Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Η περίπτωση Ρώμου Φιλύρα

Ρώ­μος Φι­λύ­ρας
«Ποιή­μα­τα
Άπα­ντα τα ευ­ρε­θέ­ντα»
Τό­μοι Α΄- Β΄
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου-Α. Ξυ­νο­γα­λά
Εκδ. University Studio Press


Μάρ­τιο 2013, ό­ταν ξε­κι­νού­σε με­τά φα­νών και λα­μπά­δων το Έτος Κα­βά­φη, κυ­κλο­φό­ρη­σαν τα δί­το­μα Άπα­ντα Ρώ­μου Φι­λύ­ρα. Το ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα των ε­πι­με­λη­τών φέ­ρει η­με­ρο­μη­νία Μάιος 2012. Αν η έκ­δο­ση δεν κα­θυ­στε­ρού­σε στο Τυ­πο­γρα­φείο, θα συ­νέ­πι­πτε με την ε­πέ­τειο των 70 χρό­νων α­πό το θά­να­το του Φι­λύ­ρα, στις 9 Σεπ. 1942. Αλλά α­κό­μη κι αν δεν κα­θυ­στε­ρού­σε, ποιος α­πό ε­κεί­νους που παίρ­νουν τις α­πο­φά­σεις για τους ε­πε­τεια­κούς πα­νη­γυ­ρι­σμούς, θα δια­νο­εί­το Έτος Φι­λύ­ρα; Το 2012, εί­χε κη­ρυ­χτεί Έτος Νι­κη­φό­ρου Βρετ­τά­κου. Σε­πτέμ­βριο 2014, ε­νώ τα με­θεόρ­τια του Έτους Κα­βά­φη συ­νε­χί­ζο­νταν, με δρά­σεις προς α­να­ζω­πύ­ρω­ση της δη­μο­φι­λίας του Αλε­ξαν­δρι­νού, εκ­δό­θη­κε ο πρώ­τος τό­μος των Απά­ντων Τέλ­λου Άγρα. Εβδο­μή­ντα χρό­νια α­πό τον θά­να­το του Άγρα, ου­δείς θα σκε­φτό­ταν Έτος Άγρα, κι ας ή­ταν ορ­φα­νό ε­πε­τείου ε­πι­φα­νούς, ό­πως τον α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε σή­με­ρα, το 2014. Αλλά για Άγρα και Φι­λύ­ρα θα συ­ζη­τού­με, ό­ταν δεν υ­πήρ­ξε Έτος Κα­ρυω­τά­κη; Και κα­λά το 1998, που συ­μπλη­ρώ­νο­νταν 70 χρό­νια α­πό την αυ­το­κτο­νία του,  να δο­θεί στον Σο­λω­μό. Το 2008, ό­μως, για­τί να έ­χει το προ­βά­δι­σμα ο Κα­ρα­γά­τσης; Η α­πά­ντη­ση εί­ναι προ­φα­νής. Η γε­νιά του ’30, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ο Κα­βά­φης, εν­δια­φέ­ρει. Ενώ για τη γε­νιά του ’20 υ­πάρ­χει μό­νο, ό­σο υ­πάρ­χει, γραμ­μα­το­λο­γι­κό εν­δια­φέ­ρον.
Τη γε­νιά του ’20 την α­πο­κα­λούν και “γε­νιά του Κα­ρυω­τά­κη”, αι­τιο­λο­γώ­ντας εν μέ­ρει τον πα­ρα­με­ρι­σμό της  με τα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία των ποιη­τών που την α­πο­τε­λούν, ό­που συμ­βάλ­λουν και ό­σα γρά­φουν γι’ αυ­τούς οι ι­στο­ρι­κοί της νε­ο­ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­το­λο­γίας. Αν, ό­μως, το ζη­τού­με­νο εί­ναι η ε­πα­νε­κτί­μη­ση ο­ρι­σμέ­νων ποιη­τών αυ­τής της γε­νιάς, δεν αρ­κεί το “νοι­κο­κύ­ρε­μα” του έρ­γου τους. Απαι­τεί­ται εκ νέ­ου θεώ­ρη­ση των δε­δο­μέ­νων προς α­παλ­λα­γή α­πό την πα­γιω­μέ­νη ει­κό­να που τους α­κο­λου­θεί μέ­χρι σή­με­ρα. Η ό­ποια ε­πα­νε­ξέ­τα­ση προϋπο­θέ­τει την α­πο­φυ­γή για τη γε­νιά πα­ρό­μοιων α­πλο­ποιη­τι­κών ο­νο­μα­σιών. Αυ­τή η πρώ­τη ο­μά­δα ποιη­τών του Με­σο­πο­λέ­μου δεν συ­νο­ψί­ζε­ται ως γε­νιά του ε­νός ποιη­τή, ό­πως, άλ­λω­στε, δεν συ­νο­ψί­ζε­ται η γε­νιά του 1880 ή η γε­νιά του ’30. Ανε­ξάρ­τη­τα αν ο Κα­ρυω­τά­κης, με­τά την αυ­το­κτο­νία του και ως έ­να βαθ­μό χά­ρις σε αυ­τήν, έ­χει α­πο­τι­μη­θεί ως “ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος κι α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τε­ρος”. Όσο για τις πα­ρα­τη­ρή­σεις των Ιστο­ρι­κών, ό­τι πρό­κει­ται για “μια γε­νιά που έ­χει συ­νεί­δη­ση της α­νε­πάρ­κειάς της μπρο­στά στα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα της ζωής” ή που υιο­θέ­τη­σε στά­ση πα­ραί­τη­σης, αυ­τές, ως γε­νι­κευ­μέ­νες δια­τυ­πώ­σεις, δεί­χνουν μάλ­λον ά­στο­χες. Ως προς τι, ό­μως, δια­φέ­ρουν οι εν λό­γω “ποιη­τές της Αθή­νας” και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση το έρ­γο τους α­πό τον Κα­βά­φη, ώ­στε, σή­με­ρα, να μην συ­γκι­νούν, ε­νώ ο Αλε­ξαν­δρι­νός βρί­σκε­ται στο ε­πί­κε­ντρο του εν­δια­φέ­ρο­ντος; Την α­πά­ντη­ση την δί­νει ο ί­διος ο Κα­βά­φης, ό­ταν α­πο­φαί­νε­ται για τους ο­μό­τε­χνούς του της Αθή­νας: “Εί­ναι ρο­μα­ντι­κοί! Ρο­μα­ντι­κοί! Ρο­μα­ντι­κοί!” 
Από μιας αρ­χής, ο ρο­μα­ντι­σμός, α­πό τα Πα­ρί­σια, με­τα­λα­μπα­δεύ­τη­κε στην Αθή­να και ε­δώ ρί­ζω­σε. Η Πρώ­τη Αθη­ναϊκή Σχο­λή εί­ναι αυ­τή των ρο­μα­ντι­κών ποιη­τών. Την δια­δέ­χε­ται η Νέα Αθη­ναϊκή Σχο­λή, που α­ντι­στοι­χεί στη γε­νιά του 1880 και η ο­ποία α­ντι­μά­χε­ται τις υ­περ­βο­λές του ρο­μα­ντι­σμού. Αυ­τή α­πο­βαί­νει μία δυ­να­μι­κή γε­νιά που σβή­νει την προ­η­γού­με­νη. Οι κα­τά Κα­βά­φη ρο­μα­ντι­κοί α­πο­τέ­λε­σαν “την α­θη­ναϊκή σχο­λή του νε­ο­ρο­μα­ντι­σμού και νε­ο­συμ­βο­λι­σμού”. Το πρό­θε­μα “νέ­ο” ε­πι­στρα­τεύε­ται κά­θε φο­ρά που έ­νας πα­λαιό­τε­ρος χα­ρα­κτη­ρι­σμός ε­ξυ­πη­ρε­τεί μεν, αλ­λά α­παλ­λαγ­μέ­νος α­πό τις τυ­χόν αρ­νη­τι­κές φορ­τί­σεις. Πρό­κει­ται, ου­σια­στι­κά, για μία Δεύ­τε­ρη Αθη­ναϊκή Σχο­λή. Αντί­στοι­χα, αυ­τήν τη γε­νιά των νε­ο­ρο­μα­ντι­κών την δια­δέ­χε­ται μία Δεύ­τε­ρη Νέα Αθη­ναϊκή Σχο­λή, που εί­ναι η γε­νιά το ’30. Και πά­λι, μία δυ­να­μι­κή γε­νιά που σβή­νει την προ­η­γού­με­νη. Νο­μο­τε­λεια­κά θα α­να­με­νό­ταν η ε­πό­με­νη να εί­ναι γε­νιά πα­ραι­τη­μέ­νων και ό­χι η πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά. Αλλά φαί­νε­ται πως στην πε­ρί­πτω­σή της στά­θη­κε κα­θο­ρι­στι­κός ο ρό­λος της α­ρι­στε­ρής ι­δε­ο­λο­γίας, που α­πο­τρέ­πει α­παι­σιό­δο­ξες ρο­πές, ε­πι­τάσ­σο­ντας σθέ­νος και μα­χη­τι­κό­τη­τα. Στην έλ­ξη, ω­στό­σο, που α­σκεί σε κά­ποιους αυ­τής της γε­νιάς η ποίη­ση των νε­ο­ρο­μα­ντι­κών, δια­φαί­νε­ται η ρο­μα­ντι­κή τους διά­θε­ση. Στο ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα, ο Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου  ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι τον πρώ­το σπό­ρο για τα Άπα­ντα Ρώ­μου Φι­λύ­ρα τον έ­βα­λε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης. Εκεί­νος εί­χε ε­πι­ση­μά­νει την α­νά­γκη μιας έκ­δο­σης των ποιη­μά­των του Φι­λύ­ρα, κι αυ­τό, κα­θό­λου τυ­χαία, λί­γο με­τά την κυ­κλο­φο­ρία της αν­θο­λο­γίας «Χα­μη­λή φω­νή» του Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη, στην ο­ποία ο Φι­λύ­ρας, ό­πως και ο Με­λα­χρι­νός, αν­θο­λο­γεί­ται με 10 ποιή­μα­τα, ε­νώ ο Άγρας με 17 και ο Κα­ρυω­τά­κης με 15.
Αναμ­φι­βό­λως, οι πρώ­τοι ρο­μα­ντι­κοί και οι με­τέ­πει­τα, οι α­πο­κα­λού­με­νοι νε­ο­ρο­μα­ντι­κοί, α­πέ­χου­ν. Για­τί, ό­μως, ο ρο­μα­ντι­σμός των δεύ­τε­ρων να χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται “άρ­ρω­στος”; Εί­θι­σται να τους πε­ρι­γρά­φουν ως “αυ­τό­χει­ρες, ε­ρα­στές της η­δο­νής και των τε­χνη­τών πα­ρα­δεί­σω­ν”. Αυ­τή η φρά­ση α­πο­δί­δει μία συ­νο­λι­κή ει­κό­να ή μή­πως εί­ναι έ­να στε­ρεό­τυ­πο, που καλ­λιερ­γή­θη­κε α­πό τον βίο και την πο­λι­τεία των γνω­στό­τε­ρων, α­δι­κώ­ντας κά­ποιους α­πό τους κα­λύ­τε­ρους της ο­μά­δας; Συμ­βαί­νει συ­χνά οι α­πο­φάν­σεις για έ­να σύ­νο­λο προ­σώ­πων να στη­ρί­ζο­νται σε έ­να δυο, δια­ση­μό­τε­ρες, πε­ρι­πτώ­σεις. Όλους και ό­λους δυο αυ­τό­χει­ρες με­τρά­ει η γε­νιά. Αλλά και σε αυ­τούς δεν α­ντι­στοι­χεί η αί­γλη του ρο­μα­ντι­κού αυ­τό­χει­ρα, που τους α­πο­δό­θη­κε. Εθε­λού­σια έ­ξο­δος α­πό την πε­νία της Κα­το­χής, ό­πως το πρό­σφα­το κύ­μα αυ­το­κτο­νιών, ή­ταν ε­κεί­νη του Λα­πα­θιώ­τη. Κα­τά μία ερ­μη­νεία, το ί­διο ι­σχύει για την αυ­το­κτο­νία του Κα­ρυω­τά­κη. Έβλε­πε “την ά­βυσ­σο που ερ­χό­τα­ν”, ή­δη α­πό το 1923, που δη­μο­σιεύει το «Τρα­γού­δι της πα­ρα­φρο­σύ­νης». Ιδίοις όμ­μα­σι το δια­πι­στώ­νει το 1926, που ε­πι­σκέ­πτε­ται στο Δρο­μο­καΐτειο τον φί­λο του Ρώ­μο Φι­λύ­ρα. Ει­κά­ζε­ται, πως συ­μπτω­μα­τι­κά, την ί­δια ε­πο­χή, αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’20, “α­γο­ρα­σμέ­νες φί­λες” τους έ­δι­ναν μα­ζί με “τα φευ­γα­λέα χεί­λη” την «Ώχρα σπει­ρο­χαί­τη». Η συ­μπό­ρευ­ση Φι­λύ­ρα-Κα­ρυω­τά­κη ξε­κι­νά­ει α­πό το 1912 και το πε­ριο­δι­κό «Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νος Παρ­νασ­σός», ό­που ο Φι­λύ­ρας, 24χρο­νος, εί­ναι αρ­χι­συ­ντά­κτης και ο Κα­ρυω­τά­κης, 16χρο­νος, α­να­γνώ­στης αρ­χι­κά και με­τά συ­νερ­γά­της, με ποιή­μα­τα που “συ­νο­μι­λού­ν” με ε­κεί­να της πρώ­της συλ­λο­γής του Φι­λύ­ρα, «Ρό­δα στον α­φρό». Ο Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος σχο­λιά­ζει α­να­λυ­τι­κά την έ­κτα­ση της “συ­νο­μι­λίας” τους.
Εκτός α­πό τους δυο αυ­τό­χει­ρες, με­τρη­μέ­νοι εί­ναι και οι “ε­ρα­στές των τε­χνη­τών πα­ρα­δεί­σω­ν” της γε­νιάς, μό­λις δυο, Λα­πα­θιώ­της και Μή­τσος Πα­πα­νι­κο­λά­ου. Πι­θα­νώς, για κά­ποιο διά­στη­μα, να εί­χε ε­ξο­κεί­λει και ο Καί­σαρ Εμμα­νουήλ. Ας μην γε­νι­κεύου­με, με βά­ση το πρό­τυ­πο, που α­πο­τέ­λε­σαν οι κο­ρυ­φαίες πε­ρι­πτώ­σεις των Γάλ­λων ποιη­τών. Ού­τε αυ­τό­χει­ρες, ού­τε “ε­ρα­στές της η­δο­νής”, οι Άγρας και Φι­λύ­ρας. Κα­τά τα άλ­λα, μό­νο ε­πο­χές ά­κρως λο­γο­κρα­τού­με­νες δια­χω­ρί­ζουν τον ρο­μα­ντι­σμό σε υ­γιή και νο­ση­ρό. Αλλά και πά­λι, για­τί ο ρο­μα­ντι­σμός της τριά­δας Κα­ρυω­τά­κη-Άγρα-Φι­λύ­ρα ή­ταν “άρ­ρω­στος”; Γνή­σια ρο­μα­ντι­κοί στά­θη­καν, ό­πως δεί­χνουν πε­ρί­λα­μπρα τα ψευ­δώ­νυ­μα των δυο, που, με αυ­τά, αμ­φό­τε­ροι κα­τα­γρά­φτη­καν στις δέλ­τους της Λο­γο­τε­χνίας. Απόρ­ροια πα­τριω­τι­κού εν­θου­σια­σμού του πρώ­του, γερ­μα­νι­κού ρο­μα­ντι­σμού του δεύ­τε­ρου.
Το αρ­χι­κό ψευ­δώ­νυ­μο του Ιωάν­νη Οι­κο­νο­μό­που­λου ή­ταν “Κο­ριν­θια­κόν κύ­μα”, ε­γκε­κρι­μέ­νο α­πό τον Ξε­νό­που­λο, που κω­δι­κά σή­μαι­νε συμ­με­το­χή στη «Διά­πλα­ση των παί­δων». Αυ­τά το 1901, ό­ταν, 13χρο­νος, βρι­σκό­ταν α­κό­μη στη γε­νέ­τει­ρά του, το Κιά­το Κο­ριν­θίας. Σε α­ντί­θε­ση με τον Άγρα, ε­γκα­τέ­λει­ψε γρή­γο­ρα ψευ­δώ­νυ­μο και πε­ριο­δι­κό. Την ε­πό­με­νη χρο­νιά, με την οι­κο­γε­νεια­κή με­τοι­κε­σία στον Πει­ραιά, γνώ­ρι­σε τον Χιώ­τη Δη­μή­τρη Σύ­ψω­μο, που, το 1884, εί­χε έρ­θει στον Πει­ραιά α­πό τη Σύ­ρο. Το 1902, ή­ταν ή­δη γνω­στός ποιη­τής, με το ψευ­δώ­νυ­μο Λά­μπρος Πορ­φύ­ρας. Δι­κή του ε­πι­νό­η­ση το ψευ­δώ­νυ­μο Ρώ­μος Φι­λύ­ρας, με το ο­ποίο πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε ο Οι­κο­νο­μό­που­λος, μό­λις 14χρο­νος, με το ποίη­μα «Ρο­δό­φυλ­λα», στο «Νου­μά».
Ενώ, το Λά­μπρος Πορ­φύ­ρας εί­ναι μο­νο­σή­μα­ντα σο­λω­μι­κό, το Φι­λύ­ρας πα­ρα­πέ­μπει εις τρι­πλούν στον γερ­μα­νι­κό ρο­μα­ντι­σμό. Στο με­σαιω­νι­κό ποίη­μα «Υπό τας φι­λύ­ρας», ε­ρω­τι­κό τρα­γού­δι του λυ­ρι­κού Βάλ­τερ φον ντερ Φό­γκελ­βαϊντε, στο στο­χα­στι­κό διά­λο­γο του Σίλ­λε­ρ, «Ο πε­ρί­πα­τος υ­πό τας φι­λύ­ρας», και στο ρο­μα­ντι­κό ρο­μά­ντσο του Αλφόν­σου Καρ­ρ, «Υπό τας φι­λύ­ρας». Αυ­τό το τε­λευ­ταίο, έκ­δο­ση του 1832, με­τα­φρά­στη­κε στα ελ­λη­νι­κά το 1884, και πά­λι το 1916, αυ­τήν τη φο­ρά, α­πό τον Πο­λέ­μη. Όσο για το Ρώ­μος, α­πό το Ρέ­μος και Ρω­μύ­λος, φαί­νε­ται να προσ­γειώ­νει το ε­πί­θε­το στα καθ’ η­μάς.
Το με­σαιω­νι­κό τρα­γού­δι α­φη­γεί­ται τον έ­ρω­τα ε­νός ζευ­γα­ριού “unter der linde / an der heide”, με μο­να­δι­κή πα­ρου­σία έ­να α­η­δό­νι. Το πρώ­το ποίη­μα, που δη­μο­σιεύει  ο Φι­λύ­ρας, με το ό­νο­μά του, 11χρο­νος, στο παι­δι­κό πε­ριο­δι­κό «Η Χα­ρά» του Κων­στα­ντί­νου Γα­λά­νη, στο χω­ριό Ψά­ρι του Δή­μου Στυμ­φα­λίας, έ­χει συ­μπτω­μα­τι­κά τον τίτ­λο «Αη­δό­νι». Στον α­στε­ρι­σμό ε­κεί­νου του τρα­γου­διού, με ο­ρί­ζου­σες τη φύ­ση και τον ι­δεό­πλα­στο έ­ρω­τα, κι­νεί­ται το πρώ­το “ποιη­τι­κό βι­βλίο”, που ε­ξέ­δω­σε το 1911. Αυ­τό, μα­ζί με τα άλ­λα πέ­ντε “ποιη­τι­κά βι­βλία”, που ε­ξέ­δω­σε μέ­χρι το 1923, και το πε­ζό, «Ο θε­α­τρί­νος της ζωής», που τυ­πώ­νει το 1916, α­πο­τε­λούν τον πρώ­το τό­μο των Απά­ντων του, που κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό τις εκ­δό­σεις Γκο­βό­στη, το 1939, με ε­κτε­νή ει­σα­γω­γή και ε­πι­μέ­λεια του Αι­μί­λιου Χουρ­μού­ζιου. Στη συ­νέ­χεια, ο Χουρ­μού­ζιος συ­γκέ­ντρω­σε α­δη­μο­σίευ­τα ποιή­μα­τα του Φι­λύ­ρα με την προο­πτι­κή ε­πό­με­νων, ε­νός ή και δυο, τό­μων. Αυ­τή η συ­νέ­χεια δεν πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε, ού­τε τα χει­ρό­γρα­φα, που συ­νέ­λε­ξε, δια­σώ­θη­καν.
Ο Κα­ρά­ο­γλου α­να­φέ­ρει, πως, στις 29 και 31 Αυγ. 1938, δη­μο­σιεύε­ται προ­αγ­γε­λία αν­θο­λο­γίας Φι­λύ­ρα με πρό­λο­γο Μιλ­τιά­δη Μα­λα­κά­ση, που πο­τέ δεν εκ­δό­θη­κε. Ενώ, στις 14 Μαρ. 1939, α­ναγ­γέλ­λε­ται η έκ­δο­ση των Απά­ντων. Τό­τε, υ­πήρ­ξε διά­στα­ση α­πό­ψεων με­τα­ξύ Μα­λα­κά­ση και Χουρ­μού­ζιου. Ο πρώ­τος υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι χρεια­ζό­ταν “ξε­κα­θά­ρι­σμα” της  ποιη­τι­κής πα­ρα­γω­γής του Φι­λύ­ρα, ε­νώ ο δεύ­τε­ρος “πε­ρι­μά­ζε­μα”. Ού­τε τό­τε, πό­σω μάλ­λον σή­με­ρα, στέ­κει η ά­πο­ψη του Μα­λα­κά­ση. Κα­ταρ­χήν συ­γκε­ντρώ­νε­ται έ­να ποιη­τι­κό σώ­μα, κα­τά το δυ­να­τό πλη­ρέ­στε­ρο, και στη συ­νέ­χεια, συ­γκρο­τού­νται αν­θο­λο­γίες. Δε­δο­μέ­νου ό­τι το μεν πρώ­το εί­ναι στα­θε­ρό, ε­νώ η ό­ποια αν­θο­λό­γη­ση εκ­φρά­ζει την κρα­τού­σα αι­σθη­τι­κή ε­κά­στης ε­πο­χής. Η κα­τάρ­τι­ση Απά­ντων και Βι­βλιο­γρα­φιών εί­ναι οι δυο πρω­ταρ­χι­κές και α­πα­ραί­τη­τες φι­λο­λο­γι­κές ερ­γα­σίες, στις ο­ποίες η νε­ο­ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­το­λο­γία υ­στε­ρεί. Από­δει­ξη το πό­σο άρ­γη­σαν τα Άπα­ντα Φι­λύ­ρα. Και πά­λι, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο, πρό­κει­ται για “Άπα­ντα τα ευ­ρε­θέ­ντα”. Οι ε­πι­με­λη­τές, πα­ρά τις ε­πί­μο­χθες προ­σπά­θειες, για τις ο­ποίες ι­δεά­ζουν ει­σα­γω­γι­κά, έ­χουν τη βε­βαιό­τη­τα πως λαν­θά­νουν δη­μο­σιευ­μέ­να ποιή­μα­τα, αλ­λά και α­δη­μο­σίευ­τα αυ­τό­γρα­φα. Στον πρώ­το τό­μο, συ­γκε­ντρώ­νο­νται, σε έ­να πρώ­το μέ­ρος, τα έ­ξι “ποι­ητικά βιβλία” του Φι­λύ­ρα και σε έ­να δεύ­τε­ρο, τα «Πα­ρα­λει­πό­με­να», δη­λα­δή ό­σα δη­μο­σίευ­σε αυ­τήν την πρώ­τη πε­ρίο­δο αλ­λά δεν τα συ­μπε­ριέ­λα­βε στα “ποιη­τι­κά βι­βλία” του. Στον δεύ­τε­ρο τό­μο, συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα δη­μο­σιευ­μέ­να α­πό το 1923 μέ­χρι τον θά­να­τό του και τα ευ­ρε­θέ­ντα α­δη­μο­σίευ­τα. Προ­βλέ­πο­νται ευ­ρε­τή­ρια τίτ­λων και πρώ­των στί­χων, κα­θώς και γλωσ­σά­ρι. Πι­στεύου­με ό­τι θα βο­η­θού­σε και έ­να ευ­ρε­τή­ριο πε­ριο­δι­κών.
Μέ­νει η α­πο­ρία τι α­πό­γι­νε ε­κεί­νη η αν­θο­λο­γία, αλ­λά και πώς συ­νέ­βη, ο ί­διος εκ­δο­τι­κός οί­κος να προ­α­ναγ­γέλ­λει αν­θο­λο­γία Μα­λα­κά­ση και έ­ξι μή­νες με­τά, να εκ­δί­δει Άπα­ντα Χουρ­μού­ζιου. Πι­στεύου­με πως με­ρι­κή α­πά­ντη­ση προ­σφέ­ρουν οι πε­ρι­πέ­τειες που έ­χει ο εκ­δό­της Κώ­στας Γκο­βό­στης με την Ασφά­λεια του με­τα­ξι­κού κα­θε­στώ­τος. Κα­τα­στρο­φή του στοκ των βι­βλίων, ό­που πι­θα­νώς συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται η αν­θο­λο­γία, και δι­κή του φυ­λά­κι­ση. Με την ε­πα­νεκ­κί­νη­ση του εκ­δο­τι­κού οί­κου, μπο­ρεί να εί­χε την έ­μπνευ­ση να πε­ρι­συλ­λέ­ξει το διά­σπαρ­το έρ­γο του Φι­λύ­ρα, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την ε­πα­νέκ­δο­ση των βι­βλίων του, γι’ αυ­τό α­πευ­θύ­νε­ται στον Χουρ­μού­ζιο, συ­νερ­γά­τη του α­πό την ε­πο­χή του πε­ριο­δι­κού «Πρω­το­πό­ροι».
Πο­λύ­τι­μες α­πο­βαί­νουν οι ση­μειώ­σεις, που συ­νο­δεύουν τα ποιή­μα­τα. Εκτός α­πό το σχο­λια­σμό των λε­κτι­κών και φρα­στι­κών πα­ραλ­λα­γών στις δια­δο­χι­κές δη­μο­σιεύ­σεις, α­πο­κα­θί­στα­ται η χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά δη­μο­σίευ­σης των ποιη­μά­των, που ο Φι­λύ­ρας δεν κρα­τά­ει στις ποιη­τι­κές συλ­λο­γές. Για πα­ρά­δειγ­μα, τα ποιή­μα­τα «Το κοι­μή­τη­ρι» και «Στρα­τός», δη­μο­σιευ­μέ­να α­ντι­στοί­χως, το 1904 και το 1907, α­ντα­να­κλούν τα δει­νά της ε­πο­χής. Όσο α­φο­ρά τις χρο­νο­λο­γίες έκ­δο­σης των ποιη­τι­κών συλ­λο­γών του Φι­λύ­ρα, οι πραγ­μα­τι­κές μπο­ρεί να α­πο­κλί­νουν λί­γο των α­να­γρα­φό­με­νων. Για πα­ρά­δειγ­μα, η δεύ­τε­ρη, «Γυ­ρι­σμοί», με χρο­νο­λο­γία 1919, θα πρέ­πει να εκ­δό­θη­κε φθι­νό­πω­ρο 1918, α­φού ο Π. Τα­γκό­που­λος την σχο­λιά­ζει Νοέ. 1918.
Ας κλεί­σου­με ε­δώ, για­τί η πε­ρί­πτω­ση Φι­λύ­ρα, με α­φορ­μή τη δί­το­μη έκ­δο­ση, ε­πι­δέ­χε­ται αρ­κε­τό α­κό­μη σχο­λια­σμό. Εξάλ­λου, δεν φι­λο­δο­ξού­με να κά­νου­με κά­ποιο εί­δος α­να­διά­τα­ξης στα φι­λο­λο­γι­κά πράγ­μα­τα.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/6/2015.

Όλα εί­ναι έ­να λά­θος

Θω­μάς Συ­μεω­νί­δης
«Γί­νε ο ή­ρωάς μου!»
Εκδό­σεις Γα­βριη­λί­δης
Φεβ. 2015

Εί­χε κά­μπο­σο και­ρό να προ­κύ­ψει πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος γέν­νη­μα θρέμ­μα Θεσ­σα­λο­νι­κιός. Το βι­βλίο του Θω­μά Συ­μεω­νί­δη α­πο­τε­λεί ευ­χά­ρι­στη έκ­πλη­ξη, έ­στω κι αν έρ­χε­ται μέ­σω Πα­ρι­σίων. Έτσι κι αλ­λιώς, δε­δο­μέ­νου ό­τι μία αυ­ξα­νό­με­νη ο­μά­δα πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων εί­ναι δι­πλω­μα­τού­χοι α­νώ­τα­των σχο­λών, με με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές σε ι­δρύ­μα­τα η­με­δα­πής και αλ­λο­δα­πής, α­να­μέ­νε­ται να πλη­θαί­νουν, με τη συμ­βο­λή και της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης, οι κά­τοι­κοι ε­ξω­τε­ρι­κού. Ο Συ­μεω­νί­δης θα μπο­ρού­σε να ε­ντα­χθεί στην πρό­σφα­τη πε­ντά­δα πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων πε­ζο­γρά­φων (Α. Πα­πα­ντώ­νης, Χρ. Κυ­θρεώ­της, Λ. Κα­λο­σπύ­ρος, Γ. Τσίρ­μπας, Ι. Ανυ­φα­ντά­κης), γεν­νη­μέ­νων την πε­ρίο­δο 1976-1983, με πρώ­τη εμ­φά­νι­ση μέ­σα στα τε­λευ­ταία  δυο χρό­νια, για τους ο­ποίους ε­πι­κρά­τη­σε η κά­πως τε­τριμ­μέ­νη πρόρ­ρη­ση, των πολ­λά υ­πο­σχό­με­νων. Κα­τά σύ­μπτω­ση, ό­λοι τους τυγ­χά­νουν ε­πι­στή­μο­νες. Στο ση­μείο που δια­φο­ρο­ποιεί­ται ο Συ­μεω­νί­δης α­πό τους λοι­πούς της ο­μά­δας, εί­ναι η μη πα­ρου­σία του σε σχο­λές δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής, λο­γο­τε­χνι­κούς δια­γω­νι­σμούς και δη­μο­σιεύ­σεις βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεων. Δη­λα­δή, του­λά­χι­στον προ­σώ­ρας, α­πέ­χει α­πό το γη­γε­νές λο­γο­τε­χνι­κό γί­γνε­σθαι. Αν και μπο­ρεί να μην πρό­κει­ται για ε­πι­λο­γή, αλ­λά α­πλώς για συ­γκυ­ρια­κή α­πόρ­ροια, κα­θώς αυ­τές οι δρα­στη­ριό­τη­τες σχε­δόν πε­ρι­χα­ρα­κώ­νο­νται α­πό ο­ρι­σμέ­νους λο­γο­τε­χνι­κούς κύ­κλους της Αθή­νας.   
Εί­ναι, πά­ντως, ο δεύ­τε­ρος θε­τι­κός ε­πι­στή­μων, με­τά τον συ­νο­μή­λι­κό του Πα­πα­ντώ­νη, ε­πί­σης κά­τοι­κο ε­ξω­τε­ρι­κού. Μό­νο που οι σπου­δές βιο­λο­γίας του Πα­πα­ντώ­νη κα­θο­ρί­ζουν σε με­γά­λη έ­κτα­ση το μύ­θο του βι­βλίου του, σε α­ντί­θε­ση με την κα­τάρ­τι­ση στην αρ­χι­τε­κτο­νι­κή του Συ­μεω­νί­δη. Αλλά οι δι­κές του με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές, κα­θώς και οι ση­με­ρι­νές ε­να­σχο­λή­σεις του, έ­χουν στρα­φεί σε θεω­ρη­τι­κό ε­πι­στη­μο­νι­κό α­ντι­κεί­με­νο. Όπως και ο ή­ρωας του βι­βλίου του, με­τά τον πρώ­το κύ­κλο σπου­δών στην γε­νέ­τει­ρα, “δι­δά­χτη­κε τις πο­λι­τι­κές και οι­κο­νο­μι­κές ε­πι­στή­μες σε ο­νο­μα­στό πα­νε­πι­στή­μιο της αλ­λο­δα­πής”, που στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, σύμ­φω­να με το βιο­γρα­φι­κό στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου του, εί­ναι το London School of Economics and Political Sciences. Στη συ­νέ­χεια, ε­πα­νέ­καμ­ψε στην η­με­δα­πή, ό­χι πλέ­ον στη Θεσ­σα­λο­νί­κη αλ­λά στην Αθή­να, ό­που εκ­πό­νη­σε με­τα­πτυ­χια­κή δια­τρι­βή στο διε­πι­στη­μο­νι­κό πε­δίο αι­σθη­τι­κής φι­λο­σο­φίας και αρ­χι­τε­κτο­νι­κής και με­τά, α­πο­μα­κρυ­νό­με­νος α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο των θε­τι­κών ε­πι­στη­μών, δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή πά­νω στην αι­σθη­τι­κή θεω­ρία του Τε­ο­ντόρ Αντόρ­νο και συ­γκε­κρι­μέ­να, σχε­τι­κά με τη φι­λο­σο­φι­κή θεώ­ρη­ση α­πό ε­κεί­νον του θε­α­τρι­κού έρ­γου του Σά­μουελ Μπέ­κε­τ, «Το τέ­λος του παι­χνι­διού».
Χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να με το πε­ζο­γρά­φη­μά του, τον ε­φε­τι­νό Ιαν.,  ε­ξέ­δω­σε τη δια­τρι­βή του, με τίτ­λο, «Όλα εί­ναι πα­ρε­ξή­γη­ση», και υ­πό­τιτ­λο, «Η φι­λο­σο­φι­κή ερ­μη­νεία της τέ­χνης ως κρι­τι­κή της ο­ντο­λο­γίας». Τώ­ρα, κα­τά πό­σο η ε­ντρύ­φη­ση σε ζη­τή­μα­τα φι­λο­σο­φι­κής και συ­γκρι­τι­κής αι­σθη­τι­κής, η ο­ποία συ­νε­χί­ζε­ται και με­τά το πέ­ρας της δια­τρι­βής, κα­τά την ή­δη τε­τρα­ε­τή πα­ρα­μο­νή του στην αλ­λο­δα­πή, έ­χει ε­μπο­τί­σει το πε­ζο­γρά­φη­μά του, μέ­νει να συ­ζη­τη­θεί. Η α­πά­ντη­ση δεν εί­ναι αυ­το­νό­η­τη, κα­θώς οι ό­ποιες ε­πιρ­ροές δεν κα­θρε­φτί­ζο­νται εμ­φα­νώς στο μύ­θο, ό­πως συμ­βαί­νει με τη νου­βέ­λα, «Κα­ρυό­τυ­πος», του Πα­πα­ντώ­νη. Από την άλ­λη, δεν συ­νι­στά δευ­τε­ρεύον θέ­μα, ού­τε στεί­ρο φι­λο­λο­γι­σμό. Πα­ρό­μοιος ε­πη­ρε­α­σμός στην πε­ριο­χή του στο­χα­σμού, σε α­ντί­θε­ση με τον ε­μπει­ριο­κρα­τι­κό των θε­τι­κών ε­πι­στη­μών, μπο­ρεί να α­πο­βεί κα­θο­ρι­στι­κός, αλ­λά δυσ­διά­κρι­τος. 
Στα τε­λευ­ταία χρό­νια, εί­χα­με το πα­ρά­δειγ­μα και ε­νός άλ­λου νέ­ου συγ­γρα­φέα, με σπου­δές στη φι­λο­σο­φία και σχε­τι­κή δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή. Του Πά­νου Τσί­ρου, ε­πτά χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρου του Συ­μεω­νί­δη, που ε­ξέ­δω­σε το πρώ­το του βι­βλίο, συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, συ­μπτω­μα­τι­κά, ε­πτά χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Ήδη, το 2013, ε­ξέ­δω­σε δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή, με εμ­φα­νέ­στε­ρη την ε­πί­δρα­ση α­πό το «Tractatus Logic-Philosophicus» του Λού­ντβιχ Βιτ­γκεν­στάιν, που εί­χε α­πο­τε­λέ­σει το α­ντι­κεί­με­νο των με­τα­πτυ­χια­κών σπου­δών του. Όπως και να έ­χει, στο πρώ­το πε­ζό, υ­πε­ρι­σχύουν, κα­τά κα­νό­να, οι προ­σω­πι­κές ε­μπει­ρίες. Ωστό­σο, στο πρώ­το πε­ζό του Συ­μεω­νί­δη, έ­να βα­σι­κό θέ­μα, γύρω από το οποίο στρέφεται μεγάλο μέρος της αφήγησης, είναι η αυτοκτονία. Θέ­μα, που α­πα­σχό­λη­σε τον Μπέ­κετ και το ο­ποίο, πι­θα­νώς, να βρι­σκό­ταν στο πυ­ρή­να της δια­φω­νίας του με τον Αντόρ­νο, ό­πως ο Συ­μεω­νί­δης α­να­πτύσ­σει ει­σα­γω­γι­κά στο δο­κι­μια­κό του βι­βλίο.
Το πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο του Συ­μεω­νί­δη δεν φέ­ρει ει­δο­λο­γι­κό προσ­διο­ρι­σμό. Ανε­ξάρ­τη­τα, ό­μως, του σχε­τι­κά μι­κρού α­ριθ­μού σε­λί­δων, δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ι­στο­ρία ή νου­βέ­λα. Το σύν­θε­το της υ­πό­θε­σης, κυ­ρίως το σα­σπέ­νς που δη­μιουρ­γεί με την ε­ναλ­λα­γή σκη­νών και τό­πων δρά­σης, του δίνουν υπόσταση μυθιστο­ρή­ματος, με στοι­χεία θρίλερ. Εκ πρώ­της ό­ψεως, ψυ­χο­λο­γι­κού θρί­λε­ρ, αν και οι προ­φα­νείς κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κές πα­ρά­με­τροι το κα­θι­στούν το θρί­λερ της κρί­σης. Μό­νο που αυ­τό δεν το­πο­θε­τεί­ται στα χρό­νια της κρί­σης. Πα­ρό­τι ο χρό­νος δρά­σης δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται, υ­πάρ­χουν εν­δεί­ξεις στην πλο­κή πως πρό­κει­ται για την πε­ρίο­δο προ της κρί­σης. Για πα­ρά­δειγ­μα, α­να­φέ­ρο­νται ο­ρι­σμέ­νες πρα­κτι­κές, που με την κρί­ση δεν ε­γκα­τα­λεί­φθη­καν μεν, αλ­λά α­να­γκα­στι­κά, λό­γω της οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας στους ποι­κί­λους δη­μό­σιους ορ­γα­νι­σμούς, πε­ριο­ρί­στη­καν. Μία α­πό αυ­τές, α­φο­ρά τη νο­σο­κο­μεια­κή νο­ση­λεία και εγ­χεί­ρη­ση α­να­σφά­λι­στου με Ασφα­λι­στι­κό Βι­βλιά­ριο άλ­λου προ­σώ­που. Στο βι­βλίο, αυ­τό το άλ­λο πρό­σω­πο εί­ναι ο πα­τέ­ρας, στην πρά­ξη, ω­στό­σο, κα­τα­γρά­φτη­καν πε­ρι­πτώ­σεις, στις ο­ποίες α­σφα­λι­σμέ­νος και α­να­σφά­λι­στος δεν εί­χαν το ί­διο ε­πί­θε­το, ού­τε καν το ί­διο φύ­λο. Το α­λα­λούμ των ελ­λη­νι­κών νο­σο­κο­μείων, που κα­λά κρα­τεί ε­δώ και του­λά­χι­στον δυο δε­κα­ε­τίες, το έ­χει α­πο­δώ­σει σε δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ο Γιώρ­γος Δε­ντρι­νός («Απ’ τα κόκ­κα­λα» και «Μαύ­ρες ο­χιές μας ζώ­σαν»). Εκεί­νος, ό­μως, εί­ναι ορ­θο­πε­δι­κός χει­ρούρ­γος και στα βι­βλία του με­τα­μορ­φώ­νει την α­γα­νά­κτη­σή του σε σα­τι­ρι­κή κω­μω­δία ή και πα­ρω­δία.
Το βι­βλίο του Συ­μεω­νί­δη μπο­ρεί να α­να­φέ­ρε­ται στα προ­πα­ρα­σκευα­στι­κά της κρί­σης χρό­νια, αλ­λά α­νή­κει στη λο­γο­τε­χνία της κρί­σης, λό­γω του ύ­φους μίας α­φή­γη­σης σε πρώ­το πρό­σω­πο, που κα­τορ­θώ­νει να α­πο­δώ­σει την τε­τα­μέ­νη α­τμό­σφαι­ρα της τε­λευ­ταίας πε­ντα­ε­τίας. Κυ­ριο­λε­κτι­κά, καφ­κι­κή. Κε­ντρι­κό πρό­σω­πο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος εί­ναι ο α­φη­γη­τής, που έ­χει δια­φύ­γει στο Πα­ρί­σι, κα­θώς, ως α­νώ­τε­ρο διοι­κη­τι­κό στέ­λε­χος του νο­σο­κο­μείου, ε­μπλέ­κε­ται στην α­πά­τη της εγ­χεί­ρη­σης. Σε πρώ­το πρό­σω­πο ε­κτυ­λίσ­σε­ται ο μο­νό­λο­γός του, χω­ρι­σμέ­νος σε τρία μέ­ρη: “αρ­χή”, “συ­νέ­χεια”, “τέ­λος”. Τα δυο α­κραία μέ­ρη έ­χουν έ­κτα­ση μό­λις μίας σε­λί­δας και ε­στιά­ζουν σε δυο τη­λε­φω­νή­μα­τά του α­πό τον ί­διο πά­ντα πα­ρι­σι­νό θά­λα­μο προς την α­γα­πη­μέ­νη του στην Αθή­να, η ο­ποία τον πλη­ρο­φο­ρεί κά­θε φο­ρά για την κα­τά­στα­ση του εγ­χει­ρι­σμέ­νου. Στην “αρ­χή”, του α­να­κοι­νώ­νει ό­τι κα­τέ­λη­ξε. Στο “τέ­λος”, ε­κεί­νος προ­λα­βαί­νει να α­κού­σει, ό­τι “πή­ρε ε­ξι­τή­ριο”. Ακρι­βέ­στε­ρα, κα­θώς οι μο­νά­δες τε­λειώ­νουν, νο­μί­ζει ό­τι το α­κούει. Οπό­τε, το τέ­λος μέ­νει α­νοι­κτό και η ε­φιαλ­τι­κή πλε­κτά­νη σε βά­ρος του με­τέω­ρη.
“Όλα εί­ναι πα­ρε­ξή­γη­ση”; Ή, “ό­λα εί­ναι λά­θος”, ό­πως ε­πα­να­λαμ­βά­νει έ­νας άλ­λος, που βρέ­θη­κε στην ί­δια πε­ρι­δί­νη­ση. Μό­νο που ε­κεί­νος στά­θη­κε πιο ά­τυ­χος ή και φύ­σει πιο ευαί­σθη­τος, με α­πο­τέ­λε­σμα το σύ­στη­μα να τον ξε­βρά­σει. Ο συγ­γρα­φέ­ας τον πλά­θει στο κα­λού­πι των αυ­το­χεί­ρων της κρί­σης, που δεν ά­ντε­ξαν τις πιέ­σεις. Ο α­φη­γη­τής θα α­ντέ­ξει στο πά­λε­μα με τις ε­νο­χές. Από μία ά­πο­ψη, έ­φται­ξε. Από μία άλ­λη ο­πτι­κή, δεν ή­ταν πα­ρά το πρό­σφο­ρο θή­ρα­μα σε έ­να κυ­νη­γη­τό ε­ξι­λα­στή­ριων θυ­μά­των. Δεν ο­νο­μα­τί­ζε­ται, εί­ναι έ­νας τυ­χών, α­ντι­μέ­τω­πος με την ου­σια­στι­κά α­πρό­σω­πη δύ­να­μη των μη­χα­νι­σμών ε­ξου­σίας, ό­που ι­σχύς και ρό­λοι προ­σώ­πων συγ­χέ­ο­νται. Το έ­γκλη­μά του συ­νί­στα­ται στην εν­δο­τι­κό­τη­τά του, α­πο­δε­χό­με­νος ως αυ­το­νό­η­τες τις τρέ­χου­σες τα­κτι­κές ε­ξεύ­ρε­σης μίας θέ­σης ερ­γα­σίας ή και τους τρό­πους α­νέ­λι­ξης σε αυ­τήν. Ως γνω­στόν, συγ­γε­νι­κές σχέ­σεις και κομ­μα­τι­κές δια­συν­δέ­σεις, στην ι­διό­μορ­φη, ελ­λη­νι­κής κο­πής, στε­νή αλ­λη­λε­ξάρ­τη­ση, κοι­νώς δια­πλο­κή, πο­λύ πέ­ραν των πε­λα­τεια­κών, α­να­γό­με­νες σε ε­θι­μο­τυ­πι­κά φι­λι­κές, ε­μπνέ­ουν ε­δώ και του­λά­χι­στον μία 50ε­τία. Από το «Υπάρ­χει και φι­λό­τι­μο» του Αλέ­κου Σα­κελ­λά­ριου μέ­χρι τα πρό­σφα­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Μά­κη Κα­ρα­γιάν­νη («Το ό­νει­ρο του Οδυσ­σέ­α») και του Νί­κου Πα­να­γιω­τό­που­λου («Τα παι­διά του Κάιν»), που φέρ­νουν στο στό­χα­στρο τη γε­νιά της με­τα­πο­λί­τευ­σης, φθά­νο­ντας στην πα­ρακ­μια­κή Ελλά­δα της δια­φθο­ράς. Κοι­νώς, μέ­χρι τα προ­εόρ­τια της τρέ­χου­σας κρί­σης.
Ο Συ­μεω­νί­δης κα­τορ­θώ­νει να α­πο­δώ­σει σχη­μα­τι­κά αυ­τή τη γε­νι­κευ­μέ­νη κοι­νω­νι­κή κα­τά­στα­ση. Απο­φεύ­γο­ντας το μυ­θι­στό­ρη­μα με υ­πό­θε­ση και χα­ρα­κτή­ρες, α­να­δει­κνύει τα νο­ση­ρά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Η νο­μο­τε­λεια­κά πα­θο­γό­να λει­τουρ­γία του συ­στή­μα­τος α­πο­τυ­πώ­νε­ται στην πυ­ρα­μι­δο­ει­δή σχέ­ση “Υπουρ­γείου”-“Οργα­νι­σμού”, χω­ρίς συ­γκε­κρι­μέ­νη ο­νο­μα­στι­κή α­να­φο­ρά. Ως πα­ρα­δειγ­μα­τι­κός “Οργα­νι­σμός” ε­πι­λέ­γε­ται έ­να νο­σο­κο­μείο, α­φού ε­κεί τα λά­θη κά­ποιων α­νεύ­θυ­νων, που εκ­με­ταλ­λεύο­νται την ι­σχύ της θέ­σης τους, δεν ση­μαί­νουν μό­νο κα­τά­χρη­ση οι­κο­νο­μι­κών πό­ρων, αλ­λά θά­να­το. Στον “Οργα­νι­σμό”, υ­πάρ­χουν δυο α­ντί­πα­λες, αλ­λη­λοϋπο­νο­μευό­με­νες ο­μά­δες, που α­πο­κα­λού­νται κρυ­πτι­κά “πτέ­ρυ­γες”. Με αυ­τό το μυ­θο­πλα­στι­κό εύ­ρη­μα, α­πο­δί­δο­νται οι δυο ο­μά­δες υ­παλ­λή­λων, που δη­μιουρ­γούν σε ό­λα τα δη­μό­σια ι­δρύ­μα­τα οι δι­κομ­μα­τι­κοί διο­ρι­σμοί κα­τά τις ε­κλο­γι­κές ε­ναλ­λα­γές, α­φού η υ­παλ­λη­λι­κή μο­νι­μό­τη­τα α­πο­τρέ­πει το ξε­κα­θά­ρι­σμα. Εύ­στο­χα, η θέ­ση κλει­δί α­πο­δί­δε­ται στον “διευ­θυ­ντή γρα­φείου” του υ­φυ­πουρ­γού, που ο α­φη­γη­τής το­νί­ζει ό­τι θα τον α­να­φέ­ρει ως Υπουρ­γό. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, ο “διευ­θυ­ντής γρα­φείου” ο­νο­μα­τί­ζε­ται, σε α­ντί­θε­ση με τους άλ­λους βα­σι­κούς ή­ρωες, που προσ­διο­ρί­ζο­νται με βά­ση τη θέ­ση που κα­τέ­χουν ή την κα­τά­στα­ση που βρί­σκο­νται, λ.χ., “συμ­βα­σιού­χος”, “ναρ­κω­μέ­νος”. Μά­λι­στα, γι’ αυ­τόν ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­λέ­γει, ό­χι έ­να, αλ­λά δυο η­χη­ρά ο­νό­μα­τα, Κλέ­αρ­χος-Κων­στα­ντί­νος. Αυ­τός εί­ναι ο άν­θρω­πος του κόμ­μα­τος, για τον ο­ποίο ο Σα­κελ­λά­ριος εί­χε πλά­σει το πα­ρω­νύ­μιο Γκρούε­ζας.      
Στο μυθιστόρημα, έχουν πειστικά πλαστεί, το “Συγ­γε­νι­κό Πρό­σω­πο”, που ζη­τά το ρου­σφέ­τι ε­νός διο­ρι­σμού, το “Πο­λι­τι­κό Πρό­σω­πο”, που ε­νερ­γεί δεό­ντως, ο σπιού­νος του Οργα­νι­σμού, σκιά των ερ­γα­ζό­με­νων προς συλ­λο­γή στοι­χείων που θα χρη­σι­μεύ­σουν για την πα­γί­δευ­ση και τη συμ­μόρ­φω­σή τους στις ά­νω­θεν ε­πι­τα­γές. Χά­ρις στην ψη­φια­κή τε­χνο­λο­γία, σή­με­ρα πλέ­ον, υ­πάρ­χει η δυ­να­τό­τη­τα ε­νο­χο­ποίη­σής τους με ει­κο­νι­κά ε­γκλή­μα­τα, ό­πως κλο­πή, σε­ξουα­λι­κή πα­ρε­νό­χλη­ση, μέ­χρι και δια­κί­νη­ση “υ­λι­κού παι­δι­κής πορ­νο­γρα­φίας”. Ακό­μη, τα πρό­σω­πα του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου, που α­πο­δέ­χο­νται τον διο­ρι­σμό τους με εν­θου­σια­σμό, κα­θώς τον α­ντι­με­τω­πί­ζουν ως σπου­δαιο­φα­νή προ­βι­βα­σμό, που ε­ξα­σφα­λί­ζει ά­κο­πα ο­φέ­λη, οι­κο­νο­μι­κά και ε­ξου­σίας. Χω­ρίς υ­περ­βο­λές, αλ­λά με δια­κρι­τό χιού­μο­ρ, πε­ρι­γρά­φε­ται ο δό­λιος τρό­πος κα­τάρ­τι­σης του πε­ρι­βό­η­του Δ.Σ. του “Οργα­νι­σμού”, ώ­στε να ε­πι­τυγ­χά­νε­ται ι­σόρ­ρο­πη εκ­προ­σώ­πη­ση ό­λων των κέ­ντρων ε­ξου­σίας. Οι άν­θρω­ποι των μεν και των δε, το “μά­τι και το χέ­ρι” του Υπουρ­γού, α­κό­μη ο συγ­γε­νής του Υπουρ­γού, τέ­λος, α­πα­ραι­τή­τως, και έ­νας δη­μο­σιο­γρά­φος. Ήδη, α­πό την ε­πο­χή του Σα­κελ­λά­ριου, το­νί­ζε­ται σε κω­μω­δίες και κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ο ρό­λος του Τύ­που. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το Γρα­φείο Τύ­που του νο­σο­κο­μείου ή και του οιου­δή­πο­τε Οργα­νι­σμού εί­ναι ε­κεί­νο που θα α­πο­κρύ­ψει τα κα­κώς κεί­με­να, ε­πι­νοώ­ντας και προ­βάλ­λο­ντας φι­λάν­θρω­πες πρά­ξεις, ε­πι­με­λώς σχε­δια­σμέ­νες, ώ­στε το ό­φε­λος να υ­πο­σκε­λί­ζει τη δα­πά­νη.
Ο κορ­μός του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος που εί­ναι το με­σαίο μέ­ρος, με τον τίτ­λο, “συ­νέ­χεια”, χω­ρί­ζε­ται σε έ­ξι ά­τιτ­λα μέ­ρη, στα ο­ποία  ο μο­νό­λο­γος του α­φη­γη­τή, υ­πό μορ­φή α­πο­λο­γίας, φαί­νε­ται να α­πευ­θύ­νε­ται νο­ε­ρά και κα­τά φα­ντα­σία σε δια­φο­ρε­τι­κούς α­πο­δέ­κτες: τον α­να­γνώ­στη, τον πρό­ε­δρο ε­νός δι­κα­στη­ρίου, μια ό­μορ­φη δη­μο­σιο­γρά­φο, τον σπιού­νο, τον αυ­τό­χει­ρα “συμ­βα­σιού­χο” υ­πάλ­λη­λο ή και εις ε­αυ­τόν. Ανα­λό­γως δια­φο­ρο­ποιεί­ται μορ­φι­κά, ώ­στε να αυ­ξο­μειώ­νε­ται η έ­ντα­ση των αι­σθη­μά­των. Ένας μο­νό­λο­γος, που α­πο­βαί­νει κα­θη­λω­τι­κός, με α­σα­φή τα ό­ρια πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και κα­τα­διω­κτι­κής φα­ντα­σίω­σης.
Από κοι­νω­νιο­λο­γι­κής πλευ­ράς, απο­κτά ενδιαφέρον ο ρόλος, στον καιρό της κρίσης,  που ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­δί­δει στις γυ­ναί­κες. Τρεις α­να­κα­τώ­νο­νται στη ζωή του α­φη­γη­τή. Όλες τους συμ­βι­βα­σμέ­νες με τους τρό­πους που δου­λεύουν οι μη­χα­νι­σμοί. Οι δυο εν­σω­μα­τω­μέ­νες, χω­ρίς ε­νο­χές, ού­τε καν μία κρί­ση αυ­το­συ­νει­δη­σίας. Η τρί­τη α­γω­νί­ζε­ται με τα κάλ­λη της να ε­ξα­σφα­λί­σει θέ­ση. “Οι γυ­ναί­κες εί­ναι σαρ­κο­βό­ρα”, α­πο­φαί­νε­ται ο άν­θρω­πος του Υπουρ­γού. Τέ­λος, ο τίτ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, πα­ρα­πέ­μπει στο α­με­ρι­κα­νι­κής έ­μπνευ­σης κά­λε­σμα, “be my hero”, που έ­χει πολ­λές εκ­δο­χές, ζη­τώ­ντας κά­θε φο­ρά τη συ­μπα­ρά­τα­ξη σε κά­ποια ο­ρι­σμέ­νη συλ­λο­γι­κή προ­σπά­θεια. Εδώ, το απευθύνουν στον αφηγητή, ο κα­τό­πιν αυ­τό­χει­ρας, προ­τρέ­πο­ντάς τον να ση­κώ­σει α­νά­στη­μα στις πιέ­σεις του συ­στή­μα­τος, και η πιο “σαρ­κο­βό­ρα” α­πό τις γυ­ναί­κες που τον πε­ρι­βάλ­λουν, σχε­δόν δια­τάσ­σο­ντάς τον να ε­πω­φε­λη­θεί των πε­ρι­στά­σεων. Πα­ραλ­λαγ­μέ­νο το κά­λε­σμα στο γνω­στό, “be your hero”, ται­ριά­ζει με την κα­τα­λη­κτι­κή στρο­φή του μο­νο­λό­γου, ό­που ο α­φη­γη­τής προ­σπα­θεί να γί­νει ο ή­ρωας του ε­αυ­τού του. Αν, ω­στό­σο, ο τίτ­λος συν­δε­θεί με το ε­ξώ­φυλ­λο, α­πο­κτά ει­ρω­νι­κή χροιά. Πρό­κει­ται για τον πί­να­κα του Γιό­ζεφ Μπόις, «Τσό­χι­νο κου­στού­μι», με τα μα­νί­κια δυ­σα­νά­λο­γα μα­κριά. Σαν να πέ­φτει πο­λύς για τον α­φη­γη­τή ο ρό­λος του δη­μό­σιου υ­παλ­λή­λου, του άλ­λο­τε πο­τέ α­πο­κα­λού­με­νου και δη­μό­σιου λει­τουρ­γού. Δεν εκ­συγ­χρο­νί­ζο­νται μό­νο οι άν­θρω­ποι, αλ­λά και τα λε­κτι­κά σχή­μα­τα που τους α­κο­λου­θούν. Μό­νο που ο εκ­συγ­χρο­νι­σμός ο­δη­γεί κά­πο­τε σε καφ­κι­κά α­διέ­ξο­δα, σαν αυ­τά του Συ­μεω­νί­δη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/5/2015.

Το σύνδρομο του καθρέφτη

Κώ­στας Κα­τσου­λά­ρης
«Νυ­χτε­ρι­νό ρεύ­μα»
Εκδό­σεις Πό­λις
Μάρ­τιος 2015  

Η πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση εί­ναι ό­τι οι και­νού­ριες ι­στο­ρίες του Κώ­στα Κα­τσου­λά­ρη, που α­πορ­ρέ­ουν α­πό συγ­γρα­φές της τε­λευ­ταίας ε­ξα­ε­τίας, το­πο­θε­τού­νται στο οι­κείο κλί­μα των προ­η­γού­με­νων πε­ζών του. Πρό­κει­ται και πά­λι για α­θη­ναϊκές ι­στο­ρίες, ό­πως τα έ­ντε­κα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής «Μι­κρός δα­κτύ­λιος». Και ε­δώ,  μία ι­στο­ρία δια­φεύ­γει ε­κτός των ο­ρίων του “μι­κρού δα­κτυ­λίου”, αυ­τήν τη φο­ρά, ό­μως, δεν με­τα­κι­νεί­ται προς τις “μαύ­ρες συ­νοι­κίες” της πό­λης, αλ­λά προς την Πάρ­νη­θα, το “μαύ­ρο βου­νό”, α­φού λαμ­βά­νει χώ­ρα πέ­ντε χρό­νια με­τά το κα­λο­καί­ρι του 2007, με τους ε­κτε­τα­μέ­νους ε­μπρη­σμούς, που ξε­κί­νη­σαν α­πό τα Δερ­βε­νο­χώ­ρια και κα­τέ­φα­γαν τον με­γα­λύ­τε­ρο Εθνι­κό Δρυ­μό του λε­κα­νο­πε­δίου της Αττι­κής. Ωστό­σο, αυ­τές οι τέσ­σε­ρις ι­στο­ρίες, που δεν θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν διη­γή­μα­τα αλ­λά ού­τε και νου­βέ­λες, δεν κι­νού­νται ε­πί τα αυ­τά. Αντι­θέ­τως, α­φί­στα­νται αι­σθη­τά των έ­ξι βι­βλίων της 15ε­τίας, 1997-2011. Ο εν­διά­με­σος χρό­νος φαί­νε­ται να λει­τούρ­γη­σε δη­μιουρ­γι­κά. Κα­τά μία ά­πο­ψη, ω­στό­σο, η ε­ντύ­πω­ση δια­φο­ρο­ποίη­σης θα μπο­ρού­σε να καλ­λιερ­γεί­ται α­πό την τρέ­χου­σα κρί­ση, την ο­ποία οι ι­στο­ρίες δεί­χνουν να πα­ρα­κο­λου­θούν ε­πο­πτι­κά α­πό τα ση­μεία κο­ρύ­φω­σής της. Πα­ρό­λα αυ­τά, δεν προ­ε­ξάρ­χει η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, δη­λα­δή ά­νερ­γοι, ά­στε­γοι και έ­τε­ροι πε­ρι­θω­ρια­κοί των πρό­σφα­των “α­θη­ναϊκών ι­στο­ριώ­ν” άλ­λων συ­νο­μη­λί­κων του και νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων.
Τα χρο­νο­λο­γι­κά ί­χνη των ι­στο­ριών δια­γρά­φουν “την τρο­χιά της δύ­να­μης του κα­κού, α­πε­ριό­ρι­στα ι­σχυ­ρό­τε­ρη α­πό τη δύ­να­μη του κα­λού”. Αυ­τήν την ο­πτι­κή γω­νία την υ­πο­βάλ­λει η συλ­λο­γι­στι­κή ε­νός πα­ρά­ξε­νου ή­ρωα μίας α­πό τις ι­στο­ρίες, ο ο­ποίος πι­στεύει σε έναν υπε­ραισθητό κόσμο θαυμάτων. Η σκέ­ψη του δεί­χνει σαν α­πο­κύη­μα ε­ξημ­μέ­νης φα­ντα­σίας, ω­στό­σο α­πο­κα­θι­στά σχέ­ση αι­τίας αι­τια­τού στα συμ­βά­ντα της κοι­νω­νι­κής έ­κρη­ξης, εκ­φρά­ζο­ντας το λαϊκό αί­σθη­μα, ό­πως αυ­τό εί­χε ε­ξαρ­χής δια­μορ­φω­θεί. Από την καιό­με­νη Ελλά­δα του 2007, φαί­νε­ται να πε­ρά­σα­με σχε­δόν νο­μο­τε­λεια­κά στον Δεκ. του 2008, που καί­γο­νται τα Εξάρ­χεια, και πα­ρο­μοίως, σχε­δόν σαν να ή­ταν προ­κα­θο­ρι­σμέ­νο, να φτά­νου­με στον Μάι. του 2010 και τον Φεβ. του 2012, ό­ταν πυρ­πο­λεί­ται κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη το κέ­ντρο της Αθή­νας, για να κα­τα­λή­ξου­με στη βύ­θι­ση των δυο τε­λευ­ταίων χρό­νων, ό­που διο­γκω­μέ­νη α­νερ­γία και δια­δο­χι­κές πε­ρι­κο­πές α­μοι­βών ε­πέ­κτει­ναν την πτώ­χευ­ση σε ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα, α­να­τρέ­πο­ντας ι­σόρ­ρο­πες κα­τα­στά­σεις και δη­μιουρ­γώ­ντας νέες σχέ­σεις ε­ξάρ­τη­σης.
Η δια­φο­ρο­ποίη­ση, ω­στό­σο, των ι­στο­ριών δεν ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στην κρί­ση. Μπο­ρεί το σκη­νι­κό της κρί­σης να α­πο­τε­λεί έ­ναν πρό­σφο­ρο τρό­πο για τη συ­ναρ­μο­γή των τριών α­πό αυ­τές, ε­κεί­νο, ό­μως, που κυ­ρίως αλ­λά­ζει εί­ναι ο βα­σι­κός χα­ρα­κτή­ρας στο βι­βλίο. Με­τα­βο­λή, έ­στω και ε­λα­φρά, αλ­λά που α­πο­βαί­νει κα­θο­ρι­στι­κή, α­φού η δι­κή του πε­ριο­ρι­σμέ­νη θέ­α­ση προσ­διο­ρί­ζει το πλαί­σιο των συμ­βά­ντων. Αυ­τός ο πρω­το­πρό­σω­πος α­φη­γη­τής στις τρεις ι­στο­ρίες της κρί­σης θα μπο­ρού­σε, με μι­κρές αλ­λα­γές στα ε­πι­μέ­ρους βιο­γρα­φι­κά της κά­θε ι­στο­ρίας, να προ­βάλ­λει ως έ­να πρό­σω­πο. Για­τί ό­χι, το κε­ντρι­κό σε έ­να τέ­ταρ­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Κα­τσου­λά­ρη. Αντι­στι­κτι­κά και ως συ­νέ­χεια στο πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Το σύν­δρο­μο της Μαρ­γα­ρί­τας», αυ­τό θα μπο­ρού­σε να τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Το σύν­δρο­μο του κα­θρέ­φτη». Ήδη, α­πό δε­κα­ε­τίας, στο τρί­το του μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ο α­ντί­πα­λος», ο κε­ντρι­κός χα­ρα­κτή­ρας βρί­σκε­ται α­ντι­μέ­τω­πος με έ­ναν συ­νο­μι­λη­τή και μέ­σω της αλ­λη­λε­πί­δρα­σής τους προσ­διο­ρί­ζε­ται.
Στις πρό­σφα­τες ι­στο­ρίες, ο α­φη­γη­τής έ­χει και πά­λι α­πέ­να­ντί του έ­ναν Άλλο. Η κου­βέ­ντα τους α­πο­στα­θε­ρο­ποιεί ε­ντός του την τά­ξη των πραγ­μά­των. Αυ­τό το δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο φαί­νε­ται να τον α­πο­διορ­γα­νώ­νει, α­νε­ξάρ­τη­τα του πό­σο στε­νή εί­ναι η σχέ­σης τους – έ­νας μπάρ­μαν, ο ε­πι­στή­θιος φί­λος, η ί­δια η μη­τέ­ρα του. Του φαί­νο­νται ξέ­νοι οι κώ­δι­κες συ­μπε­ρι­φο­ράς και συλ­λο­γι­στι­κής, σύμ­φω­να με τους ο­ποίους ε­κεί­νο λει­τουρ­γεί. Η συ­να­να­στρο­φή μα­ζί του δη­μιουρ­γεί υ­πό­γεια “ρεύ­μα­τα”, που θέ­τουν σε αμ­φι­σβή­τη­ση την ει­κό­να για τον ε­αυ­τό του. Στις σκέ­ψεις του νιώ­θει να α­ντα­να­κλά­ται η α­νοί­κεια ο­πτι­κή του Άλλου. Αυ­τό του δη­μιουρ­γεί κα­τά­στα­ση σύγ­χυ­σης, που α­πο­τυ­πώ­νε­ται στις πα­ρελ­θο­ντι­κές συ­νειρ­μι­κές α­να­δρο­μές του. Όσα α­ντι­λαμ­βα­νό­ταν μέ­χρι πρό­τι­νος ως δε­δο­μέ­νες κα­τα­στά­σεις κλο­νί­ζο­νται και οι εκ­δο­χές πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται. Το τέ­λος κά­θε ι­στο­ρίας μέ­νει α­νοι­κτό. Ο α­φη­γη­τής δεν ε­νο­ποιεί τις κομ­μα­τια­σμέ­νες ει­κό­νες και οι ι­στο­ρίες στα­μα­τούν α­πό­το­μα, στη φά­ση της αμ­φι­σβή­τη­σης.
Ο Κα­τσου­λά­ρης δια­κιν­δυ­νεύει μία α­φή­γη­ση στον α­ντί­πο­δα της τρέ­χου­σας α­φη­γη­μα­τι­κής, που ε­πε­ξη­γεί κα­τα­λε­πτώς τα πραγ­μα­το­λο­γι­κά στοι­χεία, δια­σα­φη­νί­ζο­ντας τον κά­θε ει­δι­κό­τε­ρης φύ­σεως ό­ρο, με το φό­βο της πε­ριο­ρι­σμέ­νης α­ντι­λη­πτι­κό­τη­τας του α­να­γνώ­στη. Ενδει­κτι­κό πα­ρά­δειγ­μα συ­νι­στά η πρώ­τη ι­στο­ρία, που ξε­κι­νά­ει, ό­πως το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μά του, α­πό μπαρ του α­θη­ναϊκού κέ­ντρου, ε­δώ των Εξαρ­χείων, με βά­θος πε­δίου την τρο­μο­κρα­τία. Στην πα­λαιό­τε­ρη ι­στο­ρία, δη­μο­σιευ­μέ­νη το 1998, η α­φή­γη­ση α­φορ­μά­ται α­πό την αμ­φι­λε­γό­με­νη αυ­το­κτο­νία του κα­τα­διω­κό­με­νου α­ναρ­χι­κού Χρι­στό­φο­ρου Μα­ρί­νου. Στην πρό­σφα­τη ι­στο­ρία, υ­πάρ­χουν δυο γρα­φές, με δια­φο­ρε­τι­κό τέ­λος, ό­πως προ­δί­δει και το lapsus στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου. Εκεί­νη της πρώ­της γρα­φής, που εί­χε ως φό­ντο τον χρο­νι­κά κο­ντι­νό της Δεκ. του 2008, και τη δεύ­τε­ρη, με κα­τα­ζη­τού­με­νο α­κό­μη τον Χρι­στό­δου­λο Ξη­ρό.
Αν, ω­στό­σο, δεν έ­χεις δια­βά­σει Λού­κυ Λου­κ, ο­πό­τε και δεν γνω­ρί­ζεις τους α­δελ­φούς Ντάλ­τον, ού­τε έ­χεις α­κου­στά τον α­φε­λή κρε­μα­ντα­λά Άβε­ρε­λ, η πε­ρι­γρα­φή του μπάρ­μαν μέ­νει λει­ψή. Δεν γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή η ει­ρω­νεία του α­φη­γη­τή γύ­ρω α­πό το πα­ρω­νύ­μιο του μπάρ­μαν, που ξέ­πε­σε α­πό Άβελ σε Άβε­ρελ. Αλλά και χω­ρίς αυ­τά, η σκια­γρά­φη­ση της νοο­τρο­πίας του Ασφα­λί­τη και ε­κεί­νου της Αντι­τρο­μο­κρα­τι­κής, ό­πως και οι πε­ρι­γρα­φές του μη­χα­νι­στι­κού τρό­που, που αυ­τές οι Υπη­ρε­σίες προ­γραμ­μα­τί­ζουν τη δρά­ση τους, και του φαύ­λου κύ­κλου, στον ο­ποίο κι­νού­νται α­να­ζη­τώ­ντας ί­χνη και έ­νο­χους, συν­θέ­τουν μία χιου­μο­ρι­στι­κή δια­κω­μώ­δη­ση χω­ρίς σκω­πτι­κές υ­περ­βο­λές. Όπου προ­βάλ­λει και η αμ­φί­ση­μη σχέ­ση διώ­κτη και διω­κό­με­νου. Πα­ράλ­λη­λα, προ­στί­θε­ται το προ­φίλ ε­νός α­κό­μη μπα­ρό­βιου και της ι­διαί­τε­ρης σχέ­σης, που α­να­πτύσ­σει με τον χώ­ρο. Θέ­μα που α­πα­ντά­ται συ­χνά σε α­στυ­νο­μι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και γε­νι­κό­τε­ρα, ι­στο­ρίες κα­τα­σκο­πείας α­με­ρι­κα­νι­κής κο­πής.
Πε­ρισ­σό­τε­ρο κρυ­πτι­κή η δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία της κρί­σης, πα­ρά τον συ­γκε­κρι­μέ­νο χα­ρα­κτή­ρα του τίτ­λου της, «Νε­κρός σκύ­λος τα με­σά­νυ­χτα». Αυ­τός, μα­ζί με το χρο­νο­γρα­φι­κού τύ­που σκη­νι­κό, με το ο­ποίο α­νοί­γει η ι­στο­ρία, προ­δια­θέ­τουν για μία α­φή­γη­ση ε­ξω­στρε­φούς διά­θε­σης, το­πο­θε­τη­μέ­νη στο ρε­α­λι­στι­κό πλαί­σιο της α­πο­διορ­γα­νω­μέ­νης Αθή­νας τη νύ­χτα της 12ης Φεβ. 2012, ό­ταν οι φλό­γες κα­τά­πι­ναν τους κι­νη­μα­το­γρά­φους Αττι­κόν και Απόλ­λων. Ανα­τρέ­πο­ντας τις ό­ποιες προσ­δο­κίες, η ι­στο­ρία κι­νεί­ται σε έ­ναν ι­δε­ο­λο­γι­κό χώ­ρο μάλ­λον δια­νο­η­τι­κό. Για την ει­κό­να της κα­μέ­νης Πάρ­νη­θας, ό­που βρί­σκε­ται το αυ­το­σχέ­διο­νε­κρο­τα­φείο σκύ­λων, η ο­ποία α­πο­τε­λεί το κυ­ρίως σκη­νι­κό, ο Κα­τσου­λά­ρης δα­νεί­ζε­ται την ε­φιαλ­τι­κή α­τμό­σφαι­ρα της ται­νίας «Χα­μέ­νη λεω­φό­ρος» του Ντέ­η­βι­ντ Λι­ντς, ε­παυ­ξά­νο­ντάς την με γη­γε­νή στοι­χεία, που φέρ­νουν προς κλί­μα θρί­λερ. Ωστό­σο, η α­φή­γη­ση ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στον α­φη­γη­τή, τον φί­λο του και την κου­βέ­ντα τους, κα­θ’ ο­δό και στο Κα­τα­φύ­γιο. Προ­φα­νώς και οι δυο α­νή­κουν σε ε­κεί­νους που το­πο­θε­τούν “στην κλί­μα­κα ζωής” τον σκύ­λο στην ί­δια θέ­ση με τον άν­θρω­πο, ει­δάλ­λως δεν θα έ­παιρ­ναν μία τέ­τοια νύ­χτα τα βου­νά για να θά­ψουν έ­ναν σκύ­λο. Ο α­φη­γη­τής εί­ναι έ­νας α­πό τους πο­λυ­πλη­θείς, σή­με­ρα πλέ­ον, Αθη­ναίους κυ­νο­τρό­φους. Εί­χε παι­διό­θεν τον σκύ­λο ως πα­ρη­γο­ρη­τι­κή συ­ντρο­φιά. Ένα τέ­λος στις “σκυ­λο­σχέ­σεις” του έ­βα­λε μό­νο ό­ταν α­πο­φά­σι­σε να γί­νει πα­τέ­ρας.
Πραγ­μα­τι­στής, πα­ρα­δέ­χε­ται πως “δεν θα έ­δι­νε τη ζωή του για τη ζωή ε­νός άλ­λού”. Ωστό­σο, τον κλο­νί­ζει ο ι­δε­α­λι­σμός του φί­λου του, που βά­ζει “στην κλί­μα­κα ζωής” τον άν­θρω­πο στο ίδιο ύψος, όχι μόνο με σύμπαντα τα ζώα, μέ­χρι και τους τερ­μί­τες, αλ­λά και “τα φυ­τά και τα δέ­ντρα”. Εκεί­νος πι­στεύει στη “μυ­στι­κή ζωή των φυ­τώ­ν” και στο φυ­τώ­ριό του, α­ντί λι­πα­σμά­των, δο­κι­μά­ζει για την ευ­δο­κί­μη­σή τους δια­φο­ρε­τι­κά εί­δη μου­σι­κής. Τόσο πολυμαθής που περιγράφεται, μπορεί και να εί­χε δια­βά­σει το δο­κί­μιο «Η με­τα­μόρ­φω­ση των φυ­τών», που ο Γκαί­τε συ­νέ­γρα­ψε, στο “τα­ξί­δι του στην Ιτα­λία”, με­τά την ε­πί­σκε­ψή του στον Βο­τα­νι­κό κή­πο της Πά­ντο­βα. Ο συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει έ­ναν ή­ρωα με μα­θη­μα­τι­κό μυα­λό, που, με­τά την αυ­το­κτο­νία του πα­τέ­ρα του, τό­τε α­κό­μη έ­φη­βος, στρέ­φε­ται στην πα­ρα­ψυ­χο­λο­γία. Κα­τα­τρύ­χε­ται α­πό την ι­δέα, ό­τι ο πα­τρι­κός αυ­το­χει­ρια­σμός ή­ταν πρά­ξη θυ­σίας για το δι­κό του κα­λό. Αυ­τό τον ω­θεί σε προ­σπά­θεια υ­περ­κό­σμιας ε­πι­κοι­νω­νίας μα­ζί του, με δίαυ­λο τα η­λεκ­τρο­μα­γνη­τι­κά ρεύ­μα­τα των δέ­ντρων. Το τι μπο­ρεί να συ­νέ­βη ε­κεί­νη τη νύ­χτα  στην Πάρ­νη­θα δεν το μα­θαί­νει πο­τέ ο α­φη­γη­τής, κα­θώς ο συγ­γρα­φέ­ας δεν δια­κιν­δυ­νεύει κά­ποια ει­κο­το­λο­γι­κή φα­ντα­σίω­ση. Αντ’ αυ­τού, σαν α­ντα­νά­κλα­ση της σχέ­σης ε­κεί­νου με τον θα­νό­ντα, δί­νο­νται συ­μπα­ντι­κές δια­στά­σεις στην προ­σκόλ­λη­ση του α­φη­γη­τή στο νε­ο­γνό του. Αυ­τό το κα­τα­λη­κτι­κό στρογ­γύ­λε­μα, ό­που γί­νε­ται λό­γος για “έ­να συ­νε­κτι­κό σύ­μπαν λου­σμέ­νο στο νό­η­μα”, μάλ­λον α­δι­κεί την ι­στο­ρία, που θα ε­πι­δε­χό­ταν πε­ραι­τέ­ρω ά­πλω­μα.
Η τρί­τη ι­στο­ρία εί­ναι η ο­μό­τιτ­λη του βι­βλίου, ω­στό­σο δεν λαμ­βά­νει χώ­ρα νύ­χτα. Ο τίτ­λος, κά­πως α­πο­μυ­θο­ποιη­τι­κά, προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι α­να­φέ­ρε­ται στο φτη­νό­τε­ρο τι­μο­λό­γιο της ΔΕ­Η για το “νυ­κτε­ρι­νό ρεύ­μα”. Αυ­τό πε­ρι­μέ­νει η χή­ρα μη­τέ­ρα του α­φη­γη­τή για να χρη­σι­μο­ποιή­σει το πλυ­ντή­ριο πιά­των. Εί­ναι η μό­νη ι­στο­ρία, στην ο­ποία μνη­μο­νεύε­ται η οι­κο­νο­μι­κή δυσ­πρα­γία. Αν και πα­ρα­μέ­νει ε­που­σιώ­δης, κα­θώς το θέ­μα της ι­στο­ρίας εί­ναι η σχέ­ση γιου-μη­τέ­ρας και οι αμ­φί­θυ­μες δια­κυ­μάν­σεις της. Ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­δει­κνύε­ται κα­λός πα­ρα­τη­ρη­τής των αν­θρώ­πι­νων με τις ψη­φί­δες που συ­γκε­ντρώ­νει, ε­στιά­ζο­ντας σε κι­νή­σεις, κου­βέ­ντες, α­κό­μη νεύ­μα­τα ή και σιω­πές. Έτσι α­να­δει­κνύο­νται, στις ε­κα­τέ­ρω­θεν συ­μπε­ρι­φο­ρές, τε­χνά­σμα­τα και υ­πο­κρι­τι­κές στά­σεις, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νει­δη­τές. Από τα κα­λύ­τε­ρα πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα γύ­ρω α­πό τη σχέ­ση γιου με υ­πε­ρή­λι­κα μη­τέ­ρα, εί­ναι ε­κεί­να του Τά­σου Κα­λού­τσα. Όπως το «Η ω­ραιό­τε­ρη μέ­ρα της», που εί­ναι το ο­μό­τιτ­λο της τε­λευ­ταίας εν­δια­φέ­ρου­σας συλ­λο­γής του. Εκεί, η μη­τέ­ρα συ­νι­στά το ε­ξαρ­τη­μέ­νο μέ­λος του ζεύ­γους. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, η ι­στο­ρία του Κα­τσου­λά­ρη λει­τουρ­γεί συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, α­φού η κρί­ση φέρ­νει τη συ­ντα­ξιού­χο σε πλε­ο­νε­κτι­κό­τε­ρη θέ­ση α­πέ­να­ντι στον ά­νερ­γο γιο.
Δια­χω­ρί­ζου­με την δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία, κα­θώς δεν το­πο­θε­τεί­ται στο θε­μα­τι­κό τό­ξο της κρί­σης. Τη συ­στέ­γα­ση, ω­στό­σο, δι­καιο­λο­γεί το γε­γο­νός ό­τι κι αυ­τή ε­κτυ­λίσ­σε­ται νύ­χτα, σε μπαρ του α­θη­ναϊκού κέ­ντρου. Το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο, πά­ντως, αυ­τή τη φο­ρά γυ­ναί­κα, εί­ναι “ά­νερ­γη και ά­φρα­γκη”. Πρό­κει­ται για Θεσ­σα­λο­νι­κιά, εκ­κο­λα­πτό­με­νη συγ­γρα­φέα, που βρί­σκε­ται στην Αθή­να για την πα­ρου­σία­ση του πρώ­του της βι­βλίου, μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των α­πό Αθη­ναίο εκ­δό­τη. Στο μπαρ κά­θε­ται “πα­ρέα με κά­ποιον που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι πα­τέ­ρας της”. Ο σκο­πός, ω­στό­σο, δεν εί­ναι πο­νη­ρός αλ­λά ιε­ρός. Εκεί­νη τον ο­ρί­ζει ως συγ­γρα­φι­κή έ­ρευ­να για το θέ­μα της, που εί­ναι οι άν­θρω­ποι. Γι’ αυ­τό και α­κούει υ­πο­μο­νε­τι­κά τον με­σή­λι­κα συ­νο­δό της, πα­ντρε­μέ­νο με τρία τέ­κνα, να της α­φη­γεί­ται μια ι­στο­ρία α­πι­στίας, την ο­ποία και κα­τα­γρά­φει, διαν­θι­σμέ­νη με ό­σα πι­πε­ρά­τα η ί­δια δια­λο­γί­ζε­ται. Στην ι­στο­ρία του θα ταί­ρια­ζε ως τίτ­λος το μό­το του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου του Κα­τσου­λά­ρη, της νου­βέ­λας, «Ο ά­ντρας που α­γα­πού­σε τη γυ­ναί­κα μου»: “Χρειά­ζο­νται τρεις για να γί­νει έ­να παι­δί”. Μό­νο που ε­δώ, αυ­τό το δά­νειο α­πό τον Έντουαρ­ντ Έστλιν Κά­μιν­γκς θα σή­μαι­νε πολ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρα. 
Η ι­στο­ρία συγ­γε­νεύει με τη νου­βέ­λα, ό­χι μό­νο θε­μα­τι­κά, αλ­λά και ως προς τη θυ­μι­κή διά­θε­ση. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, ο α­φη­γη­τής αυ­το­σαρ­κά­ζε­ται και ει­ρω­νεύε­ται. Στην πρό­σφα­τη ι­στο­ρία, το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι μία α­νά­λα­φρη ό­σο και ε­πί­και­ρη σά­τι­ρα των σε­ξουα­λι­κών σχέ­σεων, μέ­σα στο συ­γκε­χυ­μέ­νο το­πίο, που έ­χουν δια­μορ­φώ­σει οι αμ­φί­ση­μες ή και πο­λυ­δύ­να­μες νεό­κο­πες φυ­λε­τι­κές ταυ­τό­τη­τες. Σε α­ντί­θε­ση με την κυ­ρίαρ­χη τά­ση των νεό­τε­ρων, ο Κα­τσου­λά­ρης δια­τη­ρεί τους πλά­γιους υ­παι­νι­κτι­κούς τρό­πους των η­λι­κια­κά με­γα­λύ­τε­ρών του συγ­γρα­φέων. Αυ­τό α­πο­βαί­νει ση­μα­ντι­κό, σε μία ε­πο­χή που ο λό­γος της προ­βαλ­λό­με­νης α­πό τον Τύ­πο λο­γο­τε­χνίας κραυ­γά­ζει.

 Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/5/2015.

Ο θυ­μός του έ­ρω­τα

Χρή­στος Βού­που­ρας
«7 θυ­μοί»
Εκδό­σεις Εστίας
Νοέ. 2014

Πα­λαιό­τε­ρα, μέ­χρι και τις πρώ­τες με­τα­πο­λε­μι­κές δε­κα­ε­τίες, πα­ρα­τη­ρεί­το σε με­γά­λη έ­κτα­ση, ε­πιρ­ρέ­πεια προς την ποίη­ση. Η στι­χο­πλο­κή δεν χρειά­ζε­ται ού­τε πο­λύ χρό­νο ού­τε εκ­δό­τη. Εύ­κο­λα ο κα­θέ­νας ε­ξέ­δι­δε και έ­να δυο ποιη­τι­κές συλ­λο­γές. Από τα μέ­σα πε­ρί­που της δε­κα­ε­τίας του ’80, αρ­χί­ζει στα­δια­κή στρο­φή προς την πε­ζο­γρα­φία. Βο­η­θώ­ντας σή­με­ρα η ψη­φια­κή τε­χνο­λο­γία, μπο­ρεί α­κό­μη και μυ­θι­στό­ρη­μα να εκ­δο­θεί ι­δίοις α­να­λώ­μα­σιν. Άλλω­στε, ε­μπει­ρίες ο κα­θέ­νας έ­χει να α­φη­γη­θεί. Από τους πρώ­τους που στρά­φη­καν ο­μα­δι­κά στο μυ­θι­στό­ρη­μα, ή­δη α­πό τη δε­κα­ε­τία του ’90, ή­ταν οι θε­α­τρι­κοί συγ­γρα­φείς. Πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, λό­γω πλέ­ον και της ελ­λειμ­μα­τι­κής θε­α­τρι­κής πα­ρα­γω­γής, ξε­κί­νη­σε στο θέ­α­τρο η εισ­ροή πε­ζού λό­γου. Η υ­πο­κα­τά­στα­ση του πρω­τό­τυ­που θε­α­τρι­κού έρ­γου, αρ­χι­κά γι­νό­ταν με δια­σκευές πε­ζών, που στό­χευαν σε αυ­θυ­πό­στα­τη θε­α­τρι­κή μορ­φή. Όσο, ό­μως, με­γά­λω­νε η ζή­τη­ση, πε­ριο­ρί­ζο­νταν οι δρα­μα­τουρ­γι­κές α­παι­τή­σεις και οι συ­να­κό­λου­θες τρο­πο­ποιή­σεις, κα­τα­λή­γο­ντας σε με­τα­φο­ρές, με ό­λο και ε­κτε­νέ­στε­ρα α­φη­γη­μα­τι­κά μέ­ρη και πε­ριο­ρι­σμέ­να, σχε­δόν α­φα­νι­σμέ­να, τα δια­λο­γι­κά. Αυ­τού του εί­δους οι θε­α­τρο­ποιή­σεις έ­χουν με­γά­λα πλε­ο­νε­κτή­μα­τα. Αρκεί έ­νας μι­κρός θία­σος, α­κό­μη και του ε­νός α­τό­μου για ό­λες τις δου­λειές, έ­νας μι­κρός χώ­ρος, α­κό­μη και του ε­νός δω­μα­τίου. Επί­σης, δεν α­παι­τεί­ται πο­λύς χρό­νος προ­ε­τοι­μα­σίας, και το κυ­ριό­τε­ρο, ε­ξα­σφα­λί­ζουν δυ­σα­νά­λο­γα με­γά­λη προ­βο­λή, κα­θώς αυ­τή βρί­σκε­ται κα­τά κα­νό­να σε α­ντι­στοι­χία προς τη φή­μη του πε­ζού που ε­πι­λέ­χτη­κε και ό­χι του θε­α­τρι­κού α­πο­τε­λέ­σμα­τος. Κά­πως έ­τσι ε­δραιώ­θη­κε η ση­με­ρι­νή μό­δα των θε­α­τρο­ποιή­σεων, που λει­τουρ­γεί σε βά­ρος του νε­ο­ελ­λη­νι­κού θεά­τρου, αλ­λά αυ­τό ε­λά­χι­στους φαί­νε­ται να α­πα­σχο­λεί.
Στα τε­λευ­ταία χρό­νια, χά­ρις στη με­τα­μο­ντέρ­να αι­σθη­τι­κή, πε­ζό­μορ­φη και θε­α­τρι­κή μορ­φή συμ­μει­γνύο­νται ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο, με α­πο­τέ­λε­σμα να προ­κύ­πτουν έρ­γα ε­ξαρ­χής δι­πλής υ­πό­στα­σης. Ο συγ­γρα­φέ­ας, με την ί­δια υ­πό­θε­ση, γρά­φει μυ­θι­στό­ρη­μα και θε­α­τρι­κό. Προ­η­γεί­ται συ­νή­θως το μυ­θι­στό­ρη­μα και α­κο­λου­θεί η θε­α­τρο­ποίη­σή του. Προς διευ­κό­λυν­ση, για την ταυ­τό­χρο­νη πα­ρου­σία­ση μυ­θι­στο­ρή­μα­τος και θε­α­τρι­κού, που ε­ξα­σφα­λί­ζει με­γα­λύ­τε­ρη προ­βο­λή, προέ­κυ­ψαν και με­ρι­κής έ­κτα­σης θε­α­τρο­ποιή­σεις, που α­πο­κα­λού­νται “α­να­γνώ­σεις”. Το θέ­α­τρο, ό­μως, α­πό τη φύ­ση του, ε­ξα­σφα­λί­ζει μι­κρή δη­μο­σιό­τη­τα, σε α­ντί­θε­ση με τους πα­ρά­πλευ­ρους το­μείς, κι­νη­μα­το­γρά­φου και τη­λεό­ρα­σης. Ορι­σμέ­νοι πε­ζο­γρά­φοι  κα­τα­πιά­στη­καν α­πό νω­ρίς και με το σε­νά­ριο, δι­κού τους έρ­γου ή και ξέ­νου. Άργη­σε κά­πως, αλ­λά ήρ­θε η σει­ρά και της α­ντί­στρο­φης πο­ρείας, α­πό τον κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό και τη­λε­ο­πτι­κό χώ­ρο σ’ ε­κεί­νον της πε­ζο­γρα­φίας. Πρώ­τοι έ­κα­ναν την εμ­φά­νι­σή τους ως διη­γη­μα­το­γρά­φοι οι σκη­νο­θέ­τες, που εί­χαν δο­κι­μα­στεί σε σε­νά­ρια δια­σκευής πε­ζών έρ­γων. Στα διη­γή­μα­τά τους, αντλού­σαν α­πό τις προ­σω­πι­κές τους ε­μπει­ρίες, τις ο­ποίες α­να­μεί­γνυαν με μυ­θο­πλα­στι­κούς πυ­ρή­νες α­πό τα σε­νά­ρια των ται­νιών τους. Πρό­σφα­τα, προέ­κυ­ψαν και πά­λι έρ­γα δι­πλής υ­πό­στα­σης, αλ­λά δια­φο­ρε­τι­κής της προ­η­γού­με­νης. Τώ­ρα, ο ί­διος α­κρι­βώς μύ­θος τρο­φο­δο­τεί, ταυ­τό­χρο­να, σε­νά­ριο και πε­ζό. Αν το δεύ­τε­ρο θα εί­ναι διή­γη­μα ή μυ­θι­στό­ρη­μα,  ε­ξαρ­τά­ται α­πό τις α­ντο­χές του υ­λι­κού. Μία τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση συ­νι­στά το βι­βλίο του Χρή­στου Βού­που­ρα.
Σε­να­ριο­γρά­φος και σκη­νο­θέ­της, με δυο ντο­κι­μα­ντέρ και τρεις ται­νίες με­γά­λου μή­κους στο ε­νερ­γη­τι­κό του, έ­χει κα­τα­κτή­σει ή­δη α­πό το 2000 και τον τίτ­λο του πε­ζο­γρά­φου. Τό­τε, πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε με μυ­θι­στό­ρη­μα, βα­σι­σμέ­νο  σε σε­νά­ριο, α­πό κοι­νού γραμ­μέ­νο με τον Γιώρ­γο Κόρ­ρα. Ακο­λού­θη­σε το 2004 μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των και δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ε­πα­νέρ­χε­ται με έ­να νέο δί­δυ­μο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος-σε­να­ρίου, αυ­τήν τη φο­ρά, χω­ρίς συ­νέ­ται­ρο στο γρά­ψι­μο. Προ­τά­χθη­κε η προ­βο­λή της ται­νίας στην 20η διορ­γά­νω­ση του προ­γράμ­μα­τος προ­βο­λών «Αθη­ναϊκές νύ­χτες πρε­μιέ­ρας» και α­κο­λού­θη­σε η έκ­δο­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ο­μό­τιτ­λου, του ο­ποίου, ό­μως, η συγ­γρα­φή εί­χε προ­η­γη­θεί. Μυ­θι­στό­ρη­μα και σε­νά­ριο αν­τλούν α­πό το ί­διο πραγ­μα­το­λο­γι­κό υ­λι­κό, αλ­λά δια­φο­ρο­ποιού­νται στο πλά­σι­μο κά­ποιων η­ρώων, ε­νώ η δρά­ση του σε­να­ρίου πε­ριο­ρί­ζε­ται και εξ α­νά­γκης πει­θαρ­χεί στις οι­κο­νο­μι­κές δυ­να­τό­τη­τες.
Η ται­νία ε­ντά­χθη­κε στην νεό­κο­πη κα­τη­γο­ρία “Νέ­ος Κουήρ Κι­νη­μα­το­γρά­φος”. Ο ό­ρος “κουή­ρ” δεν α­ντι­κα­θι­στά α­πλώς τον ό­ρο γκέι, αλ­λά ση­μαί­νει μία ευ­ρύ­τε­ρη δια­φο­ρο­ποίη­ση στις σε­ξουα­λι­κές σχέ­σεις, που πα­ρα­με­ρί­ζει τις πα­λαιό­τε­ρες δυα­δι­κές κα­τη­γο­ριο­ποιή­σεις. Μέ­χρι σή­με­ρα, αυ­τός ο νε­ο­φα­νής ό­ρος έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει στις θεω­ρη­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις, αλ­λά και στην α­κτι­βι­στι­κή δρά­ση. Σχε­τι­κά πρό­σφα­τα, ει­σή­χθη και μά­λι­στα, προ­βλή­θη­κε ι­διαί­τε­ρα σε κι­νη­μα­το­γρά­φο και τη­λεό­ρα­ση. Αντί­στοι­χη λε­κτι­κή α­να­καί­νι­ση θα α­να­με­νό­ταν και στον πε­ζο­γρα­φι­κό χώ­ρο, ό­που πα­ρα­μέ­νει σε χρή­ση η κα­τη­γο­ρία ο­μο­φυ­λό­φι­λη ή και γκέι λο­γο­τε­χνία. Εί­ναι μέ­σα στο με­τα­μο­ντέρ­νο πνεύ­μα, η κα­τάρ­γη­ση των κα­θα­ρών μορ­φών. Όπως το πε­ζο­γρά­φη­μα συμ­φύ­ρε­ται με το θε­α­τρι­κό και το σε­νά­ριο, σε δια­δι­κα­σία αλ­λη­λο­με­ταλ­λα­γής, πα­ρό­μοιο δρό­μο α­κο­λου­θούν και οι θε­μα­τι­κές δια­νοί­ξεις, κα­ταρ­γώ­ντας τα στε­γα­νά.
Στην πα­λαιό­τε­ρη κα­τη­γο­ρία της γκέι λο­γο­τε­χνίας, οι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές ε­νέ­τα­ξαν το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Μέ­νη Κου­μα­ντα­ρέα, «Ο θη­σαυ­ρός του χρό­νου». Σε αυ­τήν, το­πο­θε­τούν και τα πα­λαιό­τε­ρα βι­βλία του, ό­πως και βι­βλία με ο­μο­φυ­λό­φι­λα στοι­χεία των Γιώρ­γου Ιωάν­νου και Κώ­στα Τα­χτσή. Το πρό­σφα­το, ω­στό­σο, δια­φέ­ρει, κα­τ’ αρ­χήν πο­σο­τι­κά, κα­θώς η ο­μο­φυ­λο­φι­λία α­πο­τε­λεί το κε­ντρι­κό θέ­μα, αλ­λά και ποιο­τι­κά. Πε­ρι­γρά­φε­ται η πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή Αθή­να των αρ­χών του 21ου αιώ­να, ό­που, α­νά­με­σα σε τό­σα άλ­λα, δια­φο­ρο­ποιεί­ται και η ει­κό­να της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας ως τμή­μα της τρέ­χου­σας δια­φο­ρο­ποιη­μέ­νης σε­ξουα­λι­κό­τη­τας.
Τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα των Κου­μα­ντα­ρέα και Βού­που­ρα συ­να­ντιού­νται, κα­θώς πε­ρι­γρά­φουν πα­ρα­πλή­σια συμ­βά­ντα και ε­μπει­ρίες, α­πο­δί­δο­ντας με να­του­ρα­λι­στι­κές πε­ρι­γρα­φές τρό­πους δια­βίω­σης. Πα­ρα­τη­ρούν τις ί­διες “φέ­τες ζωής” α­πό την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα ο­μά­δας αν­θρώ­πων που με­τέ­χουν σε ό,τι α­πο­κα­λεί­ται “κουήρ κουλ­τού­ρα”. Ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας σχο­λία­ζε πως στη δε­κα­ε­τία του ’60 και πα­λαιό­τε­ρα, “τον ο­μο­φυ­λό­φι­λο, που έ­γρα­φε μυ­θι­στό­ρη­μα με θέ­μα την ο­μο­φυ­λο­φι­λία, τον έ­βα­ζαν στο πε­ρι­θώ­ριο. Ενώ, σή­με­ρα, κά­τι τέ­τοιο θεω­ρεί­ται σχε­δόν ντε­μο­ντέ.” Αντί­στοι­χα, σε μία δυο δε­κα­ε­τίες, στοι­χεία του “κουήρ τρό­που ζωής”, που σή­με­ρα προ­κα­λούν, πι­θα­νώς να ξε­περ­νιού­νται ως κοι­νά και  α­διά­φο­ρα.
Μυ­θι­στό­ρη­μα α­πο­κα­λεί το βι­βλίο του ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας, χω­ρίς να α­πο­κρύ­βει το ε­νυ­πάρ­χον με­γά­λο μέ­ρος αυ­το­βιο­γρά­φη­σης. Αν κά­ποιος το συ­μπλή­ρω­νε με­τά το θά­να­τό του, ό­πως έ­χει συ­χνά γί­νει με μυ­θι­στο­ρή­μα­τα κυ­ρίως θα­νό­ντων, θα προέ­κυ­πτε μία ι­στο­ρία, πο­λύ κο­ντι­νή σε μία α­πό ε­κεί­νες, που ο Βού­που­ρας συρ­ρά­πτει στο μυ­θι­στό­ρη­μά του. Και βε­βαίως, λό­γω της φο­νι­κής κα­τά­λη­ξής της, πρό­κει­ται για την ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρη. Κι ό­μως, το βι­βλίο του Βού­που­ρα δεν τρο­φο­δο­τή­θη­κε α­πό την πε­ρί­πτω­ση Κου­μα­ντα­ρέα. Κυ­κλο­φό­ρη­σε τον Νοέ., ε­νώ του Κου­μα­ντα­ρέα τον Οκτ., ό­σο για τη δο­λο­φο­νία του συ­νέ­βη τον Δεκ. Το μό­νο, λοι­πόν, που, κα­τά κά­ποιο τρό­πο, α­ντέ­γρα­ψε εί­ναι μία ό­ψη της ση­με­ρι­νής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, που, προ­σώ­ρας, α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται ως πε­ρι­θω­ρια­κή.
Δεν έ­χου­με δει την ται­νία, με τίτ­λο «7 θυ­μοί». Οι α­να­φο­ρές σε αυ­τήν γί­νο­νται με βά­ση το μυ­θι­στό­ρη­μα, ε­στιά­ζο­ντας σε μία α­πό τις ι­στο­ρίες. Αυ­τήν που κα­τα­λή­γει με τον φό­νο του η­λι­κιω­μέ­νου τρα­πε­ζί­τη α­πό νε­α­ρό αλ­λο­δα­πό, ί­σως τον Αι­γύ­πτιο, με τον ο­ποίο δια­τη­ρού­σε μα­κρό­χρο­νη σχέ­ση κυ­ρίου και υ­πη­ρέ­τη για ό­λες τις δου­λειές. Πριν 32 χρό­νια, προ­βαλ­λό­ταν στο Φε­στι­βάλ Θεσ­σα­λο­νί­κης η πρώ­τη ται­νία με θέ­μα την ο­μο­φυ­λο­φι­λία, που και ε­κεί­νη κα­τέ­λη­γε με τον φό­νο του θύ­τη α­πό το θύ­μα. Ήταν το 1982, ο «Άγγε­λος» του Γιώρ­γου Κα­τα­κου­ζη­νού. Φαι­νο­με­νι­κά πα­ρα­πλή­σιοι οι μύ­θοι πα­λαιό­τε­ρης και πρό­σφα­της, στην ου­σία τους, ό­μως, δια­φο­ρε­τι­κοί. Στην “κουήρ κουλ­τού­ρα” της σή­με­ρον, οι σχέ­σεις εί­ναι αμ­φί­ση­μες με δυ­σκό­λως προσ­διο­ρί­σι­μες κοι­νω­νι­κές α­ντα­να­κλά­σεις. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Βού­που­ρα, ο­μο­φυ­λό­φι­λος, τον ο­ποίο αρ­χι­κά βό­λευα­ν οι κα­τα­στά­σεις που δη­μιουρ­γεί μία πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή κοι­νό­τη­τα, κα­τα­λή­γει ρα­τσι­στής, κα­θώς δια­κρί­νει φυ­λε­τι­κά τον κα­λό και τον κα­κό με­τα­νά­στη. “Μην ε­μπι­στεύε­σαι Άρα­βα. Εγγυη­μέ­νο το Κουρ­δά­κι.” Εί­ναι οι συμ­βου­λές έ­μπει­ρου μπάρ­μαν, που κά­νει τον με­σά­ζο­ντα στις συ­νευ­ρέ­σεις. Η χρο­νι­κή α­πό­στα­ση μίας α­κε­ραίας γε­νιάς συ­νη­γο­ρεί στην αλ­λα­γή πα­ρα­δείγ­μα­τος, που ση­μαί­νει, με­τα­ξύ των άλ­λων, και αλ­λα­γή στη  γω­νία ε­στία­σης. 
Ανε­ξάρ­τη­τα α­πό αυ­τές τις γε­νι­κό­τε­ρες πα­ρα­τη­ρή­σεις. Το μυ­θι­στό­ρη­μα του Βού­που­ρα χαί­ρει αυ­το­τέ­λειας αλ­λά και ε­νό­τη­τας, πα­ρό­τι ως σύλ­λη­ψη προϊδεά­ζει μάλ­λον για σπον­δυ­λω­τό μυ­θι­στό­ρη­μα. Το ε­πτά του τίτ­λου μπο­ρεί να ε­πι­λέ­χθη­κε λό­γω της  ι­διαί­τε­ρης θέ­σης που κα­τέ­χει ο εν λό­γω α­ριθ­μός στην  α­ριθ­μο­σο­φία, κα­θώς και στο πε­δίο της υ­περ­βα­τι­κό­τη­τας, ό­που θεω­ρεί­ται ιε­ρός α­ριθ­μός, με συμ­βο­λι­κή φόρ­τι­ση. Άρα, ως μέ­ρος του τίτ­λου, προ­ε­τοι­μά­ζει για προ­λή­ψεις και δει­σι­δαί­μο­νες εμ­μο­νές των η­ρώων, ι­δίως των αλ­λο­δα­πών μου­σουλ­μά­νων, που έρ­χο­νται α­πό Αλβα­νία και Αί­γυ­πτο. Κυ­ριο­λε­κτι­κά, ό­μως, α­να­φέ­ρε­ται στα ε­πτά πρό­σω­πα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Τον κε­ντρι­κό χα­ρα­κτή­ρα και τα έ­ξι άλ­λα, με τα ο­ποία, πε­ρι­στα­σια­κά ή για μα­κρύ­τε­ρα χρο­νι­κά δια­στή­μα­τα, συγ­χρω­τί­ζε­ται.
Επτά πρό­σω­πα, ως α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κά ε­πτά στό­χων κοι­νω­νι­κού ρα­τσι­σμού, τα ο­ποία, ω­στό­σο, πα­ρου­σιά­ζο­νται α­πό τη φί­λα κεί­με­νη σκό­πευ­ση του βα­σι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Αυ­τός εί­ναι στα 45, το ε­πάγ­γελ­μα αρ­χαιο­λό­γος, αλ­λά ι­διόρ­ρυθ­μος, κα­θώς προ­τι­μά τα κα­τά­λοι­πα των σύγ­χρο­νων κοι­νω­νιών α­πό τα αρ­χαία, ό­πως και τις μι­κροϊστο­ρίες των ι­στο­ρι­κών προ­σώ­πων α­πό τους δη­μό­σιους βίους τους. Με­τά α­πό 17χρο­νη συμ­βίω­ση με συ­νά­δελ­φό του, προ­τι­μά­ει ως ε­ρω­τι­κούς συ­ντρό­φους νε­α­ρούς αλ­λο­δα­πούς. Έτσι, έ­χει να θυ­μά­ται μία πρώ­τη σχέ­ση, που κρά­τη­σε αρ­κε­τά, με Αλβα­νό α­πό το Τε­πε­λέ­νι, και ύ­στε­ρα, μία δεύ­τε­ρη, με έ­να “μου­σουλ­μα­νά­κι”, με το ο­ποίο και συ­νοι­κεί. Μό­νο που ε­κεί­νο α­πο­δει­κνύε­ται φι­λο­χρή­μα­το και ά­πι­στο. Από το “μου­σουλ­μα­νά­κι” γνω­ρί­ζει το α­φε­ντι­κό του, έ­ναν άν­θρω­πο του χρή­μα­τος, τρα­πε­ζί­τη, που τον πα­ρα­σέρ­νει σε έ­να τα­ξί­δι στην κοι­λά­δα του Νεί­λου και της σε­ξουα­λι­κής παν­δαι­σίας. Πα­ράλ­λη­λα, δια­τη­ρεί τρυ­φε­ρή σχέ­ση με 25χρο­νη ναρ­κο­μα­νή στη φά­ση α­πε­ξάρ­τη­σης, ε­νώ συ­χνά κου­βε­ντιά­ζει με έ­ναν συ­γκά­τοι­κο της πο­λυ­κα­τοι­κίας, που έ­χει τη λό­ξα της ευ­ρε­σι­τε­χνίας. Στους γνω­στούς του, υ­πάρ­χει και έ­νας α­κίν­δυ­νος σχι­ζο­φρε­νής, που α­νη­συ­χεί για την τύ­χη του πλα­νή­τη. Το έ­κτο πρό­σω­πο το συ­να­ντά, ό­ταν ε­πι­σκέ­πτε­ται τον γε­νέ­θλιο τό­πο του, έ­να χω­ριό της Λέ­σβου. Συγ­χω­ρια­νός του, α­πο­διο­πο­μπαίος στον τό­πο του, πή­γε με­τα­νά­στης στη Γερ­μα­νία, έ­φτια­ξε ε­κεί οι­κο­γέ­νεια, την ε­γκα­τέ­λει­ψε και γύ­ρι­σε πί­σω πιο ξέ­νος και α­πό τους ξέ­νους.
Τα πρό­σω­πα πλη­θαί­νουν, κα­θώς το κα­θέ­να α­πό τα έ­ξι φι­λι­κά φέρ­νει στο προ­σκή­νιο και έ­να δια­φο­ρε­τι­κό πε­ρι­βάλ­λον αν­θρώ­πων, με άλ­λους η­θι­κούς κώ­δι­κες, ό­που δια­φο­ρε­τι­κές γλώσ­σες ή και ι­διό­λε­κτα, νοο­τρο­πίες ή και θρη­σκείες, α­να­μει­γνύο­νται. Με αυ­τόν τον τρό­πο, προ­βάλ­λει έ­να, ελ­λα­δι­κής εκ­δο­χής, κα­θρέ­φτι­σμα του φαι­νο­μέ­νου της “πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κής κοι­νω­νίας”. Λό­γω της με­ρι­κής ο­πτι­κής γω­νίας, οι κα­τα­στά­σεις εμ­φα­νί­ζο­νται αρ­χι­κά ε­ξω­ραϊσμέ­νες, για να α­να­τρα­πούν στη συ­νέ­χεια, ό­ταν ο συγ­χρω­τι­σμός ο­δη­γεί σε τρι­βές και συ­γκρού­σεις. Το εύ­ρη­μα του Βού­που­ρα, που κα­θι­στά το μυ­θι­στό­ρη­μά του μάλ­λον υ­παρ­ξια­κό πα­ρά κοι­νω­νι­κό, εί­ναι η ε­στία­ση στην ψυ­χι­κή κα­τά­στα­ση του θυ­μού. Εί­ναι θέ­μα ι­διο­συ­γκρα­σίας το πώς εκ­δη­λώ­νει ο κα­θέ­νας τη συ­γκε­κρι­μέ­νη ψυ­χι­κή κα­τά­στα­ση. Πε­ρι­γρά­φο­ντας ο συγ­γρα­φέ­ας τους τρό­πους, σχο­λιά­ζει τους χα­ρα­κτή­ρες και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση τα πά­θη τους. Υπάρ­χουν θυ­μοί πε­ρισ­σό­τε­ρο και λι­γό­τε­ρο εκ­δη­λω­τι­κοί, στρε­φό­με­νοι προς τα μέ­σα, ή άλ­λοι, που ε­ξω­τε­ρι­κεύο­νται με ποι­κί­λους τρό­πους, βου­βά ή με έ­κρη­ξη, α­κό­μη με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές α­ντι­δρά­σεις, ε­ξα­το­μι­κευ­μέ­νες ή και φυ­λε­τι­κά προσ­διο­ρι­ζό­με­νες, ό­πως χει­ρο­νο­μίες και ύ­ψω­ση του τό­νου της φω­νής. Όπου, το φά­σμα του θυ­μού εί­ναι πλου­σιό­τε­ρο α­πό το ε­πτα­με­ρές η­λια­κό. Κυ­ρίαρ­χη, πά­ντως, θέ­ση στους σχη­μα­τι­κά ε­πτά θυ­μούς του τίτ­λου έ­χει “ο δύ­σκο­λος θυ­μός του έ­ρω­τα”, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν πρό­κει­ται για έ­ναν κα­τα­ρα­μέ­νο έ­ρω­τα. Ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­μέ­νει σε αυ­τόν τον έ­ρω­τα και τον θυ­μό που φέρ­νει η προ­δο­σία του. Έτσι ό­πως τον βιώ­νει ο α­φη­γη­τής και ο άν­θρω­πος του χρή­μα­τος, α­να­δει­κνύε­ται σε ε­ξάρ­τη­ση ε­φά­μιλ­λη ή και ι­σχυ­ρό­τε­ρη ε­κεί­νης του η­ρωι­νο­μα­νούς. Σί­γου­ρα, το ί­διο ε­ξευ­τε­λι­στι­κή, αν και γι’ αυ­τήν οι ψυ­χο­λό­γοι δια­τεί­νο­νται πως υ­πάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρη γκά­μα υ­πο­κα­τά­στα­των. Αλλά αυ­τό μέ­νει ε­κτός μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ως υ­παι­νιγ­μός στην αμ­φι­ση­μία του τέ­λους.  Από μία ά­πο­ψη, πρό­κει­ται για έ­να υ­παρ­ξια­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, με προ­κλη­τι­κές πτυ­χές για τον συ­γκαι­ρι­νό του α­να­γνώ­στη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/5/2015.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Ασσασ­σί­νοι, Χρυ­σαυ­γί­τες, με­τα­νά­στες

 Έφη­βος Βα­σι­λι­κός Πύ­θω­νας
ή ο πύ­θων της κρί­σης.











 Νί­κος Α. Μά­ντης
«Πέ­τρα ψα­λί­δι χαρ­τί»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Νοέμ­βριος 2014


Ακό­μη δεν τον εί­δα­με Γιαν­νά­κη τον βα­φτί­σα­με. Αλλά ά­παξ και τον βα­φτί­σα­με, που ση­μαί­νει ό­τι α­πο­δε­χτή­κα­με πως έ­χει προ­κύ­ψει ι­διαί­τε­ρη κα­τη­γο­ρία βι­βλίων που ε­ντάσ­σο­νται στη “λο­γο­τε­χνία της κρί­σης”, αυ­τά  πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται. Η θε­μα­τι­κή ο­μπρέ­λα, έ­τσι κι αλ­λιώς, εί­ναι με­γά­λη. Αρκεί να υ­πάρ­χει έ­στω και έ­νας ή­ρωας ά­στε­γος, α­πο­λυ­μέ­νος α­πό την ερ­γα­σία του ή, γε­νι­κό­τε­ρα, δυ­στυ­χής, δε­δο­μέ­νης και πρό­σφα­της βρε­τα­νι­κής έ­ρευ­νας ε­πι­στη­μο­νι­κού ε­πι­πέ­δου, που έ­δει­ξε ό­τι δυ­στυ­χία στα λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία Αγγλό­φω­νων και Γερ­μα­νό­φω­νων, μέ­σα στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία, ση­μαί­νει οι­κο­νο­μι­κή δυ­στυ­χία. Για α­κό­μη, μά­λι­στα, με­γα­λύ­τε­ρο ά­νοιγ­μα αυ­τής της νεό­τευ­κτης λο­γο­τε­χνι­κής κα­τη­γο­ρίας, φτά­νει η υ­πό­θε­ση του βι­βλίου να ε­κτυ­λίσ­σε­ται στην “Αθή­να της κρί­σης”. Όσο α­φο­ρά την Ελλά­δα της κρί­σης, αυ­τή υ­πάρ­χει μό­νο ως α­να­φο­ρά, κα­θώς σπα­νίως η ι­στο­ρία α­πλώ­νε­ται στον υ­πό­λοι­πο γεω­γρα­φι­κό χώ­ρο, ό­πως στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Χρή­στου Οι­κο­νό­μου, «Το κα­λό θα ’ρθει α­πό τη θά­λασ­σα».
Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, εί­ναι εν­δει­κτι­κό πως το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα αυ­τής της κα­τη­γο­ρίας, που α­πέ­σπα­σε βρα­βείο, τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Άγρια Ακρό­πο­λη». Σύμ­φω­να με τον συγ­γρα­φέα του, Νί­κο Μά­ντη, εί­ναι “έ­να κα­θα­ρό­αι­μο βι­βλίο ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας, στο ο­ποίο οι ση­με­ρι­νοί ε­φιάλ­τες προ­βάλ­λο­νται στην Αθή­να του 2159 μ.Χ.”, η ο­ποία πε­ρι­γρά­φε­ται ως “μία ε­ντε­λώς διε­θνο­ποιη­μέ­νη κοι­νω­νία πο­λυε­θνι­κών, βα­σι­σμέ­νη στους κα­νό­νες διοί­κη­σης του ε­ται­ρι­κού μά­νατ­ζμε­ντ”. Η ο­ρο­λο­γία υ­πο­δη­λώ­νει τη νο­μι­κή ι­διό­τη­τα του Νί­κου Λα­μπρό­που­λου, που κρυ­βό­ταν μέ­χρι πρό­τι­νος πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Νί­κος Μά­ντης. Ο ί­διος α­πο­κά­λυ­ψε την ψευ­δω­νυ­μία με­τά τη βρά­βευ­ση και του εν λό­γω, τρί­του πε­ζο­γρα­φι­κού βι­βλίου του, μη α­ντέ­χο­ντας στον πει­ρα­σμό της προ­βο­λής.
Η συ­γκε­κρι­μέ­νη κα­τη­γο­ρία πε­ζο­γρα­φι­κών βι­βλίων, χά­ρις και στο εύ­ρος της θε­μα­τι­κής που ε­πι­τρέ­πει, τεί­νει να κα­λύ­ψει σχε­δόν το σύ­νο­λο της πα­ρα­γω­γής. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λουν, βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές και κρι­τι­κοί, που “α­γκα­λιά­ζου­ν” βι­βλία αυ­τού του τύ­που, κα­θώς τους δί­νουν την ευ­και­ρία να γρά­ψουν για “τα καυ­τά προ­βλή­μα­τα της ε­πι­και­ρό­τη­τας”, κα­τα­πώς α­πο­κα­λού­νται στο δη­μο­σιο­γρα­φί­ζον λε­κτι­κό τα οι­κο­νο­μι­κά ε­πα­κό­λου­θα της κρί­σης. Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός λο­γο­τε­χνι­κό βι­βλίο, προ­κύ­πτει μάλ­λον σαν πα­ρελ­κό­με­νος, πα­ρά ως δια­πί­στω­ση βά­σει αι­σθη­τι­κών κρι­τη­ρίων, α­πο­βλέ­πο­ντας στη με­γα­λύ­τε­ρη προ­βο­λή του συ­γκε­κρι­μέ­νου τύ­που βι­βλίων. Ηθο­γρα­φή­μα­τα ή προς α­πο­φόρ­τι­ση του κα­κό­ση­μου χα­ρα­κτή­ρα της λέ­ξης, νε­ο­η­θο­γρα­φή­μα­τα, ρε­α­λι­στι­κά ή και έκ­δη­λα να­του­ρα­λι­στι­κά, που τε­λευ­ταία ε­πι­κρά­τη­σε να α­να­φέ­ρο­νται, και πά­λι προς ε­ξω­ραϊσμό της λέ­ξης, “φέ­τες ζωής”, α­πα­ξά­πα­ντα συ­στή­νο­νται ως λο­γο­τε­χνία. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη κα­τη­γο­ρία βι­βλίων, δεν γί­νε­ται, του­λά­χι­στον ε­πί του πα­ρό­ντος, λό­γος πε­ρί πα­ρα­λο­γο­τε­χνίας.
Οι ο­ποιεσ­δή­πο­τε κρί­σεις, ό­μως, πο­λι­τι­κές πα­λαιό­τε­ρα, οι­κο­νο­μι­κές σή­με­ρα, ε­πα­να­φέ­ρουν στο προ­σκή­νιο την α­σα­φώς ο­ρι­ζό­με­νη αλ­λά ση­μα­ντι­κή στη συλ­λο­γι­κή συ­νεί­δη­ση “τά­ξη των δια­νοου­μέ­νω­ν”. Εντός της ο­ποίας, οι συγ­γρα­φείς α­πο­τε­λούν έ­να η­γε­μο­νι­κό τμή­μα. Έτσι, ε­πα­να­κά­μπτουν συ­ζη­τή­σεις για τον “συγ­γρα­φέα σε πε­ρι­βάλ­λον κρί­σης” ή “α­πέ­να­ντι στην κρί­ση”, συ­νο­πτι­κό­τε­ρα, για “τον ρό­λο του συγ­γρα­φέ­α”. Προ­κύ­πτουν η­με­ρί­δες, συ­να­ντή­σεις, κύ­κλοι και συ­να­φείς εκ­δη­λώ­σεις, ό­που “έ­γκρι­τα μέ­λη της συγ­γρα­φι­κής κοι­νό­τη­τας” α­πο­φαί­νο­νται υ­πέρ ε­νός ε­νερ­γού ρό­λου του συγ­γρα­φέα σε πε­ριό­δους αιχ­μής. Το βα­σι­κό­τε­ρο, α­πε­νο­χο­ποιούν τον τυ­χόν ε­πι­και­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα του έρ­γου του. Οπό­τε ε­κεί­νος εν­δί­δει στη μυ­θο­πλα­στι­κή ευ­κο­λία, που ε­ξα­σφα­λί­ζει το πλη­θω­ρι­κό σε α­φορ­μές και γε­γο­νό­τα πα­ρόν, με α­να­παυ­μέ­νη τη συ­νεί­δη­σή του πως α­ντα­πο­κρί­νε­ται σε ό,τι η συγ­γρα­φι­κή κοι­νό­τη­τα α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ως “πιε­στι­κό αί­τη­μα της κοι­νω­νίας”.
Ει­κά­ζου­με πως αί­σθη­μα υ­πο­χρέω­σης α­πέ­να­ντι στη χει­μα­ζό­με­νη χώ­ρα θα πρέ­πει να ώ­θη­σε τον Μά­ντη να συμ­βάλ­λει με έ­να δεύ­τε­ρο βι­βλίο στη “λο­γο­τε­χνία της κρί­σης”. Ίσως και α­δι­κώ­ντας ε­αυ­τόν, κα­θώς το ε­τοί­μα­σε σε “χρό­νο ντε τε”, κα­τά τη σλαν­γκ των η­ρώων του. Νοέμ­βριο 2013 βγή­κε α­πό το τυ­πο­γρα­φείο το «Άγρια Ακρό­πο­λη», Νοέμ­βριο 2014 το «Πέ­τρα ψα­λί­δι χαρ­τί». Πι­θα­νώς, λό­γω στε­νό­τη­τας χρό­νου, αυ­τό το δεύ­τε­ρο δεν βγή­κε μυ­θι­στό­ρη­μα. Απε­φεύ­χθη, πά­ντως, χά­ρις στην ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα του συγ­γρα­φέα, ο συ­νή­θης α­ντιε­μπο­ρι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός “συλ­λο­γή διη­γη­μά­τω­ν”. Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός “σπον­δυ­λω­τό μυ­θι­στό­ρη­μα”, που ε­πέ­λε­ξε, δη­λώ­νει ό­τι πρό­κει­ται για κά­τι “σαν μυ­θι­στό­ρη­μα”, α­νε­ξάρ­τη­τα αν αυ­τό βρί­σκε­ται πλη­σιέ­στε­ρα σε συλ­λο­γή “σύ­ντο­μων ι­στο­ριώ­ν”. Στην πα­ρου­σία­ση των αυ­τό­νο­μων ι­στο­ριών ως τμη­μά­των μίας ε­νό­τη­τας, βο­η­θά η το­πο­θέ­τη­σή τους στον ί­διο χρό­νο και τό­πο, δη­λα­δή στην “Αθή­να της κρί­σης”. Βα­σι­κό, πά­ντως, τέ­χνα­σμα για την ε­πί­τευ­ξη του σπον­δυ­λω­τού χα­ρα­κτή­ρα πα­ρα­μέ­νει το πη­γαι­νέ­λα των η­ρώων α­πό τη μία ι­στο­ρία στην άλ­λη, αλ­λά­ζο­ντας θέ­ση στο κα­στ των προ­σώ­πων, α­πό πρω­τα­γω­νι­στές σε δευ­τε­ρα­γω­νι­στές ή και α­πλώς α­να­φε­ρό­με­να πρό­σω­πα.
Για το πλά­σι­μο των α­θλίων της Αθή­νας, η προ­σω­πι­κή ε­μπει­ρία δεν εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη. Ούτε ο Ουγκώ είχε κατεβή στους υπονόμους των Πα­ρι­σίων. Επι­προ­σθέ­τως, σή­με­ρα, με την η­λεκ­τρο­νι­κή ε­νη­μέ­ρω­ση, δεν α­παι­τεί­ται ού­τε καν ε­πι­τό­πια έ­ρευ­να. Ωστό­σο, ο Μά­ντης, πα­ρου­σιά­ζο­ντας το βι­βλίο του, ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως ή­ρωες και κα­τα­στά­σεις, “εί­ναι ό­λα και ό­λοι, μα­σκα­ρε­μέ­νοι, ε­πι­νο­η­μέ­νοι αλ­λά και ε­ντε­λώς υ­παρ­κτοί”. Προ­σθέ­τει, μά­λι­στα, πως έ­χει α­γω­νία “να μην προ­δώ­σει και να μην προ­δο­θεί”. Οπό­τε, πι­θα­νώς να αν­τλεί και α­πό τη δι­κη­γο­ρι­κή του ε­μπει­ρία. Οι ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κές εκ­φρά­σεις, πά­ντως, που χρη­σι­μο­ποιεί, ξε­νί­ζουν με την α­δό­κι­μη εκ­φρα­στι­κή τους, που μάλ­λον υ­πο­δη­λώ­νει συγ­γρα­φι­κή α­μη­χα­νία: “Πρώ­τη φο­ρά αγ­γί­ζω με το δέρ­μα της τέ­χνης μου καυ­τές ε­πι­φά­νειες, ά­γριες, τσι­με­ντέ­νιες.” “Για πρώ­τη φο­ρά προ­σπά­θη­σα να αρ­μέ­ξω την μπα­να­λι­τέ της ζωής”. Εκτός κι αν ε­πι­ζη­τά να ε­ναρ­μο­νι­στεί με τους “μπα­νά­λ” ή­ρωές του, πα­ρα­συ­ρό­με­νος και α­πό “το δέρ­μα της ψυ­χής μου”, που τρα­γου­δά­ει η Λέ­να Αλκαίου.
Το μό­το του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος εί­ναι α­πό τον χρυ­σό δί­σκο του Άκη Πά­νου. “Θέ­λω να τα πω ό­πως υ­πάρ­χουν στο μυα­λό / Θέ­λω να τα πω σα να πα­ρα­μι­λώ”. Ο συγ­γρα­φέ­ας με αυ­τό το τριά­ντα τό­σο χρό­νων σου­ξέ προϊδεά­ζει για την προ­φο­ρι­κό­τη­τα των ι­στο­ριών του και το χύ­μα χα­ρα­κτή­ρα ό­σων λό­γων εκ­φέ­ρουν οι ή­ρωες ή αρ­θρώ­νουν εν­δο­μύ­χως. Δί­πλα στους στί­χους του τρα­γου­δο­ποιού, ως μό­το του πρώ­του κε­φα­λαίου, ε­πι­λέ­γε­ται η ερ­μη­νεία του πρώ­του ο­ριε­ντα­λι­στή Σιλ­βέ­στρου ντε Σά­συ για τους “ασ­σασ­σί­νους”. Επί­και­ρη η α­νά­κλη­ση αυ­τής της ισ­λα­μι­κής αί­ρε­σης, που τρο­μο­κρα­τού­σε τους Σταυ­ρο­φό­ρους, θεω­ρώ­ντας τη δο­λο­φο­νία των ε­χθρών θρη­σκευ­τι­κό κα­θή­κον. Δέ­κα αιώ­νες αρ­γό­τε­ρα, μό­νο η ε­τυ­μο­λο­γία των λέ­ξεων αλ­λά­ζει. Η πρό­σφα­τη αί­ρε­ση των τζι­χα­ντι­στών, με την ο­νο­μα­σία της, υ­πο­γραμ­μί­ζει την ιε­ρό­τη­τα του πο­λέ­μου. Η ο­νο­μα­το­δο­σία της πα­λαιό­τε­ρης έ­γι­νε α­πό το χα­σίς, με το ο­ποίο οι πι­στοί πε­ριέρ­χο­νταν σε ο­ρα­μα­τι­κή έκ­στα­ση για τους μελ­λού­με­νους πα­ρα­δεί­σους, εν­δυ­να­μώ­νο­ντας ε­αυ­τούς προ της φο­νι­κής δρά­σης.
Το μό­το του πρώ­του κε­φα­λαίου ει­σά­γει τους “ασ­σασ­σί­νους” ως κυ­ρίαρ­χους ή­ρωες ο­λό­κλη­ρου του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, έ­στω κι αν δεν έ­χουν νευ­ραλ­γι­κό ρό­λο σε ό­λους τους σπον­δύ­λους του. Ήδη, α­πό τις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 1990, εμ­φα­νί­ζο­νται με­τα­νά­στες - κυ­ρίως Αλβα­νοί, με­τά προ­στέ­θη­καν οι Σλα­βό­φω­νοι - στα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων. Κα­τά κα­νό­να, πα­ρου­σιά­ζο­νται ως η­θι­κά στοι­χεία, που α­δι­κού­νται. Ο Μά­ντης τους πα­ρου­σιά­ζει μεν ως “ασ­σασ­σί­νους”, αλ­λά εξ α­νά­γκης. Σε κά­ποιους, μά­λι­στα, δί­νει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τρα­γι­κού ή­ρωα. Όλοι τους κι­νού­νται εν μέ­σω θιά­σου, α­πο­τε­λού­με­νου α­πό τρο­μο­κρα­τη­μέ­νους ντό­πιους. Αυ­τοί οι αλ­λο­δα­ποί “ασ­σασ­σί­νοι” πρω­τα­γω­νι­στούν στις πιο ε­ντυ­πω­σια­κές “φέ­τες ζωής”, που αν­τλεί α­πό “το γκρί­ζο πα­ρό­ν”, ε­νώ συμ­με­τέ­χουν και στη μελ­λο­ντο­λο­γι­κή ου­ρά του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Κά­τι σαν μυ­θι­στό­ρη­μα φα­ντα­σίας, ό­χι ό­μως ε­πι­στη­μο­νι­κής, αλ­λά ι­δε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κής. Σε σύ­γκρι­ση με το προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, θα το χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με “λάι­τ” μελ­λο­ντο­λο­γία, του­λά­χι­στον ως προς το μέ­γε­θος της προ­βο­λής στο μέλ­λον. Αντί των αρ­χών του 22ου αιώ­να, που φα­ντα­σιω­νό­ταν στο προ­η­γού­με­νο, ε­δώ αρ­κεί­ται στην ε­πι­νό­η­ση για την ε­παύ­ριον μιας κυ­βέρ­νη­σης “ε­θνι­κής σω­τη­ρίας”, πλα­σμέ­νης στο πρό­τυ­πο πα­λαιό­τε­ρων δι­κτα­το­ρι­κών κα­θε­στώ­των. Αυ­τή προ­κύ­πτει ως ε­πα­κό­λου­θο της κρί­σης, αλ­λά και της α­νι­κα­νό­τη­τας πο­λι­τι­κών προο­δευ­τι­κής πα­ρά­τα­ξης. Στε­ρεό­τυ­πη σύλ­λη­ψη, κα­θώς υιο­θε­τεί τις ζο­φε­ρές προ­βλέ­ψεις της κρί­σης για άν­θι­ση της “λαϊκί­στι­κης ρι­ζο­σπα­στι­κής δε­ξιάς”.
Η κρί­ση, στις δια­δο­χι­κές φά­σεις της, α­πο­τυ­πώ­νε­ται σε μία μό­νο α­πό τις συ­νο­λι­κά πέ­ντε ι­στο­ρίες του βι­βλίου. Μέ­νει, ό­μως, η ε­ντύ­πω­ση ό­τι κυ­ριαρ­χεί, κα­θώς οι ι­στο­ρίες τε­μα­χί­ζο­νται και τα τμή­μα­τά τους πα­ρα­τάσ­σο­νται σε μία μάλ­λον αυ­θαί­ρε­τη σει­ρά. Ακρι­βέ­στε­ρα, το μυ­θι­στό­ρη­μα χω­ρί­ζε­ται σε τρία μέ­ρη. Το πρώ­το εί­ναι το ε­κτε­νέ­στε­ρο, με έ­ξι κε­φά­λαια και τις τέσ­σε­ρις ι­στο­ρίες, α­πό τις ο­ποίες οι δυο ο­λο­κλη­ρώ­νο­νται σε έ­να κε­φά­λαιο, μία α­πλώ­νε­ται σε δυο μη συ­νε­χό­με­να κε­φά­λαια, ε­νώ η ι­στο­ρία της κρί­σης κα­τα­λαμ­βά­νει το πρώ­το και το έ­κτο κε­φά­λαιο, με έ­να τε­λευ­ταίο τμή­μα να αυ­το­νο­μεί­ται στο τρί­το μέ­ρος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που έ­χει έ­να μό­νο κε­φά­λαιο. Αυ­το­τε­λής η πέ­μπτη ι­στο­ρία, ε­ξε­λίσ­σε­ται στο δεύ­τε­ρο μέ­ρος, που χω­ρί­ζε­ται σε τρία συ­νε­χό­με­να κε­φά­λαια.
Ου­σια­στι­κά, πρό­κει­ται για τέσ­σε­ρις “φέ­τες ζωής” συν μία πα­ρω­δία. Η βα­σι­κή “φέ­τα ζωής” εί­ναι αυ­τή της κρί­σης, που ξε­κι­νά­ει στο πρώ­το κε­φα­λαίο, με δυο πρε­ζά­κη­δες, ψι­λο­διαρ­ρή­κτες για τη δό­ση τους, έ­ναν Αλβα­νό, που ήρ­θε δε­κά­χρο­νος στην Ελλά­δα και τον συμ­μα­θη­τή του, Ρου­μά­νο, που έ­γι­νε Χρυ­σαυ­γί­της και εί­δε φως, κα­θώς, α­πό παι­δί της σφα­λιά­ρας, με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε σω­στό “ασ­σασ­σί­νο”. Ο συγ­γρα­φέ­ας δο­κι­μά­ζει και δο­κι­μά­ζε­ται σε πε­ρισ­σό­τε­ρους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους. Σε αυ­τήν, την πρώ­τη “φέ­τα ζωής”, κα­θώς εί­ναι χω­ρι­σμέ­νη σε τρία μέ­ρη, ε­πε­ξερ­γά­ζε­ται τρεις α­φη­γη­μα­τι­κές μορ­φές. Στο πρώ­το τε­μά­χιο της ι­στο­ρίας, πα­ρου­σιά­ζει τον βίο και την πο­λι­τεία του δι­δύ­μου των με­τα­να­στών μέ­σα α­πό το μα­κρύ μο­νό­λο­γο του Αλβα­νού, που κρα­τά­ει, ό­ση ώ­ρα πη­γαί­νει πε­ζή, α­πό Ομό­νοια μέ­χρι Φορ­μίω­νος στο Πα­γκρά­τι και στη συ­νέ­χεια, μέ­χρι Φρα­ντζή στο Νέο Κό­σμο.
Ναρ­κο­μα­νής, με έ­ντο­να συ­μπτώ­μα­τα συν­δρό­μου στέ­ρη­σης, περ­πα­τά­ει, τρέ­χει, τρε­κλί­ζει, πα­ρό­λα αυ­τά ού­τε στιγ­μή δεν χά­νει τον ειρ­μό κα­τά τις πα­ρελ­θο­ντι­κές α­να­δρο­μές. Για­τί αν τον έ­χα­νε, πο­λύ θα δυ­σκό­λευε τον α­να­γνώ­στη. Ο συγ­γρα­φέ­ας, αυ­τήν την πα­ρα­χώ­ρη­ση στην α­να­γνω­σι­μό­τη­τα του πο­νή­μα­τός του, την α­ντι­σταθ­μί­ζει με μα­κριές προ­τά­σεις χω­ρίς τε­λεία στο αρ­μό­ζον ι­διό­λε­κτο, αλ­λά και με ε­πι­τα­χυ­νό­με­νο ρυθ­μό, α­νά­λο­γο με τη σύγ­χυ­ση που δια­κα­τέ­χει τον ή­ρωα. Πε­ρι­γρά­φει στέ­κια και α­στυ­νο­μι­κές κα­τα­διώ­ξεις, πα­ράλ­λη­λα με την ε­ξι­στό­ρη­ση των δει­νών των Αλβα­νών. Πολ­λα­πλώς ι­στο­ρη­μέ­να μεν, αλ­λά ε­δώ γί­νο­νται πλέ­ον ε­ρε­θι­στι­κά, κα­θώς η τα­λαί­πω­ρη Αλβα­νή μη­τέ­ρα κα­τόρ­θω­σε μεν να πα­ντρευ­τεί Έλλη­να, αλ­λά της προέ­κυ­ψε παι­δε­ρα­στής. Το θύ­μα, η βια­σθεί­σα, Αλβα­νί­δα κό­ρη, πρω­τα­γω­νι­στεί, στο κα­τα­λη­κτι­κό κε­φά­λαιο, ως άλ­λη Αντι­γό­νη, σε ρό­λο ντε­τέ­κτι­β-εκ­δι­κη­τή.
Το δεύ­τε­ρο τε­μά­χιο, για την τύ­χη του Ρου­μά­νου, έ­χει τη μορ­φή σύ­ντο­μων, δια­δο­χι­κών στι­χο­μυ­θιών με­τα­ξύ δυο προ­σώ­πων, χω­ρίς α­φη­γη­μα­τι­κές γέ­φυ­ρες. Ενώ, το τρί­το, γύ­ρω α­πό την κα­τά­λη­ξη της αλ­βα­νι­κής οι­κο­γέ­νειας, προ­σο­μοιά­ζει με μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό θρί­λερ. Εδώ, σε α­ντι­πα­ρά­θε­ση προς την αλ­βα­νι­κή ο­δύσ­σεια, α­να­πα­ρί­στα­ται η ζωή τρι­με­λούς οι­κο­γέ­νειας των βο­ρείων προ­α­στίων, που κα­τοι­κεί σε με­ζο­νέ­τα της Πο­λι­τείας τε­τρα­κο­σίων τε­τρα­γω­νι­κών. Ο συγ­γρα­φέ­ας, για να α­πο­δώ­σει με ε­πάρ­κεια τους αυ­τουρ­γούς της κρί­σης, ε­πι­στρα­τεύει ό­λα τα σχε­τι­κά στε­ρεό­τυ­πα, α­να­με­μιγ­μέ­να με εκ­κε­ντρι­κές συ­νή­θειες πλου­σίων, ό­πως έ­ναν έ­φη­βο πύ­θω­να ως κα­τοι­κί­διο.
Η δεύ­τε­ρη “φέ­τα ζωής”, που α­πο­τε­λεί­ται α­πό δυο μέ­ρη,  α­φο­ρά έ­να ζευ­γά­ρι δι­κη­γό­ρων, με ε­πι­τυ­χη­μέ­νη ε­παγ­γελ­μα­τι­κή στα­διο­δρο­μία στον ι­διω­τι­κό το­μέα, με­σαίας οι­κο­νο­μι­κής ε­πι­φά­νειας, που του συμ­βαί­νουν α­πί­θα­νες α­τυ­χίες. Κα­τ’ αρ­χήν, α­πο­κτά έ­να βρέ­φος-τέ­ρας, “το μω­ρό της κρί­σης”, ό­πως το α­πο­κά­λε­σαν. Ενώ, στο δεύ­τε­ρο μέ­ρος, α­φού έ­χουν α­παλ­λα­γεί α­πό το παι­δί, χω­ρίς συ­ναι­σθη­μα­τι­κές α­βα­ρίες, ου­σια­στι­κά το έ­χουν ξε­χά­σει σε Ίδρυ­μα, υ­φί­στα­νται τις συ­νή­θεις οι­κο­νο­μι­κές συ­νέ­πειες της κρί­σης. Μό­νο που σε αυ­τούς φθά­νουν μέ­χρι το βια­σμό της γυ­ναί­κας α­πό διαρ­ρή­κτη, που πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε πως έ­κρυ­βαν στο δια­μέ­ρι­σμά τους μι­σό ε­κα­τομ­μύ­ριο ευ­ρώ, το ο­ποίο εί­χαν α­πο­σύ­ρει για με­γα­λύ­τε­ρη α­σφά­λεια, και μπού­κα­ρε. Το δρά­μα, ό­μως, του συ­ζύ­γου βρί­σκε­ται στο ό,τι ε­κεί­νη το α­πή­λαυ­σε. Τε­λι­κά, ο λη­στής ή­ταν ο Ρου­μά­νος-Χρυ­σαυ­γί­της της προ­η­γού­με­νης ι­στο­ρίας. Δια­φο­ρε­τι­κής α­τμό­σφαι­ρας εί­ναι το πρώ­το τμή­μα της ι­στο­ρίας τους, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη σχέ­ση της μη­τέ­ρας της γυ­ναί­κας με το τε­ρα­τό­μορ­φο εγ­γό­νι της. Ο συγ­γρα­φέ­ας πε­ρι­γρά­φει ε­πί­σκε­ψή της στο ί­δρυ­μα, συν­δυά­ζο­ντας σκη­νές ω­μού ρε­α­λι­σμού με ο­νει­ρι­κού τύ­που φα­ντα­σιώ­σεις. Ως α­πο­τέ­λε­σμα, η ψυ­χο­λο­γία της γυ­ναί­κας δεί­χνει μάλ­λον α­ντι­φα­τι­κή.
Γε­νι­κό­τε­ρα, δεν τον α­πα­σχο­λούν τό­σο οι χα­ρα­κτή­ρες. Σε με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση, σκια­γρα­φεί χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς τύ­πους για να α­πο­τυ­πώ­σει νο­ση­ρές έως και βδε­λυ­ρές κα­τα­στά­σεις. Γι’ αυ­τό και ε­πι­μέ­νει σε με­τα­νά­στες, Χρυ­σαυ­γί­τες, διε­φθαρ­μέ­νους πο­λι­τι­κούς, ι­δε­ο­λο­γι­κούς ιν­στρού­χτο­ρες ε­πί Χού­ντας, που κα­τέ­λη­ξαν μί­ζε­ροι γέ­ρο­ντες, και α­κό­μη, ο­μο­φυ­λό­φι­λους με α­η­δή χού­για. Πα­ρά­δειγ­μα, η  τρί­τη “φέ­τα ζωής”, ό­που ξε­δι­πλώ­νει την τό­σο προ­σφι­λή στα ΜΜΕ ι­στο­ρία, με τους με­τα­νά­στες να στοι­βά­ζο­νται σε πα­λαιές πο­λυ­κα­τοι­κίες του α­θη­ναϊκού κέ­ντρου. Προ­τι­μά την πλέ­ον εν­δια­φέ­ρου­σα εκ­δο­χή, που θέ­λει τον θύ­τη να εί­ναι κι αυ­τός αλ­λο­δα­πός. Επι­νο­εί, ω­στό­σο, και μία ι­στο­ρία, που α­κό­μη δεν έ­χει προ­κύ­ψει, ή, του­λά­χι­στον, δεν α­πο­τέ­λε­σε εί­δη­ση των ΜΜΕ. Στο ί­διο κε­λί των φυ­λα­κών Κο­ρυ­δαλ­λού, βρί­σκο­νται κρα­τού­με­νοι, έ­νας βα­σα­νι­στής ε­πί Χού­ντας και έ­να α­πό τα θύ­μα­τά του, τό­τε φοι­τη­τής, που ε­ξε­λί­χτη­κε σε γε­νι­κό γραμ­μα­τέα υ­πουρ­γείου και υ­πέ­πε­σε στο σφάλ­μα του δω­ρο­λη­ψίας.
Στο ι­δε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κό ε­πί­πε­δο το­πο­θε­τεί­ται και το δεύ­τε­ρο μέ­ρος. Πρό­κει­ται για μία πα­ρω­δία της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής πε­ριό­δου, που φτά­νει μέ­χρι σή­με­ρα, α­πο­κτώ­ντας χρο­νι­κό εύ­ρος μιας α­κε­ραίας γε­νιάς, α­πό τον ε­κλο­γι­κό θρίαμ­βο του ΠΑ­ΣΟ­Κ, το 1981, μέ­χρι τη φυ­λά­κι­ση του πρώ­του τη τά­ξει υ­πουρ­γού. Θυ­μί­ζου­με πως η πα­παν­δρεϊκή πε­ρίο­δος έ­χει α­πο­δο­θεί με τον τρό­πο της πα­ρω­δίας, χω­ρίς χον­δρο­ει­δείς α­πλο­ποιή­σεις, α­πό τον Γιώρ­γη Για­τρο­μα­νω­λά­κη, προ κρί­σης, στο μυ­θι­στό­ρη­μα «Το χρο­νι­κό του Δα­ρείου».
Ο Μά­ντης ε­πι­λέ­γει για το βι­βλίο του έ­ναν τίτ­λο, που δεί­χνει κρυ­πτι­κός, α­κό­μη και σε ό­σους έ­χουν παί­ξει κά­πο­τε το “πέ­τρα μο­λύ­βι ψα­λί­δι χαρ­τί”. Ή, στη νεό­τε­ρη μορ­φή του, “πέ­τρα ψα­λί­δι χαρ­τί”, που ε­πι­λέ­γε­ται ως τίτ­λος και υ­πα­γο­ρεύει την ει­κό­να ε­ξω­φύλ­λου. Στο παι­χνί­δι, η πέ­τρα νι­κά­ει το ψα­λί­δι, α­φού μπο­ρεί να το κα­τα­στρέ­ψει, ε­κεί­νο νι­κά­ει πα­ρο­μοίως το χαρ­τί, που νι­κά­ει την πέ­τρα, α­φού μπο­ρεί ό­χι να την κα­τα­στρέ­ψει αλ­λά να την ε­ξα­φα­νί­σει, τυ­λί­γο­ντάς την. Σύμ­φω­να με το κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, το παι­χνί­δι υ­πο­τί­θε­ται ό­τι α­να­φέ­ρε­ται στις τύ­χες των κα­τοί­κων της χώ­ρας σε κρί­ση. Ντό­πιων και με­τα­να­στών. Αν η ε­κά­στο­τε ε­ξου­σία εί­ναι η πέ­τρα, αυ­τή α­φα­νί­ζει τους έ­χο­ντες, α­φού ε­κεί­νοι έ­χουν προ­η­γου­μέ­νως α­φα­νί­σει τους μη έ­χο­ντες, κυ­ρίως τους  αλ­λο­δα­πούς με­τα­νά­στες. Τε­λι­κά, ό­μως, σύμ­φω­να με τη μυ­θο­πλα­σία, αυ­τοί α­πο­βαί­νουν οι κερ­δι­σμέ­νοι, α­φού ε­πι­ζούν, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας τη βυ­θι­ζό­με­νη χώ­ρα. Μή­πως θα πρέ­πει να συ­μπε­ρά­νου­με ό­τι, κα­τά τη συγ­γρα­φι­κή φα­ντα­σία, αυ­τοί θα συγ­γρά­ψουν και την ι­στο­ρία της; Για­τί, στην πα­λαιά εκ­δο­χή του παι­χνι­διού, το μο­λύ­βι νι­κά­ει το χαρ­τί, που νί­κη­σε την πέ­τρα, που νί­κη­σε το ψα­λί­δι.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/5/2015.

Λο­γο­τε­χνι­κή πα­τρι­δο­γνω­σία

Το γεφύρι της Πλάκας στον Άραχθο ποταμό.











«Τό­ποι της λο­γο­τε­χνίας.
134 συγ­γρα­φείς κα­τα­γρά­φου­ν
μία ελ­λη­νι­κή
προ­σω­πι­κή γεω­γρα­φία»
Επι­μέ­λεια Μιχ. Μο­δι­νός
Εκδ. Κα­στα­νιώ­τη-Εται­ρεία
Συγ­γρα­φέω­ν
Μάρ­τιος 2015


Η Εται­ρεία Συγ­γρα­φέων, α­πό το 1994, εκ­δί­δει κα­τ’ έ­τος θε­μα­τι­κά η­με­ρο­λό­για, έ­χο­ντας μέ­χρι σή­με­ρα κα­λύ­ψει έ­να ευ­ρύ φά­σμα. Δο­κί­μα­σε τις α­ντο­χές του συγ­γρα­φι­κού της δυ­να­μι­κού τό­σο στα γε­νι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου θέ­μα­τα ό­σο και στα α­πο­λύ­τως ε­στια­σμέ­να. Σχη­μα­τί­στη­κε έ­τσι μία α­ξιό­λο­γη πα­ρα­κα­τα­θή­κη κει­μέ­νων, με θέ­μα­τα ό­πως “το πε­ρι­βάλ­λον και η ποίη­ση” ή “η βία και η λο­γο­τε­χνία”, αλ­λά και με α­παν­θί­σμα­τα κει­μέ­νων για κά­ποιο πρό­σω­πο (Γιώρ­γος Θε­ο­το­κάς), έ­να πα­λαιό­τε­ρο βι­βλίο («Ελλη­νι­κή Νο­μαρ­χία»), ή και ο­ρι­σμέ­νο γραμ­μα­το­λο­γι­κό εί­δος (Σά­τι­ρα). Άλλο­τε πρό­κει­ται για συλ­λο­γι­κό έρ­γο και άλ­λο­τε για πό­νη­μα ε­νός, του ε­πι­με­λη­τή, που αν­θο­λο­γεί α­πό κεί­με­να πα­λαιό­τε­ρων. Κα­θο­ρι­στι­κός πα­ρά­γο­ντας α­πο­βαί­νει η ε­κά­στο­τε συ­γκυ­ρία, συ­νή­θως η πα­γκό­σμια, ό­πως μία γε­νι­κευ­μέ­νη ε­μπό­λε­μη κα­τά­στα­ση ή η λει­ψυ­δρία σε οι­κου­με­νι­κό ε­πί­πε­δο. Για πα­ρά­δειγ­μα, το Ημε­ρο­λό­γιο του 2004 ή­ταν α­φιε­ρω­μέ­νο στην Ολυ­μπια­κή Εκε­χει­ρία. Τα πιο πρό­σφα­τα, λό­γω της κρί­σης, ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στην ελ­λη­νι­κή ε­πι­και­ρό­τη­τα. Η α­νη­συ­χία των συγ­γρα­φέων για την τύ­χη της χώ­ρας α­ντα­να­κλά­ται στους τίτ­λους των Ημε­ρο­λο­γίων του 2012 και του 2013: “Η δι­κή μας Ελλά­δα” και “Μέ­ρες 2013”.
Κα­θο­ρι­στι­κό πα­ρά­γο­ντα στην ε­πι­λο­γή θέ­μα­τος συ­νι­στά  το πρό­σω­πο του προέ­δρου του Δ.Σ. της Εται­ρείας. Άλλο­τε φαί­νε­ται να διεκ­δι­κεί α­πό­λυ­το λό­γο και άλ­λο­τε να μοι­ρά­ζε­ται την ευ­θύ­νη με τα μέ­λη του Δ.Σ. Ο 10ος Πρό­ε­δρος, Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης ε­πέ­λε­ξε ως θέ­μα για το 2014 τον Οδυσ­σέα, α­να­λαμ­βά­νο­ντας ο ί­διος την αν­θο­λό­γη­ση κει­μέ­νων. Αντιθέ­τως, το Ημε­ρο­λό­γιο του 2015 εί­ναι συλ­λο­γι­κό έρ­γο και τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Γέ­φυ­ρες». Όπου η πρόσ­λη­ψη του τίτ­λου α­φή­νε­ται στην ε­πι­λο­γή του κά­θε συ­νερ­γά­τη. Εκλαμ­βά­νε­ται, εί­τε με­τα­φο­ρι­κά, ως μέ­σο προ­σέγ­γι­σης και ε­ξά­λει­ψης δια­φο­ρών, εί­τε κα­τά κυ­ριο­λε­ξία, ως κα­τα­σκευή, αλ­λά και ως θέ­μα σχε­τι­κό με τη γεω­γρα­φία και τους τό­πους.
Με ε­ναλ­λα­κτι­κό τίτ­λο το γε­φύ­ρι ή και γιο­φύ­ρι, ο­ρι­σμέ­να α­πό αυ­τά, διά­σπαρ­τα στην η­πει­ρω­τι­κή Ελλά­δα, ε­νέ­πνευ­σαν ε­πί­λε­κτα κεί­με­να σε κά­ποιους α­πό τους 80 συμ­με­τέ­χο­ντες. Όπως τον Γιάν­νη Δάλ­λα, ε­κεί­νο της Πέ­τρας, με­τα­ξύ Πρε­βέ­ζης - Ιωαν­νί­νων, ταυ­τι­σμέ­νο με τη λη­στεία πριν κο­ντά 90 χρό­νια των Ρετ­ζαίων. Τον Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό, το γε­φύ­ρι της Πλά­κας, που “ζευ­γνύει τον Άρα­χθο” και ά­ντε­ξε την υ­πο­γρα­φή της ο­μώ­νυ­μης ι­στο­ρι­κής συμ­φω­νίας του 1944, η ο­ποία α­πο­δεί­χτη­κε της πλά­κας, αλ­λά ε­νέ­δω­σε στις πρό­σφα­τες πλημ­μύ­ρες. Τον Ανδρέα Μή­τσου, “η το­ξω­τή γέ­φυ­ρα στη θέ­ση Ρέ­ρε­ση”, στο δρό­μο προς τη Μο­νή Βαρ­νά­κο­βας. Τοιου­το­τρό­πως προέ­κυ­ψαν έ­να ποίη­μα και δυο διη­γή­μα­τα, που συ­στή­νουν με την ποιό­τη­τά τους τρεις “γέ­φυ­ρες της λο­γο­τε­χνίας”. Για­τί, δεν αρ­κεί, λ.χ., έ­να στι­χούρ­γη­μα έως τε­τρα­κο­σίων λέ­ξεων ή έ­να πε­ζό έως ε­ξα­κο­σίων, σύμ­φω­να με τις προ­δια­γρα­φές των ε­πι­με­λη­τών, ε­στια­σμέ­να σε μία γέ­φυ­ρα, για να προ­κύ­ψει μία “γέ­φυ­ρα της λο­γο­τε­χνίας”.
Με αυ­τό το σκε­πτι­κό, πι­θα­νώς σχο­λα­στι­κό αλ­λά α­κρι­βο­λό­γο, ο τίτ­λος της πρό­σφα­της αν­θο­λο­γίας, που ε­ξέ­δω­σε η Εται­ρεία Συγ­γρα­φέων, “τό­ποι της λο­γο­τε­χνίας” δεί­χνει γε­νι­κός και κά­πως α­σα­φής. Αν και ο υ­πό­τιτ­λος τον προσ­γειώ­νει, α­πο­κλείο­ντας τό­πους ου­το­πίας και ταυ­τό­χρο­να, τον πε­ριο­ρί­ζει στην ελ­λη­νι­κή ε­πι­κρά­τεια. Όπου δό­θη­κε ι­στο­ρι­κό βά­θος, κα­θώς προ­βλέ­πε­ται ι­διαί­τε­ρη ε­νό­τη­τα με τον τίτ­λο, «Αρχαίαι Ημέ­ραι», στην ο­ποία ε­ντάσ­σο­νται κεί­με­να που α­να­φέ­ρο­νται στις “πα­λιές πα­τρί­δες”. Αυ­τήν την ο­νο­μα­σία ε­πι­λέ­γει ο ε­πι­με­λη­τής του τό­μου Μι­χά­λης Μο­δι­νός, στην Ει­σα­γω­γή του, για τό­πους ό­πως η Βό­ρεια Ήπει­ρος, η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και οι ελ­λη­νό­φω­νες πε­ριο­χές της Κά­τω Ιτα­λίας. Προς α­πο­φυ­γή για τις δυο πρώ­τες του ο­δυ­νη­ρού χα­ρα­κτη­ρι­σμού “χα­μέ­νες πα­τρί­δες”, που εύ­κο­λα σή­με­ρα κρί­νε­ται ε­θνι­κι­στι­κός. Όσο για την λε­γό­με­νη Με­γά­λη Ελλά­δα, αυ­τή δεν στοι­χί­ζε­ται ού­τε στις “πα­λιές” ού­τε στις “χα­μέ­νες πα­τρί­δες”.  
Επα­νερ­χό­με­νοι στον τίτ­λο, μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση πως α­πο­βαί­νει ως έ­να βαθ­μό πα­ρα­πλα­νη­τι­κός για τον α­πο­δέ­κτη, που πε­ρι­μέ­νει να δια­βά­σει για “τό­πους της λο­γο­τε­χνίας”, με την έν­νοια που α­ντι­λαμ­βά­νε­ται την Αλε­ξάν­δρεια του Κα­βά­φη, τη  Σμύρ­νη του Σε­φέ­ρη ή, α­κό­μη, τη Θεσ­σα­λο­νί­κη του Ν. Γ. Πε­ντζί­κη. Ο Κα­λο­κύ­ρης, στον πρό­λο­γό του, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται πως η έ­μπνευ­ση του θέ­μα­τος χρο­νο­λο­γεί­ται α­πό τρια­κο­ντα­ε­τίας. Για­τί ό­χι, α­πό 45ε­τίας, ό­ταν βα­φτί­ζει το θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο πε­ριο­δι­κό του «Τραμ», για να α­κο­λου­θή­σει το α­θη­ναϊκό «Χάρ­της»; Προ τρια­κο­ντα­ε­τίας, πά­ντως, στο πε­ριο­δι­κό του Μά­νου Χατ­ζι­δά­κι «Το Τέ­ταρ­το», με­τά την α­πο­χώ­ρη­ση του Χατ­ζι­δά­κι, ό­ταν ε­κεί­νος εί­χε α­να­λά­βει διευ­θυ­ντής σύ­ντα­ξης και καλ­λι­τε­χνι­κός διευ­θυ­ντής, εί­χε την ι­δέα ε­νός δι­σέ­λι­δου “σα­λο­νιού” με κεί­με­να συγ­γρα­φέων και καλ­λι­τε­χνών για τον γε­νέ­θλιο τό­πο τους. Τό­τε, ό­μως, πρό­κρι­νε έ­ναν σα­φή τίτ­λο, «Πε­ρί­πα­τοι στις πο­λι­τείες».
Στο πρό­σφα­το βι­βλίο, πιο φι­λό­δο­ξα, υ­πο­δει­κνύει ως στό­χο μία “πα­τρι­δο­γνω­σία” των σύγ­χρο­νων συγ­γρα­φέων για “έ­ναν τό­πο που τους ο­ρί­ζει ως δη­μιουρ­γούς”. Αρχαίος ό­ρος αυ­τός της “πα­τρι­δο­γνω­σίας”, που α­πο­τε­λού­σε, μέ­χρι το 1969, μά­θη­μα του Δη­μο­τι­κού, ει­σα­γω­γι­κό ε­κεί­νου της Γεω­γρα­φίας των ε­πό­με­νων σχο­λι­κών ε­τών. Σή­με­ρα πλέ­ον, κι αυ­τή η λέ­ξη έ­χει ε­ξο­βε­λι­στεί λό­γω το­πι­κι­στι­κών συμ­φρα­ζο­μέ­νων. Η ε­πα­να­φο­ρά της, ω­στό­σο, συ­νά­δει με την πρό­σφα­τα αυ­ξη­μέ­νη μέ­ρι­μνα να συ­στή­σου­με την Ελλά­δα ως προ­νο­μιού­χο τό­πο του­ρι­στι­κού προο­ρι­σμού. Βε­βαίως, η ε­πι­δίω­ξη δεν εί­ναι έ­νας τα­ξι­διω­τι­κός ο­δη­γός, ό­πως διευ­κρι­νί­ζει ο Κώ­στας Ακρί­βος, που εί­χε την ι­δέα, στο γύ­ρι­σμα του αιώ­να, μιας Σει­ράς τό­μων, με γε­νι­κό τίτ­λο, «Μια πό­λη στη λο­γο­τε­χνία». Εκεί, η  συ­γκέ­ντρω­ση πε­ζών και ποιη­μά­των, πα­λαιό­τε­ρων και νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, για μία πό­λη, κα­τορ­θώ­νει πράγ­μα­τι να την α­να­γά­γει σε “τό­πο της λο­γο­τε­χνίας”. Αν και μέ­νει να κρι­θεί, το κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για λο­γο­τε­χνι­κό τό­πο μεί­ζο­νος ή ε­λάσ­σο­νος ση­μα­σίας, με βά­ση την α­ντο­χή των ψη­φί­δων, που, σε κά­θε τό­μο, ε­ρα­νί­ζο­νται.
Ο Κα­λο­κύ­ρης, α­πό την πλευ­ρά του, γί­νε­ται α­κό­μη πιο α­παι­τη­τι­κός, α­να­φε­ρό­με­νος σε μια “νεω­τε­ρι­κή γεω­γρα­φία”. Προ­σθέ­τει “κοι­ταγ­μέ­νη α­πό άλ­λη γω­νία”, υ­πο­νοώ­ντας δια­φο­ρε­τι­κή α­πό την ι­δε­ο­λο­γία του νε­ο­ελ­λη­νι­κού Δια­φω­τι­σμού, που ε­νέ­πνευ­σε ε­κεί­νη την πρώ­τη του 1791, των Δα­νιήλ Φι­λιπ­πί­δη και Γρη­γο­ρίου Κων­στα­ντά. Από ό­λα αυ­τά συ­νά­γε­ται ό­τι οι α­παι­τή­σεις εί­ναι υ­ψη­λές. Μπο­ρεί, ό­μως, έ­να κεί­με­νο κά­ποιου σύγ­χρο­νου συγ­γρα­φέα να α­να­γά­γει έ­ναν τό­πο σε “τό­πο της λο­γο­τε­χνίας”; Ακό­μη κι αν πρό­κει­ται για μέ­λος μίας Εται­ρείας, που αυ­το­συ­στή­νε­ται ως “ο μεί­ζων φο­ρέ­ας συγ­γρα­φέων της χώ­ρας”; Ει­κά­ζου­με, πά­ντως, πως οι 134 συμ­με­τέ­χο­ντες θα πρέ­πει να ε­πι­λέ­χθη­καν με ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή α­πό τα 291 μέ­λη της Εται­ρείας συν τα 25 α­ντε­πι­στέλ­λο­ντα συν τα 34 ε­πί­τι­μα.
Αν και ου­σια­στι­κά πρό­κει­ται για αν­θο­λό­γη­ση α­πό τα ή­δη υ­πάρ­χο­ντα, α­φού μό­λις 29 κεί­με­να γρά­φτη­καν για τον συ­γκε­κρι­μέ­νο συ­γκε­ντρω­τι­κό τό­μο. Μό­νο που την αν­θο­λό­γη­ση δεν την έ­κα­νε ο ε­πι­με­λη­τής, αλ­λά έ­κα­στος συγ­γρα­φέ­ας α­πό τη συ­νο­λι­κή σο­δειά του. Δη­λα­δή, α­πό τα βι­βλία του, ε­κτός α­πό μία πε­ρί­πτω­ση συλ­λο­γής διη­γη­μά­των, που ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε μεν, αλ­λά έ­μει­νε α­νέκ­δο­τη. Πρό­κει­ται για το έ­βδο­μο βι­βλίο του Γε­ρά­σι­μου Δεν­δρι­νού. Πε­ζο­γρά­φος της γε­νιάς του ’80, αν και η πρώ­τη του εμ­φά­νι­ση ή­ταν κά­πως ό­ψι­μη, το 1991. Το α­φή­γη­μά του στον τό­μο προ­βάλ­λει ως τό­πο την Ελευ­σί­να, ε­στία των «Απέ­ρα­ντων συ­νοι­κιών», ό­πως εί­ναι ο τίτ­λος της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής του, του­τέ­στιν των Δυ­τι­κών συ­νοι­κιών.
Ανα­φέ­ρου­με τον Δεν­δρι­νό, για­τί στην πε­ρί­πτω­σή του, η Ελευ­σί­να τον ο­ρί­ζει ως συγ­γρα­φέα. Σε α­ντί­θε­ση, με άλ­λους συγ­γρα­φείς, που γρά­φουν για τό­πους δευ­τε­ρεύου­σας ση­μα­σίας στο έρ­γο τους. Μπο­ρεί, λ.χ., έ­να Ημε­ρο­λό­γιο για την Με­γά­λη Ελλά­δα, που κα­τήρ­τι­σε έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, να την συ­στή­νει ως “τό­πο της λο­γο­τε­χνίας”; Αυ­τό συμ­βαί­νει συ­χνό­τε­ρα, ό­ταν ε­πι­λέ­γο­νται α­πο­σπά­σμα­τα α­πό κά­ποιο μυ­θι­στό­ρη­μα του συγ­γρα­φέα. Όπως το τε­λευ­ταίο της Λ.Χατ­ζο­πού­λου-Κα­ρα­βία, που α­να­φέ­ρε­ται στις “χα­μέ­νες πα­τρί­δες”, αλ­λά ό­χι στην Πό­λη, που α­πο­τε­λεί μό­νο σταθ­μό στην ο­δύσ­σεια του Πό­ντιου ή­ρωά της και στην ο­ποία ε­στιά­ζεται το στα­χυο­λο­γη­μέ­νο α­πό­σπα­σμα.
Η κα­τά­τα­ξη των κει­μέ­νων έ­γι­νε με γεω­γρα­φι­κά κρι­τή­ρια, ό­που προ­τάσ­σο­νται οι δυο βα­σι­κοί τό­ποι της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Ποιοι άλ­λοι; - Αθή­να και Θεσ­σα­λο­νί­κη. Τριά­ντα νέα κεί­με­να για την πρω­τεύου­σα, τα ο­κτώ ποιή­μα­τα, 16 για την συ­μπρω­τεύου­σα, τα τέσ­σε­ρα ποιή­μα­τα. Στις δυο πό­λεις, προ­βάλ­λο­νται συ­νοι­κίες, δρό­μοι, πε­ρί­χω­ρα. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, σε κά­ποια κεί­με­να, α­να­φέ­ρε­ται η ί­δια η πό­λη ως ο­ντό­τη­τα, ό­πως στα ποιή­μα­τα, «Αθή­να της μνή­μης και των μύ­θων» της Β. Δα­λα­κού­ρα, «Αθή­να» του Γ. Ζέρ­βα, «Θεσ­σα­λο­νί­κη, μη­τέ­ρα α­νύμ­φευ­τη» της Ε. Λου­κί­δου και στο πε­ζό «Αθή­να, βαν­δα­λι­σμέ­νη πό­λη» της Α. Μα­ντό­γλου. Σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία, το ποίη­μα της Αγγε­λι­κής Σι­δη­ρά, «Anafranil πό­λη»,  δη­μιουρ­γεί πιο προ­σω­πι­κή αί­σθη­ση για το α­θη­ναϊκό ά­στυ, που κα­θη­με­ρι­νά βιώ­νου­με. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί το κεί­με­νο της Τζί­νας Πο­λί­τη, που σχο­λιά­ζει την α­ντα­νά­κλα­ση της Αθή­νας στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Άγγε­λου Τερ­ζά­κη. Σύ­ντο­μο, θί­γει έ­να με­γά­λο θέ­μα, ό­πως δη­λώ­νει και ο τίτ­λος του, «Γο­νι­κά μορ­φο­εί­δω­λα και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός χώ­ρος».
Τα κεί­με­να για την Αθή­να, καί­τοι τό­πος δια­μο­νής των πε­ρισ­σο­τέ­ρων, δεν συ­νι­στούν, σε ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, εν­δια­φέ­ρου­σες ψη­φί­δες. Η α­ριθ­μη­τι­κή υ­πε­ρο­χή σε αυ­τά των υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νων συ­νοι­κιών δεν κα­τορ­θώ­νει να τις α­να­γά­γει σε “τό­πους της λο­γο­τε­χνίας”. Γε­νι­κό­τε­ρα, φαί­νε­ται να α­που­σιά­ζουν Γκά­γκα­ροι συγ­γρα­φείς. Ο Γιάν­νης Μπα­σκό­ζος, πά­ντως, πε­ρι­σώ­ζει τη συ­νοι­κία του, το Μετς, ό­πως ή­ταν τις πρώ­τες με­τα­πο­λε­μι­κές δε­κα­ε­τίες. Δυο άλ­λοι συγ­γρα­φείς, γέν­νη­μα θρέμ­μα Αθη­ναίοι, ά­φη­σαν πο­λύ­τι­μη πα­ρα­κα­τα­θή­κη τα κεί­με­νά τους. Εί­ναι οι δυο τε­θνεώ­τες του τό­μου. Χτυ­πά­ει η καρ­διά της πό­λης, του κέ­ντρου της, στις 600 τό­σες λέ­ξεις του Γιάν­νη Κο­ντού, τις α­φιε­ρω­μέ­νες στον Γιάν­νη Βαρ­βέ­ρη. “Εκεί γύ­ρω χά­λα­σα πολ­λά πα­πού­τσια, χει­μώ­νες και κα­λο­καί­ρια, γνω­ρί­ζο­ντας αν­θρώ­πους και βι­βλία”, σε «Δρό­μους και πε­ρι­δια­βά­σεις που με πά­νε κα­τευ­θείαν στον ου­ρα­νό». Πι­στεύου­με, ό­μως, ό­τι κα­νείς συγ­γρα­φέ­ας της Αθή­νας δεν ευ­τύ­χη­σε να έ­χει δι­κό του έ­να α­θη­ναϊκό κομ­μά­τι, ό­πως την Πλα­τεία Βι­κτω­ρίας, ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας. Ας μην σκε­φτούν να αλ­λά­ξουν τα ο­δω­νύ­μια της πε­ριο­χής. Ας τα α­φή­σουν στους νι­κη­τές “της ναυ­μα­χίας του Ναυα­ρί­νου, τον Άγγλο Κό­δριγ­κτον, πα­ρέα με τον Γάλ­λο Δε­ρι­γνύ και τον Ρώ­σο Χέυ­δε­ν”. Εκεί­νος έ­χει χα­ραγ­μέ­νο δι­κό του “δρό­μο” στη λο­γο­τε­χνία. 
Σαν να υ­στε­ρεί στις προ­στι­θέ­με­νες ψη­φί­δες η Θεσ­σα­λο­νί­κη, πι­θα­νώς για­τί ως “τό­πος της λο­γο­τε­χνίας” κα­τέ­χει ε­ξέ­χου­σα θέ­ση. Για την υ­πό­λοι­πη Ελλά­δα, υ­πάρ­χουν ε­πτά κεί­με­να για την Κρή­τη, πέ­ντε για την Κύ­προ, τέσ­σε­ρα για την Κα­βά­λα. Όσοι άλ­λοι τό­ποι α­να­φέ­ρο­νται, διεκ­δι­κούν θέ­ση στη λο­γο­τε­χνία με μό­λις έ­να-δύο, το πο­λύ τρία κεί­με­να. Κι αυ­τά ευ­και­ρια­κά, συ­χνά γραμ­μέ­να για τό­πο πα­ρα­θε­ρι­σμού, που, στις κα­λύ­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις, έ­χει α­πο­βεί τό­πος δεύ­τε­ρης κα­τοι­κίας. Εκτός, βε­βαίως, α­πό τους τό­πους που έ­χουν α­πό και­ρό κα­τα­χω­ρη­θεί σε έ­ναν λο­γο­τέ­χνη, συ­χνά α­δι­κώ­ντας  συ­μπο­λί­τες του συγ­γρα­φείς. Δια­τη­ρώ­ντας τά­ξη ε­πε­τη­ρί­δας: Η δυά­δα Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος-Βαλ­τι­νός α­πα­θα­να­τί­ζει τους δυο προ­σφι­λείς μας τό­πους, Πύρ­γο Ηλείας-Τρί­πο­λη. Μία νεό­τε­ρη δυά­δα, Πε­τσε­τί­δης-Μή­τσου, α­πο­τυ­πώ­νει δυο πό­λεις, που μας ε­ντυ­πώ­θη­καν χά­ρις στις δι­κές τους γρα­φές, Σπάρ­τη-Αμφι­λο­χία. Τέλος, υπάρχει το πεζό ενός από τους “πρωτομάστορες” της διηγηματογρα­φίας, που, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, δεν α­να­φέ­ρε­ται ό­σο συ­χνά του α­να­λο­γεί. Εί­ναι το «Να τα ξα­να­πώ λοι­πόν (Ήπει­ρος, Πω­γώ­νι)» του Χρι­στό­φο­ρου Μη­λιώ­νη, ε­κτός δη­μο­σιευ­μέ­νης συλ­λο­γής, που αρ­κεί για να κα­τα­στεί “τό­πος της λο­γο­τε­χνίας” ό­χι μό­νο το Πω­γώ­νι, αλ­λά ο­λό­κλη­ρη η Ήπει­ρος.



Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/4/2015.

Μα­κρο­νή­σου με­θεόρ­τια

  Γε­λοιο­γρα­φία α­πό ε­πο­χή δό­ξας της Μα­κρο­νή­σου.
















Δη­μή­τρης Φύσ­σας
«Η Νι­λου­φέρ στα χρό­νια
της κρί­σης»
Εκδό­σεις Εστίας
Φε­βρουά­ριος 2015


Σύμ­φω­να με το σύ­ντο­μο κεί­με­νο στο ο­πι­σθό­φυλ­λο, “αν τε­λι­κά έ­να μέ­ρος της σύγ­χρο­νης συγ­γρα­φι­κής πα­ρα­γω­γής θεω­ρη­θεί στο μέλ­λον λο­γο­τε­χνία της κρί­σης, τό­τε το πρό­σφα­το”, πέ­μπτο ε­ντός μιας δε­κα­ε­τίας μυ­θι­στό­ρη­μα του Δη­μή­τρη Φύσ­σα, “θα διεκ­δι­κή­σει τη θέ­ση του σ’ αυ­τή­ν”. Προς το πα­ρόν, θα μπο­ρού­σε να διεκ­δι­κή­σει θέ­ση στη λο­γο­τε­χνία της Μα­κρο­νή­σου. Πα­ρό­τι η Μα­κρό­νη­σος, ως τό­πος ε­ξο­ρίας, α­πο­τε­λεί ση­μα­ντι­κό κε­φά­λαιο της με­τα­πο­λε­μι­κής Ιστο­ρίας, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, δεν έ­χει κα­ταρ­τι­στεί βι­βλιο­γρα­φία χρο­νι­κών και λο­γο­τε­χνι­κών βι­βλίων γύ­ρω α­πό αυ­τήν. Όσο α­φο­ρά, πά­ντως, χρο­νι­κά και μαρ­τυ­ρίες, μάλ­λον πλε­ο­νά­ζουν. Για τα κα­θ’ αυ­τά λο­γο­τε­χνι­κά, αυτό ε­ξαρ­τά­ται α­πό το πό­σο ψη­λά βά­ζει κά­ποιος τον πή­χυ. Στη δεύ­τε­ρη Διη­με­ρί­δα για τη Μα­κρό­νη­σο, Μάρ. 1998, ο Αλέξ. Αργυ­ρίου, που εί­χε α­να­λά­βει να μι­λή­σει για “την πε­ζο­γρα­φία της Μα­κρο­νή­σου ή πε­ρί αυ­τής”, πρό­βα­λε ει­σα­γω­γι­κά τις υ­ψη­λές του α­παι­τή­σεις, με τη φρά­ση, “αν και ό­σο τυ­χόν υ­πάρ­χει”. Έκα­νε, μά­λι­στα, διά­κρι­ση με­τα­ξύ “λο­γο­τε­χνι­κών βι­βλίων και ό­σων τα υ­πο­δύο­νται”. Μία πα­ρό­μοια διά­κρι­ση μάλ­λον θα α­πο­βεί α­να­γκαία και στην πε­ρί­πτω­ση που ό­σα μυ­θο­πλα­στι­κά βι­βλία έ­χουν ως κυ­ρίως θέ­μα την κρί­ση ή και α­να­φέ­ρο­νται σε αυ­τήν, πε­ρισ­σό­τε­ρο ή λι­γό­τε­ρο ε­πι­δερ­μι­κά, αυ­το­νο­μη­θούν σε ι­διαί­τε­ρη κα­τη­γο­ρία, ό­πως έ­χει γί­νει με άλ­λες κρί­σι­μες πε­ριό­δους, λ.χ., ε­κεί­νη της Κα­το­χής και του Εμφυ­λίου.
Ακρι­βέ­στε­ρα, το μυ­θι­στό­ρη­μα του Φύσ­σα διεκ­δι­κεί θέ­ση στο σύ­νο­λο της το­μής των δυο συ­νό­λων που α­να­φέ­ρα­με, των μυ­θι­στο­ρη­μά­των της κρί­σης και ε­κεί­νων της Μα­κρο­νή­σου. Δη­λα­δή, σε έ­να σύ­νο­λο, που πα­ρέ­με­νε κε­νό, μέ­χρι τον Φεβ. του 2015, που αυ­τό κυ­κλο­φό­ρη­σε. Για­τί ό­σοι συ­νέ­θε­σαν μυ­θι­στο­ρή­μα­τα το­πο­θε­τη­μέ­να μέ­σα στην πε­ντα­ε­τία της κρί­σης, ε­πι­κε­ντρώ­θη­καν στα δει­νά των η­ρώων τους, με α­να­δρο­μές στον προ­η­γού­με­νο, σχε­τι­κά του­λά­χι­στον, ά­νε­το βίο τους. Ο Φύσ­σας εί­ναι ο πρώ­τος, που δί­νει ι­στο­ρι­κό βά­θος, και μά­λι­στα, ό­χι μίας 70ε­τίας, που, για τους πολ­λούς, θα ση­μα­το­δο­τού­σε η α­να­φο­ρά στη Μα­κρό­νη­σο, αλ­λά ε­νός αιώ­να. Κα­θό­σον ι­στο­ρη­μέ­νος, το­πο­θε­τεί τις α­παρ­χές της ι­στο­ρίας του στη διάρ­κεια του πρώ­του Βαλ­κα­νι­κού Πο­λέ­μου, ό­ταν η Μα­κρό­νη­σος, μέ­χρι τό­τε βο­σκό­το­πος, “χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε ως στρα­τό­πε­δο Τούρ­κων αιχ­μα­λώ­τω­ν”, σύμ­φω­να με την Εγκυ­κλο­παί­δεια Πά­πυ­ρος Λα­ρούς Μπρι­τάν­νι­κα. Λα­κω­νι­κή η α­να­φο­ρά, ό­πως και ε­κεί­νη της με­σο­πο­λε­μι­κής Εγκυ­κλο­παί­δειας του Δραν­δά­κη, της ο­ποίας τη συ­ντο­μία ο α­φη­γη­τής του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος δι­καιο­λο­γεί, σχο­λιά­ζο­ντας πως “οι Τούρ­κοι αιχ­μά­λω­τοι του ’12- ’13 δεν εν­δια­φέ­ρα­νε και πο­λύ τους Έλλη­νες α­να­γνώ­στες εί­κο­σι χρό­νια με­τά”. Όπως φαί­νε­ται, ό­μως, α­πό την με­τα­γε­νέ­στε­ρη Εγκυ­κλο­παί­δεια, ού­τε και τους κα­το­πι­νούς εν­δια­φέ­ρουν. Μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, οι ε­κά­στο­τε συ­ντά­κτες δεν εν­δια­φέ­ρο­νταν ή και δεν ε­πι­θυ­μού­σαν την προ­βο­λή τους.
Πο­λι­τι­κός ε­πι­στή­μο­νας ο συγ­γρα­φέ­ας, κα­τά τις α­να­φε­ρό­με­νες σπου­δές του βιο­γρα­φι­κού στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου, με την α­ντι­πα­ρά­θε­ση που κά­νει της σχέ­σης Ελλά­δας-Τουρ­κίας, τό­τε και σή­με­ρα, ό­χι σε δια­κρα­τι­κό ε­πί­πε­δο αλ­λά ό­σο α­φο­ρά τις ε­πα­φές των δυο λαών, σχο­λιά­ζει έμ­με­σα την αλ­λα­γή στις θέ­σεις ε­ξου­σια­στή και ε­ξου­σια­ζό­με­νου, που κα­τέ­λη­ξε σε σχέ­ση οι­κο­νο­μι­κά προ­νο­μιού­χου και μειο­νε­κτού­ντα. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, χά­ρις και στη λαν­θά­νου­σα αι­σθη­μα­τι­κή αύ­ρα, που πε­ρι­βάλ­λει τον α­φη­γη­τή και την συ­ντα­ξι­διώ­τισ­σά του σε ορ­γα­νω­μέ­νη εκ­δρο­μή στη Μα­κρό­νη­σο, την Νι­λου­φέρ του τίτ­λου, το μυ­θι­στό­ρη­μα παίρ­νει θέ­ση στην εκ­κο­λα­πτό­με­νη λο­γο­τε­χνία της ελ­λη­νο­τουρ­κι­κής φι­λίας, ό­που το­πο­θε­τεί­ται και το προ­πέρ­σι­νο μυ­θι­στό­ρη­μα της Ισμή­νης Κα­ρυω­τά­κη, «Από­πει­ρα συ­νά­ντη­σης».
Κα­τά τα άλ­λα, στη συ­ζή­τη­σή τους για τα δει­νά των Τούρ­κων αιχ­μα­λώ­των, της δη­λώ­νει ό­τι “δεν έ­χει κα­θό­λου σκο­πό να υ­πε­ρα­σπι­στεί τους Έλλη­νες του 1912”. Αντι­θέ­τως, συ­γκε­ντρώ­νει και της πα­ρου­σιά­ζει μαρ­τυ­ρίες για τους “χι­λιά­δες Τούρ­κους αιχ­μα­λώ­τους που πέ­θα­ναν α­πό την πεί­να, τη δί­ψα  και τις αρ­ρώ­στιες.” “Μια α­πέ­ρα­ντη σει­ρά α­πό τά­φους Τούρ­κων και Βουλ­γά­ρων αιχ­μα­λώ­τω­ν”. Κα­τά μία δια­φο­ρε­τι­κή μυ­θο­πλα­στι­κή εκ­δο­χή, θα μπο­ρού­σε να της σκια­γρα­φή­σει την ο­λέ­θρια οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση της Ελλά­δας των Βαλ­κα­νι­κών Πο­λέ­μων και με­τά, να της ε­ξι­στο­ρή­σει τον αι­μα­τη­ρό α­γώ­να για την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των Ιωαν­νί­νων α­πό τους Οθω­μα­νούς. Την πρώ­τη α­πο­τυ­χη­μέ­νη α­πό­πει­ρα για πα­ρά­δειγ­μα, ό­που, στις 28 Νοε. 1912, σκο­τώ­θη­κε ο ποιη­τής Λο­ρέ­ντζος Μα­βί­λης. Πι­θα­νόν, η Νι­λου­φέ­ρ, δη­μο­σιο­γρά­φος μεν, αλ­λά με δι­δα­κτο­ρι­κό στις Διε­θνείς Σχέ­σεις, δώ­δε­κα χρό­νια ε­γκα­τα­στη­μέ­νη στην Αθή­να, ως α­ντα­πο­κρί­τρια τουρ­κι­κών ε­ντύ­πων, να τον εί­χε α­κου­στά ή και να εί­χε δια­βά­σει τα σο­νέ­τα του, λ.χ., στην αγ­γλι­κή.
Ακό­μη, να της διη­γη­θεί την τε­λευ­ταία, νι­κη­φό­ρα για τους Έλλη­νες, μά­χη της 20ης Φεβ. 1913, ό­που σκο­τώ­θη­καν κο­ντά 3 000 Τούρ­κοι, ε­νώ οι αιχ­μά­λω­τοι έ­φτα­σαν τους 10 000. Ανά­με­σα σε αυ­τούς και ο προ­πάπ­πος της, γεν­νη­μέ­νος στη Δρά­μα, “στρα­τιώ­της στα Γιάν­νε­να, αιχ­μά­λω­τος στο Μα­κρο­νή­σι”. Ει­κο­σά­ρης τό­τε, ά­ντε­ξε τις κα­κου­χίες. Άλλω­στε, με­ρι­κούς μό­νο μή­νες έ­μει­νε στο στρα­τό­πε­δο της Μα­κρο­νή­σου. Όταν γύ­ρι­σε στη Δρά­μα, “ή­τα­νε α­κό­μη κα­λο­καί­ρι, πρό­λα­βε τα στα­φύ­λια”. Έκα­νε οι­κο­γέ­νεια, αλ­λά, με την α­νταλ­λα­γή των πλη­θυ­σμών το ’23, βρέ­θη­κε στην Κιου­τά­χεια. “Οι Τούρ­κοι πή­ρα­νε τα χτή­μα­τα που ά­φη­σαν οι Ρω­μιοί.” Κα­ζά­ντι­σε και στα ε­βδο­μή­ντα του, έ­γρα­ψε το τι πέ­ρα­σε στη Μα­κρό­νη­σο.
Ο α­φη­γη­τής του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Φύσ­σα υιο­θε­τεί την τρέ­χου­σα με­τα­νε­ο­τε­ρι­κή ο­πτι­κή και στά­ση. Πα­ρό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν ε­ξη­ντά­ρη φι­λό­λο­γο, δεν αρ­κεί­ται στις θη­ριω­δίες Τούρ­κων και Βουλ­γά­ρων, θέ­λει να δεί­ξει και ό­σα έ­γι­ναν α­πό την πλευ­ρά των Ελλή­νων. Με­τα­νε­ο­τε­ρι­κής δο­μής θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν και η μυ­θο­πλα­σία, την ο­ποία ξε­δι­πλώ­νει ως α­φη­γη­τής. Συ­νο­λι­κά 18 κε­φά­λαια, ό­που τα 12 α­πο­τε­λούν κε­φά­λαια του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος που ο ί­διος γρά­φει. Αυ­τά πα­ρου­σιά­ζο­νται, εί­τε ως αυ­τό­νο­μες μαρ­τυ­ρίες εί­τε ως σχε­διά­σμα­τα, τα ο­ποία συ­νο­δεύο­νται α­πό σκέ­ψεις και πα­ρα­τη­ρή­σεις κα­τά την ε­ξεύ­ρε­ση πη­γών και τεκ­μη­ρίων. Αυ­τό το, κα­τά κά­ποιο τρό­πο, ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα δι­καιο­λο­γεί το φορ­τίο του πραγ­μα­το­λο­γι­κού υ­λι­κού. Τα υ­πό­λοι­πα κε­φά­λαια δια­σκε­δά­ζουν τη με­γά­λη, κα­τά μία ε­κτί­μη­ση, έ­κτα­ση πραγ­μα­το­λο­γι­κών στοι­χείων γύ­ρω α­πό την Μα­κρό­νη­σο, με τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή ε­μπλο­κή Αφη­γη­τή-Νι­λου­φέρ. Για πρώ­τη φο­ρά στη ζωή του, φαί­νε­ται να α­να­πτύσ­σει και αυ­τός μία “σχέ­ση σχε­σέ­νια”, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο του κε­φα­λαίου γύ­ρω α­πό τον ε­ρω­τι­κό βίο του. Ου­σια­στι­κά, πε­ρι­γρά­φει μια ζωή συ­ναι­σθη­μα­τι­κά ά­δεια. Ακό­μη έ­νας α­φη­γη­τής, ό­πως ε­κεί­νος στο διή­γη­μα του Χρί­στου Κυ­θρεώ­τη, «Το κα­λύ­τε­ρο που μπο­ρεί να συμ­βεί», που ι­κα­νο­ποιεί­ται με ται­νίες. Τσό­ντες αυ­τός, πορ­νο­ται­νίες ε­κεί­νος. Δια­φο­ρε­τι­κές γε­νιές οι δυο συγ­γρα­φείς, ό­πως και οι α­φη­γη­τές τους, αλ­λά το πα­ρόν των μυ­θο­πλα­σιών τους συ­μπί­πτει, το­πο­θε­τη­μέ­νο στα σα­ρα­ντά­χρο­να του Πο­λυ­τε­χνείου.
Πρω­τό­τυ­πη η υ­πό­θε­ση του βι­βλίου του Φύσ­σα. Ίσως, το μό­νο κοι­νό­το­πο να εί­ναι το ό­νο­μα της Τουρ­κά­λας. Ελλη­νι­στί νού­φα­ρο ή και άν­θος του λω­τού, το έ­χου­με συ­να­ντή­σει στο παι­δι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα της Αλεξ. Μη­τσιά­λη, «Με λέ­νε Νι­λου­φέρ» (Πα­τά­κης, 2010), και πά­λι, στο πρό­σφα­το δρα­μα­τι­κό τουρ­κι­κό σί­ριαλ «Δια­μά­ντια και έ­ρω­τας». Ο Αφη­γη­τής και η Νι­λου­φέ­ρ, ο κα­θέ­νας για τους δι­κούς του λό­γους, θέ­λουν να γρά­ψουν έ­να βι­βλίο γύ­ρω α­πό την Μα­κρό­νη­σο. Εκεί­νη πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό τον προ­πάπ­πο της και “το χαρ­τί που ά­φη­σε”. Εκεί­νος, α­πό τα ευ­ρή­μα­τα του κου­μπά­ρου του, ε­ρα­σι­τέ­χνη δύ­τη, στο Νό­τιο Ευ­βοϊκό. Επρό­κει­το για υ­πο­λείμ­μα­τα δυο νε­κρών, εκ πρώ­της ό­ψεως, μυ­στη­ριώ­δους προέ­λευ­σης. Έτσι ξε­κί­νη­σε η “λό­ξα” του, για να ε­ξε­λι­χθεί στα χρό­νια της κρί­σης σε μο­να­δι­κό του στή­ριγ­μα, μία “α­χνή ελ­πί­δα” κά­τι να αλ­λά­ξει στο κα­θη­με­ρι­νό  ζό­ρι­σμα. Σε αυ­τήν την σπον­δυ­λω­τή α­φή­γη­ση, έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό που την α­ντι­δια­στέλ­λει α­πό άλ­λες, πα­λαιό­τε­ρες, εί­ναι η ι­δε­ο­λο­γι­κή το­πο­θέ­τη­ση του α­φη­γη­τή. Πρώ­το στους α­νοι­χτούς λο­γα­ρια­σμούς του με το πα­ρελ­θόν δεί­χνει να έρ­χε­ται το ΚΚΕ. Ως ε­πι­μύ­θιο σε αλ­λο­τι­νά και ση­με­ρι­νά πά­θη, ο Αφη­γη­τής προ­σθέ­τει: “Αχ, κόκ­κι­νη Ρό­ζα, ποιος θυ­μά­ται πως ό­ρι­ζες την ε­λευ­θε­ρία, με μέ­τρο την έκ­φρα­ση της δια­φο­ρε­τι­κής σκέ­ψης;”
Το μυ­θι­στό­ρη­μα του Αφη­γη­τή, που έ­μει­νε, λό­γω κρί­σης, η­μι­τε­λές, ό­πως διεκ­τρα­γω­δεί­ται στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, έ­χει τον τίτ­λο, «Ένα ΥΓ. Για το Μα­κρύ Νη­σί». Εύ­στο­χος τίτ­λος, α­φού, στα κε­φά­λαια του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, συ­γκε­ντρώ­νει πρό­σθε­τα στοι­χεία, που συνή­θως παραλείπονται, καθώς τα χρονικά της Μακρονήσου επικεντρώνονται στη δύ­σκο­λη ζωή των ε­ξό­ρι­στων, κυ­ρίως στα βα­σα­νι­στή­ρια που ε­πι­νοού­σαν οι “α­να­μορ­φω­τές” τους. Εκεί­νος α­φιε­ρώ­νει έ­να α­πό τα πρώ­τα κε­φά­λαια στον βίο και την πο­λι­τεία “του α­ξιω­μα­τι­κού της Μα­κρο­νή­σου Δη­μη­τρίου Ιωαν­νί­δη” και έ­να α­πό τα τε­λευ­ταία σε άλ­λους “ε­θνι­κούς δια­φω­τι­στές”, λι­γό­τε­ρο ε­πι­φα­νείς στα με­τα­γε­νέ­στε­ρα χρό­νια. Επί­σης, προ­βλέ­πει έ­να σχε­τι­κά σύ­ντο­μο κε­φά­λαιο για το μυ­θι­στό­ρη­μα «Λοι­μός» του Αντρέα Φρα­γκιά, που “εκ­θειά­ζε­ται” ως υ­ψη­λό πρό­τυ­πο. Στα πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­κτε­νή κε­φά­λαια, ε­πι­μέ­νει στις πε­ρι­βό­η­τες “δη­λώ­σεις α­πο­κή­ρυ­ξης του κο­μου­νι­σμού”, πα­ρα­θέ­το­ντας το ι­στο­ρι­κό τους, τη χρή­ση τους και το συμ­βο­λι­κό για έ­ναν κο­μου­νι­στή βά­ρος τους. Απο­θη­σαυ­ρί­ζει δη­λώ­σεις δη­μο­σιευ­μέ­νες στο α­θη­ναϊκό Τύ­πο και στην ε­βδο­μα­διαία ε­φη­με­ρί­δα «Αλή­θεια» της Τρί­πο­λης. Αυτές τις θέτει σε αντιπαράθεση με προφορικές μαρτυρίες κά­ποιων που ά­ντε­ξαν, ό­σο χρό­νο ά­ντε­ξαν χω­ρίς να υ­πο­γρά­φουν το χαρ­τί της με­τα­νοίας.
Σε έ­να κε­φά­λαιο, ό­που, στις μαρ­τυ­ρίες ε­μπλέ­κο­νται και τα “ε­γκλή­μα­τα της Ο­ΠΛΑ” στα Δε­κεμ­βρια­νά, του ξε­φεύ­γει και έ­νας κα­λός λό­γος για τους κο­μου­νι­στές. “Μά­τια δεν βγά­λα­νε”, κι ας το βε­βαίω­νε ο ια­τρο­δι­κα­στής στην αυ­το­ψία και στη συ­νέ­χεια, το έ­γρα­φαν οι ε­φη­με­ρί­δες και έ­τσι μά­θαι­νε ο κό­σμος για “τρο­με­ρές α­γριό­τη­τες”. Σε δυο κε­φά­λαια, πλεί­στα ό­σα δε­δο­μέ­να πε­ρί Μα­κρο­νή­σου πα­ρου­σιά­ζο­νται δή­θεν α­τά­κτως συρ­ραμ­μέ­να, σαν πε­ρι­διά­βα­σμα του συ­γκε­ντρω­μέ­νου υ­λι­κού α­πό τον ε­πί­δο­ξο μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο. Εί­ναι, ω­στό­σο, εμ­φα­νής η συ­νειρ­μι­κή ροή, με την ο­ποία ο α­φη­γη­τής-συγ­γρα­φέ­ας α­πο­πει­ρά­ται να α­πο­τυ­πώ­σει “την α­γριό­τη­τα και το πα­ρά­λο­γο της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας”. Αυ­τό που ο Φρα­γκιάς ε­πέ­τυ­χε α­φη­γη­μα­τι­κά, ε­κεί­νος το προ­σπα­θεί με έ­να με­τα­νε­ο­τε­ρι­κό κολ­λάζ τεκ­μη­ρίων. Στο ί­διο ύ­φος εί­ναι γραμ­μέ­νο και το κα­τα­λη­κτι­κό κε­φά­λαιο του βι­βλίου. “Και πτω­χα­λα­ζών και με κα­ρη­βα­ρίες”, κα­τά το τίτ­λο, ο Αφη­γη­τής, ε­γκα­τα­λεί­πει, λό­γω πα­ντε­λούς α­δυ­να­μίας να πλη­ρώ­σει τα χρω­στού­με­να, το δια­μέ­ρι­σμά του, για να ε­γκα­τα­στα­θεί “στο α­κι­νη­το­ποιη­μέ­νο γκολ­φ” του, ε­νώ συ­νει­δη­το­ποιεί πως η κρί­ση τον “τε­λείω­σε” του­λά­χι­στον ως συγ­γρα­φέα.
Κι ό­μως, υ­πάρ­χει μία αύ­ρα χα­ρω­πής διά­θε­σης. Άντε­ξε στον πει­ρα­σμό, αρ­νού­με­νος την πρό­σκλη­ση της Νι­λου­φέ­ρ, που τα εί­χε κα­τα­φέ­ρει και ή­ταν πλέ­ον μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, για έ­να τα­ξί­δι στην Ισταν­μπού­λ, που θα του ά­νοι­γε πολ­λές προο­πτι­κές. Έτσι διέ­σω­σε την α­ξιο­πρέ­πειά του. Και η α­ξιο­πρέ­πεια γι’ αυ­τόν “τον ξε­πε­σμέ­νο Έλλη­να δια­νοού­με­νο”, ό­πως τον α­πο­κα­λεί σε συ­νέ­ντευ­ξή του ο Φύσ­σας, χω­ρίς να κρύ­βει πως πρό­κει­ται για προ­σφι­λές alter ego, εί­ναι με­γά­λο κε­φά­λαιο. Δια­βά­ζο­ντας τα γκρά­φι­τι στους τοί­χους και τους τίτ­λους των ε­φη­με­ρί­δων στα πε­ρί­πτε­ρα, ο Αφη­γη­τής θυ­μά­ται έ­να αγ­γλι­κό “χι­τ” α­πό τη δε­κα­ε­τία του ’70 και την “α­λή­τι­κη” φοι­τη­τι­κή ζωή της πα­ρέ­ας των “συ­ντρό­φω­ν”, που ε­ξόρ­γι­ζε τον “Γραμ­μα­τέα της Σπου­δά­ζου­σας Αθή­νας”. Το βι­βλίο κλεί­νει  με αυ­τούς τους στί­χους, που ται­ριά­ζουν και στα χρό­νια της κρί­σης: “My words but a whisper, your deafness a shout. / I may make you feel but I can’t make you think. /// you wise men don’t know how it feels to be thick as a brick.”  Ίσως, “ο Γραμ­μα­τέ­ας της Σπου­δά­ζου­σας” να μην ε­νέ­κρι­νε το βι­βλίο του Αφη­γη­τή. Το βι­βλίο ό­μως του Φύσ­σα μπο­ρεί και να ε­ρε­θί­σει το εν­δια­φέ­ρον κά­ποιων νεό­τε­ρων για τον α­να­ξιο­ποίη­το σή­με­ρα “βο­σκό­το­πο” της Μα­κρο­νή­σου.
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/4/2015.