Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Εκδοχές σ’ ένα θέμα

Σπύ­ρος Γιαν­να­ράς
«Ο βα­σι­λιάς έρ­χε­ται
ό­πο­τε του κα­πνί­σει»
Εκδό­σεις Άγρα
Μάιος 2015
 
“Ο βα­σι­λιάς έρ­χε­ται ό­πο­τε του κα­πνί­σει” εί­ναι ο τίτ­λος της τρί­της συλ­λο­γής διη­γη­μά­των του Σπύ­ρου Γιαν­να­ρά. Όπου, ο συγ­γρα­φέ­ας σπεύ­δει, στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, να ε­πε­ξη­γή­σει την προ­σω­πο­ποίη­ση: “Ο έ­ρω­τας έρ­χε­ται ό­πο­τε του κα­πνί­σει”. Άρι­στα πράτ­τει, κα­θώς οι υ­πο­ψή­φιοι α­γο­ρα­στές του βι­βλίου, το πι­θα­νό­τε­ρο α­να­γνώ­στες των δυο προ­η­γού­με­νων συλ­λο­γών, το σύ­νο­λο τρία συν έ­ξι διη­γή­μα­τα, μό­νο στον έ­ρω­τα δεν θα τους πά­ει ο νους. Μάλ­λον ως σαρ­κα­στι­κή α­να­φο­ρά στον θά­να­το θα την ε­κλά­βουν. Διή­γη­μα και θά­να­τος, το πή­γαι­νε ο Γιαν­να­ράς. Ποι­κί­λους θα­νά­τους έ­χει ε­μπνευ­στεί για τα διη­γή­μα­τά του, με μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση το προ­τασ­σό­με­νο της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής, που έ­χει ε­ρω­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο. Αλλά και α­πό αυ­τό α­που­σιά­ζει ο έ­ρω­τας, κα­θώς ε­μπλέ­κο­νται μό­νο δον­ζουάν και κε­ρα­σφό­ροι σύ­ντρο­φοι. Οπό­τε, μία συλ­λο­γή και μά­λι­στα, αυ­τήν τη φο­ρά, έ­ντε­κα διη­γη­μά­των, με σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κό θέ­μα τον έ­ρω­τα - μό­νο σε έ­να διή­γη­μα α­που­σιά­ζει - α­πο­τε­λεί έκ­πλη­ξη.
Ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­ποιεί­ται την αρ­χαία προ­σω­πο­ποίη­ση του έ­ρω­τα θε­ού, ό­πως α­πο­κλείει και τις προ­σω­πο­ποιή­σεις του έ­ρω­τα ως ί­με­ρου και πό­θου. Εννέα ι­στο­ρίες και ού­τε μία σκη­νή κλι­νο­πά­λης, ού­τε καν “γυ­μνός γυ­μνή συ­γκα­τα­κλι­νείς”. Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, υ­πάρ­χει μια σκη­νή, που θα μπο­ρού­σε κά­πως έ­τσι να συ­νο­ψι­στεί, αλ­λά, πα­ρό­λο που α­να­φέ­ρε­ται σε πρωι­νό ξύ­πνη­μα ε­ρω­τευ­μέ­νων, στε­ρεί­ται της πα­ρα­μι­κρής ε­ρω­τι­κής δρά­σης. Ο “δεύ­τε­ρος πα­τέ­ρας” του, ό­πως ο Γιαν­να­ράς α­πο­κα­λεί τον Κω­στή Πα­πα­γιώρ­γη, θα του τρα­βού­σε το αυ­τί. Μαύ­ρο το φό­ντο των ι­στο­ριών, ού­τε καν “μπλε βα­θύ σχε­δόν μαύ­ρο”, προς συμ­φω­νία με τον α­γα­πη­μέ­νο του συγ­γρα­φέα Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό.
Αν και ε­φέ­τος, πρό­σθε­σε στην ο­μά­δα “των ε­ξαί­ρε­των Ελλή­νων διη­γη­μα­το­γρά­φω­ν”, που, μέ­χρι πρό­τι­νος, α­νέ­φε­ρε σε συ­νε­ντεύ­ξεις και δη­μο­σιεύ­μα­τα, τον Γιώρ­γο Ιωάν­νου, χρί­ζο­ντας αυ­τόν “το με­γά­λο σχο­λείο γρα­φής”. Μάλ­λον συ­νέ­βα­λε ο ε­ορ­τα­σμός της ε­πε­τείου των τριά­ντα χρό­νων α­πό τον θά­να­τό του. Το  μό­το του τε­λευ­ταίου, σύ­ντο­μου διη­γή­μα­τος της πρό­σφα­της συλ­λο­γής του, το αν­τλεί α­πό το πε­ζο­γρά­φη­μα του Ιωάν­νου, «Ομί­χλη», της συλ­λο­γής «Η μό­νη κλη­ρο­νο­μιά». Βι­βλίο του 1974. Ίσως, το συ­γκε­κρι­μέ­νο διή­γη­μα και κά­ποια άλ­λα της νέ­ας συλ­λο­γής, να γέρ­νουν προς το πε­ζο­γρά­φη­μα. Ο τρό­πος γρα­φής του Γιαν­να­ρά, πά­ντως, εί­ναι ξέ­νος προς ε­κεί­νον του Θεσ­σα­λο­νι­κιού πε­ζο­γρά­φου.
Ένα συ­γκε­κρι­μέ­νο εί­δος έ­ρω­τα πο­λιορ­κεί με τα ε­ρω­τι­κά του ο Γιαν­να­ράς, τον α­πο­κα­λού­με­νο κε­ραυ­νο­βό­λο, που εκ­δη­λώ­νε­ται στη θέα και μό­νο του άλ­λου. Όταν ο ε­γκέ­φα­λος ση­μαί­νει συ­να­γερ­μό και αρ­χί­ζει να εκ­κρί­νει κά­θε εί­δους ορ­μό­νες, δη­μιουρ­γώ­ντας την αί­σθη­ση μίας α­κα­τα­νί­κη­της έλ­ξης για έ­να ά­γνω­στο πρό­σω­πο. Ωστό­σο, ο συγ­γρα­φέ­ας αμ­φιρ­ρέ­πει με­τα­ξύ του έ­ρω­τα κα­τά Πλά­τω­να και κα­τά Φρόυ­ντ. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο έ­ρω­τας του α­φη­γη­τή, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­κο­πές του ο­μό­τιτ­λου διη­γή­μα­τος, με­ταγ­γί­ζει κά­τι τις α­πό “θεία τρέ­λα”. Εκεί­νο το πα­ρα­λή­ρη­μα, το ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό τον θεό, για το ο­ποίο ρη­το­ρεύει η Διο­τί­μα. Από την άλ­λη, έ­τε­ρος α­φη­γη­τής, α­να­κα­λώ­ντας την πρώ­τη συ­νά­ντη­ση με τον με­γά­λο του έ­ρω­τα, συ­μπτω­μα­τι­κά σε έ­να ε­στια­τό­ριο με την ο­νο­μα­σία Duende, μνη­μο­νεύει το λορ­κι­κό ντουέ­ντε, που εί­χε προ­κα­λέ­σει στην πο­θη­τή γυ­ναί­κα, κα­τα­πώς του ε­ξο­μο­λο­γή­θη­κε με­τά την ι­κα­νο­ποίη­ση των σε­ξουα­λι­κών τους ε­νορ­μή­σεων, η θέα α­πό το κα­τά­σαρ­κα φο­ρε­μέ­νο σκού­ρο φα­νε­λά­κι του. Όσο για την ψυ­χα­νά­λυ­ση ε­πι­μέ­νει, πως ε­ρω­τευό­μα­στε ό­ταν οι συ­γκυ­ρίες μας ε­τοι­μά­ζουν για αλ­λα­γή.
Δεν θα βά­λου­με, βε­βαίως, τον συγ­γρα­φέα στο ψυ­χα­να­λυ­τι­κό α­νά­κλι­ντρο. Άλλω­στε, μας προ­λαμ­βά­νει, δια­βε­βαιώ­νο­ντας σε συ­νέ­ντευ­ξή του με α­φορ­μή το πρό­σφα­το βι­βλίο του, πως, σε αυ­τό, το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό στοι­χείο εί­ναι μι­κρό. Ωστό­σο, κα­θώς έ­χει τά­ση στις ε­ξο­μο­λο­γή­σεις των προ­σω­πι­κών του, ο α­να­γνώ­στης, του­λά­χι­στον ο υ­πο­ψια­σμέ­νος, σε κά­ποια διη­γή­μα­τα, θα δια­κρί­νει ταυ­τί­σεις με τα βιώ­μα­τα του α­φη­γη­τή. Λ.χ., στο πα­λαιό­τε­ρο διή­γη­μα της συλ­λο­γής, το «Υπο­ψή­φια για α­πο­χώ­ρη­ση», δη­μο­σιευ­μέ­νο πριν την έκ­δο­ση της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής, ο συγ­γρα­φέ­ας στή­νει την υ­πό­θε­ση, α­να­μι­γνύο­ντας τη στε­νο­χώ­ρια α­πό μία ερ­γα­σια­κή α­πό­λυ­ση με την α­νη­συ­χία για έ­ναν καρ­κί­νο, βιώ­μα­τα α­κό­μη τό­τε νω­πά για τον ί­διο. Αυ­τό, βε­βαίως, δεν ση­μαί­νει, ό­τι ταυ­τί­ζε­ται με τον α­φη­γη­τή, που εί­χε προ πε­ντα­ε­τίας στέ­κι το ε­στια­τό­ριο Duende, ού­τε πως τό­τε που έ­χα­σε τη μη­τέ­ρα του, ή­ταν που ε­ρω­τεύ­τη­κε μία γυ­ναί­κα στο μη­τρι­κό πρό­τυ­πο, ό­πως ψυ­χα­να­λυ­τι­κά προ­βλέ­πε­ται, αλ­λά και ό­πως συ­νέ­βη σε α­φη­γη­τή του, τρε­λά ε­ρω­τευ­μέ­νο με μία γυ­ναί­κα, την ο­ποία προι­κί­ζει με μη­τρι­κής υ­φής ι­διό­τη­τες και ταυ­τό­χρο­να, με “τρυ­φε­ρή ψυ­χή παι­δί­σκης”.
Ο Γιαν­να­ράς, η­θε­λη­μέ­να ή ό­χι, ε­ξε­ρε­θί­ζει με την πλη­θώ­ρα των πε­ρι­κει­με­νι­κών στοι­χείων την πε­ριέρ­γεια του α­να­γνώ­στη. Ει­δι­κό­τε­ρα, με τις ε­κτε­τα­μέ­νες α­να­φο­ρές στους ε­πώ­νυ­μους που έ­χει γνω­ρί­σει και σε ε­κεί­νους που, κα­τά και­ρούς, συ­να­να­στρέ­φε­ται, ό­πως ε­πί­σης, με τις α­φιε­ρώ­σεις και τα μό­το κά­θε κει­μέ­νου, αλ­λά και τις συ­νο­μι­λίες με τα κεί­με­να άλ­λων συγ­γρα­φέων και τα συ­να­κό­λου­θα δά­νεια, εμ­φα­νή ή λαν­θά­νο­ντα, ω­θεί τον βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή στον βιο­γρα­φι­σμό. Από την άλ­λη, τον κά­νει να δι­στά­ζει στη δια­τύ­πω­ση α­δυ­να­μιών, κα­θώς ο ί­διος συ­στή­νει ε­αυ­τόν ως κρι­τι­κό λο­γο­τε­χνίας και τε­λευ­ταία, ως με­λε­τη­τή. Και μά­λι­στα, με θεω­ρη­τι­κή σκευή κα­θό­λου α­με­λη­τέα, ό­πως δεί­χνει η ε­κτε­τα­μέ­νη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, κα­θώς και το πε­ρί διη­γή­μα­τος δο­κί­μιο, που εν­σω­μα­τώ­νει στη συλ­λο­γή με τίτ­λο, «Αντί προ­λό­γου: ε­πί­λο­γος».
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των ζώ­ντος συγ­γρα­φέα, εκ­δι­δό­με­νη με πρω­το­βου­λία του ι­δίου, α­πό πού κι ως πού χρή­ζει “προ­λό­γου”; Αλλά α­πο­ρία προ­κα­λεί και ο τρό­πος, με τον ο­ποίο εί­ναι γραμ­μέ­νος αυ­τός ο, εν τέ­λει, “ε­πί­λο­γος”. Έτσι, ό­πως α­πο­φαί­νε­ται κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά πε­ρί ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας και ελ­λη­νι­κού διη­γή­μα­τος, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, οι υ­περ­θε­τι­κοί χα­ρα­κτη­ρι­σμοί με­γα­λύν­σεως, που χρη­σι­μο­ποιεί για τα διη­γή­μα­τα πα­λαιό­τε­ρων και νεό­τε­ρων, κα­θώς και οι α­νε­πι­φύ­λα­κτες ιε­ραρ­χή­σεις και α­πο­κλει­σμοί που α­πο­κα­θι­στά. Συ­γκρα­τού­με, ω­στό­σο, την ε­πι­σή­μαν­σή του, πως οι διη­γη­μα­το­γρά­φοι α­πο­τε­λούν μειο­ψη­φία α­νά­με­σα στους συγ­γρα­φείς ι­στο­ριών. Μειο­ψη­φία, στην ο­ποία το­πο­θε­τεί τον ε­αυ­τό του, πα­ρό­λο που ει­σα­γω­γι­κά πα­ρα­τη­ρεί: “Το κα­τά πό­σο, βέ­βαια, κα­τα­φέρ­νω να γρά­ψω διή­γη­μα, και δη με τους ό­ρους που θα το ε­πι­θυ­μού­σα, εί­ναι αλ­λου­νού πα­πά ευαγ­γέ­λιο”. Μάλ­λον, ό­μως, πρό­κει­ται για ρη­το­ρι­σμό, α­φού δη­λώ­νε­ται πολ­λα­πλώς η βε­βαιό­τη­τά του, του­λά­χι­στον ως προς το πρώ­το σκέ­λος.
Όπως και να έ­χει, αυ­τός “ο άλ­λος πα­πάς” θα α­να­με­νό­ταν να εί­ναι ο κρι­τι­κός των βι­βλίων του. Δια­βά­ζο­ντας, ω­στό­σο, το σώ­μα των μέ­χρι σή­με­ρα κρι­τι­κών για τις τρεις συλ­λο­γές διη­γη­μά­των του, πα­ρό­μοιας φύ­σεως πα­ρα­τη­ρή­σεις δεν γί­νο­νται. Κυ­ριαρ­χεί ευ­με­νής στά­ση, που, με την τρί­τη συλ­λο­γή, κα­τα­λή­γει α­νε­πι­φύ­λα­κτα ε­παι­νε­τι­κή. Σε α­ντί­θε­ση, ε­μείς πι­στεύου­με, πως ό­σο ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της γρα­φής του ε­παυ­ξά­νο­νται, τό­σο α­πο­μα­κρύ­νε­ται α­πό τις α­ρε­τές του πρώ­του, προ ε­πτα­ε­τίας, βι­βλίου του και α­ντί­στοι­χα, α­πό ε­κεί­νες του διη­γή­μα­τος. Ήδη, στην προ­η­γού­με­νη συλ­λο­γή, χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με δυ­σα­νά­λο­γη τη χρή­ση των πα­ρο­μοιώ­σεων, κά­πο­τε και ά­στο­χη. Έγκρι­τη, πά­ντως, κρι­τι­κός θεω­ρού­σε τις πα­ρο­μοιώ­σεις “ευ­στο­χό­τα­τες, ευ­ρη­μα­τι­κές και λει­τουρ­γι­κές”. Στην πρό­σφα­τη, οι ε­πιρ­ρη­μα­τι­κοί προσ­διο­ρι­σμοί σύ­γκρι­σης, ό­πως και σαν, τεί­νουν να ε­κλά­βουν συ­χνό­τη­τα συ­μπλε­κτι­κού συν­δέ­σμου. Η ε­ντύ­πω­ση υ­περ­βο­λής, που καλ­λιερ­γεί­ται, ε­ντεί­νε­ται α­πό την ε­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση της με­τα­φο­ράς.
Εμμέ­νο­ντας στα κα­λο­λο­γι­κά στοι­χεία, με τα ο­ποία ε­πι­ζη­τεί ο συγ­γρα­φέ­ας να χτί­σει “το π῾῾ρο­σω­πι­κό του ύ­φος”, πα­ρα­τη­ρού­με να πλη­θαί­νουν τα ε­πί­θε­τα, ι­δίως τα σύν­θε­τα και ε­πί­λε­κτα. Ένας οί­στρος, α­πό τον ο­ποίο συ­χνά προ­κύ­πτουν α­δό­κι­μες εκ­φρά­σεις. Σε αυ­τό το ε­πι­διω­κό­με­νο “προ­σω­πι­κό ύ­φος”, προ­βάλ­λει ως βα­σι­κή συ­νι­στώ­σα η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα. Μό­νο που και αυ­τή πυ­κνώ­νει. Όταν, μά­λι­στα, γί­νε­ται υ­πό τη μορ­φή πα­ρα­πο­μπής, φαί­νε­ται να ε­πι­διώ­κε­ται βι­βλιο­γρα­φι­κή πλη­ρό­τη­τα δο­κι­μίου. Σαν ο α­φη­γη­τής να δί­νει ε­ξε­τά­σεις λο­γιό­τη­τας.
Δο­κι­μια­κού τύ­που προ­σέγ­γι­ση στο θέ­μα του έ­ρω­τα δεί­χνει και ο πε­ρι­πτω­σιο­λο­γι­κός τρό­πος, με τον ο­ποίο εί­ναι δο­μη­μέ­νη η συλ­λο­γή. Ακρι­βέ­στε­ρα, α­να­δει­κνύο­νται πτυ­χές της ε­ρω­τι­κής σχέ­σης α­πό την ο­πτι­κή του ί­διου πά­ντο­τε σκέ­λους, που, σε ό­λες τις ι­στο­ρίες, πλην μίας πα­ρά­ται­ρης, νε­ο­η­θο­γρα­φι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου, εί­ναι ο άν­δρας. Ενά­ντια στους μέ­σους ό­ρους, αυ­τός πα­ρου­σιά­ζε­ται ως ο πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­ρω­τευ­μέ­νος, ε­πί­μο­να και ρο­μα­ντι­κά, ο­πό­τε και κα­θί­στα­ται ο πιο ευά­λω­τος α­νά­με­σα στους δύο πό­λους. Ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως έ­νας μα­ζο­χι­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας, που α­πο­λαμ­βά­νει τα­πει­νώ­σεις και ε­γκα­τα­λεί­ψεις. Με εν­νέα ι­στο­ρίες κα­λύ­πτε­ται σει­ρά πε­ρι­πτώ­σεων, που μπο­ρούν να πα­ρα­τα­χθούν στον ά­ξο­να του χρό­νου, σύμ­φω­να με τη διάρ­κεια της σχέ­σης: Το μπι­γκ μπαν­γκ ε­νός έ­ρω­τα, ό­ταν το γυ­ναι­κείο βλέμ­μα “δια­περ­νά σαν βέ­λος” τον ά­ντρα. Ού­τε βδο­μά­δας ζευ­γά­ρι, γέν­νη­μα κε­ραυ­νο­βό­λου έ­ρω­τα, που α­να­κα­λύ­πτει α­συμ­φω­νία α­πό­ψεων. Έτε­ρο ζεύ­γος, με δε­σμό ε­τών, που φι­λο­νι­κεί για την α­πό­κτη­ση τέ­κνου, κα­θώς ε­κεί­νη δια­καώς το ε­πι­θυ­μεί. Τρί­το ζεύ­γος, με σο­βα­ρό δε­σμό και ε­κεί­νον να φα­ντα­σιώ­νει πρό­τα­ση γά­μου στο σε­λη­νό­φως, που, αίφ­νης, συ­νει­δη­το­ποιεί α­συμ­φω­νία χα­ρα­κτή­ρων. Τέ­ταρ­το, με χα­λα­ρό πε­ντα­ε­τή δε­σμό και ε­κεί­νη, εν δια­στά­σει και με δυο κό­ρες, να του κά­νει γυ­μνά­σια. Ένα άλ­λο, προ­σφά­τως χω­ρι­σμέ­νο, με ε­κεί­νον σε φά­ση ο­δυ­νη­ρής α­πε­ξάρ­τη­σης. Ακό­μη, ζεύ­γος δια­ζευγ­μέ­νων, προ τριών ε­τών, που δια­πλη­κτί­ζε­ται για το μοί­ρα­σμα του χρό­νου ε­πο­πτείας της κό­ρης τους, με ε­κεί­νη να  τον δυ­σκο­λεύει στα πα­τρι­κά του κα­θή­κο­ντα. Μέ­νουν δυο σύ­ντο­μα πε­ζά, διαν­θι­σμέ­να με σκέ­ψεις γύ­ρω α­πό τις ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις και τον βα­σα­νι­σμό τους.  
Από ι­στο­ρία σε ι­στο­ρία, δια­φο­ρο­ποιεί­ται ο σκη­νι­κός χώ­ρος. Σο­φά ο συγ­γρα­φέ­ας, την α­να­κά­λυ­ψη α­συμ­φω­νίας α­πό­ψεων και χα­ρα­κτή­ρων, αλ­λά και τα γυ­ναι­κεία κα­μώ­μα­τα, τα το­πο­θε­τεί στο χρό­νο δια­κο­πών, σε νη­σί. “Κά­ποιο κο­ντι­νό”, Αστυ­πά­λαια ή και Κύ­θη­ρα, που ε­πα­νέρ­χο­νται. Κα­τά τα άλ­λα, μπο­ρεί η α­φή­γη­ση να πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό την ε­ρω­τι­κή α­πελ­πι­σία ε­κεί­νου, ό­μως το ζη­τού­με­νο του ε­ρω­τευ­μέ­νου και ά­ρα, το κυ­ρίως θέ­μα, εί­ναι η γυ­ναί­κα, ως πο­θη­τή ύ­παρ­ξη αλ­λά και πρό­τυ­πο. Σε τέσ­σε­ρις ι­στο­ρίες, η δο­μή στη­ρί­ζε­ται στην α­ντί­στι­ξη της σύγ­χρο­νης γυ­ναί­κας, στις τρέ­χου­σες πα­ραλ­λα­γές, με την γυ­ναί­κα σε πα­λαιό­τε­ρα χρό­νια. Αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη την εμ­φα­νί­ζει σαν τη βα­σα­νι­σμέ­νη Ρω­μιά του Πα­πα­δια­μά­ντη. Πι­θα­νώς, ως μυ­στι­κή συ­νο­μι­λία με τις «Ρω­μιές» του “Δά­σκα­λου” Λο­ρε­ντζά­του. Η α­ντί­στι­ξη δεν ευ­τυ­χεί πά­ντα α­φη­γη­μα­τι­κά. Λ.χ., στο δια­δρα­μα­τι­ζό­με­νο «Εντός του συρ­μού», με την ό­μορ­φη κο­πέ­λα και το ε­ξα­θλιω­μέ­νο η­λι­κιω­μέ­νο ζευ­γά­ρι, ε­ξαί­ρε­ται μό­νο η α­ντί­θε­ση στην εμ­φά­νι­σή τους, ε­νώ οι συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νες σκέ­ψεις του α­φη­γη­τή, α­ντί να λει­τουρ­γούν συν­δυα­στι­κά, δί­νουν στο πε­ζό χρο­νο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Αντι­θέ­τως, ευ­τυ­χούν «Το ξό­δι», με Κυ­θή­ριο γέ­ρο­ντα, προ­σκολ­λη­μέ­νο στη γυ­ναί­κα που του α­ντι­στοι­χεί, και «Το μαύ­ρο ά­λο­γο», με τη νη­σιώ­τισ­σα Ρω­μιά γραία.
Τέ­λος, να ση­μειώ­σου­με, πως το α­κρο­τε­λεύ­τιο σύ­ντο­μο πε­ζό της συλ­λο­γής, με τίτ­λο, «Βα­σα­νί­ζο­μαι», παίρ­νει έ­μπνευ­ση –χω­ρίς να α­πο­κλείε­ται η σύ­μπτω­ση– α­πό το τε­λευ­ταίο α­φή­γη­μα, «Κο­ντά στην κοι­λιά», του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου, που ξε­κι­νά­ει με την ί­δια μο­νο­λε­κτι­κή έκ­φρα­ση πό­νου. Πρό­κει­ται για έ­να γκρά­φι­τι, που φτά­νει να “πιά­νει δυο ο­ρό­φους πο­λυ­κα­τοι­κίας”, ως δια­κό­σμη­ση των τοί­χων της Αθή­νας στα χρό­νια της κρί­σης. Οι α­φη­γη­τές των δυο συγ­γρα­φέων το βρί­σκουν συ­νε­χώς μπρο­στά τους. Του Δη­μη­τρίου, το θεω­ρεί σή­μα κα­τα­τε­θέν της κρί­σης, του Γιαν­να­ρά, του έ­ρω­τα. Όπως και να έ­χει, ο Δη­μη­τρίου δεν α­να­φέ­ρε­ται στον κα­τά Γιαν­να­ρά λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να του Επι­λό­γου.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 18/10/2015.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Μολυβδο - Κονδυλοφόρος

«Κον­δυ­λο­φό­ρος»
Tό­μος 13. 2014
University Studio Press
Ιού­λιος 2015
 
 Στα­θε­ρά ε­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­νη, αλ­λά χω­ρίς να α­θε­τεί το ε­τή­σιο ρα­ντε­βού της, κυ­κλο­φό­ρη­σε και ε­φέ­τος αυ­τή η μο­να­δι­κή, αν δεν σφάλ­λου­με, “έκ­δο­ση νεό­τε­ρης ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας”. Η ί­δια τα­κτι­κό­τη­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζει και τη δο­μή κά­θε τεύ­χους: το κυ­ρίως σώ­μα, με σχε­δόν στα­θε­ρό α­ριθ­μό με­λε­τη­μά­των, των ο­ποίων προ­τάσ­σο­νται νε­κρο­λο­γίες, η ε­νό­τη­τα «Μο­νο­κο­ντυ­λιές» με συ­ντο­μό­τε­ρα κεί­με­να, μία δεύ­τε­ρη, μι­κρό­τε­ρη σε έ­κτα­ση, ε­νό­τη­τα, το «Με­λα­νο­δο­χείο», με βι­βλιο­κρι­σίες, που, κα­τά κα­νό­να, πε­ριο­ρί­ζε­ται στην πα­ρου­σία­ση μίας μό­νο έκ­δο­σης, και την α­κρο­τε­λεύ­τια νεό­τευ­κτη ε­νό­τη­τα, την βι­βλιο­γρα­φι­κή. Συ­στα­τι­κά στοι­χεία των συ­νερ­γα­τών του τεύ­χους δεν δί­νο­νται, ε­κτός α­πό την α­να­γρα­φή στο τέ­λος κά­θε κει­μέ­νου της πα­νε­πι­στη­μια­κής έ­δρας του συγ­γρα­φέα.
Ξε­κι­νού­με με την τε­λευ­ταία πο­λύ­τι­μη ε­νό­τη­τα, κα­θώς η βι­βλιο­γρά­φη­ση δεν θεω­ρεί­ται α­πό τους φι­λο­λό­γους ως α­πα­ραί­τη­το έρ­γο, προ­τασ­σό­με­νο θεω­ρη­τι­κών δια­νοί­ξεων. Στο πρό­σφα­το τεύ­χος, βι­βλιο­γρα­φεί­ται α­πό την Χρ. Ηλιά­δου το τρι­μη­νιαίο πε­ριο­δι­κό «Αργώ», έ­να α­πό τα τρία λο­γο­τε­χνι­κά με αυ­τήν τη μυ­θο­λο­γι­κή ο­νο­μα­σία. Πρό­κει­ται για το πρώ­το, το α­λε­ξαν­δρι­νό, και το μα­κρο­βιό­τε­ρο, α­φού έ­φτα­σε τα 19 τεύ­χη σε μία πε­ρίο­δο τεσ­σε­ρά­μι­σι ε­τών (Απρ. 1923-Δεκ. 1927). Ενώ, η πει­ραϊκή «Αργώ», δε­κα­εν­νιά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, εκ­κι­νώ­ντας τον χει­μώ­να της με­γά­λης πεί­νας, δε­κα­πεν­θή­με­ρη, έ­μει­νε στα 12 τεύ­χη σε 14 μή­νες. Όσο, για την κα­βα­λιώ­τι­κη, εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στην “κου­τσή ά­νοι­ξη” της δε­κα­ε­τίας του ’60, μη­νιαία, μό­λις που συ­μπλή­ρω­σε έ­ξι τεύ­χη μέ­χρι Σεπ. 1962. Πα­ρα­δό­ξως, και οι τρεις ά­φη­σαν το ί­χνος τους, εν μέ­ρει, χά­ρις και στους ψευ­δώ­νυ­μους συ­νερ­γά­τες τους.
Η με­τα­πο­λε­μι­κή με τον Θα­νά­ση Χι­λιώ­τη, η κα­το­χι­κή με τον Σω­τή­ρη Λεω­νι­δά­κη, τον ο­ποίον δεν α­να­φέ­ρει η συ­ντάκ­τρια του Λήμ­μα­τος της πρό­σφα­της «Εγκυ­κλο­παί­δειας του ελ­λη­νι­κού τύ­που», προ­φα­νώς α­γνοώ­ντας σε ποιόν α­νή­κει το ψευ­δώ­νυ­μο, και τέ­λος, η α­λε­ξαν­δρι­νή, χά­ρις στην “δρά­κα των νέων Αλε­ξα­ντρι­νώ­ν”, που την δη­μιούρ­γη­σαν. Κα­τ’ α­νά­γκη, ψευ­δώ­νυ­μοι, πει­θαρ­χού­ντες στην συ­ντη­ρη­τι­κή α­λε­ξαν­δρι­νή κοι­νω­νία της ε­πο­χής. Σύμ­φω­να με μαρ­τυ­ρία ε­νός α­πό αυ­τούς (δεν α­πο­κλείου­με να πρό­κει­ται για τον α­ταύ­τι­στο Άλκη, που συ­ντάσ­σει τη μό­νι­μη στή­λη των «Ση­μειω­μά­των»), δύο α­πό αυ­τούς, με το πρώ­το τεύ­χος α­να χεί­ρας, πή­ραν το θάρ­ρος και ε­πι­σκέ­φτη­καν τον Κα­βά­φη, που ή­ταν ή­δη ε­νή­με­ρος για την έκ­δο­ση του νέ­ου πε­ριο­δι­κού α­πό σχε­τι­κή κα­τα­χώ­ρη­ση στη «Νέα Ζωή», το μο­να­δι­κό λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, Απρ. 1923. Γλα­φυ­ρή η πε­ρι­γρα­φή του ει­κο­σα­ε­τούς συ­ντά­κτη, ευ­φρα­δής ο ί­διος, φαί­νε­ται πως τον έ­πει­σαν. Άνοι­ξε το συρ­τά­ρι και τους έ­δω­σε δυο ποιή­μα­τα σε πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση. Και κα­λά το “ι­στο­ριο­γε­νές” «Άννα Κο­μνη­νή», που φύ­λα­γε κο­ντά πε­ντα­ε­τία, αλ­λά τους πα­ρέ­δω­σε και το “η­δο­νι­κό” «Να μεί­νει».   
Αν το πρό­σφα­το τεύ­χος του «Κον­δυ­λο­φό­ρου» κλεί­νει με την Βι­βλιο­γρα­φία ε­νός α­λε­ξαν­δρι­νού πε­ριο­δι­κού, α­νοί­γει με τη μνη­μό­νευ­ση δυο θα­νό­ντων ε­ντός του έ­τους, μη Θεσ­σα­λο­νι­κέων, οι ο­ποίοι, ό­μως, έ­ζη­σαν και δί­δα­ξαν στην πό­λη. Του Εμμα­νουήλ Κρια­ρά και του Δη­μή­τρη Σπά­θη. Το έρ­γο α­να­λαμ­βά­νουν, α­ντι­στοί­χως, η φι­λό­λο­γος Κ. Δ. Πη­δώ­νια, πρώ­τη τη τά­ξει συ­νερ­γά­τρια του Κρια­ρά, που συ­ντάσ­σει μία γλα­φυ­ρά στρογ­γυ­λε­μέ­νη νε­κρο­λο­γία, και η θε­α­τρο­λό­γος Δηώ Καγ­γε­λά­ρη, που δη­μο­σιεύει έ­ναν υ­φο­λο­γι­κά ε­πι­με­λη­μέ­νο ε­πι­κή­δειο λό­γο. Γεν­νη­θείς ο Κρια­ράς στις 28 Νοε. 1906, στον Πει­ραιά, με κα­τα­γω­γή α­πό τα Σφα­κιά Κρή­της, α­πε­βίω­σε α­πό α­να­κο­πή καρ­διάς, στο σπί­τι του, αρ­γά το βρά­δυ, Πα­ρα­σκευή, 22 Αυγ. 2014. Νεό­τε­ρος ο Σπά­θης, γεν­νη­θείς στις 11 Νοε. 1925, στο Κάι­ρο, α­πε­βίω­σε α­πό ο­ξύ πνευ­μο­νι­κό οί­δη­μα, σε α­θη­ναϊκό νο­σο­κο­μείο, πρωί Δευ­τέ­ρας, 29 Δεκ. 2014. Πα­ρό­μοιες πλη­ρο­φο­ρίες δεν δί­νο­νται α­πό τις δυο “μα­θή­τριές” τους. Δεν δι­καιού­νται, ό­μως, οι τε­θνεώ­τες, ως μία ύ­στα­τη έν­δει­ξη σε­βα­σμού, την α­κρι­βο­λό­γο α­να­φο­ρά της α­να­χώ­ρη­σής τους, α­ντί ε­κεί­νου του στε­ρού­με­νου νοή­μα­τος, “πλή­ρης η­με­ρώ­ν”, που κα­λύ­πτει η­λι­κια­κό φά­σμα του­λά­χι­στον ει­κο­σα­ε­τίας; Ή, για τους μη συ­μπλη­ρώ­σα­ντες την η­λι­κια­κή πλη­ρό­τη­τα, της α­να­φο­ράς δυο η­λι­κιών, κα­θώς ο γρά­φων δεν α­να­τρέ­χει σε ε­ξα­κρί­βω­ση της η­με­ρο­μη­νίας γεν­νή­σεως; Ύστε­ρα, σε ό­ποια η­λι­κία κι αν βρί­σκε­ται κά­ποιος, α­πό κά­τι πη­γαί­νει, και έ­χει ση­μα­σία, αν βρι­σκό­ταν στο κρε­βά­τι του και αν εί­χε κά­ποιο δι­κό του δί­πλα, ή, λό­γω η­λι­κίας, του πα­ρά­στε­κε μό­νο η αλ­λο­δα­πή οι­κια­κή βο­η­θός.
Βε­βαίως, οι νε­κρο­λο­γίες ε­στιά­ζουν και ορ­θά στον άν­θρω­πο και το έρ­γο. Ού­τε, ό­μως, ως προς αυ­τό φαί­νε­ται να α­κρι­βο­λο­γούν, κα­θώς δεν α­να­φέ­ρο­νται στις ι­διό­τη­τες του προ­σώ­που, αλ­λά ε­ξαί­ρουν τις α­ρε­τές του. Πα­ρο­μοίως, δεν δί­νουν τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του έρ­γου του, αλ­λά το εκ­θειά­ζουν. Αυ­τή η α­δυ­να­μία πρό­τα­ξης μίας στοι­χειώ­δους α­ντι­κει­με­νι­κής α­να­φο­ράς δεν ε­πι­δει­κνύε­ται μό­νο στις νε­κρο­λο­γίες, αλ­λά α­πλώ­νε­ται σε ο­λό­κλη­ρο το φά­σμα κρι­τι­κού λό­γου. Από νε­κρο­λο­γίες μέ­χρι βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο τεύ­χος, ο Γ. Πα­πα­θε­ο­δώ­ρου πα­ρου­σιά­ζει τη μο­νο­γρα­φία της Έ. Φι­λο­κύ­πρου για “την ποιη­τι­κή πε­ρι­πέ­τεια του Τά­σου Λει­βα­δί­τη”, που εκ­δό­θη­κε το 2013, με τη συ­μπλή­ρω­ση 25ε­τίας α­πό το θά­να­τό του. Σχο­λια­σμός α­μι­γώς ε­παι­νε­τι­κός, τό­σο στα ε­πί μέ­ρους ό­σο και ε­πί του συ­νό­λου. Πα­νε­πι­στη­μια­κός πα­νε­πι­στη­μια­κού μό­νο κα­λό λό­γο χρω­στά­ει. Με αυ­τήν, ό­μως, την τα­κτι­κή, δεν καλ­λιερ­γεί­ται διά­λο­γος γύ­ρω α­πό τα κεί­με­να, που θα μπο­ρού­σε να α­πο­βεί χρή­σι­μος για τους συγ­γρα­φείς, αλ­λά και για την συ­ντα­κτι­κή ο­μά­δα του πε­ριο­δι­κού κα­τά την α­ξιο­λό­γη­ση του τεύ­χους και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, των συ­νερ­γα­τών.
Ενίο­τε, ω­στό­σο, πα­νε­πι­στη­μια­κός πα­νε­πι­στη­μια­κού μά­τι βγά­ζει. Στα 26 χρό­νια ύ­παρ­ξης του πε­ριο­δι­κού, α­πό το 1989 μέ­χρι το 2000, με τον τίτ­λο «Μο­λυ­βδο­κον­δυ­λο­πε­λε­κη­τής» για τους πρώ­τους ε­πτά τό­μους, και α­πό το 2002 μέ­χρι σή­με­ρα, με τον τίτ­λο «Κον­δυ­λο­φό­ρος» για τους 13 ε­πό­με­νους, δεν υ­πήρ­ξε κα­μία α­πο­τί­μη­ση του εγ­χει­ρή­μα­τος. Του­λά­χι­στον σε έ­ντυ­πο ευ­ρύ­τε­ρης κυ­κλο­φο­ρίας, προ­σι­τό σε κά­ποιον, ό­πως ε­μείς, που δεν α­νή­κει στην πα­νε­πι­στη­μια­κή κοι­νό­τη­τα, ού­τε καν στον φι­λο­λο­γι­κό χώ­ρο. Εξαι­ρεί­ται μία πρό­σφα­τη, συ­νο­πτι­κή, σε ο­μι­λία, που εκ­φω­νή­θη­κε σε βρα­διά α­φιε­ρω­μέ­νη στον ι­δρυ­τή του πε­ριο­δι­κού, Γ. Π. Σαβ­βί­δη, με τη συ­μπλή­ρω­ση ει­κο­σα­ε­τίας α­πό τον θά­να­τό του. Δεν θα την χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με λι­βε­λο­γρα­φι­κή, κα­θώς ο λί­βε­λος στρέ­φε­ται ε­μπα­θώς ε­να­ντίον ε­νός προ­σώ­που ή ο­μά­δας προ­σώ­πων, χω­ρίς α­να­γκα­στι­κά να στρε­βλώ­νει τα δε­δο­μέ­να. Γι’ αυ­τό και εί­ναι κα­λή ι­δέα, οι λί­βε­λοι να μέ­νουν χω­ρίς α­πά­ντη­ση. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη, ό­μως, α­να­φο­ρά δεν α­κρι­βο­λο­γεί. Επι­προ­σθέ­τως, η ε­σφαλ­μέ­νη ει­κό­να που δη­μιουρ­γεί­ται, θί­γει τον α­πο­θα­νό­ντα τι­μώ­με­νο. Πα­ρα­δό­ξως, δεν υ­πήρ­ξε α­πά­ντη­ση, διορ­θω­τι­κή των δε­δο­μέ­νων, ό­ταν η εν λό­γω ο­μι­λία δη­μο­σιεύ­τη­κε, μα­ζί με τις άλ­λες δυο ε­κεί­νης της τι­μη­τι­κής βρα­διάς, σε “Πε­ριο­δι­κό των βι­βλίω­ν”, ευ­ρείας κυ­κλο­φο­ρίας.
Η σε­λί­δα του Ex Libris, ό­που έ­χου­με πα­ρου­σιά­σει αρ­κε­τά τεύ­χη του πε­ριο­δι­κού, δεν έ­χει ού­τε το έ­να χι­λιο­στό της α­να­γνω­σι­μό­τη­τας του “Πε­ριο­δι­κού των βι­βλίω­ν”, ω­στό­σο, για να εί­μα­στε συ­νε­πείς στο δι­κό μας με­τρη­μέ­νο κοι­νό, ση­μειώ­νου­με τα α­κρι­βή δε­δο­μέ­να σχε­τι­κά με το πε­ριο­δι­κό του Σαβ­βί­δη και της με­τα­θα­νά­τιας συ­νέ­χι­σής του. Δυ­σκο­λίες ως προς την ε­ξεύ­ρε­ση εκ­δό­τη εί­χε ο Σαβ­βί­δης, ή­δη α­πό τον τέ­ταρ­το τό­μο, του 1992, ό­ταν δια­κό­πη­κε η σχέ­ση με τις εκ­δό­σεις Νε­φέ­λη. Με κα­θυ­στέ­ρη­ση, ο τέ­ταρ­τος τό­μος εκ­δό­θη­κε το 1993 α­πό την Βι­κε­λαία Δη­μο­τι­κή Βι­βλιο­θή­κη και την έν­δει­ξη Β΄ Πε­ρίο­δος. Να ση­μειώ­σου­με, πως ο Σαβ­βί­δης εί­χε ε­πι­λέ­ξει για τον ε­αυ­τό του τον τίτ­λο “Διευ­θυ­ντής Συ­ντά­ξεως”. Στον 4ο τό­μο, προ­στί­θε­ται ως “Συν­διευ­θύ­ντρια συ­ντά­ξεως” η Μ. Μη­τσού, που α­να­λαμ­βά­νει και την ε­πι­μέ­λεια έκ­δο­σης. Ακο­λου­θεί ο πέ­μπτος, δι­πλός 1995-6, με­τά τον θά­να­τό του, με “Υπεύ­θυ­νη συ­ντά­ξεως” την Μη­τσού. Με τον θά­να­το, 23 Μαρ. 1998, του διευ­θυ­ντή της Βι­κε­λαίας, Νί­κου Γιαν­να­δά­κη, α­να­ζη­τεί­ται και πά­λι εκ­δό­της. Οι δυο ε­πό­με­νοι τό­μοι, ο έ­κτος, δι­πλός 1998-9, και ο έ­βδο­μος του 2000, εκ­δί­δο­νται α­πό το Σπου­δα­στή­ριο Νέ­ου Ελλη­νι­σμού και την έν­δει­ξη Γ΄ Πε­ρίο­δος. Πα­ρα­μέ­νει η ί­δια “Υπεύ­θυ­νη συ­ντά­ξεως”, ε­νώ κα­ταρ­τί­ζε­ται ε­πτα­με­λής Συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή (Ν. Βα­γε­νάς, D. Haas, Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου, R. Lavagnini, P. Mackidge, Μ. Πιε­ρής, Α. Πο­λί­της). Με την α­νά­λη­ψη, το 1999, της Μη­τσού θέ­σης κα­θη­γη­τή στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Μο­νά­χου και την εκ­πε­φρα­σμέ­νη ε­πι­θυ­μία του Διευ­θυ­ντή του Σπου­δα­στη­ρίου, Μα­νό­λη Σαβ­βί­δη, να χρη­σι­μο­ποιή­σει τον τίτ­λο σε πα­ρεμ­φε­ρή έκ­δο­ση, η Συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή ε­ξα­σφα­λί­ζει, μέ­σω του ε­νός Θεσ­σα­λο­νι­κιού μέ­λους της, εκ­δό­τη στη συ­μπρω­τεύου­σα, και με­τα­κο­μί­ζει την έ­δρα του πε­ριο­δι­κού ε­κεί. Η Συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή γί­νε­ται ο­κτα­με­λής, κα­θώς προ­στί­θε­ται η Μη­τσού, ε­νώ την “Γραμ­μα­τεία σύ­ντα­ξης” α­να­λαμ­βά­νει ο Κα­ρά­ο­γλου. Από τό­τε, το σχή­μα μέ­νει στα­θε­ρό, μό­νο, στον 10ο τό­μο, α­πο­χω­ρεί ο Πιε­ρής και α­να­λαμ­βά­νει η Ν. Δε­λη­γιαν­νά­κη. Όσο για την α­να­γκαία αλ­λα­γή τίτ­λου, τι­μώ­ντας τη μνή­μη του ι­δρυ­τή, ε­λά­χι­στα τον δια­φο­ρο­ποίη­σαν. Ο “παι­χνι­διά­ρι­κος” χα­ρα­κτή­ρας του θυ­σιά­στη­κε, ό­μως το πε­ριο­δι­κό πα­ρέ­μει­νε το ί­διο. Πι­στό στις θε­μα­τι­κές εμ­μο­νές του ι­δρυ­τή του, ό­πως δεί­χνουν τα Ευ­ρε­τή­ρια, που κα­τήρ­τι­σε η Μ. Σα­κελ­λα­ρίου και δη­μο­σιεύ­θη­καν στον 11ο τό­μο.
Στο πε­ριο­δι­κό της πρώ­της πε­ριό­δου, υ­πάρ­χει ως μό­το η “α­θη­σαύ­ρι­στη πα­ραλ­λα­γή”, που εί­χε ε­μπνεύ­σει τον τίτ­λο: “Εκκλη­σιά πε­λε­κη­τή,/ ποίος σε πε­λέ­κη­σε,/ -Ο γιός του πε­λε­κη­τή.  –Νά ’χα ε­γώ τα σύ­νερ­γα του γιού του πε­λε­κη­τή,/ θα σε πε­λε­κού­σα,/ πο­λύ κα­λύ­τε­ρ’ α­πό το γιό του πε­λε­κη­τή.” Μή­πως, τε­λι­κά, πε­λε­κη­τής πε­λε­κη­τή έ­βγα­λε το μά­τι, α­πό θαυ­μα­σμό για την Εκκλη­σιά, την κον­δυ­λο­πε­λε­κη­τή; Όπως και να έ­χει, έ­να πε­ριο­δι­κό δεν κρί­νε­ται α­πό τον “πα­λιο­μο­δί­τι­κο” ή μο­ντέρ­νο τίτ­λο του, για­τί τό­τε σύ­μπα­σα η φι­λο­λο­γι­κή κοι­νό­τη­τα θα έ­πρε­πε να α­γκα­λιά­σει τα πε­ριο­δι­κά με­γά­λου σχή­μα­τος, με τους μο­δά­τους αγ­γλι­στί τίτ­λους. Κά­ποια, ω­στό­σο, μέ­λη της εν­δί­δουν, αλ­λά, κα­τά το ρη­τό, “τον πλού­το πολ­λοί ε­μί­ση­σαν, την δό­ξαν (διά­βα­ζε: α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα, λό­γω και α­ναρ­τή­σεως στα πε­ρί­πτε­ρα) ου­δείς”. Εμείς, πά­ντως, πι­θα­νώς “πα­λιο­μο­δί­τι­κα”, ε­πι­μέ­νου­με, πως έ­να πε­ριο­δι­κό κρί­νε­ται μό­νο εκ των κει­μέ­νων.
Στο τρέ­χον τεύ­χος, δη­μο­σιεύο­νται εν­νέα με­λε­τή­μα­τα, σε χρο­νο­λο­γι­κή πα­ρά­τα­ξη σύμ­φω­νη με το θέ­μα. Προ­τάσ­σο­νται δυο κεί­με­να για τον «Από­κο­πο» του Μπερ­γα­δή και α­κο­λου­θούν δυο για Κα­βά­φη. Η συ­νέ­χεια με ποιη­τές του 20ου: η γε­νιά του ’30, με κεί­με­να για Σε­φέ­ρη και Βρετ­τά­κο, η πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή, με Ανα­γνω­στά­κη,  η δεύ­τε­ρη, με τον Κύ­πριο Θε­ο­δό­ση Νι­κο­λά­ου, δέ­κα χρό­νια α­πό το θά­να­τό του. Το τε­λευ­ταίο κεί­με­νο, του Γ. Μι­χα­η­λί­δη α­πό το Πα­νε­πι­στή­μιο του Μο­νά­χου, έ­χει ως θέ­μα την «Άνθι­ση και κρί­ση του βι­βλίου στην Ελλά­δα του Με­σο­πο­λέ­μου», ε­στιά­ζο­ντας στην, “ευ­ρω­παϊκού χα­ρα­κτή­ρα”, κρί­ση των ε­τών 1930-31. Όπου δί­νο­νται σχε­τι­κά πε­ριο­ρι­σμέ­να στοι­χεία για την ελ­λη­νι­κή πε­ρί­πτω­ση, ε­νώ η πα­ρα­τή­ρη­ση, πως θα πρέ­πει να δια­χω­ρι­στεί η κρί­ση των εκ­δο­τι­κών οί­κων α­πό την κρί­ση του ελ­λη­νι­κού λο­γο­τε­χνι­κού βι­βλίου και την κρί­ση της α­νά­γνω­σης εί­ναι γε­νι­κό­τε­ρης ι­σχύος και για να συ­ζη­τη­θεί θα πρέ­πει να ο­ρι­στεί το πως νοού­νται οι δυο τε­λευ­ταίες κρί­σεις.
Αφε­νός μεν η στε­νό­τη­τα χώ­ρου, αλ­λά, κυ­ρίως, η α­ναρ­μο­διό­τη­τά μας, ό­ταν, μά­λι­στα, τα εν λό­γω φι­λο­λο­γι­κά με­λε­τή­μα­τα κα­λύ­πτουν τό­σο ευ­ρύ θε­μα­τι­κό φά­σμα, βά­ζουν φρα­γή στην πε­ραι­τέ­ρω κρί­ση της Εκκλη­σιάς της κον­δυ­λο­πε­λε­κη­τής. Μό­νο μία πα­ρα­τή­ρη­ση: Αφο­ρά τρία με­λε­τή­μα­τα, ό­που, αν δι­νό­ταν στο δια­θέ­σι­μο ε­ρευ­νη­τι­κό υ­λι­κό μία πιο συ­ντο­μευ­μέ­νη μορ­φή, η ει­κό­να πι­στεύου­με πως θα ή­ταν ευ­κρι­νέ­στε­ρη. Στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, που οι συγ­γρα­φείς βρί­σκο­νται στις αρ­χές της πα­νε­πι­στη­μια­κής τους πο­ρείας, αυ­τή η υ­στέ­ρη­ση ως προς την οι­κο­νο­μία του κει­μέ­νου, μπο­ρεί να κα­τα­νο­η­θεί. Μέ­νουν προς σχο­λια­σμό δυο με­λε­τή­μα­τα, που ε­μείς του­λά­χι­στον κρί­νου­με ως ση­μα­ντι­κά, το έ­να α­πό τα δυο κα­βα­φι­κά και ε­κεί­νο για τον Σε­φέ­ρη. Εν α­να­μο­νή του ε­πό­με­νου τό­μου, του 2015, ει­κά­ζου­με α­φιε­ρω­μέ­νου στον ι­δρυ­τή του πε­ριο­δι­κού. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, ευ­κταίο θα ή­ταν, να μην κυ­κλο­φο­ρή­σει ε­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­να.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/10/2015.
 
Φωτογραφία: Ο θεατρολόγος Δημήτρης Σπάθης, για τον οποίο δημοσιεύεται νεκρολογία στον τόμο.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Ύστατο απόθεμα γραφής

Πέ­τρος Κου­τσια­μπα­σά­κος
«Δρό­μοι»
Εκδό­σεις Πα­τά­κης
Μάιος 2015
Ο Πέ­τρος Κου­τσια­μπα­σά­κος, στην πρό­σφα­τα εκ­δο­θεί­σα, δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του, δο­κι­μά­ζει δια­φο­ρε­τι­κούς α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους. Δεν φαί­νε­ται να στο­χεύει στην ε­ξά­σκη­ση προς τε­λειο­ποίη­ση της τε­χνι­κής του, ού­τε στην ε­πί­δει­ξη μέ­ρι­μνας πε­ρί τη μορ­φή. Πρό­θε­σή του εί­ναι μάλ­λον να α­να­δεί­ξει το θέ­μα του, που, κα­τά μία ά­πο­ψη, πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρό στα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής. Αν και ως προς αυ­τό, δεν υ­πάρ­χει ο­μο­φω­νία. Κα­τ’ ε­μάς, ο κυ­ρίως θε­μα­τι­κός καμ­βάς, πά­νω στον ο­ποίο υ­φαί­νε­ται ο ι­στός των ι­στο­ριών, α­νή­κει στο πε­δίο της κοι­νω­νι­κής ψυ­χο­λο­γίας. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, α­φο­ρά την ψυ­χι­κή κα­τά­στα­ση, α­πό δυ­σά­ρε­στη μέ­χρι και δρα­μα­τι­κή, που βρί­σκε­ται κά­ποιος, ε­πει­δή κου­βα­λά ελ­λι­πή πρόσ­λη­ψη της ε­ξω­τε­ρι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Οι Άλλοι, που τον πε­ρι­βάλ­λουν, δί­νουν ως σή­μα­τα της διά­θε­σης και των προ­θέ­σεών τους, κι­νή­σεις, πρά­ξεις, λό­για. Με αυ­τά, ό­μως, μό­νο πλα­σμα­τι­κές εκ­δο­χές μπο­ρεί ε­κεί­νος να φα­ντα­σιώ­σει για ό­σα δια­δρα­μα­τί­ζο­νται γύ­ρω του. Εί­ναι έ­νας πρω­τα­γω­νι­στής, που στη­ρί­ζει το πλά­σι­μο του ρό­λου του, δη­λα­δή τις δι­κές του κι­νή­σεις α­ντα­πό­κρι­σης, πρά­ξεις και α­πα­ντή­σεις, σε α­μι­γώς υ­πο­κει­με­νι­κές ερ­μη­νείες και συ­χνά στρε­βλές α­ντι­λή­ψεις.
Με άλ­λα λό­για, το θέ­μα εί­ναι οι δια­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις, ό­πως δια­μορ­φώ­νο­νται και ε­πη­ρεά­ζουν την αν­θρώ­πι­νη συ­μπε­ρι­φο­ρά. Ένα α­ντι­κεί­με­νο, για το ο­ποίο έ­χουν δια­τυ­πω­θεί πλεί­στες ό­σες κοι­νω­νιο-ψυ­χο­λο­γι­κές θεω­ρίες, σε συν­δυα­σμό με έ­ρευ­νες, που ε­στιά­ζουν στην κα­θη­με­ρι­νή ε­μπει­ρία του α­στι­κού χώ­ρου. Μό­νο, ό­μως,  μέ­σα α­πό μία α­φή­γη­ση ε­σω­τε­ρι­κής ε­στία­σης, η ε­πι­κοι­νω­νία με τον Άλλο α­να­δει­κνύε­ται σε δια­νο­η­τι­κή και συ­ναι­σθη­μα­τι­κή δο­κι­μα­σία, αλ­λά και πε­ρι­πέ­τεια. Το πό­σο ε­πώ­δυ­νη μπο­ρεί αυ­τή να α­πο­βεί, ε­ξαρ­τά­ται α­πό το ε­γώ της δρά­σης. Γι’ αυ­τό και η α­φή­γη­ση πο­λιορ­κεί το σκε­πτό­με­νο ε­γώ σε πρώ­το πρό­σω­πο και σε ε­νε­στω­τι­κό χρό­νο. Για το πα­ρελ­θόν του δί­νο­νται - σε ό­σες ι­στο­ρίες δί­νο­νται - λι­γο­στές και ως ε­πί το πλεί­στον, έμ­με­σες πλη­ρο­φο­ρίες. Το πρό­σω­πο πα­ρα­μέ­νει ε­σκεμ­μέ­να αό­ρι­στο, κα­θώς εν­δια­φέ­ρει η α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τα ε­νός συ­γκε­κρι­μέ­νου αν­θρώ­πι­νου τύ­που και ό­χι, η φροϋδι­κή σκια­γρά­φη­ση μίας ψυ­χο­σύ­στα­σης.
Στη γε­νι­κό­τη­τά του, το θέ­μα στε­ρεί­ται πρω­το­τυ­πίας. Τον Κου­τσια­μπα­σά­κο, ό­μως, τον α­πα­σχο­λεί συ­γκε­κρι­μέ­νος χα­ρα­κτή­ρας, που κι αυ­τός δεν δεί­χνει ε­ξαι­ρε­τι­κός, κα­θώς α­νή­κει στην με­γά­λη ο­μά­δα, ε­κεί­νων που δυ­σκο­λεύο­νται στις κοι­νω­νι­κές ε­πα­φές. Τον πο­λιορ­κεί συ­στη­μα­τι­κά, σε ό­λο το φά­σμα των συ­να­να­στρο­φών του, ε­παγ­γελ­μα­τι­κές, φι­λι­κές, ε­ρω­τι­κές. Στη συλ­λο­γή, υ­πάρ­χουν διη­γή­μα­τα για κα­θε­μία α­πό αυ­τές τις πτυ­χές κοι­νω­νι­κό­τη­τας. Εναλ­λάσ­σε­ται το πρό­σω­πο, αλ­λά μό­νο γραμ­μα­τι­κά, κα­θώς ο συγ­γρα­φέ­ας δο­κι­μά­ζει τη δια­φο­ρε­τι­κή αί­σθη­ση, μιας κά­ποιας α­πο­στα­σιο­ποίη­σης, έ­στω και σχη­μα­τι­κής, που καλ­λιερ­γεί το τρί­το έ­να­ντι του πρώ­του προ­σώ­που. Σκια­γρα­φεί έ­ναν τύ­πο, που δεν δια­κρί­νε­ται στις πα­ρέες. Αυ­τόν που μι­λά­ει λί­γο και, κα­τά κα­νό­να, συμ­φω­νεί με τη γνώ­μη του Άλλου. Συ­χνά την ε­πι­κρο­τεί με εν­θου­σια­σμό, σαν να ε­πι­διώ­κει να ε­ξα­σφα­λί­σει έ­τσι με­γα­λύ­τε­ρη συμ­με­το­χή. Τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες σκέ­ψεις του δεν τις εκ­στο­μί­ζει, μό­νο τις α­να­κυ­κλώ­νει εν­δο­μύ­χως.
Από την πλευ­ρά της πρόσ­λη­ψης, δυ­σκο­λεύε­ται να α­πο­δε­χτεί φι­λι­κές χει­ρο­νο­μίες, α­κό­μη κι ό­ταν δεί­χνουν αυ­θόρ­μη­τες. Στις συ­μπε­ρι­φο­ρές των Άλλων, υ­πο­ψιά­ζε­ται σκο­τει­νά κί­νη­τρα και συ­νω­μο­σίες. Ακό­μη και στην πε­ρί­πτω­ση ε­νός ζη­τιά­νου στο συρ­μό του Ηλεκ­τρι­κού, δεν εν­δί­δει σε φι­λαν­θρω­πι­κά αι­σθή­μα­τα, αλ­λά δυ­σπι­στεί, υ­πο­ψια­ζό­με­νος πως πρό­κει­ται για ε­παγ­γελ­μα­τία του εί­δους. Αντί, πά­ντως, της ε­πί­θε­σης ή έ­στω της ε­πι­θε­τι­κής ά­μυ­νας, λ.χ., στην ορ­γα­νω­μέ­νη γλωσ­σο­φα­γιά των συ­να­δέλ­φων του, ε­πι­λέ­γει τη  φυ­γή α­πό τις πα­ρέες και τέ­λος, α­κό­μη και α­πό τη θέ­ση ερ­γα­σίας του. Εί­ναι γνω­στό πως μο­να­δι­κή λύ­ση του α­να­σφα­λούς α­πο­μέ­νει η πα­ραί­τη­ση. Η α­να­σύν­θε­ση των συ­νειρ­μών, έ­τσι ό­πως α­να­κα­λούν σω­ρευ­τι­κά πα­ρα­πλή­σια συμ­βά­ντα, συ­νο­ψί­ζο­ντας τα αι­σθή­μα­τα που αυ­τά γεν­νούν, α­ντι­κα­το­πτρί­ζουν τη βά­σα­νο του πνευ­μα­τι­κού λε­πτο­λο­γή­μα­τος, ως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό συ­να­κό­λου­θο της ε­σω­στρέ­φειας. Το πώς αυ­τή η ε­σω­στρε­φής τά­ση προσ­λαμ­βά­νε­ται διαι­σθη­τι­κά α­πό τον Άλλο και τον τρέ­πει σε φυ­γή, το δεί­χνει ε­πι­γραμ­μα­τι­κά σε μία ι­στο­ρία η έκ­βα­ση της ε­ρω­τι­κής προ­σέγ­γι­σης που ο ή­ρωας για χρό­νια ε­πι­θυ­μού­σε. “Το πρωί, δεν εί­παν να ξα­να­βρε­θούν. Και οι δυο το εί­δαν ό­ταν ξύ­πνη­σαν ό,τι συ­νέ­βη, συ­νέ­βη για ε­κεί­νο το βρά­δυ.” Ένας πα­ρό­μοιος τύ­πος μπο­ρεί να αι­σθαν­θεί ά­νε­τα μό­νο μέ­σα σε μία ο­μά­δα κοι­νω­νι­κά μειο­νε­κτού­ντων. Στο διή­γη­μα, ε­πι­λέ­γο­νται οι με­τα­νά­στες, αλ­λά θα μπο­ρού­σε να εί­ναι και ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη.
Σε αυ­τήν την ι­στο­ρία, ο χα­ρα­κτή­ρας φω­τί­ζε­ται σε σχε­τι­κά με­γά­λη κλί­μα­κα χρό­νου, κα­λύ­πτο­ντας τα πρώ­τα χρό­νια του ε­παγ­γελ­μα­τι­κού του βίου. Σαν α­πο­τέ­λε­σμα, η ε­σω­τε­ρι­κή α­σφυ­ξία ε­νός γρα­φείου σε Τρά­πε­ζα α­πο­τυ­πώ­νε­ται με πα­ρα­στά­σεις, που δη­μιουρ­γού­νται με ε­πάλ­λη­λες συ­νει­δη­σια­κές ζυ­μώ­σεις. Σε α­ντί­θε­ση, με το ε­πό­με­νο, ό­που ο χρό­νος ε­κτεί­νε­ται σε έ­να πρωι­νό. Εύ­στο­χα η α­φή­γη­ση εκ­κι­νεί α­πό το πρωι­νό ξύ­πνη­μα, ό­ταν η έ­ντα­ση μιας αγ­χώ­δους νεύ­ρω­σης εί­ναι υ­ψη­λή, κα­θώς τρο­φο­δο­τεί­ται πα­ρα­σι­τι­κά α­πό τις ζωο­γό­νες δυ­νά­μεις του ύ­πνου. Μό­νη λύ­ση α­πο­βαί­νει η κί­νη­ση. Στην ά­φω­νη α­πο­μό­νω­ση της κα­τ’ ι­δίαν συ­νο­μι­λίας, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι το ξε­κί­νη­μα του μο­νό­λο­γου. Μία προ­στα­κτι­κή α­πό­τα­ση προς ε­αυ­τόν, που ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται: “Το θέ­μα εί­ναι το κε­φά­λι να μέ­νει ψη­λά...Οι σκέ­ψεις να μην το βα­ραί­νουν...Το βλέμ­μα να στε­νεύει, κά­θε­το να γυ­ρί­ζει σε σέ­να...Το έ­να πό­δι μπρο­στά, το άλ­λο πί­σω. Το άλ­λο μπρο­στά, το έ­να πί­σω...” Πε­ρί­πα­τος στο κέ­ντρο της πό­λης, με εμ­φα­νή προ­σπά­θεια, η ροή των ε­ντυ­πώ­σεων α­πό την ε­ξω­τε­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα να ε­ξο­στρα­κί­ζει την  ε­φιαλ­τι­κά ε­πι­τα­χυ­νό­με­νη δί­νη των σκέ­ψεων. “Το βλέμ­μα κρέ­με­ται σε πρό­σω­πα.” Σχε­δόν α­συ­ναί­σθη­τα α­να­λο­γί­ζε­ται: “Γε­νι­κά η ευ­δαι­μο­νία δεν με κα­θη­συ­χά­ζει... Προ­τι­μώ τα στε­νά...” Τό­σο πλα­γίως, ο συγ­γρα­φέ­ας συ­στή­νει τον α­γο­ρα­φο­βι­κό ή­ρωά του.
Επτά τα διη­γή­μα­τα αυ­τής της συλ­λο­γής, ε­πτά και της πρώ­της, εκ­δο­μέ­νης πριν δέ­κα χρό­νια. Για την α­κρί­βεια, στην πρώ­τη ή­ταν ο­κτώ, μό­νο που στο τε­λευ­ταίο, «Αδεια­νή κα­ρέ­κλα», ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­πει­ρά­ται να συν­δέ­σει χα­λα­ρά τα διη­γή­μα­τα α­να­με­τα­ξύ τους, με κά­ποιους ή­ρωες να ε­πα­νεμ­φα­νί­ζο­νται, ε­νώ α­φη­γη­τής εί­ναι έ­νας συγ­γρα­φέ­ας που α­να­ζη­τεί θέ­μα για το βι­βλίο του. Κα­τά τα άλ­λα, ε­κτός α­πό την πε­ρι­γρα­φι­κή δει­νό­τη­τα, που πα­ρα­μέ­νει κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του Κου­τσια­μπα­σά­κου, τα δυο βι­βλία δια­φέ­ρουν ου­σια­στι­κά. Στο πρώ­το, υ­πήρ­χαν οι τό­ποι –η ο­μί­χλη στη λί­μνη της Κα­στο­ριάς, το πε­τρώ­δες και ε­ρη­μι­κό της Πίν­δου– α­κό­μη, η τρυ­φε­ρό­τη­τα του έ­ρω­τα, εί­τε μα­ταιω­μέ­νου εί­τε με αί­σια κα­τά­λη­ξη, κυ­ρίως, η νο­σταλ­γία. Στη δεύ­τε­ρη, η α­φή­γη­ση ποι­κίλ­λει, με στα­θε­ρή πα­ρά­με­τρο την α­πο­στα­σιο­ποίη­ση. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, «Ψ συν Χ», γραμ­μέ­νο σαν σε μορ­φή σε­να­ρίου. Το θέ­μα εί­ναι η ψυ­χο­γρά­φη­ση μίας ε­ρω­τι­κής σχέ­σης και μέ­σω αυ­τής δυο διι­στά­με­νων χα­ρα­κτή­ρων. Σε τρί­το πρό­σω­πο η α­φή­γη­ση, ε­στιά­ζει στη γυ­ναί­κα. Με δυ­σκο­λία στις ε­ρω­τι­κές της σχέ­σεις, ό­ταν δη­μιουρ­γεί έ­ναν δε­σμό, α­φο­σιώ­νε­ται εξ ο­λο­κλή­ρου. Αδυ­να­τεί να συλ­λά­βει τον ψυ­χι­σμό ε­κεί­νου και το συ­ναι­σθη­μα­τι­κό του μοί­ρα­σμα α­νά­με­σα στην ί­δια και την πρώην, ό­πως αυ­τό εκ­δη­λώ­νε­ται με α­φορ­μή την εμ­φά­νι­ση καρ­κί­νου, που λει­τουρ­γεί ως προ­αγ­γε­λία θα­νά­του. Χω­ρίς κα­τα­φυ­γές στον θείο Φρόυ­ντ, η α­φή­γη­ση, μάλ­λον λα­κω­νι­κή, το δεί­χνει με ε­νάρ­γεια. Μό­νο που σε αυ­τό το διή­γη­μα η πα­ραί­τη­ση της γυ­ναί­κας φτά­νει μέ­χρι τα ό­ρια της αυ­το­χει­ρίας.
Δύο α­πό τα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής εί­ναι μι­κρής έ­κτα­σης και φαι­νο­με­νι­κά, δια­φο­ρο­ποιού­νται θε­μα­τι­κά. Από μία ά­πο­ψη, ο κε­ντρι­κός ή­ρωας θα μπο­ρού­σε να ε­ξει­κο­νί­ζει η­λι­κια­κά το πριν και το με­τά ε­κεί­νου των διη­γη­μά­των, που α­πο­τε­λούν τον κυ­ρίως κορ­μό της συλ­λο­γής. Στο έ­να, πε­ρι­γρά­φε­ται μία έ­ξο­δος α­πό την Παι­δό­πο­λη ε­νός α­γο­ριού, που έ­χει ε­κεί με­γα­λώ­σει. Αφορ­μή μία Πρω­το­χρο­νιά και η φι­λο­ξε­νία, που του προ­σφέ­ρει έ­να ζευ­γά­ρι, το πι­θα­νό­τε­ρο ως συμ­με­το­χή σε φι­λαν­θρω­πι­κή χει­ρο­νο­μία, αλ­λά και δι­κής του α­νά­γκης, κα­θό­σον ά­κλη­ρο με στο­μω­μέ­να τα αι­σθή­μα­τα, ι­δίως τα μη­τρι­κά της γυ­ναί­κας. Το διή­γη­μα αν­τλεί­ται α­πό το ί­διο βιω­μα­τι­κό υ­λι­κό με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Κου­τσια­μπα­σά­κου, «Πό­λη παι­διών». Υπαι­νι­κτι­κό, πα­ρα­κο­λου­θεί την ο­πτι­κή του παι­διού, κα­τορ­θώ­νο­ντας να α­πο­δώ­σει την αμ­φι­θυ­μία του α­πέ­να­ντι στους δυο τό­σο δια­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους δια­βίω­σης: τον ι­δρυ­μα­τι­κό και τον οι­κο­γε­νεια­κό. Στο δεύ­τε­ρο σύ­ντο­μο διή­γη­μα, ο συγ­γρα­φέ­ας κι­νεί­ται σε έ­να με­τα­φυ­σι­κό πε­δίο, πο­λιορ­κώ­ντας την ι­δέα μίας ε­νύ­πνιας ε­πί­σκε­ψης του Χά­ρο­ντα. Δεν εί­ναι πα­ρά ε­φιάλ­της, που θα μπο­ρού­σε να ξε­κι­νά­ει α­πό πα­λαιές ε­μπει­ρίες βίαιης α­πο­μά­κρυν­σης α­πό την οι­κο­γε­νεια­κή του ε­στία. Πρό­κει­ται για α­φη­γη­μα­τι­κή α­πό­πει­ρα, που θα χρεια­ζό­ταν ε­πι­πλέ­ον ε­πε­ξερ­γα­σία. Το ί­διο και σε κά­ποια άλ­λα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής. Εκεί, ο­ρι­σμέ­νες λε­κτι­κές ε­πι­λο­γές μοιά­ζουν ά­στο­χες, ε­νώ κά­ποια  με­τα­φο­ρι­κά σχή­μα­τα φαί­νε­ται να πά­σχουν νο­η­μα­τι­κά. Αυ­τά, κα­τα­πώς προϊδεά­ζουν τα δυο προ­η­γού­με­να βι­βλία του, ο Κου­τσια­μπα­σά­κος θα τα ε­πι­με­λεί­το δεό­ντως.
Μό­νο που, α­πό αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, δεν γεύ­τη­κε την ευ­χα­ρί­στη­ση της έκ­δο­σης. Όχι, για­τί την α­πέρ­ρι­ψαν οι εκ­δό­τες, αλ­λά για­τί δεν πρό­λα­βε να την υ­πο­βάλ­λει στην κρί­ση τους. Εκδό­θη­κε έ­να χρό­νο με­τά τον θά­να­τό του (8/1/2014), με πρω­το­βου­λία φί­λων του, που ε­ντό­πι­σαν τα ε­πτά διη­γή­μα­τα σε έ­ντυ­πη και η­λεκ­τρο­νι­κή μορ­φή. Βρί­σκο­νταν ε­ντός φα­κέ­λου, ό­που στην έ­ντυ­πη υ­πήρ­χε σε­λί­δα με τους τίτ­λους των διη­γη­μά­των, ε­νώ στην η­λεκ­τρο­νι­κή, ο τίτ­λος του συ­νό­λου, «Δρό­μοι». Οι ε­πι­με­λη­τές της έκ­δο­σης δεν δί­νουν πλη­ρο­φο­ρίες για τις πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις, ού­τε για το πό­τε γρά­φτη­καν τα διη­γή­μα­τα. Ο συγ­γρα­φέ­ας, πά­ντως, σε συ­νέ­ντευ­ξή του (27/4/2013), δη­λώ­νει πως, ε­κεί­νον τον και­ρό, δεν έ­γρα­φε τί­πο­τα, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας ε­πι­γραμ­μα­τι­κά, “Αγρα­νά­παυ­ση”. Τον Οκτ. του 2012 εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει το μυ­θι­στό­ρη­μά του. Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, ό­χι μό­νο φι­λο­λο­γι­κό, αν τα διη­γή­μα­τα γρά­φτη­καν πα­ράλ­λη­λα. Ας πλη­ρο­φο­ρού­σαν, του­λά­χι­στον, για την η­με­ρο­μη­νία που φέ­ρει ο η­λεκ­τρο­νι­κός φά­κε­λος. Αντ’ αυ­τού, παίρ­νουν ο­ρι­σμέ­νες πρω­το­βου­λίες, που πι­στεύου­με πως προ­δί­δουν το συγ­γρα­φι­κό ύ­φος και ή­θος.
Προ­σθέ­τουν Πα­ράρ­τη­μα με δέ­κα κεί­με­να του Κου­τσια­μπα­σά­κου. Σύμ­φω­να με το Επί­με­τρο του Κώ­στα Κα­βα­νό­ζη, που ε­πέ­χει θέ­ση ει­σα­γω­γής στο Πα­ράρ­τη­μα, τα ο­κτώ ε­πι­λέ­γο­νται α­πό το η­λεκ­τρο­νι­κό μπλο­γκ μιας ε­ξα­με­λούς πα­ρέ­ας συ­νο­μη­λί­κων, με πρε­σβύ­τε­ρο τον Κου­τσια­μπα­σά­κο, γεν­νη­μέ­νο το 1965, και νεό­τε­ρο, τον Σπύ­ρο Γιαν­να­ρά, το 1972. Ενώ, δυο κεί­με­να εμ­φα­νί­ζο­νται ως συρ­ρα­φές. Φαί­νε­ται να τα έ­γρα­ψαν οι ε­πι­ζώ­ντες, α­να­κα­λώ­ντας κου­βέ­ντες του α­πο­θα­νό­ντος στις δια ζώ­σης συ­να­ντή­σεις της ο­μά­δας. Δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται, ποια εί­ναι αυ­τά τα δυο. Πά­ντως, το προ­τασ­σό­με­νο, με τίτ­λο «Το κω­λα­ρά­κι», αλ­λά και το δεύ­τε­ρο στη σει­ρά, δεί­χνουν ε­κτός του δι­κού του α­φη­γη­μα­τι­κού κλί­μα­τος. Όπως και να έ­χει, τα κεί­με­να α­ξιο­λο­γού­νται α­πό τους ε­πι­με­λη­τές ως ε­φά­μιλ­λα των διη­γη­μά­των. Υπό­σχο­νται, μά­λι­στα, έκ­δο­ση του συ­νό­λου. Αν την πραγ­μα­το­ποιή­σουν, του­λά­χι­στον, ας προσ­διο­ρί­σουν ποια εί­ναι του Κου­τσια­μπα­σά­κου.
Με­γα­λύ­τε­ρη α­πο­ρία προ­κα­λεί η ει­σα­γω­γή του Σπύ­ρου Γιαν­να­ρά. Κα­τ’ αρ­χήν, οι λαν­θα­σμέ­νες α­να­φο­ρές, ό­πως ό­τι τα κεί­με­να του Πα­ραρ­τή­μα­τος εί­ναι εν­νέα α­ντί για δέ­κα ή ό­τι ο Κου­τσια­μπα­σά­κος πέ­θα­νε σα­ρα­ντα­ε­πτά­χρο­νος α­ντί σα­ρα­ντα­εν­νιά­χρο­νος ή έ­στω σα­ρα­ντα­ο­χτά­χρο­νος, α­να­λό­γως με την η­με­ρο­μη­νία γεν­νή­σεως. Με­τά ο τρό­πος, που α­να­φέ­ρε­ται στους ο­μό­τε­χνούς του, δί­νει ε­ντύ­πω­ση α­φ’ υ­ψη­λού, σαν ο ί­διος να μην α­νή­κει στο σι­νά­φι τους. Επί­σης, ο τρό­πος, με τον ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζει τον α­πο­βιώ­σα­ντα, ό­σο και να εί­ναι ει­λι­κρι­νής, λε­κτι­κά δεί­χνει υ­περ­βο­λι­κός. Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση, πως με­τα­θα­νά­τιες εκ­δό­σεις, ό­πως αυ­τή του Κου­τσια­μπα­σά­κου, ε­πι­βάλ­λουν πιο δια­κρι­τι­κή με­τα­χεί­ρι­ση. Κο­χλά­ζο­ντα συ­ναι­σθή­μα­τα και α­νε­ξέ­λε­γκτοι εν­θου­σια­σμοί η­θι­κού χρέ­ους πρέ­πει να φιλ­τρά­ρο­νται ε­πι­με­λώς. Σε α­ντί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση, κα­τα­λή­γουν ζη­μιο­γό­να. 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/10/2015.

Το κοίτασμα της γενέτειρας

Ηλίας Λ. Πα­πα­μό­σχος
«Η α­λε­πού της σκά­λας
και άλ­λες ι­στο­ρίες»
Εκδό­σεις Κί­χλη
Ιού­νιος 2015
 
Αι­σίως, τα ε­κα­τό­στι­σε ο Ηλίας Πα­πα­μό­σχος, με ά­κλει­στα τα πε­νή­ντα και πα­ρό­τι ξε­κί­νη­σε σχε­τι­κά αρ­γά, κο­ντά σα­ρα­ντά­ρης. Ανα­φε­ρό­μα­στε, προ­φα­νώς, στα διη­γή­μα­τά του, ει­δι­κό­τε­ρα, τα δη­μο­σιευ­μέ­να σε βι­βλίο, κα­θώς, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, με τα μπλο­γκ και τις λοι­πές η­λεκ­τρο­νι­κές α­ναρ­τή­σεις, τα δη­μο­σιο­ποιη­μέ­να μπο­ρεί να εί­ναι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα. Καί­τοι μό­νι­μος κά­τοι­κος Κα­στο­ριάς, ε­δώ και σχε­δόν μία ει­κο­σα­ε­τία, κα­τόρ­θω­σε να σπά­σει το φράγ­μα του 0λύ­μπου, που αρ­κε­τούς Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τες συγ­γρα­φείς, ι­δίως διη­γη­μα­το­γρά­φους, εί­χε α­να­κό­ψει στο πα­ρελ­θόν, και να εκ­δώ­σει πέ­ντε συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, μέ­σα σε έ­ντε­κα χρό­νια, σε τρεις εκ­δο­τι­κούς οί­κους, α­θη­ναϊκούς, δυο με­γά­λους και τον τρί­το, προ­σώ­ρας μι­κρό, αλ­λά με τη φή­μη ε­πί­λε­κτων εκ­δό­σεων. Η πρό­σφα­τη συλ­λο­γή εί­ναι η πιο ο­λι­γο­σέ­λι­δη, αν και με­τρά 23 διη­γή­μα­τα. Όταν, προ τε­τρα­ε­τίας, σχο­λιά­ζα­με την τέ­ταρ­τη συλ­λο­γή, α­θροί­ζα­με λαν­θα­σμέ­να το σύ­νο­λο του τό­τε έρ­γου του σε 76 διη­γή­μα­τα, ε­νώ α­νερ­χό­ταν σε 77.
Η α­βλε­ψία εί­χε προ­κύ­ψει, για­τί στη­ρι­ζό­μα­στε στις σε­λί­δες των πε­ριε­χο­μέ­νων, ό­που, στο πρώ­το βι­βλίο, κα­τα­γρά­φο­νται 15 διη­γή­μα­τα α­ντί 16, κα­θώς πα­ρα­λεί­πε­ται το τε­λευ­ταίο, με τίτ­λο «Νό­στος». Σε αυ­τό, ο συγ­γρα­φέ­ας δη­λώ­νει ευ­θέως τον αυ­το­βιο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα των γρα­πτών του, ε­ξο­μο­λο­γού­με­νος τον δι­κό του νό­στο. “Γύ­ρι­σα στο γε­νέ­θλιο το­πίο, το διαυ­γές και γεν­ναιό­δω­ρο, που υ­πο­μο­νε­τι­κά τό­σα χρό­νια με πε­ρί­με­νε, φυ­λά­γο­ντας στο χώ­μα του τους πό­θους που δεν κάρ­πι­σαν αλ­λού...” Κα­τα­λη­κτι­κά, προ­σθέ­τει, “Την ευ­τυ­χία μου μη­ρυ­κά­ζω και πί­σω δεν κοι­τώ...” Υπερ­βάλ­λει ως προς την διάρ­κεια και το ε­πώ­δυ­νο της α­πο­δη­μίας του, κα­τα­πώς κά­νουν συ­νή­θως οι μυ­θο­πλά­στες. Μό­λις δώ­δε­κα χρό­νια κρά­τη­σε ο ξε­νι­τε­μός του, συ­νυ­πο­λο­γι­ζο­μέ­νων των σπου­δών. Κι ό­μως, σε συ­νέ­ντευ­ξη, προ τριε­τίας, εμ­μέ­νει: “Στην Αθή­να δη­μιούρ­γη­σα συν­θή­κες α­σφυ­ξίας. Ήξε­ρα πως το κοί­τα­σμα βρι­σκό­ταν στη γε­νέ­τει­ρα.”   

Γεω­λό­γος σπού­δα­σε ο Πα­πα­μό­σχος, πα­ρά τις εν­διά­με­σες αλ­λό­τριες α­πα­σχο­λή­σεις του, σε ε­πι­χει­ρή­σεις βι­βλίων και δερ­μά­των, θα θυ­μά­ται πως η συσ­σώ­ρευ­ση ο­ρυ­κτών κα­τάλ­λη­λων προς εκ­με­τάλ­λευ­ση πε­ριο­ρί­ζε­ται σε ο­ρι­σμέ­να μό­νο στρώ­μα­τα γης. Του­τέ­στιν “το κοί­τα­σμα” κά­πο­τε σώ­ζε­ται. Εξαρ­χής, έ­τυ­χε ευ­νοϊκής κρι­τι­κής υ­πο­δο­χής, που κα­τέ­λη­ξε ε­γκω­μια­στι­κή, κα­θώς πα­λαιό­τε­ροι μά­στο­ρες διη­γη­μα­το­γρά­φοι τού έ­δω­σαν το χρί­σμα, ο­πό­τε και οι νεό­τε­ροι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές α­νε­βά­ζουν τους τό­νους. Αυ­τή η ευ­θυ­νό­φο­βη τα­κτι­κή εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή της λο­γο­τε­χνι­κής κρι­τι­κής, ι­δίως τα τε­λευ­ταία χρό­νια, και δεί­χνει τον ε­τε­ρό­φω­το τρό­πο που γρά­φε­ται. Αυ­τό μπο­ρεί να το εκ­με­ταλ­λευ­θεί έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, που διαι­σθά­νε­ται πως η έ­μπνευ­σή του στραγ­γί­ζει. Όντας σί­γου­ρος πως δεν θα γί­νει α­ντι­λη­πτό, νο­θεύει ε­λα­φρώς την πρα­μά­τειά του με ό,τι του βρί­σκε­ται.
Ένας, ό­μως, που δια­θέ­τει λο­γο­τε­χνι­κή συ­νεί­δη­ση, δεν πρέ­πει να ε­φη­συ­χά­ζει, κα­θώς ο κίν­δυ­νος έκ­πτω­σης κα­ρα­δο­κεί, ι­δίως ό­ταν προ­σεγ­γί­ζει τα μο­λυ­σμέ­να α­θη­ναϊκά ύ­δα­τα. Με αυ­τό το σκε­πτι­κό, μέ­νει ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο ο Πα­πα­μό­σχος τα ε­κα­τό­στι­σε τα διη­γή­μα­τά του. Ή μή­πως η και­νού­ρια συλ­λο­γή α­πο­τε­λεί­ται μεν α­πό 23 σύ­ντο­μα πε­ζά, αλ­λά πο­λύ λι­γό­τε­ρα εί­ναι τα αν­τλη­μέ­να α­πό “το κοί­τα­σμα”. Προς κα­θη­σύ­χα­ση, ο συγ­γρα­φέ­ας πρό­σθε­σε το σύ­ντο­μο κεί­με­νο του ο­πι­σθό­φυλ­λου: “Αν κά­τι δέ­νει τις ι­στο­ρίες αυ­τού του βι­βλίου, σ’ έ­να βα­θύ­τε­ρο ε­πί­πε­δο, αυ­τό εί­ναι ο τό­πος... ” Μα ο τό­πος δέ­νει τις ι­στο­ρίες και των τεσ­σά­ρων προ­η­γού­με­νων βι­βλίων του. Για­τί, σε αυ­τό ει­δι­κά, υ­ψώ­νει ση­μαία την ε­ντο­πιό­τη­τα. Μας θυ­μί­ζει τους ι­διο­κτή­τες αυ­θαι­ρέ­των οι­κο­δο­μη­μά­των, που σπεύ­δουν, τε­λειώ­νο­ντας την κα­τα­πά­τη­ση, να α­ναρ­τή­σουν την γα­λα­νό­λευ­κη. Κα­τά τα άλ­λα, ο Πα­πα­μό­σχος φαί­νε­ται να θεω­ρεί, πως η γλώσ­σα, κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση και το ύ­φος, αρ­κούν για να χα­ρα­κτη­ρι­στεί το πε­ζό, διή­γη­μα. Κι ό­μως, το διή­γη­μα εί­ναι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο. Αλλά οι σχοι­νο­τε­νείς ι­στο­ρίες, α­πό την μία, που σερ­βί­ρο­νται δί­κην διη­γή­μα­τος, και στο άλ­λο ά­κρο, το βά­φτι­σμα του οιου­δή­πο­τε σύ­ντο­μου πε­ζού, μέ­χρι και της μίας φρά­σης, σε μπον­ζάι διή­γη­μα, ό­που, πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αμ­φό­τε­ρα μπο­ρεί να δια­θέ­τουν ύ­φος, μάλ­λον έ­χουν θο­λώ­σει  την πε­ρί διη­γή­μα­τος α­ντί­λη­ψη. Όπως και να έ­χει, αυ­τήν τη φο­ρά, δεν α­να­φέ­ρε­ται στο ο­πι­σθό­φυλ­λο ως τό­πος η Κα­στο­ριά, αλ­λά πιο αό­ρι­στα, πως “η πυ­ξί­δα των ι­στο­ριών ση­μα­δεύει τον βορ­ρά.”
Από τα πε­ζά της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, που πι­στεύου­με ό­τι δια­φο­ρο­ποιού­νται, εί­ναι και τα 13 που εί­χαν πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση σε έ­ντυ­πο. Και στις προ­η­γού­με­νες συλ­λο­γές, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται ο­ρι­σμέ­νες ι­στο­ρίες, που έ­χουν πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις. Ξε­κι­νούν α­πό την ε­φη­με­ρί­δα «Οδός» της Κα­στο­ριάς, ε­νώ, α­πό την τρί­τη συλ­λο­γή, προ­στί­θε­νται δη­μο­σιεύ­σεις σε έ­να θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο πε­ριο­δι­κό και τρία α­θη­ναϊκά. Στην πρό­σφα­τη, υ­πάρ­χουν δη­μο­σιεύ­σεις, ε­πι­προ­σθέ­τως, σε δυο α­θη­ναϊκές ε­φη­με­ρί­δες. Αυ­τές έ­χουν τον δια­φο­ρε­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα ε­νός κα­τά πα­ραγ­γε­λία κει­μέ­νου. Λ.χ., το κα­τα­λη­κτι­κό διή­γη­μα δη­μο­σιεύ­θη­κε σε ει­δι­κή έκ­δο­ση ε­φη­με­ρί­δας για το Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο του 2013, η ο­ποία έ­χει τον τίτ­λο, «Μή­τηρ Θε­ού, μη­τέ­ρα των αν­θρώ­πων». Οκτώ άλ­λα δη­μο­σιεύ­τη­καν στη στή­λη με “πρω­τό­τυ­πα σύ­ντο­μα κεί­με­να” που κρα­τού­σε ο συγ­γρα­φέ­ας το 2011 σε έν­θε­το έ­τε­ρης ε­φη­με­ρί­δας. Σε αυ­τά, ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πα­νέρ­χε­ται στα θέ­μα­τα των διη­γη­μά­των του, ό­πως τα κυ­νή­για ή τα πά­θη της για­γιάς. Δια­φέ­ρει, ό­μως, η α­φή­γη­ση. Λεί­πει το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πει­σι­θά­να­το κλί­μα, που α­πο­τε­λεί α­να­γνω­ρι­στι­κό στοι­χείο των διη­γη­μά­των του. Σαν να γί­νο­νται πα­ρα­χω­ρή­σεις μην και χα­λά­σει η διά­θε­ση του α­να­γνώ­στη ε­φη­με­ρί­δας. Επι­πλέ­ον, ε­κεί­να της μό­νι­μης στή­λης συ­χνά ε­πι­διώ­κουν κά­ποιον ε­πι­και­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ε­νώ προσ­δί­δουν δι­δα­κτι­κή χροιά στο δέ­σι­μο του μύ­θου, ε­πι­στρα­τεύο­ντας, προς έμ­φα­ση, α­πο­φθεγ­μα­τι­κές φρά­σεις.
Ει­δι­κά, το ε­πε­τεια­κό του Δε­κα­πε­νταύ­γου­στου τεί­νει προς μια “πρό­ζα που πά­ει να χο­ρέ­ψει”, μα­κράν “της πυ­κνό­τη­τας του ποιη­τι­κού λό­γου”.  Αλλά και με­ρι­κά α­πό τα α­νέκ­δο­τα, ό­πως το ο­μό­τιτ­λο, που, σε έ­να κρε­σέ­ντο ζωο­φι­λίας, προ­σθέ­τει έ­ναν α­κό­μη τίτ­λο με α­λε­πού­δες, αυ­τή “στη σκά­λα”, ε­νώ η προ­η­γού­με­νη, του Ιά­κω­βου Ανυ­φα­ντά­κη, εί­ναι “στην πλα­γιά”. “Ο Σε­φέ­ρης εί­ναι για μέ­να σχο­λείο. Εί­ναι έ­να χει­ρουρ­γείο της γλώσ­σας”, έ­χει δη­λώ­σει ο συγ­γρα­φέ­ας σε συ­νέ­ντευ­ξή του. Ο Σε­φέ­ρης, λοι­πόν, έ­χει α­πο­φαν­θεί, πως πα­ρό­μοια πρό­ζα εί­ναι “κα­κή πρό­ζα”. Μπο­ρεί να έ­χει δί­κιο ο ποιη­τής, ται­ριά­ζει, ω­στό­σο, σε έ­να κεί­με­νο α­φιε­ρω­μέ­νο στην Κοί­μη­ση της Θε­ο­τό­κου, ή στη νε­κρο­λο­γία α­γα­πη­τής φί­λης, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Κο­τσύ­φι» και εί­ναι το έ­να α­πό τα δυο κεί­με­να τα δη­μο­σιευ­μέ­να στην κα­στο­ρια­νή ε­φη­με­ρί­δα. Σε αυ­τό, ο α­φη­γη­τής, κα­θώς προ­σπα­θεί να συ­νται­ριά­σει τις ρο­διές με τον μύ­θο της Περ­σε­φό­νης, πα­ραλ­λάσ­σο­ντας και συ­μπλη­ρώ­νο­ντας τον μύ­θο του κό­τσυ­φα, φαί­νε­ται σαν να δο­κι­μά­ζε­ται α­φη­γη­μα­τι­κά. Κά­τι, που γί­νε­ται εμ­φα­νέ­στε­ρο στην κα­τα­κλεί­δα του διη­γή­μα­τος, ό­που και δυ­σκο­λεύε­ται να δέ­σει τα πα­ρά­ται­ρα ευ­ρή­μα­τα. Η ο­πτι­κή αλ­λά­ζει, με την α­φιέ­ρω­ση του κει­μέ­νου, “στη Νέ­νη Τσα­δή­λα”, και την η­με­ρο­μη­νία δη­μο­σίευ­σης, 5/2/2015. Σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κη του συγ­γρα­φέα η Ελέ­νη Τσα­δή­λα, η­θο­ποιός, σκη­νο­θέ­τις, κυ­ρίως  δη­μιουρ­γός του Πο­λι­τι­στι­κού Συλ­λό­γου «Το σπα­σμέ­νο ρό­δι», α­πε­βίω­σε, μό­λις συ­μπλη­ρω­μέ­να τα πε­νή­ντα, στις 15/1/2015.
Ο Πα­πα­μό­σχος συ­νη­θί­ζει α­φιε­ρώ­σεις και μό­το. Μέ­χρι που υ­πάρ­χει και μό­νι­μος, σε κά­θε συλ­λο­γή, α­πο­δέ­κτης α­φιε­ρω­μα­τι­κού διη­γή­μα­τος. Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, αν δεν σφάλ­λου­με, οι α­φιε­ρώ­σεις δεί­χνουν προς Κα­στο­ρια­νούς. Για τα μό­το, προ­τι­μά ξέ­νους συγ­γρα­φείς και α­πό Έλλη­νες, μό­νο ποιη­τές. Στην πρό­σφα­τη, τα δυο μό­το, με στί­χους α­πό το «ΥΓ.» του Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη, ση­μα­το­δο­τούν εμ­μέ­σως ως σκη­νι­κό χώ­ρο των διη­γη­μά­των την Θεσ­σα­λο­νί­κη, ε­νώ ο κυ­ρίως κορ­μός μέ­νει ε­ντός της γε­νέ­θλιας πε­ρι­μέ­τρου. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, προ­βλέ­πε­ται μό­το για ο­λό­κλη­ρη τη συλ­λο­γή, αλ­λά ό­χι κά­τι η­χη­ρό, ό­πως το α­πό­φθεγ­μα α­πό την “βί­βλο” των Τα­οϊστών του πρώ­του βι­βλίου, ού­τε ε­μπει­ρί­κειο, ό­πως στο τρί­το. Πρό­κει­ται για δά­νεια φρά­ση α­πό διή­γη­μα Κα­στο­ρια­νού, του Γιώρ­γου Γκο­λο­μπία. Στο σχο­λια­σμό της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής, με α­φορ­μή το ο­μό­τιτ­λο διή­γη­μα, «Ο μυς της καρ­διάς», που έ­χει ως θέ­μα τον ο­δυ­νη­ρό θά­να­το “του φί­λου του Γιώρ­γου”, πα­ρα­τη­ρού­σα­με πως θα α­να­με­νό­ταν να τον ο­νο­μα­τί­ζει. Εί­χε προ­η­γη­θεί, στην τρί­τη συλ­λο­γή, έ­να α­φιε­ρω­μέ­νο σε ε­κεί­νον διή­γη­μα, «Τούρ­τα τάρ­τα», α­πό ε­κεί­να τα λι­γο­στά εύ­θυ­μα, με τις μι­κρο­α­πο­λαύ­σεις, τα χού­για και τα πά­θη για­γιά­δων και παπ­πού­δων.
Με το μό­το της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, ε­ξο­φλεί τα δά­νεια α­πό το φί­λο του, ό­πως, με­τα­ξύ άλ­λων, οι γε­ρό­ντισ­σες, αλ­λά και η βα­ριά, λι­μναία α­τμό­σφαι­ρα. Τα ε­ξο­φλεί ή μή­πως, τα δι­καιο­λο­γεί, κα­θώς, με το μό­το, φαί­νε­ται να διεκ­δι­κεί με­ρί­διο: “Μπο­ρεί ό­μως κι α­πό μό­νος μου να ή­ξε­ρα την ι­στο­ρία.” Αυ­τό, πά­ντως, θα ή­ταν πλη­ρέ­στε­ρο, με α­να­φο­ρά του συ­γκε­κρι­μέ­νου διη­γή­μα­τος, «Το άρ­ρω­στο σπί­τι», α­πό το ο­ποίο έ­χει αν­τλη­θεί. Εί­ναι έ­να α­πό τα ε­πτά διη­γή­μα­τα της μίας και μο­να­δι­κής, με­τα­θα­νά­τιας συλ­λο­γής, που α­πέ­κτη­σε ο Γκο­λο­μπίας, με τίτ­λο, «Ψά­χνο­ντας το χρυ­σά­φι». Εκεί, θα πρέ­πει να το διά­βα­σε ο Πα­πα­μό­σχος. Αν και η πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του εί­ναι στο δεύ­τε­ρο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Το Πα­ρα­μι­λη­τό», χει­μώ­νας 1988-89. Μό­λις πέ­ντε χρό­νια δια­φο­ρά η­λι­κίας έ­χουν ο Γκο­λο­μπίας και ο Πα­πα­μό­σχος, ό­μως υ­πάρ­χει αι­σθη­τή δια­φο­ρά. Εί­ναι εν­δει­κτι­κό, πως ο Γκο­λο­μπίας και δυο-τρεις φί­λοι της γε­νιάς του ’80, για να εκ­φρα­στούν, έ­φτια­ξαν «Το Πα­ρα­μι­λη­τό», ε­νώ ο Πα­πα­μό­σχος, ο Πέ­τρος Κου­τσια­μπα­σά­κος και τέσ­σε­ρις α­κό­μη, ό­λοι πρω­το­εμ­φα­νι­σθέ­ντες μέ­σα στη πρώ­τη δε­κα­ε­τία του 21ου συ­γκρό­τη­σαν “μια κλει­στή η­λεκ­τρο­νι­κή πα­ρέα σε έ­να μπλο­γκ”.
Στον Κου­τσια­μπα­σά­κο, ό­μως, θα ε­πα­νέλ­θου­με. Σε α­πό­στα­ση η­με­ρών, εί­χαν εκ­δώ­σει την πρώ­τη συλ­λο­γή τους ο Κου­τσια­μπα­σά­κος και ο Πα­πα­μό­σχος, Φεβ.-Μάρ. 2004, σε μι­κρή α­πό­στα­ση και την τε­λευ­ταία, Μάρ.-Ιούν. 2015. Μό­νο που για τον πρώ­το, ή­ταν με­τα­θα­νά­τια έκ­δο­ση, φρο­ντί­δα δυο φί­λων, ό­πως και ε­κεί­νη του Γκο­λο­μπία. Κα­τά σύ­μπτω­ση, με ε­πτά διη­γή­μα­τα την εί­χε ο­ρί­σει ο Κου­τσια­μπα­σά­κος, πριν την σώ­σει σε “φά­κε­λο”. Και σε αυ­τόν α­φιε­ρώ­νει διή­γη­μα ο Πα­πα­μό­σχος, το συ­ντο­μό­τε­ρο της συλ­λο­γής, μό­λις έ­ντε­κα σει­ρές, με τίτ­λο, «Η ζωή εί­ναι». Κρυ­πτι­κό: στο γρα­φείο των χει­ρούρ­γων, σε γυά­λα μια έ­κτο­πη κύη­ση, στον μαυ­ρο­πί­να­κα, σχε­δια­σμέ­νη μια μή­τρα με τη συ­νο­δευ­τι­κή  φρά­ση, “η ζωή εί­ναι ο ψαλ­μός 129”, δη­λα­δή η «Ωδή των α­να­βαθ­μών», “…ήλ­πι­σεν η ψυ­χή μου ε­πί τον Κύ­ριον α­πό φυ­λα­κής πρωίας μέ­χρι νυ­κτός...” Έμμε­ση μνεία της πε­ρι­πέ­τειας, που πέ­ρα­σαν και οι δυο σε νο­σο­κο­μείο, α­πό ό­που μό­νο ο έ­νας ε­ξήλ­θε.
Μπο­ρεί το διή­γη­μα να χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται μπον­ζάι, πά­ντως, εί­ναι έ­να α­πό τα κα­λύ­τε­ρα της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, ό­που ξε­χω­ρί­ζουν πε­ρί τα δέ­κα, που πο­λιορ­κούν το ί­διο πά­ντο­τε θέ­μα, το τρί­πτυ­χο, αρ­ρώ­στια-θά­να­τος-πέν­θος. Ο συγ­γρα­φέ­ας σκια­γρα­φεί πρό­σω­πα, με μέ­λη­μα να πε­ρι­γρά­ψει, μέ­σα α­πό τη δι­κή τους  ο­δύ­νη, τον πα­νι­κό “που του ορ­γώ­νει την κοι­λιά”. Μό­νο για την α­σθέ­νεια και τον θά­να­το της Νέ­νης Τσα­δή­λα, κα­τα­φεύ­γει στους μύ­θους. Πι­θα­νώς να συμ­βάλ­λει η δη­μο­σίευ­ση του κει­μέ­νου στην ε­φη­με­ρί­δα του τό­που τους.
Θα μπο­ρού­σε, ω­στό­σο, να ε­μπνευ­στεί μία ι­στο­ρία για το συ­να­πά­ντη­μά της με τον Γκο­λο­μπία. Δι­κή της ι­δέα ή­ταν η με­τα­μόρ­φω­ση ε­νός διη­γή­μα­τος του Γκο­λο­μπία σε θε­α­τρι­κή πα­ρά­στα­ση. Χά­ρις σε ε­κεί­νη το διή­γη­μα, «Ο ά­γιος Ζα­μπλα­κάς», που εί­χε πα­ρα­λη­φθεί στη συλ­λο­γή, βγή­κε α­πό το πε­ρι­θώ­ριο, το χά­ρη­καν οι Κα­στο­ρια­νοί σε πα­ρά­στα­ση και με­τά, σε βι­βλιά­ριο. Ήταν ε­κεί­νοι οι δυο πρόω­ρα α­πο­χω­ρή­σα­ντες, που εί­χαν εκ­φρά­σει την α­ντι­συμ­βα­τι­κό­τη­τά τους και με αυ­τό το “ά­τα­κτο” διή­γη­μα, πλα­σμέ­νο “α­πό πα­ρα­μύ­θι του λα­ού”. Πιο κομ­φορ­μι­στές οι ε­πι­ζώ­ντες, μέ­νουν στους κα­τη­χη­τι­κούς μύ­θους. Στο βι­βλίο του Πα­πα­μό­σχου, μό­νο “πε­τει­νοί λα­λί­στα­τοι” ζευ­γα­ρώ­νουν, μό­νο “λι­βε­λού­λες” φτά­νουν στον “ε­ρω­τι­κό πα­ρο­ξυ­σμό”. Εί­θε, μέ­χρι να τα ε­κα­το­στί­σει, ο­λί­γον να τα αρ­τύ­σει κι ας α­μαρ­τή­σει.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
 
Φωτογραφία: Λιβελούλες σε στιγμή συνεύρεσης.
 
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/9/2015.

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

Υπό μεταμοντέρνο πρίσμα

Ιω­άν­να Πα­ρα­σκευο­πού­λου
«Το Α΄ Νε­κρο­τα­φείο της Αθή­νας.
Ιστο­ρι­κά ορά­μα­τα 1834-2013»
Εκ­δό­σεις Πό­λις
Μάιος 2015

Ισως, μία με­λέ­τη με θέ­μα ένα νε­κρο­τα­φείο να μην απο­τε­λεί την κα­λύ­τε­ρη ιδέα για την Κυ­ρια­κή των εκλο­γών. Πι­θα­νόν, να μην εί­ναι ού­τε καν κα­τάλ­λη­λη επι­λο­γή, κα­θώς μπο­ρεί να πα­ρερ­μη­νευ­θεί και να εκλη­φθεί ότι εκ­φρά­ζει πνεύ­μα ητ­το­πά­θειας ως προς το εκλο­γι­κό απο­τέ­λε­σμα σε συν­δυα­σμό με τη δυ­σχε­ρή μελ­λο­ντι­κή πο­ρεία της χώ­ρας. Γε­νι­κό­τε­ρα, ο λό­γος πε­ρί νε­κρο­τα­φεί­ων δεί­χνει πα­ρά­ται­ρος μία ημέ­ρα, που θε­ω­ρεί­ται “εορ­τή της δη­μο­κρα­τί­ας”. Ωστό­σο, το κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό αυ­τής της όλως ιδιαί­τε­ρης Κυ­ρια­κής εί­ναι η με­γά­λη συ­γκι­νη­σια­κή φόρ­τι­ση, με κυ­ρί­αρ­χα συ­ναι­σθή­μα­τα την αγω­νία, κά­πο­τε το φό­βο, σί­γου­ρα την ανα­σφά­λεια. Ένα ση­μα­ντι­κό μέ­ρος του πλη­θυ­σμού θα πρέ­πει να πνί­γε­ται από το άγ­χος. Πα­ρά την έλ­λει­ψη σχε­τι­κών στα­τι­στι­κών με­τρή­σε­ων, αυ­τή η ψυ­χο­λο­γι­κή κα­τά­στα­ση, εν­δε­χο­μέ­νως να αυ­ξά­νει τις πι­θα­νό­τη­τες να επέλ­θει το μοι­ραίο, αδό­κη­τα και πρό­ω­ρα, ιδί­ως σε επιρ­ρε­πείς ηλι­κί­ες, όπως εκεί­νες των μά­χι­μων ενη­λί­κων, προ πα­ντός αν­δρών. Φι­λο­σο­φώ­ντας προς κα­τευ­να­σμό του εκνευ­ρι­σμού, ποιος δεν ανα­κα­λεί τη ρή­ση του Ευαγ­γε­λι­στή, “μα­ταιό­της μα­ταιο­τή­των, τα πά­ντα μα­ταιό­της”. Οπό­τε, σχε­δόν ανα­πό­φευ­κτα, η συ­νειρ­μι­κή αλ­λη­λου­χία οδη­γεί στο χώ­ρο του νε­κρο­τα­φεί­ου. Για την τό­σο πο­θη­τή, σε ημέ­ρα έντα­σης, ψυ­χι­κή γα­λή­νη, προ­βάλ­λει ως τό­πος ανα­παύ­σε­ως. Φω­τει­νός, χλο­ε­ρός, δρο­σι­στι­κός, του­τέ­στιν, πραϋ­ντι­κός.
Ας μην λη­σμο­νού­με, πως, με­τά τον εκ­χρι­στια­νι­σμό, κυ­ρί­αρ­χη πί­στη απο­τέ­λε­σε ο λό­γος του Ιω­άν­νη του Χρυ­σο­στό­μου, που ορί­ζει πως “ο τό­πος κο­μη­τή­ριον ωνό­μα­σται, ίνα μά­θης ότι οι τε­τε­λευ­τη­κό­τες και ενταύ­θα κεί­με­νοι ου τε­θνή­κα­σι, αλ­λά κοι­μώ­νται”. Η χρι­στια­νι­κή πα­ρα­μυ­θία πα­ρα­μέ­ρι­σε το αρ­χαίο νε­κρο­τά­φιον και στη θέ­ση του πρό­κρι­νε το κοι­μη­τή­ριο. Λέ­ξη γλυ­κό­η­χη, πρό­σφο­ρη για το πλέ­ξι­μο στί­χων. “Σε κοι­μη­τή­ριο εί­ναι στη­μέ­να / δυο κυ­πα­ρίσ­σια / αδελ­φω­μέ­να / που πρα­σι­νί­ζου­νε μες στους σταυ­ρούς”, γρά­φει ο Σο­λω­μός. Μέ­χρι ο αντι­συμ­βα­τι­κός Ηλί­ας Πε­τρό­που­λος, στους στερ­νούς του μή­νες, όταν συ­νταί­ρια­ζε κα­τα­γρα­φές πε­ρι­δια­βά­σε­ων σε νε­κρο­τα­φεία, προ­σθέ­το­ντας ενα­γώ­νιες ση­μειώ­σεις, το «Ελ­λά­δος κοι­μη­τή­ρια» επέ­λε­ξε ως τί­τλο γι’ αυ­τό που απο­κα­λού­σε “το βι­βλίο της ζω­ής του”.
Πα­ρα­δό­ξως, στο θέ­μα του θα­νά­του, πι­θα­νώς και σε άλ­λα πα­ρεμ­φε­ρούς ευαι­σθη­σί­ας, ο επι­χει­ρού­με­νος σή­με­ρα απο­χρι­στια­νι­σμός βρα­δυ­πο­ρεί, αυ­τός μά­λι­στα της γλώσ­σας πε­ρισ­σό­τε­ρο από τον ιδε­ο­λο­γι­κό. Όταν το ζεύ­γος Γιά­λομ, ο Ίρ­βιν και η Μέρ­λιν, ετοί­μα­σε την αντί­στοι­χη κα­τα­γρα­φή για τις ΗΠΑ, αντί­στοι­χο τί­τλο πρό­κρι­νε: «The american resting places: Four hundred years of History through our cemeteries and burial grounds». Πα­ρεμ­βαί­νει, όμως, ο Έλ­λη­νας με­τα­φρα­στής και απο­δί­δει τους τό­πους ανα­παύ­σε­ως ως νε­κρο­τα­φεία. Η χρι­στια­νι­κή Ευ­ρώ­πη προ­τί­μη­σε τη λέ­ξη κοι­μη­τή­ριο για την ονο­μα­το­δο­σία “του τό­που αιω­νί­ας ανα­παύ­σε­ως”. Από το coemeterium λα­τι­νι­στί, προ­έ­κυ­ψαν, κα­τά την αγ­γλι­κή, γαλ­λι­κή, ιτα­λι­κή φω­νη­τι­κή προ­σαρ­μο­γή, αντι­στοί­χως, τα cemetery, cimetiere, cimitero. Μό­νο οι Γερ­μα­νοί, αντί για το ελ­λη­νι­κό δά­νειο, προ­τί­μη­σαν να πλά­σουν δι­κή τους λέ­ξη, προ­τάσ­σο­ντας την ει­ρή­νη της κοι­μή­σε­ως: friedhof. Πα­ρο­μοί­ως, η αντί­στοι­χη εβραϊ­κή λέ­ξη, αν δεν σφάλ­λου­με, ση­μαί­νει “το σπί­τι του επό­με­νου κό­σμου”. Η ονο­μα­σία “το σπί­τι των τά­φων” εί­ναι με­τα­γε­νέ­στε­ρη, όπως το begrabnisplatz ή το graveyard, και αντι­στοι­χεί στη λέ­ξη νε­κρο­τα­φείο, που μαρ­τυ­ρεί­ται από το 1833. Ένα χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, 1834, το­πο­θε­τεί την ίδρυ­ση του Α΄ Νε­κρο­τα­φεί­ου Αθη­νών η Ιω­άν­να Πα­ρα­σκευο­πού­λου, γεν­νη­μέ­νη με­τά ενά­μι­ση αιώ­να, το 1984.
“Ενά­μι­ση χρό­νο επι­σκε­πτό­ταν μνή­μα­τα και διά­βα­ζε, έγρα­φε και σκε­φτό­ταν μό­νο για τά­φους και θα­νά­τους. Η επι­στη­μο­νι­κή της ηθι­κή εί­χε εξα­ντλη­θεί.” Όμως, ο επι­βλέ­πων κα­θη­γη­τής, Γιώρ­γος Κρη­τι­κός της ζη­τά να γρά­ψει τα συ­μπε­ρά­σμα­τα από όσα διά­βα­σε. Επί λέ­ξει, της εί­πε, “εί­σαι το χό­μπιτ με το δα­χτυ­λί­δι, έχεις φτά­σει στο βου­νό και πρέ­πει να πας στην κο­ρυ­φή, μην τα πα­ρα­τάς”. Και εκεί­νη θυ­μή­θη­κε το αν­θρω­ποει­δές από το «Χό­μπιτ» και τη συ­νέ­χειά του, τον «Άρ­χο­ντα των Δα­χτυ­λι­διών», “αδια­φό­ρη­σε για το βά­ρος της κα­τά­θλι­ψης και έγρα­ψε αφ’ υψη­λού τα συ­μπε­ρά­σμα­τα”. Αυ­τά εξο­μο­λο­γεί­ται στο προ­λο­γι­κό κε­φά­λαιο με τις “ευ­χα­ρι­στί­ες”. Άλ­λη λο­γο­τε­χνι­κή ανα­φο­ρά στη με­λέ­τη της δεν υπάρ­χει. Όποιος ανα­μέ­νει μνεία στον Δη­μή­τριο Πα­παρ­ρη­γό­που­λο και την βρα­βευ­μέ­νη ποι­η­τι­κή του συλ­λο­γή «Στό­νοι» ή πα­ρά­θε­ση πει­σι­θά­να­των στί­χων από τον «Φα­νό του Κοι­μη­τη­ρί­ου Αθη­νών», θα απο­γοη­τευ­τεί. Αλ­λά, ακρι­βώς, στη μνεία του Τόλ­κιν αντί του υιού Πα­παρ­ρη­γό­που­λου, και γε­νι­κό­τε­ρα στην ευ­ρω­παϊ­κή οπτι­κή αντί της ελ­λη­νο­κε­ντρι­κής, έγκει­ται το εν­δια­φέ­ρον της με­λέ­της. Άλ­λω­στε, τό­σο ο επι­βλέ­πων κα­θη­γη­τής όσο και η αντι­πρύ­τα­νης του Χα­ρο­κό­πειου Ευαγ­γε­λία Γε­ωρ­γι­τσο­γιάν­νη, που την εν­θάρ­ρυ­νε να ασχο­λη­θεί με τη θε­μα­τι­κή των νε­κρο­τα­φεί­ων, ολο­κλή­ρω­σαν με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές, αντι­στοί­χως, σε Αγ­γλία και Γαλ­λία. Η δεύ­τε­ρη, μά­λι­στα, προ­σέγ­γι­σε σε ευ­ρω­παϊ­κό επί­πε­δο τα νε­κρο­τα­φεία, όταν ερεύ­νη­σε τα γλυ­πτά μνη­μεία της ελ­λη­νι­κής κοι­νό­τη­τας στο Σου­λι­νά της Ρου­μα­νί­ας. Πα­ρο­μοί­ως, η Πα­ρα­σκευο­πού­λου, στο βιο­γρα­φι­κό της, απο­κα­λύ­πτει ότι ετοι­μά­ζει τις βα­λί­τσες της για με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές στην Αγ­γλία, όπου θα ερευ­νή­σει “τον θε­σμό των νε­κρο­τα­φεί­ων στην Ευ­ρώ­πη”.
Μέ­σα σε αυ­τό το πλαί­σιο, οι πα­ρα­τη­ρή­σεις της απο­κτούν δια­φο­ρε­τι­κή αξία. Εκ πρώ­της όψε­ως, ορι­σμέ­νες λε­κτι­κές επι­λο­γές της ξε­νί­ζουν. Φρο­ντί­ζει, ωστό­σο, να διευ­κρι­νί­σει το πώς τις αντι­λαμ­βά­νε­ται, με­τά μία ανα­νοη­μα­το­δό­τη­ση σύμ­φω­νη με το τρέ­χον εκ­συγ­χρο­νι­στι­κό πνεύ­μα. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, ο τί­τλος του πρώ­του κε­φα­λαί­ου, «Το μο­ντέρ­νο νε­κρο­τα­φείο», όπου και ει­σά­γει στο θέ­μα της με­λέ­της της. Πι­θα­νώς, νε­ω­τε­ρί­ζον, έστω και νε­ω­τε­ρι­κό, αλ­λά μο­ντέρ­νο δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν το Α΄ Νε­κρο­τα­φείο Αθη­νών. Μάλ­λον εν­νο­εί συγ­χρο­νι­κό της επο­χής του. Επί­σης, ο υπό­τι­τλος της με­λέ­της, “ιστο­ρι­κά ορά­μα­τα” δεν φαί­νε­ται να ται­ριά­ζει στο ρο­μα­ντι­κό-κλα­σι­κι­στι­κό πνεύ­μα των Βαυα­ρών, αλ­λά ού­τε στους σχε­δια­σμούς των εκά­στο­τε δη­μάρ­χων, εί­τε πραγ­μα­το­ποιού­νται εί­τε μέ­νουν σκέ­τες προ­θέ­σεις. Ορά­μα­τα ή και ορα­μα­τι­σμοί ενέ­χουν την έν­νοια του ιδα­νι­κού, εκτός κι αν στε­νέ­ψουν νοη­μα­τι­κά, όπως συμ­βαί­νει στον λό­γο των πο­λι­τι­κών, όπου εκ­φρά­ζουν το αγ­γλι­κό vision, που δη­λώ­νει διο­ρα­τι­κή ικα­νό­τη­τα. Όπως και να έχει, τα γλυ­πτά του Α΄ Νε­κρο­τα­φεί­ου Αθη­νών, από τα πλέ­ον αρ­χαιο­πρε­πή μέ­χρι τα εξι­δα­νι­κευ­μέ­να ρε­α­λι­στι­κά, γε­νι­κό­τε­ρα, η απο­θε­ω­τι­κή πα­ρου­σία των νε­κρών στη μαρ­μά­ρι­νη νε­κρό­πο­λη, μάλ­λον δεν δεί­χνουν “ιδε­ο­λο­γι­κό θρί­αμ­βο του ορ­θο­λο­γι­σμού επί της με­τα­φυ­σι­κής”, που, κα­τά τη με­λε­τή­τρια, χα­ρα­κτη­ρί­ζει “το μο­ντέρ­νο νε­κρο­τα­φείο”.
Το αντι­κεί­με­νο της με­λέ­της εί­ναι συ­γκε­κρι­μέ­νο. Αφο­ρά το αρ­χεια­κό υλι­κό και το θε­σμι­κό πλαί­σιο, το οποίο και συ­γκε­ντρώ­νε­ται με επι­μέ­λεια. Απο­δελ­τιώ­νο­νται οι Πρά­ξεις Δη­μο­τι­κού Συμ­βου­λί­ου Αθη­νών σε χρο­νι­κό βά­θος 172 ετών. Αυ­τό ση­μαί­νει 111 Συ­νε­δριά­σεις, κα­τα­νε­μη­μέ­νες στους τρεις αιώ­νες ύπαρ­ξης του Νε­κρο­τα­φεί­ου: 1841-1899, 23. Ει­κο­στός, 69. 2000-2012, 19. Λαν­θά­νουν τα πρώ­τα χρό­νια, από τις 5 Μαΐ. 1834, όταν δη­μο­σιεύ­τη­κε στην Εφη­με­ρί­δα της Κυ­βερ­νή­σε­ως το Βα­σι­λι­κό Διά­ταγ­μα, που απα­γό­ρευε τα­φές στις εκ­κλη­σί­ες και στους πέ­ριξ αυ­τών χώ­ρους. Κα­τά τον Δη­μή­τριο Κα­μπού­ρο­γλου, η τε­λευ­ταία τα­φή, που έγι­νε μέ­σα σε εκ­κλη­σία, ήταν μί­ας μαί­ας στην πα­ρι­λισ­σία Αγία Φω­τει­νή. Πά­ντως, στα Γε­νι­κά Αρ­χεία του Κρά­τους, σώ­ζε­ται έγ­γρα­φο της Γραμ­μα­τεί­ας των Στρα­τιω­τι­κών, της 8ης Απρ. 1835, με το οποίο ενη­με­ρώ­νε­ται ο Όθω­νας, ότι απα­γο­ρεύ­τη­καν οι εντα­φια­σμοί πε­ρί την Πη­γή Καλ­λι­ρόη, λό­γω ακα­ταλ­λη­λό­τη­τας του τό­που. Ενώ, έτε­ρο έγ­γρα­φο, από τον Δεκ. του 1837, ανα­φέ­ρε­ται στην πε­ρι­τεί­χι­ση του Νε­κρο­τα­φεί­ου. Εν­δια­μέ­σως, το 1835, νο­μο­θε­τή­θη­κε ο θε­σμός των Δη­μάρ­χων. Επί­σης, στα τέ­λη του 1835 αλ­λά­ζει ο Βαυα­ρός υπεύ­θυ­νος του Δή­μου για το κτη­μα­το­λό­γιο και την το­πο­γρα­φι­κή απο­τύ­πω­ση. Απο­χω­ρεί ο αρ­χι­τέ­κτων υπο­λο­χα­γός Γου­λιέλ­μος Βάι­λερ και ανα­λαμ­βά­νει ο Φρει­δε­ρί­κος Στά­ου­φερτ, που εί­ναι και ο πρώ­τος υπεύ­θυ­νος μη­χα­νι­κός για το Νε­κρο­τα­φείο.   
Ίσως, να μην ήταν πε­ριτ­τή μία ανα­ζή­τη­ση της με­λε­τή­τριας και στα Γε­νι­κά Αρ­χεία του Κρά­τους, προς πε­ραι­τέ­ρω εξα­κρί­βω­ση του έτους ή και της ημε­ρο­μη­νί­ας ίδρυ­σης. Πα­ρα­τη­ρεί­ται, πά­ντως, με­γα­λύ­τε­ρη ερευ­νη­τι­κή προ­σπά­θεια για τα δυο αλ­λό­θρη­σκα τμή­μα­τά του, το προ­τε­στα­ντι­κό και το εβραϊ­κό. Στη Βι­βλιο­γρα­φία της με­λέ­της χω­λαί­νουν οι ελ­λη­νι­κές πη­γές, όπου υπάρ­χουν κυ­ρί­ως βι­βλία γε­νι­κό­τε­ρου εγκυ­κλο­παι­δι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος και ελά­χι­στα επί του συ­γκε­κρι­μέ­νου θέ­μα­τος της με­λέ­της. Ακό­μη και στα πρώ­τα, κά­πο­τε δί­νε­ται αντί του πρω­τό­τυ­που πα­ρα­πο­μπή στην αγ­γλι­κή με­τά­φρα­ση, όπως στην «Ιστο­ρία της ελ­λη­νι­κής φω­το­γρα­φί­ας. 1839-1970» του Άλ­κη Ξαν­θά­κη.
Δεν το ανα­φέ­ρου­με για να υπο­δεί­ξου­με πα­ρα­λή­ψεις της με­λέ­της, αλ­λά, ακρι­βώς, για­τί πι­στεύ­ου­με ότι δεν εκ­φρά­ζουν αμέ­λεια. Η Πα­ρα­σκευο­πού­λου ανα­πτύσ­σει από­ψεις και αξιο­λο­γή­σεις, που γί­νο­νται ευ­κρι­νέ­στε­ρες στην συ­γκρι­τι­κή αντι­με­τώ­πι­ση του κυ­ρί­ως Νε­κρο­τα­φεί­ου και των δυο αλ­λό­θρη­σκων τμη­μά­των του, στα οποία αφιε­ρώ­νει το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, εξ ημι­σεί­ας. Σε αυ­τό, οι προ­θέ­σεις της δη­λώ­νο­νται ήδη με τους τί­τλους: το προ­τε­στα­ντι­κό τμή­μα τι­τλο­φο­ρεί­ται «Μια φι­λε­λεύ­θε­ρη νε­κρό­πο­λη», το εβραϊ­κό «Μια ρο­μα­ντι­κή νε­κρό­πο­λη». Σε κα­θέ­να, ανα­φέ­ρε­ται συ­νο­πτι­κά στο θρή­σκευ­μα, εξαί­ρο­ντας τους πρω­το­στά­τες, όπου και ανα­πτύσ­σει το πώς αντι­λαμ­βά­νε­ται τους δυο χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, φι­λε­λεύ­θε­ρος και ρο­μα­ντι­κός. Σε αντι­στοι­χία, ασκεί αυ­στη­ρή κρι­τι­κή στις ελ­λα­δι­κές αρ­χές, κρα­τι­κές και δη­μο­τι­κές. Δεν αρ­κεί­ται στην πα­ρά­θε­ση γε­γο­νό­των, αλ­λά προ­χω­ρά­ει σε ιδε­ο­λο­γι­κές ερ­μη­νεί­ες, δια­τυ­πω­μέ­νες από κα­θέ­δρας, σε ει­ρω­νι­κούς, συ­χνά εμ­φα­τι­κούς, τό­νους.
Μάλ­λον θα αγ­γί­ξει τις λε­πτές χορ­δές ορι­σμέ­νων ανα­γνω­στών η άπο­ψη, πως το εβραϊ­κό εί­ναι το πιο “φι­λο­λο­γι­κό” τμή­μα μέ­σα στο Α΄ Νε­κρο­τα­φείο Αθη­νών. Η με­λε­τή­τρια, πά­ντως, την αι­τιο­λο­γεί: “τα επι­τύμ­βια επι­γράμ­μα­τα αφη­γού­νται διαρ­κώς πό­σο ση­μα­ντι­κοί εί­ναι οι νε­κροί, ως άν­θρω­ποι και μό­νο, μι­λώ­ντας για πη­γαία κα­θο­λι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά”. Πα­ρα­πέ­μπει στο Επί­με­τρο, όπου πα­ρα­τί­θε­νται επι­λε­κτι­κά κά­ποια από τα τα­φι­κά Επι­γράμ­μα­τα. Μό­νο που αυ­τή η πα­ρα­πο­μπή απου­σιά­ζει. Το πι­θα­νό­τε­ρο, ο Δαί­μων του Τυ­πο­γρα­φεί­ου πα­ρε­νέ­βη, θε­ω­ρώ­ντας πως, σε με­λέ­τη ελ­λη­νι­κού νε­κρο­τα­φεί­ου, τό­ση έκτα­ση στο αλ­λό­θρη­σκο στοι­χείο συ­νι­στά έλ­λει­ψη του μέ­τρου. Πέ­ραν της φι­λο­λο­γι­κής ανω­τε­ρό­τη­τας του εβραϊ­κού τμή­μα­τος, αυ­τό, πά­ντα κα­τά την με­λε­τή­τρια, υπερ­τε­ρεί και ως προς τον ρο­μα­ντι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Ως κα­τα­κλεί­δα έρ­χε­ται η από­φαν­ση: “Το Εβραϊ­κό Νε­κρο­τα­φείο, όχι μό­νο αι­σθη­τι­κά, αλ­λά και φι­λο­σο­φι­κά, απο­τε­λεί το πιο ρο­μα­ντι­κό ή, για την ακρί­βεια, τον μο­να­δι­κό πραγ­μα­τι­κά ρο­μα­ντι­κό χώ­ρο του Α΄ Νε­κρο­τα­φεί­ου.”
Εί­θι­σται, φι­λο­λο­γι­κό να απο­κα­λεί­ται το νε­κρο­τα­φείο μί­ας πό­λης, όπου βρί­σκο­νται εντα­φια­σμέ­νοι οι επι­φα­νέ­στε­ροι των λο­γί­ων. Πα­ρά­δειγ­μα, το Περ Λα­σαίζ του Πα­ρι­σιού, όπου ο τά­φος και του Μπαλ­ζάκ. Αν και το λί­γο πα­λαιό­τε­ρο, του Μον­παρ­νάς, διεκ­δι­κεί με­ρί­διο, όπου έχει τα­φεί και το ζευ­γος Σαρτρ-Μπο­βουάρ. Εκεί, εντα­φιά­στη­κε ο Αδα­μά­ντιος Κο­ρα­ής, που, από το 1877, συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους επι­φα­νείς του Α΄ Νε­κρο­τα­φεί­ου Αθη­νών. Κά­τι που δια­φεύ­γει πα­ντε­λώς μί­ας με­λέ­της δέ­σμιας συ­γκε­κρι­μέ­νου αρ­χεια­κού υλι­κού, από το οποίο απου­σιά­ζουν, για πα­ρά­δειγ­μα, τα αρ­χεία των εφη­με­ρί­δων, και το οποίο σχε­τί­ζε­ται άμε­σα με τον τό­πο, εί­ναι ο πάν­δη­μος χα­ρα­κτή­ρας τα­φής ορι­σμέ­νων επι­φα­νών προ­σώ­πων. Η τα­φή του Πα­λα­μά, την 28η Φεβ. 1943, με την πα­τριω­τι­κή έξαρ­ση και το μνη­μειώ­δες, “Ηχή­στε σάλ­πιγ­γες” του Σι­κε­λια­νού ή, επί­σης, η εκ­φο­ρά και τα­φή του Σε­φέ­ρη στις 22 Σεπ. 1971, λαϊ­κό προ­σκύ­νη­μα και αντι­δι­κτα­το­ρι­κή δια­δή­λω­ση, συ­νι­στούν αμ­φό­τε­ρα ιστο­ρι­κά γε­γο­νό­τα, ταυ­τι­ζό­με­να ευ­θέ­ως με το Α΄ Νε­κρο­τα­φείο Αθη­νών.
Τέ­λος, όσο αφο­ρά το ρο­μα­ντι­σμό του χώ­ρου, σώ­ζε­ται μό­νο ως μαρ­τυ­ρία ποι­η­τών, εν πολ­λοίς λη­σμο­νη­μέ­νων, Δρί­βας, Πα­πα­τσώ­νης, Αν­θί­ας και άλ­λοι “κα­τα­ρα­μέ­νοι” του Με­σο­πο­λέ­μου. Αι­σθα­ντι­κές ψυ­χές, που η με­λαγ­χο­λία τα βρά­δια τους έφερ­νε στο Νε­κρο­τα­φείο. Τα εξο­μο­λο­γεί­ται  ένας από αυ­τούς, ο Νί­κος Βέλ­μος, στο πε­ριο­δι­κό του, το «Φρα­γκέ­λιο». Αλ­λά πως να φτά­σει αυ­τός ο ρο­μα­ντι­σμός, υπό μία έν­νοια ακραί­ος, στους νε­ό­τε­ρους δά­σκα­λους και φοι­τη­τές, όταν τα λη­σμο­νούν οι πα­λαιό­τε­ροι, που, σή­με­ρα, κα­ταρ­τί­ζουν εγκυ­κλο­παί­δειες, λε­ξι­κά και γραμ­μα­το­λο­γί­ες. Πα­ρό­λα αυ­τά, ως χώ­ρος έχει εδώ και και­ρό εντα­χθεί στους Του­ρι­στι­κούς Πε­ρι­πά­τους του αθη­ναϊ­κού κέ­ντρου.  
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/9/2015.

Άνθη του γιαλού

Λέ­αν­δρος Πο­λε­νά­κης
«Βάρ­κα στο για­λό.
Ιστο­ρί­ες με Σίφ­νο»
Εκ­δό­σεις
Πο­λι­τι­στι­κός Σύλ­λο­γος Σίφ­νου
Μάρ­τιος 2015

Ο Σε­πτέμ­βριος κα­λά κρα­τεί και εμείς πα­ρα­μέ­νου­με στο Αι­γαίο και τα πλε­ού­με­νά του. Αυ­τό, σε πεί­σμα των εκλο­γών και της ατέρ­μο­νος, συ­χνά στη­μέ­νης και δό­λιας, εκλο­γο­λο­γί­ας. Προ­τι­μού­με να κω­φεύ­ου­με στις Κασ­σάν­δρες και να στή­νου­με αυ­τί στις Σει­ρή­νες. Και οι πιο γλυ­κό­λα­λες Σει­ρή­νες έρ­χο­νται από τις πα­λαιές ιστο­ρί­ες, για­τί αυ­τές συ­γκρο­τούν την πα­ρά­δο­ση ενός τό­που. Υπήρ­ξαν και, ευ­τυ­χώς, εξα­κο­λου­θούν να υπάρ­χουν ηπει­ρω­τι­κές όσο και νη­σιω­τι­κές πε­ριο­χές, με κά­ποια, με­γα­λύ­τε­ρη ή μι­κρό­τε­ρη, πο­λι­τι­στι­κή πα­ρά­δο­ση. Κα­τά κα­νό­να, πρό­κει­ται για λαϊ­κή πα­ρά­δο­ση, κά­που, όμως, σε εκεί­νη προ­στί­θε­ται και η λό­για. Ιδιαί­τε­ρη θέ­ση σε αυ­τούς τους κα­λό­τυ­χους τό­πους κα­τέ­χει το νη­σί της Σίφ­νου. Μά­λι­στα, στην πε­ριο­χή της λο­γο­τε­χνί­ας, η άλυ­σος σίφ­νιων συγ­γρα­φέ­ων εί­ναι μα­κριά. Το θυ­μί­ζουν οι εντοι­χι­σμέ­νες πλά­κες σε οι­κί­ες, αλ­λά και σε κε­λιά μο­να­στη­ριών. Οι προ­το­μές και τα αγάλ­μα­τα σε πλα­τειού­λες και παρ­κά­κια. Επί­σης, κά­ποιες ονο­μα­σί­ες δρο­μί­σκων, κα­θώς και αφιε­ρω­μα­τι­κές ει­κό­νες σε εκ­κλη­σί­δια.
 Από τους συγ­γρα­φείς τώ­ρα, πιο ονο­μα­στοί οι ποι­η­τές, πα­ρα­τάσ­σο­νται σε δια­φο­ρε­τι­κές γε­νιές. Ξε­κι­νούν από τον Αρι­στο­μέ­νη Προ­βε­λέγ­γιο της γε­νιάς του 1880 και τον Ιω­άν­νη Γρυ­πά­ρη στην ομά­δα της επό­με­νης και τε­λευ­ταί­ας δε­κα­ε­τί­ας του 19ου αιώ­να, μέ­χρι τον εγ­γο­νό του Προ­βε­λέγ­γιου, τον Γιώρ­γο Λί­κο, της πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κής γε­νιάς. Με­τά έρ­χο­νται οι συγ­γρα­φείς, που διέ­πρε­ψαν στη δη­μο­σιο­γρα­φία, με πρώ­το τον άτυ­χο Κλε­άν­θη Τρια­ντά­φυλ­λο, γνω­στό ως Ρα­μπα­γά. Το πα­ρών δί­νει και ένας θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας, ο Μα­νώ­λης Κορ­ρές, που απο­τόλ­μη­σε μυ­θι­στό­ρη­μα στο αμι­γώς σιφ­νέι­κο ιδιό­λε­κτο, «Η κε­ρά­τσα μου». Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι πως αυ­τή η πο­λι­τι­στι­κή πα­ρά­δο­ση, πα­ρό­λο που αν­θί­στα­ται και βρί­σκει συ­νε­χι­στές, δεν έχει τη σκέ­πη του αθη­ναϊ­κού κέ­ντρου. Για να ακρι­βο­λο­γού­με, αγνο­εί­ται πα­ντε­λώς. Το επι­βε­βαιώ­νουν αρ­κε­τοί συγ­γρα­φείς, που δυ­σκο­λεύ­ο­νται να βρουν εκ­δό­τη για βι­βλία εστια­σμέ­να στην πα­ρά­δο­ση ενός τό­που. Εί­τε πρό­κει­ται για αφη­γη­μα­τι­κά εί­τε για με­λε­τή­μα­τα ιστο­ρι­κού ή και γλωσ­σο­λο­γι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος. Μάλ­λον κα­τ’ εξαί­ρε­ση, η Σίφ­νος έχει, εδώ και 33 χρό­νια, Πο­λι­τι­στι­κό Σύλ­λο­γο, που, τε­λευ­ταία, ανα­πτύσ­σει πλού­σια και πο­λύ­πλευ­ρη δρά­ση. Δί­πλα στην ορ­γά­νω­ση ποι­κί­λων εκ­δη­λώ­σε­ων –ει­κα­στι­κών, μου­σι­κών, θε­α­τρι­κών– συν­δρά­μει και την έκ­δο­ση βι­βλί­ων που αφο­ρούν απο­κλει­στι­κά την σιφ­νέι­κη ιδιαι­τε­ρό­τη­τα. Όπως το μυ­θι­στό­ρη­μα του Μί­μη Λε­μο­νή «Ο πει­ρα­τής της Σίφ­νου», τα αφη­γή­μα­τα των Κορ­ρέ και Γιώρ­γου Μα­τζου­ρά­νη «Κα­μέ­να χρό­νια και και­ροί...» και εφέ­τος, τις ιστο­ρί­ες του Λέ­αν­δρου Πο­λε­νά­κη.
Δυ­στυ­χώς, όμως, αυ­τές οι αξιό­λο­γες εκ­δό­σεις, που μπο­ρούν να στοι­χη­θούν δί­πλα στις αθη­ναϊ­κές εκ­δό­σεις ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φί­ας και μά­λι­στα, να κα­τα­λά­βουν ιδιαί­τε­ρη θέ­ση, κα­θώς συν­δυά­ζουν το τερ­πνό με­τά του ωφε­λί­μου, ου­δό­λως σχο­λιά­ζο­νται. Ού­τε σε δη­μο­σιο­γρα­φι­κό επί­πε­δο, ού­τε από λο­γο­τε­χνι­κής πλευ­ράς. Πι­θα­νώς, για­τί αυ­τό που εμείς χα­ρα­κτη­ρί­ζου­με ως ωφέ­λι­μο, που ση­μαί­νει τη διά­σω­ση της λα­ο­γρα­φι­κής πα­ρά­δο­σης, να θε­ω­ρεί­ται από πολ­λούς ως πα­ρω­χη­μέ­νο. Μά­λι­στα, στο πνεύ­μα της πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κό­τη­τας, που ο ελ­λη­νι­κός Τύ­πος εν­στερ­νί­ζε­ται και επι­ζη­τεί να επι­βάλ­λει σαν το ιδα­νι­κό πρό­τυ­πο, μπο­ρεί να εκλαμ­βά­νε­ται ακό­μη και ως επι­ζή­μιο. Όσο αφο­ρά τη λο­γο­τε­χνι­κή αξία πα­ρό­μοιων βι­βλί­ων, κα­θώς ανα­σταί­νουν πα­ρελ­θο­ντι­κές κα­τα­στά­σεις, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς τύ­πους και “στέ­κια”, τα εντάσ­σουν στην πα­λαιό­τε­ρη τά­ση της ηθο­γρα­φί­ας και συ­να­κό­λου­θα, τα πα­ρα­γκω­νί­ζουν. Αυ­τό συμ­βαί­νει και με τις συ­γκε­κρι­μέ­νες σιφ­νέι­κες εκ­δό­σεις. Από μία στε­νή οπτι­κή, το δεύ­τε­ρο βι­βλίο, των Κορ­ρέ-Μα­τζου­ρά­νη, που εί­ναι συ­να­γω­γή αφη­γη­μά­των δη­μο­σιευ­μέ­νων στον σιφ­νέι­κο Τύ­πο μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του ’60, έχει κά­ποιον ηθο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα, που, όμως, δια­σκε­δά­ζε­ται από το χιού­μορ και την αφη­γη­μα­τι­κή δει­νό­τη­τα του συγ­γρα­φι­κού δι­δύ­μου. Δεν ισχύ­ει, ωστό­σο, για τα άλ­λα δυο, όπου κερ­δί­ζει έδα­φος η μυ­θο­πλα­σία.
Σε αυ­τήν την απα­ξί­ω­ση, ως ένα βαθ­μό, συμ­βάλ­λουν και οι εμπλε­κό­με­νοι στην έκ­δο­ση, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των συγ­γρα­φέ­ων. Εί­ναι εν­δει­κτι­κό, ότι ανα­γνω­ρι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς, όπως ο Κορ­ρές και ο Μα­τζου­ρά­νης, φαί­νε­ται να πα­ρα­λεί­πουν το εν λό­γω βι­βλίο στα βιο­γρα­φι­κά τους. Η απο­ρία εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρη στην πε­ρί­πτω­ση του Λέ­αν­δρου Πο­λε­νά­κη. Θε­α­τρι­κός κρι­τι­κός, με συ­μπλη­ρω­μέ­νη 35ε­τή θη­τεία στην εφη­με­ρί­δα «Αυ­γή», αλ­λά και με πα­ρά­πλευ­ρες λο­γο­τε­χνι­κές επι­δό­σεις. Πρώ­τα ποι­η­τής, με­τά δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, στα τε­λευ­ταία χρό­νια, και μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, ενώ, μό­λις πέ­ρυ­σι, απο­κα­λύ­φθη­κε, πως, όλα αυ­τά τα χρό­νια, δεν έκρι­νε μό­νο αλ­λά και έγρα­φε θε­α­τρι­κά έρ­γα, που άφη­νε στο συρ­τά­ρι.
Αυ­τό σε πο­λύ γε­νι­κές γραμ­μές εί­ναι το προ­φίλ του Πο­λε­νά­κη, που, εφέ­τος, εξέ­δω­σε δυο βι­βλία, ένα “πο­λι­τι­κο­ε­ρω­τι­κό θρί­λερ” («Ο Κομ­μέ­νος Υπουρ­γός») σε αθη­ναϊ­κό εκ­δο­τι­κό οί­κο και τις ιστο­ρί­ες σε σιφ­νέι­κο. Το πρώ­το συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στην κα­τα­γρα­φή των υπό κυ­κλο­φο­ρία ελ­λη­νι­κών βι­βλί­ων και έχει ήδη επαι­νε­θεί από την κρι­τι­κή, σε αντί­θε­ση με το δεύ­τε­ρο, που δεί­χνει να λαν­θά­νει. Το πρώ­το δεν το λά­βα­με, το δεύ­τε­ρο, όλως τυ­χαί­ως, έφτα­σε στα χέ­ριά μας. Κα­τά κα­λή σύμ­πτω­ση, θα λέ­γα­με, κα­θώς δεν πρό­κει­ται για ένα ακό­μη αγο­ραίο βι­βλίο, αλ­λά για ιστο­ρί­ες, που εντάσ­σο­νται στην ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία. Και μά­λι­στα, στη θα­λασ­σι­νή λο­γο­τε­χνία. Στον σύ­ντο­μο πρό­λο­γο του Πο­λι­τι­στι­κού Συλ­λό­γου, επι­ση­μαί­νε­ται η προ­σω­πι­κό­τη­τα του συ­μπα­τριώ­τη τους συγ­γρα­φέα και η ανα­βί­ω­ση προ­σώ­πων και κα­τα­στά­σε­ων από το πα­ρελ­θόν της Σίφ­νου. Οπό­τε και αι­τιο­λο­γεί­ται η έκ­δο­ση σε το­πι­κό επί­πε­δο, πα­ράλ­λη­λα, όμως, δι­καιο­λο­γεί­ται η μη πε­ραι­τέ­ρω προ­βο­λή του. Αν, όμως, το βι­βλίο δια­θέ­τει αφη­γη­μα­τι­κές αρε­τές, όχι ενός δια­βα­στε­ρού θρί­λερ, αλ­λά ενός πε­ζο­γρα­φή­μα­τος, τό­τε έρ­χε­ται ως μία ακό­μη έν­δει­ξη για τις  πα­ρά­πλευ­ρες απώ­λειες, όταν πε­ριο­ρί­ζου­με τον εκ­δο­τι­κό ορί­ζο­ντα στην αθη­ναϊ­κή ομ­φα­λο­σκο­πία.
Ας δού­με εκ του σύ­νεγ­γυς αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των του Πο­λε­νά­κη, που έρ­χε­ται 30 χρό­νια με­τά την πρώ­τη («Συ­νέ­βη στην Γκο­ντ­βά­να», εκδ. Δελ­φί­νι). Κα­τ’ αρ­χάς, ο υπό­τι­τλος κυ­ριο­λε­κτεί. Δεν πρό­κει­ται για ιστο­ρί­ες από τη Σίφ­νο, κα­θώς επί μέ­ρους συμ­βά­ντα το­πο­θε­τού­νται στην Αθή­να, ενώ μέ­ρος της δρά­σης της εκτε­νέ­στε­ρης ιστο­ρί­ας στη γει­το­νι­κή της Σίφ­νου Σύ­ρο, αλ­λά και εκτός συ­νό­ρων, στη Σμύρ­νη στα χρό­νια λί­γο πριν το ’22 και στο Ντύσ­σελ­ντορφ του 1948. Σί­γου­ρα, όμως, πρό­κει­ται για ιστο­ρί­ες “με Σίφ­νο” και μά­λι­στα, με πο­λύ Σίφ­νο. Εντύ­πω­ση, που επι­τεί­νε­ται από το σιφ­νέι­κο γλωσ­σι­κό ιδί­ω­μα, έτσι όπως αλα­τί­ζει τις ιστο­ρί­ες, ιδιαί­τε­ρα στα δια­λο­γι­κά μέ­ρη, προσ­δί­δο­ντάς τους πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τα. Εί­ναι οι φω­νηε­ντι­κά απο­κλί­νου­σες λέ­ξεις, το προ­σω­δια­κό στην εκ­φο­ρά, η πα­ραλ­λα­γή των βα­πτι­στι­κών ονο­μά­των, τα θη­λυ­κά σε χαϊ­δευ­τι­κά ου­δέ­τε­ρα, τα αρ­σε­νι­κά σε συ­γκο­πτό­με­να πε­ρι­παι­κτι­κά μο­νο­σύλ­λα­βα. Επα­νερ­χό­με­νοι στον υπό­τι­τλο, πα­ρα­τη­ρού­με πως ο πλη­θυ­ντι­κός ιστο­ρί­ες δεν δί­νει ακρι­βή ει­κό­να των πε­ριε­χο­μέ­νων. Κι αυ­τό, για­τί η πρώ­τη ιστο­ρία, η ομό­τι­τλη, σε έκτα­ση νου­βέ­λας, δεν μπο­ρεί να λο­γα­ρια­στεί ως ισο­βα­ρής των τεσ­σά­ρων σύ­ντο­μων που ακο­λου­θούν.
Υπάρ­χουν, εντού­τοις, κοι­νές αφη­γη­μα­τι­κές αρε­τές. Στην ύφαν­ση της πλο­κής, προ­ε­ξάρ­χουν οι συ­χνές ανα­τρο­πές των ανα­γνω­στι­κών προσ­δο­κιών. Ως πιο εν­δει­κτι­κό πα­ρά­δειγ­μα, ανα­φέ­ρου­με το ξε­κί­νη­μα της πρώ­της ιστο­ρί­ας. Πα­ραλ­λάσ­σο­ντας ο συγ­γρα­φέ­ας κο­σμη­τι­κά επί­θε­τα, που εί­θι­σται να ανα­φέ­ρο­νται στα γυ­ναι­κεία κάλ­λη, και επι­στρα­τεύ­ο­ντας ρή­μα­τα υπαι­νι­κτι­κού ερω­τι­σμού, καλ­λιερ­γεί­ται η εντύ­πω­ση πως πρό­κει­ται για την πε­ρι­γρα­φή καλ­λί­πυ­γου θη­λυ­κού, ενώ, τε­λι­κά, γί­νε­ται λό­γος για το πλε­ού­με­νο του τί­τλου, μία “βάρ­κα στο για­λό”. Κα­τ’ εξαί­ρε­ση, αυ­τός ο τί­τλος κυ­ριο­λε­κτεί, ενώ εκεί­νοι των σύ­ντο­μων ιστο­ριών προ­οι­κο­νο­μούν τον εύ­θυ­μο χα­ρα­κτή­ρα τους.
Μία άλ­λη αρε­τή, που δια­σκε­δά­ζει τις όποιες ηθο­γρα­φι­κές πτυ­χές, εί­ναι οι κω­μι­κές σκη­νές γκανγκ, όπως απο­κα­λού­νται στον κι­νη­μα­το­γρά­φο. Κω­μι­κά ευ­ρή­μα­τα και μυ­θο­πλα­στι­κές εκ­πλή­ξεις, προ­σφυώς εν­σω­μα­τω­μέ­νες, με μία ιστο­ρία να απο­τε­λεί­ται εξ ολο­κλή­ρου από γκανγκ σκη­νές. Σε αυ­τήν, η αφή­γη­ση ζω­ντα­νεύ­ει με ένα κυ­κλι­κό πα­νο­ρα­μίκ “τον Που­νέ­ντε τον Κα­μα­ρια­νέι­κο”, που “μπή­κε στον πει­ρα­σμό” να ση­κώ­σει τον προ­κομ­μέ­νο Σταύ­ρο, κα­θό­σον “λε­πτο­κα­μω­μέ­νος και λια­νο­κόκ­κα­λος”, ενώ “ο γά­δα­ρός” του, πα­ρά τον τί­τλο, «Πε­τά­ει ο Γά­δα­ρος;», δεν πε­τά­ει, αλ­λά σπά­ζει το σχοι­νί και ανα­στα­τώ­νει “τον πα­λιό μώ­λο” των Κα­μα­ρών, όπως τον πρό­λα­βε παι­δί ο συγ­γρα­φέ­ας. Με αυ­τό το σου­ρε­α­λι­στι­κό μο­νο­πλά­νο δεν ανα­σταί­νε­ται μό­νο ο τό­πος, όπως ήταν πριν έρ­θουν “οι επαγ­γελ­μα­τί­ες ερ­γο­λά­βοι” και ό,τι απο­κα­λού­με αξιο­ποί­η­ση, αλ­λά δια­σκε­δά­ζει και ο ση­με­ρι­νός ανα­γνώ­στης, ο νε­ό­τε­ρος, που δυ­σα­να­σχε­τεί με πα­ρελ­θο­ντο­λο­γί­ες και το­πι­κι­σμούς.
Τό­νοι πε­ρι­παι­κτι­κοί έως σαρ­κα­στι­κοί δια­χέ­ο­νται και στις υπό­λοι­πες δι­η­γή­σεις. Λαν­θά­νουν και κα­ταγ­γελ­τι­κοί τό­νοι, κα­λά κρυμ­μέ­νοι από “το πα­ρα­δο­σια­κό, υπό­γειο, ανα­τρε­πτι­κό και αναρ­χι­κό χιού­μορ” του Σιφ­νιού, κα­τά την πε­ρι­γρα­φή του συγ­γρα­φέα στο δι­ή­γη­μα «Ο Σω­τή­ρης ο για­τρός». Στην πε­ρί­πτω­ση της οι­κο­γέ­νειας Πο­λε­νά­κη, απο­βαί­νει εμ­φα­νέ­στε­ρο, κα­θώς φαί­νε­ται να πη­γαί­νει από πα­τέ­ρα σε γιο. Ο πα­τέ­ρας του συγ­γρα­φέα, ο γε­λοιο­γρά­φος Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης, ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στός από το εβδο­μα­διαίο πε­ριο­δι­κό ποι­κί­λης ύλης «Το Ρο­μάν­τσο», με τις θρυ­λι­κές φι­γού­ρες του Σπα­γκο­ραμ­μέ­νου και του γκα­φα­τζή Πί­πη Πά­πια, εί­ναι ο ήρω­ας του κα­τα­λη­κτι­κού αφη­γή­μα­τος «Το αστείο του Πο­λε­νά­κη ή φου­γά­ρα στη Συγ­γρού». Σε εκεί­νο, δί­νε­ται με ένα άλ­λο ξε­καρ­δι­στι­κό μο­νο­πλά­νο η απο­βί­βα­ση τα πα­λιά χρό­νια στο λι­μά­νι με βάρ­κες. Κά­πως έτσι, ο Πο­λε­νά­κης κα­τορ­θώ­νει να μην ηθο­γρα­φεί, αλ­λά, αντι­στρό­φως, να επω­φε­λεί­ται από τον τό­πο, αντλώ­ντας το υπό­στρω­μα για τις ιστο­ρί­ες του, χιου­μο­ρι­στι­κές ή και ιστο­ρι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος όπως η ομό­τι­τλη.
Αυ­τή η ιστο­ρία εί­ναι που τον συ­στή­νει κα­λύ­τε­ρα ως πε­ζο­γρά­φο. Δεν έχει μό­νο την έκτα­ση νου­βέ­λας, αλ­λά και μία πρω­τό­τυ­πη αφη­γη­μα­τι­κή δο­μή, που προσ­δί­δει στην υπό­θε­ση πλο­κή και κά­ποιο σα­σπένς. Δυο θή­λεια ονό­μα­τα, το ένα ξε­νι­κό και το άλ­λο αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό, η Μό­νι­κα και η Αλ­κμή­νη, βρί­σκο­νται ανα­με­μιγ­μέ­να στο άσχη­μο τέ­λος του συ­ρια­νού Δη­μή­τρη Περ­σά­κη. Εί­χε “με­λαγ­χο­λι­κά μαύ­ρα μά­τια ποι­η­τή”, ήταν “κρυ­φά λο­γο­δο­σμέ­νος με την όμορ­φη δε­κα­ε­φτά­χρο­νη Μα­ρία” από τη Σίφ­νο, βρέ­θη­κε στον πό­λε­μο “δό­κι­μος ση­μαιο­φό­ρος του πο­λε­μι­κού Ναυ­τι­κού” και στην Κα­το­χή, σα­μπο­τέρ στη Σίφ­νο. Η ιστο­ρία αρ­χί­ζει in media res: προ­δο­σία, φυ­λά­κι­ση, από­πει­ρα από­δρα­σης, συ­μπλο­κή με γερ­μα­νι­κή πε­ρί­πο­λο. Οι βί­οι προ­σώ­πων και πλε­ού­με­νων συ­μπλέ­κο­νται, το κου­βά­ρι ξε­μπλέ­κε­ται με τις μαρ­τυ­ρί­ες δια­δο­χι­κών αφη­γη­τών. Ο κυ­ρί­ως αφη­γη­τής, μάλ­λον το alter ego του συγ­γρα­φέα, για να κα­λύ­ψει τις πολ­λα­πλές πτυ­χές της ιστο­ρί­ας, περ­νά­ει τη σκυ­τά­λη σε άλ­λα πρό­σω­πα, που τυ­χαί­νει να έχουν άμε­ση γνώ­ση των συμ­βά­ντων. Επι­προ­σθέ­τως, στη δι­κή του αφή­γη­ση, εναλ­λάσ­σει το πρώ­το πρό­σω­πο με το δεύ­τε­ρο, απευ­θυ­νό­με­νος σε μία γυ­ναί­κα, που μέ­νει αό­ρι­στης υπό­στα­σης, σί­γου­ρα νέα και επι­θυ­μη­τή. Όπως και στη σύ­ντο­μη ιστο­ρία, «Λά­κτι­σμα πώ­μα­τος φιά­λης», όταν υπάρ­χουν ερω­τι­κοί υπαι­νιγ­μοί, η δι­ή­γη­ση απο­κτά τρυ­φε­ρή χροιά, εί­τε πρό­κει­ται για μα­ταιω­μέ­νους έρω­τες άλ­λων και­ρών εί­τε για μια ασα­φή μελ­λο­ντι­κή υπό­σχε­ση. Να ση­μειώ­σου­με, πως ο θε­α­τρι­κός Πο­λε­νά­κης βοη­θά τον πε­ζο­γρά­φο στη σκια­γρά­φη­ση μί­ας ρο­μα­ντι­κής ηρω­ί­δας. Στα πρό­σω­πα της νου­βέ­λας εμπλέ­κε­ται και μία νέα ηθο­ποιός, ονό­μα­τι Ζωή, που πρό­λα­βε να υπο­δυ­θεί μό­νο έναν ρό­λο, αυ­τόν της Οφή­λιας, να ερω­τευ­τεί και να πε­θά­νει νέα. Μο­να­δι­κό δια­σω­θέν ίχνος της εί­ναι η σει­ρά πι­νά­κων της αδελ­φής του Δη­μή­τρη, της γνω­στής ζω­γρά­φου Γιάν­νας Περ­σά­κη, με τί­τλο, «Ζωή». Το επί­θε­το της Ζω­ής, ο συγ­γρα­φέ­ας το αφή­νει γρί­φο για επα­ΐ­ο­ντες. Τέ­λος, οι λο­γο­τε­χνι­κά υπο­ψια­σμέ­νοι θα εκτι­μή­σουν το πα­πα­δια­μά­ντειο άρω­μα, εις στα­γό­νας μεν αλ­λά ευ­διά­κρι­το. “Επι­πο­λής εις το κύ­μα” έπλεε η Μό­νι­κα, ως “άν­θος του για­λού”, που βρή­κε δρα­μα­τι­κό­τε­ρο τέ­λος εκεί­νου του Δη­μή­τρη.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Φω­το­γρα­φία: Κα­μά­ρες Σίφ­νου, 1963. Βάρ­κα τρα­βηγ­μέ­νη στο βρα­χώ­δες του για­λού. Φωτ. Δημ. Πα­πα­δή­μος.
 Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην εφη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 13/9/2015.

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Αρμενίζοντας στη στεριά

Φαί­δων Ταμ­βα­κά­κης
«Η α­να­πα­λαίω­ση»
Εκδό­σεις  Εστίας
Απρί­λιος 2015
Με την εκ­πνοή του Αυ­γού­στου και την η­με­ρο­λο­για­κή έ­ναρ­ξη του φθι­νο­πώ­ρου α­δειά­ζουν τα πα­ρά­κτια των θα­λασ­σών α­πό τα γιώτ με τις βα­ριές πο­λύ­στρο­φες μη­χα­νές. Επι­στρέ­φουν οί­κα­δε “οι κα­πε­τά­νιοι του γλυ­κού νε­ρού”, α­φή­νο­ντας τους με­ρα­κλή­δες ι­στιο­πλόους να α­φου­γκρά­ζο­νται τις φθι­νο­πω­ρι­νές πνοές του α­νέ­μου. Στον σε­πτεμ­βριά­τι­κο ο­ρί­ζο­ντα, πι­νε­λιές τα λευ­κά πα­νά­κια τους, που κι αυ­τά ο­σο­νού­πω θα χα­θούν. Σε αυ­τήν τη με­λαγ­χο­λι­κή συ­γκυ­ρία, η νου­βέ­λα του Φαί­δω­να Ταμ­βα­κά­κη κα­θί­στα­ται μο­να­δι­κό α­νά­γνω­σμα. Πε­ρισ­σό­τε­ρο πρό­σφο­ρο για ό­σους πά­σχουν α­πό σύν­δρο­μο στέ­ρη­σης θά­λασ­σας-ή­λιου-ε­λευ­θε­ρίας. Έστω, σχε­τι­κής ε­λευ­θε­ρίας, ό­πως η ά­νευ πε­ριο­ρι­σμών κα­τα­νά­λω­ση τρο­φής και πο­τού, η χω­ρίς πρό­γραμ­μα α­νά­παυ­ση, και ί­σως, για τους πιο τυ­χε­ρούς, μία κά­ποια, μπο­ρεί και λα­θραία, ε­ρω­τι­κή πε­ρι­πέ­τεια.
Μία θα­λασ­σι­νή νου­βέ­λα, που εκ­δί­δε­ται 72 χρό­νια με­τά την πα­ντε­λώς ξε­χα­σμέ­νη νου­βέ­λα «Θά­λασ­σα» του Κώ­στα Σού­κα. Πει­ραιώ­της o Σού­κας, Αλε­ξαν­δρι­νός ο Ταμ­βα­κά­κης, και οι δυο με μυ­θι­στό­ρη­μα ξε­κί­νη­σαν και για μυ­θι­στό­ρη­μα βρα­βεύ­τη­καν. Τις νου­βέ­λες, αμ­φό­τε­ροι τις έ­γρα­ψαν κα­βατ­ζα­ρι­σμέ­να τα πε­νή­ντα. Ο Σού­κας, πά­ντως,  με τη νου­βέ­λα του κα­τα­ξιώ­θη­κε και χά­ρις σε αυ­τήν πα­ρέ­μει­νε έως σή­με­ρα, 34 χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, γνω­στός. Όσο, βε­βαίως, μπο­ρεί να εί­ναι γνω­στός, σε ε­πι­λή­σμο­νες και­ρούς, τα­χείας πολ­το­ποίη­σης βι­βλίων, έ­νας συγ­γρα­φέ­ας του Με­σο­πο­λέ­μου. Ας πε­ριο­ρι­στού­με, ό­μως, στην πρό­σφα­τη νου­βέ­λα, για­τί οι ό­ποιες α­να­φο­ρές στην προ­η­γού­με­νη θα μας ω­θού­σαν σε πι­θα­νούς φι­λο­λο­γι­σμούς.
Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός νου­βέ­λα, που δί­νει ο Ταμ­βα­κά­κης στο και­νού­ριο βι­βλίο του, θα μπο­ρού­σε να ο­φεί­λε­ται στο ο­λι­γο­σέ­λι­δο και μό­νο του κει­μέ­νου, δε­δο­μέ­νου του μη­χα­νι­στι­κού τρό­που που γί­νε­ται συ­νή­θως η ει­δο­λο­γι­κή κα­τά­τα­ξη. Τε­λι­κά, ό­μως, ο εν λό­γω χα­ρα­κτη­ρι­σμός α­ντα­πο­κρί­νε­ται στην ταυ­τό­τη­τα του πε­ζού, α­φού αυ­τό συ­γκε­ντρώ­νει ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, με τα ο­ποία πα­λαιό­τε­ροι θεω­ρη­τι­κοί ό­ρι­ζαν αυ­τό το εν­διά­με­σο εί­δος.  Γε­νι­κό­τε­ρα, πά­ντως, η νου­βέ­λα στην κα­θα­ρό­αι­μη μορ­φή της τεί­νει τα τε­λευ­ταία χρό­νια να ε­ξα­φα­νι­στεί στις συ­μπλη­γά­δες των δυο γει­το­νι­κών ει­δών. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα πε­ζά που α­πο­κα­λού­με νου­βέ­λες εί­ναι, εί­τε μί­νι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα εί­τε μέ­γα διη­γή­μα­τα, που ση­μαί­νει μα­κριές ι­στο­ρίες. Όταν με το μυ­θι­στό­ρη­μα “τα­ξι­δεύει” ο κυ­ρίως ό­γκος των α­να­γνω­στών και με το διή­γη­μα εκ­στα­σιά­ζο­νται ό­σοι ε­πι­θυ­μούν να προ­βάλ­λουν ε­αυ­τούς ως λο­γο­τε­χνι­κά μυη­μέ­νους, που να βρε­θεί η διά­θε­ση για νου­βέ­λα;
Ο Ταμ­βα­κά­κης δεν προ­τεί­νει μό­νο μία ά­ξια του ο­νό­μα­τός της νου­βέ­λα, αλ­λά, ε­πι­προ­σθέ­τως, α­πο­τολ­μά μία ε­ρω­τι­κή νου­βέ­λα. Αυ­τό κι αν συ­νι­στά ε­ξαί­ρε­ση – πι­θα­νώς  και α­πο­κο­τιά – στην πε­ρίο­δο κρί­σης, που δια­νύου­με τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Δεν εί­ναι δυ­να­τόν η χώ­ρα να βυ­θί­ζε­ται και οι συγ­γρα­φείς να πλέ­κουν ει­δύλ­λια. Για αυ­τό και  ε­κεί­νοι, συ­μπά­σχο­ντας με τα δει­νά του ελ­λη­νι­κού λα­ού, γρά­φουν, κα­τά κα­νό­να, δρα­μα­τι­κές ι­στο­ρίες. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, μη έ­χο­ντας προ­σω­πι­κές ε­μπει­ρίες α­πό βά­σα­να οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας, πό­σω μάλ­λον α­νέ­χειας, κα­τά την α­φή­γη­ση και τη μυ­θο­πλα­σία, υ­περ­βάλ­λουν στους θλι­βε­ρούς τό­νους του ζό­φου.
Σε α­ντί­θε­ση, η ι­στο­ρία του Ταμ­βα­κά­κη, έ­τσι ό­πως ξε­δι­πλώ­νε­ται μέ­σα α­πό τους δια­λο­γι­σμούς του κε­ντρι­κού ή­ρωα, α­πο­βαί­νει ρε­α­λι­στι­κή, ε­νώ δεν α­που­σιά­ζει η κρι­τι­κή για κά­ποιες ά­σχη­μες ή και στρα­βές πλευ­ρές μίας χώ­ρας, που πα­ρα­παίει α­νά­με­σα σε πα­ρα­δο­σια­κά και ξε­νό­φερ­τα πρό­τυ­πα. Ταυ­τό­χρο­να, κα­θώς η α­φή­γη­ση ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε έ­να ζευ­γά­ρι και τον ναυα­γι­σμέ­νο έ­ρω­τά του, ε­ξα­σφα­λί­ζε­ται η σφι­χτο­δε­μέ­νη πλο­κή, που α­παι­τεί­ται σε μία νου­βέ­λα. Κα­τά τα άλ­λα, δεν πρό­κει­ται για έ­να “ρο­μά­ντσο του πα­λιού και­ρού”, ού­τε για έ­ναν με­γά­λο έ­ρω­τα. Από μία ά­πο­ψη, η ι­στο­ρία των δυο κε­ντρι­κών προ­σώ­πων, του Κων­στα­ντί­νου και της Πη­νε­λό­πης, θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή  της ε­πο­χής, στην ο­ποία το­πο­θε­τεί­ται. Ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, τις ε­πο­χές, α­φού ε­κτυ­λίσ­σε­ται σε δυο δια­φο­ρε­τι­κούς χρό­νους, με δυο “σμι­ξί­μα­τα”, που α­πέ­χουν μία ει­κο­σα­ε­τία. Στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του 1990, ξε­κι­νά­ει και κά­που ε­κεί κο­ντά τε­λειώ­νει η πρώ­τη φά­ση της σχέ­σης τους. Σε έ­να κά­πως αό­ρι­στο σή­με­ρα, λαμ­βά­νει χώ­ρα η προ­σπά­θεια α­να­θέρ­μαν­σή της. Τό­τε, ε­κεί­νος βά­δι­ζε τα τριά­ντα, ε­νώ ε­κεί­νη ή­ταν στο δεύ­τε­ρο έ­τος της Αρχι­τε­κτο­νι­κής. Δεν α­να­φέ­ρε­ται η κα­τα­γω­γή του, ού­τε το ε­πάγ­γελ­μα που α­σκεί στα τριά­ντα του. Συ­νή­θως, πα­ρό­μοια μυ­θο­πλα­στι­κά “γε­μί­σμα­τα” ο­δη­γούν σε πα­ρεκ­βά­σεις και στην πα­ρά­θε­ση πα­ράλ­λη­λων διη­γή­σεων για άλ­λα πρό­σω­πα, που διευ­κο­λύ­νουν τη με­τάλ­λα­ξη μίας νου­βέ­λας σε μυ­θι­στό­ρη­μα. Εκεί­νο, που α­παι­τεί η δο­μή της νου­βέ­λας, εί­ναι η ό­σο το δυ­να­τόν πλη­ρέ­στε­ρη α­νά­δει­ξη του χα­ρα­κτή­ρα γύ­ρω α­πό τον ο­ποίο πλέ­κε­ται. Εδώ, ο χα­ρα­κτή­ρας συ­ντί­θε­ται μέ­σα α­πό τον τρό­πο, με τον ο­ποίο ο α­φη­γη­τής α­να­κα­λεί, χρω­μα­τί­ζο­ντας συ­ναι­σθη­μα­τι­κά, πα­ρελ­θο­ντι­κά συμ­βά­ντα.
Εκεί­νο, πά­ντως, που προέ­χει και τον συ­στή­νει εί­ναι το χό­μπυ του, η ι­στιο­πλοΐα. Δεν έ­χει φι­λο­δο­ξίες για με­γά­λους ά­θλους ή για δια­κρί­σεις πρω­τα­θλη­τή σε ρά­λι. Μό­νο ό­νει­ρα κά­νει για μα­κρι­νά, υ­περ­πό­ντια τα­ξί­δια, τα ο­ποία, ά­κρες-μέ­σες, και μνη­μο­νεύει. Τους ή­ρωες των ε­φη­βι­κών και νε­α­νι­κών χρό­νων δεν τους αν­τλεί α­πό ι­στο­ρι­κά α­να­γνώ­σμα­τα, ού­τε α­πό μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Τα α­γα­πη­μέ­να του α­να­γνώ­σμα­τα εί­ναι τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα διά­ση­μων ι­στιο­πλόων. Ανα­φέ­ρει ο­νό­μα­τα, τολ­μη­ρά εγ­χει­ρή­μα­τα, η­μι­τε­λείς ι­στο­ρίες. Η εύ­στο­χη δια­σπο­ρά των στοι­χείων, τα συ­νειρ­μι­κά άλ­μα­τα, κυ­ρίως η πύ­κνω­ση των α­να­φο­ρών δεί­χνει την αί­σθη­ση α­φη­γη­μα­τι­κής οι­κο­νο­μίας, που έ­χει κα­τα­κτή­σει ο συγ­γρα­φέ­ας.
Όταν πρω­το­συ­νά­ντη­σε την Πη­νε­λό­πη, στα πλά­να του δεν υ­πήρ­χε χώ­ρος για σο­βα­ρή σχέ­ση. Τον βό­λευαν οι πα­ράλ­λη­λες σχέ­σεις, κα­τά προ­τί­μη­ση με χα­ρω­πές γυ­ναί­κες, που θα προ­σαρ­μό­ζο­νταν εύ­κο­λα στη ζωή ε­νός πα­θια­σμέ­νου ι­στιο­πλόου. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως έ­νας  τύ­πος του α­στι­κού α­θη­ναϊκού χώ­ρου ε­κεί­νων των χρό­νων. Αντι­θέ­τως, η συ­ρια­νή Πη­νε­λό­πη ή­θε­λε οι­κο­γέ­νεια και α­γα­πού­σε τα παι­διά. Ού­τε, ό­μως, “στον πα­πά και τον κου­μπά­ρο” κα­τόρ­θω­σε να ο­δη­γή­σει τον Κων­στα­ντί­νο, ού­τε το παι­δί μα­ζί του α­πο­τόλ­μη­σε να κρα­τή­σει. Τυ­πι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά της γυ­ναί­κας, που μό­λις αρ­χί­ζει να δο­κι­μά­ζει τους δρό­μους της χει­ρα­φέ­τη­σης. “Όταν χά­νει τον Κων­στα­ντί­νο, ρί­χνει μαύ­ρη πέ­τρα στην α­θη­ναϊκή ζωή, και βρί­σκει τον ε­αυ­τό της α­να­πα­λαιώ­νο­ντας αρ­χο­ντι­κά στο νη­σί της.” Όσο για ε­κεί­νον, η Πη­νε­λό­πη ή­ταν μία α­πό τις πολ­λές σχέ­σεις του. Στα εν­διά­με­σα χρό­νια, ό­σες φο­ρές το χό­μπυ του τον έ­φε­ρε στη Σύ­ρο, πο­τέ δεν σκέ­φτη­κε να την α­να­ζη­τή­σει.
Εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, κοι­νω­νι­κά και φυ­λε­τι­κά πρό­τυ­πα έ­χουν αλ­λά­ξει. Όχι, ό­μως, και οι χα­ρα­κτή­ρες. Εκεί­νος πα­ρα­μέ­νει χα­λα­ρός και δι­χα­σμέ­νος. Το ο­ρί­ζει ο συγ­γρα­φέ­ας και με το α­ρι­στο­τέ­λειο μό­το του βι­βλίου: “Όμοια γαρ ως ε­πί το πο­λύ τα μέλ­λο­ντα τοις γε­γο­νό­σι...” Υπει­σέρ­χε­ται, ό­μως, η α­να­σφά­λεια της η­λι­κίας, που δί­νει στον έ­ρω­τα με μία νεό­τε­ρη γυ­ναί­κα δια­φο­ρε­τι­κή α­ξία. Εκεί­νη, ε­σα­εί δο­τι­κή, εί­ναι μία σύγ­χρο­νη Πη­νε­λό­πη. Δεν εί­ναι προ­φα­νώς τυ­χαία η ε­πι­λο­γή του ο­νό­μα­τος. Πι­στή πα­ρα­μέ­νει στον έ­ρω­τά της, ό­πως η μυ­θο­λο­γι­κή συ­νο­νό­μα­τή της, αλ­λά αρ­κε­τά αυ­τάρ­κης πλέ­ον, ώ­στε να θέ­τει τα δι­κά της ό­ρια υ­πο­χώ­ρη­σης, ή μάλ­λον, α­πο­δο­χής. Αν πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με τους δι­κούς της δια­λο­γι­σμούς, μπο­ρεί να υ­πήρ­χαν ρο­μα­ντι­κές νό­τες, ό­πως κι­νή­σεις τρυ­φε­ρό­τη­τας, λό­για νο­σταλ­γίας. Τώ­ρα, στις πε­ρι­γρα­φές του πε­νη­ντά­ρη Κων­στα­ντί­νου, υ­πε­ρι­σχύει ο αι­σθη­σια­σμός. Στις πιο η­δο­νι­κές σε­λί­δες, που έ­χει γρά­ψει η γε­νιά του Ταμ­βα­κά­κη, η λε­γό­με­νη γε­νιά του ’80, συ­γκα­τα­λέ­γο­νται οι με­τρη­μέ­νες της νου­βέ­λας, που πε­ρι­γρά­φουν τις δυο, ό­λες κι ό­λες, ε­ρω­τι­κές συ­νευ­ρέ­σεις του ζεύ­γους κα­τά την ε­πα­να­σύν­δε­σή του.
Το πιο εύ­στο­χο εύ­ρη­μα του Ταμ­βα­κά­κη εί­ναι ο τίτ­λος του βι­βλίου: Η α­να­πα­λαίω­ση, δη­λα­δή η ε­πα­να­φο­ρά στην αρ­χι­κή μορ­φή, α­ντι­κα­θι­στώ­ντας ο­τι­δή­πο­τε έ­χει κα­τα­στρα­φεί και α­φαι­ρώ­ντας με­τα­γε­νέ­στε­ρες, αλ­λό­τριες προ­σθή­κες. Εδώ, η α­να­πα­λαίω­ση μάλ­λον νο­εί­ται εις τρι­πλούν. Η α­να­πα­λαίω­ση των νε­ο­κλασ­σι­κών, με την ο­ποία κα­τα­πιά­νε­ται η Πη­νε­λό­πη. Η ε­πι­σκευή και συ­ντή­ρη­ση του ι­στο­ρι­κού σκά­φους, που έ­χει α­γο­ρά­σει ο Κων­στα­ντί­νος, κι­νέ­ζι­κης κα­τα­σκευής του 1933. Και το κυ­ριό­τε­ρο, η α­να­νέω­ση της ε­ρω­τι­κής τους σχέ­σης. Αυ­τήν, ό­μως, την τε­λευ­ταία α­να­πα­λαίω­ση οι δυο πλευ­ρές του ζεύ­γους την α­ντι­λαμ­βά­νο­νται μάλ­λον δια­φο­ρε­τι­κά. Εκεί­νος θα ε­πι­θυ­μού­σε οι ρό­λοι να ε­πα­νέλ­θουν λί­γο-πο­λύ στην αρ­χι­κή τους μορ­φή. Ενώ, ε­κεί­νη α­ντι­λαμ­βά­νε­ται την α­να­πα­λαίω­ση της σχέ­σης στο πρό­τυ­πο της α­να­πα­λαίω­σης μίας κα­τοι­κίας. Αυ­τό ση­μαί­νει, με μία δό­ση προσ­γειω­μέ­νου ρο­μα­ντι­σμού, να δια­σω­θεί το ε­ξω­τε­ρι­κό κέ­λυ­φος, αλ­λά ε­σω­τε­ρι­κά, κα­ταλ­λή­λως δια­μορ­φω­μέ­νο, ώ­στε να δια­θέ­τει τα κομ­φόρ μίας σύγ­χρο­νης κα­τοι­κίας. 
Στις εν­δια­φέ­ρου­σες σε­λί­δες αυ­τής της θα­λασ­σι­νής νου­βέ­λας, που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στη στε­ριά, χά­ρις στις ε­μπει­ρίες του ι­στιο­πλόου, που δια­θέ­τει ο Ταμ­βα­κά­κης, αρ­με­νί­ζο­ντας α­πό τα φοι­τη­τι­κά του χρό­νια, α­να­σταί­νο­νται δυο Έλλη­νες κα­ρα­βο­μα­ρα­γκοί. “Άλλης ε­πο­χής, ο πρώ­τος εί­χε δει τον πό­λε­μο, ο άλ­λος ε­ξη­ντά­ρης, εί­χε πε­ρά­σει ξυ­στά.” Ανα­συν­θέ­τει τις κου­βέ­ντες τους, τα μυ­στι­κά της τέ­χνης τους, αλ­λά και τον κα­η­μό τους για την ναυ­πη­γι­κή πα­ρά­δο­ση, που στα­δια­κά σβή­νει. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο, μά­λι­στα, με την ε­νερ­γή συμ­βο­λή της Ευ­ρω­παϊκής Ένω­σης, που πά­ντο­τε α­φορ­μά­ται α­πό τις κα­λύ­τε­ρες προ­θέ­σεις. Από το ξε­ρί­ζω­μα της ε­λιάς μέ­χρι τη θε­α­μα­τι­κή ε­ξο­λό­θρευ­ση των καϊκιών α­λιείας. Ανα­πλά­θο­ντας ο συγ­γρα­φέ­ας σχε­τι­κές διη­γή­σεις, συ­ρια­νές και άλ­λες, που εί­χε α­κού­σει, με­ταγ­γί­ζει την έ­ντα­ση α­νά­λο­γων συμ­βά­ντων. Η πε­ρι­γρα­φή δεί­χνει σαν μία κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή σε­κά­νς, με υ­πό­τιτ­λους τα αι­σθή­μα­τα α­γα­νά­κτη­σης, πα­ρά τα χρό­νια που έ­χουν πε­ρά­σει. Μό­νο έ­νας πί­να­κας σύλ­λη­ψης α­ντί­στοι­χης   ε­κεί­νης της Γκουέρ­νι­κα θα μπο­ρού­σε να τα εκ­φρά­σει.
Σχε­τι­κά με τις ι­στιο­πλοϊκές γνώ­σεις του συγ­γρα­φέα, να ση­μειώ­σου­με πως, αν πο­τέ ευ­τυ­χή­σει να α­πο­κτή­σει έκ­δο­ση Απά­ντων, η νου­βέ­λα, με την πλη­θώ­ρα ο­νο­μά­των ι­στιο­πλόων και σκα­φών, θα α­παι­τού­σε ε­κτε­νή υ­πο­μνη­μα­τι­σμό. Το μό­νο οι­κείο ό­νο­μα εί­ναι ε­κεί­νο του Αντρέα Ζέπ­που, γνω­στό α­πό το ο­μό­τιτ­λο ρε­μπέ­τι­κο του Γιάν­νη Πα­παϊωάν­νου. Επί­σης, λι­γό­τε­ρο γνω­στό, το πα­λαιό σκα­ρί, που φέ­ρει το ό­νο­μά του και το ο­ποίο σώ­ζε­ται. Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, να ση­μειώ­σου­με ό­τι ψη­φί­δες α­πό τον βίο και την πο­λι­τεία του Ζέπ­που πα­ρα­τί­θε­νται στο βι­βλίο του Ευάγ­γε­λου Αθη­ναίου, «Ο κα­πε­τάν Αντρέ­ας Ζέ­πος. Γλε­ντζές, φι­λάν­θρω­πος και θυ­μό­σο­φος ψα­ράς στην πα­ρα­λία του Φα­λή­ρου», 2012. Κα­λό να το δια­βά­σουν με­ρι­κοί νε­ο-α­ρι­στε­ρό­φρο­νες, μπας και φω­τι­στούν κα­λύ­τε­ρα, ας πού­με, γύ­ρω α­πό τα Δε­κεμ­βρια­νά στην πε­ριο­χή του Πει­ραιά. Τέ­λος, να προ­σθέ­σου­με ό­τι ο Ευαγ. Αθη­ναίος, θα­νών πρό­σφα­τα (13/8/2015) σε η­λι­κία 81 ε­τών, ή­ταν στην πει­ραιώ­τι­κη φι­λο­λο­γι­κή πα­ρέα του Κώ­στα Σού­κα, που προ­α­να­φέρ­θη­κε στην ει­σα­γω­γή. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/8/2015.
Λεζάντα φωτογραφίας: Ο Αντρέ­ας Ζέπ­πος (α­ρι­στε­ρά) και το καΐκι του (δε­ξιά).