Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Στη σκιά δύ­σκο­λων και­ρώ­ν



Αστέ­ρης Ν. Μαυ­ρου­δής
«Η κλε­ψιά»
Εκδό­σεις Θερ­μαϊκός
Ια­νουά­ριος 2014

Το πρώ­το βι­βλίο του Αστέ­ρη Μαυ­ρου­δή εί­ναι μία δεύ­τε­ρη εν­δια­φέ­ρου­σα συλ­λο­γή διη­γη­μά­των α­πό τις εκ­δό­σεις Θερ­μαϊκός, που περ­νά­ει το φράγ­μα του Ολύ­μπου. Στο κλει­νόν ά­στυ, πα­ρό­μοιες εκ­πλή­ξεις δεν φαί­νε­ται να εί­ναι και τό­σο ευ­πρόσ­δε­κτες. Η πρω­τεύου­σα προ­τι­μά να εμ­φα­νί­ζε­ται ως αυ­τάρ­κης, α­σχέ­τως αν τρο­φο­δο­τεί­ται α­πό την ε­παρ­χία, εκ­με­ταλ­λευό­με­νη την ελ­κτι­κή δύ­να­μη των Φώ­των της δη­μο­σιό­τη­τας που συ­γκε­ντρώ­νει. Διό­τι Τύ­πος της Ελλά­δας ση­μαί­νει α­θη­ναϊκές ε­φη­με­ρί­δες, συν τις λοι­πές, που εί­ναι μι­κρής κυ­κλο­φο­ρίας και το­πι­κής εμ­βέ­λειας. Πα­ρο­μοίως, ο εκ­δο­τι­κός χώ­ρος εί­ναι οι εκ­δο­τι­κοί οί­κοι με έ­δρα την Αθή­να, συν οι λοι­ποί, που εί­ναι μι­κρής πα­ρα­γω­γής και το­πι­κής α­πή­χη­σης. Γι’ αυ­τό και ι­σχύει το ό­σοι πι­στοί προ­σέλ­θε­τε. Μό­λις έ­νας κά­τοι­κος της λοι­πής Ελλά­δας βρει “ά­κρες” σε α­θη­ναϊκό εκ­δο­τι­κό οί­κο, σπεύ­δει. Πρό­σφα­τα, με την ευ­ρύ­τε­ρη διά­δο­ση των εκ­δό­σεων “ι­δίοις α­να­λώ­μα­σι­ν”, σπεύ­δει και ό­ποιος στε­ρεί­ται δια­συν­δέ­σεων. Όπως και ο Αθη­ναίος συγ­γρα­φέ­ας, ζη­τά κι αυ­τός να πλη­ρο­φο­ρη­θεί τα “πα­κέ­τα προ­σφο­ρώ­ν” των α­θη­ναϊκών οί­κων. Σή­με­ρα πλέ­ον, πέ­ραν της ε­κτύ­πω­σης, έ­να πλή­ρες εκ­δο­τι­κό “πα­κέ­το” υ­πό­σχε­ται δια­φή­μι­ση του προϊό­ντος, με ό,τι αυ­τή προ­βλέ­πει, α­πό προ­βο­λή στα ΜΜΕ μέ­χρι βρα­διά με ε­πώ­νυ­μους ο­μι­λη­τές. Κά­πως έ­τσι ε­ξα­φα­νί­στη­καν οι συλ­λο­γι­κές έν­νοιες, ό­πως λο­γο­τε­χνία Θεσ­σα­λο­νί­κης, Κα­βά­λας, Επτα­νή­σου, και έ­μει­ναν μό­νο συγ­γρα­φείς Θεσ­σα­λο­νι­κείς, Κα­βα­λιώ­τες, Επτα­νή­σιοι. 
Μέ­χρι ε­πη­ρε­α­σμό των κρι­τι­κών ε­πι­τρο­πών βρα­βεύ­σεων μπο­ρεί να πε­ρι­λαμ­βά­νει αυ­τό το “πα­κέ­το”. Πα­λαιό­τε­ρα, ό­ταν κα­τήρ­τι­ζαν τις κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές των βρα­βείων λο­γο­τε­χνίας, προέ­βλε­παν και κά­ποιο Θεσ­σα­λο­νι­κιό για να υ­πο­στη­ρί­ζει Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τες. Σή­με­ρα, αυ­τή η συ­νή­θεια έ­χει α­το­νή­σει. Ίσως για­τί οι νεό­τε­ροι Θεσ­σα­λο­νι­κείς εί­ναι μι­κρό­τε­ρου βε­λη­νε­κούς. Πά­ντως, η κα­τα­γω­γή ε­νός μέ­λους μίας οιασ­δή­πο­τε ε­πι­τρο­πής βρα­βεύ­σεων ή άλ­λων ε­πι­λο­γών κα­θί­στα­ται συ­χνά ευ­διά­κρι­τη α­πό τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Αιφ­νι­δια­στι­κά, εν μέ­σω των Αθη­ναίων, ξε­φυ­τρώ­νουν κά­τοι­κοι της άλ­φα ή της βή­τα πε­ριο­χής, ό­ταν ο λό­γος του δια­με­σο­λα­βη­τή δια­θέ­τει κύ­ρος. Αν και ο ε­πι­τε­τραμ­μέ­νος σε μία ο­ποια­δή­πο­τε ε­πι­τρο­πή βρί­σκε­ται, κα­τά κα­νό­να, προ δύ­σκο­λων α­πο­φά­σεων, κα­θώς έ­χει να συμ­βι­βά­σει δια­φο­ρε­τι­κές ρο­πές. Πέ­ραν της ε­ντο­πιό­τη­τας, έ­χουν αυ­ξη­θεί οι εκ­δο­τι­κές δο­σο­λη­ψίες, ε­νώ πα­ρα­μέ­νουν ι­σχυ­ρές οι ι­δε­ο­λο­γι­κές συ­νά­φειες και προ­φα­νώς, οι προ­σω­πι­κές σχέ­σεις. Ο τε­λευ­ταίος αυ­τός πα­ρά­γων, πολ­λές φο­ρές, λει­τουρ­γεί εμ­φα­νέ­στε­ρα στις πε­ρι­πτώ­σεις α­πο­κλει­σμού ε­νός υ­πο­ψη­φίου. Εί­ναι σχε­δόν α­πο­δε­δειγ­μέ­νο, ό­τι πολ­λα­πλώς ι­σχυ­ρό­τε­ρη μίας φι­λίας α­πο­βαί­νει μία σχέ­ση ε­μπά­θειας. Βε­βαίως, υ­πάρ­χουν και τα λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια, μό­νο που αυ­τά α­κο­λου­θού­νται σε έ­να μι­κρό­τε­ρο σύ­νο­λο υ­πο­ψη­φίων, το ο­ποίο έ­χει προ­κύ­ψει με βά­ση ό­λα τα προ­η­γού­με­να.
Τα διη­γή­μα­τα του Μαυ­ρου­δή έρ­χο­νται α­πό έ­ναν κά­πως ι­διό­μορ­φο εκ­δο­τι­κό οί­κο. Οι εκ­δό­σεις Θερ­μαϊκός, πα­ρό­τι πα­ρα­κλά­δι των εκ­δό­σεων Ια­νός, πα­ρα­μέ­νουν το­πι­κή υ­πό­θε­ση. Στη Θεσ­σα­λο­νί­κη κυ­κλο­φο­ρούν και ε­κεί πα­ρου­σιά­ζο­νται, με πα­ρου­σια­στές μπο­ρεί ε­πώ­νυ­μους και για τα α­θη­ναϊκά μέ­τρα, αλ­λά Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τες. Ού­τε α­θη­ναϊκή βρα­διά προ­βλέ­πε­ται ού­τε προώ­θη­ση στους κρι­τές ε­φη­με­ρί­δων και βρα­βεύ­σεων. Κι ας συ­χνά­ζουν πολ­λοί α­πό αυ­τούς στο Κα­φέ Ια­νός, που λέ­γε­ται ό­τι εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο εν Αθή­ναις εκ­δο­τι­κού οί­κου. Για πα­ρά­δειγ­μα, η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του Στά­θη Κο­ψα­χεί­λη, που κυ­κλο­φό­ρη­σε προ διε­τίας α­πό τις εκ­δό­σεις Θερ­μαϊκός, έ­μει­νε στο ρά­φι του Ια­νού. Ού­τε κρι­τι­κές  έ­λα­βε ού­τε σε κα­μία βρα­χεία λί­στα διη­γή­μα­τος ή έ­στω, πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε. Πα­ρό­τι το 2011 δεν ή­ταν “μία ι­διαί­τε­ρα καρ­πο­φό­ρα χρο­νιά”, για να α­ντι­γρά­ψου­με μια φρά­ση κλι­σέ του σκε­πτι­κού κρι­τι­κών ε­πι­τρο­πών.
Παρ­θε­νι­κή θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν η πρώ­τη εμ­φά­νι­ση του Μαυ­ρου­δή, κα­θώς κα­νέ­να α­πό τα 17 πε­ζά του βι­βλίου δεν έ­χει δη­μο­σιευ­θεί σε κά­ποιο έ­ντυ­πο. Μό­νο το πρώ­το στη σει­ρά πα­ρά­τα­ξης, «Άζυ­μη κα­λα­μπο­κί­σια πί­τα», α­πέ­σπα­σε έ­παι­νο στον 5ο Πα­νελ­λή­νιο Δια­γω­νι­σμό Ποίη­σης και Διη­γή­μα­τος «Δη­μή­τριος Βι­κέ­λας», με έ­δρα τη Βέ­ροια, του 2012. Στον ί­διο Δια­γω­νι­σμό του 2008, το δεύ­τε­ρο βρα­βείο εί­χε α­πο­νε­μη­θεί στον Ιά­κω­βο Ανυ­φα­ντά­κη. Τα πε­ζά της συλ­λο­γής, ό­πως και ε­κεί­να του Κο­ψα­χεί­λη, το­πο­θε­τού­νται στον τό­πο του. Στα ΝΔ της Θεσ­σα­λο­νί­κης του Κο­ψα­χεί­λη, που γεν­νή­θη­κε στο Λι­τό­χω­ρο Πιε­ρίας, προς τα α­να­το­λι­κά του Μαυ­ρου­δή, που “με­γά­λω­σε στο Αδάμ και ζει στη Σου­ρω­τή”, σύμ­φω­να με τα βιο­γρα­φι­κά στα βι­βλία τους. Με α­θη­ναϊκά κρι­τή­ρια, αυ­τό το στοι­χείο ε­ντο­πιό­τη­τας συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στα μειο­νε­κτή­μα­τα. Και βε­βαίως, ε­πι­τεί­νε­ται, ό­ταν α­που­σιά­ζει η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα με την ξέ­νη λο­γο­τε­χνία. Γε­γο­νός μη α­να­με­νό­με­νο στην πε­ρί­πτω­ση του Μαυ­ρου­δή, κα­θώς φοί­τη­σε σε Σχο­λή Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής και μά­λι­στα, τη μό­νη πα­νε­πι­στη­μια­κού ε­πι­πέ­δου. Ευ­τυ­χώς, δεν μο­λύν­θη­κε. Ού­τε το ύ­φος δα­σκά­λου μι­μή­θη­κε ού­τε θεω­ρίες προ­σπά­θη­σε να ε­φαρ­μό­σει. Τα ί­χνη πε­ριο­ρί­στη­καν σε τρεις α­φιε­ρώ­σεις και ευ­χα­ρι­στίες, σύγ­γνω­στες α­να­σφά­λειες πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου.  
Το κυ­ρίως σώ­μα του βι­βλίου του το α­πο­τε­λούν διη­γή­σεις, στις ο­ποίες πα­ρεμ­βάλ­λο­νται τρία ι­στο­ρι­κο­φα­νή πε­ζά, μάλ­λον σαν α­φη­γη­μα­τι­κοί πει­ρα­μα­τι­σμοί πά­νω σε γνω­στό καμ­βά. Άλλες διη­γή­σεις μέ­νουν στη χα­λα­ρή μορ­φή της ι­στο­ρίας κι άλ­λες α­πο­κτούν την αρ­τιό­τη­τα του διη­γή­μα­τος. Σε ό­λες, ό­μως, υ­πάρ­χει α­φη­γη­μα­τι­κή οι­κο­νο­μία. Στις πε­ρισ­σό­τε­ρες, ο α­φη­γη­τής δεν με­τέ­χει στα α­νι­στο­ρού­με­να. Πα­ρα­μέ­νει στη θέ­ση του αυ­τό­πτη μάρ­τυ­ρα, που στο­λί­ζει την ε­ξι­στό­ρη­σή  του με κά­ποια πα­ρα­τή­ρη­ση, αλ­λά χω­ρίς να προ­δια­θέ­τει για τα δί­κια των ε­μπλε­κό­με­νων. Μι­κρές προ­τά­σεις, κο­φτές, με το βά­ρος στο ρή­μα και το ου­σια­στι­κό. Διε­ξο­δι­κές εί­ναι οι πε­ρι­γρα­φές πραγ­μά­των και κα­τα­στά­σεων. Ενώ, τα αι­σθή­μα­τα δεν κα­το­νο­μά­ζο­νται, υ­πο­δη­λώ­νο­νται ω­στό­σο έ­ντο­να, κα­θώς α­φο­ρούν ναυα­γι­σμέ­νους έ­ρω­τες και θα­νά­τους. Πα­ρα­στα­τι­κός λό­γος, αλ­λά κα­θό­λου γλα­φυ­ρός. Λεί­πουν τα ε­πί­θε­τα. Αντί αυ­τών, την ει­κό­να την συ­μπλη­ρώ­νουν οι πα­ρο­μοιώ­σεις. Το ρυθ­μό κρα­τούν οι στι­χο­μυ­θίες στη ντο­πιο­λα­λιά. Ο συγ­γρα­φέ­ας εκ­με­ταλ­λεύε­ται τις πα­ρα­νοή­σεις, που αυ­τή προ­κα­λεί, για να χρω­μα­τί­σει με νό­τες ευ­θυ­μίας την α­φή­γη­ση.   
Οι διη­γή­σεις ε­στιά­ζουν σε έ­ναν τό­πο μι­κρής σχε­τι­κά έ­κτα­σης, ε­νώ α­πλώ­νο­νται σε έ­να αρ­κε­τά με­γά­λο χρο­νι­κό βά­θος. Στις χα­μη­λές πλα­γιές της ο­ρει­νής ζώ­νης α­νά­με­σα σε Χορ­τιά­τη και Χο­λο­μώ­ντα, με κέ­ντρο το χω­ριό Αδάμ και τον γύ­ρω κά­μπο του, μέ­χρι το βάλ­το, που υ­πήρ­χε στα βο­ρειο­α­να­το­λι­κά. Ένα διή­γη­μα έ­χει τον τίτ­λο «Βάλ­τος» και το­πο­θε­τεί­ται στη Βάλ­τα, ό­πως α­πο­κα­λού­σαν τη μο­να­δι­κή λί­μνη του χω­ριού. Ήταν ο τρο­φο­δό­της τους σε ψά­ρια και πρώ­τες ύ­λες για τις ψά­θες, που ε­μπο­ρεύο­νταν. Ου­σια­στι­κά, πρό­κει­ται για α­φή­γη­ση της ζωής στο βάλ­το ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, της ε­κεί δύ­σκο­λης δου­λειάς. Από τα κά­πως πρω­τό­γο­να, με μία ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή, ρού­χα που χρη­σι­μο­ποιού­σαν, μέ­χρι τις ε­λο­γε­νείς τα­λαι­πω­ρίες· κου­νού­πια, βδέλ­λες, πα­γω­μέ­νο νε­ρό. Εύ­κο­λα θα μπο­ρού­σε κα­νείς να το πει λα­ο­γρα­φι­κό υ­λι­κό. Μά­λι­στα, το ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος του διη­γή­μα­τος θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν μέ­χρι και η­θο­γρα­φι­κό, κα­θώς α­να­φέ­ρε­ται στο πα­νη­γύ­ρι του Αγίου Πα­ντε­λεή­μο­να, που γι­νό­ταν ζευ­γα­ρω­τά με ε­κεί­νο της Αγίας Πα­ρα­σκευής. 
Ο συγ­γρα­φέ­ας, ό­μως, ξε­δια­λέ­γει τι θα χρη­σι­μο­ποιή­σει α­πό τον προ­σφε­ρό­με­νο πλού­το, που θα μπο­ρού­σε να τον ο­δη­γή­σει σε πλα­τεια­στι­κές, αλ­λά πι­θα­νώς και εν­δια­φέ­ρου­σες α­φη­γή­σεις. Μό­νο που ε­κεί­νες θα εί­χαν θέ­ση σε συλ­λο­γές προ­φο­ρι­κής Ιστο­ρίας. Το διή­γη­μα θέ­λει α­κρί­βεια στη δο­σο­λο­γία. Αυ­τό φαί­νε­ται να το κα­τορ­θώ­νει ο Μαυ­ρου­δής. Δη­μιουρ­γεί ευ­κρι­νείς ει­κό­νες, κα­θό­λου στα­τι­κές, που δέ­νο­νται σε μία δυ­να­μι­κή αλ­λη­λου­χία κα­τα­στά­σεων. Εκεί­νο που α­που­σιά­ζει, εί­ναι οι ε­ξάρ­σεις ε­νός πα­ρα­μυ­θά συγ­γρα­φέα, ό­ταν, λ.χ., α­ντι­κρί­ζει τα γρι­βά­δια της Βάλ­τας. Ανα­φέ­ρου­με τα γρι­βά­δια, για­τί τα έ­χου­με ταυ­τί­σει, ό­πως και τους γου­λια­νούς, με βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κες διη­γή­σεις. Ας ό­ψο­νται τα διη­γή­μα­τα του συ­νο­μή­λι­κου του Μαυ­ρου­δή, Θεσ­σα­λο­νι­κιού Γιώρ­γου Σκα­μπαρ­δώ­νη, αλ­λά και το πρό­σφα­το «Αυ­το­κόλ­λη­το» του νεό­κο­που Γιάν­νη Πα­λα­βού α­πό το Βελ­βε­ντό Κο­ζά­νης. 
Στο χω­ριό του Μαυ­ρου­δή, το Αδά­μ, το­πο­θε­τού­νται τα πε­ρισ­σό­τε­ρα διη­γή­μα­τα, ό­μως ο τό­πος ε­κτεί­νε­ται μα­κρύ­τε­ρα,  μέ­χρι τον Αϊ-Αντώ­νη, α­κο­λου­θώ­ντας κα­τ’ α­ντί­στρο­φη πο­ρεία την τε­θλα­σμέ­νη Σου­ρω­τή, Ανθε­μού­ντας, Λι­βά­δι, Πε­τρο­κέ­ρα­σα, Αδάμ. Όπως συμ­βαί­νει στο διή­γη­μα «Το τα­ξί­δι». Εί­ναι η δια­δρο­μή που α­κο­λου­θεί ο δω­δε­κά­χρο­νος Νι­κο­λά­κης, “προ­στά­της οι­κο­γε­νείας” α­πό τα εν­νιά, που τα­ξι­δεύει με τη “γαϊδου­ρί­τσα” του στα γει­το­νι­κά χω­ριά για να που­λή­σει τις ψά­θες. Τον πιά­νει η βρο­χή και το πα­ρά­πο­νο μπαί­νο­ντας στη Σου­ρω­τή. Εκεί τον φι­λο­ξε­νούν Σα­ρα­κα­τσα­ναίοι. Ο νοι­κο­κύ­ρης προ­βάλ­λει σω­στός “γί­γα­ντας” και συ­μπο­νε­τι­κός, κα­θώς κα­τα­λύει τη νη­στεία, πα­ρα­μο­νή της Πα­να­γού­δας, χά­ρις στον ξε­νη­στι­κω­μέ­νο Νι­κο­λά­κη. Ο συγ­γρα­φέ­ας και ε­δώ, δεν α­πλώ­νει την α­φή­γη­ση με μία πα­ρέκ­βα­ση, εκ­με­ταλ­λευό­με­νος την α­να­φο­ρά στην Πα­να­γού­δα Σου­ρω­τής. Μέ­νει ελ­λει­πτι­κός, θυ­μί­ζο­ντας τα διη­γή­μα­τα με τα ο­ποία ξε­κί­νη­σαν κά­ποιοι άλ­λοι Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τες, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, ο Βα­σί­λης Τσια­μπού­σης ή ο Χρή­στος Χαρ­το­μα­τσί­δης, που τε­λι­κά ξα­νοί­χτη­καν στα βα­θιά της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας. 
Η λε­ζά­ντα της φω­το­γρα­φίας του ε­ξω­φύλ­λου του βι­βλίου α­να­φέ­ρει ό­τι ο ει­κο­νι­ζό­με­νος ά­ντρας με τη γαϊδου­ρί­τσα εί­ναι “ο πα­τέ­ρας του συγ­γρα­φέα, Νι­κο­λά­κης”, α­φή­νο­ντας ε­ντύ­πω­ση βιο­γρα­φι­κής α­φή­γη­σης. Όμως, έ­να δεύ­τε­ρο διή­γη­μα το­νί­ζει τη μυ­θο­πλα­στι­κή διά­στα­ση. Με τίτ­λο, «Το μό­νον της ζωής του», που συ­μπλη­ρώ­νει κα­τά Βι­ζυη­νό τον τίτ­λο του προ­η­γού­με­νου διη­γή­μα­τος, ε­ξι­στο­ρεί­ται έ­να άλ­λο τα­ξί­δι στα ί­δια μέ­ρη, πα­ρα­μο­νές Χρι­στου­γέν­νων, που ο Νι­κο­λά­κης ξε­πά­για­σε και πέ­θα­νε. Σε έ­να τρί­το διή­γη­μα, ο πα­τέ­ρας του Νι­κο­λά­κη έ­χει φύ­γει α­ντάρ­της, ε­νώ, σε έ­να άλ­λο, έ­χει πε­θά­νει. Ο χρό­νος των ι­στο­ριών α­να­τρέ­χει στην Κα­το­χή, με­τά πη­δά­ει στον Εμφύ­λιο. Μέ­νει κοι­νό μο­τί­βο, το “ά­γριες ε­πο­χές”. Θά­να­τοι α­πό σφαί­ρα, αλ­λά και α­πό κρύο και α­πό πεί­να. Τό­τε α­κό­μη δεν εί­χε α­πο­ξη­ραν­θεί η Βάλ­τα και το χω­ριό ε­πι­βίω­νε με τις ψά­θες και τα κα­πνά. Ένα δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, συμ­με­τρι­κό με το «Βάλ­τος», τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Κα­πνός», κι αυ­τό εύ­θυ­μο κι ας α­νι­στο­ρεί τα δει­νά α­πό ε­μπό­ρους, τσι­ρά­κια και ε­φο­ρια­κούς. Θε­μα­τι­κά βρί­σκε­ται κο­ντά στα πε­ζά του Π. Χ. Μάρ­κο­γλου. Από ε­κεί­νον, που τα­ξι­νο­μεί­ται στη δεύ­τε­ρη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά μέ­χρι τον Μαυ­ρου­δή, που οι ει­δή­μο­νες το πι­θα­νό­τε­ρο να τον ε­ντά­ξουν στη δεύ­τε­ρη του 21ου, το διή­γη­μα στη Βό­ρεια Ελλά­δα ε­ξα­κο­λου­θεί να μην έ­χει α­νά­γκη τις α­να­γνω­στι­κές ε­μπει­ρίες α­πό τη με­τα­φρα­σμέ­νη λο­γο­τε­χνία.
Ορι­σμέ­νες διη­γή­σεις στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό τα χαρ­μό­συ­να προ­εόρ­τια και τις τε­λε­τές αρ­ρα­βώ­να, γά­μου και βά­φτι­σης, αλ­λά κα­τα­λή­γουν με κα­βγά ή και θά­να­το. Σε δυο α­πό αυ­τές, «Ο αρ­ρα­βώ­νας» και «Τα μου­στλού­κια», που το θα­να­τι­κό συ­γκε­ντρώ­νε­ται σε μία, ό­λη και ό­λη, κα­τα­λη­κτι­κή φρά­ση, πλή­ρους α­να­τρο­πής του κλί­μα­τος, ε­ρω­τι­κού και ε­ορ­τά­σι­μου στο πρώ­το, παι­γνιώ­δους στο δεύ­τε­ρο, προ­κύ­πτουν εν­δια­φέ­ρο­ντα, α λα Πόε, διη­γή­μα­τα. Αν και η α­να­τρο­πή του τέ­λους δεν ευ­τυ­χεί πά­ντο­τε. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο πρώ­το και στο τε­λευ­ταίο της συλ­λο­γής, το σχή­μα της έλ­λει­ψης μέ­νει νο­η­μα­τι­κά λει­ψό. Σε ορισμένα διηγήματα, ο Μαυρουδής κατορθώνει να καλλιεργήσει ερωτική αύρα. Ένα α­πό αυ­τά εί­ναι «Ο ξου­ρι­σμέ­νος», με το συ­νοι­κέ­σιο στο Αϊδί­νι πριν το ’22 και την κα­τά­λη­ξη της ε­ρω­τι­κής πεί­νας του “α­πά­ντρευ­του”, ο­γδό­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στη Σου­ρω­τή. Όμως, την α­πο­θέω­ση του ε­ρω­τι­σμού την ε­πι­τυγ­χά­νει εκ­με­ταλ­λευό­με­νος έ­να πα­λαιό ε­θι­μι­κό συ­νή­θειο. Την κόκ­κι­νη κλω­στή που έ­δε­ναν οι κο­πέ­λες στα σο­σό­νιά τους. Ηθο­γρα­φι­κό ί­σως, αλ­λά δεί­χνει τι ά­γριοι και­ροί ή­ταν ε­κεί­νοι για τις κο­πέ­λες. Αλλά και για τους νέ­ους, που ξε­ρο­στά­λια­ζαν “για μια κλω­στή”. Αυ­τά τα μι­κρά πα­ρά­δο­ξα, που α­να­σύ­ρει και α­ξιο­ποιεί ο συγ­γρα­φέ­ας, δεί­χνουν αί­σθη­ση χιού­μορ.
Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της δυά­δας Κο­ψα­χεί­λη-Μαυ­ρου­δή  εί­ναι ό­τι γρά­φει χω­ρίς να προ­τάσ­σει φι­λο­δο­ξίες. Πε­ριο­ρί­ζο­νται δη­λα­δή, στη χα­ρά της γέν­νας, α­δια­φο­ρώ­ντας ή κρα­τώ­ντας συ­νε­σταλ­μέ­νη στά­ση α­πέ­να­ντι στην πο­ρεία του νε­ο­γνού. Πρό­κει­ται για α­συ­νή­θη και για αυ­τό α­ξιο­ζή­λευ­τη στά­ση.

 Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/3/2014.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Οι έντιμοι της δημοσιογραφίας


Η προτομή του Βλάση Γαβριηλίδη στην πλατεία Καλυθμώνος. Έχει δεχθεί συντήρηση, μάλλον πρόχειρη, ύστερα από βανδαλισμό. Οι γκραφιτάδες, όμως, παντού παρόντες, την περιποιήθηκαν εκ νέου.


Στο Ex Libris της 16ης Δεκ. 2012, σχο­λιά­ζα­με πως ο Δη­μή­τριος Γρη­γο­ρίου Κα­μπού­ρο­γλου, ο ι­στο­ρι­κός των Αθη­ναίων, δεν έ­χει πά­ρει τη θέ­ση που του α­ντι­στοι­χεί στην Ιστο­ρία. Φέ­ρα­με ως έν­δει­ξη τη μη μνη­μό­νευ­ση κα­τά τη διάρ­κεια του έ­τους της δι­πλής ε­πε­τείου του, με τη συ­μπλή­ρω­ση 160 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­σή του και 70 α­πό τον θά­να­τό του. Πι­θα­νώς και λί­γο ρο­μα­ντι­κά, α­να­μέ­να­με να θυ­μη­θούν αυ­τόν τον α­με­τα­νό­η­το α­θη­ναιο­λά­τρη τα πνευ­μα­τι­κά Ιδρύ­μα­τα, στων ο­ποίων την ί­δρυ­ση πρω­το­στά­τη­σε. Όπως η Ακα­δη­μία Αθη­νών, η Ιστο­ρι­κή και Εθνο­λο­γι­κή Εται­ρεία, η Χρι­στια­νι­κή Αρχαιο­λο­γι­κή Εται­ρεία, αλ­λά και η Ε­ΣΗΕ­Α, που τα τε­λευ­ταία χρό­νια ε­ορ­τά­ζει ε­πε­τείους ε­πι­φα­νών με­λών της. Δη­μο­σιο­γρά­φος ο Κα­μπού­ρο­γλου, α­πό τα 23 του χρό­νια μέ­χρι τον τε­λευ­ταίο Πό­λε­μο. Και θα συ­νέ­χι­ζε μέ­χρι τέ­λους – α­πε­βίω­σε στις 21 Φεβ. 1942 – αν δεν ερ­χό­ταν η Κα­το­χή. Στο πε­ριο­δι­κό της ι­τα­λι­κής προ­πα­γάν­δας, «Κουα­δρί­βιο», αρ­νή­θη­κε να δώ­σει συ­νερ­γα­σία, α­κό­μη και να ε­πι­τρέ­ψει α­να­δη­μο­σίευ­ση κει­μέ­νου του. Σύμ­φω­να με μαρ­τυ­ρία, πιε­ζό­με­νος α­πό Ιτα­λό υ­πεύ­θυ­νο και θέ­λο­ντας να τον ξε­φορ­τω­θεί, του πρό­τει­νε κυ­νι­κά την α­να­δη­μο­σίευ­ση πα­λαιό­τε­ρου κει­μέ­νου του με τίτ­λο «Πώς ο Μο­ρο­ζί­νης α­να­τί­να­ξε τον Παρ­θε­νώ­να». 
Εκτός α­πό δη­μο­σιο­γρά­φος και ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φος με κα­τά και­ρούς μό­νι­μη στή­λη, ο Κα­μπού­ρο­γλου υ­πήρ­ξε εκ­δό­της δυο πε­ριο­δι­κών. Το πρώ­το, η «Εβδο­μάς», ξε­κί­νη­σε Μάρ. 1884, που ση­μαί­νει μία τρια­κο­ντα­ε­τία προ της ι­δρύ­σεως της Ε­ΣΗΕ­Α. Ένα χρό­νο μι­κρό­τε­ρος του Πα­πα­δια­μά­ντη, ο ο­ποίος δεν πρό­λα­βε να γρα­φτεί μέ­λος, ο Κα­μπού­ρο­γλου ή­ταν ο πρώ­τος εγ­γρα­φείς. Ήταν, δη­λα­δή, κά­το­χος δη­μο­σιο­γρα­φι­κής ταυ­τό­τη­τας με αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό έ­να. Ο Διο­νύ­σιος Τρο­βάς, που τον γνώ­ρι­σε λί­γο πριν α­πό τον Πό­λε­μο και α­πο­τέ­λε­σε τη φι­λι­κή συ­ντρο­φιά του στα τε­λευ­ταία χρό­νια της ζωής του, θυ­μά­ται να του δεί­χνει με κα­μά­ρι την ταυ­τό­τη­τά του. Το α­να­φέ­ρει στη βιο­γρα­φία του Κα­μπού­ρο­γλου, που ε­ξέ­δω­σε τέ­λη του 1981, ώ­στε να εί­ναι έ­τοι­μη κα­τά το ε­πό­με­νο, ε­πε­τεια­κό έ­τος. Τό­τε α­κό­μη, η Ακα­δη­μία Αθη­νών τι­μού­σε τον Κα­μπού­ρο­γλου, που ή­ταν το πρώ­το αι­ρε­τό μέ­λος της Τά­ξεως Γραμ­μά­των και Τε­χνών, το 1927, με συ­νυ­πο­ψή­φιους τους Νιρ­βά­να και Ξε­νό­που­λο. Οι προ­η­γη­θέ­ντες τρεις πρώ­τοι Ακα­δη­μαϊκοί (Σί­μος Με­νάρ­δος, Πα­λα­μάς, Δρο­σί­νης) εί­χαν διο­ρι­στεί το προ­η­γού­με­νο έ­τος κα­τά την ί­δρυ­σή της.
Σε ε­κεί­νο το δη­μο­σίευ­μα, εί­χα­με α­φή­σει α­νοι­χτό το εν­δε­χό­με­νο να τον θυ­μη­θεί το 2014 του­λά­χι­στον η Ε­ΣΗΕ­Α, κα­τά τον ε­ορ­τα­σμό της πρώ­της ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δας της. Βε­βαίως, η η­μέ­ρα της ε­πε­τείου, η 14η Δεκ., αρ­γεί α­κό­μη, ω­στό­σο εκ­δό­θη­κε το Ημε­ρο­λό­γιο 2014, με ε­ορ­τα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Όπως πά­ντα με μι­κρή κα­θυ­στέ­ρη­ση, ή­δη με τον τίτ­λο του υ­πο­γραμ­μί­ζει τα «Εκα­τό χρό­νια Ε­ΣΗΕ­Α». Δεν εί­ναι ω­στό­σο α­πο­κλει­στι­κά α­φιε­ρω­μέ­νο στην ε­πέ­τειο, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν, αλ­λά συ­μπλη­ρώ­νε­ται με «Αφιέ­ρω­μα στον Βλά­ση Γα­βριη­λί­δη». Σύμ­φω­να με το ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα του Δ.Σ. του Μορ­φω­τι­κού Ιδρύ­μα­τος της Ε­ΣΗΕ­Α, στο Ημε­ρο­λό­γιο “πε­ρι­γρά­φε­ται διε­ξο­δι­κά η δια­δρο­μή της”, αλ­λά τό­σο αυ­τή ό­σο και το Μορ­φω­τι­κό Ίδρυ­μά της “α­πο­φά­σι­σαν να ε­στιά­σουν στον Βλά­ση Γα­βριη­λί­δη”. Με το σκε­πτι­κό, πως, “μο­λο­νό­τι εκ­δό­της-ε­πι­χει­ρη­μα­τίας, υ­πήρ­ξε πρω­το­πό­ρος, και­νο­τό­μος, α­να­μορ­φω­τής και δά­σκα­λος της δη­μο­σιο­γρα­φίας”. Μά­λι­στα, προ­στί­θε­ται, ως “εν­δει­κτι­κό της ε­ντι­μό­τη­τας και της α­δέ­κα­στης δη­μο­σιο­γρα­φι­κής του δια­δρο­μής, το γε­γο­νός ό­τι έ­φυ­γε α­πό τη ζωή πάμ­φτω­χος.”  Τέ­λος, στο ει­σα­γω­γι­κό, α­ναγ­γέλ­λε­ται “ε­κτε­νής α­να­φο­ρά στη ζωή και το έρ­γο του”. 
Οι πα­ρα­πά­νω δια­τυ­πώ­σεις δεν εί­ναι πα­ρά με­γά­λα λό­για, που τα υ­πα­γο­ρεύουν οι τρέ­χου­σες νοο­τρο­πίες. Οι α­πα­ραί­τη­τες ε­παγ­γελ­μα­τι­κές ι­διό­τη­τες ε­νός δη­μο­σιο­γρά­φου, σύμ­φω­να και με τις βα­σι­κές αρ­χές δη­μο­σιο­γρα­φι­κής δε­ο­ντο­λο­γίας, το να εί­ναι έ­ντι­μος και α­δέ­κα­στος, α­να­γο­ρεύο­νται σή­με­ρα σε ύ­ψι­στες α­ρε­τές. Όσο για ε­κεί­νο το “πάμ­φτω­χος”, έ­χει κα­τα­ντή­σει δη­μο­σιο­γρα­φι­κό κλι­σέ, που χρη­σι­μο­ποιεί­ται α­δια­κρί­τως για ό­ποιον δεν έ­κα­νε πε­ριου­σία ως δη­μο­σιο­γρά­φος, ως πο­λι­τι­κός ή ο­τι­δή­πο­τε άλ­λο. Αν  άρ­ρω­στος ο Γα­βριη­λί­δης ζή­τη­σε να με­τα­φέ­ρουν το κρε­βά­τι του στα γρα­φεία της «Ακρό­πο­λης», ας μην νο­μί­σει κά­ποιος ση­με­ρι­νός ό­τι του εί­χαν κα­τα­σχέ­σει την οι­κία. Πάμ­φτω­χος δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν, πα­ρά τα οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα της ε­φη­με­ρί­δας του. Το ερ­γα­σιο­μα­νής ή το α­φο­σιω­μέ­νος μέ­χρις ε­σχά­των και πα­ρά τον καρ­κί­νο του ή­πα­τος στο έρ­γο του, θα α­πέ­δι­δε α­κρι­βέ­στε­ρα αυ­τόν τον “εκ­δό­τη-ε­πι­χει­ρη­μα­τία”. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός εκ­δό­της-ε­πι­χει­ρη­μα­τίας, καί­τοι α­κρι­βής για τη ση­με­ρι­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, η­χεί στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση  πα­ρά­ται­ρος, αν ό­χι και μειω­τι­κός.              
Όπως και να έ­χει, φρού­δες α­πο­δεί­χτη­καν οι ελ­πί­δες μας πε­ρί μνη­μό­νευ­σης του Κα­μπού­ρο­γλου. Ακό­μη και πριν α­πό το Ει­σα­γω­γι­κό του Ημε­ρο­λο­γίου, θα έ­πρε­πε να μας εί­χαν προϊδεά­σει οι ευ­χα­ρι­στίες του Μορ­φω­τι­κού προς την ι­στο­ρι­κό Γιού­λα Κου­τσο­πα­νά­γου, για τη συμ­βο­λή της. Σε ε­κεί­νο το πα­λαιό­τε­ρο δη­μο­σίευ­μά μας, α­να­φέ­ρα­με ως μία πρώ­τη έν­δει­ξη της α­φά­νειας, στην ο­ποία έ­χει πε­ρι­πέ­σει ο δη­μο­σιο­γρά­φος Κα­μπού­ρο­γλου, ο Ανα­δρο­μά­ρης, ό­πως ή­ταν το ψευ­δώ­νυ­μο της μα­κρο­βιό­τε­ρης στή­λης του, την α­που­σία σχε­τι­κού λήμ­μα­τος στην τε­τρά­το­μη «Εγκυ­κλο­παί­δεια του ελ­λη­νι­κού Τύ­που 1784-1974», που εκ­δό­θη­κε το 2008. Σε αυ­τήν, “υ­πεύ­θυ­νη έρ­γου”, ως α­να­γρά­φε­ται, ή­ταν η Κου­τσο­πα­νά­γου, που εί­ναι η “ε­πι­στη­μο­νι­κή υ­πεύ­θυ­νη” και στο Εργα­στή­ριο Τεκ­μη­ρίω­σης και Με­λέ­της του Ελλη­νι­κού Τύ­που του Πά­ντειου Πα­νε­πι­στη­μίου. Ο Κα­μπού­ρο­γλου εμ­φα­νί­ζε­ται α­δι­κη­μέ­νος α­κό­μη και στα λήμ­μα­τα των ε­ντύ­πων, στα ο­ποία ή­ταν για χρό­νια συ­νερ­γά­της. Δεν α­να­φέ­ρε­ται ο­νο­μα­στι­κά, α­πο­μέ­νο­ντας στο κα­τα­λη­κτι­κό “και άλ­λοι”. Μόνο στη «Διάπλαση των Παίδων» υπάρχει αναφορά, αλλά και εκεί δεν του αποδίδεται η τι­μή  του ευ­ρέ­τη του τίτ­λου και συ­νερ­γά­τη α­πό ι­δρύ­σεως του γνω­στού νε­α­νι­κού πε­ριο­δι­κού. Ανα­φέ­ρε­ται, βε­βαίως, στο λήμ­μα του πε­ριο­δι­κού «Εβδο­μάς», ως ο πρώ­τος εκ­δό­της του, αλ­λά τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του πε­ριο­δι­κού σε αυ­τήν την πρώ­τη πε­ρίο­δο σχο­λιά­ζο­νται μάλ­λον σαν α­δυ­να­μίες πα­ρά ως α­ρε­τές. Για το δεύ­τε­ρο πε­ριο­δι­κό που ε­ξέ­δω­σε, το «Δί­πυ­λον», δεν υ­πάρ­χει λήμ­μα, ού­τε καν α­να­φο­ρά. 
Αλλά και πέ­ρα α­πό τον Κα­μπού­ρο­γλου, μά­ταιες α­πο­δεί­χθη­καν οι υ­πο­σχέ­σεις για “διε­ξο­δι­κή πε­ρι­γρα­φή της δια­δρο­μής της Ε­ΣΗΕ­Α”. Μό­λις με­ρι­κές σε­λί­δες, που μάλ­λον προ­κα­λούν πα­ρά λύ­νουν α­πο­ρίες. Η πε­ρι­γρα­φή φαί­νε­ται να ε­ξαν­τλεί­ται με την α­να­φο­ρά νό­μων, προ­ε­δρι­κών δια­ταγ­μά­των και έ­τε­ρων δη­μο­σιο­γρα­φι­κών ε­νώ­σεων, με ε­πι­λε­κτι­κή μνεία του ρό­λου της σε πε­ριό­δους ε­θνι­κών δο­κι­μα­σιών. Ως προς τα πρό­σω­πα, οι α­να­φο­ρές εί­ναι γε­νι­κό­λο­γες. Δί­νε­ται μό­νο η πλη­ρο­φο­ρία πως με­τρά σε 100 χρό­νια 30 προέ­δρους, ό­που και κα­τα­γρά­φο­νται 30 ο­νό­μα­τα. Απο­ρία προ­κα­λεί η σει­ρά με την ο­ποία πα­ρα­τί­θε­νται, κα­θώς μέ­νει με­τέω­ρο το πό­τε προή­δρευ­σε έ­κα­στος. Για πα­ρά­δειγ­μα, με­τά τον πρώ­το πρό­ε­δρο Ιωάν­νη Κον­δυ­λά­κη, α­να­φέ­ρε­ται ο Σπύ­ρος Με­λάς,  που α­νέ­λα­βε πρό­ε­δρος το 1958, ε­νώ ο 14ος στη σει­ρά, ο Τί­μος Μω­ραϊτί­νης, α­νέ­λα­βε κα­θή­κο­ντα το 1938. Ίσως, λε­πτο­μέ­ρειες. Όσα, ό­μως, στοι­χεία δί­νο­νται, υ­πάρ­χουν στο λήμ­μα της ο­ποια­σδή­πο­τε ε­γκυ­κλο­παί­δειας. Η προ­σφυ­γή σε Εργα­στή­ριο Τεκ­μη­ρίω­σης και Με­λέ­της του Ελλη­νι­κού Τύ­που ά­φη­νε ελ­πί­δες για κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο. 
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, α­φού, στις ό­λες κι ό­λες ε­πτά σε­λί­δες, που α­φιε­ρώ­θη­καν στην Ε­ΣΗΕ­Α, α­ξιο­λο­γή­θη­κε δι­σέ­λι­δο σα­λό­νι στον Πα­να­γιώ­τη Πα­τρί­κιο (α­ρι­στε­ρά, φω­το­γρα­φία, ό­που ει­κο­νί­ζε­ται να ξε­να­γεί Κ. Κα­ρα­μαν­λή και Απ. Κα­κλα­μά­νη στα Αρχεία της Ε­ΣΗΕ­Α και δε­ξιά, “μία μαρ­τυ­ρία του”), δεν θα χρεια­ζό­ταν και κά­ποια α­να­φο­ρά στο πρό­σω­πο, ε­κτός α­πό το ε­πι­γραμ­μα­τι­κό και ελ­λι­πές, “δη­μιουρ­γός της βι­βλιο­θή­κης της Ε­ΣΗΕ­Α”; Αλλά και η φω­το­γρα­φία εί­ναι χω­ρίς χρο­νο­λο­γία. Βε­βαίως, προσ­διο­ρί­ζε­ται πως αμ­φό­τε­ροι οι ει­κο­νι­ζό­με­νοι εί­ναι Πρό­ε­δροι, της Δη­μο­κρα­τίας και της Βου­λής α­ντί­στοι­χα. Σαν τε­στ μοιά­ζει. Μό­νο που η λύ­ση του δί­νει κο­ντά τριε­τία.  
Τε­λείως α­θε­τή­θη­κε και η έ­τε­ρη υ­πό­σχε­ση για “ε­κτε­νή α­να­φο­ρά στη ζωή και το έρ­γο του Γα­βριη­λί­δη”. Με­τά βίας τρεις σε­λί­δες. Οι δυο για την ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις», με κα­τα­λό­γους των συ­νεκ­δι­δό­με­νων πε­ριο­δι­κών ε­ντύ­πων και των συ­νερ­γα­τών τους. Όπου, σε πρό­σθε­τη σε­λί­δα, πα­ρα­τί­θε­νται ει­κο­νί­δια εν­νέα εξ αυ­τών, με τη λε­ζά­ντα να α­να­φέ­ρει τον δεύ­τε­ρο στη ῾῾σει­ρά Αλέ­ξαν­δρο Μω­ραϊτί­δη ως Αλέ­ξαν­δρο Μω­ραΐτη. Πα­ρο­μοίως, ως έ­τος γεν­νή­σεως του Γα­βριη­λί­δη α­να­φέ­ρε­ται το 1849 α­ντί του 1848. Βε­βαίως, πρό­κει­ται για τυ­πο­γρα­φι­κά λά­θη, α­φού γρά­φο­νται ορ­θά σε άλ­λα ση­μεία του Ημε­ρο­λο­γίου. Δεν έ­χουν θέ­ση, ω­στό­σο, σε έ­να τό­σο μι­κρό σε έ­κτα­ση έρ­γο, με τό­σους φρο­ντι­στές. Κα­τά τα άλ­λα, κα­θώς πρό­κει­ται για συ­μπιε­σμέ­να ε­γκυ­κλο­παι­δι­κά λήμ­μα­τα, σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία κα­τα­λή­γουν δυσ­νό­η­τα. 
Με­γα­λύ­τε­ρη σύγ­χυ­ση προ­κα­λεί η δη­μο­σιο­γρα­φι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα του Γα­βριη­λί­δη στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη α­πό το 1868, που ε­πι­στρέ­φει α­πό τις σπου­δές του στην Λει­ψία, μέ­χρι το 1877, που διω­κό­με­νος κα­τα­φεύ­γει στην Ελλά­δα. Ανα­φέ­ρε­ται ό­τι “συμ­βάλ­λει φι­λο­λο­γι­κά στο πε­ριο­δι­κό «Επτά­λο­φος». Συ­ντά­κτης της ε­φη­με­ρί­δας «Ομό­νοια / Ομό­νοια και Νε­ο­λό­γος» (1862-1870) της Πό­λης και α­πό το 1870 διευ­θυ­ντής της.” Αν συμ­βου­λεύο­νταν την Εγκυ­κλο­παί­δεια Τύ­που, θα εί­χαν μία κα­θα­ρό­τε­ρη ει­κό­να, αν και ό­χι ορ­θή: “Πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται ... με φι­λο­λο­γι­κές με­λέ­τες στο π. «Επτά­λο­φος». Συ­νεκ­δό­της της εφ. «Κων­στα­ντι­νού­πο­λις» (1867), α­να­λαμ­βά­νει αρ­γό­τε­ρα, το 1871, τη διεύ­θυν­ση της εφ. «Ομό­νοια» και εκ­δί­δει την εφ. «Με­ταρ­ρύθ­μι­σις».” Σύμ­φω­να με το λήμ­μα της εφ. «Ομό­νοια», α­να­λαμ­βά­νει τη διεύ­θυν­σή της το 1870, ε­νώ “το 1871 στα­μα­τά ο­ρι­στι­κά η έκ­δο­σή της”. Η α­συμ­βα­τό­τη­τα των πλη­ρο­φο­ριών, που δί­νο­νται στα διά­φο­ρα λήμ­μα­τα, συ­νι­στά βα­σι­κή α­δυ­να­μία της εν λό­γω Εγκυ­κλο­παί­δειας. Φαί­νε­ται ό­τι ο α­ντί­στοι­χος έ­λεγ­χος κρί­θη­κε πε­ριτ­τός. Όσο για τις ε­πι­μέ­ρους πλη­ρο­φο­ρίες, την α­να­φο­ρά στο 1867 και τη συ­νέ­νω­ση της «Ομό­νοιας» και του «Νε­ο­λό­γου» του Σταύ­ρου Βου­τυ­ρά, το μεν 1867 εί­ναι το έ­τος που το π. «Επτά­λο­φος», α­φού εκ­δό­θη­κε ως ε­φη­με­ρί­δα με την ί­δια ο­νο­μα­σία, με­το­νο­μά­στη­κε σε «Κων­στα­ντι­νού­πο­λις», η δε συ­νέ­νω­ση των δυο ε­φη­με­ρί­δων κρά­τη­σε μό­λις τρεις μή­νες του ι­δίου έ­τους. 
Πριν, ό­μως, δο­θούν ό­λες αυ­τές οι δη­μο­σιο­γρα­φι­κές με­τα­κι­νή­σεις του Γα­βριη­λί­δη, θα ή­ταν α­πα­ραί­τη­τη κά­ποια υ­πεν­θύ­μι­ση πως ο Τύ­πος της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης βρι­σκό­ταν τό­τε με­τα­ξύ Σκύλ­λας και Χά­ρυ­βδης. Από τη μία υ­πήρ­χαν οι Οθω­μα­νοί και α­πό την άλ­λη το Πα­τριαρ­χείο, τό­τε α­ντι­μέ­τω­πο με το Σχί­σμα της Βουλ­γα­ρι­κής Εκκλη­σίας. Όπως και να έ­χει, ο Γα­βριη­λί­δης ή­ταν στο ε­πι­τε­λείο του π. Επτά­λο­φος, με­τά στην ο­μώ­νυ­μη ε­φη­με­ρί­δα και στη συ­νέ­χεια, στην  ε­φη­με­ρί­δα «Κων­στα­ντού­πο­λις» μέ­χρι το 1870, που α­νέ­λα­βε την «Ομό­νοια». Επέ­στρε­ψε, με το κλεί­σι­μο της δεύ­τε­ρης, στην «Κων­στα­ντι­νού­πο­λις», που το 1873 με­το­νο­μά­στη­κε σε «Θρά­κη». Έφυ­γε ο­ρι­στι­κά το 1876, που ξε­κί­νη­σε τη δι­κή του ε­φη­με­ρί­δα, «Με­ταρ­ρύθ­μι­σις». Αυ­τά, πε­ρί Γα­βριη­λί­δη στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη.  
Στο Ημε­ρο­λό­γιο α­να­φέ­ρε­ται πως προ­το­μή του Γα­βριη­λί­δη “φι­λο­τέ­χνη­σε και δώ­ρι­σε στην Ε­ΣΗΕ­Α ο γλύ­πτης Μι­χαήλ Τό­μπρος”. Επ’ αυ­τού κα­μία άλ­λη διευ­κρί­νι­ση. Προ­το­μή του, πά­ντως, βρί­σκε­ται στην πλα­τεία Κλαυθ­μώ­νος, α­κρι­βώς α­πέ­να­ντι α­πό τα  πα­ρά­θυ­ρα της ε­φη­με­ρί­δας του. Έργο του Τό­μπρου, του 1935, στή­θη­κε έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα με πρω­το­βου­λία των Αχέ­πα. Και βε­βαίως, δεν εί­ναι η μο­να­δι­κή προ­το­μή δη­μο­σιο­γρά­φου στην Αθή­να, ό­πως δια­τεί­νο­νται ό­ψι­μοι α­θη­ναιο­γρά­φοι. Υπάρ­χουν, αν ό­χι και άλ­λων, του­λά­χι­στον πολ­λών α­πό ε­κεί­νους που φέ­ρουν τη δι­πλή ι­διό­τη­τα δη­μο­σιο­γρά­φου-λο­γο­τέ­χνη. Με­τα­ξύ αυ­τών, ο Κα­μπού­ρο­γλου. Η προ­το­μή στή­θη­κε ε­πί­σης το 1936, μό­νο που ο τι­μώ­με­νος ή­ταν πα­ρών. Έργο του γλύ­πτη Νι­κο­λά­ου Γεωρ­γα­ντή, δεν υ­στε­ρεί μό­νο αι­σθη­τι­κά, αλ­λά και ως προς τη θέ­ση που στή­θη­κε, στην πλα­τεία της Πλά­κας. Ωστό­σο α­φα­νής, εν μέ­σω τρα­πε­ζο­κα­θι­σμά­των, γλί­τω­σε τον βαν­δα­λι­σμό του γκρά­φι­τι.  Άτσα­λα μουτ­ζου­ρω­μέ­νη η προ­το­μή του Γα­βριη­λί­δη, ό­πως πα­ρα­πά­νω ο Πα­λα­μάς του Φα­λη­ρέα, στη γω­νία Ακα­δη­μίας και Ασκλη­πειού, κο­ντά και ε­κεί­νος στα αλ­λο­τι­νά πα­ρά­θυ­ρα της οι­κίας του. 
Συ­νο­ψί­ζο­ντας τις ε­ντυ­πώ­σεις μας α­πό το φυλ­λο­μέ­τρη­μα, θα α­να­μέ­να­με α­πό έ­να Ημε­ρο­λό­γιο ε­στια­σμέ­νο θε­μα­τι­κά, α­ντί­στοι­χα ε­πι­κε­ντρω­μέ­νη ει­κο­νο­γρά­φη­ση. Αντί αυ­τού, ει­κο­νο­γρα­φεί­ται με ποι­κί­λα θέ­μα­τα, κυ­ρίως με φω­το­γρα­φι­κά στιγ­μιό­τυ­πα α­νώ­νυ­μων α­να­γνω­στών ε­φη­με­ρί­δων, ο­ρι­σμέ­να ε­πι­φα­νών φω­το­γρά­φων, ό­πως Δ. Χα­ρι­σιά­δη, Β. Πα­παϊωάν­νου κ. α. Πά­ντως, πρω­τό­τυ­πες ει­κό­νες, ό­πως και κεί­με­να με πρω­το­φα­νέ­ρω­τες λε­πτο­μέ­ρειες, αν­τλη­μέ­νες α­πό τους αρ­χεια­κούς θη­σαυ­ρούς, α­που­σιά­ζουν. Όπως και να το δού­με, α­πό μία έ­νω­ση δη­μο­σιο­γρά­φων, που έ­χει στο δυ­να­μι­κό της, ό­χι μό­νο την α­φρό­κρε­μα της δη­μο­σιο­γρα­φίας, αλ­λά και με­γά­λο με­ρί­διο α­πό τους ε­πι­φα­νείς της λο­γο­τε­χνίας,  οι α­παι­τή­σεις εί­ναι υ­ψη­λές.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/3/2014.

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Εκλεκτικές συγγένειες

 Λευ­τέ­ρης Κα­λο­σπύ­ρος
«Η μο­να­δι­κή οι­κο­γέ­νεια»
Εκδό­σεις Πό­λις
Σε­πτέμ­βριος 2013

 Αρι­στεί­δης Αντο­νάς
«Ο άλ­λος α­δερ­φός»
Εκδό­σεις Crap
Ιού­νιος 2013

Συ­μπτω­μα­τι­κά, με κα­θυ­στέ­ρη­ση με­ρι­κών μη­νών αλ­λά μέ­σα σε μία ε­βδο­μά­δα, δια­βά­σα­με το πρώ­το βι­βλίο του Λευ­τέ­ρη Κα­λο­σπύ­ρου και το εν­δέ­κα­το του Αρι­στεί­δη Αντο­νά. Στην πε­ρί­πτω­ση του δεύ­τε­ρου, με­τά ε­πι­φυ­λά­ξεως, κα­θώς την τε­λευ­ταία τριε­τία τα εκ­δο­τι­κά ί­χνη του Αντο­νά χά­νο­νται ε­κτός ελ­λα­δι­κών συ­νό­ρων. Εμείς ε­ντο­πί­σα­με δυο, σε Ζυ­ρί­χη και Βε­ρο­λί­νο. Η α­κρι­βής μέ­τρη­ση, πά­ντως, φτά­νει μέ­χρι το έ­να­το, που τυ­πώ­θη­κε το 2010 α­πό τις εκ­δό­σεις Άγρα, τον δεύ­τε­ρο εκ­δο­τι­κό οί­κο, που τον στέ­γα­σε ε­πί δε­κα­ε­τία, δια­δε­χό­με­νος ε­κεί­νον της Στιγ­μής, που ή­ταν ο εκ­δό­της του Δα­σκά­λου του, Ε. Χ. Γο­να­τά, και στον ο­ποίο ο ί­διος εί­χε πα­ρα­μεί­νει ε­πί ο­κτα­ε­τία. Αν και ως πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος ο Αντο­νάς βγή­κε α­πό το Μου­σείο. Προ­φα­νώς και δεν το εν­νοού­με αλ­λη­γο­ρι­κώς, α­φού το πρώ­το του βι­βλιά­ριο, «Ο Επί­σκο­πος», εί­ναι το εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­το του μου­σεια­κού εί­δους. Ανα­φε­ρό­μα­στε στο Μαύ­ρο Μου­σείο, τις βρα­χύ­βιες εκ­δό­σεις του ο­μώ­νυ­μου, ο­λι­γό­ζωου ό­σο και ρη­ξι­κέ­λευ­θου, πε­ριο­δι­κού. Ήταν πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος του 1988, δη­λα­δή έ­να τέ­ταρ­το του αιώ­να πριν τον Κα­λο­σπύ­ρο. Τό­τε που τους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους τους α­ντι­με­τώ­πι­ζαν με πε­ρισ­σό­τε­ρη πε­ρί­σκε­ψη. Ίσως και γι’ αυ­τό να πρό­κο­βαν. Όταν το παι­δί το πα­ρα­χαϊδεύεις, λέ­νε ό­τι χα­λά­ει. Έτσι πί­στευαν και α­ντι­στοί­χως έ­πρατ­ταν οι πα­λαιό­τε­ροι. Δι­καίως, α­δί­κως, μέ­νει ζη­τού­με­νο. Στην πε­ρί­πτω­ση των νε­ο­γνών στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, θα το δεί­ξει και η πο­ρεία των ε­φε­τι­νών πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων, στους ο­ποίους ε­πι­φυ­λά­χτη­κε ι­διαί­τε­ρη υ­πο­δο­χή. 
310 σε­λί­δες το βι­βλίο του Κα­λο­σπύ­ρου, 55 του Αντο­νά. Ση­μειω­τέ­ον ό­τι το δεύ­τε­ρο εί­ναι δί­γλωσ­ση έκ­δο­ση (γαλ­λι­κά/ελ­λη­νι­κά), ό­που το ελ­λη­νι­κό κεί­με­νο δεν φτά­νει τις 30. Αλλά και τα προ­η­γού­με­να του Αντο­νά εί­ναι ο­λι­γο­σέ­λι­δα. Τις 300 σε­λί­δες τις φθά­νει μό­νο το έ­βδο­μο, «Αριθ­μοί», ό­που συ­γκέ­ντρω­σε τα τέσ­σε­ρα πρώ­τα, προ­σθέ­το­ντας και ε­πί­με­τρο. Γε­νι­κό­τε­ρα, πά­ντως, με ο­λι­γο­σέ­λι­δα βι­βλία έ­γι­ναν οι πρώ­τες εμ­φα­νί­σεις της λε­γό­με­νης γε­νιάς του ’80. Στη συ­νέ­χεια, πλή­θυ­ναν οι σε­λί­δες των βι­βλίων τους, κα­θώς άρ­χι­σαν να ε­φορ­μούν οι δυ­νά­μεις της ε­πό­με­νης δε­κα­ε­τίας. Ο Αντο­νάς στά­θη­κε ε­ξαί­ρε­ση. Όσο α­φο­ρά το ά­νοιγ­μα α­νά­με­σα στις γε­νιές του Αντο­νά και του Κα­λο­σπύ­ρου, δεν έ­χει α­πο­κρυ­σταλ­λω­θεί το πό­σες γε­νιές χω­ρά­ει. Οι τα­ξι­νό­μοι, με νοο­τρο­πία γρα­φειο­κρά­τη, με­τρούν δυο, του ’90 και του 2000. Εμείς δεν βλέ­που­με στο με­ταίχ­μιο του 2000 και του 2010 τό­σο με­γά­λες α­συ­νέ­χειες, ώ­στε να δι­καιο­λο­γούν αλ­λα­γή γε­νιάς. Θα μπο­ρού­σε να κρα­τη­θεί η βιο­λο­γι­κή α­πό­στα­ση πα­τέ­ρα-γιου. Το 2013 ο Αντο­νάς έ­κλει­σε τα πε­νή­ντα, ο Κα­λο­σπύ­ρος τα 33.
Ένα πρώ­το κοι­νό ση­μείο των δυο πρό­σφα­των βι­βλίων τους εί­ναι η ε­ναλ­λα­γή  θε­α­τρό­μορ­φων και α­φη­γη­μα­τι­κών τμη­μά­των. Ένα δεύ­τε­ρο ση­μείο συγ­γέ­νειας θα μπο­ρού­σε να α­πο­δο­θεί σε σύ­μπτω­ση ή και να εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα κρυ­πτο­μνη­σίας. Πρό­κει­ται για το ό­νο­μα του κε­ντρι­κού ή­ρωα στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Κα­λο­σπύ­ρου, Ανδρέ­ας Αριθ­μέ­ντης, που πα­ρα­πέ­μπει στο Αρι­στεί­δης Αντο­νάς, αν λά­βου­με υ­πό­ψη πως ο Αντο­νάς έ­χει εμ­μο­νή με τους α­ριθ­μούς, ό­πως άλ­λω­στε δεί­χνει και το ο­μώ­νυ­μο βι­βλίο του. Αντι­θέ­τως, τον μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα δεν τον α­πα­σχο­λούν οι α­ριθ­μοί. Ανή­κει, ό­μως, σε οι­κο­γέ­νεια συγ­γρα­φέων και αρ­χι­τε­κτό­νων, ό­πως και ο Αντο­νάς. Ει­δι­κό­τε­ρα, ο δεύ­τε­ρος ε­πα­νέρ­χε­ται συ­χνά στο δυα­δι­κό σχή­μα ως θε­μέ­λιο του ψη­φια­κού σύ­μπα­ντος, ό­πως προϊδεά­ζουν και οι τίτ­λοι των βι­βλίων του, α­πό το «Οι δυο μι­σοί» του 1995 μέ­χρι τα «Δύο δω­μά­τια» του 2011. Αν και πά­ντο­τε μέ­σα α­πό αλ­λη­γο­ρι­κές α­φη­γή­σεις. Στην ψη­φια­κή ε­πο­χή, έ­χει δια­μορ­φώ­σει τη συγ­γρα­φι­κή του ταυ­τό­τη­τα και ο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός ή­ρωας του Κα­λο­σπύ­ρου, που βρί­σκε­ται σε α­ντι­πα­λό­τη­τα με τον πα­τέ­ρα του, έ­ναν συγ­γρα­φέα πα­λαιάς κο­πής. Τέ­λος, στα πρό­σφα­τα βι­βλία και των δυο, ε­μπλέ­κε­ται “ο άλ­λος α­δελ­φός”.  
Εί­ναι προ­φα­νές, πά­ντως, ό­τι στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Κα­λο­σπύ­ρου υ­πε­ρι­σχύουν, σε συ­ντρι­πτι­κό βαθ­μό, τα δά­νεια α­πό ε­πί­λε­κτα πε­ζά της αγ­γλό­γλωσ­σης λο­γο­τε­χνίας. Το εύ­ρη­μα δυο α­δελ­φών συγ­γρα­φέων, που το διή­γη­μα του ε­νός έ­χει ως ή­ρωα τον άλ­λο, συ­νο­μι­λώ­ντας με αυ­το­βιο­γρα­φι­κό κεί­με­νο ε­κεί­νου, δεί­χνει πε­ρισ­σό­τε­ρο προς τις δί­δυ­μες νου­βέ­λες του Σά­λι­ντζερ. Θυ­μί­ζου­με πως α­πο­τε­λούν το τε­λευ­ταίο του βι­βλίο, που ε­ξέ­δω­σε το 1964 πριν σιω­πή­σει συγ­γρα­φι­κά. Στα ελ­λη­νι­κά εκ­δό­θη­καν, με τον τίτ­λο, «Ψη­λή ση­κώ­στε στέ­γη, ξυ­λουρ­γοί. Σί­μο­ρ, συ­στα­τι­κά στοι­χεία», σε με­τά­φρα­ση Α. Κορ­τώ, το 2010, που α­πε­βίω­σε. Άλλω­στε η οι­κο­γέ­νεια Αριθ­μέ­ντη του Κα­λο­σπύ­ρου έ­χει κι άλ­λα κοι­νά ση­μεία με την οι­κο­γέ­νεια Γκλας, που κυ­ριαρ­χεί στο μυ­θο­πλα­στι­κό κό­σμο του Σά­λι­ντζερ. Ο έ­νας α­πό τους δυο α­δελ­φούς, που εί­ναι αμ­φό­τε­ροι συγ­γρα­φείς, αυ­το­κτο­νεί, ε­νώ η ε­ρω­τι­κή ι­στο­ρία του ε­νός ε­μπνέει τον άλ­λο. Ακό­μη, υ­πάρ­χει το μο­τί­βο του παι­διού θαύ­μα­τος, που συμ­με­τέ­χει στα τη­λε­ο­πτι­κά - ρα­διο­φω­νι­κά στην ε­πο­χή του Σά­λιτ­ντζερ - παι­χνί­δια γνώ­σης.
Αλλά, ό­πως σχο­λιά­ζα­με και στην πε­ρί­πτω­ση του ε­πί­σης πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου Ιά­κω­βου Ανυ­φα­ντά­κη, η ευ­ρύ­τη­τα της δια­κει­με­νι­κό­τη­τας, ε­στια­σμέ­νης στην ξέ­νη λο­γο­τε­χνία, α­πο­τε­λεί βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στα  βι­βλία των νέων συγ­γρα­φέων, κα­θώς στη­ρί­ζο­νται στις α­να­γνω­στι­κές τους ε­μπει­ρίες. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Κα­λο­σπύ­ρου, πά­ντως, τα ό­ποια δά­νεια εί­ναι σε με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση εν­σω­μα­τω­μέ­να, με α­πο­τέ­λε­σμα ο α­να­γνώ­στης, που α­γνο­εί τα πρω­τό­τυ­πα, να μην τα α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ως ξέ­να στοι­χεία. Από την άλ­λη, αν­τλού­νται α­πό πο­λύ γνω­στά βι­βλία, σχε­τι­κά πρό­σφα­τα με­τα­φρα­σμέ­να στα ελ­λη­νι­κά, ώ­στε να μην περ­νούν α­πα­ρα­τή­ρη­τα α­πό ό­ποιον έ­χει α­ντί­στοι­χες α­να­γνω­στι­κές προ­τι­μή­σεις. Πα­ρά­δειγ­μα, το πο­λυ­σέ­λι­δο μυ­θι­στό­ρη­μα, «Μάο ΙΙ» του ΝτεΛίλ­λο, με κε­ντρι­κό πρό­σω­πο έ­ναν συγ­γρα­φέα, που α­φή­νει η­μι­τε­λές το βι­βλίο του, ό­πως και ο ή­ρωας του Κα­λο­σπύ­ρου. Με αυ­τήν την ε­πι­λο­γή, ο ΝτεΛίλ­λο δεί­χνει την α­πει­λή που συ­νι­στά για έ­ναν συγ­γρα­φέα το α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, με τον μα­ζι­κό χα­ρα­κτή­ρα, που αυ­τό άρ­χι­σε να παίρ­νει α­πό τα τέ­λη του 20ου αιώ­να. Από την πλευ­ρά του ο Κα­λο­σπύ­ρος, στις συ­νε­ντεύ­ξεις του, α­να­φέ­ρει μεν ως κύ­ριο θέ­μα του την πο­λι­τι­σμι­κή αλ­λα­γή και τον α­ντί­κτυ­πο που αυ­τή έ­χει στην ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέα, αλ­λά οι α­νη­συ­χίες του δεν δη­λώ­νο­νται ευ­κρι­νώς με πα­ρό­μοια δια­κει­με­νι­κά στοι­χεία.       
Κα­τά τα άλ­λα, η μορ­φή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, ό­πως προσ­διο­ρί­ζε­ται α­πό την υ­πό­θε­ση, εί­ναι μία ε­γκε­φα­λι­κή κα­τα­σκευή του κε­ντρι­κού ή­ρωα-συγ­γρα­φέα. Ο Ανδρέ­ας Αριθ­μέ­ντης, σχε­διά­ζο­ντας την αυ­το­κτο­νία του, κα­ταρ­τί­ζει φά­κε­λο με φω­το­τυ­πίες πε­ζο­γρα­φι­κών έρ­γων, δι­κών του και τριών άλ­λων. Τα δι­κά του εί­ναι έ­να θε­α­τρι­κό έρ­γο, δύο διη­γή­μα­τα και α­πό­σπα­σμα α­πό μυ­θι­στό­ρη­μα, που θα α­φή­σει η­μι­τε­λές. Σε αυ­τά προ­στί­θε­νται, έ­να διή­γη­μα του α­δελ­φού του και α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα δύο προ­σώ­πων του θε­α­τρι­κού έρ­γου. Αυ­τός ο φά­κε­λος, με το πε­ριε­χό­με­νό του σε ο­ρι­σμέ­νη πα­ρά­τα­ξη, α­πο­τε­λεί το μυ­θι­στό­ρη­μα του Κα­λο­σπύ­ρου. Μορ­φή που θυ­μί­ζει το μυ­θι­στό­ρη­μα της Λί­λας Κο­νό­μα­ρα, «Η Ανα­πα­ρά­στα­ση». Μό­νο που σε ε­κεί­νο, τον φά­κε­λο κα­ταρ­τί­ζει ο βιο­γρά­φος του ε­ξα­φα­νι­σθέ­ντος κε­ντρι­κού ή­ρωα και πε­ριέ­χει πο­λυει­δή κεί­με­να. Και οι δυο κα­τα­σκευές, πε­ρισ­σό­τε­ρο αυ­τή του Κα­λο­σπύ­ρου, πα­ρου­σιά­ζουν κα­τά την ε­κτέ­λε­σή τους μία δυ­σκο­λία, στην ο­ποία δεν φαί­νε­ται να δί­νε­ται ι­διαί­τε­ρο βά­ρος. Πα­ρό­τι οι συγ­γρα­φείς των κει­μέ­νων του φα­κέ­λου εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κοί, δεν υ­πάρ­χει α­ντί­στοι­χη υ­φο­λο­γι­κή δια­φο­ρο­ποίη­ση. Γε­νι­κό­τε­ρα, ό­μως, τις ο­μά­δες συγ­γρα­φέων, που εμ­φα­νί­ζο­νται με­τά τη γε­νιά του ’80, τους α­πα­σχο­λούν πε­ρισ­σό­τε­ρο οι ε­ξε­ζη­τη­μέ­νοι μορ­φι­κοί πει­ρα­μα­τι­σμοί και ο ε­πί­και­ρα α­να­τρε­πτι­κός χα­ρα­κτή­ρας του πε­ριε­χο­μέ­νου πα­ρά η αι­σθη­τι­κή και η οι­κο­νο­μία του συ­νό­λου.
Αυ­τή η τά­ση βρί­σκει α­ντα­πό­κρι­ση στην κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή, που στέ­κε­ται ευ­νοϊκή, κά­πο­τε μά­λι­στα κα­θ’ υ­περ­βο­λή υ­πο­στη­ρι­κτι­κή. Αν και πά­ντο­τε, με γε­νι­κό­λο­γες α­πο­φάν­σεις. Θυ­μί­ζου­με τον εν­θου­σια­σμό, που εί­χε προ­κα­λέ­σει το μυ­θι­στό­ρη­μα του πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου το 2005 Σταύ­ρου Κρη­τιώ­τη, «Το μη­νο­λό­γιο ε­νός α­πό­ντος». Και ε­κεί­νο το μυ­θι­στό­ρη­μα ή­ταν μια α­πό­πει­ρα σχο­λια­σμού της δια­δι­κα­σίας της γρα­φής. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, και ε­κεί­νο στε­γα­ζό­ταν στον εκ­δο­τι­κό οί­κο Πό­λις. Δεν πρό­κει­ται για σύ­μπτω­ση, αλ­λά για συ­στη­μα­τι­κή προώ­θη­ση συ­γκε­κρι­μέ­νου εί­δους λο­γο­τε­χνίας, που στα κα­θ’ η­μάς εμ­φα­νί­ζει υ­στέ­ρη­ση. Ακρι­βώς, το και­νο­φα­νές πα­ρό­μοιων με­τα­μο­ντέρ­νων εγ­χει­ρη­μά­των α­παι­τεί εγ­γύ­τε­ρη α­νά­λυ­ση. Όπου, η δια­τύ­πω­ση ο­ρι­σμέ­νων ε­ρω­τη­μά­των, α­κό­μη κι αν δεν τύ­χουν ι­κα­νο­ποιη­τι­κής α­πά­ντη­σης, διευ­κο­λύ­νει την πρό­σβα­ση.
Όσο α­φο­ρά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα της μορ­φής του Κα­λο­σπύ­ρου, έ­να πρώ­το ζη­τού­με­νο εί­ναι η α­να­γνω­στι­κή αυ­το­τέ­λεια των ε­πι­μέ­ρους τμη­μά­των, κα­θώς και η νο­η­μα­το­δό­τη­σή τους δια της συσ­σω­μά­τω­σης. Ένα συ­να­κό­λου­θο ε­ρώ­τη­μα α­φο­ρά το κα­τά πό­σο η συ­γκε­κρι­μέ­νη πα­ρά­τα­ξη υ­πα­γο­ρεύε­ται α­πό την πλο­κή ή, λί­γο πο­λύ, εί­ναι αυ­θαί­ρε­τη. Ο Κα­λο­σπύ­ρος, ως κυ­ρίως κορ­μό του βι­βλίου, το­πο­θε­τεί το θε­α­τρι­κό έρ­γο του Ανδρέα Αριθ­μέ­ντη. Αυ­τό εί­ναι ο­μό­τιτ­λο του βι­βλίου, ω­στό­σο το ε­πί­θε­το “μο­να­δι­κή” στο θε­α­τρι­κό έρ­γο ση­μαί­νει “μία και μό­νη”, ε­νώ στο βι­βλίο α­πο­κτά την έν­νοια του “ξε­χω­ρι­στή”. Αυ­τήν την δεύ­τε­ρη, την ξε­χω­ρι­στή οι­κο­γέ­νεια των Αριθ­μέ­ντη, πα­ρου­σιά­ζουν τα τέσ­σε­ρα πε­ζά των α­δελ­φών Αριθ­μέ­ντη, των ο­ποίων η θέ­ση ε­ντός της κα­τα­σκευής δεί­χνει πε­ρισ­σό­τε­ρο αυ­θαί­ρε­τη. Πά­ντως, έ­τσι ό­πως πα­ρεμ­βάλ­λο­νται κα­τά μή­κος του θε­α­τρι­κού, α­πο­κα­λύ­πτουν στα­δια­κά τις εν­δοοι­κο­γε­νεια­κές συ­γκρού­σεις, σε πα­ραλ­λη­λία με ε­κεί­νες της θε­α­τρι­κής οι­κο­γέ­νειας. 
Το θε­α­τρι­κό εί­ναι τρί­πρα­κτο. Η πρώ­τη και η τρί­τη πρά­ξη, με μία μό­νο σκη­νή, δια­δρα­μα­τί­ζο­νται σε δια­φο­ρε­τι­κούς χώ­ρους. Η με­σαία χω­ρί­ζε­ται σε πέ­ντε σκη­νές, ό­λες στο ε­σω­τε­ρι­κό της οι­κίας “της μο­να­δι­κής ελ­λη­νι­κής οι­κο­γέ­νειας που δεν έ­παι­ξε στο χρη­μα­τι­στή­ριο”, ό­πως σχο­λιά­ζει ο πρω­τα­γω­νι­στής. Με βά­ση το σκη­νο­γρα­φι­κό ντε­κό­ρ, ε­ξυ­πα­κούε­ται πως εν­νο­εί με­σο­α­στι­κής οι­κο­γέ­νειας. Τα συ­νο­λι­κά έ­ξι έν­θε­τα πε­ζά το­πο­θε­τού­νται ως ε­ξής: Στο τέ­λος της πρώ­της πρά­ξης, τα δυο διη­γή­μα­τα, του Αλέ­ξη και του Ανδρέα Αριθ­μέ­ντη. Στο τέ­λος της πρώ­της σκη­νής της δεύ­τε­ρης πρά­ξης το διή­γη­μα του πρω­τα­γω­νι­στή του θε­α­τρι­κού έρ­γου, συ­νο­δευό­με­νο α­πό έ­να δεύ­τε­ρο διή­γη­μα του συγ­γρα­φέα του έρ­γου. Στο τέ­λος της τέ­ταρ­της σκη­νής της δεύ­τε­ρης πρά­ξης, α­πό­σπα­σμα α­πό το μυ­θι­στό­ρη­μα της α­δελ­φής της πρω­τα­γω­νί­στριας. Στο τέ­λος της δεύ­τε­ρης πρά­ξης, το α­πό­σπα­σμα α­πό το μυ­θι­στό­ρη­μα του συγ­γρα­φέα του έρ­γου. Πέ­ραν ό­λων αυ­τών, στο ξε­κί­νη­μα και το κλεί­σι­μο των σκη­νών, πα­ρα­τί­θε­νται γρα­πτά μη­νύ­μα­τα του συγ­γρα­φέα του έρ­γου εις ε­αυ­τόν, σταλ­μέ­να με το κι­νη­τό του, κα­τά μί­μη­ση των ση­μειώ­σεων σε “τε­φτε­ρά­κια”, που εί­θι­σται να κρα­τούν οι συγ­γρα­φείς. 
Το θε­α­τρι­κό έρ­γο με τα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα των δυο προ­σώ­πων, του πρω­τα­γω­νι­στή και της κου­νιά­δας του, με την ο­ποία εί­χε δε­σμό πριν γνω­ρί­σει την α­δελ­φή της, α­πο­τε­λούν έ­να αυ­το­τε­λές, ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα. Σε αυ­τό, η οι­κο­γέ­νεια πα­ρου­σιά­ζε­ται στο δι­πλό ρό­λο ε­νός πε­ρι­βάλ­λο­ντος ε­πώα­σης α­τό­μου με ψυ­χι­κές δια­τα­ρα­χές, αλ­λά και ε­νός  πε­ρί­κλει­στου χώ­ρου, ό­που οι κρί­σεις μα­νίας του νευ­ρα­σθε­νή κρα­τού­νται υ­πό έ­λεγ­χο. Το θε­α­τρι­κό μέ­ρος δεί­χνει την κα­τα­πιε­στι­κή ε­ξου­σία της συ­ζύ­γου πά­νω σε έ­ναν τα­λα­ντού­χο συγ­γρα­φέα, που χω­ρίς αυ­τήν μπο­ρεί να κα­τέ­λη­γε σχι­ζο­φρε­νής αλ­λά με­γά­λος λο­γο­τέ­χνης. Όπως και πά­νω σε έ­να χα­ρι­σμα­τι­κό, πι­θα­νώς α­πό γο­νι­δια­κή κλη­ρο­νο­μιά, παι­δί, που το φου­σκώ­νει βε­βια­σμέ­να σε παι­δί θαύ­μα, ο­δη­γώ­ντας το στα πρό­θυ­ρα της πα­ρά­νοιας. Ο τρό­πος που ο συγ­γρα­φέ­ας χει­ρί­ζε­ται τον θε­α­τρι­κό λό­γο για να πα­ρου­σιά­σει τα πρό­σω­πα, α­πο­κα­λύ­πτο­ντας το βε­βα­ρη­μέ­νο τραυ­μα­τι­κό πα­ρελ­θόν τους, μέ­χρι την τε­λι­κή κα­τάρ­ρευ­ση, δεί­χνει τις συν­θε­τι­κές του ι­κα­νό­τη­τες.
Αντι­θέ­τως, τα πε­ζά του συγ­γρα­φέα Αριθ­μέ­ντη, συν το διή­γη­μα του α­δελ­φού του, συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας και τα γρα­πτά μη­νύ­μα­τα, μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι δεν κα­τορ­θώ­νουν να δώ­σουν πνοή σε μία ξε­χω­ρι­στή οι­κο­γέ­νεια ι­διο­φυών νευ­ρω­τι­κών. Εδώ, οι α­να­γνω­στι­κές ε­ντυ­πώ­σεις μάλ­λον στά­θη­καν πο­λύ έ­ντο­νες, μη ευ­νοώ­ντας τη δη­μιουρ­γι­κή α­φο­μοίω­ση. Λ.χ., το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα του Ανδρέα Αριθ­μέ­ντη, με τον τίτ­λο «Βε­λου­δο­μά­τα», κοι­νώς μπε­κά­τσα, ό­που γί­νε­ται α­να­φο­ρά στον “Αλφ τον Εξω­γήι­νο”, γεν­νιέ­ται η α­πο­ρία, αν πα­ρα­τί­θε­ται ως ε­πί­δει­ξη α­φη­γη­μα­τι­κής δει­νό­τη­τας στο μα­κρο­πε­ρίο­δο λό­γο ή αν τυ­χόν “συ­νο­μι­λεί” με τα υ­πό­λοι­πα. Όπως και να έ­χει, για ε­μάς, μέ­νει ζη­τού­με­νο το πώς οι νεό­τε­ροι συγ­γρα­φείς ε­πι­λέ­γουν τις ε­κλε­κτι­κές τους συγ­γέ­νειες. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Αντο­νάς έ­δει­ξε ε­μπρά­κτως, δη­λα­δή με τα βι­βλία του, την ό­ποια συγ­γέ­νεια έ­χει με τον Γο­να­τά. Τι κοι­νό, ό­μως, έ­χουν οι ή­ρωες του Κα­λο­σπύ­ρου με ε­κεί­νους του ΝτεΛίλ­λο ή του Πύ­ντσον, που θα σή­μαι­νε μο­να­χι­κούς συγ­γρα­φείς πα­γι­δευ­μέ­νους στην πο­λι­τι­κή βία ή α­πο­ξε­νω­μέ­νους στο χαώ­δες ψη­φια­κό σύ­μπαν; Μή­πως την έλ­ξη την α­σκούν μό­νο και μό­νο τα βα­ριά ο­νό­μα­τα της α­με­ρι­κα­νι­κής λο­γο­τε­χνίας; 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 23/2/2014.

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

Οι πρωτιές του «Κλόουν»

Πρώτη μετάφραση του «Κλόουν»,
έκδοση του 1973.


Ο Γιάν­νης Τσα­ρού­χης φέ­ρε­ται να εί­πε το σο­φό, “στην Ελλά­δα εί­σαι ό,τι δη­λώ­σεις”, χω­ρίς να α­πο­κλείε­ται να το εί­πε και κά­ποιος άλ­λος πριν α­πό αυ­τόν. Το σί­γου­ρο εί­ναι πως σή­με­ρα πλέ­ον η χρή­ση του έ­χει γε­νι­κευ­τεί, ε­νώ, στις η­μέ­ρες μας, κερ­δί­ζει έ­δα­φος και η πα­ραλ­λα­γή, “στην Ελλά­δα ι­σχύει ό,τι δη­λώ­σεις”. Οι πιο α­νυ­πό­στα­τοι και α­πί­θα­νοι ι­σχυ­ρι­σμοί, ό­ταν προέρ­χο­νται α­πό κά­ποιον που θεω­ρεί­ται ει­δή­μων ε­πί ε­νός θέ­μα­τος, υιο­θε­τού­νται α­πό τα ΜΜΕ και α­να­πα­ρά­γο­νται ως α­λη­θείς, χω­ρίς ι­διαί­τε­ρο ή και κα­νέ­να έ­λεγ­χο. Με την ί­δια ευ­κο­λία γί­νο­νται α­πο­δε­κτοί α­πό το κοι­νό, που τους ε­πα­να­λαμ­βά­νει ως θέ­σφα­τα. Την α­φορ­μή γι’ αυ­τές τις δια­πι­στώ­σεις δεν μας την έ­δω­σε ο χώ­ρος του βι­βλίου, αλ­λά ε­κεί­νος του θεά­τρου. Ας μη νο­μι­στεί, ό­μως, ό­τι αυ­θαί­ρε­τα μπαί­νου­με σε ξέ­να χω­ρά­φια. Αντι­θέ­τως, οι άν­θρω­ποι του θεά­τρου εί­ναι ε­κεί­νοι που έ­χουν αρ­χί­σει να ψω­μί­ζο­νται α­πό το πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο, με τις λε­γό­με­νες θε­α­τρο­ποιή­σεις πε­ζών έρ­γων. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, πε­ρί του και­νο­φα­νούς του φαι­νο­μέ­νου των θε­α­τρο­ποιή­σεων, συ­νη­γο­ρεί και το γε­γο­νός ό­τι πρό­κει­ται για α­θη­σαύ­ρι­στη λέ­ξη, κα­τά το θε­α­τρο­ποιός, που εί­ναι λέ­ξη κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη μεν, αλ­λά με ευ­ρύ­τε­ρη ση­μα­σία.
Πα­λαιό­τε­ρα χρη­σι­μο­ποιεί­το η λέ­ξη δρα­μα­το­ποίη­ση, που ο­ρι­ζό­ταν ως η τέ­χνη της σύν­θε­σης θε­α­τρι­κού έρ­γου α­πό έ­να πε­ζό. Ο δρα­μα­το­ποιός μπο­ρεί να ξε­κι­νού­σε α­πό κά­ποιο συ­γκε­κρι­μέ­νο  έρ­γο, ου­σια­στι­κά, ό­μως, το με­τα­μόρ­φω­νε σε κά­τι και­νού­ριο. Πε­ριό­ρι­ζε τη λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα του πρω­τό­τυ­που, που δεν μπο­ρού­σε να α­πο­δο­θεί σκη­νι­κά, και ε­στία­ζε, ό­πως ο δρα­μα­τουρ­γός, με γνώ­μο­να τους δρα­μα­τι­κούς κώ­δι­κες, στη θε­α­τρι­κό­τη­τα. Σε α­ντί­θε­ση με την κρα­τού­σα σή­με­ρα τε­χνι­κή της θε­α­τρο­ποίη­σης, που συ­χνά τους πα­ρα­κά­μπτει, έ­χο­ντας ως κύ­ριο στό­χο την ε­πί­τευ­ξη της πα­ρα­στα­σι­μό­τη­τας, κα­τά έ­τε­ρο εν χρή­σει σή­με­ρα νε­ο­λο­γι­σμό. Η α­πό­στα­ση με­τα­ξύ τού τι εν­νο­εί­ται ως δρα­μα­το­ποίη­ση και τι ε­ξυ­πα­κούε­ται ως θε­α­τρο­ποίη­ση εί­ναι ση­μα­ντι­κή και δεν φαί­νε­ται μό­νο α­πό το α­πο­τέ­λε­σμα αλ­λά και α­πό την τα­χύ­τη­τα, που συ­χνά συ­νε­πά­γε­ται προ­χει­ρό­τη­τα, με την ο­ποία συ­νή­θως γί­νο­νται οι θε­τρο­ποιή­σεις. Κα­τά κα­νό­να, για θε­α­τρο­ποίη­ση ε­πι­λέ­γο­νται έρ­γα με λί­γα πρό­σω­πα, ώ­στε να ε­ξυ­πη­ρε­τούν τα θέ­α­τρα μι­κρών χώ­ρων, που έ­χουν αρ­χί­σει να κερ­δί­ζουν ό­λο και με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος α­πό το κοι­νό των με­γά­λων σκη­νών. Αλλά και να κα­λύ­πτουν την ό­λο και συ­χνό­τε­ρα εμ­φα­νι­ζό­με­νη τά­ση με­ρί­δας σκη­νο­θε­τών να εμ­φα­νί­ζο­νται σαν άν­θρω­ποι-ορ­χή­στρα, συ­γκε­ντρώ­νο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας ι­διό­τη­τες. με­τα­φρα­στής αν πρό­κει­ται για ξέ­νο έρ­γο, δια­σκευα­στής, σκη­νο­θέ­της έως και η­θο­ποιός.
Όλες αυ­τές οι δια­φο­ρο­ποιή­σεις στο χώ­ρο του θεά­τρου συμ­βάλ­λουν σε οι­κο­νο­μι­κό­τε­ρα α­νε­βά­σμα­τα. Δεν γνω­ρί­ζου­με τι γί­νε­ται ε­κτός ελ­λα­δι­κών συ­νό­ρων, πά­ντως, στα κα­θ’ η­μάς, εμ­φα­νί­στη­καν σαν ε­πα­κό­λου­θο της κρί­σης. Ή, του­λά­χι­στον, τό­τε πή­ραν δια­στά­σεις φαι­νο­μέ­νου. Εμείς εί­χα­με α­να­φερ­θεί σε αυ­τήν την διό­γκω­ση των θε­α­τρο­ποιή­σεων, ό­ταν δια­πι­στώ­σα­με το εύ­ρος  που εί­χαν πά­ρει οι θε­α­τρο­ποιή­σεις του Πα­πα­δια­μά­ντη. Όπως σχο­λιά­ζου­με και στο βι­βλιά­ριό μας, «Πα­πα­δια­μα­ντι­κά 2011», κα­τά τη διάρ­κεια του ε­πε­τεια­κού έ­τους τα θε­α­τρι­κά α­νε­βά­σμα­τα “αυ­ξή­θη­καν και ε­πλη­θύν­θη­σαν, ό­πως τα μα­νι­τά­ρια με τον υ­γρόν και­ρό­ν”. Και αυ­τό συ­νε­χί­στη­κε τον ε­πό­με­νο και τον με­θε­πό­με­νο χρό­νο, φθά­νο­ντας αι­σίως στους πρώ­τους μή­νες του 2014, να παί­ζο­νται, σε πολ­λο­στή ε­πα­νά­λη­ψη, δυο α­πό τα θε­α­τρο­ποιη­μέ­να τό­τε έρ­γα. Ενώ, εμ­φα­νί­στη­κε και έ­να και­νού­ριο, «Οι Φό­νισ­σες της (sic!) Πα­πα­δια­μά­ντη», που δεν έ­χει μεν ου­δε­μία σχέ­ση με το ο­μό­τιτ­λο έρ­γο του Πα­πα­δια­μά­ντη, αλ­λά α­πέ­κτη­σε τίτ­λο με πα­πα­δια­μα­ντι­κές συν­δη­λώ­σεις, σκη­νο­θέ­τη θέ­λο­ντος. Εκεί­νος δή­λω­σε ό­τι δια­πνέε­ται παι­διό­θεν α­πό έ­ρω­τα προς τον Σκια­θί­τη και ου­δείς α­γα­νά­κτη­σε με την ε­μπλο­κή του ο­νό­μα­τος του Πα­πα­δια­μά­ντη σε κά­τι τό­σο πα­ντε­λώς ξέ­νο προς τους η­θι­κούς κώ­δι­κες του έρ­γου του. Όπως, άλ­λω­στε, έ­γι­ναν α­πο­δε­κτές οι ποι­κί­λες και συ­χνά μυ­θώ­δεις α­πο­φάν­σεις πε­ρί Πα­πα­δια­μά­ντη ό­σων κα­τα­πιά­στη­καν κα­τά το ε­πε­τεια­κό 2011 με θε­α­τρο­ποιή­σεις των διη­γη­μά­των του.
Εδώ, ό­μως, θέ­λου­με να σχο­λιά­σου­με κά­ποιες πρό­σφα­τες δη­λώ­σεις σχε­τι­κά με τη θε­α­τρο­ποίη­ση ε­νός ξέ­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, πα­σι­φα­νώς ε­σφαλ­μέ­νες, που ου­δείς αμ­φι­σβή­τη­σε. Αν το πρό­βλη­μα με τις θε­α­τρο­ποιή­σεις του Πα­πα­δια­μά­ντη ε­πι­τεί­νε­ται με την ε­πι­κρα­τού­σα τα­κτι­κή να μην πε­ριο­ρί­ζο­νται σε έ­να διή­γη­μα, αλ­λά να κά­νουν ποτ που­ρί α­πό πε­ρισ­σό­τε­ρα και συ­χνά, να α­να­κα­τώ­νουν τα βιο­γρα­φι­κά του στοι­χεία, στις θε­α­τρο­ποιή­σεις ξέ­νων πε­ζο­γρα­φη­μά­των ξε­κι­νά­ει α­πό τη μη α­να­φο­ρά της με­τά­φρα­σης, που α­πο­τε­λεί τη βά­ση της δια­σκευής. Πα­ρό­λο που η με­τά­φρα­ση, στην ο­ποία στη­ρί­ζε­ται η θε­α­τρο­ποί­ση α­πο­τε­λεί ση­μα­ντι­κό πα­ρά­γο­ντα, α­φού, χά­ρις στην ποιό­τη­τά της, θα δια­σω­θεί, ό­σο δια­σω­θεί, κά­τι α­πό τη λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα του πρω­τό­τυ­που.
Ας γί­νου­με πιο συ­γκε­κρι­μέ­νοι. Στο ρε­περ­τό­ριο για το πε­ντά­μη­νο Σε­πτ. 2013-Ιαν. 2014, που εί­χε α­να­κοι­νώ­σει ο καλ­λι­τε­χνι­κός διευ­θυ­ντής του Εθνι­κού Θεά­τρου Σω­τή­ρης Χατ­ζά­κης, στις 9 Ιουλ. 2013, πα­ρό­τι πρό­κει­ται για την πρώ­τη σκη­νή της χώ­ρας, υ­πήρ­χαν και τέσ­σε­ρις θε­α­τρο­ποιή­σεις, δυο ελ­λη­νι­κών μυ­θι­στο­ρη­μά­των και δυο ξέ­νων. Στα καλ­λι­τε­χνι­κά ρε­πορ­τάζ των ε­φη­με­ρί­δων, δεν α­να­φέ­ρο­νταν στους συ­ντε­λε­στές της κά­θε πα­ρά­στα­σης οι με­τα­φρα­στές. Όπως, ό­μως, δια­πι­στώ­σα­με πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, τα ο­νό­μα­τα υ­πήρ­χαν στην ε­πί­ση­μη ι­στο­σε­λί­δα του Εθνι­κού Θεά­τρου.
Συμ­βου­λευ­θή­κα­με την εν λό­γω ι­στο­σε­λί­δα στις αρ­χές Δεκ., με α­φορ­μή το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ιά­κω­βου Ανυ­φα­ντά­κη, «Αλε­πού­δες στην πλα­γιά», που φέ­ρε­ται να “συ­νο­μι­λεί” με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Χάϊνριχ Μπελ­λ, «Ansichten eines clowns». Συ­μπτω­μα­τι­κά, αυ­τό α­κρι­βώς το μυ­θι­στό­ρη­μα, ελ­λη­νι­στί «Οι α­πό­ψεις ε­νός κλόουν», ή­ταν το δεύ­τε­ρο ξέ­νο που εί­χε ε­πι­λε­γεί και η πρε­μιέ­ρα του προ­γραμ­μα­τι­ζό­ταν για τις 24 Ιαν. 2014, ό­πως α­να­φέ­ρα­με και στη βι­βλιο­πα­ρου­σία­σή μας (22 Δεκ. 2013). Στην η­λεκ­τρο­νι­κή ταυ­τό­τη­τα της πα­ρά­στα­σης, με­τά­φρα­ση-δια­σκευή-σκη­νο­θε­σία α­πο­δί­δο­νταν στον Αργύ­ρη Ξά­φη. Στη συ­νέ­χεια, το α­νέ­βα­σμα με­τα­τέ­θη­κε για τις 15 Φεβ. 2014. Στις 31 Ιαν. 2014, σε συ­νέ­ντευ­ξη της Δέ­σποι­νας Κούρ­τη, που υ­πο­δύε­ται την κε­ντρι­κή η­ρωί­δα, Μα­ρί Ντέρ­κου­μ, πα­ρα­τί­θε­το η ταυ­τό­τη­τα της πα­ρά­στα­σης, στην ο­ποία η με­τά­φρα­ση α­πο­δι­δό­ταν στη Τζέ­νη Μα­στο­ρά­κη. Τρεις μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα, δη­μο­σιεύ­τη­κε ε­πι­στο­λή της Μα­στο­ρά­κη, ό­που δή­λω­νε πως δεν έ­χει κα­μία σχέ­ση με την πα­ρά­στα­ση. Δή­λω­ση που προ­φα­νώς δεν α­πέ­κλειε την πι­θα­νό­τη­τα η με­τά­φρα­σή της να εί­χε χρη­σι­μο­ποιη­θεί για τη δια­σκευή. Τις ε­πό­με­νες δυο η­μέ­ρες, οι α­να­κοι­νώ­σεις, πρώ­τα του Ξά­φη και στη συ­νέ­χεια, του α­να­πλη­ρω­τή καλ­λι­τε­χνι­κού διευ­θυ­ντή Αντώ­νη Κού­φα­λη “έ­λυ­σαν την πα­ρε­ξή­γη­ση”, κα­τά τη δη­μο­σιο­γρα­φι­κή δια­τύ­πω­ση.
Για­τί, ό­πως θυ­μί­σα­με και ει­σα­γω­γι­κά, στην Ελλά­δα ι­σχύει ό,τι δη­λώ­σεις, αν τυγ­χά­νει να εί­σαι ο κα­θ’ ύ­λην αρ­μό­διος. Δή­λω­σε (α­ντι­γρά­φου­με α­πό δη­μο­σίευ­μα της Ι. Κλε­φτο­γιάν­νη 4/2/2014), λοι­πόν, ο Ξά­φης: “Πο­τέ δεν θα χρη­σι­μο­ποιού­σα τη με­τά­φρα­ση της Τζέ­νης. Θα έ­κα­να τη δι­κή μου, ει­δι­κά για τα κομ­μά­τια που θα ε­πέ­λε­γα στη δια­σκευή μου.” Επί­σης ι­σχυ­ρί­στη­κε: “Εί­μαι ο μο­να­δι­κός άν­θρω­πος που ε­ξα­σφά­λι­σε α­πό το 1963 (χρο­νο­λο­γία έκ­δο­σης του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος) τα δι­καιώ­μα­τα για μία δια­σκευή του βι­βλίου για το θέ­α­τρο”. Την ε­πο­μέ­νη δό­θη­κε η συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που του Χατ­ζά­κη για το κα­λο­και­ρι­νό ρε­περ­τό­ριο. Εκεί, ήρ­θε η δή­λω­ση Κού­φα­λη, “ό­τι το ό­νο­μα της με­τα­φρά­στριας μπή­κε στα αρ­χι­κά α­νε­πί­ση­μα δελ­τία Τύ­που ε­πει­δή το Εθνι­κό Θέ­α­τρο ή­θε­λε να την τι­μή­σει και να μην φα­νεί ό­τι πα­ρα­κά­μπτε­ται α­φού ε­κεί­νη πρώ­τη με­τέ­φρα­σε το μυ­θι­στό­ρη­μα.” Αντι­γρά­φου­με και πά­λι α­πό το ρε­πορ­τάζ των ε­φη­με­ρί­δων. Από ό­ποια, πά­ντως, πλη­ρο­φό­ρη­ση συλ­λέ­ξα­με, α­ναί­ρε­ση ή διόρ­θω­ση της δή­λω­σης δεν υ­πήρ­ξε. 
Για τη δεύ­τε­ρη δή­λω­ση, του α­να­πλη­ρω­τή καλ­λι­τε­χνι­κού διευ­θυ­ντή, δεν α­παι­τεί­ται ι­διαί­τε­ρη κα­τα­τό­πι­ση για να α­ντι­λη­φθεί κα­νείς, ό­τι δεν ευ­στα­θεί. Οπό­τε, και θα α­να­με­νό­ταν να δια­ψευ­στεί ε­πί τό­που, α­πό τους πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους στη συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που. Όπως θυ­μί­ζα­με με α­φορ­μή το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ανυ­φα­ντά­κη, η πρώ­τη με­τά­φρα­ση εκ­δό­θη­κε το 1973, δέ­κα χρό­νια με­τά την έκ­δο­ση του πρω­τό­τυ­που και έ­να έ­τος με­τά την α­πο­νο­μή του Νό­μπελ στον Μπελλ. Ο εκ­δό­της Δ. Κ. Ζάρ­βα­νος πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό τη βρά­βευ­ση, κα­θώς ταυ­τό­χρο­να με­τα­φρά­στη­καν α­κό­μη δυο βι­βλία του Μπελ­λ, ό­λα α­πό τον ί­διο με­τα­φρα­στή, τον Γιάν­νη Λάμ­ψα. Αυ­το­ε­ξό­ρι­στος τα χρό­νια της Δι­κτα­το­ρίας, συ­νερ­γα­ζό­ταν τό­τε με τον Παύ­λο Μπα­κο­γιάν­νη στην εκ­πο­μπή της Deutsche Welle. Προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι η με­τά­φρα­ση εί­ναι α­πό τα γερ­μα­νι­κά. Στη με­τά­φρα­ση της Μα­στο­ρά­κη, που έ­γι­νε το 1986 για τις εκ­δό­σεις Γράμ­μα­τα, δεν α­να­φέ­ρε­ται α­πό ποια γλώσ­σα έ­γι­νε. Το πι­θα­νό­τε­ρο, να έ­γι­νε και ε­κεί­νη α­πό τα γερ­μα­νι­κά, κα­θώς εί­ναι γνω­στές με­τα­φρά­σεις της έρ­γων των Μπρε­χτ και Κλάϊστ α­πό το πρω­τό­τυ­πο. Πρό­κει­ται για δυο ι­κα­νο­ποιη­τι­κές α­πο­δό­σεις, θα λέ­γα­με δια­φο­ρε­τι­κής σκό­πευ­σης. Ο Λάμ­ψας φαί­νε­ται να εί­χε κα­τά νου έ­να ευ­ρύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Επι­διώ­κει το σπά­σι­μο της μα­κρο­πε­ρίο­δης γερ­μα­νι­κής σύ­ντα­ξης, αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα μία πιο στρω­τή α­φή­γη­ση, α­πο­δί­δο­ντας τους δια­λό­γους στην τρέ­χου­σα τό­τε  κα­θο­μι­λου­μέ­νη . Δεν εί­ναι τυ­χαίο, ό­τι ε­πι­λέ­γει και τον πε­ρισ­σό­τε­ρο ευ­θύ τίτ­λο, «Ο Κλόουν». Εί­ναι ο τίτ­λος της αγ­γλι­κής με­τά­φρα­σης του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που έ­γι­νε το 1965 α­πό την Leila Vennewitz, μό­νι­μη με­τα­φρά­στρια στην αγ­γλι­κή γλώσ­σα του Μπελλ. Ενώ, η Μα­στο­ρά­κη κρα­τά τον πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο, ό­πως δια­τη­ρεί και ευ­διά­κρι­τα ί­χνη της συ­ντα­κτι­κής δο­μής του γερ­μα­νι­κού πρω­τό­τυ­που, στο­χεύο­ντας, πι­θα­νώς, σε μία πε­ρισ­σό­τε­ρο λο­γο­τε­χνι­κή με­τα­γλώτ­τι­ση. 
Ο Ξά­φης, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, έ­χει ε­ξο­μο­λο­γη­θεί ό­τι “δια­σκεύα­ζε το έρ­γο πολ­λά χρό­νια στο μυα­λό του, α­πό το 2005”, που το πρω­το­διά­βα­σε. Το πι­θα­νό­τε­ρο, στη με­τά­φρα­ση της Μα­στο­ρά­κη. Με­τά τη δή­λω­σή του, έ­φυ­γε α­πό την η­λεκ­τρο­νι­κή ταυ­τό­τη­τα της πα­ρά­στα­σης το ό­νο­μα του με­τα­φρα­στή και με­τά δυο-τρεις η­μέ­ρες ε­πα­νήλ­θε το δι­κό του. Οπό­τε μέ­νει η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για κα­νο­νι­κή με­τά­φρα­ση ο­λό­κλη­ρου του έρ­γου α­πό ε­κεί­νον ή μό­νο για πα­ραλ­λαγ­μέ­νη α­πό­δο­ση των τμη­μά­των που χρεια­ζό­ταν για την θε­α­τρο­ποίη­ση. Το Σάβ­βα­το, 15/2/2014, θα γί­νει η πρε­μιέ­ρα και θα κυ­κλο­φο­ρή­σει το πρό­γραμ­μα, ο­πό­τε θα μά­θου­με πε­ρισ­σό­τε­ρα. Και μό­νο η α­πό­δο­ση της τε­λευ­ταίας κου­βέ­ντας των α­δελ­φών Σνη­ρ, του με­γα­λύ­τε­ρου Χα­νς, που δη­λώ­νει ε­πάγ­γελ­μα “κω­μι­κός καλ­λι­τέ­χνης”, και του Λεό, θα δώ­σει μία πρώ­τη ι­δέα. Όσο για τις δη­λώ­σεις, πα­ρό­τι γνω­ρί­ζου­με την ευ­κο­λία με την ο­ποία γί­νο­νται, δεν α­να­μέ­νο­νταν α­πό τα συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα.
Η μέ­χρι σή­με­ρα καλ­λι­τε­χνι­κή πο­ρεία του Ξά­φη δεί­χνει έ­ναν άν­θρω­πο με τα­λέ­ντο και φι­λο­δο­ξίες, που δεν εν­δί­δει στις εύ­κο­λες λύ­σεις. Της γε­νιάς των η­θο­ποιών, που γεν­νή­θη­καν στη με­τα­πο­λί­τευ­ση και πα­ρου­σιά­στη­καν στις αρ­χές του 21ου, δο­κι­μά­στη­κε σε μία γκά­μα ρό­λων, δια­κρί­θη­κε και βρα­βεύ­τη­κε, τό­σο στο θέ­α­τρο (στη δρα­μα­το­ποίη­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Χέν­ρυ Τζαίη­μς «Το στρί­ψι­μο της βί­δας») ό­σο και στον κι­νη­μα­το­γρά­φο (στην ται­νία «Απ’ τα κόκ­κα­λα βγαλ­μέ­νη», που στη­ρί­χτη­κε στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Γιώρ­γου Δεν­δρι­νού). Ως σκη­νο­θέ­της εμ­φα­νί­στη­κε αρ­γό­τε­ρα. Τύ­ποις, αυ­τή εί­ναι η τέ­ταρ­τη σκη­νο­θε­σία που α­να­λαμ­βά­νει. Ου­σια­στι­κά, ό­μως, εί­ναι η πρώ­τη φο­ρά, που έ­χει το γε­νι­κό πρό­σταγ­μα. Για­τί, λοι­πόν, δεν διευ­κρι­νί­ζει το εί­δος της συμ­με­το­χής του στη με­τά­φρα­ση;
Επί­σης, θα α­να­με­νό­ταν κά­ποιο μέ­τρο στις δη­λώ­σεις του. Πώς εί­ναι δυ­να­τόν να εί­ναι ο πρώ­τος α­νά τον κό­σμο, που ε­ξα­σφά­λι­σε δι­καιώ­μα­τα δια­σκευής; Δη­λα­δή, ό­λα τα άλ­λα α­νε­βά­σμα­τα, α­κό­μη πριν την α­πο­νο­μή του Νό­μπε­λ, έ­γι­ναν χω­ρίς ά­δεια; Ή μή­πως τα α­γνο­εί; Αφού αυ­τή η δια­σκευή τον α­πα­σχο­λεί κο­ντά μία δε­κα­ε­τία, δεν μπο­ρεί να μην συμ­βου­λεύ­τη­κε τις λύ­σεις που έ­δω­σαν άλ­λοι πριν α­πό αυ­τόν. Εί­χα­με την ε­ντύ­πω­ση πως έ­τσι “χτί­ζε­ται” έ­νας ρό­λος, πό­σω μάλ­λον μία πα­ρά­στα­ση. Πά­ντως, για το α­λη­θές του δι­κού μας ι­σχυ­ρι­σμού α­ντι­γρά­φου­με α­πό τα βιο­γρα­φι­κά του Μπελ­λ: “1963 Verοffentlichung des Bestsellers «Ansichten eines Clowns», der sowohl als Theaterstuck inszeniert als auch verfilmt wird.”
Και ερ­χό­μα­στε στον μό­λις διο­ρι­σθέ­ντα α­να­πλη­ρω­τή καλ­λι­τε­χνι­κό διευ­θυ­ντή, που εκ­πλήσ­σει την τε­λευ­ταία τριε­τία με τις πο­λύ­πλευ­ρες ε­πι­δό­σεις του. Οι α­δελ­φοί Κού­φα­λη, ο Αντώ­νης και ο Κώ­στας, ε­ρα­σι­τέ­χνες, ό­πως δη­λώ­νουν, αλ­λά δό­κι­μοι θε­α­τρι­κοί συγ­γρα­φείς, ά­νοι­ξαν το θε­α­τρι­κό μέ­ρος του Έτους Πα­πα­δια­μά­ντη με έ­να πρώ­το ποτ που­ρί πέ­ντε σκια­θί­τι­κων διη­γη­μά­των. Στο Έτος Κα­βά­φη, μό­νος του ο πρε­σβύ­τε­ρος εί­χε τη μο­να­δι­κή τύ­χη να εί­ναι ε­κεί­νος που υ­πο­δύ­θη­κε σε έ­να μο­νά­κρι­βο θε­α­τρι­κό έρ­γο τον Κα­βά­φη. Τέ­λος, ως δυά­δα, ε­πάν­δρω­σαν το και­νού­ριο δυ­να­μι­κό ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φων της «Ελευ­θε­ρο­τυ­πίας». Μέ­χρι τον πρό­σφα­το διο­ρι­σμό του, ο Αντώ­νης Κού­φα­λης ή­ταν μό­νι­μος κά­τοι­κος Κα­βά­λας, μία πό­λη με πο­λι­τι­στι­κή πα­ρά­δο­ση. Ένας ε­πι­πλέ­ον λό­γος να γνω­ρί­ζει τον Χάϊνριχ Μπελλ στις χαρ­τό­δε­τες εκ­δό­σεις πε­ρι­πτέ­ρου. Κα­τά συν­θή­κη ψεύ­δος, λοι­πόν, ο ι­σχυ­ρι­σμός ή α­δυ­να­μία μνή­μης λό­γω και πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νης; Γε­νι­κό­τε­ρα, πά­ντως, πα­ρό­μοιες δη­λώ­σεις στο­χεύουν να εί­ναι α­πο­στο­μω­τι­κές δια του ε­ντυ­πω­σια­σμού.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/2/2014.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Καβαφικά αφιερώματα

Κα­τά τη διάρ­κεια του ε­πε­τεια­κού 2013, κα­τα­βλή­θη­καν, για α­κό­μη μία φο­ρά, ποι­κί­λες προ­σπά­θειες προ­σέγ­γι­σης του Κα­βά­φη και του έρ­γου του δια της ει­κα­στι­κής, θε­α­τρι­κής, συγ­γρα­φι­κής ή και φι­λο­λο­γι­κής ο­δού. Πι­θα­νώς, ε­πί μα­ταίω. Πο­σο­τι­κώς, ό­μως, η συ­γκο­μι­δή υ­πήρ­ξε πλου­σιω­τά­τη. Πρω­τί­στως σε πί­να­κες ζω­γρα­φι­κής, δευ­τε­ρευό­ντως σε θε­α­τρι­κά έρ­γα, κυ­ρίως μο­νο­λό­γους, πα­ρε­μπι­πτό­ντως και σε βι­βλία. Πλου­σιο­πα­ρό­χως, πά­ντως, σε κεί­με­να, ε­γκα­τε­σπαρ­μέ­να ως με­μο­νω­μέ­νος μόχ­θος σε ποι­κί­λα έ­ντυ­πα, αλ­λά και συ­ντε­ταγ­μέ­να σε πρα­κτι­κά η­με­ρί­δων, συ­μπο­σίων, συ­νε­δρίων, που προ­σώ­ρας τυ­πώ­νο­νται, αλ­λά και σε α­φιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών. Δυ­στυ­χώς, αυ­τά τα τε­λευ­ταία στά­θη­καν ο­λί­γα. Εμείς με­τρού­με μό­λις τρία σε πε­ριο­δι­κά με έ­δρα την Αθή­να. Για την υ­πό­λοι­πη Ελλά­δα ή την Κύ­προ, έ­νας κά­τοι­κος του κλει­νού ά­στεως ε­λά­χι­στα γνω­ρί­ζει.
Εδώ, ο Τύ­πος και αυ­τά τα τρία α­φιε­ρώ­μα­τα μό­λις που τα ε­πε­σή­μα­νε. Αντι­θέ­τως, το έ­να μο­να­δι­κό της αλ­λο­δα­πής μνη­μο­νεύ­θη­κε δεό­ντως. Και ε­κεί­νο έρ­γο η­με­δα­πών, ό­μως μυ­ρω­μέ­νο εν Πα­ρι­σίοις. Και ως γνω­στόν, στο συλ­λο­γι­κό υ­πο­συ­νεί­δη­το τα Φώ­τα της Εσπε­ρίας εί­ναι ιε­ρά. Υπε­ρά­νω κρι­τι­κής το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Europe», που ί­δρυ­σε προ 90 ε­τών έ­νας Ρο­μαίν Ρο­λάν. Ού­τε καν σχο­λιά­στη­κε το τόλ­μη­μα του ε­πι­με­λη­τή, χω­ρίς συ­ναί­σθη­ση των δυ­σκο­λιών, να πα­ρου­σιά­σει Κα­βά­φη σε δι­κή του με­τά­φρα­ση. Τρία ποιή­μα­τα ως πρώ­τη γεύ­ση: «Souviens-toi, corps...», «Si seulement», «Jours de 1908». Απο­ρού­με, με τον τίτ­λο «Si seulement», πό­σοι α­να­γνώ­στες α­να­κα­λούν για ποιο κα­βα­φι­κό ποίη­μα πρό­κει­ται.
Τα τρία α­φιε­ρώ­μα­τα στε­γά­στη­καν, τα δυο σε λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, «Το Δέ­ντρο» και «Νέα Εστία», το τρί­το στα «Σύγ­χρο­να Θέ­μα­τα». Στο πρώ­το έ­χου­με ή­δη α­να­φερ­θεί. Το α­φιέ­ρω­μα κα­τα­λαμ­βά­νει 155 σε­λί­δες ε­πί συ­νό­λου 229. Με τίτ­λο, «Ξα­να­δια­βά­ζου­με τον Κα­βά­φη», τα 28 κεί­με­να α­πλώ­νο­νται σε ο­λό­κλη­ρο το κα­βα­φι­κό το­πίο. 25 οι ζώ­ντες συ­νερ­γά­τες, δυο α­πό το δυ­να­μι­κό του Αρι­στο­τε­λείου Πα­νε­πι­στη­μίου (Μ. Χρυ­σαν­θό­που­λος, Μ. Βα­σι­λειά­δη) συμ­με­τέ­χουν και στο α­φιέ­ρω­μα του έ­τε­ρου λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού, ε­νώ έ­νας (Δ. Αγγε­λής), και στο τρί­το.
Τον Ιού­λιο κυ­κλο­φό­ρη­σε το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Σύγ­χρο­να Θέ­μα­τα». Το δι­πλό τεύ­χος του δεύ­τε­ρου ε­ξα­μή­νου του 2013 α­νοί­γει με τον «Φά­κε­λο: Ο Κα­βά­φης του Τσίρ­κα», που α­πλώ­νε­ται σε 105 σε­λί­δες, κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το μι­σό τεύ­χος. Βα­σι­κό α­τού του α­φιε­ρώ­μα­τος εί­ναι τα ντο­κου­μέ­ντα, που α­να­σύ­ρει α­πό δυο Αρχεία· του Στρα­τή Τσίρ­κα και του Μ. Μ. Πα­παϊωάν­νου. Γεν­νιέ­ται η α­πο­ρία, για­τί αυ­τά τα πο­λύ­τι­μα τεκ­μή­ρια δεν έ­τυ­χαν αυ­το­τε­λούς έκ­δο­σης. Δε­δο­μέ­νου, μά­λι­στα, ό­τι τα Αρχεία δεν βρί­σκο­νται στα χέ­ρια κλη­ρο­νό­μων αλ­λά α­πό­κει­νται στο Ε.Λ.Ι.Α.. Πρό­κει­ται για τα “η­με­ρο­λό­για ερ­γα­σίας”, που κρα­τού­σε ο Τσίρ­κας κα­τά τη συγ­γρα­φή των δυο κα­βα­φι­κών με­λε­τών, και για την αλ­λη­λο­γρα­φία του κυ­ρίως με τον Πα­παϊωάν­νου, αλ­λά και με τους Μάρ­κο Αυ­γέ­ρη και Τά­σο Βουρ­νά. Στο α­φιέ­ρω­μα πα­ρα­τί­θε­νται α­πο­σπά­σμα­τα α­πό 80 η­με­ρο­λο­για­κές κα­τα­γρα­φές, 45 α­πό το η­με­ρο­λό­γιο της πρώ­της με­λέ­της «Ο Κα­βά­φης και η ε­πο­χή του» και 25 α­πό ε­κεί­νο της δεύ­τε­ρης «Ο πο­λι­τι­κός Κα­βά­φης». Επί­σης, α­πο­σπά­σμα­τα α­πό 11 ε­πι­στο­λές Τσίρ­κα προς Πα­παϊωάν­νου, δυο Πα­παϊωάν­νου προς Τσίρ­κα, μία Τσίρ­κα προς Αυ­γέ­ρη, δυο Αυ­γέ­ρη προς Τσίρ­κα και μια Τσίρ­κα προς Βουρ­νά. Για τη μη έκ­δο­ση των τεκ­μη­ρίων δεν εί­ναι υ­πεύ­θυ­νοι οι με­λε­τη­τές. Εκεί­νο που θα α­να­με­νό­ταν α­πό αυ­τούς εί­ναι μία πε­ρι­γρα­φή των δυο η­με­ρο­λο­γίων και των ε­πι­στο­λι­κών σω­μά­των, για να δο­θεί ευ­κρι­νέ­στε­ρη ει­κό­να για “το ερ­γα­στή­ρι του κρι­τι­κού Τσίρ­κα”, ό­πως εί­ναι και ο τίτ­λος της πρώ­της ε­νό­τη­τας του τρι­με­ρούς α­φιε­ρώ­μα­τος.
Σύμ­φω­να με το προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα των ε­πι­με­λη­τών του, Γιάν­νη Πα­πα­θε­ο­δώ­ρου και Μίλ­του Πε­χλι­βά­νου, ο συ­γκε­κρι­μέ­νος ε­πε­τεια­κός “α­να­στο­χα­σμός” στο­χεύει να α­να­δεί­ξει τον Τσίρ­κα ως κρι­τι­κό του Κα­βά­φη σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο α­πό ε­κεί­νο της Αρι­στε­ράς, στο ο­ποίο εί­χε ου­σια­στι­κά πε­ριο­ρι­στεί την ε­πο­χή που εκ­δό­θη­καν οι δυο με­λέ­τες. Μι­σό και πλέ­ον αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν η θέ­α­ση του Κα­βά­φη αλ­λά­ζει, χρειά­ζε­ται και “ο Κα­βά­φης του Τσίρ­κα” να ε­πα­να­προσ­διο­ρι­στεί με βά­ση τη ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή. Το πρώ­το κεί­με­νο της Χρύ­σας Προ­κο­πά­κη και του Αγγε­λή εί­ναι έ­να εί­δος προ­λό­γου στα η­με­ρο­λο­για­κά πα­ρα­θέ­μα­τα, που συ­νο­δεύο­νται α­πό ση­μειώ­σεις βι­βλιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα και κά­ποιες φι­λο­λο­γι­κού. Σε αυ­τόν, σχο­λιά­ζο­νται συ­νο­πτι­κά οι η­με­ρο­λο­για­κές κα­τα­γρα­φές του Τσίρ­κα, χω­ρίς να δια­τυ­πώ­νο­νται πα­ρα­τη­ρή­σεις και ε­ρω­τή­μα­τα προς την κα­τεύ­θυν­ση που στο­χεύει το α­φιέ­ρω­μα. Το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο των δυο ε­πι­με­λη­τών ξε­δι­πλώ­νε­ται πα­ράλ­λη­λα με τα πα­ρα­θέ­μα­τα της αλ­λη­λο­γρα­φίας, α­πο­κα­θι­στώ­ντας μία α­φη­γη­μα­τι­κή ροή. Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση πως ό­σοι α­να­γνώ­στες γνω­ρί­ζουν τη σχε­τι­κή φι­λο­λο­γία θα συ­μπλη­ρώ­σουν κε­νά, πι­θα­νώς και να εμ­βα­θύ­νουν λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο στην κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή των με­λε­τών του Τσίρ­κα α­πό την Αρι­στε­ρά. Οι υ­πό­λοι­ποι, ό­μως, θα πρέ­πει μάλ­λον να πε­ρι­μέ­νουν το βι­βλίο που ε­τοι­μά­ζει ο Πα­πα­θε­ο­δώ­ρου. Πά­ντως, η χρή­ση του Άλλου Κα­βά­φη για τον “πο­λι­τι­κό Κα­βά­φη” του Τσίρ­κα, δη­μιουρ­γεί σύγ­χυ­ση, κα­θώς το Άλλος α­ντι­πα­ρα­τί­θε­ται προς το ε­κά­στο­τε ι­σχύον, ο­πό­τε σή­με­ρα, ει­δι­κό­τε­ρα κα­τά το έ­τος Κα­βά­φη, πα­ρα­πέ­μπει στον ε­ρω­τι­κό Κα­βά­φη.
Το δεύ­τε­ρο μέ­ρος του α­φιε­ρώ­μα­τος, τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Σε και­ρό και σε τό­πο», ε­πί­σης με δυο κεί­με­να. Ο Χρή­στος Χα­τζηιω­σήφ πα­ρου­σιά­ζει τον Τσίρ­κα ως ι­στο­ρι­κό, μη ε­παγ­γελ­μα­τία και γι’ αυ­τό δυο φο­ρές πιο προ­σε­κτι­κό, πρω­το­πο­ρια­κό για την ε­πο­χή του, κα­θώς, πέ­ραν των γρα­πτών πη­γών, χρη­σι­μο­ποίη­σε φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό και προ­φο­ρι­κές μαρ­τυ­ρίες. Με βά­ση τη ση­με­ρι­νή γνώ­ση για την ελ­λη­νι­κή πα­ροι­κία της Αι­γύ­πτου, προ­σθέ­τει διορ­θω­τι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις στην πρώ­τη με­λέ­τη του Τσίρ­κα, φω­τί­ζο­ντας το ρό­λο της αι­γυ­πτιώ­τι­κης Αρι­στε­ράς με­τά το 1952. Ενώ, σχε­τι­κά με τη δεύ­τε­ρη με­λέ­τη, ε­πι­ση­μαί­νει τις ι­δε­ο­λο­γι­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις του ί­διου του Τσίρ­κα. Ακο­λου­θεί το κεί­με­νο του Αλέ­ξαν­δρου Κα­ζα­μία, με α­ντι­κεί­με­νο την πρώ­τη με­λέ­τη ως ι­στο­ρι­κό α­φή­γη­μα. Θυ­μί­ζου­με ό­τι, ως φι­λο­λο­γι­κή βιο­γρα­φία, έ­τυ­χε του α­ντί­στοι­χου κρα­τι­κού βρα­βείου λο­γο­τε­χνίας, που στά­θη­κε και το μο­να­δι­κό του Τσίρ­κα. Ο με­λε­τη­τής ε­πα­νέρ­χε­ται στην πα­ρα­τή­ρη­ση του Χα­τζηιω­σήφ για τον τα­ξι­κό δια­χω­ρι­σμό της ελ­λη­νι­κής πα­ροι­κίας σε “πρω­το­κλα­σά­τους” και “δευ­τε­ρο­κλα­σά­τους”. Αυ­στη­ρός κρι­τής αυ­τός, ε­πι­μέ­νει στις “α­τέ­λειες” αυ­τού του ι­στο­ρι­κού εγ­χει­ρή­μα­τος και στο “μα­νι­χαϊκό σχή­μα”, που, κα­τ’ αυ­τόν, υιο­θε­τεί ο Τσίρ­κας στην πα­ρου­σία­ση της ελ­λη­νι­κής πα­ροι­κίας. Όσο α­φο­ρά τον Άλλο Κα­βά­φη του Τσίρ­κα, δεν υιο­θε­τεί την ά­πο­ψη ό­τι ο Κα­βά­φης εί­χε εκ­δη­λώ­σει “α­ντια­πο­κια­κές πε­ποι­θή­σεις”.
Στο τρί­το και τε­λευ­ταίο μέ­ρος του α­φιε­ρώ­μα­τος, «Στις πο­λι­τείες της γρα­φής», α­να­ζη­τού­νται τα κα­βα­φι­κά ί­χνη στην τρι­λο­γία «Ακυ­βέρ­νη­τες Πο­λι­τείες» και ε­πι­χει­ρεί­ται ερ­μη­νεία των συγ­γρα­φι­κών προ­θέ­σεων. Η Μα­ρία Ια­τρού α­να­φέ­ρε­ται κυ­ρίως στον πρώ­το τό­μο, ο Ulrich Moennig ε­στιά­ζει στο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα Ρό­μπερτ Ρί­τσαρ­ντς και η Μα­ρία Το­πά­λη, στον τρί­το τό­μο, με έμ­φα­ση στον ί­διο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα. Ο Γερ­μα­νός με­λε­τη­τής τον πα­ρου­σιά­ζει, δα­νει­ζό­με­νος την πε­ρι­γρα­φή του Αλέξ. Αργυ­ρίου, “Ελλη­νι­στής, ου­το­πι­στής, με σε­ξουα­λι­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα”. Η Το­πά­λη, μο­να­δι­κή λο­γο­τέ­χνις στους ε­πτά συ­νερ­γά­τες του α­φιε­ρώ­μα­τος, προ­τι­μά την τρέ­χου­σα γλώσ­σα. Τον α­να­φέ­ρει ως “οξ­φορ­δια­νό ο­μο­φυ­λό­φι­λο”, ει­σά­γο­ντας τα δί­πο­λα “Ρί­τσαρ­ντς-Σι­μω­νί­δης” (το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο της τρι­λο­γίας) ό­πως “Κα­βά­φης-Τσίρ­κας”. Κα­τα­λη­κτι­κά δη­λώ­νει ό­τι την “ι­ντρι­γκά­ρου­ν” οι πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κές ταυ­τό­τη­τες, ό­πως η πι­θα­νο­λο­γού­με­νη αρ­με­νοϊρα­νι­κή κα­τα­γω­γή του Κα­βά­φη. Έτσι προ­σθέ­τει στο α­φιέ­ρω­μα μια πι­νε­λιά α­πό την πα­λέ­τα του τρέ­χο­ντος ε­πε­τεια­κού έ­τους.
Τον Δε­κέμ­βριο κυ­κλο­φό­ρη­σε το τρί­το α­φιέ­ρω­μα, της «Νέ­ας Εστίας». Πα­ρα­τάσ­σε­ται με­τά τις ει­σα­γω­γι­κές δη­μο­σιεύ­σεις ποιη­μά­των και διη­γη­μά­των, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στών συγ­γρα­φέων (ση­μειω­τέ­ον ό­τι κα­ταρ­γή­θη­κε το υ­πο­σε­λί­διο σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό, που εί­χε κα­θιε­ρώ­σει ο προ­η­γού­με­νος διευ­θυ­ντής), και πριν τις ε­νό­τη­τες “τεκ­μή­ρια”, “δο­κί­μιο”, “κρι­τι­κή” (κα­ταρ­γή­θη­κε η βι­νιέ­τα “μη­νο­λό­γιο”). Λεί­πει πρό­λο­γος της σύ­ντα­ξης του πε­ριο­δι­κού, που να το­πο­θε­τεί το α­φιέ­ρω­μα. Απου­σιά­ζει α­κό­μη και μία δια­χω­ρι­στι­κή, έ­στω λευ­κή σε­λί­δα, ε­νώ η φω­το­γρα­φία του Κα­βά­φη, το­πο­θε­τη­μέ­νη στο τέ­λος του α­φιε­ρώ­μα­τος, σε α­ρι­στε­ρή σε­λί­δα, α­ντι­κρι­στά με την πρώ­τη σε­λί­δα της τρί­της ε­νό­τη­τας, δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση πως ο Αλε­ξαν­δρι­νός γυ­ρί­ζει τα νώ­τα του σε αυ­τό.
Tο α­φιέ­ρω­μα κα­τα­λαμ­βά­νει 146 σε­λί­δες ε­πί συ­νό­λου 318. Από τις ο­ποίες το έ­να τρί­το, που α­ντι­στοι­χεί στα δυο τε­λευ­ταία κεί­με­να των Πιερ Μπε­ρεν­ζέ και Δη­μή­τρη Καρ­γιώ­τη, προ­στέ­θη­κε α­πό τη διεύ­θυν­ση του πε­ριο­δι­κού, ό­πως και η ει­κο­νο­γρά­φη­ση με σχέ­δια του κύ­πριου ζω­γρά­φου Ανδρέα Κα­ρα­γιάν. Αυ­τή η πλη­ρο­φο­ρία δί­νε­ται σε υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση με­τά τον πρό­λο­γο των δυο ε­πι­με­λη­τριών του α­φιε­ρώ­μα­τος, Λί­ζυς Τσι­ρι­μώ­κου και Ιωάν­νας Να­ού­μ, χω­ρίς πε­ραι­τέ­ρω διευ­κρί­νι­ση σε τι στο­χεύει αυ­τή η προ­σθή­κη, που δεν συ­νά­δει με το πνεύ­μα του κυ­ρίως α­φιε­ρώ­μα­τος. Πό­σω μάλ­λον ό­ταν αυ­τό θέ­λει να εκ­φρά­ζει την ε­πι­στη­μο­νι­κή κοι­νό­τη­τα του Αρι­στο­τε­λείου. Κα­τά τα άλ­λα, η ει­κο­νο­γρά­φη­ση συ­μπλη­ρώ­νει το κε­νό του ε­ρω­τι­κού Κα­βά­φη, ε­νώ το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο φέρ­νει τον μο­δά­το αέ­ρα της κα­τε­δά­φι­σης. Κα­τά τη γνώ­μη μας, με το δι­καίω­μα του στα­θε­ρού α­να­γνώ­στη και σχο­λια­στή, τα πρώ­τα ση­μεία της πέ­μπτης πε­ριό­δου της Νέ­ας Εστίας δεν δεί­χνουν και τό­σο ευοίω­να.
Το αρ­χι­κώς προ­βλε­πό­με­νο α­φιέ­ρω­μα α­πο­τε­λεί­ται α­πό τέσ­σε­ρα κεί­με­να “πλά­γιας φι­λο­λο­γι­κής μα­τιάς”. Στον πρό­λο­γο, α­να­φέ­ρε­ται η σχέ­ση «Νέ­ας Εστίας» - Κα­βά­φη, με το σχό­λιο ό­τι το πε­ριο­δι­κό “δεν υ­πέ­κυ­ψε” στο “δί­λημ­μα Πα­λα­μάς ή Κα­βά­φης” και ό­τι σε αυ­τό “δη­μο­σιεύ­τη­καν έ­γκαι­ρα α­ξιό­λο­γες ερ­γα­σίες για τον Κα­βά­φη, πριν α­κό­μη α­πό το α­φιέ­ρω­μα, με α­φορ­μή τον θά­να­τό του”. Η πα­ρα­τή­ρη­ση δεν εί­ναι μεν ε­σφαλ­μέ­νη, δη­μιουρ­γεί, ό­μως, ε­σφαλ­μέ­νες ε­ντυ­πώ­σεις. “Ας α­να­λο­γι­στού­με ό­τι στα 1927 ο Ξε­νό­που­λος ί­δρυ­σε την Νέα Εστία, α­πό τις σε­λί­δες της ο­ποίας ο Κα­βά­φης α­που­σιά­ζει ως το 1930”, πα­ρα­τη­ρεί ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης. Εκεί­νος στη­ρι­ζό­ταν στα βι­βλιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να του Κα­τσί­μπα­λη, ε­μείς, με τα πρό­σθε­τα του Δα­σκα­λό­που­λου, μπο­ρού­με να ε­παυ­ξή­σου­με το σχό­λιό του. Πριν το 1930, ο Κα­βά­φης α­να­φέ­ρε­ται, κυ­ρίως στη στή­λη “Πε­ριο­δι­κά και ε­φη­με­ρί­δες”, με σα­φώς αρ­νη­τι­κή χροιά. Όπως το ει­ρω­νι­κό σχό­λιο για “τους κα­λούς λο­γίους της Αλε­ξάν­δρειας” και “την Νε­ο-α­λε­ξαν­δρι­νή Σχο­λή, η ο­ποία έ­χει ή­δη, με­τα­ξύ των άλ­λων, έ­ναν Κα­βά­φη ποιη­τήν κι’ έ­ναν Λε­ο­ντήν μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο­ν”. Ενώ, άλ­λος σχο­λια­στής α­να­φε­ρό­με­νος στη αι­σθη­τι­κή της γλώσ­σας προ­τεί­νει να α­ντι­κα­τα­στα­θεί η τριά­δα “Κάλ­βος, Πα­πα­δια­μά­ντης, Κα­βά­φης” με τους “Σο­λω­μό, Καρ­κα­βί­τσα, Πα­λα­μά”. Ή, α­κό­μη, ο Κλέων Πα­ρά­σχος, σε κρι­τι­κή του για τον ποιη­τή Μιχ. Στα­σι­νό­που­λο, το­πο­θε­τεί τον Κα­βά­φη “στους πα­λαιούς που έ­δω­καν πιά ό,τι εί­χαν να δώ­σου­ν”. Οι ε­πι­με­λή­τριες, ως α­ξιό­λο­γες ερ­γα­σίες α­να­φέ­ρουν τρεις, των Άγρα, Νι­κο­λα­ρεΐζη και Πα­ρά­σχου. Αυ­τές, ό­μως, δη­μο­σιεύο­νται με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του πρώ­του κα­βα­φι­κού ποιή­μα­τος, στο τεύ­χος της 1ης Ιαν. 1930, «Νέ­οι της Σι­δώ­νος (400 μ.Χ.)», που συ­νο­δεύε­ται α­πό ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα, α­νυ­πό­γρα­φο μεν, αλ­λά α­πο­δι­δό­με­νο στον Ξε­νό­που­λο. Ακό­μη, ό­μως, κι αν δεν το συ­νέ­τα­ξε ο ί­διος, το ε­νέ­κρι­νε, δί­νο­ντας το πρά­σι­νο φως. Αμέ­σως με­τά δη­μο­σιεύο­νται τα κεί­με­να Άγρα (30.5.1930) και Νι­κο­λα­ρεΐζη (1.11.1931), για να α­κο­λου­θή­σει ο Ξε­νό­που­λος, που πλη­ρο­φο­ρεί για τον ερ­χο­μό του Κα­βά­φη στην Αθή­να, κα­λο­καί­ρι 1932, και σε λι­γό­τε­ρο α­πό χρό­νο, για τον θά­να­τό του. Όσο για την α­να­φε­ρό­με­νη κρι­τι­κή του Πα­ρά­σχου στο βι­βλίο του Μα­λά­νου, αυ­τή δη­μο­σιεύ­θη­κε την 1η Ιου­λίου 1933, δη­λα­δή με­τά τον θά­να­το του Κα­βά­φη.
Οι τέσ­σε­ρις συ­νερ­γά­τες του κυ­ρίως α­φιε­ρώ­μα­τος εί­ναι ο Χρυ­σαν­θό­που­λος και τρεις νεό­τε­ρες με­λε­τή­τριες. Η κα­βα­φι­κή πε­ριο­χή στην ο­ποία ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται εί­ναι πε­ριο­ρι­σμέ­νης έ­κτα­σης, κερ­δί­ζει, ό­μως, σε βά­θος. Οι δυο πρώ­τες με­λέ­τες, της Να­ούμ και του Χρυ­σαν­θό­που­λου, α­φο­ρούν στην πε­ρίο­δο 1891-1903 και τις δυο πρώ­τες “α­να­θεω­ρή­σεις” α­πό τον Κα­βά­φη της “ποιη­τι­κής του θεω­ρίας”, ό­πως τις α­νέ­δει­ξε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης. Η Να­ούμ προ­σεγ­γί­ζει την κα­βα­φι­κή ει­ρω­νεία, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το ποίη­μα, «Αλλη­λου­χία κα­τά τον Βω­δε­λαί­ρον», γραμ­μέ­νο το 1891, που έ­μει­νε στα «Κρυμ­μέ­να». Σε αυ­τό, στη με­τά­φρα­ση του σο­νέ­του «Αλλη­λου­χίες» του Μπων­τλέ­ρ, προ­στί­θε­νται πρό­λο­γος και ε­πω­δός. Η με­λε­τή­τρια θεω­ρεί πως η ε­πω­δός συ­νι­στά “ποιη­τι­κή πε­ρι­γρα­φή” του γερ­μα­νι­κού ό­ρου witz. Ωστό­σο, τό­σο ο Φρει­δε­ρί­κος Σλέ­γκε­λ, ό­σο και ο συ­νερ­γά­της του Λου­δο­βί­κος Τη­κ, έ­βλε­παν δυ­να­μι­σμό και θυ­μη­δία “στο γλί­στρη­μα α­πό την ει­ρω­νεία στο witz”, που α­που­σιά­ζουν στην ε­πω­δό. Ή μή­πως ό­χι;
Ο Χρυ­σαν­θό­που­λος σχο­λιά­ζει “την ε­μπλο­κή του Κα­βά­φη με την ι­στο­ριο­γρα­φία”, ε­νώ ε­πα­νέρ­χε­ται στο θέ­μα του πο­λι­τι­κού Κα­βά­φη, που τον έ­χει και πα­λαιό­τε­ρα α­πα­σχο­λή­σει, α­πο­τε­λώ­ντας το α­ντι­κεί­με­νο της συ­νερ­γα­σίας του στο α­φιέ­ρω­μα του «Δέ­ντρου». Η Βα­σι­λειά­δη α­να­φέ­ρε­ται “στις αυ­το­κρά­τει­ρες του Κα­βά­φη”, θέ­μα που α­πα­σχο­λεί και τον Πή­τερ Τζέ­φρυς στο α­φιέ­ρω­μα του «Δέ­ντρου». Τέ­λος, την κα­θη­γή­τρια γερ­μα­νι­κής φι­λο­λο­γίας Αλε­ξάν­δρα Ρα­σι­δά­κη, με­τά τη με­λαγ­χο­λία, την α­πα­σχο­λεί “η θε­μα­τι­κή της ταυ­τό­τη­τας και της ε­τε­ρό­τη­τας”, βρί­σκο­ντας πα­ραλ­λη­λία α­νά­με­σα στον Κα­βά­φη και την αυ­στρο­ε­βραία συγ­γρα­φέα Ίλζε Άι­χι­γκε­ρ, την ο­ποία έ­χει πα­ρου­σιά­σει στο ελ­λη­νι­κό κοι­νό.
Αυ­τά τα συ­νο­πτι­κά πε­ρί κα­βα­φι­κών α­φιε­ρω­μά­των. Ο χώ­ρος δεν ε­πι­τρέ­πει πε­ραι­τέ­ρω σχο­λια­σμό.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 9/2/2014.

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Συγ­γρα­φείς τα­χείας ω­ρί­μαν­σης

Γιάν­νης Τσίρ­μπας
«Η Βι­κτώ­ρια δεν υ­πάρ­χει»
Εκδό­σεις Νε­φέ­λη
Σε­πτέμ­βριος 2013

Προ­βλη­μα­τι­σμό ε­ξα­κο­λου­θεί να προ­κα­λεί η χρή­ση με­θό­δων γε­νε­τι­κής βελ­τίω­σης των φυ­τών, πα­ρά την συ­νε­χή, πα­γκο­σμίως, ε­ξά­πλω­σή τους. Το βα­σι­κό­τε­ρο πλε­ο­νέ­κτη­μα, κά­πο­τε α­κα­τα­μά­χη­το, μίας γε­νε­τι­κής ε­πέμ­βα­σης εί­ναι η τα­χύ­τη­τα με την ο­ποία προ­κύ­πτουν οι τρο­πο­ποιη­μέ­νοι ορ­γα­νι­σμοί. Ου­δε­μία σύ­γκρι­ση υ­πάρ­χει με την μα­κρο­χρό­νια δια­δι­κα­σία  των πα­ρα­δο­σια­κών τρό­πων βελ­τίω­σης. Όπως πέ­ραν πά­σης συ­γκρί­σεως εί­ναι και τα  εμ­φα­νι­σια­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των νέων φυ­τών, κυ­ρίως το μέ­γε­θος και το χρώ­μα, που α­ντα­πο­κρί­νο­νται στις α­παι­τή­σεις της α­γο­ράς. Ενώ, το βα­σι­κό­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, η ε­πι­τά­χυν­ση της ω­ρί­μαν­σης των φυ­τών, έ­χει ά­με­σο οι­κο­νο­μι­κό ό­φε­λος. Τώ­ρα, θα μου πεί­τε, τι μας εν­δια­φέ­ρουν τα με­ταλ­λαγ­μέ­να τρό­φι­μα. Αυ­τά βλά­πτουν μό­νο το σαρ­κίο. Ο βε­βια­σμέ­νος, ό­μως, τρό­πος, με τον ο­ποίο προ­κύ­πτουν, δεν δια­φέ­ρει και πο­λύ α­πό πρα­κτι­κές χει­ρα­γώ­γη­σης, που τα τε­λευ­ταία χρό­νια κερ­δί­ζουν έ­δα­φος στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας. 
Προ ει­κο­σα­ε­τίας, εί­χα­με δη­μο­σιεύ­σει έ­να κεί­με­νο με τίτ­λο «Ο βια­σμός του συγ­γρα­φέ­α», με α­φορ­μή, πα­ραγ­γε­λία ε­φη­με­ρί­δας σε γνω­στούς λο­γο­τέ­χνες για τη συγ­γρα­φή διη­γή­μα­τος 300 λέ­ξεων. Στο εν­διά­με­σο, αυ­τό που ε­μείς εί­χα­με α­πο­κα­λέ­σει βια­σμό κα­τέ­λη­ξε κυ­ρίαρ­χος κα­νό­νας. Οι συγ­γρα­φείς γρά­φουν κα­τά πα­ραγ­γε­λία διη­γή­μα­τα, ε­νώ οι α­να­γνώ­στες ε­θί­ζο­νται στην γρή­γο­ρη τρο­φή που τους σερ­βί­ρουν. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, πά­ντως, δεν γεν­νά­ται θέ­μα με­τάλ­λα­ξης, δε­δο­μέ­νου ό­τι η συγ­γρα­φι­κή συ­νεί­δη­ση εί­ναι ή­δη δια­μορ­φω­μέ­νη και το κυ­ρίως έρ­γο, κα­τά κα­νό­να, δεν ε­πη­ρεά­ζε­ται. Η πα­ραλ­λη­λία με τις γε­νε­τι­κές ε­πεμ­βά­σεις στα φυ­τά α­πο­κα­θί­στα­ται στην πε­ρί­πτω­ση ε­πί­δο­ξων συγ­γρα­φέων, που άρ­χι­σαν να πλη­θαί­νουν ε­ντυ­πω­σια­κά. 
Το θέλ­γη­τρο της δη­μο­σιό­τη­τας, που ε­ξα­σφα­λί­ζει η ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέως, ελ­κύει μία ευ­ρύ­τε­ρη ο­μά­δα, το συ­χνό­τε­ρο, με α­νώ­τα­τη παι­δεία και ε­ξα­σφα­λι­σμέ­νη ε­παγ­γελ­μα­τι­κή στα­διο­δρο­μία. Ιδιαί­τε­ρα σή­με­ρα, που τους νέ­ους συγ­γρα­φείς τους προω­θεί το στα­ρ-σύ­στεμ. Με α­πο­τέ­λε­σμα, οι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι να παίρ­νουν στο πε­δίο της λο­γο­τε­χνίας δια­στά­σεις φαι­νο­μέ­νου. Κα­τά κα­νό­να ε­πεί­γο­νται, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, κα­θώς η α­νά­δει­ξή τους στη­ρί­ζε­ται σε με­γά­λο βαθ­μό στη νεό­τη­τα. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, υ­πάρ­χει ό­ριο η­λι­κίας στην ταυ­τό­τη­τα του πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου. Γε­γο­νός που τους κα­θι­στά ε­πι­δε­κτι­κούς σε τα­χύρ­ρυθ­μες με­θό­δους βελ­τίω­σης, ό­πως οι Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, που, με­τριο­πα­θέ­στε­ρα, α­πο­κα­λού­νται Εργα­στή­ρια ή και Σε­μι­νά­ρια. Το 2006 εμ­φα­νί­στη­κε το πρώ­το Εργα­στή­ριο υ­πό τη σκέ­πη του Ε.ΚΕ.ΒΙ., χά­ρις σε έ­ναν πρώ­το Έλλη­να δά­σκα­λο που με­τα­λα­μπά­δε­ψε τα φώ­τα α­πό τις Η­ΠΑ στα κα­θ’ η­μάς. Μέ­σα σε ε­πτά χρό­νια, οι Σχο­λές πολ­λα­πλα­σιά­στη­καν.
Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά προς τις Σχο­λές λει­τουρ­γούν οι δια­γω­νι­σμοί διη­γή­μα­τος, που ε­πί­σης πλη­θαί­νουν. Σχε­δόν οι πά­ντες προ­κη­ρύσ­σουν δια­γω­νι­σμούς. ι­δρύ­μα­τα, εκ­δο­τι­κοί οί­κοι, πε­ριο­δι­κά, λέ­σχες α­νά­γνω­σης, δή­μοι, κοι­νό­τη­τες, ε­ται­ρείες πά­σης φύ­σεως. Αυ­τοί οι δια­γω­νι­σμοί πα­ρου­σιά­ζουν εν­δια­φέ­ρον για ε­πί­δο­ξους συγ­γρα­φείς, κα­θώς ε­ξα­σφα­λί­ζουν μία κά­ποια δη­μο­σιό­τη­τα και το κυ­ριό­τε­ρο, το διή­γη­μά τους, αν συ­μπε­ρι­λη­φθεί στη βρα­χεία λί­στα, εκ­δί­δε­ται σε συλ­λο­γι­κό τό­μο. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, συ­νι­στούν μέ­θο­δο μα­θη­τείας στη γρα­φή συ­γκε­κρι­μέ­νου τύ­που διη­γή­μα­τος, με δο­σμέ­νο θέ­μα, συ­γκε­κρι­μέ­νο α­ριθ­μό λέ­ξεων και προ­δια­γε­γραμ­μέ­νο πε­ριε­χό­με­νο, ώ­στε να συ­νά­δει με το ε­πι­κρα­τούν πο­λι­τι­κώς ορ­θό και τα τρέ­χο­ντα γού­στα. Αυ­τό το πε­ριο­ρι­στι­κό πλαί­σιο φέρ­νει το υ­πο­βαλ­λό­με­νο διή­γη­μα εγ­γύ­τε­ρα στην έκ­θε­ση ι­δεών των πα­νελ­λή­νιων ε­ξε­τά­σεων. Όπως στις ει­σα­γω­γι­κές, βαθ­μο­λο­γεί­ται με ά­ρι­στα ο­ρι­σμέ­νος τύ­πος έκ­θε­σης, τον ο­ποίο ο μα­θη­τής έ­χει δι­δα­χθεί στο φρο­ντι­στή­ριο, πα­ρο­μοίως στον δια­γω­νι­σμό βρα­βεύε­ται διή­γη­μα συ­γκε­κρι­μέ­νων προ­δια­γρα­φών, για το ο­ποίο προ­ε­τοι­μά­ζουν τα σε­μι­νά­ρια γρα­φής.
Συ­χνά οι δια­γω­νι­σμοί προ­κη­ρύσ­σο­νται α­πό φο­ρείς, με στό­χο την αυ­το­δια­φή­μι­σή τους, ο­πό­τε ο προσ­διο­ρι­σμός του θέ­μα­τος γί­νε­ται α­κό­μη πιο πε­ριο­ρι­στι­κός. Άλλο­τε πά­λι, οι διορ­γα­νω­τές του δια­γω­νι­σμού, ε­πι­ζη­τώ­ντας πρω­τό­τυ­πα θέ­μα­τα, κα­τα­λή­γουν σε προ­κρού­στειες λύ­σεις. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα προ­σφέ­ρει η­λεκ­τρο­νι­κός δια­γω­νι­σμός διη­γή­μα­τος, με τίτ­λο «Λό­γω Τέ­χνης», που ξε­κί­νη­σε το 2010. Σε αυ­τόν, α­ντί θέ­μα­τος, ο­ρί­ζε­ται το διή­γη­μα  να πε­ριέ­χει συ­γκε­κρι­μέ­νες λέ­ξεις. Λ.χ., στο δια­γω­νι­σμό του 2012, οι λέ­ξεις ή­ταν οι ε­ξής 11: θά­λασ­σα, χε­λι­δό­νι, άμ­μος, κου­τί, τρια­ντά­φυλ­λο, χώ­μα, ρο­λόι, η­συ­χία, σε­λί­δα, αέ­ρας, γά­λα. Τον ε­πό­με­νο χρό­νο, τα 40 κα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τα, ε­πί συ­νό­λου 1911(!), εκ­δό­θη­καν σε βι­βλίο, με τίτ­λο, «11 λέ­ξεις». Από τους συγ­γρα­φείς αυ­τού του συλ­λο­γι­κού τό­μου, ε­νός μό­νο έ­χου­με πε­ζο­γρα­φι­κό δείγ­μα, ώ­στε να μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει κά­ποια σύ­γκρι­ση με το κα­τά πα­ραγ­γε­λία.
Πρό­κει­ται για τον Γιάν­νη Τσίρ­μπα, που πή­ρε στον εν λό­γω δια­γω­νι­σμό τον τρί­το έ­παι­νο, κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας την έ­κτη θέ­ση, με το διή­γη­μα «Θερ­μο­κοι­τί­δα». Μέ­σα στο έ­τος, εκ­δό­θη­κε το πρώ­το ο­λι­γο­σέ­λι­δο βι­βλίο του. Σε αυ­τό συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το διή­γη­μα, πα­ρό­λο που δεν πρό­κει­ται για συλ­λο­γή διη­γη­μά­των αλ­λά, κα­τά τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του συγ­γρα­φέα, για νου­βέ­λα. Το διή­γη­μα συ­νί­στα­ται στην προ­φο­ρι­κή α­φή­γη­ση  μιας γυ­ναί­κας, που την ε­γκα­τέ­λει­ψε ο ά­ντρας της με τέσ­σε­ρις κό­ρες, με­τά την τε­λευ­ταία γέν­να. Για έ­να διά­στη­μα, ε­κεί­νος σπί­τω­σε άλ­λη, δυο δρό­μους  πα­ρα­κά­τω. Αργό­τε­ρα, ε­πέ­στρε­ψε στην οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία. Στην πα­λαιό­τε­ρη η­θο­γρα­φία εί­ναι συ­νη­θι­σμέ­νο θέ­μα η γυ­ναί­κα, που γί­νε­ται θύ­μα συ­ζυ­γι­κής βίας και ε­γκα­τά­λει­ψης. Στην ι­στο­ρία, ό­μως, του Τσίρ­μπα προ­στί­θε­νται πα­ρά­ται­ρες πε­ρι­γρα­φές, ό­πως η ε­κτε­νής πε­ρί αυ­το­σχέ­διας θερ­μο­κοι­τί­δας για να σω­θεί η πρόω­ρα γεν­νη­μέ­νη τέ­ταρ­τη κό­ρη ή ε­κεί­νες για τη φυ­γή του μη­χα­νό­βιου συ­ζύ­γου και την εμ­φά­νι­ση του κου­μπά­ρου. Σε πα­ρό­μοιες η­θο­γρα­φί­ζου­σες ι­στο­ρίες, εμ­φα­νί­ζο­νται κου­μπά­ροι, προ­σφυώς ό­μως ε­μπλε­κό­με­νοι, ό­πως, λ.χ., στο διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη «Πα­τέ­ρας στο σπί­τι!». Βε­βαίως, ό­λα μπο­ρούν να χω­ρέ­σουν σε μια α­φή­γη­ση. Εδώ, πά­ντως, χά­ρις σε αυ­τά τα μέ­ρη, χρη­σι­μο­ποιού­νται οι συ­γκε­κρι­μέ­νες λέ­ξεις. Και πά­λι, μό­νο οι δέ­κα. Λεί­πει η λέ­ξη χε­λι­δό­νι. Αρχι­κά, υ­πο­θέ­σα­με ό­τι οι κρι­τές στά­θη­καν ε­πιει­κείς. Ότι, ί­σως και αρ­γά, κα­τά­λα­βαν πως έ­ντε­κα λέ­ξεις, ό­ταν, μά­λι­στα, δεν προέρ­χο­νται α­πό συ­γκε­κρι­μέ­νη εν­νοιο­λο­γι­κή ε­νό­τη­τα, εί­ναι δύ­σκο­λο σταυ­ρό­λε­ξο. Λαν­θα­σμέ­νη ει­κα­σία. Το διή­γη­μα στην πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του στο συλ­λο­γι­κό τό­μο έ­χει και μία πρό­τα­ση με τη λέ­ξη χε­λι­δό­νι. Την α­φαί­ρε­σε ο συγ­γρα­φέ­ας στο βι­βλίο και κα­λά έ­κα­νε. Πα­ραή­ταν γλα­φυ­ρή η πα­ρο­μοίω­ση της ε­πι­στρο­φής του ά­πι­στου συ­ζύ­γου με χε­λι­δό­νι. Αντ’ αυ­τής, συ­γκε­κρι­με­νο­ποίη­σε την οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία στην ο­δό Φυ­λής, ώ­στε το διή­γη­μα να δέ­νει με τη θε­μα­τι­κή του βι­βλίου του. 
Αν δεν σφάλ­λου­με, ο Τσίρ­μπας εμ­φα­νί­στη­κε για πρώ­τη φο­ρά το 2007, στο δια­γω­νι­σμό διη­γή­μα­τος των εκ­δό­σεων Πα­τά­κη, με θέ­μα «Εί­μα­στε ό­λοι με­τα­νά­στες». Εκεί­νο το διή­γη­μά του, με τίτ­λο, «Ρου Που», δεν εν­σω­μα­τώ­θη­κε στο πρό­σφα­το βι­βλίο. Ού­τε το διή­γη­μα του ε­πό­με­νου δια­γω­νι­σμού, στον ο­ποίο έ­λα­βε μέ­ρος δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ε­κεί­νον του Βρε­τα­νι­κού Συμ­βου­λίου, που εί­χε ως θέ­μα, «Φα­ντα­στεί­τε το μέλ­λον σας σε μία πό­λη που αλ­λά­ζει». Ωστό­σο, το βι­βλίο του, του­λά­χι­στον ο βα­σι­κός κορ­μός, συ­νε­νώ­νει τα θέ­μα­τα των δυο δια­γω­νι­σμών, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, εί­ναι αλ­λη­λέν­δε­τα. Η Βι­κτώ­ρια του τίτ­λου δεν εί­ναι κά­ποια γυ­ναί­κα, αλ­λά η Βα­σί­λισ­σα Βι­κτω­ρία της Με­γά­λης Βρε­τα­νίας, το ό­νο­μα της ο­ποίας δό­θη­κε στην πλα­τεία Κυ­ρια­κού. Συ­νοι­κία, δη­λα­δή διοι­κη­τι­κή πε­ριο­χή, Βι­κτώ­ρια δεν υ­πάρ­χει. Υπάρ­χει πε­ριο­χή Κυ­ρια­κού, στην ο­ποία α­νή­κει η με­το­νο­μα­σθεί­σα το 1943 πλα­τεία.
Άρα, κυ­ριο­λε­κτεί ο τίτ­λος του βι­βλίου, που αν­τλεί­ται α­πό τον ι­σχυ­ρι­σμό ε­νός α­πό τους δυο συ­νο­μι­λού­ντες ή­ρωες. Τρό­πος του λέ­γειν συ­νο­μι­λού­ντες. Ο έ­νας μι­λά­ει και ο άλ­λος α­κούει. Αυ­τός ο δεύ­τε­ρος εί­ναι ο α­φη­γη­τής. Μό­λις που πε­τά­ει κα­μία ε­ρώ­τη­ση, η ο­ποία με­τα­φέ­ρε­ται σε πλά­γιο λό­γο μα­ζί με τις σκέ­ψεις του. Από­πει­ρα συ­νο­μι­λίας γί­νε­ται με α­φορ­μή την ύ­παρ­ξη ή μη πε­ριο­χής Βι­κτώ­ριας. Για τον α­φη­γη­τή, που έ­χει με­γα­λώ­σει στην Αγία Πα­ρα­σκευή, πε­ριο­χή με αυ­τό το ό­νο­μα δεν υ­πάρ­χει. Για τον άλ­λο, ό­μως,  εί­ναι ο­λό­κλη­ρος ο κό­σμος των παι­δι­κών και ε­φη­βι­κών του χρό­νων. Γεν­νη­μέ­νος μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του ’70, πρό­λα­βε τις γει­το­νιές, αυ­τές τις στε­νά δε­μέ­νες κοι­νω­νι­κές μο­νά­δες, που, σή­με­ρα, του­λά­χι­στον στο κέ­ντρο της Αθή­νας, έ­χουν ε­κλεί­ψει. Και η συ­γκε­κρι­μέ­νη γει­το­νιά έ­χει μα­κριά λο­γο­τε­χνι­κή πα­ρου­σία, κυ­ρίως ως πλα­τεία Κυ­ρια­κού, χά­ρις στους συγ­γρα­φείς που με­γά­λω­σαν ε­κεί στη δε­κα­ε­τία του ’40 και τις πρώ­τες με­τα­πο­λε­μι­κές. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον το βι­βλίο του Τσίρ­μπα, γέν­νη­μα θρέμ­μα της πλα­τείας, ό­πως ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας ή και ο Λευ­τέ­ρης Πα­πα­δό­που­λος. Απο­τε­λεί έ­να τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο στις ι­στο­ρίες του πρώ­του και τους στί­χους του δεύ­τε­ρου. 
Ο κε­ντρι­κός ή­ρωας α­να­φέ­ρει τον Πα­πα­δό­που­λο, με α­φορ­μή το ά­γαλ­μα της πλα­τείας, που ε­κεί­νος το έ­κα­νε τρα­γού­δι. Με να­του­ρα­λι­στι­κή πι­στό­τη­τα δί­νει τη ση­με­ρι­νή ει­κό­να, α­να­κα­λώ­ντας α­ντι­στι­κτι­κά πα­λαιό­τε­ρες ει­κό­νες α­πό τα α­γα­πη­μέ­να του στέ­κια. Ο οιο­νεί μο­νό­λο­γος, σε φω­νο­γρα­φι­κή α­πό­δο­ση της εκ­φο­ράς του τρέ­χο­ντος ι­διό­λε­κτου, στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τους νέ­ους κα­τοί­κους που έ­φε­ραν τις με­γά­λες αλ­λα­γές. Με άλ­λα λό­για, τις αλ­λε­πάλ­λη­λες φυ­λές με­τα­ να­στών που ε­γκα­τα­στά­θη­καν α­πό το 1990 και ύ­στε­ρα, με τα εν­δυ­μα­το­λο­γι­κά και άλ­λα συ­νή­θειά τους  και τους ποι­κί­λους τρό­πους ε­πι­βίω­σης. Αντα­να­κλά τα αι­σθή­μα­τα του γη­γε­νούς, που πρέ­πει να ε­πι­βιώ­σει μέ­σα σε αυ­τό το ε­τε­ρό­κλη­το πλή­θος, τό­σο δια­φο­ρε­τι­κό πο­λι­τι­σμι­κά. Η στε­νο­χώ­ρια που νιώ­θει, προ­σο­μοιά­ζει με του Έλλη­να που βρί­σκε­ται α­να­γκα­σμέ­νος να κα­τοι­κή­σει στο α­σφυ­κτι­κό πε­ρι­βάλ­λον μιας ο­ποιασ­δή­πο­τε α­σια­τι­κής ή α­φρι­κά­νι­κης με­γα­λού­πο­λης, ό­πως, λ.χ., το Κάϊρο. Εδώ, προ­στί­θε­ται το αί­σθη­μα α­δι­κίας, για­τί αυ­τός πέ­νε­ται και οι ξέ­νοι στον δι­κό του τό­πο κα­λο­περ­νούν. Του έρ­χε­ται να τους δεί­ρει.
Μό­νο που ο ή­ρωας το κά­νει πρά­ξη. Όπως φτά­νει να σκε­φτεί τρό­πους ε­ξό­ντω­σης των ει­σβο­λέων. Άλλο, ό­μως, να νιώ­θεις δυ­στυ­χής στη γει­το­νιά σου, για­τί έ­κλει­σε το Λε Παλ­μιέ και το Μα­ξίμ της πλα­τείας και ά­νοι­ξε το Γκού­ντυς που θέ­λει κω­δι­κό για τη χρή­ση της τουα­λέ­τας, για­τί τα σκάμ­μα­τα με άμ­μο έ­γι­ναν τσι­μέ­ντο ή για­τί τον ρα­κο­συλ­λέ­κτη πα­λαιάς κο­πής ε­κτό­πι­σαν οι με­λαμ­ψοί με τα κα­ρο­τσά­κια που ψά­χνουν για μέ­ταλ­λα και άλ­λο να βλέ­πεις τον ξέ­νο σαν πο­ντι­κό και να ε­μπνέε­σαι τρό­πους θα­νά­τω­σής του, χω­ρίς χη­μι­κά και διά­φο­ρα άλ­λα που εί­ναι ευ­κό­λως α­νι­χνεύ­σι­μα. Την α­πό­στα­ση την α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ο οιοσ­δή­πο­τε που βρί­σκε­ται στη θέ­ση του πα­ρα­τη­ρη­τή, ό­πως ο κυ­ρι­λέ Αγιο­πα­ρα­σκευιώ­της συ­ντα­ξι­διώ­της του. Μή­πως, ό­μως, αυ­τή η α­πό­στα­ση δεν εί­ναι και τό­σο με­γά­λη για τον γη­γε­νή κά­τοι­κο της πλα­τείας, που νιώ­θει α­πει­λού­με­νος και με τραυ­μα­τι­σμέ­νη την α­ξιο­πρέ­πειά του, κα­θώς δεν έ­χει ού­τε τα ε­λά­χι­στα, για βεν­ζί­νη, για έ­να πα­γω­τό ή και για τσι­γά­ρο ό­χι μαϊμού. Τον γη­γε­νή που με­γά­λω­σε, υ­πε­ρη­φα­νευό­με­νος για την πα­τρί­δα του, τη θρη­σκεία του και τον αν­δρι­σμό του. Ο μο­νό­λο­γος α­να­δει­κνύει αυ­τό το κομ­βι­κό ση­μείο, α­σχέ­τως αν το α­πο­τέ­λε­σμα πι­στεύου­με πως θα γι­νό­ταν πει­στι­κό­τε­ρο, με πε­ρισ­σό­τε­ρο δη­λω­τι­κούς και λι­γό­τε­ρο κραυ­γά­ζο­ντες α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους. Αν ο ρε­α­λι­σμός δεν εί­χε τό­ση ω­μό­τη­τα, αν οι κα­τα­στά­σεις δεν σπρώ­χνο­νταν σε α­κραίες εκ­φάν­σεις, αν οι τό­νοι κλι­μα­κώ­νο­νταν. 
Οι δυο χα­ρα­κτή­ρες σκια­γρα­φού­νται σύμ­φω­να με το α­ντι­θε­τι­κό σχή­μα του άσ­πρου μαύ­ρου. Ο έν­δον λό­γος του συ­νε­πι­βά­τη – α­κρο­α­τή δεί­χνει τον πο­λι­τι­κώς ορ­θά σκε­πτό­με­νο σε θέ­μα­τα ό­πως οι ο­μο­φυ­λό­φι­λοι και οι με­τα­νά­στες. Σε έ­να ση­μείο, μά­λι­στα, που α­να­φέ­ρε­ται στο ρό­λο της τη­λεό­ρα­σης, μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο με α­πό­σπα­σμα α­πό κοι­νω­νιο­λο­γί­στι­κη α­νά­λυ­ση. Το βι­βλίο α­πο­τε­λεί­ται α­πό τον κυ­ρίως κορ­μό, που εί­ναι η ο­μό­τιτ­λη ι­στο­ρία, χω­ρι­σμέ­νη σε έ­ξη κε­φά­λαια, και πέ­ντε α­κό­μη, αυ­το­τε­λείς και με ι­διαί­τε­ρο τίτ­λο ι­στο­ρίες, που πα­ρεμ­βάλ­λο­νται με­τα­ξύ των κε­φα­λαίων. Ο συγ­γρα­φέ­ας, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, δια­τεί­νε­ται πως τις συ­μπε­ριέ­λα­βε για να δεί­ξει ό­τι υ­πήρ­χαν κα­τα­στά­σεις ε­γκλει­σμού και υ­πό­γειας βίας και πριν ξε­κι­νή­σει η μα­ζι­κή ε­γκα­τά­στα­ση με­τα­να­στών και η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. Από μία ά­πο­ψη, κά­τι αυ­το­νό­η­το. Όπως και να έ­χει, αυ­τό το δεί­χνει με μια ι­στο­ρία στην πε­ρίο­δο της Απρι­λια­νής Δι­κτα­το­ρίας,  και α­κό­μη τέσ­σε­ρις, για έ­ναν φυ­λα­κι­σμέ­νο, έ­ναν ε­σω­τε­ρι­κό με­τα­νά­στη της δε­κα­τιάς του ’60, έ­ναν ά­πο­ρο και την ε­γκα­τα­λει­φθεί­σα σύ­ζυ­γο. Εδώ, τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της γρα­φής, που α­να­φέ­ρα­με, με στα­θε­ρό τον πρω­το­πρό­σω­πο λό­γο (σε μία ι­στο­ρία δο­κι­μά­ζε­ται το δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο), γί­νο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρα έκ­δη­λα. 
Ο Τσίρ­μπας εί­ναι α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κός της ο­μά­δας των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων. Άνθι­σε στα νεό­κο­πα φυ­τώ­ρια, που α­ντι­κα­τέ­στη­σαν ε­κεί­να των λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών, και οι α­φη­γη­μα­τι­κοί τρό­ποι του α­πο­τε­λούν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πιο ευ­διά­κρι­της Σχο­λής γρα­φής, που προέ­κυ­ψε α­πό τα Σε­μι­νά­ρια και τους Δια­γω­νι­σμούς. Σε πε­ρι­πτώ­σεις ό­πως η δι­κή του, η χρή­ση με­θό­δων βελ­τίω­σης προ­βλη­μα­τί­ζει. Δε­δο­μέ­νου ό­τι έ­χει α­φη­γη­μα­τι­κές δυ­να­τό­τη­τες, μέ­νει ζη­τού­με­νο, διά της φυ­σιο­λο­γι­κής ω­ρί­μαν­σης, τι θα προέ­κυ­πτε.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/2/2014.

Ένας ριζοσπάστης λόγιος

Γιώρ­γος Γ. Αλι­σαν­δρά­τος
«Με­λέ­τες για το­ν
Νι­κό­λαο Κο­νε­μέ­νο»     
Εκδο­τι­κή φρο­ντί­δα
Τα­σία Ευ­θυ­μιά­του-Αλι­σαν­δρά­του
Μου­σείο Μπε­νά­κη
Ιού­λιος 2013

Στις 7 Μαρ­τίου 2004 α­πε­βίω­σε ο Κε­φα­λή­νιος φι­λό­λο­γος και ε­ρευ­νη­τής Γ. Γ. Αλι­σαν­δρά­τος. Εντός της δε­κα­ε­τίας α­πό το θά­να­τό του έ­χουν εκ­δο­θεί τρία βι­βλία του, με φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια που α­ντα­πο­κρί­νε­ται στις υ­ψη­λές α­παι­τή­σεις του ί­διου. Και τα τρία α­πο­τε­λούν έρ­γο της Κε­φα­λή­νιας φι­λο­λό­γου Τα­σίας Ευ­θυ­μιά­του-Αλι­σαν­δρά­του. Λί­γοι εί­ναι ε­κεί­νοι που ευ­τυ­χούν τα κα­τά­λοι­πά τους και η φρο­ντί­δα τής με­τά θά­να­το μνη­μό­νευ­σής τους να βρε­θούν ε­να­πο­θε­τη­μέ­να σε φι­λό­στορ­γα και ι­κα­νά χέ­ρια. Ο κα­νό­νας εί­ναι οι α­διά­φο­ροι, κά­πο­τε ι­διο­τε­λείς, κλη­ρο­νό­μοι και τα α­νε­νερ­γά Αρχεία σε κού­τες ι­δρυ­μα­τι­κών και ι­διω­τι­κών α­πο­θη­κών. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, η συ­γκυ­ρία εί­ναι ευ­τυ­χής, κα­θώς ο κό­πος του φρο­ντι­στή δεν πά­ει στο τυ­χόν φι­λο­λο­γι­κό Αρχείο, αλ­λά σε πο­λύ­τι­μο α­πό­θε­μα α­πό μα­κρο­χρό­νιες έ­ρευ­νες και α­κό­μη, σε μία πα­ρα­κα­τα­θή­κη με­λε­τών, που εί­χαν μεί­νει σε προ­χω­ρη­μέ­νο στά­διο ε­τοι­μα­σίας προς έκ­δο­ση. Όπου το θε­μα­τι­κό φά­σμα τους δεν εί­ναι μό­νο ευ­ρύ, αλ­λά κα­λύ­πτει και έ­να σή­με­ρα πα­ρα­με­ρι­σμέ­νο τμή­μα των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των. Αυ­τό που α­φο­ρά τα Επτά­νη­σα. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, τον Επτα­νη­σια­κό Ρι­ζο­σπα­στι­σμό, που α­πο­τέ­λε­σε το θέ­μα της πρώ­της με­τα­θα­νά­τιας συ­να­γω­γής με­λε­τη­μά­των του, τα ε­πτα­νη­σια­κά γράμ­μα­τα και α­κό­μη, το κί­νη­μα του δη­μο­τι­κι­σμού, στο ο­ποίο ε­ντάσ­σε­ται το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του, γύ­ρω α­πό τον Μα­νό­λη Τρια­ντα­φυλ­λί­δη και το έρ­γο του. Το πρό­σφα­το βι­βλίο, το τρί­το στη σει­ρά, ε­φά­πτε­ται και των τριών πε­ριο­χών, κα­θώς α­φο­ρά έ­ναν ποιη­τή, που θεω­ρεί­ται “πρό­δρο­μος κοι­νω­νι­κός ρι­ζο­σπά­στης” και “πρω­το­πό­ρος του δη­μο­τι­κι­σμού”. Τον πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νο Νι­κό­λαο Κο­νε­μέ­νο, ό­πως τον α­πο­κα­λού­σα­με σε έ­να πρώ­το κεί­με­νό μας, το 1997. “Αδι­καιο­λό­γη­τα πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νο”, κα­τά τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του Άγγε­λου Δε­λη­βο­ριά, που γρά­φει το προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα της πρό­σφα­της έκ­δο­σης.
Μπο­ρεί πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νη η συμ­βο­λή του Κο­νε­μέ­νου, με­τρά­ει, ω­στό­σο, μέ­σα στα τε­λευ­ταία εί­κο­σι χρό­νια, τέσ­σε­ρις εκ­δό­σεις βι­βλίων του: «Το ζή­τη­μα της γλώσ­σας» (εκδ. Φι­λό­μυ­θος, 1993). «Τα μα­το­γυά­λια», με ε­πι­μέ­λεια Διο­νύ­ση Βί­τσου (εκδ. Ωκε­α­νί­δα, 1997), δεύ­τε­ρος τό­μος σε σει­ρά, με τίτ­λο, «Οι Επτα­νή­σιοι», που ε­πι­βίω­σε μια τε­τρα­ε­τία, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας ε­πτά τό­μους, με τον πρώ­το α­φιε­ρω­μέ­νο στην Ελι­σά­βετ Μουτ­ζά­ν-Μαρ­τι­νέ­γκου. «Η Δια­θή­κη μου και δυο κεί­με­να για τη γυ­ναί­κα και την οι­κο­γέ­νεια», με ει­σα­γω­γή Πά­ρι Δά­γλα και ε­πι­μέ­λεια Δια­μα­ντή Κα­ρά­βο­λα (εκδ. Φαρ­φου­λάς, 2008).  Και το πρό­σφα­το, με ε­πτά κεί­με­να του Αλι­σαν­δρά­του, τέσ­σε­ρις με­λέ­τες και τρία άρ­θρα, που πα­ρου­σιά­στη­καν ε­ντός της ει­κο­σα­ε­τίας 1976-1996, συν έ­να δο­κί­μιο του Κο­νε­μέ­νου.

Κλέ­φτες και φο­νιά­δες

Ου­σια­στι­κά, το εν λό­γω δο­κί­μιο δη­μο­σιεύε­ται για πρώ­τη φο­ρά σε μία εύ­λη­πτη γλωσ­σι­κή μορ­φή και ε­πι­πλέ­ον, σε προ­σι­τή στο ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό έκ­δο­ση. Πρό­κει­ται για με­λέ­τη­μα γραμ­μέ­νο ι­τα­λι­κά, που εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει αυ­το­τε­λώς πριν 120 χρό­νια, α­πό κερ­κυ­ραϊκό τυ­πο­γρα­φείο. Ο πρω­τό­τυ­πος τίτ­λος εί­ναι «Ladri ed omicidi». Μέ­σα στο ί­διο έ­τος, το 1893, ο Κο­νε­μέ­νος το εί­χε με­τα­φρά­σει και δη­μο­σιεύ­σει σε συ­νέ­χειες στην «Εφη­με­ρί­δα των Ει­δή­σεων» της Κέρ­κυ­ρας, με τίτ­λο, «Κλέ­φτες και φο­νιά­δες». Η Ευ­θυ­μιά­του χα­ρα­κτη­ρί­ζει τη με­τά­φρα­ση του Κο­νε­μέ­νου “δύ­σβα­τη”. Όσο για την ε­φη­με­ρί­δα, ού­τε καν α­να­φέ­ρε­ται στους κα­τα­λό­γους ε­πτα­νη­σια­κών ε­ντύ­πων του 19ου αι. Το δο­κί­μιο α­να­δη­μο­σιεύ­θη­κε το 2006 στο πε­ριο­δι­κό «Ελευ­θε­ρια­κά χρο­νι­κά» του Ελευ­θε­ρια­κού Ιστο­ρι­κού Αρχείου. Αν δεν σφάλ­λου­με, πρό­κει­ται για έ­να βρα­χύ­βιο πε­ριο­δι­κό, που κυ­κλο­φό­ρη­σε μό­λις δυο τεύ­χη. Ο Κο­νε­μέ­νος πα­ρου­σιά­ζε­ται στο δεύ­τε­ρο, μα­ζί με τον Κι­νέ­ζο συγ­γρα­φέα και α­ναρ­χι­κό Μπα Τσιν. Η με­τά­φρα­ση εί­ναι “πρό­χει­ρη”, προ­τάσ­σε­ται, ό­μως, ει­σα­γω­γή του Τζέι­μς Σό­τρος, που α­σχο­λεί­ται συ­στη­μα­τι­κά με το α­ναρ­χι­κό κί­νη­μα. Οι ι­δέες, πά­ντως, του Κο­νε­μέ­νου δεν θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν προ­δρο­μι­κές ε­νός ο­ποιου­δή­πο­τε τύ­που α­ναρ­χι­σμού. Ο Γιώρ­γος Βα­λέ­τας, που α­να­στή­λω­σε μέ­ρος του έρ­γου του, θεω­ρεί ό­τι με το εν λό­γω δο­κί­μιο πα­ρου­σιά­ζει το “αν­θρω­πι­στι­κό κή­ρυγ­μά” του. Πι­θα­νώς α­γνοώ­ντας τη δη­μο­σίευ­ση στα ελ­λη­νι­κά, το α­να­δη­μο­σιεύει στα ι­τα­λι­κά, ως κα­τα­κλεί­δα του πρώ­του τό­μου των Απά­ντων Κο­νε­μέ­νου. Αυ­τόν τον τό­μο τον εί­χε εκ­δώ­σει το 1965, υ­πο­σχό­με­νος έ­ναν δεύ­τε­ρο, με ό­σα δυ­σεύ­ρε­τα δεν εί­χε κα­τορ­θώ­σει να συ­γκε­ντρώ­σει. Το υ­λι­κό γι’ αυ­τόν τον δεύ­τε­ρο τό­μο, που δεν ε­ξέ­δω­σε τε­λι­κά, πι­θα­νώς και να δια­σώ­ζε­ται στο Αρχείο του. 
Στα κα­τά­λοι­πα του Αλι­σαν­δρά­του, η Ευ­θυ­μιά­του βρί­σκει “τις θε­τι­κές κρι­τι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις” του, πρό­χει­ρα ση­μειω­μέ­νες, μα­ζί με μία πρώ­τη με­τα­φρα­στι­κή εκ­δο­χή. Τη δι­κή της με­τά­φρα­ση την πα­ρου­σιά­ζει σαν πιο ε­πε­ξερ­γα­σμέ­νη μορ­φή αυ­τής της εκ­δο­χής. Πρό­κει­ται για μία άρ­τια γλωσ­σι­κά α­πό­δο­ση, η ο­ποία θα ι­κα­νο­ποιού­σε τό­σο τον συγ­γρα­φέα ό­σο και τον Αλι­σαν­δρά­το, που πρώ­τος έ­βγα­λε το δο­κί­μιο α­πό την α­φά­νεια. Προ­στέ­θη­καν με­σό­τιτ­λοι, πλή­θυ­ναν οι πα­ρά­γρα­φοι και το κυ­ριό­τε­ρο, ο λό­γος έ­γι­νε μι­κρο­πε­ρίο­δος. Σε αυ­τήν τη μορ­φή, το δο­κί­μιο δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση πως γρά­φτη­κε σή­με­ρα, α­πό κά­ποιον, που πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό την τρέ­χου­σα πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κή κα­τά­στα­ση. Κα­τά μία ά­πο­ψη, ο Κο­νε­μέ­νος δεν κά­νει τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το να σχο­λιά­ζει τα αυ­το­νό­η­τα σχε­τι­κά με την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση, τις κοι­νω­νι­κές συμ­βά­σεις, τους πο­λέ­μους, τον χρι­στια­νι­σμό, μέ­χρι και τον κομ­μου­νι­σμό. Μό­νο που αυ­τά τα αυ­το­νό­η­τα έ­χουν τό­σο στρε­βλω­θεί α­πό την κρα­τού­σα λο­γι­κή, ώ­στε η δια­τύ­πω­σή τους να η­χεί σχε­δόν πρω­τό­τυ­πη. Το δο­κί­μιο, στη με­τά­φρα­ση της Ευ­θυ­μιά­του, θα ά­ξι­ζε να εκ­δο­θεί σε α­νε­ξάρ­τη­το το­μί­διο, α­πό αυ­τά των τεσ­σά­ρων τυ­πο­γρα­φι­κών, που εί­ναι πο­λύ της μό­δας τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ώ­στε ο Κο­νε­μέ­νος, έ­στω έ­ναν και πλέ­ον αιώ­να με­τά το θά­να­τό του, να βρει το με­γά­λο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό που του α­ντι­στοι­χεί. 
Το δο­κί­μιο α­πο­τε­λεί το θέ­μα της ει­σή­γη­σης του Αλι­σαν­δρά­του στο Συ­μπό­σιο για «Το Ιό­νιο. Οι­κο­λο­γία-Οι­κο­νο­μία-Ρεύ­μα­τα ι­δεών», το 1985, που, στον πρό­σφα­το τό­μο, πα­ρα­τί­θε­ται δεύ­τε­ρη στη σει­ρά. Ο με­λε­τη­τής διευ­κρι­νί­ζει ό­τι κα­τα­χρη­στι­κά το χα­ρα­κτή­ρι­σε δο­κί­μιο, κα­θώς πρό­κει­ται για συ­νε­χές κεί­με­νο, με πολ­λά ε­πι­μέ­ρους “άρ­θρα κοι­νω­νι­κού προ­βλη­μα­τι­σμού”. Το ε­ντάσ­σει σε μία σει­ρά δη­μο­σιευ­μά­των του Κο­νε­μέ­νου, στα ο­ποία ε­κεί­νος α­να­πτύσ­σει τις κοι­νω­νι­κές του α­πό­ψεις, με πρώ­το, το “βι­βλια­ρά­κι” του 1876, «Η Οι­κο­γέ­νεια», και τε­λευ­ταίο την “αυ­το­βιο­γρα­φι­κή και σα­τι­ρι­κή” έως και “πι­κρό­χο­λη” «Δια­θή­κη» του 1901. Πα­ρα­τη­ρεί, ε­πί­σης, ό­τι, ε­νώ οι α­σχο­λού­με­νοι με το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα πρό­σε­ξαν τα δυο γλωσ­σι­κά του δο­κί­μια, οι ι­στο­ρι­κοί των σο­σια­λι­στι­κών ι­δεών και του σο­σια­λι­στι­κού κι­νή­μα­τος α­γνό­η­σαν τα κοι­νω­νι­κά του δο­κί­μια, ι­δίως το συ­γκε­κρι­μέ­νο. Σε με­τα­γε­νέ­στε­ρο άρ­θρο του, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1993, στα ε­κα­τό χρό­νια α­πό τη γρα­φή του δο­κι­μίου, ο Αλι­σαν­δρά­τος ε­στιά­ζει στο κα­τα­λη­κτι­κό μέ­ρος του, ό­που ο Κο­νε­μέ­νος προ­τεί­νει την ί­δρυ­ση μίας “κομ­μου­νι­στι­κής κοι­νό­τη­τας χι­λίων α­τό­μω­ν”, ώ­στε να δο­κι­μα­στούν οι ι­δέες και να φα­νεί κα­τά πό­σο το σύ­στη­μα εί­ναι ε­φαρ­μό­σι­μο. Ορα­μα­τι­ζό­ταν μία κοι­νω­νία ου­σια­στι­κά πο­λι­τι­σμέ­νη και ό­χι μό­νο κα­τ’ ό­νο­μα, ό­πως ή­ταν η δι­κή του.

Φω­τει­νές α­πό­ψεις

Ο Αλι­σαν­δρά­τος, σε μία α­πό τις πρώ­τες με­λέ­τες του για τον Κο­νε­μέ­νο, α­σχο­λεί­ται με τις γλωσ­σι­κές α­πό­ψεις του, ό­πως ε­κεί­νος τις έ­χει δια­τυ­πώ­σει στα δυο βα­σι­κά γλωσ­σι­κά του με­λε­τή­μα­τα, του 1873 και του 1875. Συ­γκρα­τεί ως τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τρία ση­μεία: Πρώ­τον, “η κοι­νή νε­ο­ελ­λη­νι­κή εί­ναι γνή­σιο γέν­νη­μα της αρ­χαίας και έ­χει ί­σα δι­καιώ­μα­τα με αυ­τή­ν”. Δεύ­τε­ρον, εί­ναι “πο­λύ φυ­σι­κό η γλώσ­σα της ποίη­σης – και αυ­τή στα Επτά­νη­σα ή­ταν η δη­μο­τι­κή – να εί­ναι και γλώσ­σα της πε­ζο­γρα­φίας, έ­ντε­χνης και μη”. Και τρί­τον, “να πά­ρου­με α­πό την αρ­χαία (ε­πο­μέ­νως και α­πό την κα­θα­ρεύου­σα) ό­σα λό­για στοι­χεία μας χρειά­ζο­νται”. Στη συ­νέ­χεια, στα­χυο­λο­γεί κι άλ­λες εν­δια­φέ­ρου­σες α­πό­ψεις, με γνω­στό­τε­ρη, χά­ρις στον Λο­ρέ­ντζο Μα­βί­λη που την εκ­στό­μι­σε α­πό τα βου­λευ­τι­κά έ­δρα­να, την α­πό­φαν­ση ό­τι “υ­πάρ­χει χυ­δαίο ύ­φος και χυ­δαίος τρό­πος, ό­χι χυ­δαία γλώσ­σα”. Επι­ση­μαί­νει ό­τι αυ­τά τα δυο γλωσ­σι­κά με­λε­τή­μα­τα προ­η­γή­θη­καν κα­τά μία δε­κα­πε­ντα­ε­τία του βι­βλίου του Ψυ­χά­ρη, «Το τα­ξί­δι μου». 
Άξια σχο­λια­σμού εί­ναι η αμ­φι­λε­γό­με­νη στά­ση που κρά­τη­σε ο Χιώ­της λό­γιος α­πέ­να­ντι σε αυ­τές τις “φω­τει­νές α­πό­ψεις” του προ­δρό­μου του. Για χρό­νια τον α­γνό­η­σε, και μό­νο πο­λύ αρ­γά, με­τά το 1903 και τον ε­γκω­μια­στι­κό σχο­λια­σμό α­πό τον ελ­λη­νι­στή Καρλ Κρου­μπά­χε­ρ, άρ­χι­σε να τον μνη­μο­νεύει. Αν και με συ­γκα­τά­βα­ση, σαν “τον α­γα­θό μας γέ­ρο Κο­νε­μέ­νο και τη μι­σο­γλωσ­σιά του”. Πά­ντως, ο Κο­νε­μέ­νος, μέ­χρι τέ­λους, ε­πέ­μει­νε στο μέ­σο δρό­μο με­τα­ξύ κα­θα­ρεύου­σας και ψυ­χα­ρι­κής δη­μο­τι­κής. Όσο για τον Ψυ­χά­ρη, ευ­νοή­θη­κε α­πό τις συ­γκυ­ρίες. Ο Κο­νε­μέ­νος α­πε­βίω­σε την 1η Μαρ­τίου 1907, ε­νώ ο Ψυ­χά­ρης, 22 χρό­νια νεό­τε­ρος, α­πε­βίω­σε 22 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, κα­τέ­χο­ντας μέ­χρι τέ­λους την κα­θη­γη­τι­κή έ­δρα, πα­ρά τα 75 έ­τη του. Ήταν ά­ρα α­να­με­νό­με­νο να σβή­σει τον Επτα­νή­σιο α­πό τον γλωσ­σι­κό χάρ­τη. Ασχέ­τως αν εί­χε ο και­ρός γυ­ρί­σμα­τα για τον Κο­νε­μέ­νο. “Φω­στή­ρα της Επτα­νή­σου”, τον α­πο­κα­λεί ο Μα­λα­κά­σης στο νε­κρο­λό­γη­μά του. Ενώ, ο πρό­σφα­τος τό­μος ξε­κι­νά­ει με τις γλωσ­σι­κές του α­πό­ψεις. Το χρο­νο­λο­γι­κά πρώ­το κεί­με­νο του Αλι­σαν­δρά­του, του 1976, εί­ναι α­πό­σπα­σμα α­πό ε­κτε­νέ­στε­ρη με­λέ­τη του για την ποίη­ση τ῾῾ου Βα­λαω­ρί­τη. Ανα­φέ­ρε­ται σε μία α­πό τις ύ­στε­ρες, γλωσ­σι­κές α­πό­ψεις του Κο­νε­μέ­νου. Το 1905, υ­πο­στή­ρι­ζε πως η δη­μο­τι­κή εί­χε ε­πι­σή­μως κα­θιε­ρω­θεί ως η μό­νη γλώσ­σα της ποίη­σης α­πό την 25η Μαρ­τίου 1872, ό­ταν ο Βα­λαω­ρί­της, κα­τό­πιν προ­σκλή­σεως της Συ­γκλή­του του Πα­νε­πι­στη­μίου, α­πήγ­γει­λε τον «Ύμνον στον Πα­τριάρ­χη». Κα­τά τα άλ­λα, ο Κο­νε­μέ­νος θεω­ρού­σε την ποίη­ση του Βα­λαω­ρί­τη πα­ρω­χη­μέ­νη και το συ­γκε­κρι­μέ­νο ποίη­μα “τε­ρα­τώ­δες”. 
Ο Κο­νε­μέ­νος ή­ταν ο ί­διος ποιη­τής, α­σχέ­τως αν ι­στο­ρι­κοί και αν­θο­λό­γοι τον προ­σπερ­νούν. Στο Συ­μπό­σιο προς τι­μήν του, που διορ­γα­νώ­θη­κε στη γε­νέ­τει­ρά του, την Πρέ­βε­ζα, Σε­πτ. 1994, στις 15 ει­ση­γή­σεις, οι πέ­ντε α­φο­ρού­σαν τον ποιη­τή, με πρώ­το ο­μι­λη­τή τον Αλι­σαν­δρά­το. Στον πρό­σφα­το τό­μο α­να­δη­μο­σιεύε­ται η ει­σή­γη­σή του, ό­που, κα­τα­λή­γο­ντας, υ­πό­σχε­ται “ι­διαί­τε­ρη έκ­δο­ση των ποιη­μά­των με α­να­λυ­τι­κά σχό­λια”. Αυ­τή δεν πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε, ό­πως και ο δεύ­τε­ρος τό­μος των Απά­ντων του, που ο Βα­λέ­τας κα­θυ­στε­ρού­σε, α­να­ζη­τώ­ντας, με­τα­ξύ άλ­λων, την ποιη­τι­κή συλ­λο­γή που ο Κο­νε­μέ­νος εί­χε εκ­δώ­σει το 1879, στην Αθή­να, με τα αρ­χι­κά του. Πρό­κει­ται για ε­πτά ποιή­μα­τα, που α­να­δη­μο­σιεύο­νται διορ­θω­μέ­να, ως ε­πι­λο­γή α­πό τα ποιή­μα­τα των τριών πρώ­των φυλ­λα­δίων της πε­ντα­ε­τίας 1863-67. Εκτός αυ­τών, στη με­λέ­τη του Αλι­σαν­δρά­του κα­τα­γρά­φε­ται το σύ­νο­λο της πε­ριο­ρι­σμέ­νης ποιη­τι­κής του σο­δειάς. Σχο­λιά­ζο­νται τα ε­κτε­νέ­στε­ρα, ε­νώ δια­τυ­πώ­νε­ται α­πε­ρί­φρα­στα η ε­τυ­μη­γο­ρία του με­λε­τη­τή: “Ο Κο­νε­μέ­νος δεν ή­ταν ποιη­τής. Η κρι­τι­κή του ο­ξυ­δέρ­κεια ή­ταν με­γά­λη, αλ­λά οι ποιη­τι­κές του δυ­νά­μεις πο­λύ μι­κρές”. Πε­ρισ­σό­τε­ρο γεν­ναιό­δω­ρος στέ­κε­ται ο Πα­λα­μάς στη νε­κρο­λο­γία του Κο­νε­μέ­νου, ό­που τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει, “τρυ­φε­ρό, πο­νε­μέ­νο, πλα­τω­νι­κό, δα­κρυο­στά­λα­χτο”. 
“Ηπει­ρώ­της με ε­πτα­νη­σια­κή καλ­λιέρ­γεια” ο Κο­νε­μέ­νος, δεν κά­νει την πρώ­τη του εμ­φά­νι­ση με ποίη­μα, πε­ζό ή δο­κί­μιο, αλ­λά με έ­να η­πει­ρώ­τι­κο γλωσ­σά­ρι, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πε­ριο­δι­κό «Παν­δώ­ρα». Ο Αλι­σαν­δρά­τος σκια­γρα­φεί τη γε­νο­λό­γιά του, τον βου­νί­σιο πα­τρι­κό κλά­δο και τον μη­τρι­κό, ό­πως με­τα­φυ­τεύ­τη­κε α­πό τη Σι­κε­λία στη Λευ­κά­δα, εξ ου και το ε­πί­θε­το Σι­κε­λια­νοί. Ετυ­μο­λο­γεί και το ε­πί­θε­το Κο­νε­μέ­νος, ε­νώ α­να­ζη­τά στο έρ­γο του την Πρέ­βε­ζα. Πα­ρα­δό­ξως εί­ναι πολ­λές οι σκόρ­πιες α­να­φο­ρές, πα­ρό­λο που έ­φυ­γε βρέ­φος και πο­τέ δεν ε­πέ­στρε­ψε. 

Ο αλ­λη­λο­γρά­φος

Στον πρό­λο­γο του πρώ­του τό­μου των Απά­ντων Κο­νε­μέ­νου, ο Βα­λέ­τας ση­μειώ­νει: “Πε­ρι­μέ­νω α­κό­μα να δο­θούν γρή­γο­ρα τα προς Λα­σκα­ρά­τον γράμ­μα­τα, για να τα πε­ρι­λά­βω στο Β΄ τό­μο.” Αυ­τά τα γράμ­μα­τα τα πρω­το­δη­μο­σίευ­σε ο Αλι­σαν­δρά­τος ως δεύ­τε­ρο τό­μο στη Σει­ρά Με­λε­τών της Εται­ρείας Κε­φαλ­λη­νια­κών Ιστο­ρι­κών Ερευ­νών, το 1996. Τό­τε εί­χα­με πα­ρου­σιά­σει την έκ­δο­ση, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται, «Ανέκ­δο­τα γράμ­μα­τα του Ν. Κο­νε­μέ­νου προς Ανδρέα Λα­σκα­ρά­το (1860-1861, 1863)». Στον πρό­σφα­το τό­μο α­να­δη­μο­σιεύο­νται, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας το κε­φά­λαιο Κο­νε­μέ­νος. Το κυ­ρίως σώ­μα εί­ναι 24 γράμ­μα­τα της διε­τίας 1860-1861, τα ο­ποία α­ντα­να­κλούν την ο­ξύ­τα­τη πο­λι­τι­κή δια­μά­χη α­νά­με­σα σε “πα­λαιούς” ρι­ζο­σπά­στες και “ε­νω­τι­στές” ή και “ψευ­δο­ρι­ζο­σπά­στες” ε­κεί­νης της πε­ριό­δου. Αντι­θέ­τως, τα δυο της διε­τίας 1863-64 εί­ναι γύ­ρω α­πό τη “διε­στραμ­μέ­νη” στι­χουρ­γία του, ό­πως ο ί­διος την α­πο­κα­λεί. Απα­ραί­τη­το βοή­θη­μα για τον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη των ε­πι­στο­λών συ­νι­στούν η ει­σα­γω­γή και οι ε­κτε­νείς ση­μειώ­σεις του Αλι­σαν­δρά­του, κα­θώς και η συ­να­γω­γή με­λε­τη­μά­των του για τον Επτα­νη­σια­κό Ρι­ζο­σπα­στι­σμό. Πρό­κει­ται για μία φι­λία δι’ αλ­λη­λο­γρα­φίας, που κάρ­πι­σε πα­ρά την η­λι­κια­κή δια­φο­ρά μίας ει­κο­σα­ε­τίας χά­ρις στην ι­δε­ο­λο­γι­κή τους συ­στρά­τευ­ση ε­να­ντίον των “ψευ­δο­ρι­ζο­σπα­στώ­ν”. Και βε­βαίως, χά­ρις στις ε­φη­με­ρί­δες τους, τον «Εω­σφό­ρο» του Κο­νε­μέ­νου και τον «Λύ­χνο» του Λα­σκα­ρά­του, μέ­σω των ο­ποίων α­σκού­σαν την πο­λε­μι­κή τους.  
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, χω­ρίς την “α­να­στύ­λω­ση” του Βα­λέ­τα και τις με­λέ­τες του Αλι­σαν­δρά­του, ο Νι­κό­λα­ος Κο­νε­μέ­νος ου­σια­στι­κά δεν θα υ­πήρ­χε. Θα πα­ρέ­με­νε μία θο­λή και ελ­λι­πής πα­ρου­σία. 

 Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/1/2014.