ­ναν ποιη­τή της ε­ντο­πιό­τη­τας αλ­λά έ­ναν “μεί­ζο­να ποιη­τή”, που “έ­ρι­ξε τις ρί­ζες του πά­νω στα δη­μο­τι­κά α­χνά­ρια” για να μι­λή­σει για τις α­πώ­λειες που φέρ­νει ο χρό­νος και “το α­νέ­φι­κτο της ε­πι­στρο­φής”. Στον πρόλο­γο της ανθο­λο­γίας, ο Γκα­νάς δί­νει τα ί­χνη των α­να­γνω­στι­κών του ε­πιρ­ροών. Σε α­ντί­θε­ση με τον Κο­ρο­βί­νη, α­πο­φεύ­γει το ο­λί­σθη­μα της βιο­γρά­φη­σης. Από μία ά­πο­ψη, ω­στό­σο, αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται μέ­σω “των α­γα­πη­μέ­νω­ν” και ας μην τα ιε­ραρ­χεί, κα­τα­πώς θα α­να­με­νό­ταν σε έ­να προ­σω­πι­κό στα­χυο­λό­γη­μα. 
Οι δυο πρώ­τοι τό­μοι της Σει­ράς «Τ’ α­γα­πη­μέ­να» εί­ναι τό­σο δια­φο­ρε­τι­κοί  ό­σο δια­φο­ρε­τι­κά τα­μπε­ρα­μέ­ντα θα πρέ­πει να εί­ναι οι δυο αν­θο­λό­γοι. Σύ­ντο­μος ο πρό­λο­γος του Γκα­νά, βρα­χύ­λο­γα τα σχό­λια για κά­θε έ­ναν αν­θο­λο­γού­με­νο, ε­πι­γραμ­μα­τι­κές οι α­πο­φάν­σεις. Εί­ναι έ­να α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κό α­πάν­θι­σμα, α­πο­κλει­στι­κά με ποιη­τές και πε­ζο­γρά­φους. Μό­νο το μό­το του βι­βλίου εί­ναι στί­χος τρα­γου­δο­ποιού, του συ­νο­μή­λι­κού του, Διο­νύ­ση Σαβ­βό­που­λου, κι αυ­τός φέ­ρελ­πις νο­μι­κός στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’60. Πρό­κει­ται για έ­να α­πάν­θι­σμα ε­τε­ρο­βα­ρές, με την α­να­λο­γία ποίη­ση/πε­ζό να εί­ναι 5/1. Ο Γκα­νάς θέ­τει ως η­λι­κια­κό ό­ριο τη γε­νιά του. Δεν αν­θο­λο­γεί ζώ­ντες α­πό αυ­τήν, ού­τε νεό­τε­ρους. Ανα­φέ­ρει, ό­μως, πέ­ντε α­πο­θα­νό­ντες. Κα­τά σει­ρά α­πο­χώ­ρη­σης: Χρή­στος Μπρά­βος, Κα­τε­ρί­να Γώ­γου, Ηλίας Λά­γιος, Γιάν­νης Βαρ­βέ­ρης, Κω­στής Πα­πα­γιώρ­γης. 
Στον πρώ­το, ο σχο­λια­σμός εί­ναι συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νος. “Αγα­πη­μέ­νος φί­λος και ο­μο­γά­λα­κτος ποιη­τής”, αλ­λά και “ο­μό­στα­βλος στις εκ­δό­σεις «Κεί­με­να» του Φί­λιπ­που Βλά­χου”, ο Μα­κε­δό­νας Χρή­στος Μπρά­βος, που έ­φυ­γε στα 39 του. Κο­ντεύουν να συ­μπλη­ρω­θούν τριά­ντα χρό­νια α­πό το θά­να­τό του, το 1987, κι ό­μως η “συ­νο­μι­λία” τους συ­νε­χί­ζε­ται. Της ί­διας ποιη­τι­κής οι­κο­γέ­νειας, με πρε­σβύ­τε­ρους τον Μάρ­κο Μέ­σκο και τον Μίλ­το Σα­χτού­ρη. Η α­νεκ­δο­το­λο­γι­κή γνω­ρι­μία του Γκα­νά με τον δεύ­τε­ρο, ό­πως χα­ρι­τω­μέ­να την α­φη­γεί­ται, δί­νει μία πρώ­τη γεύ­ση της αυ­το­βιο­γρα­φίας, που θα μας προ­σφέ­ρει, ό­ταν έρ­θει η ώ­ρα της. Ξε­χα­σμέ­νος, σή­με­ρα, ο Μπρά­βος, εί­ναι α­πό τις λι­γο­στές έκ­κε­ντρες ε­πι­λο­γές της αν­θο­λο­γίας και η γε­νι­κό­τε­ρη α­πο­σιώ­πη­σή του στο λο­γο­τε­χνι­κό πε­δίο α­να­κα­λεί ε­κεί­νο το πά­λαι πο­τέ πα­θο­λο­γι­κό σύ­μπλεγ­μα του ά­στεως α­πέ­να­ντι στη ζωο­γό­να πνοή του α­γρο­τι­κού χώ­ρου. Ακό­μη πιο έκ­κε­ντρη δεί­χνει η συ­μπε­ρί­λη­ψη της Γώ­γου. “Μια ποιή­τρια που λα­τρεύ­τη­κε, κυ­ρίως, α­πό ό­σους δεν δια­βά­ζουν ποίη­ση”, σχο­λιά­ζει ο αν­θο­λό­γος. Αντι­θέ­τως, ό­σοι δια­βά­ζουν, θα α­πο­ρή­σουν με τη φει­δω­λή στα­χυο­λό­γη­ση ποίη­σης γυ­ναι­κών. Μό­λις τέσ­σε­ρις ποιή­τριες (Μυρ­τιώ­τισ­σα, Πο­λυ­δού­ρη, Δη­μου­λά, Γώ­γου) στα 55 λήμ­μα­τα ποιη­τών, ού­τε μία πε­ζο­γρά­φος στα 11 α­ντί­στοι­χα πε­ζο­γρά­φων. Η ε­πι­λο­γή θα πρέ­πει να α­πο­δο­θεί σε αι­σθη­τι­κά κρι­τή­ρια και ό­χι σε μι­σο­γυ­νία, αφού το δεύτερο πεζογραφικό βιβλίο του Γκανά, προ πενταετίας, εί­ναι συλ­λο­γή α­πό α­γα­πη­σιά­ρι­κες ι­στο­ρίες για θη­λυ­κές υ­πάρ­ξεις, με τίτ­λο, «Γυ­ναί­κες».  
Φει­δω­λός στέ­κε­ται και με τους πε­ζο­γρά­φους, που αν­θο­λο­γεί. Αντα­μεί­βει, ω­στό­σο, ο ε­κλε­κτι­κός χα­ρα­κτή­ρας του στα­χυο­λο­γή­μα­τος. Ένας μο­να­δι­κός συγ­γρα­φέ­ας αν­θο­λο­γεί­ται και ως ποιη­τής και ως διη­γη­μα­το­γρά­φος. “Ο Κυρ Αλέ­ξαν­δρος”, με τη λα­κω­νι­κή αι­τιο­λο­γία, “Μό­νο έ­νας ποιη­τής θα έ­γρα­φε τη Φό­νισ­σα”. Το βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό “στα α­γα­πη­μέ­να” του Γκα­νά εί­ναι πως ε­πι­λέ­γει πρω­τί­στως κεί­με­να και δευ­τε­ρευό­ντως ο­νό­μα­τα. Γι’ αυ­τό και ο­ρι­σμέ­να σχό­λια έ­χουν ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον. Εκτός α­πό την έκ­δη­λη προ­τί­μη­σή του σε έ­ναν ι­διό­τυ­πο ρο­μα­ντι­σμό, οι πα­ρα­τη­ρή­σεις συ­χνά συ­νο­ψί­ζουν με λι­τό τρό­πο μία θέ­ση, που άλ­λοι για να την δια­τυ­πώ­σουν κα­τα­τρί­βο­νται με θεω­ρίες. Για πα­ρά­δειγ­μα, α­πα­ντά εμ­μέ­σως στο ε­ρώ­τη­μα, ελ­λη­νο­κε­ντρι­κός ή ε­ρω­τι­κός Κα­βά­φης, του ο­ποίου αν­θο­λο­γεί έ­να α­πό τα “κρυμ­μέ­να” του, το «Πάρ­θεν», σχο­λιά­ζο­ντας: “Ο Κα­βά­φης, έ­νας αι­σθη­τής, έ­νας Αλε­ξαν­δρι­νός κο­σμο­πο­λί­της ποιη­τής, που άλ­λα τον εν­δια­φέ­ρουν και τον καί­νε, μου α­ρέ­σει η ι­δέα ό­τι μοι­ρά­ζου­με μα­ζί του αυ­τό που ο Κό­ντο­γλου  βά­φτι­σε «Κα­η­μό της Ρω­μιο­σύ­νης»”.
Ο Γκα­νάς χω­ρί­ζει την αν­θο­λο­γία του σε δυο ε­νό­τη­τες, στην πρώ­τη, των ποιη­μά­των, ξε­κι­νά­ει με δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια, ε­νώ στη δεύ­τε­ρη, των α­φη­γη­μά­των, με μαρ­τυ­ρίες γυ­ναι­κών. Επί­σης, στην πρώ­τη, δια­σπά την αλ­φα­βη­τι­κή πα­ρά­θε­ση, πα­ρεμ­βάλ­λο­ντας πέ­ντε λήμ­μα­τα, ό­που συ­νται­ριά­ζει ποιή­μα­τα γραμ­μέ­να α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς ποιη­τές σε δια­φο­ρε­τι­κές ε­πο­χές. Ση­μειώ­νου­με μια α­δό­κη­τη συ­νά­ντη­ση: Κα­βά­φης - Εγγο­νό­που­λος - Πα­λα­μάς. Τρία γνω­στά τους ποιή­μα­τα («Πο­λύ σπα­νίως»-«Μπο­λι­βάρ»-«Ζω με το μέ­τρο και με το ρυθ­μό») “συ­νο­μι­λού­ν” πλα­γίως α­να­με­τα­ξύ τους για τη σχέ­ση του ποιη­τή με τις μελ­λο­ντι­κές γε­νιές. 
Το μό­νο που μέ­νει εί­ναι να ευ­χη­θού­με κά­ποιοι νέ­οι να συν­θέ­σουν “τ’ α­γα­πη­μέ­να” τους α­πό “τ’ α­γα­πη­μέ­να” των δυο πρώ­των τό­μων της Σει­ράς. Πά­ντως, για να συ­νε­χί­σει ε­πι­τυ­χώς η Σει­ρά, η ε­πι­λο­γή των αν­θο­λό­γων δεν θα πρέ­πει να γί­νε­ται με κρι­τή­ριο την α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα. “Τ’ α­γα­πη­μέ­να” του Γκα­νά, λ.χ., αν εκ­πλήσ­σουν ευ­χά­ρι­στα και κά­ποια συ­γκι­νούν, εί­ναι για­τί εί­ναι “αυ­τά που α­γά­πη­σε, που θαύ­μα­σε, που ζή­λε­ψε”. Τα σχό­λιά του, αν ε­ντυ­πώ­νο­νται, εί­ναι για­τί α­να­δύο­νται α­πό βιώ­μα­τα. Πα­ρά­δειγ­μα, μετά το ποίημα, «Ποίηση 1948», του Εγγονόπουλου, ση­μειώ­νει: “Δεν πει­ρά­ζει που δεν το έ­γρα­ψες ε­σύ. Κά­τσε και α­ντί­γρα­ψέ το 50 ή 100 φο­ρές, με το χέ­ρι φυ­σι­κά σαν τι­μω­ρία, για τη ζή­λια σου, τη δη­μιουρ­γι­κή ό­πως τη λες...”: «τού­τη η ε­πο­χή/του εμ­φυ­λίου σπα­ραγ­μού/δεν εί­ναι ε­πο­χή/για ποίη­ση/κι άλ­λα πα­ρό­μοια:/σαν πά­ει κά­τι/να /γρα­φεί/εί­ναι/ως α­ν/να γρά­φο­ντα­ν/α­πό την άλ­λη με­ριά/αγ­γελ­τη­ρί­ων/ θα­νά­του    γι’ αυ­τό και/τα ποιή­μα­τά μου/είν’ τό­σο πι­κρα­μέ­να/(και πό­τε-άλ­λω­στε-δεν ή­σαν;)/κι εί­ναι/-προ­πά­ντω­ν-/και/τό­σο/λί­γα». 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/12/2014.

 Φω­το­γρα­φία Κώ­στα Μπα­λά­φα.

Πα­ρα­μύ­θι με ό­νο­μα

Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος
«Μοι­ρο­λα3»
Εκδό­σεις Τό­πος
Οκτώ­βριος 2014

Το και­νού­ριο βι­βλίο του Βαγ­γέ­λη Ρα­πτό­που­λου φέρ­νει στην ε­πι­και­ρό­τη­τα την ε­πέ­τειο των 140 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­ση της Πη­νε­λό­πης Δέλ­τα στις 12/24 Απρι­λίου 1874 στην Αλε­ξάν­δρεια. Κα­κό­τυ­χη στά­θη­κε η Δέλ­τα. Τε­τρά­κις α­πο­πει­ρά­θη­κε να αυ­το­κτο­νή­σει, α­κό­μη και την ύ­στα­τη φο­ρά δυ­σκο­λεύ­τη­κε. Τις τρεις, ό­ταν α­πο­δεί­χθη­κε α­δύ­να­τος ο δε­σμός της με τους δυο ά­ντρες που ε­ρω­τεύ­τη­κε στα εί­κο­σι και στα τριά­ντα, τον Αντώ­νη Μαυ­ρο­γορ­δά­το και τον Ίω­να Δρα­γού­μη. Δυο φο­ρές για τον Δρα­γού­μη, που στά­θη­κε ο με­γά­λος έ­ρω­τας. Στις 27 Απρι­λίου 1941, η τε­λευ­ταία α­πό­πει­ρα ή­ταν “για την πα­τρί­δα”. Δεν ά­ντε­χε να δει την Ελλά­δα υ­πό­δου­λη. Ού­τε, ό­μως, τό­τε τα κα­τά­φε­ρε. Παι­δεύ­τη­κε πέ­ντε η­μέ­ρες, με την σβά­στι­κα να κυ­μα­τί­ζει στην Ακρό­πο­λη.  
Αλλά και με­τα­θα­νά­τια, ά­τυ­χη στά­θη­κε. Για πα­ρά­δειγ­μα, το λήμ­μα στην Γραμ­μα­το­λο­γία Σο­κό­λη, πό­σο φει­δω­λά για τον πνευ­μα­τι­κό άν­θρω­πο και λο­γο­τέ­χνη εί­ναι γραμ­μέ­νο. Αντι­γρά­φου­με: “Η Πη­νέ­λο­πη δια­μόρ­φω­σε χα­ρα­κτή­ρα αυ­στη­ρό, α­παι­τη­τι­κό και α­πό­λυ­το, με διά­θε­ση α­να­μορ­φω­τι­κή και α­πα­ρέ­γκλι­τη προ­σή­λω­ση στο κα­θή­κον, που θερ­μαι­νό­ταν μό­νο α­πό την πα­τρι­δο­λα­τρία της.” Αυ­τό το “πα­τρι­δο­λα­τρία” η­χεί πε­ρί­που σαν ψό­γος. Για να κα­τα­λή­ξει: “Υπήρ­ξε εκ­φρά­στρια των ι­δεών της τά­ξης της και υ­μνή­τρια των πα­τριω­τι­κών ι­δα­νι­κών της ε­πο­χής της, χω­ρίς διά­θε­ση νε­ο­τε­ρι­στι­κών αλ­λα­γών.” Και ο α­γώ­νας για τον δη­μο­τι­κι­σμό και η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­νά­πλα­ση Βυ­ζα­ντίου και Μα­κε­δο­νι­κού Αγώ­να και η πο­λι­τι­κή στρά­τευ­ση στο πλευ­ρό του Βε­νι­ζέ­λου; Στην έλ­λει­ψη γεν­ναιο­δω­ρίας προ­στί­θε­νται και α­να­κρί­βειες. Σύμ­φω­να με το λήμ­μα, “στις 27 Απρι­λίου, η­μέ­ρα που οι Γερ­μα­νοί κα­τα­κτη­τές μπή­καν στην Αθή­να, αυ­το­κτό­νη­σε παίρ­νο­ντας δη­λη­τή­ριο”. Επιπροσθέτως, στην Γραμ­μα­το­λο­γία, στην πα­ρά­τα­ξη των συγ­γρα­φέων ε­κεί­νης της πε­ριό­δου, το λήμ­μα για τη Δέλ­τα  έ­χει το­πο­θε­τη­θεί με­τά ε­κεί­νου για τον Δρα­γού­μη. Όπου η συ­ντάκ­τρια του δεύ­τε­ρου λήμ­μα­τος πρώ­τα μνη­μο­νεύει “τον δεύ­τε­ρο με­γά­λο έ­ρω­τα της ζωής του, την Μα­ρί­κα Κο­το­πού­λη”. 
Χω­ρίς μνη­μό­νευ­ση της ε­πε­τείου, ε­φέ­τος τον Μάιο –ό­λα τα ση­μα­ντι­κά του βίου της Δέλ­τα ά­νοι­ξη έ­λα­βαν χώ­ρα– πα­ρου­σιά­στη­κε το φρε­σκο­τυ­πω­μέ­νο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ρω­μιο­πού­λες», που εί­χε ξε­κι­νή­σει να γρά­φει το 1926 και το ο­λο­κλή­ρω­σε το 1939. Τα 75 χρό­νια, που έ­μει­νε στο Αρχείο της, δεν δεί­χνουν ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον για ε­κεί­νη και το έρ­γο της. Ού­τε, άλ­λω­στε, τα λι­γο­στά που δη­μο­σιεύ­τη­καν σχε­τι­κά με την έκ­δο­ση. Όσο για την τύ­χη του Αρχείου της, το πι­θα­νό­τε­ρο, αν δεν υ­πήρ­χε ο δι­σέγ­γο­νός της, Αλέ­κος Π. Ζάν­νας, που έ­κα­νε έρ­γο ζωής την έκ­δο­ση των κα­τά­λοι­πών της, θα εί­χα­με μό­νο τα ε­πτά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και τις δυο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, που εκ­δό­θη­καν α­πό την ί­δια. Και βε­βαίως, πριν α­πό αυ­τόν, ο Ξε­νο­φών Λευ­κο­πα­ρί­δης, που πα­ρα­μέ­ρι­σε το δι­κό του έρ­γο για να α­να­δεί­ξει κά­ποια ση­μα­ντι­κά πρό­σω­πα, με πρώ­τη την Δέλ­τα και τους δυο τό­μους της αλ­λη­λο­γρα­φίας της.
Ωστό­σο, Ιού­λιο 2010, θυ­μή­θη­καν μία άλ­λη ε­πέ­τειο σχε­τι­κή με την Δέλ­τα. Τη συ­μπλή­ρω­ση 100 χρό­νων α­πό την έκ­δο­ση του δεύ­τε­ρου βι­βλίου της, το «Πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς ό­νο­μα». Τό­τε, κυ­κλο­φό­ρη­σε ε­πα­νέκ­δο­ση, με ε­πί­με­τρο και χρο­νο­λό­γιο. Ο ε­ορ­τα­σμός της ε­πε­τείου συ­μπλη­ρώ­θη­κε με το α­νέ­βα­σμά του, στις 12 Οκτω­βρίου 2010, στην Παι­δι­κή Σκη­νή του Εθνι­κού Θεά­τρου. Βε­βαίως, το 2009, εί­χαν συ­μπλη­ρω­θεί 100 χρό­νια α­πό το πρώ­το της βι­βλίο «Για την πα­τρί­δα» και α­ντι­στοί­χως, το 2011, α­πό το τρί­το, «Τον και­ρό του Βουλ­γα­ρο­κτό­νου», που ού­τε τι­μη­τι­κής ε­πα­νέκ­δο­σης έ­τυ­χαν ού­τε πα­ρά­στα­σης. Από μια ά­πο­ψη, α­να­με­νό­με­νο, α­φού και μό­νο οι τίτ­λοι τους α­ντι­βαί­νουν στην προ­σπά­θεια πα­γκο­σμιο­ποίη­σης εγ­χώ­ριας Ιστο­ρίας και Εκπαί­δευ­σης. Όσο για το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της, αυ­τό, με την πα­ρα­μυ­θι­κή μορ­φή του, βρί­σκε­ται στο α­πυ­ρό­βλη­το. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, στις 23 Απρι­λίου 2010, ό­ταν ο τό­τε Πρω­θυ­πουρ­γός, α­πό το Κα­στε­λό­ρι­ζο, α­να­κοί­νω­νε ό­τι η Ελλά­δα υ­πέ­γρα­ψε το μνη­μό­νιο στή­ρι­ξης, η αλ­λη­γο­ρία του πα­ρα­μυ­θιού α­πο­κτού­σε μία ε­πι­πλέ­ον ερ­μη­νεία. 
Στις 14 Δε­κεμ­βρίου 1910, ο Αλέ­ξαν­δρος Δελ­μού­ζος έ­γρα­φε στην Δέλ­τα: “Σε­βα­στή μου Κυ­ρία Δέλ­τα, ο τίτ­λος εί­ναι πο­λύ ε­πι­τυ­χη­μέ­νος. Για­τί, αν και το θέ­μα εί­ναι παρ­μέ­νο α­πό τη ζωή μας και για τη ζωή μας, μό­λα ταύ­τα έ­χει τό­ση γε­νι­κό­τη­τα, ώ­στε κά­θε πε­σμέ­νος λαός θα το πά­ρει για δι­κό του.” Το 2010, εί­χα­με ή­δη αρ­χί­σει να συ­νει­δη­το­ποιού­με ό­τι εί­μα­στε έ­νας “πε­σμέ­νος λαός”. Ίσως, α­κρι­βέ­στε­ρα, γο­να­τι­σμέ­νος. Βρι­σκό­μα­σταν μάλ­λον προ πολ­λού “στο Βα­σί­λειο της Μοι­ρο­λα­τρίας”. Από ε­κεί, και ό­χι α­πό το ει­δυλ­λια­κό α­κρι­τι­κό νη­σί, ερ­χό­ταν η φω­νή του “Βα­σι­λιά Αστό­χα­στου”, που έ­στελ­νε το­ν “αρ­χι­κα­γκε­λά­ριο Πα­νουρ­γά­κο” στον “Θείο Βα­σι­λιά” και τον “Εξά­δελ­φο Βα­σι­λιά” των δυο γει­το­νι­κών χω­ρών για βοή­θεια. Και ε­κεί­νος θεώ­ρη­σε σκό­πι­μο, ό­ποιον “Κα­κο­μοι­ρί­δη, σι­δε­ρά” ή ο­τι­δή­πο­τε άλ­λο, συ­να­ντού­σε στο δρό­μο, να του αρ­πά­ζει το σα­κού­λι.
Πα­ρά την πρό­δη­λη ο­μοιό­τη­τα της πα­ρα­μυ­θι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας με την ί­δια την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ο σκη­νο­θέ­της της πα­ρά­στα­σης, Τά­κης Τζαμαργιάς, έ­κρι­νε ό­τι χρειά­ζε­ται δια­σκευή. Ακρι­βέ­στε­ρα, μία δεύ­τε­ρη δια­σκευή, κα­θώς υ­πήρ­χε η πα­λαιό­τε­ρη δρα­μα­το­ποίη­ση του Ιά­κω­βου Κα­μπα­νέλ­λη, που εί­χε α­νέ­βει α­πό τον Θία­σο Δια­μα­ντό­που­λου-Αλκαίου. Για τη δια­σκευή α­πευ­θύν­θη­κε στον Ρα­πτό­που­λο, πα­λιό συμ­φοι­τη­τή του στην Παι­δα­γω­γι­κή. Εκεί­νος φαί­νε­ται πως εν­θου­σιά­στη­κε και άρ­χι­σε να “δου­λεύει πυ­ρε­τω­δώς μες στο κα­τα­κα­λό­και­ρο”. “Την ε­λεύ­θε­ρη δια­σκευή του Κα­μπα­νέλ­λη, ο ο­ποίος με­τέ­τρε­ψε το έρ­γο σε μια α­ντι­πο­λε­μι­κή ι­στο­ρία που α­πευ­θύ­νε­ται α­πο­κλει­στι­κά σε ε­νή­λι­κες, α­πέ­φυ­γε α­κό­μη και να την σκε­φτεί.”  Έτσι του­λά­χι­στον ι­σχυ­ρί­ζε­ται στο βι­βλίο του «Η υ­ψη­λή τέ­χνη της α­πο­τυ­χίας», που ε­ξέ­δω­σε το 2012. Εκεί, σε πο­τά­μια η­με­ρο­λο­για­κού τύ­που α­φή­γη­ση 700 σε­λί­δων, μι­λά­ει για την πρώ­τη δε­κα­ε­τία του 21ου αιώ­να και την αποτυχία της Ελλάδας ως χώρας της Ευρώπης. Ανα­φέ­ρε­ται στην α­πο­τυ­χία ως συλ­λο­γι­κό φαι­νό­με­νο αλ­λά και ως α­το­μι­κό. 
Γεν­νη­μέ­νος ο Ρα­πτό­που­λος τη χρο­νιά της πρώ­της δια­σκευής του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Δέλ­τα, το 1959, με πρώ­το βι­βλίο το 1979 και την πρώ­τη “τρι­λο­γία της ε­φη­βείας” να έ­χει συλ­λη­φθεί ως ι­δέα και με­ρι­κώς γρα­φτεί ε­ντός ε­κεί­νης της ση­μα­δια­κής για ε­κεί­νον χρο­νιάς, ό­πως την χα­ρα­κτη­ρί­ζει, σιώ­πη­σε με­τά την έκ­δο­ση και του τρί­του βι­βλίου ε­πί μία ε­πτα­ε­τία, για να ε­πα­να­κάμ­ψει το 1992 με με­γα­λύ­τε­ρη ορ­μή και κυ­ρίως, με δια­φο­ρο­ποιη­μέ­νη σύλ­λη­ψη της μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής γρα­φής. Αυ­τή η συγ­γρα­φι­κή με­τα­μόρ­φω­ση έ­χει α­πο­τυ­πω­θεί στους τίτ­λους πρώ­του και τέ­ταρ­του βι­βλίου, α­πό τα «Κομ­μα­τά­κια» στην «Αυ­το­κρα­το­ρι­κή μνή­μη του αί­μα­τος». Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στο 23ο βι­βλίο του, που εί­ναι «Η υ­ψη­λή τέ­χνη της α­πο­τυ­χίας», ο συγ­γρα­φέ­ας σαν να ε­παί­ρε­ται πως “πά­νω α­πό τριά­ντα χρό­νια τα βι­βλία του δι­χά­ζουν α­κό­μα και τους φα­να­τι­κούς του α­να­γνώ­στες”. Το κε­φά­λαιο, που α­φιε­ρώ­νει στην πε­ρι­πέ­τεια της δια­σκευής, γραμ­μέ­νο πριν την πα­ρά­στα­ση, συ­νι­στά τον α­πο­λο­γι­σμό μιας α­πο­τυ­χίας. 
Ο βα­σι­κός λό­γος, που ο ί­διος τη θεώ­ρη­σε ως α­πο­τυ­χη­μέ­νη προ­σπά­θεια, εί­ναι ό­τι δεν στά­θη­κε αρ­κού­ντως “ά­πι­στη” ως προς το πρω­τό­τυ­πο. Κι ό­μως, ή­δη η με­τα­φο­ρά της ι­στο­ρίας σε έ­να μέλ­λον α­προσ­διό­ρι­στο, με “το Βα­σί­λειο της Μοι­ρο­λα­τρίας” να πα­ρου­σιά­ζε­ται ως α­πο­μει­νά­ρι μιας μελ­λο­ντο­λο­γι­κής κα­τα­στρο­φής, ή, και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, “σε μια ε­πο­χή υ­περ­τε­χνο­λο­γι­κού με­σαίω­να”, δεί­χνει ι­κα­νο­ποιη­τι­κά τολ­μη­ρή. Και μό­νο “τα πυ­κνά δά­ση του πα­ρα­μυ­θιού, ξε­χα­σμέ­να και α­δού­λευ­τα, κρύ­βο­ντας κά­τω α­πό το φου­ντω­μέ­νο τους φύλ­λω­μα ο­λό­κλη­ρο κό­σμο πε­τα­λού­δες, μα­μού­νια και μέ­λισ­σες”, που προ­βάλ­λουν στη δια­σκευή “κα­μέ­να και τσε­κου­ρε­μέ­να”, αλ­λά­ζουν άρ­δην το μή­νυ­μα του πα­ρα­μυ­θιού. Για το ο­ποίο, έ­τσι κι αλ­λιώς, ο Ρα­πτό­που­λος εκ­φρά­ζει ε­πι­φυ­λά­ξεις. “Το πά­λε­ψε κι ε­σύ για το κοι­νό κα­λό” θεω­ρεί ό­τι ο­δη­γεί σε “έ­να ό­ρα­μα του κό­σμου μα­νι­χαϊστι­κό”. Ο τίτ­λος του κε­φα­λαίου, «Το πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς ό­νο­μα του μέλ­λο­ντός μας», προϊδεά­ζει για το εύ­ρος της ε­πι­θυ­μη­τής δια­σκευής. Τον Ρα­πτό­που­λο τον α­πο­γοή­τευ­σαν και οι ε­πεμ­βά­σεις παι­δα­γω­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα σκη­νο­θέ­τη και διεύ­θυν­σης Θεά­τρου. Γι’ αυ­τό και κα­τα­λή­γει με την δια­πί­στω­ση πως “τον έλ­κει τό­σο η ό­λη ι­στο­ρία, ώ­στε μό­νο αν κα­τα­πια­στεί μα­ζί της ε­πί ί­σοις ό­ροις, δη­λα­δή α­γω­νι­στεί να την α­φη­γη­θεί ξα­νά σε μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή μορ­φή, μό­νο τό­τε θα η­συ­χά­σει”. 
Σύμ­φω­να με συ­νέ­ντευ­ξή του, τε­λείω­σε τη δια­σκευή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Δε­κέμ­βριο 2012. Ου­σια­στι­κά, με σκε­λε­τό το πα­ρα­μύ­θι της Δέλ­τα, έ­φτια­ξε έ­να δι­κό του μελ­λο­ντο­λο­γι­κό πα­ρα­μύ­θι, κρα­τώ­ντας την μοι­ρο­λα­τρία ως κύ­ρια πα­θο­γέ­νεια της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας. Πρώ­τα α­πό ό­λα, βρή­κε έ­ναν και­νού­ριο τίτ­λο, που προ­τάσ­σει μεν τη μοι­ρο­λα­τρία, αλ­λά γραμ­μέ­νη στη συν­θη­μα­τι­κή γλώσ­σα των γκρά­φι­τι, ό­που α­ριθ­μοί α­ντι­κα­θι­στούν ε­νό­τη­τες γραμ­μά­των. Μό­νο που έ­τσι ο τίτ­λος κα­τα­λή­γει να πα­ρα­πέ­μπει στο Μο­το­ρό­λα 3, το γνω­στό προω­θη­μέ­νο μο­ντέ­λο κι­νη­τού. Ύστε­ρα, άλ­λα­ξε το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο του πα­ρα­μυ­θιού. Αντί για το Βα­σι­λό­που­λο, τη σω­τη­ρία της Χώ­ρας α­να­λαμ­βά­νει η α­δελ­φή του. Ευ­θυ­γραμ­μι­ζό­με­νος ο συγ­γρα­φέ­ας, ό­πως ι­σχυ­ρί­ζε­ται, με “την α­να­δυό­με­νη στις μέ­ρες μας γυ­ναι­κο­κρα­τία”, στο μυ­θι­στό­ρη­μά του πρω­τα­γω­νι­στεί Πρι­γκί­πισ­σα. Ως προς αυ­τό το ση­μείο, μάλ­λον του δια­φεύ­γουν ο­ρι­σμέ­να βα­σι­κά στοι­χεία. Στην Ελλά­δα, ό­που το­πο­θε­τεί το μυ­θι­στό­ρη­μά του, δεν υ­πάρ­χει κα­μιά α­πο­λύ­τως έν­δει­ξη πως το κα­λό θα ’ρθει α­πό τη γυ­ναί­κα. Γε­νι­κό­τε­ρα, ο α­το­μι­σμός μιας γυ­ναί­κας εί­ναι συ­γκρι­τι­κά πε­ρισ­σό­τε­ρο α­νε­πτυγ­μέ­νος, γι’ αυ­τό και κα­τά κα­νό­να εμ­φα­νί­ζε­ται πλέ­ον φι­λό­δο­ξη. Πο­τέ μία γυ­ναί­κα δεν θα πα­ρέ­δι­δε την ε­ξου­σία στον α­δελ­φό της, ό­πως κά­νει η η­ρωί­δα του, για­τί α­να­κά­λυ­ψε πως η ε­ξου­σία δια­φθεί­ρει. Ανέ­κα­θεν οι γυ­ναί­κες στά­θη­καν πρα­κτι­κά ά­το­μα. Τέ­λος, με την αλ­λα­γή του φύ­λου, α­πα­λεί­φο­νται ο­λο­σχε­ρώς τα ί­χνη των ι­στο­ρι­κών γε­γο­νό­των, ως αλ­λη­γο­ρία των ο­ποίων η Δέλ­τα έ­γρα­ψε το πα­ρα­μύ­θι. Εδώ, το ζή­τη­μα δεν εί­ναι αν τα παι­διά τα α­γνοούν, ό­πως α­να­φέ­ρει ο Ρα­πτό­που­λος, αλ­λά κα­τά πό­σο οι ση­με­ρι­νοί ε­νή­λι­κες ε­πι­θυ­μούν ή και εί­ναι σε θέ­ση να τους τα δι­δά­ξουν. 
Σή­με­ρα, αρ­κε­τοί θεω­ρούν ό­τι η λο­γο­τε­χνία, ως προ­νο­μιού­χος α­φή­γη­ση, συ­μπλη­ρώ­νει την Ιστο­ρία. Οπό­τε η δια­σκευή των μυ­θι­στο­ρη­μά­των της Δέλ­τα δεί­χνει α­να­γκαία, μή­πως και ε­πι­βιώ­σουν στην ε­πο­χή της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης. Κα­τά τη γνώ­μη μας, οι συμ­βο­λι­σμοί του «Πα­ρα­μυ­θιού χω­ρίς ό­νο­μα» ε­ξα­κο­λου­θούν δυ­στυ­χώς να βρί­σκουν α­ντα­πό­κρι­ση στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Μπο­ρεί να μην έ­χου­με σή­με­ρα, ό­πως το 1910, Βα­σι­λέα Γεώρ­γιο και Βα­σι­λό­που­λο Κων­στα­ντί­νο, έ­χου­με, ό­μως, νέ­ους πο­λι­τι­κούς. Ανά­με­σα σε αυ­τούς δια­κρί­νου­με, ό­χι μό­νο αυ­το­δη­μιούρ­γη­τους, αλ­λά και γό­νους. Δεν υ­πάρ­χει με­γά­λη πο­λι­τι­κή οι­κο­γέ­νεια, που να μην κα­μα­ρώ­νει έ­ναν ή και πε­ρισ­σό­τε­ρους γιους και θυ­γα­τέ­ρες στη Βου­λή. Αν και πε­ρισ­σό­τε­ρο γο­η­τεύει, σή­με­ρα ό­πως και τό­τε, ο α­φ’ ε­αυ­τού α­να­δει­χθείς πο­λι­τι­κός. Όπως ο Ελευ­θέ­ριος Βε­νι­ζέ­λος, που, το 1910, ή­ταν στα 46 του. Εφέ­τος, 150 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του, κά­ποιοι άλ­λοι αυ­το­δη­μιούρ­γη­τοι σα­ρα­ντά­ρη­δες δο­κι­μά­ζουν τις δυ­νά­μεις τους, ό­πως, λ.χ., η Ρέ­να Δού­ρου και ο Αλέ­ξης Τσί­πρας. Ακό­μη, να θυ­μί­σου­με πως βα­σι­κό μέ­ρος της πλο­κής στην αλ­λη­γο­ρία της Δέλ­τα α­πο­τε­λεί ο πό­λε­μος, που κη­ρύσ­σει  ο “Εξά­δελ­φος Βα­σι­λιάς”, θέ­λο­ντας να ε­πω­φε­λη­θεί α­πό την πα­ρακ­μή “του Βα­σί­λειου της Μοι­ρο­λα­τρίας”. Ο Ρα­πτό­που­λος εκ­με­ταλ­λεύε­ται σε α­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση τους συμ­βο­λι­σμούς, συν­θέ­το­ντας το δι­κό του “πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νο” πα­ρα­μύ­θι. 


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 21/12/2014.

Φωτογραφία: Σκη­νή α­πό την πα­ρά­στα­ση το «Πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς ό­νο­μα» σε δια­σκευή Β. Ρα­πτό­που­λου. Η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή εκ­δο­χή α­πέ­χει α­πό την θε­α­τρι­κή δια­σκευή, που α­νέ­βη­κε, πο­λύ πριν α­πό την έκ­δο­ση του βι­βλίου, στο Εθνι­κό Θέ­α­τρο.