Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Το ερυθρόν ανθύλλιον

Β. Μ. Γκάρ­σι­ν
«Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι»
Με­τά­φρα­ση:
Δημ. Β. Τρια­ντα­φυλ­λί­δης
Εκδό­σεις Πό­λις
Μάρ­τιος 2014    

Στη με­τά­φρα­ση ε­νός πε­ζού, κα­τά κα­νό­να, δεν δί­νε­ται η α­νά­λο­γη ση­μα­σία. Κι ό­μως, το με­τά­φρα­σμα εί­ναι αυ­τό που δια­βά­ζου­με. Για τη λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα του πρω­τό­τυ­που στη­ρι­ζό­μα­στε α­να­γκα­στι­κά στις α­πό­ψεις των ο­μό­γλωσ­σων του συγ­γρα­φέα. Ιδίως, ό­ταν πρό­κει­ται για μία γλώσ­σα ό­πως τα ρω­σι­κά, που λι­γο­στοί, του­λά­χι­στον α­να­λο­γι­κά με τους αγ­γλο­μα­θείς ή και γαλ­λο­μα­θείς, κα­τέ­χουν στο βαθ­μό να εί­ναι σε θέ­ση να ε­κτι­μή­σουν το ύ­φος. Γι’ αυ­τό το λό­γο εί­ναι ευ­πρόσ­δε­κτες οι πέ­ραν της μίας με­τα­φρά­σεις στην πε­ρί­πτω­ση α­ξιό­λο­γων έρ­γων. Πό­σω μάλ­λον ό­ταν πρό­κει­ται για έ­να διή­γη­μα, που α­νή­κει στην πα­ρα­κα­τα­θή­κη των κλα­σι­κών, ό­πως «Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι» του Βσέ­βο­λο­ντ Μι­χαή­λο­βι­τς Γκάρ­σιν. Δυ­στυ­χώς, μό­νο ε­πι­λε­κτι­κά γνω­ρί­ζου­με τις προ­η­γού­με­νες α­πο­δό­σεις του, κα­θώς οι ε­κά­στο­τε με­τα­φρα­στές και ε­πι­με­λη­τές δεν δί­νουν το ι­στο­ρι­κό τους. Δεν α­ξιο­λο­γούν να μνη­μο­νεύ­σουν ού­τε καν την πρώ­τη με­τά­φρα­ση. 
Πά­ντως, το εν λό­γω διή­γη­μα έ­χει α­πό πο­λύ νω­ρίς με­τα­φρα­στεί στα κα­θ’ η­μάς και δη­μο­σιευ­θεί σε πε­ριο­δι­κά. Επί­σης, έ­χει, κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη, συ­μπε­ρι­λη­φθεί σε συλ­λο­γές διη­γη­μά­των του Γκάρ­σιν, ό­που συ­νή­θως προ­τάσ­σε­ται και με αυ­τό τιτ­λο­φο­ρεί­ται η συλ­λο­γή. Μία, πι­θα­νώς, α­πό τις πρώ­τες, με έ­ξι διη­γή­μα­τα και τίτ­λο, «Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι και άλ­λα διη­γή­μα­τα», κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1921, σε με­τά­φρα­ση Άννας Στα­μα­τε­λά­του, χω­ρίς να προσ­διο­ρί­ζε­ται α­πό ποια γλώσ­σα έ­γι­νε η με­τά­φρα­ση. Ενώ, στην τε­λευ­ταία συλ­λο­γή με αυ­τόν τον τίτ­λο, του 2006, η με­τά­φρα­ση της Τά­νιας Ια­κώ­βου-Ραχ­μα­τού­λι­να εί­ναι α­πό το πρω­τό­τυ­πο. Όπως και μία α­πό τις πρώ­τες με­τα­πο­λε­μι­κές, της Κο­ρα­λίας Μα­κρή. Μό­νο που σε αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη, το προ­βά­δι­σμα δί­νε­ται σε έ­τε­ρο διή­γη­μα α­πό τα συ­νο­λι­κά τέσ­σε­ρα, που συ­στε­γά­ζο­νται, με τον τίτ­λο, «Καλ­λι­τέ­χνες». Στην έκ­δο­ση του 2006, πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται τα έ­ξι ε­κεί­νης του 1921 («Τέσ­σε­ρις μέ­ρες», «Ένα πο­λύ σύ­ντο­μο ρο­μά­ντζο», «Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι», «Ένα πε­ρι­στα­τι­κό», «Νά­ντιαζ­ντα Νι­κο­λά­γιεβ­να», «Το πα­ρα­μύ­θι του βα­τρά­χου και του ρό­δου») και α­κό­μη τρία («Attalea princeps», «Αυ­τό που δεν έ­γι­νε», «Το σι­νιά­λο»), σε  αυ­τά, η με­τα­πο­λε­μι­κή προ­σθέ­τει μό­νο έ­να, το ο­μό­τιτ­λο. Έτσι, α­πό τα εί­κο­σι διη­γή­μα­τα, που ο Γκάρ­σιν φέ­ρε­ται να έ­χει συ­νο­λι­κά δη­μο­σιεύ­σει, ε­μείς γνω­ρί­ζου­με δη­μο­σιευ­μέ­να στη γλώσ­σα μας μό­λις τα μι­σά.  
Στην πρό­σφα­τη έκ­δο­ση, το διή­γη­μα δη­μο­σιεύε­ται μό­νο του. Ίσως εί­ναι η πρώ­τη ελ­λη­νι­κή του α­πό­δο­ση, που αυ­το­νο­μεί­ται σε βι­βλίο. Του α­ξί­ζει, κα­θώς πρό­κει­ται για μία α­πό τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ι­στο­ρίες τρέ­λας της πα­λαιό­τε­ρης ρω­σι­κής λο­γο­τε­χνίας, η ο­ποία, ως γνω­στόν, έ­χει να ε­πι­δεί­ξει την ε­κλε­κτό­τε­ρη σο­δειά αυ­τής της ι­διά­ζου­σας θε­μα­τι­κά πε­ριο­χής. «Το κόκ­κι­νο λου­λου­δι», δη­μο­σιευ­μέ­νο για πρώ­τη φο­ρά το 1883, το­πο­θε­τεί­ται σε έ­να ευ­ρύ φά­σμα πα­ρό­μοιων ι­στο­ριών, που θα μπο­ρού­σε να ο­ριο­θε­τη­θεί με δυο α­πό τα γνω­στό­τε­ρα πε­ζά με ή­ρωες ψυ­χω­τι­κούς, «Το η­με­ρο­λό­γιο ε­νός τρε­λού» του Γκό­γκο­λ, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1835, και το «Θά­λα­μος Νο 6» του Τσέ­χωφ, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1892, που α­πο­τέ­λε­σε στρο­φή στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του συγ­γρα­φέα του. Στο διή­γη­μα του Τσέ­χωφ υ­πάρ­χουν ε­πι­δρά­σεις α­πό «Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι». Και τα δυο δια­δρα­μα­τί­ζο­νται σε έ­να ψυ­χια­τρι­κό ά­συ­λο, μό­νο που στου Τσέ­χωφ η έμ­φα­ση δί­νε­ται στην κοι­νω­νι­κή κρι­τι­κή. Κα­τά κα­λή σύ­μπτω­ση, τα δυο διη­γή­μα­τα μπο­ρούν να δια­βα­στούν πα­ράλ­λη­λα, κα­θώς το «Θά­λα­μος Νο 6» ε­πα­νεκ­δό­θη­κε πρό­σφα­τα σε με­τά­φρα­ση Άρη Αλε­ξάν­δρου. Επε­τεια­κή έκ­δο­ση για τα πε­νή­ντα χρό­νια α­πό την πρώ­τη έκ­δο­ση της εν λό­γω με­τά­φρα­σης του διη­γή­μα­τος. 
Ο Γκάρ­σιν α­φιε­ρώ­νει το διή­γη­μά του “στη μνή­μη του Ιβάν Σερ­γκέ­γιε­βι­τς Τουρ­γκέ­νιε­φ”, που τον γνώ­ρι­ζε και μά­λι­στα, σε μία κρί­σι­μη για ε­κεί­νον πε­ρίο­δο εί­χε βρει κα­τα­φύ­γιο στο κτή­μα του. Έτσι έ­χου­με εμ­μέ­σως μία α­κρι­βέ­στε­ρη χρο­νο­λό­γη­ση της πρώ­της δη­μο­σίευ­σης του διη­γή­μα­τος, για την ο­ποία δεν δί­νε­ται ού­τε το έ­ντυ­πο ού­τε η α­κρι­βής η­με­ρο­μη­νία. Ο Τουρ­γκέ­νιεφ α­πε­βίω­σε στις 3 Σεπ. 1883, σε η­λι­κία 65 ε­τών. Οπό­τε το διή­γη­μα θα πρέ­πει να δη­μο­σιεύ­τη­κε προς το τέ­λος ε­κεί­νης της χρο­νιάς, που α­να­φέ­ρε­ται ως μία α­πό τις λί­γες ευ­τυ­χι­σμέ­νες στο σύ­ντο­μο βίο του Γκάρ­σιν. Με μία δεύ­τε­ρη α­φιέ­ρω­ση συ­μπλη­ρώ­νε­ται η ά­λυ­σος α­πό­τι­σης φό­ρου τι­μής α­νά­με­σα στους τρεις Ρώ­σους διη­γη­μα­το­γρά­φους, τον πρε­σβύ­τε­ρο κα­τά μία και πλέ­ον γε­νιά Τουρ­γκέ­νιεφ και τους δυο νεό­τε­ρους. Ο Τσέ­χω­φ, πέ­ντε χρό­νια μι­κρό­τε­ρος του Γκάρ­σιν, ό­ταν ε­κεί­νος πε­θαί­νει, α­φιε­ρώ­νει στη μνή­μη του έ­να διή­γη­μά του. 
Συμ­με­τρι­κά, στο ευ­ρω­παϊκό στε­ρέω­μα της διη­γη­μα­το­γρα­φίας, πέ­ντε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος του Γκάρ­σιν ο Γάλ­λος διη­γη­μα­το­γρά­φος Γκυ ντε Μω­πασ­σάν, συμ­βα­δί­ζει μα­ζί του. Με έ­να χρό­νο δια­φο­ρά δη­μο­σιεύουν το πρώ­το τους διή­γη­μα. Να θυ­μί­σου­με πως ο Μω­πασ­σάν εί­ναι συ­νο­μή­λι­κος της δι­κής μας δυά­δας, Βι­ζυη­νού - Πα­πα­δια­μά­ντη. Για ό­σους τους γο­η­τεύουν οι συ­μπτώ­σεις, αυ­τοί οι τρεις γεν­νή­θη­καν σε διά­στη­μα δυο ε­τώ­ν: Βι­ζυη­νός 8 Μαρ. 1849, Μω­πασ­σάν 24 Ιουλ. 1850, Πα­πα­δια­μά­ντης 4 Μαρ. 1851. Ο Μω­πασ­σάν, ό­πως και ο Γκάρ­σιν, έ­γρα­ψε με­ρι­κά ε­κλε­κτά διη­γή­μα­τα με θέ­μα την τρέ­λα. Σε α­ντί­θε­ση με τον Βι­ζυη­νό, ε­πί­σης νο­σού­ντα, που δεν ά­φη­σε ι­στο­ρίες τρέ­λας. Γε­νι­κό­τε­ρα στα κα­θ’ η­μάς, πα­ρό­τι δεν έ­λει­ψαν οι κα­τά και­ρούς θα­μώ­νες του Δρο­μο­καΐτειου, αυ­τοί “οι ω­ραίοι τρε­λοί”, με­ρι­κοί α­πό τους ο­ποίους έ­γρα­ψαν α­πό τις ω­ραιό­τε­ρες ι­στο­ρίες, δεν ά­φη­σαν ι­στο­ρίες τρέ­λας. Με­τα­ξύ Γκάρ­σιν και Βι­ζυη­νού, έ­να κοι­νό ση­μείο εί­ναι ο μι­κρός α­ριθ­μός διη­γη­μά­των τους. Γύ­ρω στα εί­κο­σι ο Ρώ­σος, ό­λα σε έ­κτα­ση διη­γή­μα­τος. Πέ­ντε ο Βι­ζυη­νός, αλ­λά ε­κτε­νή, θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ριστούν νου­βέ­λες. Όπως και να έ­χει, και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, έ­νας τό­μος αρ­κεί.
Αλλά ποιος εί­ναι αυ­τός ο μάλ­λον ά­γνω­στος σή­με­ρα Ρώ­σος συγ­γρα­φέ­ας, που η ι­στο­ρι­κός της ρω­σι­κής λο­γο­τε­χνίας Ρουθ Τσέρ­νο­βα χα­ρα­κτη­ρί­ζει, στο α­πό­σπα­σμα που ε­πι­λέ­γε­ται ως ε­πί­με­τρο του πρό­σφα­του βι­βλια­ρίου, ως “ε­λάσ­σο­να κλα­σι­κό”; Κι αυ­τός έ­νας ψυ­χα­σθε­νής. Όχι θύ­μα α­φρο­δί­σιου νο­σή­μα­τος ό­πως οι Βι­ζυη­νός και Μω­πασ­σάν, αλ­λά  λό­γω κλη­ρο­νο­μι­κό­τη­τας, α­πό την πλευ­ρά του πα­τέ­ρα του. Κα­τά μία εκ­δο­χή, ή­ταν πα­ρών, ο­κτώ ε­τών, ό­ταν ε­κεί­νος αυ­το­κτό­νη­σε. Οι μα­νιο­κα­τα­θλι­πτι­κές κρί­σεις άρ­χι­σαν να εμ­φα­νί­ζο­νται α­πό νω­ρίς, ή­δη α­πό την ε­φη­βεία. Οι πε­ρίο­δοι ε­γκλει­σμού σε ψυ­χια­τρι­κά ι­δρύ­μα­τα ε­ναλ­λάσ­σο­νταν με δια­στή­μα­τα κα­νο­νι­κού βίου, κα­τά τα ο­ποία έ­γρα­φε μα­νιω­δώς. Το γρά­ψι­μο, ό­μως, τον α­να­στά­τω­νε, τα­ρά­ζο­ντας  την ευαί­σθη­τη ι­σορ­ρο­πία του. 
Τα πρώ­τα του δη­μο­σιεύ­μα­τα εί­ναι τε­χνο­κρι­τι­κά άρ­θρα και ποιή­μα­τα. Ο Γκάρ­σιν, γεν­νη­μέ­νος το 1855, στά­θη­κε έ­νας μύ­θος για τους νεό­τε­ρους. Ο πρω­το­πό­ρος Ρώ­σος θε­α­τράν­θρω­πος Μέ­γερ­χολ­ντ, εί­κο­σι χρό­νια μι­κρό­τε­ρος του Γκάρ­σιν, άλ­λα­ξε το βα­πτι­στι­κό του, υιο­θε­τώ­ντας το δι­κό του. Γιος α­ξιω­μα­τι­κού ο Γκάρ­σιν, καί­τοι νε­α­ρός υ­πήρ­ξε ει­ρη­νι­στής, κα­τε­τά­γη ε­θε­λο­ντής, ως χρέ­ος στη μνή­μη του α­ξιω­μα­τι­κού πα­τέ­ρα του, στον ρω­σο­τουρ­κι­κό πό­λε­μο του 1877-78. Αί­σθη­ση προ­κά­λε­σε έ­να α­πό τα πρώ­τα διη­γή­μα­τά του, «Οι τέσ­σε­ρις μέ­ρες», ό­που ο ή­ρωάς του μέ­νει πλη­γω­μέ­νος στο πε­δίο της μά­χης ε­πί τέσ­σε­ρις η­μέ­ρες. Στον ε­σω­τε­ρι­κό μο­νό­λο­γο, α­ντα­να­κλώ­νται τα βιώ­μα­τα του συγ­γρα­φέα, που πλη­γώ­θη­κε σε μία α­πό τις τε­λευ­ταίες μά­χες ε­κεί­νου του Πο­λέ­μου, μέ­νο­ντας ε­πί τό­που α­βοή­θη­τος, πρό­σω­πο με πρό­σω­πο με τον Οθω­μα­νό στρα­τιώ­τη, που εί­χε πέ­σει νε­κρός α­πό δι­κή του σφαί­ρα. 
Ο Γκάρ­σιν μό­λις που πρό­λα­βε να συ­μπλη­ρώ­σει τα 33. Στις 19 Μαρ. 1888, στην Αγία Πε­τρού­πο­λη, πη­δά­ει στο κλι­μα­κο­στά­σιο, α­πό το κε­φα­λό­σκα­λο του δια­με­ρί­σμα­τός του στον πέ­μπτο ό­ρο­φο. Απο­βιώ­νει πέ­ντε η­μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα. Τό­σο η αυ­το­κτο­νία του ό­σο και η πί­στη του στο κα­λό και το ω­ραίο γο­η­τεύουν τη ρω­σι­κή δια­νό­η­ση στο γύ­ρι­σμα προς τον 20ό αιώ­να  Η διά­χυ­τη α­παι­σιο­δο­ξία στα διη­γή­μα­τά του α­πη­χεί τα αι­σθή­μα­τα των πρώ­των Ρώ­σων σο­σια­λι­στών. Ενστερ­νι­ζό­με­νοι οι Να­ρό­ντνι­κοι, ό­πως α­πο­κα­λού­νται, μαρ­ξι­στι­κές ι­δέες, ε­πε­δίω­ξαν α­γρο­τι­κή κι­νη­το­ποίη­ση, αλ­λά προ­σέ­κρου­σαν στην πα­θη­τι­κό­τη­τα των μου­ζί­κων. Στα διη­γή­μα­τα, πο­λι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές α­να­φο­ρές μέ­νουν λαν­θά­νου­σες στις πα­ρα­μυ­θι­κής υ­φής αλ­λη­γο­ρίες. Με α­πο­τέ­λε­σμα, κα­μία ερ­μη­νεία τους να μην εί­ναι τε­λε­σί­δι­κη, ό­πως και κα­μία ε­ξι­στό­ρη­ση της ζωής του α­ξιό­πι­στη. Για τον βίο και το έρ­γο του υ­πάρ­χουν πα­ρα­πλή­σιες, κά­πο­τε και α­ντι­κρουό­με­νες εκ­δο­χές, κά­τι που φαί­νε­ται εν μέ­ρει στον πρό­λο­γο και το ε­πί­με­τρο της πρό­σφα­της έκ­δο­σης.  
«Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι» εί­ναι τυ­πι­κό του εί­δους διη­γή­μα­τος και του τύ­που του ε­σω­τε­ρι­κού μο­νό­λο­γου, που ο Γκάρ­σιν καλ­λιέρ­γη­σε. Ο ή­ρωάς του θυ­μί­ζει τον Δον Κι­χώ­τη, που ε­κλαμ­βά­νει τους α­νε­μό­μυ­λους για γί­γα­ντες και χυ­μά­ει ε­να­ντίον τους με α­κό­ντιο και α­σπί­δα. Αυ­τός ε­πι­τί­θε­ται σε δυο κα­τα­κόκ­κι­να λου­λού­δια, που εί­χαν φυ­τρώ­σει στον κή­πο του ψυ­χια­τρείου, κα­θώς σε αυ­τά βλέ­πει εν­σω­μα­τω­μέ­νο ό­λο το κα­κό της αν­θρω­πό­τη­τας. Αυ­το­προ­σώ­πως τον Αρι­μάν, τον θεό του θα­νά­του στη ζω­ρο­α­στρι­κή λα­τρεία, που φέ­ρε­ται ως μια μυ­στη­ριώ­δης ό­σο και τρο­μα­κτι­κή ύ­παρ­ξη, ε­χθρι­κή προς τον Θεό. Για τον ε­αυ­τό του, φα­ντα­σιώ­νει πως εί­ναι ο α­να­με­νό­με­νος Μεσ­σίας, ο αν­δρείος, που θα α­φα­νί­σει το κα­κο­ποιό πνεύ­μα. Εί­ναι έ­τοι­μος να θυ­σια­στεί. Με­τά την πρώ­τη μά­χη, ξε­ρι­ζώ­νο­ντας το έ­να λου­λού­δι, πέ­φτει ε­ξαν­τλη­μέ­νος. Συ­νέρ­χε­ται και συ­νε­χί­ζει. Το κό­ψι­μο ε­νός τρί­του λου­λου­διού, που μό­λις έ­χει προ­βάλ­λει, γί­νε­ται νύ­χτα, ό­ταν ο φύ­λα­κας α­πο­κοι­μιέ­ται. Η πε­ρι­γρα­φή του ά­θλου του εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κή. Κα­τορ­θώ­νει να λύ­σει τα δε­σμά του, που ση­μαί­νει να α­παλ­λα­γεί α­πό τον ζουρ­λο­μαν­δύα. Να πε­ρά­σει μέ­σα α­πό το κα­γκε­λό­φρα­κτο πα­ρά­θυ­ρο, να πη­δή­ξει τον φρά­χτη, γρα­τσου­νι­σμέ­νος να κό­ψει το άν­θος και να ε­πι­στρέ­ψει. Το άλ­λο πρωί, στο νε­κρό πλέ­ον πρό­σω­πό του έ­χει α­πο­τυ­πω­θεί ο θρίαμ­βος του νι­κη­τή. Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι εί­ναι το τρό­παιο μίας μά­χης, νο­ε­ρής μεν αλ­λά, ό­χι γι’ αυ­τό, λι­γό­τε­ρο ά­γριας. Κα­τά μία αλ­λη­γο­ρι­κή α­νά­γνω­ση, εί­ναι έ­νας ε­πα­να­στά­της, δέ­σμιος, που υ­φί­στα­ται βα­σα­νι­στή­ρια. Άλλω­στε, η νο­ση­λεία στα ψυ­χια­τρι­κά ά­συ­λα ε­κεί­νης της ε­πο­χής α­κο­λου­θού­σε τις κα­τα­σταλ­τι­κές με­θό­δους της φυ­λα­κής. 
Η α­ξία του διη­γή­μα­τος ε­ντο­πί­ζε­ται στη δύ­να­μη της υ­πο­βο­λής που δια­θέ­τει η α­φή­γη­ση. Πέ­ραν της σημασίας που έ­χει ως μαρ­τυ­ρία για το πώς έ­νας ψυ­χω­τι­κός συ­νει­δη­το­ποιεί την α­σθέ­νειά του. Λ.χ., πε­ρι­γρά­φει τη σύ­ντο­μη α­να­λα­μπή διαύ­γειας κα­τά το πρωι­νό ξύ­πνη­μα, προ­τού κα­τα­κλυ­σθεί α­πό τους ε­ρε­θι­σμούς των ε­ξω­γε­νών ε­ντυ­πώ­σεων, που ε­πα­να­φέ­ρουν την κα­τά­στα­ση της πα­ρά­νοιας. Ακό­μη, αι­σθη­το­ποιεί τις τε­ρά­στιες σω­μα­τι­κές δυ­νά­μεις, οι ο­ποίες δα­πα­νώ­νται με την υ­πε­ρε­νερ­γη­τι­κό­τη­τα, που προ­κα­λεί μία ψυ­χω­τι­κή κρί­ση. Τέ­λος, α­να­συ­σταί­νει κα­τά μο­να­δι­κό τρό­πο την α­πο­πνι­κτι­κή α­τμό­σφαι­ρα του ψυ­χια­τρι­κού α­σύ­λου, α­νυ­πό­φο­ρα κα­τα­πιε­στι­κή, ό­πως ε­κεί­νη που ε­πι­κρα­τεί σε χώ­ρους βα­σα­νι­σμού.
Η νέα με­τά­φρα­ση δεν ε­πι­διώ­κει την αυ­το­λε­ξεί α­πό­δο­ση αλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο φρο­ντί­ζει την αι­σθη­τι­κή της α­φή­γη­σης. Η προ­σπά­θεια εκ­συγ­χρο­νι­σμού κά­ποιων ό­ρων ξε­νί­ζει. Λ.χ., α­να­φέ­ρε­ται ό­τι “ο Γκάρ­σιν γεν­νή­θη­κε στην ε­παρ­χία Μπαχ­μού­τσκι” α­ντί σε κω­μό­πο­λη της πε­ρι­φέ­ρειας του Αι­κα­τε­ρί­νοσ­λα­β, το ση­με­ρι­νό Ντνι­προ­πε­τρόφ­σκ της Δυ­τι­κής Ου­κρα­νίας, στις ό­χθες του Δνεί­πε­ρου, που τό­τε α­πο­κα­λεί­το Μι­κρο­ρω­σία. Εκεί το­πο­θε­τεί­ται το ψυ­χια­τρι­κό ί­δρυ­μα του διη­γή­μα­τος, ο­πό­τε έ­νας γη­γε­νής θα έ­πρε­πε να α­πο­κλη­θεί Μι­κρο­ρώ­σος και ό­χι “χα­χό­λος”, που δεν κυ­ριο­λε­κτεί και φέ­ρει κα­κό­ση­μη φόρ­τι­ση. Επί­σης η αμ­φι­τα­λά­ντευ­ση του για­τρού, αν θα πρέ­πει να χο­ρη­γή­σει μορ­φί­νη ή χλω­ρά­λη, δεν θα έ­πρε­πε να α­πα­λει­φθεί. Ού­τε, ό­μως, η χλω­ρά­λη να α­πο­δο­θεί ως χλω­ρο­φόρ­μιο, ό­πως γί­νε­ται σε άλ­λες με­τα­φρά­σεις. Δεί­χνει τα αλ­λο­τι­νά φαρ­μα­κευ­τι­κά μέ­σα, ό­ταν η χλω­ρά­λη χρη­σι­μο­ποιεί­το ως η­ρε­μι­στι­κό. Ύστε­ρα, το γλωσ­σι­κό ύ­φος του με­τα­φρά­σμα­τος το μο­λύ­νουν κά­ποιες λέ­ξεις ξέ­νες προς τα συμ­φρα­ζό­με­να της ε­πο­χής. Λ.χ., η φρά­ση “ο­ρι­σμέ­νοι που α­κο­λου­θού­σαν βελ­τιω­μέ­νη δια­τρο­φή, έ­τρω­γαν χω­ρι­στά” δεν α­πο­δί­δει τη δια­φο­ρε­τι­κή με­τα­χεί­ρι­ση των α­σθε­νών με βά­ση τα τα­ξι­κά τους χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και τα χρή­μα­τα που διέ­θε­ταν οι οι­κείοι τους. 
Στις διάφορες μεταφράσεις, οι α­πο­δό­σεις του τίτ­λου ποι­κίλ­λουν. Το ε­πί­θε­το α­πο­δί­δε­ται ως κόκ­κι­νο, ε­ρυ­θρό ή και ά­λι­κο και το ου­σια­στι­κό ως λου­λού­δι ή και άν­θος. Ο γο­η­τευ­τι­κό­τε­ρος τίτ­λος εί­ναι ε­κεί­νος της πρώ­της ελ­λη­νι­κής με­τά­φρα­σης του διη­γή­μα­τος, χά­ρις στη ρο­μα­ντι­κή του α­χλή. Ο Γκάρ­σιν α­πο­βιώ­νει στις 24 Μαρ. 1888, στις 8 Μαΐ. δη­μο­σιεύε­ται στην ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις», «Το ε­ρυ­θρόν αν­θύλ­λιον», σε με­τά­φρα­ση Θεό­δω­ρου Βελ­λια­νί­τη. Φοι­τη­τής τό­τε ο Βελ­λια­νί­της, μό­λις εί­χε ε­πι­στρέ­ψει  α­πό τη Ρω­σία κι εί­χε ξε­κι­νή­σει να γρά­φει στην ε­φη­με­ρί­δα του Γα­βριη­λί­δη πε­ρί ρω­σι­κής φι­λο­λο­γίας και να με­τα­φρά­ζει ρω­σι­κά έρ­γα, έμ­με­τρα και πε­ζά. Από τους Πα­ξούς η οι­κο­γέ­νεια Βελ­λια­νί­τη, κα­τα­χω­ρη­μέ­νη στο Λί­μπρο ντ’ Όρο, με τον παπ­πού Μι­χαήλ να στα­διο­δρο­μεί στον ρω­σι­κό στρα­τό. Έτσι, ο Πει­ραιώ­της Βελ­λια­νί­της βρέ­θη­κε παι­δί οι­κο­γε­νεια­κώς στην Οδησ­σό και α­πέ­κτη­σε η λο­γο­τε­χνία μας έ­ναν ά­ρι­στο με­τα­φρα­στή α­πό την ρω­σι­κή στην ελ­λη­νι­κή. Ο ε­πό­με­νος και πρε­σβύ­τε­ρος στην η­λι­κία με­τα­φρα­στής, ο Σκυ­ρια­νός Αγα­θο­κλής Κων­στα­ντι­νί­δης, με­τοί­κη­σε α­πό την Ρω­σία στην Αθή­να τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Εί­ναι ο πρώ­τος, που με­τα­φρά­ζει και δη­μο­σιεύει στο πε­ριο­δι­κό, «Εκλε­κτά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα», χει­μώ­να 1892, το έ­τε­ρο γνω­στό­τε­ρο διή­γη­μα του Γκάρ­σιν, «Τέσ­σα­ρες η­μέ­ραι ε­πί του πε­δίου της μά­χης». Αλλά ποιος έ­χει α­κου­στά και ποιος έ­χει πο­τέ α­σχο­λη­θεί με τον Μι­κρο­ρώ­σο Γκάρ­σιν και τους Έλλη­νες ο­μη­λί­κους με­τα­φρα­στές του! Αυ­τά θεω­ρού­νται φι­λο­λο­γι­κή πε­ριτ­το­λο­γία χω­ρίς κα­νέ­να στις μέ­ρες μας α­ντί­κρι­σμα. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/5/2014.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Ιστορίες με καθαρό ψαχνό

Αλέ­ξαν­δρος Κυ­πριώ­της
«Μ’ έ­να κα­λά α­κο­νι­σμέ­νο μα­χαί­ρι.
Ιστο­ρίες αν­θρώ­πων»
Εκδό­σεις Ίνδι­κτος
Ιού­νιος 2013

Πα­ρά τον προϊδε­α­σμό του τίτ­λου του βι­βλίου, αλ­λά και σε πεί­σμα ο­ρι­σμέ­νων κρι­τι­κών πα­ρου­σιά­σεων, οι ή­ρωες στις ι­στο­ρίες του Αλέ­ξαν­δρου Κυ­πριώ­τη δεν σκο­τώ­νουν ε­κεί­νους που τους ε­νο­χλούν ού­τε για σο­βα­ρούς λό­γους ού­τε για α­σή­μα­ντους. Εξαι­ρού­νται δυο ι­στο­ρίες α­πό τις συ­νο­λι­κά δέ­κα του βι­βλίου, αν και στη μία μπο­ρεί να μην πρό­κει­ται για θα­να­τη­φό­ρο χτύ­πη­μα. Η άλ­λη έ­χει τον πα­ρα­πλα­νη­τι­κό τίτ­λο, «Ευ­τυ­χία». Και σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, πά­ντως, ο φό­νος δεν γί­νε­ται “μ’ έ­να κα­λά α­κο­νι­σμέ­νο μα­χαί­ρι”, ού­τε καν με ο­ποιο­δή­πο­τε άλ­λο αιχ­μη­ρό μέ­σο. Αλλά δια πνιγ­μού. Ο ή­ρωας πνί­γει τη γυ­ναί­κα με την ο­ποία “έ­βγαι­νε ε­πτά μή­νες και τρεις η­μέ­ρες”, πα­ρό­λο που λε­γό­ταν Ευ­τυ­χία και μό­λις του εί­χε α­ναγ­γεί­λει ό­τι θα γεν­νού­σε το δι­κό του παι­δί. Την πνί­γει με τα ί­δια του τα χέ­ρια, ό­ταν ε­κεί­νη “ση­κώ­νε­ται στις μύ­τες των πο­διών της να τον φι­λή­σει”. Από την πρά­ξη του, δη­λα­δή εκ του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, συ­νά­γε­ται ό­τι πρό­κει­ται για ψυ­χα­σθε­νή. Κα­τά τα άλ­λα, τί­πο­τα στη συ­μπε­ρι­φο­ρά του δεν έ­δει­χνε ό­τι μπο­ρεί κά­τι να μην πη­γαί­νει κα­λά. Εί­ναι έ­νας α­πό τους πολ­λούς ψυ­χι­κά νο­σού­ντες, που βρί­σκο­νται ε­κτός ι­δρυ­μά­των. Δεί­χνουν φυ­σιο­λο­γι­κοί, ε­κτός α­πό τη στιγ­μή, που κα­τα­λαμ­βά­νο­νται α­πό σφο­δρά αι­σθή­μα­τα. Όλοι οι άν­θρω­ποι πέ­φτουν σε κρί­σεις ορ­γής και θυ­μού, μό­νο που αυ­τοί με τα­ραγ­μέ­νο ψυ­χι­σμό εμ­φα­νί­ζουν α­ντι­δρά­σεις υ­περ­βο­λι­κά έ­ντο­νες ως προς τα αί­τια που τις προ­κα­λούν. Στις συ­ναι­σθη­μα­τι­κές κα­ται­γί­δες με­τα­βάλ­λο­νται σε έρ­μαια των εν­στί­κτων τους, ό­πως ε­κεί­νος της εν λό­γω ι­στο­ρίας. Η γυ­ναί­κα δεν τον πρό­σβα­λε, ού­τε του φα­νέ­ρω­σε κά­τι ε­πι­λή­ψι­μο ή δυ­σά­ρε­στο. Απλώς, με την ε­γκυ­μο­σύ­νη της του α­πέ­κλειε τη δυ­να­τό­τη­τα να πραγ­μα­το­ποιή­σει το ό­νει­ρό του, που ή­ταν να α­πο­κτή­σει “έ­να δι­κό του σπί­τι στη Νί­συ­ρο”. Δεν γνώ­ρι­ζε το νη­σί, τυ­χαία το εί­χε ε­πι­λέ­ξει, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας μια ται­νία που ε­ξε­λισ­σό­ταν ε­κεί. Για να έ­χει κι αυ­τός, ό­πως ό­λοι οι φυ­σιο­λο­γι­κοί άν­θρω­ποι, έ­να σχέ­διο για το μέλ­λον που να του ζε­σταί­νει τα φυλ­λο­κάρ­δια, ό­ταν τον πά­γω­νε ο φό­βος. Εκεί­νη α­δια­φό­ρη­σε για την ε­πι­θυ­μία του, ε­πι­βάλ­λο­ντας τη δι­κή της προο­πτι­κή για το κοι­νό τους μέλ­λον. Τό­τε τον κα­τέ­κλυ­σε το αί­σθη­μα της α­δι­κίας και μα­ζί ο τρό­μος μπρο­στά στη δι­κή του εκ­μη­δέ­νι­ση.
Ο ψυ­χα­σθε­νής, ό­πως το παι­δί, τα αι­σθή­μα­τά του ού­τε να τα ε­λέγ­ξει μπο­ρεί, ού­τε να τα εκ­φρά­σει. Μο­να­δι­κό ό­πλο του η σω­μα­τι­κή βία α­πέ­να­ντι στον άλ­λο ή, αν αυ­τό εί­ναι α­δύ­να­το, η κα­τα­φυ­γή στην α­πο­μό­νω­ση. Όπως συμ­βαί­νει σε μία άλ­λη ι­στο­ρία, ό­που τον ή­ρωα “τον πιά­νουν κρί­σεις πα­νι­κού”. Ο τίτ­λος της ι­στο­ρίας, «Κά­θε φο­ρά», θα μπο­ρού­σε να α­να­φέ­ρε­ται σε ο­τι­δή­πο­τε κα­θη­με­ρι­νό. Εδώ, ό­μως, πρό­κει­ται για έ­ναν α­νε­ξέ­λε­γκτο φό­βο, που παίρ­νει “κά­θε φο­ρά” τις δια­στά­σεις μίας πρό­βας θα­νά­του. Μό­λις μία σε­λί­δα εί­ναι η έ­κτα­ση αυ­τής της δεύ­τε­ρης ι­στο­ρίας. Τό­σος χώ­ρος χρειά­στη­κε στον συγ­γρα­φέα για να πε­ρι­γρά­ψει την α­δυ­να­μία του ή­ρωα, κα­θώς φου­σκώ­νει το κύ­μα του πα­νι­κού, με α­κρι­βο­λό­γο α­να­φο­ρά των σω­μα­τι­κών συ­μπτω­μά­των, κα­τα­λή­γο­ντας με την α­νυ­πό­φο­ρη αί­σθη­ση θα­να­τε­ρής μο­να­ξιάς. 
Και στις δυο ι­στο­ρίες, η α­φή­γη­ση δεν δρα­μα­το­ποιεί. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λει η χρή­ση σε ό­λες τις ι­στο­ρίες του τρί­του προ­σώ­που, πα­ρό­λο που η ε­στία­ση πα­ρα­κο­λου­θεί έ­ναν εν­διά­θε­το λό­γο. Αντι­θέ­τως, ε­πι­διώ­κε­ται α­πο­δρα­μα­το­ποίη­ση των τρα­γι­κών στοι­χείων, που ε­νυ­πάρ­χουν στις πε­ρι­γρα­φό­με­νες ψυ­χο­πα­θο­λο­γι­κές κα­τα­στά­σεις. Ιδίως, στη δεύ­τε­ρη, ό­που δεν ε­πι­τε­λεί­ται α­φη­γη­μα­τι­κά η α­πο­κλι­μά­κω­ση της συ­ναι­σθη­μα­τι­κής έ­ντα­σης ό­πως στην πρώ­τη. Έτσι, ό­μως, σαν να χά­νε­ται κά­τι α­πό το “ψα­χνό” του θέ­μα­τος. Ίσως, να χρεια­ζό­ταν κι αυ­τή η ι­στο­ρία με­γα­λύ­τε­ρο κει­με­νι­κό χώ­ρο, ώ­στε να ο­λο­κλη­ρω­θεί η ει­κό­να της κρί­σης πα­νι­κού. Τα ο­ξεία συ­μπτώ­μα­τα να τα δια­δε­χό­ταν η πε­ρι­γρα­φή της ψυ­χο­λο­γι­κής βύ­θι­σης, που φθά­νει μέ­χρι την κα­τα­θλι­πτι­κή α­πά­θεια. Με άλ­λα λό­για, η αί­σθη­ση της μο­να­ξιάς του θα­νά­του να α­πο­τυ­πω­νό­ταν α­ντί να συ­νο­ψί­ζε­ται με την πα­ρά­θε­ση μίας α­φο­ρι­στι­κής σκέ­ψης. Πρό­κει­ται, ά­ρα­γε, για συγ­γρα­φι­κή α­δυ­να­μία λό­γω έλ­λει­ψης α­ντί­στοι­χης ε­μπει­ρίας ή πε­ρί αι­σθη­τι­κής ε­πι­λο­γής; Την α­πά­ντη­ση την δί­νει ο ί­διος ο συγ­γρα­φέ­ας στο βι­βλίο. 
Καί­τοι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος ο Κυ­πριώ­της, φρο­ντί­ζει να εκ­θέ­σει την ποιη­τι­κή του, ε­νιαία, του­λά­χι­στον γι’ αυ­τήν την πρώ­τη δε­κά­δα ι­στο­ριών. Δεν την α­να­πτύσ­σει δο­κι­μια­κά, ως εί­θι­σται, αλ­λά πλά­θο­ντας ε­πί τού­του μία ι­στο­ρία. Συ­γκε­κρι­μέ­να, την ο­μό­τιτ­λη. Σε αυ­τήν πρω­τα­γω­νι­στεί έ­νας με­τα­φρα­στής α­πό την γερ­μα­νι­κή, ό­πως ο ί­διος, που α­να­κα­λύ­πτει έ­ναν διη­γη­μα­το­γρά­φο ο­νό­μα­τι Σλά­χτε­ρ, που “θα πει σφα­γέ­ας”. Αυ­τός γρά­φει ι­στο­ρίες “με κα­θη­με­ρι­νούς αν­θρώ­πους”. Ο με­τα­φρα­στής διευ­κρι­νί­ζει πως στις ι­στο­ρίες τού Σλά­χτε­ρ, το ση­μα­ντι­κό δεν εί­ναι το πε­ριε­χό­με­νο αλ­λά η μορ­φή. “Κά­θε του πρό­τα­ση εί­ναι α­κρι­βώς ό­ση πρέ­πει. Λες και εί­ναι κομ­μέ­νη με μπαλ­τά. Και ξε­κο­κα­λι­σμέ­νη.” Εκ πρώ­της ό­ψεως, η πα­ρο­μοίω­ση εί­ναι α­πω­θη­τι­κή, κα­θώς πα­ρα­πέ­μπει μάλ­λον σε χα­σά­πη πα­ρά σε λε­πτουρ­γό τε­χνί­τη, ό­πως φα­ντα­ζό­μα­στε στα κα­θ’ η­μάς έ­ναν διη­γη­μα­το­γρά­φο. Αλλά ο με­τα­φρα­στής της ι­στο­ρίας συ­νε­χί­ζει. “Μ’ έ­να κα­λά α­κο­νι­σμέ­νο μα­χαί­ρι. Κά­θε πρό­τα­ση έ­χει μό­νο ό,τι εί­ναι α­πα­ραί­τη­το. Μό­νο ψα­χνό.” Άλλω­στε, μό­νο με πα­ρό­μοιους δια­λο­γι­σμούς, που έ­χουν την πνοή σκο­τει­νών κέλ­τι­κων μύ­θων, τε­λεί­ται και στην ο­μό­τιτ­λη ι­στο­ρία έ­να φο­νι­κό πλήγ­μα. Έστω και κα­τά φα­ντα­σία, σαν κα­τά­λη­ξη της εκ­δο­χής α­πόρ­ρι­ψης που α­να­πτύσ­σει νο­ε­ρά ο με­τα­φρα­στής α­να­μέ­νο­ντας συ­νά­ντη­ση με τον εκ­δό­τη των ι­στο­ριών του Σλά­χτερ. Δεν α­πο­κλείε­ται, ω­στό­σο, να α­πο­βεί μία αυ­το­εκ­πλη­ρού­με­νη προ­φη­τεία, ό­πως στο γνω­στό α­νέκ­δο­το με τον γρύ­λο, αν κά­πο­τε η εμ­μο­νή του με­τα­φρα­στή με τον Σλά­χτερ ε­ξε­λι­χθεί σε νευ­ρα­σθέ­νεια. Υπάρ­χει και μία α­κό­μη ι­στο­ρία, η προ­τασ­σό­με­νη στο βι­βλίο, που ξε­κι­νά­ει ό­πως το εν λό­γω α­νέκ­δο­το. Εκεί, εί­ναι έ­νας άν­θρω­πος υ­πό ια­τρι­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση, που φα­ντα­σιώ­νε­ται τον φό­νο σαν ε­πα­νερ­χό­με­νο ε­φιάλ­τη.  
Ο Κυ­πριώ­της, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, δια­τεί­νε­ται πως την ι­δέα για έ­να διή­γη­μα την πυ­ρο­δο­τεί μία ει­κό­να, μία φρά­ση, μία α­νά­μνη­ση, ο­τι­δή­πο­τε. Για­τί ό­χι και έ­να α­νέκ­δο­το ή και έ­να ό­νο­μα, ό­πως του ο­πα­δού της Ευαγ­γε­λι­κής Εκκλη­σίας Φρα­νς Όυ­γκεν Σλά­χτε­ρ, που, στις αρ­χές του 20ου αιώ­να με­τέ­φρα­σε και ε­ξέ­δω­σε υ­πό τη μορ­φή βι­βλίου τσέ­πης τη Βί­βλο στα γερ­μα­νι­κά. Όταν, πά­ντως, ζη­τή­θη­κε του Κυ­πριώ­τη, α­πό μία ε­φη­με­ρί­δα, να γρά­ψει έ­να κεί­με­νο προς δια­φή­μι­ση του βι­βλίου του, ε­κεί­νος συ­νέ­θε­σε μία εν­δέ­κα­τη ι­στο­ρία με τίτ­λο «Το τσε­κού­ρι». To θέ­μα της εί­ναι οι ε­ντυ­πώ­σεις, που δη­μιουρ­γούν σε υ­πο­ψή­φια α­γο­ρά­στρια του βι­βλίου του τα λε­γό­με­να πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία, ό­πως τίτ­λος, ει­κό­να ε­ξω­φύλ­λου, βιο­γρα­φι­κό, κεί­με­νο ο­πι­σθό­φυλ­λου, και α­κό­μη, δυο τρεις φρά­σεις α­πό τις ι­στο­ρίες του, που ε­κεί­νη α­λιεύει στην τύ­χη, κα­θώς το ξε­φυλ­λί­ζει. Πε­ρι­γρά­φε­ται η πε­ρί­πτω­ση ι­διά­ζου­σας κλε­πτο­μα­νούς, που ο­ρι­σμέ­να βι­βλία της α­σκούν μία μο­να­δι­κή έλ­ξη. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ο τίτ­λος του βι­βλίου της θυ­μί­ζει “το τσε­κού­ρι της Γώ­γου”, αλ­λά και “το τσε­κού­ρι του Κάφ­κα”.
Εδώ, ο συγ­γρα­φέ­ας θεω­ρεί γνω­στό τοις πά­σι τον στί­χο της Γώ­γου, “Μο­να­ξιά / η μο­να­ξιά μας λέω. Για τη δι­κή μας λέω / εί­ναι τσε­κού­ρι στα χέ­ρια μας / που πά­νω α­πό τα κε­φά­λια σας γυ­ρί­ζει γυ­ρί­ζει γυ­ρί­ζει γυ­ρί­ζει”, κα­θώς και την σχε­τι­κή ά­πο­ψη του Κάφ­κα, “Τα βι­βλία που χρεια­ζό­μα­στε εί­ναι αυ­τά που ε­πι­δρούν α­πά­νω μας σαν κα­κο­τυ­χία, αυ­τά που μας κά­νουν να υ­πο­φέ­ρου­με, ό­πως υ­πο­φέ­ρου­με για το θά­να­το κά­ποιου, που α­γα­πά­με πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τους ε­αυ­τούς μας, αυ­τά που μας κά­νουν να αι­σθα­νό­μα­στε σαν να εί­μα­στε στα ό­ρια της αυ­το­κτο­νίας, ή χα­μέ­νοι σ’ έ­να α­πό­με­ρο δά­σος - έ­να βι­βλίο πρέ­πει να χρη­σι­μεύει ως τσε­κού­ρι για την πα­γω­μέ­νη θά­λασ­σα ε­ντός μας.” Και οι δυο συγ­γρα­φείς φέ­ρο­νται ως πρό­σω­πα με τα­ραγ­μέ­νο ψυ­χι­σμό και νευ­ρω­τι­κές εμ­μο­νές, ά­ρα συγ­γε­νή με τους “κα­θη­με­ρι­νούς αν­θρώ­πους των ι­στο­ριώ­ν” του Κυ­πριώ­τη. 
Εμάς, πά­ντως, ο Σλά­χτερ και η αι­μα­τη­ρή πα­ρο­μοίω­ση πε­ρί συγ­γρα­φής μας θύ­μι­σαν το α­πό­φθεγ­μα του δη­μο­φι­λούς Γερ­μα­νού συγ­γρα­φέα Άρμιν Σέ­ν­γκμπους: “Εμείς οι συγ­γρα­φείς εί­μα­στε ό­πως οι χα­σά­πη­δες, μό­νο που ε­μείς προ­σπα­θού­με την α­γε­λά­δα να την ε­πα­να­συ­ναρ­μο­λο­γή­σου­με.” Αν δε­χθού­με τον πα­ραλ­λη­λι­σμό συγ­γρα­φέα και χα­σά­πη, τί­θε­ται το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο στις ι­στο­ρίες του βι­βλίου έ­γι­νε κα­λή δου­λειά κα­τά την α­φαί­ρε­ση του λί­πους. Σε ποιες ι­στο­ρίες το ε­να­πο­μεί­ναν εί­ναι κα­θα­ρό “ψα­χνό”. Ή μή­πως, α­ντι­στρό­φως, κά­που ο μπαλ­τάς έ­φα­γε ξώ­φαλ­τσα και “ψα­χνό”, ό­πως έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι συ­νέ­βη, για πα­ρά­δειγ­μα, σε ε­κεί­νη γύ­ρω α­πό τις “κρί­σεις πα­νι­κού”; Αν, ε­πι­προ­σθέ­τως, δια­κρί­νου­με την ερ­γα­σία του συγ­γρα­φέα α­πό ε­κεί­νη του χα­σά­πη με βά­ση το ξα­να­μο­ντά­ρι­σμα της α­γε­λά­δας, ό­πως προ­τεί­νει ο Σέν­γκμπους, α­πο­κτού­με έ­να πρό­σθε­το α­ξιο­λο­γι­κό κρι­τή­ριο. Για να διευ­κο­λύ­νου­με τον ε­πί μέ­ρους σχο­λια­σμό των ι­στο­ριών, αυ­τές θα μπο­ρού­σαν να τα­ξι­νο­μη­θούν α­νά­λο­γα με το πε­ρι­βάλ­λον μέ­σα στο ο­ποίο κυο­φο­ρεί­ται και εκ­δη­λώ­νε­ται η εμ­μο­νή ή και η νεύ­ρω­ση των η­ρώων, σε οι­κο­γε­νεια­κές, υ­παρ­ξια­κές και σε ε­κεί­νες της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής ή και ε­ρα­σι­τε­χνι­κής ε­να­σχό­λη­σης.
Πέ­ντε α­νή­κουν στην πρώ­τη κα­τη­γο­ρία: Το «Ευ­τυ­χία», που ή­δη α­να­φέ­ρα­με. Το «Barbie», ό­που η ε­ξαρ­χής φορ­τι­σμέ­νη α­φή­γη­ση, πυ­ρο­δο­τη­μέ­νη α­πό συμ­βά­ντα μίας βίαιης ε­πι­και­ρό­τη­τας, α­πο­βαί­νει ε­πι­σφα­λής ε­πι­λο­γή για το στή­σι­μο ε­νός διη­γή­μα­τος. Η ε­ρω­τι­κή ι­στο­ρία, «Η α­γά­πη κερ­δί­ζε­ται», που σκια­γρα­φεί με πρω­τό­τυ­πο τρό­πο τη σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κή σχέ­ση δυο αν­δρών. Σε ό­λες τις ι­στο­ρίες του βι­βλίου, το κυ­ρίαρ­χο σχή­μα λό­γου και ως το πλέ­ον κα­τάλ­λη­λο για την α­νά­δει­ξη της νευ­ρω­τι­κής κα­τά­στα­σης των η­ρώων, εί­ναι η ε­πα­νά­λη­ψη. Εδώ, η εν λό­γω πει­ρα­μα­τι­κή μορ­φή μάλ­λον σπρώ­χνε­ται στα ό­ριά της, κα­θώς μία πα­ρά­γρα­φος των 58 λέ­ξεων ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται αυ­τού­σια 17 φο­ρές, για να α­κο­λου­θή­σει ως κα­τα­κλεί­δα, μια 18η φο­ρά σε πα­ραλ­λα­γή, κα­θώς  σε αυ­τήν α­ντι­στρέ­φο­νται οι ρό­λοι ε­νερ­γη­τι­κού και πα­θη­τι­κού μέ­χρι, πι­θα­νώς, και τε­λι­κής ε­ξό­ντω­σης του πρώ­του. Το διή­γη­μα θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί και σαν αλ­λη­γο­ρία της σχέ­σης δυ­νά­στη και δυ­να­στευό­με­νου. Αν, ό­μως, α­πο­δώ­σου­με μία πα­ρό­μοια πρό­θε­ση στον συγ­γρα­φέα, τό­τε ε­κεί­νος θα πρέ­πει να βλέ­πει με α­παι­σιο­δο­ξία τις πά­σης φύ­σεως ε­ξε­γέρ­σεις. Το «Η α­χα­ρι­στία της ψυ­χής», που  εί­ναι η τέ­ταρ­τη, με την α­χα­ρι­στία να πε­ρι­γρά­φε­ται κά­τι σαν λέ­πρα της ψυ­χής, που ο­δη­γεί στην α­πο­μό­νω­ση. Αυ­τή α­πέ­χει μορ­φι­κών πει­ρα­μα­τι­σμών, εί­ναι ελ­λει­πτι­κή ό­σο χρειά­ζε­ται, με άλ­λα λό­για, κα­θα­ρό “ψα­χνό”. Τέ­λος, η ε­ντε­λέ­στε­ρη με θέ­μα την οι­κο­γέ­νεια ως νο­σο­γό­νο ε­στία, το «Και τοις εν τοις μνή­μα­σι ζωήν χα­ρι­σά­με­νος», στη­ριγ­μέ­νο στο λαϊκό λό­γο, α­να­δει­κνύει πα­ρα­δο­σια­κές γυ­ναι­κείες νοο­τρο­πίες. Ο πα­σχά­λιος τίτ­λος καλ­λιερ­γεί προσ­δο­κίες για μία ευοίω­νη κα­τά­λη­ξη, που α­να­τρέ­πο­νται α­πό το κα­λο­στη­μέ­νο “στρί­ψι­μο της βί­δας”. Εδώ, η ψυ­χα­σθέ­νεια της γυ­ναί­κας έ­χει μια πρώ­της τά­ξεως πα­θο­λο­γι­κή αι­τία, τις πολ­λές εκ­τρώ­σεις. Πά­ντως, ο φό­νος μέ­νει και πά­λι ως προο­πτι­κή. 
Τρεις ι­στο­ρίες υ­παρ­ξια­κού άγ­χους: «Τα κλει­διά του» και το «Κά­θε φο­ρά», που έ­χου­με σχο­λιά­σει, και το «Κόκ­κι­νο», ό­που ο συγ­γρα­φι­κός “μπαλ­τάς” θα μπο­ρού­σε να εί­χε α­φή­σει και μία ι­δέα “ψα­χνού”. Εί­ναι μάλ­λον προ­φα­νές πως το διή­γη­μα τύ­που μπον­ζάι δεν ται­ριά­ζει στον συγ­γρα­φέα. Μέ­νουν οι δυο ι­στο­ρίες της τρί­της κα­τη­γο­ρίας, δη­λα­δή ε­κεί­νες της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής ή και ε­ρα­σι­τε­χνι­κής ε­να­σχό­λη­σης. Εί­ναι η ο­μό­τιτ­λη της συλ­λο­γής και το «Μία σκέ­ψη α­πλή». Στην πρώ­τη, η συ­ντα­γή του Σλά­χτερ τε­λε­σφό­ρη­σε. Η δεύ­τε­ρη εί­ναι η ε­κτε­νέ­στε­ρη και μά­λι­στα, με στο­χα­στι­κές φι­λο­δο­ξίες. Αφορ­μά­ται α­πό τον ζω­δια­κό κύ­κλο και τον α­στρο­λο­γι­κό χάρ­τη, α­να­συ­σταί­νο­ντας τους συ­νειρ­μούς ε­νός θια­σώ­τη των ε­πι­στη­μο­νι­κο­φα­νών θεω­ριών α­νά­λυ­σης της προ­σω­πι­κό­τη­τας, που κα­τέ­λη­ξε σκε­πτι­κι­στής. Εδώ η α­φή­γη­ση υ­πο­σκά­πτει τη λο­γι­κή ό­σων δί­νουν πί­στη στην ύ­παρ­ξη υ­πε­ραι­σθη­τών δυ­νά­μεων, αλ­λά και ό­σων πι­στεύουν στα πε­ρι­θώ­ρια ε­πί­τευ­ξης της α­πό­λυ­της γνώ­σης. Μό­νο που το μο­ντά­ρι­σμα ό­λου αυ­τού του γνω­στι­κού υ­λι­κού φαί­νε­ται σαν να έ­γι­νε για έ­ναν πο­λύ ει­δι­κό α­να­γνώ­στη. Όσο “ψα­χνό” κρα­τή­θη­κε, α­παρ­τί­ζε­ται α­πό έν­νοιες και ό­ρους ά­γνω­στους στους α­μύη­τους. Θα χρεια­ζό­ταν η έ­κτα­ση του­λά­χι­στον νου­βέ­λας για τη λι­γό­τε­ρο κρυ­πτι­κή α­φη­γη­μα­τι­κή α­νά­πτυ­ξη ε­νός πα­ρό­μοιου θέ­μα­τος.
Επι­τέ­λους, και έ­νας πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος του 2013, που δεν α­νε­μί­ζει ση­μαία τις σπου­δές δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής και τις δια­κρί­σεις στους ποι­κί­λους δια­γω­νι­σμούς διη­γή­μα­τος. Ού­τε πα­ρου­σιά­ζε­ται ταυ­το­χρό­νως, εν μία νυ­κτί, ως πε­ζο­γρά­φος και κρι­τι­κός. Μό­νο με­τα­φρα­στής γερ­μα­νι­κής λο­γο­τε­χνίας δη­λώ­νει. Όσο για τη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, που στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ση­μαί­νει πι­θα­νή “συ­νο­μι­λία” με τους με­τα­φρα­ζό­με­νους συγ­γρα­φείς, δεν δια­λα­λεί­ται και έ­τσι μέ­νει λαν­θά­νου­σα για τους πολ­λούς, που α­γνοούν τα πρω­τό­τυ­πα έρ­γα. Το βα­σι­κό­τε­ρο οι “ι­στο­ρίες αν­θρώ­πω­ν” του Κυ­πριώ­τη δεν μο­λύ­νο­νται με γλωσ­σι­κούς ξε­νι­σμούς. Αν εί­ναι κά­τω των 35 ε­τών, συ­νι­στά μίας πρώ­της τά­ξεως υ­πο­ψη­φιό­τη­τα για το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "H Εποχή" στις 4/5/2011.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Τα­ξί­δι στα παι­δι­κά χρό­νια


Δι­σέ­λι­δο α­πό «Το σε­ντού­κι με τις πέ­ντε κλει­δα­ριές» του Ευ­γέ­νιου Τρι­βι­ζά, με ει­κο­νο­γρά­φη­ση Βαγ­γέ­λη Ελευ­θε­ρίου.








Τό­σα χρό­νια α­σχο­λού­μα­στε με τη βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, αλ­λά παι­δι­κό βι­βλίο δεν εί­χα­με δια­βά­σει, ού­τε καν φυλ­λο­με­τρή­σει. Μέ­να­με στο θεω­ρη­τι­κό ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο έ­χει υ­πό­στα­ση ο ό­ρος παι­δι­κή λο­γο­τε­χνία, με άλ­λα λό­για σε έ­να ά­γο­νο δί­λημ­μα, ό­πως, άλ­λω­στε, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι φι­λο­λο­γι­σμοί. Αυ­τά μέ­χρι προ­χτές, που μία βι­βλιό­φι­λος κυ­ρία α­πό το δρα­στή­ριο δυ­να­μι­κό του εκ­δο­τι­κού οί­κου Κέ­δρος εί­χε την κα­λή ι­δέα να μας στεί­λει μα­ζί με τα πα­σχα­λιά­τι­κα λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία και με­ρι­κά παι­δι­κά. Ήδη α­πό το πρώ­το ξε­φύλ­λι­σμα, μας έ­φτια­ξε τη διά­θε­ση η ει­κο­νο­γρά­φη­ση. Ιδιαί­τε­ρα, οι ει­κό­νες στα βι­βλία για παι­διά προ­σχο­λι­κής και πρω­το­σχο­λι­κής η­λι­κίας. Αλλά και στα βι­βλία για τα με­γα­λύ­τε­ρα παι­διά, ε­κεί­να των δυο τε­λευ­ταίων τά­ξεων του δη­μο­τι­κού και των πρώ­των γυ­μνα­σια­κών, κα­θώς ού­τε α­πό αυ­τά λεί­πουν οι ο­λο­σέ­λι­δες ει­κό­νες ή και τα ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να “σα­λό­νια”. Από τα βι­βλία για 15 ε­τών και ά­νω, μέ­νει το κεί­με­νο χω­ρίς το ο­πτι­κό δε­κα­νί­κι, να κερ­δί­σει μό­νο του τον έ­φη­βο α­να­γνώ­στη. Ένα πρώ­το ό­νο­μα ει­κο­νο­γρά­φου, στα βι­βλία που έ­φθα­σαν στα χέ­ρια μας, κέρ­δι­σε την προ­σο­χή μας. Του Βαγ­γέ­λη Ελευ­θε­ρίου. Από την αρ­χι­κή του ε­να­σχό­λη­ση με τη γε­λοιο­γρα­φία φαί­νε­ται να κρά­τη­σε την κω­μι­κή πα­ρα­μόρ­φω­ση, προ­σθέ­το­ντας στις φι­γού­ρες ζω­γρα­φι­κό πλα­σμό και τις λε­πτές χρω­μα­τι­κές α­πο­χρώ­σεις της α­κουα­ρέ­λας. Εμφα­νείς εί­ναι ε­πί­σης και οι ε­πι­δρά­σεις α­πό τη ζω­γρα­φι­κή γκρά­φι­τι. Στο βιο­γρα­φι­κό του, ο α­πο­λο­γι­σμός α­να­φέ­ρει 130 βι­βλία μέ­σα σε μία ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία. Με­τα­ξύ αυ­τών, σε κά­ποια πρό­σφα­τα, εμ­φα­νί­ζε­ται και ως συγ­γρα­φέ­ας με οι­κο­λο­γι­κές ευαι­σθη­σίες, ό­πως τα «Έλα στη φύ­ση, έ­λα στο πρά­σι­νο», «Έλα στη φύ­ση, έ­λα στο μπλε». 
Αυ­τά τα δυο τε­λευ­ταία χω­ρίς αυ­το­ψία, πλη­ρο­φο­ρια­κά. Στο χέ­ρι κρα­τά­με έ­να πα­λαιό­τε­ρο βι­βλίο με δι­κή του ει­κο­νο­γρά­φη­ση, «Το σε­ντού­κι με τις πέ­ντε κλει­δα­ριές». Συγ­γρα­φέ­ας του εί­ναι ο Ευ­γέ­νιος Τρι­βι­ζάς “ο πα­ρα­μυ­θάς”. Αυ­τόν τον γνω­ρί­ζα­με ως ό­νο­μα, χω­ρίς να τον έ­χου­με δια­βά­σει. Ακρι­βέ­στε­ρα, τον εί­χα­με κα­τα­χω­ρη­μέ­νο στις α­πώ­λειες, αν ό­χι της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, σί­γου­ρα, πά­ντως, του α­στυ­νο­μι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Συ­νο­μή­λι­κος του Πέ­τρου Μαρ­τι­νί­δη, αυ­τός με σπου­δές, ό­χι αρ­χι­τε­κτο­νι­κής και ψυ­χο­λο­γίας ό­πως ο Θεσ­σα­λο­νι­κιός, αλ­λά τις χρη­σι­μό­τε­ρες για τη συγ­γρα­φή α­στυ­νο­μι­κών, νο­μι­κής και ε­γκλη­μα­το­λο­γίας, θα μπο­ρού­σε να α­να­δει­χθεί σε μαιτρ του εί­δους. Κά­τι α­νά­με­σα σε Μαρ­τι­νί­δη και στον κα­τά δέ­κα χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρό τους, Πέ­τρο Μάρ­κα­ρη. Με τον δεύ­τε­ρο έ­χει κοι­νό ση­μείο το χιού­μο­ρ, μό­νο που του  Τρι­βι­ζά εί­ναι αγ­γλι­κής γεύ­σης, πιο λε­πτό και λι­γό­τε­ρο α­ψύ. Τε­λι­κά, α­να­γκα­στή­κα­με να α­να­σκευά­σου­με τα πε­ρί α­πώ­λειας. Άρκε­σε η α­νά­γνω­ση ε­νός κε­φα­λαίου α­πό το παι­δι­κό βι­βλίο, σε ε­κεί­νο που “ο Τζιμ ο α­τρό­μη­τος θη­ριο­δα­μα­στής” συ­να­ντά “τον Τι­μό­θεο Πέ­περ­μιντ, Λον­δρέ­ζο κα­θη­γη­τή πιά­νου και κουρ­δι­στή”, για να πει­στού­με ό­τι δεν ε­πρό­κει­το για α­πώ­λεια αλ­λά για κέρ­δος στον δύ­σκο­λο το­μέα της δια­σκε­δα­στι­κής συγ­γρα­φής, που η­λι­κία δεν κοι­τά­ει. Βρί­σκε­ται, πά­ντως, στην κα­τάλ­λη­λη η­λι­κία, α­ντί να ε­φη­συ­χά­ζει στις δάφ­νες του, να δο­κι­μά­σει και κά­τι για το ε­νή­λι­κο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό.  
Αλλά ας ε­πα­νέλ­θου­με στους α­να­γνώ­στες μι­κρής η­λι­κίας. Στις πρό­σφα­τες εκ­δό­σεις, στα με­τα­φρα­σμέ­να παι­δι­κά βι­βλία, ε­ντυ­πω­σια­κό χά­ρις στον τίτ­λο και το έγ­χρω­μο ε­ξώ­φυλ­λο ι­τα­λι­κής αι­σθη­τι­κής, ό­πως και η ει­κο­νο­γρά­φη­ση του κει­μέ­νου, πρό­βα­λε έ­να χο­ντρό βι­βλίο, κο­ντά 400 σε­λί­δων, με σκλη­ρό ε­ξώ­φυλ­λο. Έχει τον ελ­κυ­στι­κό, για κά­θε η­λι­κία, τίτ­λο, «Τα­ξί­δι στο βα­σί­λειο της φα­ντα­σίας». Ενώ, στο ε­ξώ­φυλ­λο ει­κο­νί­ζε­ται έ­νας κου­στου­μα­ρι­σμέ­νος διο­πτρο­φό­ρος πο­ντι­κός, κα­βά­λα σε έ­να τέ­ρας προϊστο­ρι­κής ε­πο­χής. Δεν δεί­χνει φο­βι­σμέ­νος. Αντι­θέ­τως, εί­ναι μέ­σα στην κα­λή χα­ρά. Από συ­νή­θεια α­να­ζη­τή­σα­με το ό­νο­μα του με­τα­φρα­στή, αλ­λά δεν υ­πήρ­χε. Ού­τε ό­νο­μα συγ­γρα­φέα. Το Τζε­ρό­νι­μο Στίλ­τον, που α­να­γρά­φε­ται πά­νω α­πό τον τίτ­λο εί­ναι το ό­νο­μα του εν λό­γω πο­ντι­κού. Πρό­κει­ται για έ­ναν πο­λύ μορ­φω­μέ­νο “κά­τοι­κο της Πο­ντι­κο­νή­σου”, η ο­ποία το­πο­θε­τεί­ται κά­που στον “Νό­τιο Τρω­κτι­κό Ωκε­α­νό”. Ο Τζε­ρό­νι­μο τυγ­χά­νει “εκ­δό­της και διευ­θυ­ντής της με­γα­λύ­τε­ρης ε­φη­με­ρί­δας της νή­σου, με τον ε­πι­βλη­τι­κό τίτ­λο, «Ηχώ των τρω­κτι­κών»”. Στον ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο του, για­τί ό­λα δεί­χνουν πως πρό­κει­ται για έ­ναν πο­λύ ερ­γα­τι­κό πο­ντι­κό, συγ­γρά­φει βι­βλία με τις πε­ρι­πέ­τειές του. Ωστό­σο, αυ­τός ο εκ­πο­λι­τι­σμέ­νος πο­ντι­κός εί­ναι πλά­σμα γυ­ναι­κείας φα­ντα­σίας. 
Η Ελί­ζα­μπεθ Ντά­μι εί­χε την έ­μπνευ­ση να γρά­ψει βι­βλία με ή­ρωα έ­ναν πο­ντι­κό. Ιτα­λί­δα, γεν­νη­μέ­νη στο Μι­λά­νο και κό­ρη εκ­δό­τη, άρ­χι­σε να γρά­φει α­πό τα 18 της, που ση­μαί­νει γύ­ρω στο 1976. Τις πο­ντι­κοϊστο­ρίες τις ξε­κί­νη­σε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα. Το 2000, ε­ξέ­δω­σε την πρώ­τη της σει­ράς. Από τό­τε με­τα­φρά­ζο­νται σε πλεί­στες ό­σες γλώσ­σες και πω­λού­νται σε ε­κα­τομ­μύ­ρια α­ντί­τυ­πα. Στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες του βι­βλίου, μα­ζί με το ό­νο­μα της Ντά­μι, ε­ντο­πί­σα­με και ε­κεί­νο της μό­νι­μης με­τα­φρά­στριας των πε­ρι­πε­τειών του Τζε­ρό­νι­μο, Βί­κυς Λια­νού. Το τα­ξί­δι στη χώ­ρα της φα­ντα­σίας ε­ξε­λίσ­σε­ται σε πραγ­μα­τι­κή ο­δύσ­σεια, με τον πο­ντι­κοή­ρωα να περ­νά­ει ό­λων των ει­δών τις δο­κι­μα­σίες, αλ­λά να βγαί­νει πά­ντα σώος και α­βλα­βής, χά­ρις στις ι­στο­ρίες, τους μύ­θους και τα α­νέκ­δο­τα που ξέ­ρει τό­σο κα­λά να α­φη­γεί­ται. Μέ­χρι και λε­ξι­κό προ­βλέ­πε­ται γι’ αυ­τό το ε­ξω­τι­κό τα­ξί­δι, γραμ­μέ­νο α­πό τον ι­διαί­τε­ρα “μορ­φω­μέ­νο βά­τρα­χο Μου­ντζού­ρη”, σύ­ντρο­φο και ο­δη­γό του ή­ρωα σε ό­λη τη δια­δρο­μή. Όταν ο πο­λυ­μα­θής Τζε­ρό­νι­μο, ε­πι­στρέ­φο­ντας, α­φη­γεί­ται τις ι­στο­ρίες του, ε­ξη­γεί και τι τε­λο­σπά­ντων εί­ναι αυ­τό που α­πο­κα­λού­με  φα­ντα­σία. “Εί­ναι”, λέει, “η ι­κα­νό­τη­τα να βλέ­που­με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με δια­φο­ρε­τι­κή μα­τιά”, δη­λα­δή με αι­σιό­δο­ξα μα­το­γυά­λια, και “να βρί­σκου­με την Αρμο­νία ε­κεί που υ­πάρ­χει Δυ­σαρ­μο­νία, το Κα­λό ε­κεί που φαί­νε­ται να θριαμ­βεύει το Κα­κό, το Φως ε­κεί που φαί­νε­ται να κυ­ριαρ­χεί το Σκο­τά­δι”. Πα­ρό­μοιας δυ­να­μι­κής φα­ντα­σία θα πρέ­πει να δια­θέ­τουν ό­λοι αυ­τοί οι Άγγλοι, Γάλ­λοι, Πορ­το­γά­λοι, που πα­σχα­λιά­τι­κα τα­ξι­δεύουν στην τε­ρα­τού­πο­λη των Αθη­ναίων. Το βι­βλίο, πά­ντως, συ­νί­στα­ται για η­λι­κίες κά­τω των δώ­δε­κα.
Με στα­θε­ρό γνώ­μο­να τα λε­γό­με­να πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία, μας τρά­βη­ξε την προ­σο­χή έ­να σχε­τι­κά ο­λι­γο­σέ­λι­δο βι­βλίο με­γά­λου σχή­μα­τος. Κα­θο­ρι­στι­κός πό­λος έλ­ξης, και πά­λι, ο τίτ­λος, αλ­λά και τα φω­τει­νά χρώ­μα­τα του ε­ξώ­φυλ­λου. Πα­ρό­τι συ­στή­νε­ται για παι­διά α­πό 5 έως 8 ε­τών, ο τίτ­λος του, «Μια βόλ­τα στα βυ­ζα­ντι­νά χρό­νια», θα συ­γκι­νή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο τον παπ­πού τους. Για­τί, έ­να τό­σο μι­κρό παι­δί, τι μπο­ρεί να γνω­ρί­ζει για το Βυ­ζά­ντιο. Γεν­νιέ­ται το ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο έ­χει α­κου­στά α­κό­μη και τη λέ­ξη Βυ­ζά­ντιο. Αν δεν σφάλ­λου­με, το πρώ­το σχο­λι­κό βι­βλίο Ιστο­ρίας το πιά­νει στα χέ­ρια του στην Τρί­τη Δη­μο­τι­κού, ε­νώ εί­ναι ε­κεί­νο της Πέ­μπτης, που α­φιε­ρώ­νε­ται στα βυ­ζα­ντι­νά χρό­νια. Άρα, η συγ­γρα­φέ­ας Εύη Τσι­τι­ρί­δου α­να­μέ­νε­ται με το βι­βλίο της να ε­πι­τε­λέ­σει τον ά­θλο της πρώ­της γνω­ρι­μίας. Για­τί, βε­βαίως, οι παπ­που­δο­για­γιά­δες, που τους ά­ρε­σε να α­φη­γού­νται ι­στο­ρίες για “τον μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιά” έ­χουν προ πολλού ε­κλεί­ψει. Το βι­βλίο ε­ντάσ­σε­ται σε μία σει­ρά με τον γε­νι­κό τίτ­λο «Με ξε­να­γό την Ιστο­ρία», που σκο­πό έ­χει να δεί­ξει σε παι­διά αυ­τής της η­λι­κίας την κα­θη­με­ρι­νή ζωή των αν­θρώ­πων σε διά­φο­ρες ι­στο­ρι­κές πε­ριό­δους. Θυ­μί­ζει τη σει­ρά για ε­νή­λι­κες, «Η κα­θη­με­ρι­νή ζωή στην τά­δε πε­ρίο­δο», ό­που, αν δεν σφάλ­λου­με, δεν υ­πάρ­χει βι­βλίο για την α­ντί­στοι­χη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο.   
Τη “βόλ­τα” την κά­νουν δυο α­γα­πη­μέ­νοι φί­λοι α­πό το νη­πια­γω­γείο. Όχι, ό­μως, του ί­διου φύ­λου, αλ­λά ο Αστέ­ρης και η Βά­για, ώ­στε να α­ντα­να­κλώ­νται δυο δια­φο­ρε­τι­κές ο­πτι­κές. Αυ­τή η πε­ριή­γη­ση  σε αλ­λο­τι­νά χρό­νια και τό­πους γί­νε­ται χά­ρις σε έ­να φο­βε­ρό τε­τρά­πο­δο, τον Γκά­ρι. Πρό­κει­ται για “έ­να γαϊδου­ρά­κι, πού ό­χι μό­νο μι­λά­ει με αν­θρώ­πι­νη φω­νή”, ό­πως ό­λα τα κα­τοι­κί­δια στα ελ­λη­νι­κά σί­ρια­λ, “αλ­λά και τα­ξι­δεύει στο χρό­νο”, ό­χι με την τα­χύ­τη­τα του φω­τός, αλ­λά κα­τά τρό­πο μα­γι­κό. Το ό­νο­μα Αστέ­ρης θυ­μί­ζει τον τίτ­λο ε­νός προ­πέρ­σι­νου παι­δι­κού βι­βλίου, «Ο Αστέ­ρης το νε­α­ρό α­στέ­ρι», του Κώ­στα Ζα­φει­ρίου. Μό­νο που ε­κεί­νος ο Αστέ­ρης ξε­κί­νη­σε για α­στρι­κό τα­ξί­δι. Στο τα­ξί­δι στα χι­λιό­χρο­να βά­θη του χρό­νου, τα παι­διά ξε­κι­νούν τις ε­πι­σκέ­ψεις α­πό το βυ­ζα­ντι­νό σπί­τι. Δί­πα­το, με το πλυ­στα­ριό και τους στά­βλους για τα ζώα στον πρώ­το ό­ρο­φο, τα α­πο­γο­η­τεύει. Μάλ­λον θα έ­πρε­πε να προ­η­γη­θεί έ­να τα­ξί­δι πριν έ­ναν - ε­νά­μι­σι αιώ­να στην η­πει­ρω­τι­κή Ελλά­δα. Στο σπί­τι των Βυ­ζα­ντι­νών, βλέ­πουν με α­πο­ρία τη γυ­ναί­κα στον αρ­γα­λειό και το κο­ρι­τσά­κι της να την πα­ρα­κο­λου­θεί να υ­φαί­νει. Και πά­λι, έ­νας κά­ποιος προϊδε­α­σμός, πως ό­λα αυ­τά δεν συ­νέ­βαι­ναν μό­νο στα βυ­ζα­ντι­νά χρό­νια, θα ή­ταν μάλ­λον α­να­γκαίος. Με­τά οι δυο μι­κροί πε­ριη­γη­τές πη­γαί­νουν στο σχο­λείο. Εκεί, ό­μως, που ζωη­ρεύει η κου­βέ­ντα τους με το σο­φό υ­πο­ζύ­γιο εί­ναι στην βυ­ζα­ντι­νή κου­ζί­να. Ακο­λου­θούν κε­φά­λαια για την α­γο­ρά, την εκ­κλη­σία, το μο­να­στή­ρι, το λι­μά­νι, φθά­νο­ντας μέ­χρι και στο πα­λά­τι. Ο Γκά­ρυ δεν πα­ρα­λεί­πει να τους δεί­ξει τους αν­θρώ­πους ε­κεί­νης της ε­πο­χής σε χει­ρο­να­κτι­κές α­σχο­λίες ε­ντός και ε­κτός οι­κίας, κα­θώς και στις ώ­ρες της δια­σκέ­δα­σης. Με τις ζω­γρα­φιές της πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νης στο χώ­ρο του παι­δι­κού βι­βλίου Λέ­λας Στρού­τση, το τα­ξί­δι δί­νει μία πρώ­τη γεύ­ση α­πό την βυ­ζα­ντι­νή Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, την άλ­λο­τε πο­τέ α­πο­κα­λού­με­νη “βα­σι­λί­δα των πό­λεω­ν”.
Ένα βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό που δια­φο­ρο­ποιεί το ση­με­ρι­νό παι­δι­κό βι­βλίο α­πό ε­κεί­νο πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών εί­ναι η έγ­χρω­μη ει­κο­νο­γρά­φη­ση, λό­γω κα­λύ­τε­ρων τυ­πο­τε­χνι­κών μέ­σων αλ­λά και με­γα­λύ­τε­ρης α­γο­ράς, που ε­πι­τρέ­πει πιο α­κρι­βές πα­ρα­γω­γές. Όπως δια­βε­βαιώ­νουν οι α­σχο­λού­με­νοι με το παι­δι­κό βι­βλίο, αυ­τό α­πο­βαί­νει πο­λύ πιο προ­σο­δο­φό­ρο α­πό τα α­να­γνώ­σμα­τα ε­νη­λί­κων. Συ­μπέ­ρα­σμα ό­χι τό­σο ευ­χά­ρι­στο, α­σχέ­τως αν οι πά­ντες το α­ντι­με­τω­πί­ζουν ως α­πο­λύ­τως φυ­σιο­λο­γι­κό. Βε­βαίως, ο ση­με­ρι­νός γο­νέ­ας κά­νει στε­ρή­σεις για να μην λεί­ψει τί­πο­τα α­πό το παι­δί του. Από μία άλ­λη ά­πο­ψη, ό­μως, μπο­ρεί και να δια­σκε­δά­ζει τις ε­νο­χές του, κα­θώς δεν έ­χει διά­θε­ση –χρό­νο ι­σχυ­ρί­ζε­ται– να δια­βά­σει ού­τε έ­να βι­βλίο το χρό­νο.  Φαι­νό­με­νο που α­πα­ντά­ται σε γο­νείς με α­νώ­τα­τη παι­δεία. Συ­χνά, μά­λι­στα, πρό­κει­ται για αν­θρώ­πους κοι­νω­νι­κούς και πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νους, τους λε­γό­με­νους αν­θρώ­πους με υ­ψη­λή καλ­λιέρ­γεια. 
Ίσως γι’ αυ­τό να φταίει, που, στα παι­δι­κά τους χρό­νια, στά­θη­καν πα­θη­τι­κοί α­να­γνώ­στες. Όπως φαί­νε­ται, έ­να τε­λείως και­νού­ριο στοι­χείο της τρέ­χου­σας παι­δα­γω­γι­κής εί­ναι η προ­σπά­θεια δη­μιουρ­γίας ε­νερ­γη­τι­κών α­να­γνω­στών. Οι τε­λευ­ταίες σε­λί­δες των πε­ρισ­σό­τε­ρων παι­δι­κών βι­βλίων α­φιε­ρώ­νο­νται στο σχε­δια­σμό “εκ­παι­δευ­τι­κών δρα­στη­ριο­τή­τω­ν”, ό­πως α­πο­κα­λού­νται. Η Τσι­τι­ρί­δου, που έ­χει την ε­μπει­ρία μίας δε­κα­ε­τούς θη­τείας στη δη­μό­σια εκ­παί­δευ­ση, ε­ξη­γεί πως “η ε­μπέ­δω­ση της γνώ­σης ε­πι­διώ­κε­ται μέ­σα α­πό την ε­νερ­γη­τι­κή συμ­με­το­χή και την ά­σκη­ση των προ­σω­πι­κών τους δε­ξιο­τή­των, με τρό­πο παι­γνιώ­δη και συμ­βα­τό με την η­λι­κία τους, κα­θώς και με τις ι­διαί­τε­ρες α­νά­γκες και δυ­να­τό­τη­τές τους”. 
Κλεί­νο­ντας αυ­τά τα πρώ­τα παι­δι­κά βι­βλία του 21ου αιώ­να, που δια­βά­σα­με  –για­τί, τε­λι­κά, τα δια­βά­σα­με, μας κέρ­δι­σαν ο Τζε­ρό­νι­μο, ο Αργύ­ρης και η Βά­για, α­κό­μη και ο Τι­μό­θε­ος Πέ­περ­μι­ντ – μας κα­τέ­λα­βε θλί­ψη, με τη σκέ­ψη, πως αυ­τά θα εί­ναι τα πρώ­τα που θα χα­θούν κα­τά την πλή­ρη ε­πι­κρά­τη­ση της ψη­φια­κής ε­πο­χής. Ας σπεύ­σουν, λοι­πόν, οι γο­νείς με πι­τσι­ρί­κια, ό­σο α­κό­μη υ­πάρ­χουν. Αλλά και οι υ­πό­λοι­ποι. Υπάρ­χει πά­ντο­τε το πρό­σχη­μα για έ­να δω­ρά­κι σε παι­δί φί­λου. Με την ευ­και­ρία, το δια­βά­ζουν και αυ­τοί, για να μην ξε­χά­σουν τε­λείως και την α­νά­γνω­ση, με­τά τη γρα­φή, που έ­χουν ε­δώ και και­ρό ε­γκα­τα­λεί­ψει.   

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/4/2014.

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Βραβεία Λογοτεχνίας

Οι λε­γό­με­νοι μι­κροί εκ­δο­τι­κοί οί­κοι “σά­ρω­σα­ν” τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία Λο­γο­τε­χνίας, μέ­χρι που ε­κτό­πι­σαν ο­λο­σχε­ρώς τους με­γά­λους. Κυ­ριάρ­χη­σαν οι εκ­δό­σεις Γα­βριη­λί­δης, α­πο­σπώ­ντας τρία α­πό τα ε­πτά βρα­βεία που α­πο­νε­μή­θη­καν. Ενώ, άλ­λοι τέσ­σε­ρις (Άγρα, Νε­φέ­λη, Πό­λις, Πο­λύ­τρο­πον) μοι­ρά­στη­καν τα υ­πό­λοι­πα. Εί­χε προ­η­γη­θεί η πλή­ρης ε­πι­κρά­τη­ση των μι­κρών και στα βρα­βεία του «Ανα­γνώ­στη» (τη συ­νέ­χεια των βρα­βείων του «Δια­βά­ζω»). Εί­ναι γε­γο­νός πως τα τε­λευ­ταία χρό­νια κέρ­δι­ζαν συ­νε­χώς έ­δα­φος και στα δυο αυ­τά λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία, που εί­ναι και τα α­ξιο­λο­γό­τε­ρα υ­πάρ­χο­ντα. Απλώς, στις πρό­σφα­τες βρα­βεύ­σεις, για τις εκ­δό­σεις του 2012, στα συ­νο­λι­κά 10 βρα­βευ­μέ­να βι­βλία (ε­πτά των Κρα­τι­κών και πέ­ντε του «Ανα­γνώ­στη», ό­που δυο τι­μή­θη­καν με αμ­φό­τε­ρα) δεν υ­πήρ­ξε ού­τε έ­να α­πό εκ­δο­τι­κό οί­κο κα­τα­χω­ρη­μέ­νο στους με­γά­λους. Ακό­μη και στις βρα­χείες λί­στες, η πα­ρου­σία τους ή­ταν πε­ριο­ρι­σμέ­νη. Στα 36 προ­τει­νό­με­να των Κρα­τι­κών Βρα­βείων, μό­νο τα 10 κυ­κλο­φο­ρούν α­πό με­γά­λους, ε­νώ στα 48 των βρα­βείων του «Ανα­γνώ­στη», τα 17.  
Ίσως, οι χα­ρα­κτη­ρι­σμοί με­γά­λος και μι­κρός εκ­δο­τι­κός οί­κος, που α­να­φέ­ρο­νται στην ε­τή­σια πα­ρα­γω­γή βι­βλίου, να έ­χουν με­ρι­κή μό­νο ι­σχύ για τα βι­βλία ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Αυ­τό, για­τί οι με­γά­λοι εκ­δί­δουν ε­κεί­να που εν­δια­φέ­ρουν το πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό, με άλ­λα λό­για τα ε­μπο­ρι­κά, ο­πό­τε δη­μιουρ­γεί­ται έλ­λει­ψη εκ­δό­τη για την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, ι­διαί­τε­ρα την ποίη­ση, αλ­λά και τους νέ­ους ε­πί­δο­ξους συγ­γρα­φείς, που συ­νε­χώς πλη­θαί­νουν. Το κε­νό κα­λύ­πτουν  οι μι­κρό­τε­ροι, α­πο­κτώ­ντας ο κα­θέ­νας συ­γκε­κρι­μέ­νο στίγ­μα και ό­νο­μα. Με βά­ση αυ­τά προ­σα­να­το­λί­ζο­νται οι συγ­γρα­φείς κα­τά την α­να­ζή­τη­ση εκ­δό­τη. Εκτός α­πό τους “ά­στε­γους”, στον μι­κρό­τε­ρο στρέ­φο­νται και γνω­στοί συγ­γρα­φείς, εί­τε για­τί τους ελ­κύει το κα­λό ό­νο­μά του εί­τε για­τί ε­πεί­γο­νται να εκ­δώ­σουν. Δεν δε­σμεύο­νται, πά­ντως, α­πό τις πα­λαιό­τε­ρα ι­σχύου­σες σχέ­σεις πί­στης με έ­ναν εκ­δο­τι­κό οί­κο. Κά­πως έ­τσι, προ­κύ­πτουν α­πό τους μι­κρούς ο­ρι­σμέ­νοι με­γά­λοι στο εί­δος τους. Όπως, ό­μως, έ­να παι­δί που το γνω­ρί­ζεις α­πό μι­κρό, ε­ξα­κο­λου­θείς κι ό­ταν με­γα­λώ­σει να το φω­νά­ζεις Γιαν­νά­κη, α­ντι­στοί­χως α­πο­κα­λού­με μι­κρό, λ.χ., τον Γα­βριη­λί­δη. 
Οι κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές των βρα­βεύ­σεων φρο­ντί­ζουν, στις βρα­χείες λί­στες, οι με­γά­λοι να έ­χουν ι­κα­νο­ποιη­τι­κή πα­ρου­σία, ώ­στε να μην δη­μιουρ­γεί­ται ε­ξαρ­χής η δυ­σά­ρε­στη ε­ντύ­πω­ση του α­πο­κλει­σμού. Ασχέ­τως αν τε­λι­κά προ­τι­μούν το βι­βλίο ε­νός μι­κρού εκ­δό­τη και με το σκε­πτι­κό, ό­τι έ­τσι προ­σθέ­τουν κύ­ρος στην ε­πι­λο­γή τους. Ο ε­φε­τι­νός πα­ρα­με­ρι­σμός των με­γά­λων α­κό­μη και α­πό τις βρα­χείες λί­στες των Κρα­τι­κών Βρα­βείων, συ­νι­στά σχε­δόν πρό­κλη­ση. Προϊδεά­ζει, ω­στό­σο, για το δια­φο­ρε­τι­κό προ­φίλ της νέ­ας ε­πι­τρο­πής. Πά­ντως, για να μην ω­ραιο­ποιού­με τις κα­τα­στά­σεις, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό τα μέ­λη της ε­κά­στο­τε ε­πι­τρο­πής έ­χουν σχέ­ση με του­λά­χι­στον έ­ναν εκ­δό­τη, που δεν ε­πι­θυ­μούν να δυ­σα­ρε­στή­σουν.   

Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι

Μα­κρη­γο­ρή­σα­με πε­ρί εκ­δο­τών, που θεω­ρη­τι­κά δεν α­πο­τε­λούν κρι­τή­ριο σε μία βρά­βευ­ση. Στην πρά­ξη, ό­μως, α­πο­βαί­νει έ­νας ό­χι α­με­λη­τέ­ος πα­ρά­γο­ντας, που λαν­θά­νει. Δεν υ­πο­στη­ρί­ζου­με, ω­στό­σο, πως, αν το βρα­βευ­μέ­νο βι­βλίο μι­κρού εκ­δο­τι­κού οί­κου κυ­κλο­φο­ρού­σε α­πό έ­ναν με­γά­λο, θα εί­χε δια­φο­ρε­τι­κή α­ντι­με­τώ­πι­ση. Πα­ρά­δειγ­μα η Νί­κη Ανα­στα­σέα, που, με το τέ­ταρ­το μυ­θι­στό­ρη­μά της, α­πέ­σπα­σε και τα δυο βρα­βεία. Συγ­γρα­φέ­ας του εκ­δο­τι­κού οί­κου Κέ­δρος, θα μπο­ρού­σε να πα­ρα­μεί­νει σε αυ­τόν ή να α­κο­λου­θή­σει το ρεύ­μα ε­κεί­νων, που με­τα­πή­δη­σαν στο Με­ταίχ­μιο. Αντί αυ­τών, προ­τί­μη­σε έ­ναν μι­κρό με κα­λό ό­νο­μα, τις εκ­δό­σεις Πό­λις. Να ση­μειώ­σου­με, πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μία πρω­τιά της εν λό­γω συγ­γρα­φέως, που δεν ε­πι­ση­μάν­θη­κε. Εί­ναι η πρώ­τη α­πό ό­σους έ­χουν δια­κρι­θεί με βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, που τι­μά­ται και με κυ­ρίως βρα­βείο και δη, εις δι­πλούν. Θυ­μί­ζου­με ό­τι, α­πό το 1996, που θε­σμο­θε­τεί­ται α­πό το «Δια­βά­ζω» βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, έ­χουν α­πο­νε­μη­θεί 17 βρα­βεία, ό­λα πλην δυο για βι­βλία πε­ζο­γρα­φίας. Ενώ, α­πό το 2011, που θε­σμο­θε­τεί­ται α­ντί­στοι­χο Κρα­τι­κό Βρα­βείο, έ­χουν δο­θεί πέ­ντε, κα­θώς τις δυο πρώ­τες χρο­νιές μοι­ρά­στη­κε σε δυο. Πα­ρα­δό­ξως, μό­νο έ­να μι­σό δί­νε­ται σε βι­βλίο πε­ζο­γρα­φίας. Δύο α­πό αυ­τά τα πέ­ντε συ­μπί­πτουν με βρα­βεύ­σεις του «Δια­βά­ζω». Έτσι, η Ανα­στα­σέα, που ή­ταν η δεύ­τε­ρη βρα­βευ­θεί­σα πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη, το 1998, εί­ναι η πρώ­τη α­πό τους 20 βρα­βευ­θέ­ντες, που φθά­νει 16 χρό­νια με­τά στο κυ­ρίως βρα­βείο. Ο πρώ­τος βρα­βευ­θείς, Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης, δεν πρό­λα­βε, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας νω­ρίς τα ε­γκό­σμια. 
Οι βρα­χείες λί­στες και των δυο βρα­βείων πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα του 2013 (με πέ­ντε προ­τει­νό­με­νους του Κρα­τι­κού Βρα­βείου και ο­κτώ του «Ανα­γνώ­στη») α­παρ­τί­ζο­νταν α­πό ποιη­τι­κά βι­βλία, πλην ε­νός πε­ζού στη λί­στα του δεύ­τε­ρου. Όπου τέσ­σε­ρα βι­βλία α­πο­τε­λού­σαν προ­τά­σεις αμ­φο­τέ­ρων. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, ο τι­μη­θείς με το Κρα­τι­κό πα­ρου­σια­ζό­ταν μό­νο στη μία λί­στα. Εί­χε, ό­μως, ή­δη α­πο­σπά­σει το δεύ­τε­ρο βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου στο ε­φε­τι­νό, 33ο Συ­μπό­σιο Ποίη­σης στην Πά­τρα. Εκεί η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή, ταυ­τι­ζό­με­νη με την ορ­γα­νω­τι­κή, ή­ταν εν­δε­κα­με­λής, ό­που συμ­με­τεί­χε ως μέ­λος ο πρό­ε­δρος της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής των Κρα­τι­κών Βρα­βείων, Αλέ­ξης Ζή­ρας. Ο βρα­βευ­θείς εί­ναι ο Χρή­στος Αρμά­ντο Γκέ­ζος. Ήρθε στην Ελλά­δα οι­κο­γε­νεια­κώς α­πό την Αλβα­νία, το 1991, τριών ε­τών. Εί­ναι ο πρώ­τος με­τα­νά­στης, που τι­μά­ται με Κρα­τι­κό Βρα­βείο. Δεν υ­πήρ­ξε, ω­στό­σο, η λε­γό­με­νη “θύελ­λα α­ντι­δρά­σεω­ν”, πι­θα­νώς και για­τί η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή το­νί­ζει στο σκε­πτι­κό της, ό­τι θέ­λη­σε “να τι­μή­σει έ­να νέο που γεν­νή­θη­κε στη Χει­μάρ­ρα της Βο­ρείου Ηπεί­ρου”. Δη­μιουρ­γεί­ται η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο θα άλ­λα­ζε  η α­ξιο­λό­γη­ση της συ­γκε­κρι­μέ­νης ποιη­τι­κής συλ­λο­γής, αν η οι­κο­γέ­νεια Γκέ­ζου ερ­χό­ταν α­πό την λοι­πή Αλβα­νία. Ή και α­ντι­στρό­φως, μή­πως η ε­πι­θυ­μία προ­βο­λής ε­νός Βο­ρειο­η­πει­ρώ­τη πα­ρέ­καμ­ψε τα αι­σθη­τι­κά κρι­τή­ρια, κα­θώς το σκε­πτι­κό δεν α­να­φέ­ρε­ται στη στι­χουρ­γι­κή αλ­λά σε “σκλη­ρά βιώ­μα­τα και ο­δυ­νη­ρές ε­μπει­ρίες”. 
Ας μη με­τριά­ζου­με τη ση­μα­σία της α­πό­φα­σης. Εί­ναι μία ση­μα­ντι­κή πρώ­τη φο­ρά, που δεί­χνει τις εκ­συγ­χρο­νι­στι­κές α­ντι­λή­ψεις της νέ­ας κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής ή του­λά­χι­στον της πλειο­ψη­φίας της, κα­θώς, στα ο­κτώ βρα­βεία, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του Με­γά­λου Βρα­βείου Γραμ­μά­των, τα έ­ξι δό­θη­καν κα­τά πλειο­ψη­φία. Το 2010, ε­πί Γε­ρου­λά­νου, ό­ταν άλ­λα­ξε το νο­μο­θε­τι­κό πλαί­σιο των Κρα­τι­κών Βρα­βείων, με­τα­ξύ άλ­λων, ο­ρί­σθη­καν χρο­νι­κά πλαί­σια για τις ερ­γα­σίες της Επι­τρο­πής, κα­θώς και η υ­πο­χρέω­ση να τη­ρού­νται μα­γνη­το­φω­νη­μέ­να πρα­κτι­κά. Αμφό­τε­ρα α­θε­τή­θη­καν. Αντί των πρα­κτι­κών, ό­που θα πα­ρου­σιά­ζο­νταν συ­ζη­τή­σεις και μειο­ψη­φού­σες α­πό­ψεις, δη­μο­σιεύε­ται το σκε­πτι­κό για κά­θε βρα­βείο, δη­λα­δή οι λό­γοι για τους ο­ποίους προ­τι­μή­θη­κε το συ­γκε­κρι­μέ­νο βι­βλίο, κι αυ­τοί σε α­πό­λυ­τη και ό­χι συ­γκρι­τι­κή βά­ση. Μό­νες ε­ξαι­ρέ­σεις, το σκε­πτι­κό των βρα­βείων Δο­κι­μίου και Μαρ­τυ­ρίας-Βιο­γρα­φίας-Χρο­νι­κού-Τα­ξι­διω­τι­κής Λο­γο­τε­χνίας. Τη σύ­ντα­ξη ε­νός σκε­πτι­κού την α­να­λαμ­βά­νει μέ­λος, που υ­πε­ρα­σπί­στη­κε τη συ­γκε­κρι­μέ­νη υ­πο­ψη­φιό­τη­τα. Με βά­ση τους συ­ντά­κτες των σκε­πτι­κών, αλ­λά και τα εκ­πε­φρα­σμέ­να των με­λών, ει­κά­ζου­με πως κα­θο­ρι­στι­κός θα πρέ­πει να στά­θη­κε ο λό­γος των τεσ­σά­ρων, που, του­λά­χι­στον η­λι­κια­κά, ε­ντάσ­σο­νται στη γε­νιά του ’70. Ο πρε­σβύ­τε­ρος της Επι­τρο­πής (Διο­νύ­σης Μα­γκλι­βέ­ρας) και ε­κεί­νος της γε­νιάς του ’80 (Γιώρ­γος Ξε­νά­ριος) εν­δε­χο­μέ­νως να δια­φώ­νη­σαν (πά­ντως, σκε­πτι­κό δεν υ­πο­γρά­φουν). Αντί­στοι­χα, η τριά­δα των νεό­τε­ρων πα­νε­πι­στη­μια­κών δεί­χνει να κρά­τη­σε τα ί­σα (με τους δυο να υ­πο­γρά­φουν το σκε­πτι­κό δυο βρα­βεύ­σεων, που δεν ε­ντάσ­σο­νται σε αυ­τό το προο­δευ­τι­κών τά­σεων σκε­πτι­κό). 

Αδύ­να­μοι και α­δι­κη­μέ­νοι

Ένα δεύ­τε­ρο ση­μείο δια­φο­ρο­ποίη­σης της Επι­τρο­πής, το ο­ποίο εκ­φρά­ζει τις τρέ­χου­σες ι­δε­ο­λο­γι­κές πα­ρα­δο­χές της κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς, εί­ναι η α­πο­νο­μή του δεύ­τε­ρου νεό­τευ­κτου βρα­βείου, του «Ει­δι­κού βρα­βείου για την προ­α­γω­γή του δια­λό­γου σχε­τι­κά με ευαί­σθη­τα κοι­νω­νι­κά ζη­τή­μα­τα». Τα δυο πρώ­τα χρό­νια, η προ­η­γού­με­νη κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή δεν το α­πέ­νει­με. Ει­ση­γή­θη­κε, μά­λι­στα, να κα­ταρ­γη­θεί, με το σκε­πτι­κό, πως “ο ε­μπρό­θε­τος προ­βλη­μα­τι­σμός πά­νω σε ευαί­σθη­τα ζη­τή­μα­τα εκ­φεύ­γει της λο­γο­τε­χνι­κής λει­τουρ­γίας”, υ­πο­τάσ­σο­ντας τη μορ­φή στο θέ­μα. Εφέ­τος, α­πο­νε­μή­θη­κε και μά­λι­στα ο­μό­φω­να, στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­τρι­νού Βα­σί­λη Λα­δά «Παι­χνί­δια κρί­κετ», που εί­χε συ­μπε­ρι­λη­φθεί στη βρα­χεία λί­στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Το σκε­πτι­κό, που συ­ντάσ­σει η Μα­ρία Στα­σι­νο­πού­λου,  το το­πο­θε­τεί στη “λο­γο­τε­χνία ντο­κου­μέ­ντο της ση­με­ρι­νής ε­πο­χής”, ό­πως και τα προ­η­γού­με­να βι­βλία του, “με ε­ρέ­θι­σμα τον κα­ταυ­λι­σμό με­τα­να­στών και φυ­γά­δων στο λι­μά­νι της Πά­τρας”. Με ό­ρους ε­πι­κοι­νω­νια­κούς, το τρέ­χον πο­λι­τι­κά ορ­θό δεν ά­φη­νε πε­ρι­θώ­ρια στα μέ­λη της Επι­τρο­πής να μην το ψη­φί­σουν, ό­ταν, κα­τά τα φαι­νό­με­να, άλ­λη πρό­τα­ση δεν υ­πήρ­ξε.
Γε­νι­κώς, η Επι­τρο­πή στά­θη­κε α­ρω­γός μι­κρών, α­δύ­να­μων και α­δι­κη­μέ­νων, α­πό τον μι­κρό εκ­δο­τι­κό οί­κο στον α­δύ­να­μο με­τα­νά­στη και τον α­δι­κη­μέ­νο λό­γω των λε­γό­με­νων ε­θνι­κι­στι­κών κα­θη­λώ­σεων. Ένα τρί­το ση­μείο α­ντι­δια­στο­λής συ­νι­στά η α­πο­νο­μή του βρα­βείου ποίη­σης στον Μάρ­κο Μέ­σκο, ο ο­ποίος θα α­να­με­νό­ταν να το εί­χε πά­ρει προ πολ­λού. Θυ­μί­ζου­με τις βρα­βεύ­σεις, Δη­μου­λά 1989, Λε­ο­ντά­ρης 1997, Μαρ­κί­δης 2001, Γα­λά­της 2006, Χρι­στια­νό­που­λος 2011, Ρουκ 2012. Άλλω­στε, ο Μέ­σκος βρί­σκε­ται ε­δώ και χρό­νια στους υ­πο­ψή­φιους για το Με­γά­λο Βρα­βείο. Ασφα­λώς και ε­φέ­τος θα συ­ζη­τή­θη­κε. Μέ­χρι προ­χτές, η μό­νη διά­κρι­ση που εί­χε λά­βει, ή­ταν το βρα­βείο ποίη­σης του «Δια­βα­ζω», την πρώ­τη χρο­νιά της θε­σμο­θέ­τη­σής του, το 1996. Σύμ­φω­να με το σκε­πτι­κό της Επι­τρο­πής, που υ­πο­γρά­φει ο πρό­ε­δρος, “με αυ­τήν την ε­πι­λο­γή εί­ναι μάλ­λον βέ­βαιο ό­τι θέ­λα­με να τι­μη­θεί έ­νας α­πό τους ση­μα­ντι­κούς ποιη­τές μας, που ε­πί πολ­λά χρό­νια ή­ταν πα­ρών αλ­λά και α­φα­νής”. Απο­ρού­με με ε­κεί­νο το “μάλ­λο­ν”. Όσο για “α­φα­νής”, ο Μέ­σκος πο­τέ δεν υ­πήρ­ξε, μό­νο α­βρά­βευ­τος α­πό τους κρα­τι­κούς φο­ρείς. Σε αυ­τό, συ­νε­τέ­λε­σε ό­τι έρ­χε­ται α­πό την πα­ρα­με­θό­ριο “μαύ­ρη γη” και στα γρα­πτά του, ι­δίως, τα πε­ζά, φύ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο δη­λω­τι­κά, α­κού­γο­νται “μα­κε­δο­νί­τι­κα που­λιά να λα­λούν μα­κε­δο­νί­τι­κα”.
Δύο βρα­βεύ­σεις, του Δο­κι­μίου και της Βιο­γρα­φίας, α­κο­λου­θούν την κα­θιε­ρω­μέ­νη γραμ­μή πλεύ­σης, ό­που τα σκε­πτι­κά εί­ναι δυο πα­νε­πι­στη­μια­κών. Η α­πο­νο­μή του πρώ­του στον Μι­χά­λη Χρυ­σαν­θό­που­λο α­ντα­πο­κρί­νε­ται στη συ­νή­θεια τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία να έ­χουν και λί­γο θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο ά­ρω­μα. Ο Χρυ­σαν­θό­που­λος εί­ναι μεν Αθη­ναίος, αλ­λά, σή­με­ρα, έ­χει τη θέ­ση του κα­θη­γη­τή του Αρι­στο­τε­λείου. Ήταν στη βρα­χεία λί­στα και των βρα­βείων του «Ανα­γνώ­στη», ό­που βρα­βεύ­θη­κε έ­τε­ρο, νεό­τε­ρο μέ­λος του εν λό­γω Ιδρύ­μα­τος, η Αλε­ξάν­δρα Ρα­σι­δά­κη. Αλλά και τα προ­η­γού­με­να Κρα­τι­κά Βρα­βεία στην ευ­ρύ­τε­ρη οι­κο­γέ­νεια πή­γα­ν· του 2012 στον Θεσ­σα­λο­νι­κιό με σπου­δές στο Αρι­στο­τέ­λειο Αντώ­νη Λιά­κο, σή­με­ρα κα­θη­γη­τή στο Αθή­νη­σι, και του 2011, κα­τά το ή­μι­συ, στην Θεσ­σα­λο­νι­κιά και κα­θη­γή­τρια του Αρι­στο­τε­λείου Βε­νε­τία Απο­στο­λί­δου.
Το δεύ­τε­ρο βρα­βείο θα α­να­με­νό­ταν να δο­θεί στον Νί­κο Θε­ο­το­κά για τον Μα­κρυ­γιάν­νη του, κα­θώς εκ­φρά­ζει τη με­τα­νεω­τε­ρι­κή ο­πτι­κή των ι­στο­ρι­κών. Αντί αυ­τού, προ­τι­μή­θη­κε μία αυ­το­βιο­γρα­φία με τις τα­λαι­πω­ρίες των Αρι­στε­ρών α­πό τον Εμφύ­λιο μέ­χρι τις αρ­χές του ’60. Οφει­λό­με­νο, α­πό μία ά­πο­ψη, το βρα­βείο στον Θο­δω­ρή Καλ­λι­φα­τί­δη, με­τα­νά­στη α­πό το 1964 στη Σουη­δία και ε­κεί, τι­μη­μέ­νο με βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ή­δη α­πό το 1981. Κα­τά τα άλ­λα, τό­σο ευ­ρύ φά­σμα γε­νέ­θλιων τό­πων και τό­πων δια­μο­νής βρα­βευ­μέ­νων δύ­σκο­λα α­πα­ντά­ται. Με­τρά­με στη σει­ρά: Χει­μάρ­ρα, Έδεσ­σα, Κο­ζά­νη, Αθή­να, Πει­ραιάς, Πά­τρα, Μο­λα­οί Λα­κω­νίας, Στοκ­χόλ­μη. Ο Κο­ζα­νί­της εί­ναι ο Γιάν­νης Πα­λα­βός, που “σά­ρω­σε” τα βρα­βεία ό­πως και η Ανα­στα­σέα. Μό­νο που αυ­τός εί­ναι ε­τών 34 και α­πέ­σπα­σε το Βρα­βείο Διη­γή­μα­τος με το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του συν έ­να εξ η­μι­σείας. Εί­ναι ο νεό­τε­ρος που τι­μά­ται με το εν λό­γω βρα­βείο, που, μέ­χρι πρό­τι­νος, δι­νό­ταν σε ώ­ρι­μους συγ­γρα­φείς. Η πλη­σιέ­στε­ρη η­λι­κια­κά εί­ναι η Λέ­να Κι­τσο­πού­λου, που πή­ρε το βρα­βείο διη­γή­μα­τος του «Δια­βά­ζω» το 2007, στα 36.
Η κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή του Πα­λα­βού, κυ­ρίως α­πό τους πρε­σβύ­τε­ρους, στά­θη­κε ά­κρως ε­παι­νε­τι­κή. Για­τί, ό­μως, τό­σος εν­θου­σια­σμός; Σύμ­φω­να με τον Γιώρ­γο Αρά­γη, που πλου­τί­ζει τα κρι­τι­κά του κεί­με­να με κοι­νω­νι­κής υ­φής πα­ρα­τη­ρή­σεις, “η α­νά­γνω­ση των συ­νο­λι­κά 33 διη­γη­μά­των α­φή­νει την ε­ντύ­πω­ση μιας φτυ­σιάς πά­νω στα πε­πραγ­μέ­να των προ­γε­νέ­στε­ρων η­λι­κιώ­ν”. Οπό­τε, κα­τά μία φροϋδι­κή ερ­μη­νεία, η “φτυ­σιά” ξύ­πνη­σε τις ε­νο­χές των πα­λαί­μα­χων. Επι­κρο­τώ­ντας, πά­ντως, η Επι­τρο­πή αυ­τήν την “αυ­θε­ντι­κή α­με­ρι­κά­νι­κη φω­νή”, ό­πως έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στεί, δεί­χνει πως πα­ρα­κο­λου­θεί την με­τα­μο­ντέρ­να αι­σθη­τι­κή. Σε μία ε­πο­χή α­πο­θέω­σης της νεό­τη­τας, κα­λό εί­ναι τα βρα­βεία να μην μυ­ρί­ζουν να­φθα­λί­νη. Το 2011, βα­σι­κό αί­τη­μα ή­ταν η ε­πάν­δρω­ση των ε­πι­τρο­πών με νε­α­ρής η­λι­κίας μέ­λη. Για πρώ­τη φο­ρά, ε­πι­λέ­χτη­κε πε­νη­ντά­ρης πρό­ε­δρος και τρια­ντά­ρη­δες κρι­τι­κοί.  Πά­ντως, το βρα­βείο διη­γή­μα­τος δεν α­πο­νε­μή­θη­κε ο­μό­φω­να.

Με­γά­λο Βρα­βείο

Ομό­φω­να α­πο­νε­μή­θη­κε, ως εί­θι­σται, το Με­γά­λο Βρα­βείο. Κα­τά κα­νό­να, δεν λεί­πουν οι συ­γκρού­σεις, αλ­λά αυ­τές γί­νο­νται κε­κλει­σμέ­νων των θυ­ρών. Υπε­ρι­σχύει η γνώ­μη ε­νός ι­σχυ­ρού, που δεν συ­νε­πά­γε­ται πά­ντα πλειο­ψη­φι­κή α­πο­δο­χή. Σπα­νίως, οι ό­ποιες α­ντιρ­ρή­σεις α­κού­γο­νται πα­ραέ­ξω, ό­πως προ τριε­τίας, ο­πό­τε και α­πο­τέ­λε­σαν ύ­βριν για το τι­μώ­με­νο πρό­σω­πο. Εφέ­τος α­πο­νε­μή­θη­κε στον Δη­μή­τρη Ραυ­τό­που­λο, που συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν στη λί­στα Δο­κι­μίου των Κρα­τι­κών αλ­λά ό­χι του «Ανα­γνώ­στη». Το 1997, εί­χε τι­μη­θεί με το Βρα­βείο Δο­κι­μίου για το βι­βλίο του «Άρης Αλε­ξάν­δρου, ο ε­ξό­ρι­στος». Εί­ναι ο τρί­τος κρι­τι­κός λο­γο­τε­χνίας, που τι­μά­ται με το Με­γά­λο Βρα­βείο. Δεν εί­ναι λο­γο­τέ­χνης, ό­πως δεν ή­ταν ο Αλέξ. Αργυ­ρίου και η Νό­ρα Ανα­γνω­στά­κη. Επει­δή οι κρι­τι­κοί θεω­ρού­νται α­δύ­να­μες υ­πο­ψη­φιό­τη­τες για το Με­γά­λο Βρα­βείο, πα­ρα­τη­ρεί­ται τά­ση ε­ξω­ραϊσμού του έρ­γου τους. Προ­σφά­τως, με το θά­να­το της Ανα­γνω­στά­κη, στις νε­κρο­λο­γίες κα­τα­βλή­θη­κε προ­σπά­θεια να α­να­δει­χθεί το έρ­γο της πλέ­ον πο­λυ­σέ­λι­δο του πραγ­μα­τι­κού. Κι ό­μως, μπο­ρεί και ο κρι­τι­κός, ό­πως ο ποιη­τής, να κα­τα­θέ­σει έ­να και μό­νο βι­βλίο και το ό­νο­μά του να γρα­φτεί στις δέλ­τους της Ιστο­ρίας, ε­νώ του μά­χι­μου των ε­κα­το­ντά­δων δη­μο­σιευ­μά­των να α­πο­θά­νει με­τ’ αυ­τού. Αντι­στοί­χως, πα­ραλ­λάσ­σουν κα­τά τα τρέ­χο­ντα πρό­τυ­πα το προ­φίλ α­ρι­στε­ρών, ό­πως ο Αργυ­ρίου και ο Ραυ­τό­που­λος, που διέ­τρε­ξαν ο­λό­κλη­ρο το ι­δε­ο­λο­γι­κό φά­σμα, α­πό πι­στοί “της μαρ­ξι­στι­κής κο­σμο­θεω­ρίας, παίρ­νο­ντας ο­ρι­σμέ­νες ε­λευ­θε­ριό­τη­τες α­πέ­να­ντί της, οι ο­ποίες, ό­μως, δεν α­πο­δέ­σμευαν την κρι­τι­κή τους ό­ρα­ση”, (ό­πως γρά­φει ο Βά­σος Βα­ρί­κας για τον Ραυ­τό­που­λο, με α­φορ­μή το πρώ­το βι­βλίο του, «Οι Ιδέες και τα Έργα», του 1965) μέ­χρι θια­σώ­τες ε­νός α­ντι­κομ­μου­νι­σμού, που μπο­ρεί να ε­νο­χλεί ή και να εν­θου­σιά­ζει τους η­λι­κια­κά νεό­τε­ρούς τους.  
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία έ­δει­ξαν πως τα αι­σθη­τι­κά κρι­τή­ρια έρ­χο­νται σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα. Το ί­διο συμ­βαί­νει και στις κρι­τι­κές της λο­γο­τε­χνίας, ό­που δια­χω­ρί­ζε­ται η μορ­φή του πε­ριε­χο­μέ­νου, το ο­ποίο συ­νή­θως α­πα­σχο­λεί. Ευ­χό­μα­στε του χρό­νου κα­λύ­τε­ρα και, κυ­ρίως, α­πο­φάν­σεις με πιο αυ­στη­ρούς λο­γο­τε­χνι­κούς όρους.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 13/4/2014.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Βιζυηνού μελετήματα

Γ. Μ. Βι­ζυη­νός
«Στους δρό­μους της λο­γιο­σύ­νης.
Κεί­με­να γνώ­σης,
θεω­ρίας και κρι­τι­κής»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Παν. Μουλ­λάς
Επι­λε­γό­με­να-Υπό­μνη­μα
Βεν. Απο­στο­λί­δου-Μαί­ρη Μι­κέ
Μ.Ι.Ε.Τ.  Δε­κέμ­βριος 2013   

Εκκι­νώ­ντας α­πό τον τίτ­λο του βι­βλίου, να πα­ρα­τη­ρή­σου­με  ό­τι η λέ­ξη λο­γιο­σύ­νη α­που­σιά­ζει α­πό πολ­λά λε­ξι­κά της ελ­λη­νι­κής. Δεν την κα­τα­γρά­φει ού­τε του Δη­μη­τρά­κου ού­τε του Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. Την α­πο­θη­σαυ­ρί­ζουν Κρια­ράς, Μπα­μπι­νιώ­της, με τη δι­πλή ση­μα­σία της πνευ­μα­τι­κής καλ­λιέρ­γειας και της λο­γιό­τη­τας, ό­που, αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη, την ερ­μη­νεύουν ως την ι­διό­τη­τα του λο­γίου. Λέ­ξη, που, ως ε­πί­θε­το, ση­μαί­νει μορ­φω­μέ­νος, καλ­λιερ­γη­μέ­νος, και ως ου­σια­στι­κό, τον α­πα­σχο­λού­με­νο με τα γράμ­μα­τα. Ο Μπα­μπι­νιώ­της προ­σθέ­τει, ό­τι χρη­σι­μο­ποιεί­ται κυ­ρίως για την ε­πο­χή α­πό την Ανα­γέν­νη­ση μέ­χρι και τον 19ο αιώ­να, ε­νώ η ταυ­τό­ση­μη για την σύγ­χρο­νη ε­πο­χή εί­ναι το δια­νοού­με­νος. Ως προς τι, ό­μως, τό­σο σχο­λα­στι­κή ε­ξέ­τα­ση του τίτ­λου; Για­τί συμ­φω­νού­με με τον Βι­ζυη­νό, που διευ­κρι­νί­ζει: “Μη­δ’ υ­πο­θέ­ση τις η­μάς λίαν μι­κρο­λο­γού­ντας πε­ρί το ό­νο­μα και την ε­πι­γρα­φήν του βι­βλίου. Διό­τι [...] εί­ναι α­λάν­θα­στον τεκ­μή­ριον τού τε πο­σού και τού ποιού των προ­κα­ταρ­κτι­κών γνώ­σεων, α­φ’ ων οι συγ­γρα­φείς ορ­μώ­νται προς το έρ­γον αυ­τών [...]”. 
Ο τίτ­λος, α­κρι­βώς, του βι­βλίου του Παν. Μουλ­λά δεί­χνει πως α­φορ­μά­ται α­πό τα πα­ρι­σι­νά του χρό­νια στο πλευ­ρό του Κ. Θ. Δη­μα­ρά. Από τις εκ­δό­σεις του Μ.Ι.Ε.Τ., το 2013, εκ­δό­θη­καν δυο βι­βλία, τον Φεβ., του Δη­μα­ρά, «Σύμ­μι­κτα Δ΄. Λό­για πε­ρί με­θό­δου», και στα τέ­λη του έ­τους, του Μουλ­λά. Η Σει­ρά Σύμ­μι­κτα του Δη­μα­ρά εί­χε προ­γραμ­μα­τι­στεί, ζώ­ντος του ι­δίου, να α­πο­τε­λεί­ται α­πό τέσ­σε­ρις τό­μους με δι­κά του κεί­με­να, κα­τά ε­πι­λο­γή και φρο­ντί­δα τεσ­σά­ρων νεό­τε­ρων φί­λων του. Πρώ­τος εκ­δό­θη­κε ο τρί­τος τό­μος, «Πε­ρί Κα­βά­φη», σε ε­πι­μέ­λεια Γ. Π. Σαβ­βί­δη. Ο μό­νος, για τον ο­ποίο ο Δη­μα­ράς πρό­λα­βε να γρά­ψει τον πρό­λο­γο. Όταν κυ­κλο­φό­ρη­σε, Άνοι­ξη 1992,  ε­κεί­νος εί­χε α­πο­βιώ­σει. Ο φρο­ντι­στής του τό­μου έ­φυ­γε τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Ακο­λού­θη­σε το 2000, ο πρώ­τος τό­μος, «Από την παι­δεία στη λο­γο­τε­χνία», σε ε­πι­μέ­λεια του Βε­νια­μίν της τε­τρά­δας, Αλέ­ξη Πο­λί­τη. Αρχές 2004, ο Φί­λιπ­πος Ηλιού πα­ρέ­δω­σε το σώ­μα του τέ­ταρ­του τό­μου, κα­θώς ο δι­κός του ή­ταν έ­νας προ­α­ναγ­γελ­θείς θά­να­τος. Απε­βίω­σε στις 4 Μαρ. 2004. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ο τό­μος εκ­δό­θη­κε σε ε­πι­μέ­λεια Πό­πης Πο­λέ­μη. Λεί­πει ο δεύ­τε­ρος τό­μος, πε­ρί λο­γο­τε­χνίας, που εί­χε χρεω­θεί ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου. Εκεί­νος δεν πρό­λα­βε, πα­ρό­λο που εί­χε το χρό­νο. Εί­ναι, ω­στό­σο, ο μό­νος που έ­φθα­σε στην η­λι­κία του Δη­μα­ρά και ο μό­νος που συ­νέ­γρα­ψε Ιστο­ρία της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. 
Ο Ηλιού εί­χε ε­πι­λέ­ξει 301 ε­πι­φυλ­λί­δες του Δη­μα­ρά. Δυο α­πό αυ­τές, δη­μο­σιευ­μέ­νες το 1968, φέ­ρουν τον τίτ­λο «Η λο­γιο­σύ­νη». Εκεί, ο Δη­μα­ράς πα­ρα­τη­ρεί ό­τι η λαϊκή γραμ­μα­τεία, με έμ­φα­ση “στην προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση, τα κα­θαυ­τό δη­μο­τι­κά”, ε­πε­σκία­σε τη λό­για. Ωστό­σο, ό­πως ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί, πολ­λά ο­φεί­λο­νται στην ελ­λη­νι­κή λο­γιο­σύ­νη και ο πα­ρα­με­ρι­σμός της α­νέ­τρε­ψε “την αρ­μο­νία στην ει­κό­να του ελ­λη­νι­κού κό­σμου”. Αυ­τήν την αρ­μο­νία στην ει­κό­να του κό­σμου, που έ­φε­ρε ε­ντός του ο Βι­ζυη­νός, θέ­λη­σε να α­πο­κα­τα­στή­σει ο Μουλ­λάς, α­να­ζη­τώ­ντας τον άν­θρω­πο στον κό­σμο του και τού­μπα­λιν. Πά­ντο­τε εύ­στο­χος στην ε­πι­λο­γή τίτ­λου, κα­θώς οι δρό­μοι της λο­γιο­σύ­νης πη­γαί­νουν α­πό Ανα­το­λάς προς Δυ­σμάς. Σε αυ­τούς πη­γαι­νοέρ­χε­ται ο Βι­ζυη­νός. Σε αυ­τούς βά­δι­σε λί­γο πο­λύ και ο Μουλ­λάς. Στη Σορ­βό­νη, το 1976, πα­ρου­σία­σε τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του για τους ποιη­τι­κούς δια­γω­νι­σμούς του Αθή­νη­σι Πα­νε­πι­στη­μίου στην πε­ρίο­δο 1851-1877. Όταν έ­γρα­φε τα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια, συ­νά­ντη­σε έ­ναν Θρα­κιώ­τη, που α­πο­σπά το πρώ­το βρα­βείο στον Βου­τσι­ναίο ποιη­τι­κό δια­γω­νι­σμό του 1874, και πά­λι πρω­τεύει σε ε­κεί­νον του 1876, ε­νώ, τον ε­πό­με­νο χρό­νο, στον τε­λευ­ταίο, παίρ­νει έ­παι­νο. Τον Γεώρ­γιο Βι­ζυη­νό, ει­κο­σι­πε­ντά­χρο­νο το 1874, που τε­λειώ­νει με “ά­ρι­στα” το γυ­μνά­σιο στο Β΄ Γυ­μνά­σιο της Πλά­κας και εγ­γρά­φε­ται στην Φι­λο­σο­φι­κή. Πα­ρα­δί­πλα, στο Βαρ­βά­κειο, παίρ­νει το α­πο­λυ­τή­ριο με “σχε­δόν κα­λώς” έ­νας ει­κο­σι­τριά­χρο­νος Σκια­θί­της, που εγ­γρά­φε­ται ε­πί­σης στην Φι­λο­σο­φι­κή. Εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, με τον ο­ποίο α­σχο­λεί­ται ο Μουλ­λάς, πα­ράλ­λη­λα με την ε­τοι­μα­σία της δια­τρι­βής. Το «Α. Πα­πα­δια­μά­ντης Αυ­το­βιο­γρα­φού­με­νος» ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται στο Πα­ρί­σι το 1974, δυ­σχε­ραί­νο­ντας, τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, την ε­κλο­γή του στο Αρι­στο­τέ­λειο. Στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, θα ξε­κι­νή­σει το βι­βλίο για τον Βι­ζυη­νό, με το ο­ποίο, το 1980, θα ε­κλε­γεί τα­κτι­κός κα­θη­γη­τής νε­ο­ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας. Ει­ση­γη­τές, ο Απ. Σα­χί­νης, ο συ­νερ­γά­της του Δη­μα­ρά Άλκης Αγγέ­λου και ο Σαβ­βί­δης, που θα κρί­νουν αυ­τήν την ερ­γα­σία “θε­τι­κό­τε­ρη και με­στό­τε­ρη α­πό την α­ντί­στοι­χη για τον Πα­πα­δια­μά­ντη”. 
Το 1875, τη Φι­λο­σο­φι­κή Αθη­νών θα την ε­γκα­τα­λεί­ψουν και οι δυο. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης, χω­ρίς προ­στά­τη, θα προ­σπα­θή­σει να ε­πι­βιώ­σει στην Αθή­να, ε­νώ ο Βι­ζυη­νός, με χο­ρη­γό σπου­δών τον Γεώρ­γιο Ζα­ρί­φη, θα α­κο­λου­θή­σει “τους δρό­μους της λο­γιο­σύ­νης”. Ο Μουλ­λάς δεν θα ε­πι­στρέ­ψει πο­τέ στον πρώ­το. Αντί­θε­τα, θα ξα­να­γυ­ρί­σει στον Βι­ζυη­νό. Όπως ση­μειώ­νει στις 18 Δεκ. 2009, “ύ­στε­ρα α­πό 30 χρό­νια”. Συ­γκε­ντρώ­νει τα σκόρ­πια με­λε­τή­μα­τα του Βι­ζυη­νού με­τά την ο­ρι­στι­κή ε­πι­στρο­φή του στην Αθή­να, τέ­λη Μαρ. 1884. Αρχί­ζει τα Προ­λε­γό­με­να. Γρά­φει μέ­ρος της γε­νι­κής ει­σα­γω­γής και δυο α­πό τους ε­πι­μέ­ρους προ­λό­γους για τα πλη­σιέ­στε­ρα στα δι­κά του εν­δια­φέ­ρο­ντα με­λε­τή­μα­τα. Τα α­φή­νει η­μι­τε­λή, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας τα ε­γκό­σμια στις 11.9.2010. Όπως τα η­μι­τε­λή Σύμ­μι­κτα Δη­μα­ρά του Ηλιού, έ­τσι και τα η­μι­τε­λή Άπα­ντα τα με­λε­τή­μα­τα Βι­ζυη­νού του Μουλ­λά τα ο­λο­κλη­ρώ­νουν μα­θή­τριες και συ­νερ­γά­τριες, με ε­πι­λε­γό­με­να και υ­πό­μνη­μα. Όπως διευ­κρι­νί­ζε­ται, βα­σι­κός σκο­πός των ε­πι­λε­γο­μέ­νων εί­ναι η έ­ντα­ξη του βι­βλίου στο συ­νο­λι­κό έρ­γο του Μουλ­λά. Έτσι, ό­μως, δεν ο­λο­κλη­ρώ­νο­νται τα Προ­λε­γό­με­να. 
Γεν­νά­ται το ε­ρώ­τη­μα ποιους μπο­ρεί να εν­δια­φέ­ρει αυ­τό το πο­λυ­σέ­λι­δο βι­βλίο (σελ. 800), που φαί­νε­ται να εκ­δό­θη­κε, πρω­τί­στως, σαν χρέ­ος προς τον ε­κλι­πό­ντα. Η συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση, ω­στό­σο, του ε­πι­στη­μο­νι­κού έρ­γου του Βι­ζυη­νού ή­ταν α­πα­ραί­τη­τη, ως μέ­ρος των Απά­ντων του. Πό­σω μάλ­λον τώ­ρα, που ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ροι με­λε­τη­τές α­να­κα­λύ­πτουν γό­νι­μο έ­δα­φος στα με­λε­τή­μα­τά του. Ενδει­κτι­κές εί­ναι δυο σχε­τι­κές ο­μι­λίες στην τε­λευ­ταία Διη­με­ρί­δα του Δη­μο­κρί­τειου Πα­ν/μίου, με θέ­μα, «Το εύ­ρος του έρ­γου του Γεωρ­γίου Βι­ζυη­νού. Πα­λαιό­τε­ρες α­να­γνώ­σεις και νέες προ­σεγ­γί­σεις». Κα­τά τη γνώ­μη μας, με μία δια­φο­ρε­τι­κής σύλ­λη­ψης πα­ρου­σία­ση, θα μπο­ρού­σαν να κι­νή­σουν το εν­δια­φέ­ρον των ση­με­ρι­νών δια­νοού­με­νων. Θα πρέ­πει να λη­φθεί υ­πό­ψη, πως αυ­τοί οι τε­λευ­ταίοι, την μεν ε­πο­χή του Βι­ζυη­νού την γνω­ρί­ζουν, ό­σο την γνω­ρί­ζουν,  με την με­τα­μο­ντέρ­να, μάλ­λον α­πορ­ρι­πτι­κή εκ­δο­χή της, το δε έρ­γο του Δη­μα­ρά και του Μουλ­λά δεν το ε­κτι­μούν, κρί­νο­ντάς το α­πό ό­σα λί­γα γνω­ρί­ζουν και αυ­τά α­πό δεύ­τε­ρο χέ­ρι.
Ως κυ­ρίως ε­πι­στη­μο­νι­κό έρ­γο του Βι­ζυη­νού θεω­ρού­νται οι δυο δια­τρι­βές του. Η δι­δα­κτο­ρι­κή, «Το παι­δι­κό παι­χνί­δι σε σχέ­ση με την Ψυ­χο­λο­γία και την Παι­δα­γω­γι­κή», που υ­πέ­βα­λε το 1881 στην Αυ­γου­σταία Ακα­δη­μία της Γοτ­τίγ­γης, και η ε­πί υ­φη­γε­σία, «Η φι­λο­σο­φία του κα­λού πα­ρά Πλω­τί­νω», στο Αθή­νη­σι το 1885. Συ­γκε­κρι­μέ­να, α­να­κη­ρύ­χτη­κε υ­φη­γη­τής στις 6 Φεβ. 1885. Ο ε­πό­με­νος, που πή­ρε το χρί­σμα, ή­ταν έ­νας πα­λαιός γνω­στός του α­πό τη Γερ­μα­νία, ο Μαρ­γα­ρί­της Ευαγ­γε­λί­δης, στις 3 Ιουν. 1885. Στο εν­διά­με­σο και ε­νώ α­να­με­νό­ταν η κρί­ση, ο Βι­ζυη­νός δη­μο­σίευ­σε ε­κτε­νή βι­βλιο­κρι­σία για τη δια­τρι­βή του Ευαγ­γε­λί­δη. Στην α­να­δη­μο­σίευ­ση στον τό­μο, η κρι­τι­κή κα­τα­λαμ­βά­νει 50 σε­λί­δες, ό­που, στις 30, α­να­σκευά­ζο­νται σφάλ­μα­τα με σχο­λα­στι­κές διορ­θώ­σεις. Θυ­μί­ζει τις διορ­θώ­σεις του Κων­στα­ντί­νου Ασώ­πιου για το πό­νη­μα του Πα­να­γιώ­τη Σού­τσου, χω­ρίς ό­μως τη δι­κή του δρα­στι­κή δό­ση ει­ρω­νείας, που κα­θι­στά «Τα Σού­τσεια» συ­ναρ­πα­στι­κά. Ο Μουλ­λάς ε­ξαίρει τις ει­σα­γω­γι­κές ε­πι­ση­μάν­σεις του Βι­ζυη­νού πε­ρί αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κής φι­λο­σο­φίας, κυ­ρίως, την ε­κτε­νή σύ­γκρι­ση της κυ­ρίαρ­χης τό­τε κα­τά­στα­σης με ε­κεί­νης στην Ευ­ρώ­πη.
Όπως θα α­να­με­νό­ταν, ου­δό­λως ε­πη­ρέ­α­σε η βι­βλιο­κρι­σία τους κρι­τές. Ο Μαρ­γα­ρί­της α­να­κη­ρύ­χθη­κε υ­φη­γη­τής, ό­πως και ο Βι­ζυη­νός.  Μό­νο που ο πρώ­τος δί­δα­ξε στη Σχο­λή και το 1894 κα­τέ­λα­βε την α­ντί­στοι­χη έ­δρα, α­πό την ο­ποία α­πο­χώ­ρη­σε το 1924, λό­γω ο­ρίου η­λι­κίας. Το κεί­με­νο δια­τη­ρεί μέ­χρι και σή­με­ρα το ε­πι­στη­μο­νι­κό του εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς η φι­λο­σο­φι­κή θεω­ρία για την αν­θρώ­πι­νη γνώ­ση ξε­κί­νη­σε α­πό τους Έλλη­νες και οι Γερ­μα­νοί κα­θη­γη­τές του Βι­ζυη­νού ή­ταν α­πό τους πρω­τερ­γά­τες της Επι­στη­μο­λο­γίας. Το ί­διο ι­σχύει και για τα δυο εγ­χει­ρί­δια, τα ο­ποία ο Βι­ζυη­νός ε­ξέ­δω­σε ως βο­η­θή­μα­τα στα μα­θή­μα­τα που δί­δα­σκε στο Βαρ­βά­κειο, τα «Στοι­χεία Λο­γι­κής» το 1885 και τα «Στοι­χεία Ψυ­χο­λο­γίας» το 1888, κα­θώς και για τη δί­το­μη ε­πι­στη­μο­νι­κή με­λέ­τη «Ψυ­χο­λο­γι­καί έ­ρευ­ναι ε­πί του κα­λού», σύμ­φω­να και με τον σχο­λια­σμό τους προ ει­κο­σα­ε­τίας α­πό την Ε. Πο­τα­μιά­νου-Παλ­λα­ντίου και πρό­σφα­τα, α­πό τον Ν. Μαυ­ρέ­λο.      
Σε ό­λα τα με­λε­τή­μα­τα, ο Βι­ζυη­νός πεί­θει ό­τι γνω­ρί­ζει σε βά­θος το θέ­μα του. Κά­τι κα­θό­λου αυ­το­νό­η­το, κα­θώς κι­νεί­ται α­πό χώ­ρους α­μι­γώς ε­πι­στη­μο­νι­κούς μέ­χρι τα πε­δία της αι­σθη­τι­κής και της λο­γο­τε­χνίας. Επι­προ­σθέ­τως, ε­πι­δει­κνύει σχε­δόν μυ­θο­πλα­στι­κή φα­ντα­σία στον τρό­πο που πα­ρου­σιά­ζει το πλη­ρο­φο­ρια­κό υ­λι­κό και α­να­πτύσ­σει την ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία. Ενώ, το ύ­φος των πε­ρισ­σό­τε­ρων, ι­δίως ό­ταν τον συ­νε­παίρ­νει το θέ­μα του, α­να­μι­γνύο­ντας προ­σω­πι­κές ε­μπει­ρίες, α­πο­κτά λο­γο­τε­χνι­κή πνοή. Ενδει­κτι­κός εί­ναι ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός α­πό τον Βάλ­τερ Πού­χνερ ε­νός με­λε­τή­μα­τος, γύ­ρω α­πό “το έ­θι­μο του Κα­λό­γε­ρου και τη λα­τρεία του Διο­νύ­σου στη Θρά­κη”, ως διή­γη­μα. Σε αυ­τό, δια­τυ­πώ­νε­ται ει­σα­γω­γι­κά η προ­κλη­τι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­τι “οι κα­λό­γη­ροι πα­ντός έ­θνους και πά­σης ε­πο­χής υ­πήρ­ξαν οι κα­τ’ ε­ξο­χήν θια­σώ­ται του Βάκ­χου”.   
Ένας α­πό τους τρό­πους βιο­πο­ρι­σμού του Βι­ζυη­νού ή­ταν και η συγ­γρα­φή λημ­μά­των για το ε­ξά­το­μο Λε­ξι­κόν Ε­γκυ­κλο­παι­δι­κόν των εκ­δο­τών Μπαρτ και Χιρ­στ, σε ε­πι­μέ­λεια Νι­κο­λά­ου Πο­λί­τη. Σύμ­φω­να με την Ελ. Κου­τριά­νου, α­πό το 1889 μέ­χρι το 1893, έ­γρα­ψε συ­νο­λι­κά 118 λήμ­μα­τα. Ού­τε η Κου­τριά­νου ού­τε στα Επι­λε­γό­με­να προσ­διο­ρί­ζε­ται πό­σα α­πό αυ­τά α­φο­ρού­σαν ελ­λη­νι­κά θέ­μα­τα. Ο Μουλ­λάς ε­πι­λέ­γει 28, με μο­να­δι­κό ελ­λη­νι­κό, ε­κεί­νο για τη γε­νέ­τει­ρά του, τη Βι­ζύη. Το 1892, υ­πό τύ­πον λήμ­μα­τος, δη­μο­σίευ­σε κεί­με­νο για τον Ίψεν, που φθά­νει μέ­χρι το 1886, που γρά­φτη­κε το «Ρο­σμερ­σχόλμ». Δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ο Πα­πα­δια­μά­ντης με­τα­φρά­ζει κεί­με­νο για το έρ­γο τού 1894, «Ο μι­κρός Έγιολφ». Εν κα­τα­κλεί­δι, ο Βι­ζυη­νός ε­πι­κρο­τεί τα και­νά δαι­μό­νια που ει­ση­γεί­ται ο Νορ­βη­γός, ό­ταν γρά­φει, “Ο ε­δι­κός μου ο Θεός εί­ναι Θεός νέ­ος, έ­χων μυε­λόν ε­ντός των ο­στών του”.
Στην «Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη Εστία» δη­μο­σιεύ­θη­κε το κεί­με­νο για τον Ίψεν σε δυο συ­νέ­χειες. Η δεύ­τε­ρη, Ιούν. 1892, δη­μο­σιεύε­ται ό­ταν ε­κεί­νος βρί­σκε­ται έ­γκλει­στος στο Ίδρυ­μα. Από ε­κεί θα στα­λεί(;) στο ί­διο έ­ντυ­πο το ε­πό­με­νο δη­μο­σίευ­μα, «Ανά τον Ελι­κώ­να (Βαλ­λί­σμα­τα)». Αυ­τό α­πο­τε­λεί συ­νέ­χεια α­ντί­στοι­χου  λήμ­μα­τος στο Λε­ξι­κό Μπαρτ και Χιρ­στ, με τίτ­λο «Βαλ­λι­στι­κόν ά­σμα». Η με­λέ­τη εί­ναι έ­νας εί­δος ει­σα­γω­γής στην ευ­ρω­παϊκή μπα­λά­ντα, ό­που ο Βι­ζυη­νός με­τα­φρά­ζει μπα­λά­ντες, πα­ρα­θέ­τει κά­ποιες ελ­λη­νι­κές και προ­σθέ­τει μία δι­κή του. Υιο­θε­τεί, μά­λι­στα, τη λέ­ξη βάλ­λι­σμα, που εί­χε πλα­στεί πα­λαιό­τε­ρα κα­τά ε­τυ­μο­λο­γι­κή α­πό­δο­ση της λέ­ξης μπα­λά­ντα. 
Το τρί­το και τε­λευ­ταίο μέ­ρος α­πό τα Προ­λε­γό­με­να, α­φο­ρά το ε­πε­τεια­κό δη­μο­σίευ­μα «Αι ει­κα­στι­καί τέ­χναι κα­τά την Α΄ ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τη­ρί­δα του Γεωρ­γίου Α΄». Ο Βι­ζυη­νός πα­ρου­σιά­ζει το ι­στο­ρι­κό της Σχο­λής των Τε­χνών, με α­να­φο­ρά στους καλ­λι­τε­χνι­κούς δια­γω­νι­σμούς και το ά­δο­ξο τέ­λος τους λό­γω της δια­μά­χης με­τα­ξύ λο­γίων για το κα­τά πό­σο ο καλ­λι­τέ­χνης γεν­νά­ται ή γί­νε­ται. Στο δεύ­τε­ρο μέ­ρος αυ­τής της με­λέ­της α­να­φέ­ρε­ται στους α­πό­φοι­τους της Σχο­λής –γλύπτες και ζωγράφους– στην ε­πο­χή του, θεω­ρώ­ντας πως υ­στε­ρούν ως προς τη “γε­νι­κή δια­νο­η­τι­κή μόρ­φω­ση”. Στα δυο τε­λευ­ταία κε­φά­λαια σχο­λιά­ζει γλυ­πτά ο­δών και πλα­τειών της Αθή­νας, κά­νο­ντας εύ­στο­χες κρι­τι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις. 
Τα Επι­λε­γό­με­να ξε­κι­νούν με την πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­τι το κεί­με­νο του Μουλ­λά, “κα­τά μία συμ­βο­λι­κή σύ­μπτω­ση, στα­μα­τά στο μέ­σο μίας πρό­τα­σης, στη λέ­ξη τά­φων”. Εκεί­νο, που πι­θα­νώς να διέ­φυ­γε της προ­σο­χής, εί­ναι ό­τι το α­πό­σπα­σμα α­πό το δη­μο­σίευ­μα του Βι­ζυη­νού, το ο­ποίο σχο­λιά­ζει αυ­τή η η­μι­τε­λής πρό­τα­ση και το ο­ποίο προ­η­γεί­ται, α­πο­τε­λεί­ται α­πό τρία μέ­ρη, που ο Μουλ­λάς δεν τα πα­ρα­θέ­τει κα­τά τη σει­ρά που α­πα­ντώ­νται, αλ­λά α­ντι­με­τα­θέ­τει το δεύ­τε­ρο με το τρί­το, ώ­στε να έ­χει α­κρι­βώς την ευ­και­ρία να σχο­λιά­σει τι εν­νο­εί ο Βι­ζυη­νός με “τους του νε­κρο­τα­φείου κα­τοί­κους”. Όπου και ε­πε­ξη­γεί με πρό­δη­λους τους πέν­θι­μους συ­νειρ­μούς: “α­πευ­θύ­νε­ται φυ­σι­κά στους μαρ­μα­ρά­δες-δια­κο­σμη­τές των τά­φων...”  


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/4/2014.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Ηττημένος της ζωής

Γ. Μ. Βι­ζυη­νός
«Άπα­ντα τα διη­γή­μα­τα»
Σχό­λια: 
Ήρκου και Στά­ντη Ρ. Απο­στο­λί­δη
Εκδ. Τα Νέα Ελλη­νι­κά
Οκτώ­βριος 2013

Μέ­σα στο πε­ρα­σμέ­νο φθι­νό­πω­ρο εκ­δό­θη­καν δυο βι­βλία για τον Βι­ζυη­νό, που θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν, α­πό δια­φο­ρε­τι­κές α­πό­ψεις, ση­μα­ντι­κά. Το πρώ­το, για­τί α­πο­κα­θι­στά φι­λο­λο­γι­κά το έρ­γο του, που δεν εί­χε μέ­χρι σή­με­ρα τις κα­λύ­τε­ρες τύ­χες. Ενώ, το δεύ­τε­ρο (Γ. Μ. Βι­ζυη­νός «Στους δρό­μους της λο­γιο­σύ­νης», Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια Παν. Μουλ­λάς), που θα μας α­πα­σχο­λή­σει προ­σε­χώς, έρ­χε­ται να ο­λο­κλη­ρώ­σει την έκ­δο­ση του μη λο­γο­τε­χνι­κού, ε­πι­στη­μο­νι­κού έρ­γου του. Μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο οι πρό­σφα­τες εκ­δό­σεις δη­λώ­νουν α­να­νεω­μέ­νο εν­δια­φέ­ρον για τον Βι­ζυη­νό ή πρό­κει­ται πε­ρί συ­μπτώ­σεως. Ίσως και τα δυο, συν τις ε­πε­τεια­κές α­φορ­μές, τις πρώην και τις ε­πό­με­νες, αλ­λά και τις λαν­θά­νου­σες. Μία πρώην ή­ταν η συ­μπλή­ρω­ση, το 2009, 160 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­σή του. Στις 30-31 Μαΐ. 2009, διορ­γα­νώ­θη­κε α­πό το Δη­μο­κρί­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Θρά­κης Διη­με­ρί­δα, με τίτ­λο, «Το εύ­ρος του έρ­γου του Γεωρ­γίου Βι­ζυη­νού. Πα­λαιό­τε­ρες α­να­γνώ­σεις και νέες προ­σεγ­γί­σεις». Ακο­λού­θη­σε η έκ­δο­ση των Πρα­κτι­κών, που, ό­πως πά­ντα με κα­θυ­στέ­ρη­ση, κυ­κλο­φό­ρη­σαν Μάρ. 2012. Η ε­πό­με­νη ε­πέ­τειος εί­ναι αυ­τή του 2016, που συ­μπλη­ρώ­νο­νται 120 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του, για την ο­ποία έ­χουν ή­δη αρ­χί­σει σχε­δια­σμοί ε­πί χάρ­του.
Στις λαν­θά­νου­σες ε­πε­τεια­κές α­φορ­μές, θα μπο­ρού­σα­με να α­πο­δώ­σου­με το πρώ­το α­πό τα δυο βι­βλία. Συ­νε­πείς ο Ήρκος και ο Στά­ντης Απο­στο­λί­δης, “οι δυο Απο­στο­λί­δη­δες” ό­πως υ­πο­γρά­φουν, το εί­χαν έ­τοι­μο α­πό το φθι­νό­πω­ρο για την ι­διαί­τε­ρα προ­σφι­λή σε αυ­τούς δι­πλή ε­πέ­τειο του 2014. Εφέ­τος συ­μπλη­ρώ­νο­νται 90 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση και 10 α­πό το θά­να­το του Ρέ­νου Απο­στο­λί­δη. Για ό­σους γο­η­τεύουν οι συ­μπτώ­σεις, ο Ρέ­νος α­πώ­λε­σε για ο­κτώ ε­πι­πλέ­ον η­μέ­ρες ύ­παρ­ξης την κα­βά­φεια τύ­χη σύ­μπτω­σης η­με­ρο­μη­νίας γέν­νη­σης και θα­νά­του. Γεν­νή­θη­κε 2 Μαρ. 1924 και α­πε­βίω­σε 10 Μαρ. 2004. Παι­δί της Άνοι­ξης ό­πως και ο Βι­ζυη­νός αλ­λά πιο τυ­χε­ρός α­κό­μη και στο θά­να­το. Οξύ ε­γκε­φα­λι­κό ε­πει­σό­διο, μια κι έ­ξω, σε α­ντί­θε­ση με το αρ­γό ρο­κά­νι­σμα μιας τε­τρα­ε­τίας του Βι­ζυη­νού. Ο Θρα­κιώ­της φέ­ρε­ται γεν­νη­μέ­νος 8 Μαρ., η­μέ­ρα Δευ­τέ­ρα, για ε­μάς σή­με­ρα η­μέ­ρα των γυ­ναι­κών, που οι μαρ­τυ­ρίες θέ­λουν πο­λύ να τον α­πα­σχό­λη­σαν και πά­ντο­τε βα­σα­νι­στι­κά. Μέ­χρι που συ­νέ­τει­ναν στο τέ­λος του^ 13 Απρ. 1892 ε­γκλει­σμός στο Δρο­μο­καΐτειο, 15 Απρ., η­μέ­ρα Κυ­ρια­κή, θά­να­τος.
Συ­μπτω­μα­τι­κά, και η πρώ­τη εμ­φά­νι­ση του Βι­ζυη­νού ως πε­ζο­γρά­φου συ­ντε­λέ­στη­κε ά­νοι­ξη. Όχι, όμως, μήνα Απρίλιο, όπως συνήθως μνημονεύεται, αλλά Μάρτιο. Αυ­τή η πρώ­τη εμ­φά­νι­ση έ­γι­νε με τη δη­μο­σίευ­ση του διη­γή­μα­τος «Το α­μάρ­τη­μα της μη­τρός μου» στο πα­ρι­σι­νό πε­ριο­δι­κό «Nouvelle Revue» στο τεύ­χος Μαρ. - Απρ. Πό­τε, ό­μως, κυ­κλο­φό­ρη­σε το εν λό­γω δι­μη­νιαίο τεύ­χος; Ο Βι­ζυη­νός, σε ε­πι­στο­λή του προς τον Βι­κέ­λα α­πό το Λον­δί­νο με η­με­ρο­μη­νία 24.3.83, α­νη­συ­χεί μην και το τεύ­χος κυ­κλο­φο­ρή­σει με­τά τα μέ­σα Απρι­λίου. Σύμ­φω­να με πα­ρα­πο­μπή του Παν. Μουλ­λά, κυ­κλο­φό­ρη­σε την Πρω­τα­πρι­λιά, α­ντι­θέ­τως ο Βαγ. Αθα­να­σό­που­λος α­να­φέ­ρει πως κυ­κλο­φό­ρη­σε μή­να Μάρ­τιο. Έτσι κι αλ­λιώς, αν λά­βου­με υ­πό­ψιν ό­τι στην κα­θ’ η­μάς Ανα­το­λή ι­σχύει το πα­λαιό η­με­ρο­λό­γιο, σύμ­φω­να με το ο­ποίο και κα­τα­γρά­φο­νται η γέν­νη­ση και ο θά­να­τός του συγ­γρα­φέα, η πρώ­τη ευ­ρω­παϊκή εμ­φά­νι­σή του έ­γι­νε μή­να Μάρ­τιο. Ενώ, η ελ­λη­νι­κή, με τη δημοσίευση του ίδιου διηγήματος στην «Εστία», έ­γι­νε στα τεύ­χη της 10ης και 17ης Απρ. 1883. Αυ­τό ση­μαί­νει πως, αν πράγ­μα­τι αρ­γού­σε να κυ­κλο­φο­ρή­σει το γαλ­λι­κό πε­ριο­δι­κό, θα χα­λού­σαν τα σχέ­δια του Βι­ζυη­νού να προ­η­γη­θεί η γαλ­λι­κή δη­μο­σίευ­ση, γε­γο­νός που θα χα­ρο­ποιού­σε τον εκ­δό­τη της «Εστίας», τον Γεώρ­γιο Κασ­δό­νη, ο ο­ποίος εί­χε προ­α­ναγ­γεί­λει τη σύγ­χρο­νη δη­μο­σίευ­ση του διη­γή­μα­τος.
Συ­μπτω­μα­τι­κά, το διή­γη­μα του Βι­ζυη­νού εί­χε την τύ­χη να δη­μο­σιευ­τεί σε δυο ι­δε­ο­λο­γι­κά α­ντί­θε­τα πε­ριο­δι­κά. Το γαλ­λι­κό πε­ριο­δι­κό της Ιου­λιέτ­τας Λα­μπέ­ρ, χή­ρας του Εδμόν­δου Αντά­μ, ό­πως και το σα­λό­νι της, στο ο­ποίο σύ­χνα­ζε ο Βι­κέ­λας και ο Μαρ­κή­σιος Σαι­ντ-Χι­λαί­ρ, με­τα­φρα­στής στα γαλ­λι­κά του διη­γή­μα­τος του Βι­ζυη­νού, ή­ταν φί­λα κεί­με­νο στον φι­λέλ­λη­να Γαμ­βέ­τα και ξε­κί­νη­σε για να α­πο­τε­λέ­σει το α­ντί­πα­λο δέ­ος στη συ­ντη­ρη­τι­κή «Revue des deux mondes», που στά­θη­κε α­παρ­χής το πρό­τυ­πο της «Εστίας». Πό­σο εν­διέ­φε­ραν τον Βι­ζυη­νό οι ι­δε­ο­λο­γι­κές α­ντι­πα­λό­τη­τες; Κα­τά τον Μουλ­λά, στο σα­λό­νι της Λα­μπέ­ρ, τον έ­φε­ρε η α­να­ζή­τη­ση κο­σμι­κών ε­πα­φών. Σε ε­κεί­νη τη φά­ση της ζωής του, η τύ­χη του χα­μο­γε­λού­σε. Μέ­χρι τον ε­πό­με­νο Μάρ­τιο. Στις 14 Μαρ. 1884, πά­ντο­τε κα­τά το πα­λαιό η­με­ρο­λό­γιο, α­πε­βίω­σε ο προ­στά­της του, Γεώρ­γιος Ζα­ρί­φης. Στις τε­λευ­ταίες μέ­ρες του Μαρ­τίου, ο Βι­ζυη­νός ε­πι­στρέ­φει ο­ρι­στι­κά στην Αθή­να.  
Σύμ­φω­να με το μό­το στην Ει­σα­γω­γή της πρό­σφα­της έκ­δο­σης, “Οι ητ­τη­μέ­νοι της ζωής έ­χουν πά­ντο­τε να διη­γη­θούν τις ω­ραιό­τε­ρες ι­στο­ρίες”. Το βιο­γρα­φι­κό του α­πο­τε­λεί ι­κα­νή μαρ­τυ­ρία ό­τι α­νή­κε στους ητ­τη­μέ­νους α­πό γεν­νη­σι­μιού του, πα­ρά τις ε­κλάμ­ψεις της τύ­χης κα­τά την πρώ­τη του νεό­τη­τα. Και έ­χει διη­γη­θεί, αν ό­χι τις ω­ραιό­τε­ρες ι­στο­ρίες της πα­λαιό­τε­ρης πε­ζο­γρα­φίας μας, ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζουν ο­ρι­σμέ­νοι, σί­γου­ρα, ό­μως, α­πό τις ω­ραιό­τε­ρες. Κι ό­μως, γι’ αυ­τές δεν υ­πάρ­χει α­ξιό­πι­στη έκ­δο­ση ού­τε “«Απά­ντων» των ευ­ρι­σκο­μέ­νω­ν”, ού­τε κα­μιά τμη­μα­τι­κή, ό­πως τεκ­μη­ριώ­νει ο Γιώρ­γος Κε­χα­γιό­γλου στην α­να­κοί­νω­σή του στη Διη­με­ρί­δα Βι­ζυη­νού. Ο Βι­ζυη­νός προ­σέλ­κυ­σε μεν πολ­λούς φρο­ντι­στές, αλ­λά αυ­τή η πολ­λα­πλή εκ­δο­τι­κή φρο­ντί­δα πα­ρέ­μει­νε ελ­λι­πής. Ταυ­τό­χρο­να δε­λέ­α­σε πλεί­στους ό­σους με­λε­τη­τές, που, ό­μως, το στρί­μω­ξαν σε ερ­μη­νευ­τι­κές α­τρα­πούς, κα­θώς φι­λο­δό­ξη­σαν ο­λι­στι­κές συλ­λή­ψεις. Έλει­πε η έ­γκυ­ρη φι­λο­λο­γι­κή έκ­δο­ση του έρ­γου του. Αυ­τήν μας προ­σφέ­ρουν “οι δυο Απο­στο­λί­δη­δες”. Στο υ­πο­κε­φά­λαιο της Ει­σα­γω­γής, με τίτ­λο, «Εκδο­τι­κά», με­τά την α­να­φο­ρά των αρ­χι­κών δε­δο­μέ­νων –τη μη διά­σω­ση των χει­ρο­γρά­φων, τις πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις, με­ρι­κές εκ των ο­ποίων με θεώ­ρη­ση των τυ­πο­γρα­φι­κών δο­κι­μίων α­πό τον ί­διο τον Βι­ζυη­νό–, σχο­λιά­ζουν ε­κτε­νώς τις “αυ­θαι­ρε­σίες” κα­τά τις εκ­δό­σεις βι­βλίων και τέ­λος, πε­ρι­γρά­φουν τις δι­κές τους “σιω­πη­ρές” διορ­θω­τι­κές ε­πεμ­βά­σεις, ό­που, ως γνώ­μο­νας, φαί­νε­ται να λει­τουρ­γεί η «Ανθο­λο­γία διη­γή­μα­τος» πάπ­που  και πα­τρός. Δεν προ­βλέ­πο­νται α­ντί­στοι­χες υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις, αλ­λά οι δια­φο­ρο­ποιη­τι­κές αλ­λα­γές δί­νο­νται συ­γκε­ντρω­τι­κά σε προ­τασ­σό­με­νο κρι­τι­κό υ­πό­μνη­μα.  
Οι ε­κτε­νείς υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις ε­πι­μέ­νουν “στο ι­στο­ρι­κό και κοι­νω­νι­κό υ­πό­βα­θρο” της ε­πο­χής των ι­στο­ριών, ε­νώ διυ­λί­ζουν τους γλωσ­σι­κούς τύ­πους στην κα­θε­μία ι­στο­ρία χω­ρι­στά αλ­λά και σε συ­γκρι­τι­κή βά­ση. Αντι­θέ­τως, το συ­γκε­ντρω­τι­κό Γλωσ­σά­ριο πα­ρα­μέ­νει, α­κρι­βώς ό­πως χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται, “συ­νο­πτι­κώ­τα­το”. Ακό­μη, προ­βλέ­πο­νται, προς πε­ραι­τέ­ρω υ­πο­στή­ρι­ξη του υ­πο­μνη­μα­τι­σμού, έ­ξι θε­μα­τι­κά πα­ραρ­τή­μα­τα: Προσ­διο­ρι­σμός της α­κρι­βούς χρο­νο­λο­γίας γέν­νη­σης της μη­τέ­ρας του Βι­ζυη­νού Δέ­σποι­νας και ως προ­σθή­κη στο προ­τασ­σό­με­νο βιο­γρα­φι­κό του, που εί­ναι συ­νο­πτι­κό αλ­λά με ε­ξα­κρι­βω­μέ­νες χρο­νο­λο­γίες και συμ­βά­ντα. Σχο­λια­σμός της έ­κτα­σης των πε­ρι­γρα­φι­κών α­να­φο­ρών στο φυ­σι­κό πε­ρι­βάλ­λον, με το­νι­σμό της αλ­λη­γο­ρι­κής τους χρή­σης. Υπό τύ­πον λήμ­μα­τος, α­να­φο­ρές σε Νεό­τουρ­κους, τάγ­μα­τα δερ­βί­ση­δων και στην κα­τά Ρού­ντολφ Χέρ­μαν Λό­τσε έν­νοια της ψυ­χής. Πα­ρεν­θε­τι­κά να ση­μειώ­σου­με ε­δώ, πως το βα­σι­κό βι­βλίο του Λό­τσε, στο ο­ποίο στη­ρι­ζό­ταν ο Βι­ζυη­νός, δεν ή­ταν η «Ια­τρι­κή Ψυ­χο­λο­γία» του 1852, αλ­λά το ε­πό­με­νο, ο τρί­το­μος «Μι­κρό­κο­σμος», με “ι­δέες για την Φυ­σι­κή Ιστο­ρία και την Ιστο­ρία της Ανθρω­πό­τη­τας”. Και τέ­λος, το ε­ρευ­νη­τι­κά εν­δια­φέ­ρον κεί­με­νο για τις “ρο­μα­ντι­κές κα­τα­βο­λές του διη­γή­μα­τος «Αι συ­νέ­πειαι της πα­λαιάς ι­στο­ρίας»”. Το συ­νο­λι­κό έρ­γο συ­μπλη­ρώ­νουν, το γε­νε­α­λο­γι­κό δέ­ντρο Βι­ζυη­νού και τρεις χάρ­τες (το­πο­γρα­φι­κό Βι­ζύης, χάρ­της της πε­ριο­χής και χάρ­της Ανα­το­λι­κής Θρά­κης). Χρη­σι­μό­τε­ρος θα ή­ταν χάρ­της της Ανα­το­λι­κής Ρω­μυ­λίας. Αν μη τι άλ­λο, για να φαί­νε­ται η γειτ­νία­ση της Βι­ζύης με τον τό­πο των Απο­στο­λί­δη­δων, τον Πύρ­γο, ση­με­ρι­νό Μπουρ­γκάς.     
Αυ­τή η πο­λύ­πλευ­ρη και ε­κτε­τα­μέ­νη φι­λο­λο­γι­κή φρο­ντί­δα θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί μέ­χρι και τέ­λεια, α­φού κα­λύ­πτει α­πό τις πε­ριέρ­γειες του πα­ντε­λώς α­προσ­διό­νυ­σου ως προς τις χω­ρο­χρο­νι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες των ι­στο­ριών, την Ανα­το­λι­κή Ρω­μυ­λία και τα μέ­σα του 19ου αι. σε Ελλά­δα, Οθω­μα­νι­κή Τουρ­κία και Γερ­μα­νία, μέ­χρι τις α­παι­τή­σεις των σχο­λα­στι­κώ­τε­ρων. Με βά­ση, ό­μως, το πώς ε­μείς του­λά­χι­στον α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε πα­ρό­μοιες εκ­δό­σεις, θα μπο­ρού­σε να δια­τυ­πω­θεί μία έν­στα­ση. Κα­τά την α­κα­δη­μαϊκή ο­πτι­κή για τις πρό­τυ­πες φι­λο­λο­γι­κές εκ­δό­σεις, ο υ­πο­μνη­μα­τι­σμός έ­χει ως στό­χο να φω­τί­ζει το κεί­με­νο, κα­τά ό­σον το δυ­να­τόν α­ντι­κει­με­νι­κό­τε­ρο τρό­πο, που ση­μαί­νει να διευ­κο­λύ­νει τον α­να­γνώ­στη αλ­λά να μην τον χει­ρα­γω­γεί. Οι δη­μιουρ­γοί, ω­στό­σο, της συ­γκε­κρι­μέ­νης έκ­δο­σης δη­λώ­νουν εκ προοι­μίου ό­τι “αυ­τή α­ξιώ­νει νά­ναι ε­λε­γκτι­κή πά­ντα, και χει­ρα­γω­γός προς το ά­ξιο”. Δή­λω­ση με χροιά δι­δα­κτι­σμού, που μάλ­λον ξε­νί­ζει, ι­δίως σε μία ε­πο­χή κυ­ριαρ­χίας του α­να­γνώ­στη. Εκτός κι αν ε­κλη­φθεί ως α­πόρ­ροιά της, κα­θώς στη­ρί­ζε­ται σε έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο ερ­μη­νευ­τι­κό σχή­μα του πε­ζο­γρα­φι­κού έρ­γου του Βι­ζυη­νού κα­τά την πρόσ­λη­ψη ε­νός προ­νο­μιού­χου α­να­γνώ­στη. Άλλω­στε η έκ­δο­ση χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται “κρι­τι­κή – α­ξιο­λο­γι­κή”, με την α­ξιο­λό­γη­ση να πε­ριο­ρί­ζε­ται στην προ­τει­νό­με­νη πρόσ­λη­ψη. Πά­ντως, ό­ποιος έ­χει δια­βά­σει Ρέ­νο Απο­στο­λί­δη, ι­δίως τα προ ει­κο­σα­ε­τίας σε­μι­νά­ριά του για δη­μο­σιο­γρά­φους, που, προ­σφά­τως, πή­ραν τη μορ­φή βι­βλια­ρίων πε­ριο­δι­κής έκ­δο­σης, θα α­να­γνω­ρί­σει στον χει­ρα­γω­γό κά­τι α­πό τη συ­μπε­ρι­φο­ρά του Κέ­νταυ­ρου.
Για την ε­πί­τευ­ξη αυ­τού του σκο­πού, προ­βλέ­πο­νται δια­δο­χι­κά στά­δια. Πρώτον, η Εισαγωγή, με τίτλο, «Ποίος ή­τον και εί­ναι ο Γεώρ­γιος Βι­ζυη­νός». Δο­κι­μια­κό κεί­με­νο με λο­γο­τε­χνι­κό ύ­φος και ά­πο­ψη, τό­σο ε­πί του ει­δι­κού α­ντι­κει­μέ­νου, που εί­ναι τα διη­γή­μα­τα του Βι­ζυη­νού, ό­σο και ε­πί του γε­νι­κό­τε­ρου, που εί­ναι η ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία. Επί του ει­δι­κού, η ά­πο­ψη, ό­σο ρη­ξι­κέ­λευ­θη κι αν εί­ναι, υ­πο­στη­ρί­ζε­ται με ε­κτε­νή και πει­στι­κή ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία. Επί του γε­νι­κού, ό­μως, δί­νο­νται μό­νο χα­ρα­κτη­ρι­σμοί έρ­γων και προ­σώ­πων, που, έ­τσι ό­πως μέ­νουν α­στή­ρι­κτοι, δεί­χνουν του­λά­χι­στον ά­κομ­ψοι. Ασχέ­τως αν η ε­πι­στρά­τευ­ση κά­πως ε­ξε­ζη­τη­μέ­νων, ως σπα­νίως α­πα­ντώ­με­νων σή­με­ρα, ε­πι­θε­τι­κών χα­ρα­κτη­ρι­σμών, σε συν­δυα­σμό με τον α­πό­λυ­το χα­ρα­κτή­ρα των δια­τυ­πώ­σεων, προσ­δί­δουν ζω­ντά­νια στον δο­κι­μια­κό λό­γο. Αυ­τήν την έ­ντο­νη ε­ντύ­πω­ση της α­φή­γη­σης ε­παυ­ξά­νει η ευ­ρεία χρή­ση των θαυ­μα­στι­κών, τό­σο α­συ­νή­θων σε πα­ρό­μοιας φύ­σης κεί­με­να.  
Δεύ­τε­ρον, το ερ­μη­νευ­τι­κό σχή­μα κα­θο­ρί­ζει τη σει­ρά πα­ρά­τα­ξης των διη­γη­μά­των, κα­τά πα­ρά­βα­ση μίας φι­λο­λο­γι­κής έκ­δο­σης, που θα α­κο­λου­θού­σε τη σει­ρά δη­μο­σίευ­σης. Τα διη­γή­μα­τα, συ­νο­λι­κά ο­κτώ, δια­χω­ρί­ζο­νται σε δυο ο­μά­δες: “Τα ε­πί­λε­κτα” («Το α­μάρ­τη­μα της μη­τρός μου», «Το μό­νον της ζωής του τα­ξί­διον», «Ποίος ή­τον ο φο­νεύς του α­δελ­φού μου», «Μο­σκό­β-Σε­λίμ») και “Τα α­δύ­να­μα” («Αι συ­νέ­πειαι της πα­λαιάς ι­στο­ρίας», «Με­τα­ξύ Πει­ραίως και Νε­α­πό­λεως», «Πρω­το­μα­γιά», ό­που “δί­κην πα­ραρ­τή­μα­τος” πα­ρα­τί­θε­ται το «Δια­τί η μη­λιά δεν έ­γι­νε μη­λέ­α»). Η δεύ­τε­ρη ο­μά­δα δεν α­ξιώ­νε­ται υ­πο­μνη­μα­τι­σμού της ί­διας έ­κτα­σης με την πρώ­τη, ε­νώ ε­πα­να­λαμ­βά­νο­νται, πά­ντο­τε κα­τά έ­ναν α­πό­λυ­το τρό­πο που δεν ε­πι­τρέ­πει ού­τε χα­ρα­μά­δα αμ­φι­βο­λίας, οι α­δυ­να­μίες των εν λό­γω διη­γη­μά­των. Για πα­ρά­δειγ­μα, μία α­πό­φαν­ση της μορ­φής, “Το «Με­τα­ξύ Πει­ραίως και Νε­α­πό­λεως» δεν δια­θέ­τει την πα­ρα­μι­κρή λο­γο­τε­χνι­κή ποιό­τη­τα”, πι­στεύου­με ό­τι κα­τα­θλί­βει έ­ναν α­να­γνώ­στη. Και κα­λά, ό­ποιος προ­τί­θε­ται να το δια­βά­σει για πρώ­τη φο­ρά, αυ­τός α­πλώς θα το προ­σπε­ρά­σει, αλ­λά ε­κεί­νος, που έ­τυ­χε, πι­θα­νώς και για­τί εί­ναι ά­γευ­στος ποιή­σεως, να το α­πο­λαύ­σει σε πα­λαιό­τε­ρες α­να­γνώ­σεις, θα νιώ­σει του­λά­χι­στον κα­ταρ­ρα­κω­μέ­νος. 
Η σει­ρά πα­ρά­τα­ξης “των ε­πί­λε­κτω­ν” κα­θο­ρί­ζε­ται α­πό το ερ­μη­νευ­τι­κό σχή­μα, που τα “θεω­ρεί ως ε­νιαίο μυ­θι­στό­ρη­μα”. Σε υ­πο­κε­φά­λαιο της Ει­σα­γω­γής, με τίτ­λο, «Προ­γε­νέ­στε­ρη έ­ρευ­να και α­ναί­ρε­ση ερ­μη­νευ­τι­κών ι­δε­ο­λη­ψιών», α­να­φέ­ρο­νται συ­νο­πτι­κά ερ­μη­νείες, ορ­μώ­με­νες α­πό φροϋδι­κές ή και ψυ­να­να­λυ­τι­κές α­να­γνώ­σεις, κα­θώς και ό­σες ο­λι­σθαί­νουν προς τον βιο­γρα­φι­σμό, για να α­πορ­ρι­φθούν συλ­λή­βδην. Ασχέ­τως αν ο­ρι­σμέ­νες α­κο­λου­θούν τη μέ­ση ο­δό, χω­ρίς ψυ­χα­να­λυ­τι­κές υ­πε­ρερ­μη­νείες, α­φή­νο­ντας ως κα­τά­λοι­πο εν­δια­φέ­ρου­σες ε­πι­μέ­ρους πα­ρα­τη­ρή­σεις. Βε­βαίως, μία πα­ρό­μοια με­τριο­πα­θής α­νά­γνω­ση θα μείω­νε τον ε­πι­βλη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα της σύλ­λη­ψης ε­νός “κύ­κλου αί­μα­τος”, ό­πως εύ­στο­χα α­πο­κα­λεί­ται, ο ο­ποίος και “οι­στρη­λα­τεί” τον Βι­ζυη­νό. Στα προ­λο­γι­κά ση­μειώ­μα­τα κα­θε­νός διη­γή­μα­τος, σε ε­κτε­νείς υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις, σχο­λιά­ζο­νται πε­ραι­τέ­ρω οι ση­μα­ντι­κό­τε­ρες ψυ­χα­να­λί­ζου­σες ερ­μη­νείες. Κι αυ­τό, “για να πα­ρα­με­ρι­στούν ε­φε­ξής α­πό το ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δίο του α­να­γνώ­στη”.
Όσον α­φο­ρά τα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία, “οι Απο­στο­λί­δη­δες” τα α­πο­δέ­χο­νται μέ­χρι κε­ραίας, ε­μπε­δώ­νο­ντας, μά­λι­στα, τις πραγ­μα­το­λο­γι­κές συ­νι­στώ­σες με τον υ­πο­μνη­μα­τι­σμό. Αλλά μέ­χρις ε­κεί, δεν α­πο­δί­δουν προ­θέ­σεις στον συγ­γρα­φέα, ού­τε πλά­θουν σε­νά­ρια. Σε α­ντί­θε­ση με άλ­λους με­λε­τη­τές, που εμ­μέ­νουν σε ο­λι­στι­κές θεω­ρή­σεις των έ­ξι ι­στο­ριών, με τυ­πι­κό­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα την υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας του Μιχ. Χρυ­σαν­θό­που­λου, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Με­τα­ξύ φα­ντα­σίας και μνή­μης». Ενδει­κτι­κές εί­ναι και ο­ρι­σμέ­νες ο­μι­λίες της Διη­με­ρί­δας, κα­τά την ο­ποία “τα α­δύ­να­μα διη­γή­μα­τα” δεί­χνουν να α­πα­σχο­λούν πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο.   Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η ο­μι­λία της Στ. Χε­λι­δώ­νη, η ο­ποία ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί υ­πέρ μίας α­νά­γνω­σης του «Με­τα­ξύ Πει­ραιώς και Νε­α­πό­λεως» “πά­νω στον ά­ξο­να της με­τα­φο­ράς” ό­πως και του Χρυ­σαν­θό­που­λου, μό­νο που η δι­κή της θα μπο­ρού­σε να έ­χει τον τίτ­λο, “Με­τα­ξύ ποιή­σεως και διη­γή­μα­τος”.
Ως γνω­στόν,  Κέ­νταυ­ρος δεν εί­ναι μό­νο το ό­νο­μα του μυ­θι­κού μύ­στη, αλ­λά και το ό­νο­μα α­στε­ρι­σμού, φω­τει­νό­τα­του τις α­νοι­ξιά­τι­κες νύ­χτες, καί­τοι χι­λιά­δες έ­τη φω­τός μα­κριά. Αυ­τήν, α­κρι­βώς, την ε­ντύ­πω­ση δη­μιουρ­γεί η πα­ρου­σία­ση “α­πά­ντων των διη­γη­μά­τω­ν” του Βι­ζυη­νού α­πό “τους Απο­στο­λί­δη­δες”. Συ­ναρ­πα­στι­κή μεν, αλ­λά έ­τη φω­τός μα­κράν του ι­σχύο­ντος “κα­νό­να” για τις γη­γε­νείς θεω­ρη­τι­κές συλ­λή­ψεις. Και έ­να τε­λευ­ταίο. Τυ­πο­τε­χνι­κά, πρό­κει­ται για ά­ψο­γη έκ­δο­ση, κα­θό­λου συ­νη­θι­σμέ­νη στις  μέ­ρες μας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/3/2014.