Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Αρμενίζοντας στη στεριά

Φαί­δων Ταμ­βα­κά­κης
«Η α­να­πα­λαίω­ση»
Εκδό­σεις  Εστίας
Απρί­λιος 2015
Με την εκ­πνοή του Αυ­γού­στου και την η­με­ρο­λο­για­κή έ­ναρ­ξη του φθι­νο­πώ­ρου α­δειά­ζουν τα πα­ρά­κτια των θα­λασ­σών α­πό τα γιώτ με τις βα­ριές πο­λύ­στρο­φες μη­χα­νές. Επι­στρέ­φουν οί­κα­δε “οι κα­πε­τά­νιοι του γλυ­κού νε­ρού”, α­φή­νο­ντας τους με­ρα­κλή­δες ι­στιο­πλόους να α­φου­γκρά­ζο­νται τις φθι­νο­πω­ρι­νές πνοές του α­νέ­μου. Στον σε­πτεμ­βριά­τι­κο ο­ρί­ζο­ντα, πι­νε­λιές τα λευ­κά πα­νά­κια τους, που κι αυ­τά ο­σο­νού­πω θα χα­θούν. Σε αυ­τήν τη με­λαγ­χο­λι­κή συ­γκυ­ρία, η νου­βέ­λα του Φαί­δω­να Ταμ­βα­κά­κη κα­θί­στα­ται μο­να­δι­κό α­νά­γνω­σμα. Πε­ρισ­σό­τε­ρο πρό­σφο­ρο για ό­σους πά­σχουν α­πό σύν­δρο­μο στέ­ρη­σης θά­λασ­σας-ή­λιου-ε­λευ­θε­ρίας. Έστω, σχε­τι­κής ε­λευ­θε­ρίας, ό­πως η ά­νευ πε­ριο­ρι­σμών κα­τα­νά­λω­ση τρο­φής και πο­τού, η χω­ρίς πρό­γραμ­μα α­νά­παυ­ση, και ί­σως, για τους πιο τυ­χε­ρούς, μία κά­ποια, μπο­ρεί και λα­θραία, ε­ρω­τι­κή πε­ρι­πέ­τεια.
Μία θα­λασ­σι­νή νου­βέ­λα, που εκ­δί­δε­ται 72 χρό­νια με­τά την πα­ντε­λώς ξε­χα­σμέ­νη νου­βέ­λα «Θά­λασ­σα» του Κώ­στα Σού­κα. Πει­ραιώ­της o Σού­κας, Αλε­ξαν­δρι­νός ο Ταμ­βα­κά­κης, και οι δυο με μυ­θι­στό­ρη­μα ξε­κί­νη­σαν και για μυ­θι­στό­ρη­μα βρα­βεύ­τη­καν. Τις νου­βέ­λες, αμ­φό­τε­ροι τις έ­γρα­ψαν κα­βατ­ζα­ρι­σμέ­να τα πε­νή­ντα. Ο Σού­κας, πά­ντως,  με τη νου­βέ­λα του κα­τα­ξιώ­θη­κε και χά­ρις σε αυ­τήν πα­ρέ­μει­νε έως σή­με­ρα, 34 χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, γνω­στός. Όσο, βε­βαίως, μπο­ρεί να εί­ναι γνω­στός, σε ε­πι­λή­σμο­νες και­ρούς, τα­χείας πολ­το­ποίη­σης βι­βλίων, έ­νας συγ­γρα­φέ­ας του Με­σο­πο­λέ­μου. Ας πε­ριο­ρι­στού­με, ό­μως, στην πρό­σφα­τη νου­βέ­λα, για­τί οι ό­ποιες α­να­φο­ρές στην προ­η­γού­με­νη θα μας ω­θού­σαν σε πι­θα­νούς φι­λο­λο­γι­σμούς.
Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός νου­βέ­λα, που δί­νει ο Ταμ­βα­κά­κης στο και­νού­ριο βι­βλίο του, θα μπο­ρού­σε να ο­φεί­λε­ται στο ο­λι­γο­σέ­λι­δο και μό­νο του κει­μέ­νου, δε­δο­μέ­νου του μη­χα­νι­στι­κού τρό­που που γί­νε­ται συ­νή­θως η ει­δο­λο­γι­κή κα­τά­τα­ξη. Τε­λι­κά, ό­μως, ο εν λό­γω χα­ρα­κτη­ρι­σμός α­ντα­πο­κρί­νε­ται στην ταυ­τό­τη­τα του πε­ζού, α­φού αυ­τό συ­γκε­ντρώ­νει ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, με τα ο­ποία πα­λαιό­τε­ροι θεω­ρη­τι­κοί ό­ρι­ζαν αυ­τό το εν­διά­με­σο εί­δος.  Γε­νι­κό­τε­ρα, πά­ντως, η νου­βέ­λα στην κα­θα­ρό­αι­μη μορ­φή της τεί­νει τα τε­λευ­ταία χρό­νια να ε­ξα­φα­νι­στεί στις συ­μπλη­γά­δες των δυο γει­το­νι­κών ει­δών. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα πε­ζά που α­πο­κα­λού­με νου­βέ­λες εί­ναι, εί­τε μί­νι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα εί­τε μέ­γα διη­γή­μα­τα, που ση­μαί­νει μα­κριές ι­στο­ρίες. Όταν με το μυ­θι­στό­ρη­μα “τα­ξι­δεύει” ο κυ­ρίως ό­γκος των α­να­γνω­στών και με το διή­γη­μα εκ­στα­σιά­ζο­νται ό­σοι ε­πι­θυ­μούν να προ­βάλ­λουν ε­αυ­τούς ως λο­γο­τε­χνι­κά μυη­μέ­νους, που να βρε­θεί η διά­θε­ση για νου­βέ­λα;
Ο Ταμ­βα­κά­κης δεν προ­τεί­νει μό­νο μία ά­ξια του ο­νό­μα­τός της νου­βέ­λα, αλ­λά, ε­πι­προ­σθέ­τως, α­πο­τολ­μά μία ε­ρω­τι­κή νου­βέ­λα. Αυ­τό κι αν συ­νι­στά ε­ξαί­ρε­ση – πι­θα­νώς  και α­πο­κο­τιά – στην πε­ρίο­δο κρί­σης, που δια­νύου­με τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Δεν εί­ναι δυ­να­τόν η χώ­ρα να βυ­θί­ζε­ται και οι συγ­γρα­φείς να πλέ­κουν ει­δύλ­λια. Για αυ­τό και  ε­κεί­νοι, συ­μπά­σχο­ντας με τα δει­νά του ελ­λη­νι­κού λα­ού, γρά­φουν, κα­τά κα­νό­να, δρα­μα­τι­κές ι­στο­ρίες. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, μη έ­χο­ντας προ­σω­πι­κές ε­μπει­ρίες α­πό βά­σα­να οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας, πό­σω μάλ­λον α­νέ­χειας, κα­τά την α­φή­γη­ση και τη μυ­θο­πλα­σία, υ­περ­βάλ­λουν στους θλι­βε­ρούς τό­νους του ζό­φου.
Σε α­ντί­θε­ση, η ι­στο­ρία του Ταμ­βα­κά­κη, έ­τσι ό­πως ξε­δι­πλώ­νε­ται μέ­σα α­πό τους δια­λο­γι­σμούς του κε­ντρι­κού ή­ρωα, α­πο­βαί­νει ρε­α­λι­στι­κή, ε­νώ δεν α­που­σιά­ζει η κρι­τι­κή για κά­ποιες ά­σχη­μες ή και στρα­βές πλευ­ρές μίας χώ­ρας, που πα­ρα­παίει α­νά­με­σα σε πα­ρα­δο­σια­κά και ξε­νό­φερ­τα πρό­τυ­πα. Ταυ­τό­χρο­να, κα­θώς η α­φή­γη­ση ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε έ­να ζευ­γά­ρι και τον ναυα­γι­σμέ­νο έ­ρω­τά του, ε­ξα­σφα­λί­ζε­ται η σφι­χτο­δε­μέ­νη πλο­κή, που α­παι­τεί­ται σε μία νου­βέ­λα. Κα­τά τα άλ­λα, δεν πρό­κει­ται για έ­να “ρο­μά­ντσο του πα­λιού και­ρού”, ού­τε για έ­ναν με­γά­λο έ­ρω­τα. Από μία ά­πο­ψη, η ι­στο­ρία των δυο κε­ντρι­κών προ­σώ­πων, του Κων­στα­ντί­νου και της Πη­νε­λό­πης, θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή  της ε­πο­χής, στην ο­ποία το­πο­θε­τεί­ται. Ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, τις ε­πο­χές, α­φού ε­κτυ­λίσ­σε­ται σε δυο δια­φο­ρε­τι­κούς χρό­νους, με δυο “σμι­ξί­μα­τα”, που α­πέ­χουν μία ει­κο­σα­ε­τία. Στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του 1990, ξε­κι­νά­ει και κά­που ε­κεί κο­ντά τε­λειώ­νει η πρώ­τη φά­ση της σχέ­σης τους. Σε έ­να κά­πως αό­ρι­στο σή­με­ρα, λαμ­βά­νει χώ­ρα η προ­σπά­θεια α­να­θέρ­μαν­σή της. Τό­τε, ε­κεί­νος βά­δι­ζε τα τριά­ντα, ε­νώ ε­κεί­νη ή­ταν στο δεύ­τε­ρο έ­τος της Αρχι­τε­κτο­νι­κής. Δεν α­να­φέ­ρε­ται η κα­τα­γω­γή του, ού­τε το ε­πάγ­γελ­μα που α­σκεί στα τριά­ντα του. Συ­νή­θως, πα­ρό­μοια μυ­θο­πλα­στι­κά “γε­μί­σμα­τα” ο­δη­γούν σε πα­ρεκ­βά­σεις και στην πα­ρά­θε­ση πα­ράλ­λη­λων διη­γή­σεων για άλ­λα πρό­σω­πα, που διευ­κο­λύ­νουν τη με­τάλ­λα­ξη μίας νου­βέ­λας σε μυ­θι­στό­ρη­μα. Εκεί­νο, που α­παι­τεί η δο­μή της νου­βέ­λας, εί­ναι η ό­σο το δυ­να­τόν πλη­ρέ­στε­ρη α­νά­δει­ξη του χα­ρα­κτή­ρα γύ­ρω α­πό τον ο­ποίο πλέ­κε­ται. Εδώ, ο χα­ρα­κτή­ρας συ­ντί­θε­ται μέ­σα α­πό τον τρό­πο, με τον ο­ποίο ο α­φη­γη­τής α­να­κα­λεί, χρω­μα­τί­ζο­ντας συ­ναι­σθη­μα­τι­κά, πα­ρελ­θο­ντι­κά συμ­βά­ντα.
Εκεί­νο, πά­ντως, που προέ­χει και τον συ­στή­νει εί­ναι το χό­μπυ του, η ι­στιο­πλοΐα. Δεν έ­χει φι­λο­δο­ξίες για με­γά­λους ά­θλους ή για δια­κρί­σεις πρω­τα­θλη­τή σε ρά­λι. Μό­νο ό­νει­ρα κά­νει για μα­κρι­νά, υ­περ­πό­ντια τα­ξί­δια, τα ο­ποία, ά­κρες-μέ­σες, και μνη­μο­νεύει. Τους ή­ρωες των ε­φη­βι­κών και νε­α­νι­κών χρό­νων δεν τους αν­τλεί α­πό ι­στο­ρι­κά α­να­γνώ­σμα­τα, ού­τε α­πό μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Τα α­γα­πη­μέ­να του α­να­γνώ­σμα­τα εί­ναι τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα διά­ση­μων ι­στιο­πλόων. Ανα­φέ­ρει ο­νό­μα­τα, τολ­μη­ρά εγ­χει­ρή­μα­τα, η­μι­τε­λείς ι­στο­ρίες. Η εύ­στο­χη δια­σπο­ρά των στοι­χείων, τα συ­νειρ­μι­κά άλ­μα­τα, κυ­ρίως η πύ­κνω­ση των α­να­φο­ρών δεί­χνει την αί­σθη­ση α­φη­γη­μα­τι­κής οι­κο­νο­μίας, που έ­χει κα­τα­κτή­σει ο συγ­γρα­φέ­ας.
Όταν πρω­το­συ­νά­ντη­σε την Πη­νε­λό­πη, στα πλά­να του δεν υ­πήρ­χε χώ­ρος για σο­βα­ρή σχέ­ση. Τον βό­λευαν οι πα­ράλ­λη­λες σχέ­σεις, κα­τά προ­τί­μη­ση με χα­ρω­πές γυ­ναί­κες, που θα προ­σαρ­μό­ζο­νταν εύ­κο­λα στη ζωή ε­νός πα­θια­σμέ­νου ι­στιο­πλόου. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως έ­νας  τύ­πος του α­στι­κού α­θη­ναϊκού χώ­ρου ε­κεί­νων των χρό­νων. Αντι­θέ­τως, η συ­ρια­νή Πη­νε­λό­πη ή­θε­λε οι­κο­γέ­νεια και α­γα­πού­σε τα παι­διά. Ού­τε, ό­μως, “στον πα­πά και τον κου­μπά­ρο” κα­τόρ­θω­σε να ο­δη­γή­σει τον Κων­στα­ντί­νο, ού­τε το παι­δί μα­ζί του α­πο­τόλ­μη­σε να κρα­τή­σει. Τυ­πι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά της γυ­ναί­κας, που μό­λις αρ­χί­ζει να δο­κι­μά­ζει τους δρό­μους της χει­ρα­φέ­τη­σης. “Όταν χά­νει τον Κων­στα­ντί­νο, ρί­χνει μαύ­ρη πέ­τρα στην α­θη­ναϊκή ζωή, και βρί­σκει τον ε­αυ­τό της α­να­πα­λαιώ­νο­ντας αρ­χο­ντι­κά στο νη­σί της.” Όσο για ε­κεί­νον, η Πη­νε­λό­πη ή­ταν μία α­πό τις πολ­λές σχέ­σεις του. Στα εν­διά­με­σα χρό­νια, ό­σες φο­ρές το χό­μπυ του τον έ­φε­ρε στη Σύ­ρο, πο­τέ δεν σκέ­φτη­κε να την α­να­ζη­τή­σει.
Εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, κοι­νω­νι­κά και φυ­λε­τι­κά πρό­τυ­πα έ­χουν αλ­λά­ξει. Όχι, ό­μως, και οι χα­ρα­κτή­ρες. Εκεί­νος πα­ρα­μέ­νει χα­λα­ρός και δι­χα­σμέ­νος. Το ο­ρί­ζει ο συγ­γρα­φέ­ας και με το α­ρι­στο­τέ­λειο μό­το του βι­βλίου: “Όμοια γαρ ως ε­πί το πο­λύ τα μέλ­λο­ντα τοις γε­γο­νό­σι...” Υπει­σέρ­χε­ται, ό­μως, η α­να­σφά­λεια της η­λι­κίας, που δί­νει στον έ­ρω­τα με μία νεό­τε­ρη γυ­ναί­κα δια­φο­ρε­τι­κή α­ξία. Εκεί­νη, ε­σα­εί δο­τι­κή, εί­ναι μία σύγ­χρο­νη Πη­νε­λό­πη. Δεν εί­ναι προ­φα­νώς τυ­χαία η ε­πι­λο­γή του ο­νό­μα­τος. Πι­στή πα­ρα­μέ­νει στον έ­ρω­τά της, ό­πως η μυ­θο­λο­γι­κή συ­νο­νό­μα­τή της, αλ­λά αρ­κε­τά αυ­τάρ­κης πλέ­ον, ώ­στε να θέ­τει τα δι­κά της ό­ρια υ­πο­χώ­ρη­σης, ή μάλ­λον, α­πο­δο­χής. Αν πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με τους δι­κούς της δια­λο­γι­σμούς, μπο­ρεί να υ­πήρ­χαν ρο­μα­ντι­κές νό­τες, ό­πως κι­νή­σεις τρυ­φε­ρό­τη­τας, λό­για νο­σταλ­γίας. Τώ­ρα, στις πε­ρι­γρα­φές του πε­νη­ντά­ρη Κων­στα­ντί­νου, υ­πε­ρι­σχύει ο αι­σθη­σια­σμός. Στις πιο η­δο­νι­κές σε­λί­δες, που έ­χει γρά­ψει η γε­νιά του Ταμ­βα­κά­κη, η λε­γό­με­νη γε­νιά του ’80, συ­γκα­τα­λέ­γο­νται οι με­τρη­μέ­νες της νου­βέ­λας, που πε­ρι­γρά­φουν τις δυο, ό­λες κι ό­λες, ε­ρω­τι­κές συ­νευ­ρέ­σεις του ζεύ­γους κα­τά την ε­πα­να­σύν­δε­σή του.
Το πιο εύ­στο­χο εύ­ρη­μα του Ταμ­βα­κά­κη εί­ναι ο τίτ­λος του βι­βλίου: Η α­να­πα­λαίω­ση, δη­λα­δή η ε­πα­να­φο­ρά στην αρ­χι­κή μορ­φή, α­ντι­κα­θι­στώ­ντας ο­τι­δή­πο­τε έ­χει κα­τα­στρα­φεί και α­φαι­ρώ­ντας με­τα­γε­νέ­στε­ρες, αλ­λό­τριες προ­σθή­κες. Εδώ, η α­να­πα­λαίω­ση μάλ­λον νο­εί­ται εις τρι­πλούν. Η α­να­πα­λαίω­ση των νε­ο­κλασ­σι­κών, με την ο­ποία κα­τα­πιά­νε­ται η Πη­νε­λό­πη. Η ε­πι­σκευή και συ­ντή­ρη­ση του ι­στο­ρι­κού σκά­φους, που έ­χει α­γο­ρά­σει ο Κων­στα­ντί­νος, κι­νέ­ζι­κης κα­τα­σκευής του 1933. Και το κυ­ριό­τε­ρο, η α­να­νέω­ση της ε­ρω­τι­κής τους σχέ­σης. Αυ­τήν, ό­μως, την τε­λευ­ταία α­να­πα­λαίω­ση οι δυο πλευ­ρές του ζεύ­γους την α­ντι­λαμ­βά­νο­νται μάλ­λον δια­φο­ρε­τι­κά. Εκεί­νος θα ε­πι­θυ­μού­σε οι ρό­λοι να ε­πα­νέλ­θουν λί­γο-πο­λύ στην αρ­χι­κή τους μορ­φή. Ενώ, ε­κεί­νη α­ντι­λαμ­βά­νε­ται την α­να­πα­λαίω­ση της σχέ­σης στο πρό­τυ­πο της α­να­πα­λαίω­σης μίας κα­τοι­κίας. Αυ­τό ση­μαί­νει, με μία δό­ση προσ­γειω­μέ­νου ρο­μα­ντι­σμού, να δια­σω­θεί το ε­ξω­τε­ρι­κό κέ­λυ­φος, αλ­λά ε­σω­τε­ρι­κά, κα­ταλ­λή­λως δια­μορ­φω­μέ­νο, ώ­στε να δια­θέ­τει τα κομ­φόρ μίας σύγ­χρο­νης κα­τοι­κίας. 
Στις εν­δια­φέ­ρου­σες σε­λί­δες αυ­τής της θα­λασ­σι­νής νου­βέ­λας, που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στη στε­ριά, χά­ρις στις ε­μπει­ρίες του ι­στιο­πλόου, που δια­θέ­τει ο Ταμ­βα­κά­κης, αρ­με­νί­ζο­ντας α­πό τα φοι­τη­τι­κά του χρό­νια, α­να­σταί­νο­νται δυο Έλλη­νες κα­ρα­βο­μα­ρα­γκοί. “Άλλης ε­πο­χής, ο πρώ­τος εί­χε δει τον πό­λε­μο, ο άλ­λος ε­ξη­ντά­ρης, εί­χε πε­ρά­σει ξυ­στά.” Ανα­συν­θέ­τει τις κου­βέ­ντες τους, τα μυ­στι­κά της τέ­χνης τους, αλ­λά και τον κα­η­μό τους για την ναυ­πη­γι­κή πα­ρά­δο­ση, που στα­δια­κά σβή­νει. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο, μά­λι­στα, με την ε­νερ­γή συμ­βο­λή της Ευ­ρω­παϊκής Ένω­σης, που πά­ντο­τε α­φορ­μά­ται α­πό τις κα­λύ­τε­ρες προ­θέ­σεις. Από το ξε­ρί­ζω­μα της ε­λιάς μέ­χρι τη θε­α­μα­τι­κή ε­ξο­λό­θρευ­ση των καϊκιών α­λιείας. Ανα­πλά­θο­ντας ο συγ­γρα­φέ­ας σχε­τι­κές διη­γή­σεις, συ­ρια­νές και άλ­λες, που εί­χε α­κού­σει, με­ταγ­γί­ζει την έ­ντα­ση α­νά­λο­γων συμ­βά­ντων. Η πε­ρι­γρα­φή δεί­χνει σαν μία κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή σε­κά­νς, με υ­πό­τιτ­λους τα αι­σθή­μα­τα α­γα­νά­κτη­σης, πα­ρά τα χρό­νια που έ­χουν πε­ρά­σει. Μό­νο έ­νας πί­να­κας σύλ­λη­ψης α­ντί­στοι­χης   ε­κεί­νης της Γκουέρ­νι­κα θα μπο­ρού­σε να τα εκ­φρά­σει.
Σχε­τι­κά με τις ι­στιο­πλοϊκές γνώ­σεις του συγ­γρα­φέα, να ση­μειώ­σου­με πως, αν πο­τέ ευ­τυ­χή­σει να α­πο­κτή­σει έκ­δο­ση Απά­ντων, η νου­βέ­λα, με την πλη­θώ­ρα ο­νο­μά­των ι­στιο­πλόων και σκα­φών, θα α­παι­τού­σε ε­κτε­νή υ­πο­μνη­μα­τι­σμό. Το μό­νο οι­κείο ό­νο­μα εί­ναι ε­κεί­νο του Αντρέα Ζέπ­που, γνω­στό α­πό το ο­μό­τιτ­λο ρε­μπέ­τι­κο του Γιάν­νη Πα­παϊωάν­νου. Επί­σης, λι­γό­τε­ρο γνω­στό, το πα­λαιό σκα­ρί, που φέ­ρει το ό­νο­μά του και το ο­ποίο σώ­ζε­ται. Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, να ση­μειώ­σου­με ό­τι ψη­φί­δες α­πό τον βίο και την πο­λι­τεία του Ζέπ­που πα­ρα­τί­θε­νται στο βι­βλίο του Ευάγ­γε­λου Αθη­ναίου, «Ο κα­πε­τάν Αντρέ­ας Ζέ­πος. Γλε­ντζές, φι­λάν­θρω­πος και θυ­μό­σο­φος ψα­ράς στην πα­ρα­λία του Φα­λή­ρου», 2012. Κα­λό να το δια­βά­σουν με­ρι­κοί νε­ο-α­ρι­στε­ρό­φρο­νες, μπας και φω­τι­στούν κα­λύ­τε­ρα, ας πού­με, γύ­ρω α­πό τα Δε­κεμ­βρια­νά στην πε­ριο­χή του Πει­ραιά. Τέ­λος, να προ­σθέ­σου­με ό­τι ο Ευαγ. Αθη­ναίος, θα­νών πρό­σφα­τα (13/8/2015) σε η­λι­κία 81 ε­τών, ή­ταν στην πει­ραιώ­τι­κη φι­λο­λο­γι­κή πα­ρέα του Κώ­στα Σού­κα, που προ­α­να­φέρ­θη­κε στην ει­σα­γω­γή. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/8/2015.
Λεζάντα φωτογραφίας: Ο Αντρέ­ας Ζέπ­πος (α­ρι­στε­ρά) και το καΐκι του (δε­ξιά).

Συναξάρι αγίων και αμαρτωλών

Φοί­βος Ι. Πιο­μπί­νος
«Επί­σκε­ψη σε μιά έκ­θε­ση
και άλ­λα διη­γή­μα­τα»
Εκδό­σεις Κί­χλη
Απρί­λιος 2015

Με το πέ­μπτο βι­βλίο, ο Φοί­βος Πιο­μπί­νος α­πο­τολ­μά   έ­να δεύ­τε­ρο πε­ζο­γρα­φι­κό εγ­χεί­ρη­μα. Αυ­τήν τη φο­ρά πρό­κει­ται για μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, που θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί και ως συ­νέ­χεια του πρώ­του πε­ζο­γρα­φι­κού βι­βλίου του, που εί­χε εκ­δο­θεί το 1996. Εκεί­νο τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Σπου­δή θα­νά­του», τίτ­λος που το πρώ­το σκέ­λος του ε­μπε­ριέ­χει το στοι­χείο της δο­κι­μής προς βελ­τίω­ση των α­φη­γη­μα­τι­κών τρό­πων. Επι­προ­σθέ­τως, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λεί προ­σχέ­διο για κά­τι πιο σύν­θε­το και ε­κτε­νές. Κα­τά μία ά­πο­ψη, πι­θα­νώς μέ­σω του τίτ­λου, να υ­πο­δη­λώ­νε­ται μία φά­ση προ­ε­τοι­μα­σίας. Στο πρό­σφα­το, α­που­σιά­ζει η σε­λί­δα, α­ρι­στε­ρά της σε­λί­δας τίτ­λου, ό­που πα­ρα­τί­θε­νται με α­να­λυ­τι­κή ει­δο­λο­γι­κή α­να­φο­ρά τα προ­η­γού­με­να βι­βλία του συγ­γρα­φέα, με α­πο­τέ­λε­σμα να πα­ρα­μέ­νει γρι­φώ­δης ο α­φη­γη­μα­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας ε­κεί­νης της πρώ­της «Σπου­δής θα­νά­του». Αντι­θέ­τως, ο τίτ­λος του πρό­σφα­του βι­βλίου προ­λαμ­βά­νει τις ό­ποιες ει­κα­σίες, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντας τα έ­ντε­κα συ­νο­λι­κά πε­ζά διη­γή­μα­τα. Σω­στό­τε­ρα, πρό­κει­ται, ως ε­πί το πλεί­στον, για ε­κτε­νή α­φη­γή­μα­τα, των ο­ποίων η έ­κτα­ση κυ­μαί­νε­ται α­πό πέ­ντε μέ­χρι και εί­κο­σι ε­πτά σε­λί­δες. Εκεί­νο πά­ντως, που, αυ­τήν τη φο­ρά, α­πο­κρύ­πτε­ται εί­ναι ό­τι πρό­κει­ται και πά­λι για μία “σπου­δή θα­νά­του”, γραμ­μέ­νη σε πε­ρίο­δο συγ­γρα­φι­κής ω­ρι­μό­τη­τας.
Ο Πιο­μπί­νος συ­νι­στά μία ι­διό­τυ­πη πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέα ευ­ρείας παι­δείας, εί­δος που τεί­νει να ε­κλεί­ψει. Αυ­τό εί­ναι έ­να στοι­χείο που δεν δια­κρί­νε­ται μέ­σα α­πό το βιο­γρα­φι­κό στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου. Αντι­θέ­τως, ε­κεί δί­νε­ται η ε­ντύ­πω­ση ε­νός συγ­γρα­φέα με σκευή και εν­δια­φέ­ρο­ντα θε­τι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού. Η γερ­μα­νι­κή γυ­μνα­σια­κή παι­δεία, οι πα­νε­πι­στη­μια­κές σπου­δές οι­κο­νο­μι­κών και η μα­κρό­χρο­νη τρα­πε­ζοϋπαλ­λη­λι­κή υ­πη­ρε­σία δεν συ­νά­δουν – φαι­νο­με­νι­κά του­λά­χι­στον – με τα βι­βλία, που έ­χει κα­τά και­ρούς εκ­δώ­σει. Λί­γο πριν το ξε­κί­νη­μα του υ­παλ­λη­λι­κού στα­δίου του, εκ­δί­δει το «Έλλη­νες α­γιο­γρά­φοι μέ­χρι το 1821», ε­νώ, 25 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το «Στά­μος. Μία μαρ­τυ­ρία για τον ζω­γρά­φο».   Έρχε­ται έ­τσι να κα­λύ­ψει έ­να ευ­ρύ ει­κα­στι­κό φά­σμα, που ξε­κι­νά α­πό την με­τα­βυ­ζα­ντι­νή ζω­γρα­φι­κή και φθά­νει στον α­με­ρι­κα­νι­κό α­φαι­ρε­τι­κό εξ­πρε­σιο­νι­σμό.
Όσο α­φο­ρά τις με­τα­φρα­στι­κές του ε­να­σχο­λή­σεις, η α­να­φο­ρά στο βιο­γρα­φι­κό, ό­τι “με­τα­φρά­ζει γαλ­λι­κή, γερ­μα­νι­κή και ι­τα­λι­κή λο­γο­τε­χνία”, μέ­νει αό­ρι­στη και πι­στεύου­με πως δη­μιουρ­γεί λαν­θα­σμέ­νη ε­ντύ­πω­ση. Ιδιαί­τε­ρα σή­με­ρα, που έ­χουν πλη­θύ­νει ό­σοι με­τα­φρά­ζουν α­πό πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας γλώσ­σες και κα­τα­πιά­νο­νται με ποι­κί­λους συγ­γρα­φείς, συμ­μορ­φού­με­νοι με τις ε­πι­τα­γές των εκ­δο­τι­κών οί­κων, με τους ο­ποίους συ­νερ­γά­ζο­νται. Σι­γά-σι­γά ε­ξα­φα­νί­ζο­νται οι πε­ρι­πτώ­σεις με­τα­φρα­στών α­φο­σιω­μέ­νων σε έ­ναν συγ­γρα­φέα ή, έ­στω, σε συγ­γρα­φείς κοι­νής αι­σθη­τι­κής. Ο Πιο­μπί­νος εί­ναι έ­νας α­πό τους με­τρη­μέ­νους με­τα­φρα­στές γαλ­λι­κής νου­βέ­λας και με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά, ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος με­τα­φρα­στής του Γκυ ντε Μω­πασ­σάν. Στο πρό­σφα­το βι­βλίο, οι αυ­το­τε­λείς εκ­δό­σεις με­τα­φρά­σεων Μω­πασ­σάν δεν α­να­φέ­ρο­νται. Μία μο­να­δι­κή μνεία  συ­να­ντά­με στο ε­πι­λο­γι­κό ση­μείω­μα: “Όπως τα α­φη­γή­μα­τα του Γκυ ντε Μω­πασ­σάν δεν προέ­κυ­ψαν α­πό ε­πι­νό­η­ση της πλού­σιας φα­ντα­σίας του αλ­λά βα­σί­στη­καν σε πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά, πράγ­μα που ο ί­διος ο συγ­γρα­φέ­ας δεν έ­πα­ψε πο­τέ να το­νί­ζει, πα­ρό­μοια κι ε­γώ ε­πι­θυ­μώ να διευ­κρι­νί­σω πως και στα δι­κά μου διη­γή­μα­τα, που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στην πα­ρού­σα συλ­λο­γή, ό­λα τα ε­πι­μέ­ρους στοι­χεία τους έ­χουν αν­τλη­θεί μέ­σα α­πό τη ζωή και ε­πο­μέ­νως δεν α­πο­τε­λούν προϊό­ντα συγ­γρα­φι­κής ε­πι­νό­η­σης.” Μία πα­ρό­μοια ε­ξο­μο­λό­γη­ση συ­νι­στά μεν συγ­γρα­φι­κή ε­ντι­μό­τη­τα, αλ­λά, στις η­μέ­ρες μας, ξε­νί­ζει, αν δεν προ­δί­δει κιό­λας ό­τι ο συγ­γρα­φέ­ας  βρί­σκε­ται κά­τω α­πό τη βα­ριά σκιά του γάλ­λου διη­γη­μα­το­γρά­φου.
Όπως και να έ­χει, η ά­σκη­ση στη με­τά­φρα­ση δί­νει φτε­ρά στον διη­γη­μα­το­γρά­φο. Άλλω­στε, μία πα­ρό­μοια μα­θη­τεία πόρ­ρω α­πέ­χει α­πό την εκ­μά­θη­ση της διή­γη­σης στα τα­χύρ­ρυθ­μα σε­μι­νά­ρια των Σχο­λών Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής. Εί­ναι προ­φα­νές πως, σή­με­ρα πια, ο Πιο­μπί­νος κα­τέ­χει την τέ­χνη τού πώς στή­νε­ται έ­να διή­γη­μα. Εί­τε πρό­κει­ται για έ­να διή­γη­μα κλασ­σι­κού τύ­που εί­τε για μία κα­τά Μω­πασ­σάν “ι­στο­ριού­λα”, σύ­ντο­μη ή και ε­κτε­νή. Ιδιαί­τε­ρα στα διη­γή­μα­τα, που α­πλώ­νο­νται σε έ­κτα­ση νου­βέ­λας, προοι­κο­νο­μεί την α­φή­γη­ση – αν και σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις κα­θ’ υ­περ­βο­λή – ώ­στε να ε­πι­τυγ­χά­νε­ται α­φη­γη­μα­τι­κή οι­κο­νο­μία, με τις ε­πι­μέ­ρους ι­στο­ρίες να “χω­νεύο­νται” α­βία­στα στον α­φη­γη­μα­τι­κό ι­στό, υ­πο­βο­η­θώ­ντας την γρή­γο­ρη α­νέ­λι­ξη.
Βα­σι­κό στοι­χείο στο διή­γη­μα του Πιο­μπί­νου α­πο­βαί­νει ο α­φη­γη­τής, που πα­ρεμ­βαί­νει ποι­κι­λο­τρό­πως. Κά­πο­τε αυ­τή η πα­ρέμ­βα­ση ε­πε­κτεί­νε­ται, φθά­νο­ντας να προ­κα­τα­λαμ­βά­νει τον α­να­γνώ­στη. Μέ­σα, πά­ντως, α­πό την ο­πτι­κή του α­φη­γη­τή, σκι­τσά­ρο­νται τύ­ποι και πλά­θο­νται χα­ρα­κτή­ρες, προ­δια­θέ­το­ντας για το ποιόν τους και προ­δι­κά­ζο­ντας την κα­τά­λη­ξη. Στις μα­κριές προ­τά­σεις, με την ε­πι­δέ­ξια χρή­ση τής, κα­τά κα­νό­να, δυ­σκο­λο­χεί­ρι­στης ά­νω τε­λείας, ο α­φη­γη­τής εν­σω­μα­τώ­νει α­πό­ψεις και ε­κτι­μή­σεις μίας συ­γκε­κρι­μέ­νης θεώ­ρη­σης των πραγ­μά­των.
Χα­ρα­κτη­ρί­σα­με την πρό­σφα­τη συλ­λο­γή μία δεύ­τε­ρη “σπου­δή θα­νά­του”, κα­θώς ο μα­ρα­σμός και ο θά­να­τος, μα­ζί με τη δια­φο­ρο­ποίη­ση, έως και με­τάλ­λα­ξη, των κοι­νω­νι­κών η­θών, ε­πα­νέρ­χο­νται σε ό­λα τα α­φη­γή­μα­τα. Ακό­μη και ό­ταν δεν α­πο­τε­λούν το κυ­ρίως θέ­μα, συ­νι­στούν στα­θε­ρό μο­τί­βο. Ο τρό­πος που ο α­φη­γη­τής α­νι­στο­ρεί “τον βίο και την πο­λι­τεία” των η­ρώων – ε­νός ή και πε­ρισ­σό­τε­ρων σε κά­θε μία ι­στο­ρία – ε­ξαί­ρο­ντας τα πά­θη τους, πα­ρα­πέ­μπει σε α­φή­γη­ση συ­να­ξα­ρι­στή. Μό­νο που στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, πρό­κει­ται για συ­να­ξά­ρια σύγ­χρο­νων “α­γίω­ν” αλ­λά και “α­μαρ­τω­λώ­ν”. Συ­χνά, μά­λι­στα, αυ­τά των  δεύ­τε­ρων – υ­πό μία έν­νοια α­πό­βλη­των –  κα­τα­λή­γουν πλέ­ον συ­ναρ­πα­στι­κά. Πι­θα­νώς, για­τί ο α­φη­γη­τής δεν κρύ­βει πως “γέρ­νει” προς το μέ­ρος τους. Εκτός α­πό τις πε­ρι­πέ­τειες των κε­ντρι­κών χα­ρα­κτή­ρων, πα­ρα­θέ­τει εν συ­νό­ψει τους βίους των προ­σώ­πων που τους πε­ρι­βάλ­λουν, σε μία προ­σπά­θεια να χω­ρέ­σει ό­σο γί­νε­ται με­γα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι α­πό έ­ναν κό­σμο που φεύ­γει: την Ελλά­δα του Με­σο­πο­λέ­μου μέ­χρι και των   τριών – τεσ­σά­ρων πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κών δε­κα­ε­τιών.
Στο α­φη­γη­μα­τι­κό συ­να­ξά­ρι, ξε­χω­ρι­στή θέ­ση ή, μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, την πρω­το­κα­θε­δρία, κα­τέ­χουν οι πρό­σφυ­γες α­πό την Μι­κρα­σία, που, στα α­στι­κά κέ­ντρα, Αθή­να και Θεσ­σα­λο­νί­κη, α­να­μι­γνύο­νται, σε μία δύ­σκο­λη συμ­βίω­ση, με τους ε­σω­τε­ρι­κούς με­τα­νά­στες. Ένα δεύ­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του κα­τά Πιο­μπί­νου διη­γή­μα­τος α­πο­τε­λούν οι τίτ­λοι που ε­πι­λέ­γει. Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι δεν στο­χεύει στους κρυ­πτι­κούς τίτ­λους με τις αμ­φί­ση­μες συν­δη­λώ­σεις, ού­τε σε ε­κεί­νους ποιη­τι­κής πνοής. Προ­τι­μά τίτ­λους, που, εκ πρώ­της ό­ψεως, δεί­χνουν κοι­νό­το­ποι, α­πο­βαί­νουν, ό­μως, δη­λω­τι­κοί του θε­μα­τι­κού πυ­ρή­να. Με­τά την α­νά­γνω­ση των διη­γη­μά­των, γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή η χροιά ει­ρω­νείας, που λαν­θά­νει σε αυ­τήν την α­κρι­βο­λο­γία. Πα­ρά­δειγ­μα, ο τίτ­λος «Θε­ρι­νές δια­κο­πές» μίας ι­στο­ρίας συ­νε­πτυγ­μέ­νης σε διή­γη­μα α­λά Πόε. Το θέ­μα στο εν λό­γω διή­γη­μα εί­ναι οι “θε­ρι­νές δια­κο­πές” τριών γυ­ναι­κών, για τις ο­ποίες δια­κο­πές ε­λά­χι­στα μα­θαί­νου­με, α­φού δια­κό­πτο­νται πριν συ­μπλη­ρω­θεί το πρώ­το ει­κο­σι­τε­τράω­ρο. Φί­λες οι δυο, Αθη­ναίες, α­ντι­προ­σω­πεύουν τις τρέ­χου­σες κοι­νω­νι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές και νοο­τρο­πίες. Η τρί­τη, τυ­χαία γνω­ρι­μία των δυο πά­νω στο πλοίο, εί­ναι μία “ε­παρ­χιω­το­πού­λα”, α­πό φτω­χή, α­γρο­τι­κή οι­κο­γέ­νεια της ο­ρει­νής Κρή­της. Αυ­τή, χά­ρις στη στε­ρη­μέ­νη ζωή της, φαί­νε­ται να παίρ­νει θέ­ση στο “ει­κο­νο­στά­σι” του α­φη­γη­τή. Συ­νειρ­μό, που τον υ­πο­βάλ­λει ο συγ­γρα­φέ­ας με την τε­λευ­ταία σκη­νή του α­πρό­σμε­νου θα­νά­του της, ό­που α­να­κα­λεί τον ει­κο­νο­γρα­φι­κό α­να­γεν­νη­σια­κό τύ­πο της “πιε­τά”. Κα­τά τη γνώ­μη μας, έ­να α­δύ­να­μο ση­μείο σε αυ­τό το διή­γη­μα α­πο­τε­λεί η πε­ρι­γρα­φή του πλοίου και της α­να­χώ­ρη­σης α­πό τον Πει­ραιά για μι­κρό νη­σί των Δυ­τι­κών Κυ­κλά­δων. Δεί­χνει ως πε­ριτ­τός α­να­χρο­νι­σμός, κα­θώς πα­ρα­πέ­μπει σε πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές. Ίσως, αυ­τό να ο­φεί­λε­ται σε ί­χνος, που ά­φη­σε ε­κεί­νο το πρώ­το  “σχε­δία­σμα” του διη­γή­μα­τος, προ ει­κο­σα­ε­τίας. 
Η ει­κα­στι­κή μα­τιά του συγ­γρα­φέα προ­σθέ­τει και σε άλ­λα διη­γή­μα­τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές πι­νε­λιές. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο κα­τα­λη­κτι­κό διή­γη­μα, με τον ε­πί­σης δη­λω­τι­κό τίτ­λο, «Η Μα­ντάμ Κε­τί», γύ­ρω α­πό “τον βίο και την πο­λι­τεία” δυο α­δελ­φών, γεν­νη­μέ­νων και με­γα­λω­μέ­νων στην “κο­σμο­πο­λί­τι­κη Κων­στα­ντι­νού­πο­λη”, η μι­κρό­τε­ρη, που κα­τέ­λη­ξε η δια­ση­μό­τε­ρη “μα­ντά­μα” ο­λό­κλη­ρου του Λι­βά­νου, κά­θε βρά­δυ προ­σεύ­χε­ται σε ει­κό­να του “Εσταυ­ρω­μέ­νου”, α­ντί­γρα­φο πί­να­κα του προ­α­να­γεν­νη­σια­κού ι­τα­λού ζω­γρά­φου Τσι­μα­μπούε.
Οι “α­μαρ­τω­λοί” ή­ρωες το­νί­ζο­νται πε­ραι­τέ­ρω, κα­θώς, σε α­ντί­θε­ση με τους η­θι­κούς και φρό­νι­μους, ο­νο­μα­τί­ζουν με τα πα­ρω­νύ­μιά τους τα διη­γή­μα­τα. Η “μα­ντάμ Κε­τί”, ό­πως και η Παρ­θέ­να, που πή­ρε το ό­νο­μά της α­πό τον α­γιο­γρά­φο και ιε­ρο­μάρ­τυ­ρα Παρ­θέ­νιο αλ­λά ή­ταν γνω­στή με το πα­ρω­νύ­μιο η “Μά­να του Λό­χου”,  για­τί  βο­η­θού­σε α­φι­λο­κερ­δώς τη “φα­ντα­ρία” να ε­κτο­νώ­νε­ται, και τέ­λος, ο “Λά­κης απ’ το Χαϊδά­ρι”, που φα­ντά­ρος έ­ζη­σε το με­γά­λο έ­ρω­τα στις δια­τα­γές του διοι­κη­τή του στρα­το­πέ­δου, “τσα­τσά” στα ε­ξή­ντα του σε οί­κο α­νο­χής της πλα­τείας Βά­θης, εί­ναι οι τρεις αρ­τιό­τε­ρα πλα­σμέ­νοι χα­ρα­κτή­ρες. Έτσι, μά­λι­στα, ό­πως ο α­φη­γη­τής ε­ξι­στο­ρεί τα πά­θη τους, α­νυ­ψώ­νο­νται σε μάρ­τυ­ρες πα­λαιό­τε­ρων δύ­σκο­λων και­ρών. Συ­ντο­μό­τε­ρες εί­ναι οι α­φη­γή­σεις για τους “α­γίους” με τη βα­σα­νι­σμέ­νη ζωή. Εκεί­νους της πρώ­της γε­νιάς, ό­πως ο “μπάρ­μπα Προ­κό­πης”, που διαι­σθά­νε­ται το θά­να­το να έρ­χε­ται και σκη­νο­θε­τεί το «Ηλιο­βα­σί­λε­μα της ζωής» του στον Γα­λα­τά του Πό­ρου, ό­που ρί­ζω­σε φεύ­γο­ντας κυ­νη­γη­μέ­νος α­πό τα Βουρ­λά της Μι­κράς Ασίας. Αλλά και τους δεύ­τε­ρης γε­νιάς, κα­θώς ο Ανα­στά­σης, γιος πρό­σφυ­γα α­πό το Νέ­β-Σε­χίρ της Καπ­πα­δο­κίας, που, μέ­σα α­πό τη διή­γη­ση, δεί­χνει  να ε­πι­σπεύ­δει το θά­να­τό του. Για­τί σαν θεία τι­μω­ρία μοιά­ζει η α­να­κο­πή καρ­διάς, ό­ταν θέ­λη­σε να αλ­λά­ξει τους ρυθ­μούς της ζωής του, δί­νο­ντας α­ντι­πα­ρο­χή το “σα­ρα­βα­λια­σμέ­νο πα­ρά­σπι­το”, κά­που στη δυ­τι­κή πε­ρι­φέ­ρεια της Θεσ­σα­λο­νί­κης για να κα­τοι­κή­σει κι αυ­τός «Στο και­νού­ριο δια­μέ­ρι­σμα». Άλλος έ­νας ει­ρω­νι­κός τίτ­λος, α­φού μό­νο με­ρι­κές ώ­ρες πέ­ρα­σε στο τεσ­σά­ρι του πέ­μπτου ο­ρό­φου. Σε αυ­τούς θα μπο­ρού­σε να στοι­χη­θεί και ο κυρ Βα­σί­λης, ε­σω­τε­ρι­κός με­τα­νά­στης α­πό την ο­ρει­νή Αρκα­δία, που βρή­κε μια “με­γα­λο­κο­πέ­λα”  –“τσο­πά­να” α­πό τα μέ­ρη του – για να του στα­θεί στα γε­ρά­μα­τα, αλ­λά, κα­τά τρα­γι­κή ει­ρω­νεία, έ­λα­χε σε αυ­τόν η «Γη­ρο­κό­μη­σή» της. Κα­τά τον ειρ­μό της διή­γη­σης, και ε­δώ, εί­ναι η αλ­λα­γή του ρυθ­μού της ζωής, που έ­φε­ρε το “βα­ρύ ε­γκε­φα­λι­κό ε­πει­σό­διο”.
Οι βίοι “α­γίω­ν” και “α­μαρ­τω­λών” χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται α­πό ευ­ρη­μα­τι­κή πλο­κή, ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, α­ντα­να­κλούν ε­πο­χές, α­να­σταί­νο­ντας αν­θρώ­πους και τό­πους. Σε δει­νό το­πιο­γρά­φο α­να­δει­κνύε­ται ο συγ­γρα­φέ­ας, μό­νο που κά­πο­τε οι α­φη­γη­μα­τι­κοί χρω­μα­τι­σμοί γί­νο­νται πο­λύ έ­ντο­νοι. Κα­τ’ α­ντι­στοι­χία, σε ο­ρι­σμέ­να τμή­μα­τα διη­γη­μά­των, ο­δεύο­ντας προς το τέ­λος, τα αι­σθή­μα­τα α­πο­δί­δο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο δρα­μα­τι­κά του α­να­γκαίου. Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, το διή­γη­μα «Η α­νε­πι­θύ­μη­τη», ό­που το “ψα­χνό” της ι­στο­ρίας το­πο­θε­τεί­ται στη δε­κα­ε­τία του ’40, πα­ρου­σιά­ζει ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον. Ωστό­σο, στο κα­τα­λη­κτι­κό κομ­μά­τι, που εί­ναι σε πα­ρό­ντα χρό­νο, η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση, με τον α­φη­γη­τή να σχο­λιά­ζει, υ­περ­βάλ­λο­ντας σε ε­πι­θε­τι­κούς προσ­διο­ρι­σμούς, το α­δι­κεί. Κα­τά τα άλ­λα, το α­φη­γη­μα­τι­κό σχή­μα, που δο­κι­μά­ζει σε αυ­τό το διή­γη­μα, ό­πως και στα συ­ντο­μό­τε­ρα, «Μα­ταιω­μέ­να γε­νέ­θλια» και  «Η φω­το­γρα­φία», α­ντι­πα­ρα­θέ­το­ντας δυο χρό­νους, σε α­πό­στα­ση μίας γε­νιάς, δύ­σκο­λο να στη­θεί α­φη­γη­μα­τι­κά χω­ρίς να δη­μιουρ­γεί­ται η αί­σθη­ση του ζο­ρι­σμέ­νου, στην πε­ρί­πτω­ση των εν λό­γω διη­γη­μά­των α­πο­βαί­νει λει­τουρ­γι­κό.
Ο Πιο­μπί­νος δεν α­κο­λου­θεί μό­δες. Το διή­γη­μα «Η φω­το­γρα­φία» εί­χε “σχε­δια­στεί”, και αυ­τό, προ ει­κο­σα­ε­τίας.  Σή­με­ρα, οι πά­ντες, α­πό πο­λι­τι­κούς μέ­χρι τη­λε­στά­ρ, και α­πό  ει­κα­στι­κούς μέ­χρι συγ­γρα­φείς, δη­μο­σιεύουν πε­ρι­γρα­φές φω­το­γρα­φιών, ό­που η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία τους αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται. Ορι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς α­πο­πει­ρώ­νται να στή­σουν μυ­θο­ποιη­τι­κή διή­γη­ση. Ο α­φη­γη­τής του Πιο­μπί­νου το κα­τορ­θώ­νει στοι­χί­ζο­ντας δυο φω­το­γρα­φίες, μία πα­λαιό­τε­ρη τρα­βηγ­μέ­νη πριν την Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή  στο Αϊβα­λί και μία δεύ­τε­ρη, στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’50 στην Κοκ­κι­νιά. Ου­σια­στι­κά, το διή­γη­μα α­πο­βαί­νει σπου­δή προώ­ρως θα­νό­ντων.
Μέ­νει το πρώ­το διή­γη­μα, που α­πο­τε­λεί σί­γου­ρα το πιο φι­λό­δο­ξο μορ­φι­κά βή­μα στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του Πιο­μπί­νου, χω­ρίς, ω­στό­σο, οι δυο κύ­ριοι χα­ρα­κτή­ρες να α­πέ­χουν α­πό τους υ­πό­λοι­πους της συλ­λο­γής. Ο τίτ­λος του, ο ο­ποίος υιο­θε­τεί­ται και ως τίτ­λος της συλ­λο­γής, πα­ρα­πέ­μπει   στην πιο σύγ­χρο­νη ει­κα­στι­κή έκ­φαν­ση, αυ­τή των ει­κα­στι­κών δρώ­με­νων. Ακρι­βέ­στε­ρα, α­να­φέ­ρε­ται σε συ­γκε­κρι­μέ­νη  ει­κα­στι­κή ε­γκα­τά­στα­ση, ό­που ο εκ­θε­σια­κός χώ­ρος α­πο­τε­λεί μέ­ρος του σκη­νο­γρα­φι­κού πλαι­σίου στο διή­γη­μα, ε­νώ το φι­νά­λε πα­ρου­σιά­ζε­ται ως προέ­κτα­ση της ί­διας της έκ­θε­σης. Διό­λου α­πί­θα­νο να α­πο­τε­λεί προάγ­γε­λο του ε­πό­με­νου  διη­γη­μα­τι­κού βη­μα­τι­σμού του Πιο­μπί­νου. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/9/2015.
Λεζάντα φωτογραφίας: Εσταυ­ρω­μέ­νος του Τσι­μα­μπούε.

Περί βιβλιοκριτικής και Άγρα

Τέλ­λος Άγρας
«Κρι­τι­κά»
Πέ­μπτος Τό­μος, 2
«Πα­ράρ­τη­μα – Ση­μειώ­σεις»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος
Εκδό­σεις Ερμής
Νοέμ­βριος 2014

Στο προ­η­γού­με­νο φύλ­λο σχο­λιά­σα­με τον πέ­μπτο τό­μο των «Κρι­τι­κών» του Τέλ­λου Άγρα, που εκ­δό­θη­κε εί­κο­σι χρό­νια με­τά τον τέ­ταρ­το, ο­λο­κλη­ρώ­νο­ντας το εγ­χεί­ρη­μα της συ­γκέ­ντρω­σης των κρι­τι­κών του κει­μέ­νων. Όπως φαί­νε­ται, ό­μως, υ­πάρ­χει α­κό­μη υ­πό­λοι­πο, με “α­συ­γκέ­ντρω­τα” κεί­με­να, του ο­ποίου δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται η έ­κτα­ση. Εν τέ­λει, τα «Κρι­τι­κά» προέ­κυ­ψαν με δια­δο­χι­κά ξε­δια­λέγ­μα­τα. Η αρ­χι­κή προ­σπά­θεια ή­ταν να δια­σω­θεί “το κύ­ριο σώ­μα”. Το ξε­διά­λεγ­μα δεν το ε­πέ­βα­λε μό­νο η πλη­θώ­ρα των κρι­τι­κών κει­μέ­νων του Άγρα, που θα δυ­σκό­λευε το εκ­δο­τι­κό εγ­χεί­ρη­μα, αλ­λά και η μέ­ρι­μνα να μεί­νει “απ’ έ­ξω ό,τι θα α­πο­τε­λού­σε πα­ρα­φω­νία σε σχέ­ση με την υ­πό­λοι­πη προ­σφο­ρά του”. Αυ­τός εί­ναι έ­νας α­πό τους λό­γους για τη θε­μα­τι­κή δο­μή των «Κρι­τι­κών». Από ε­κεί και πέ­ρα, στην θε­μα­τι­κή προ­τε­ραιό­τη­τα, που δό­θη­κε κα­τά την κα­τάρ­τι­ση των δια­δο­χι­κών τό­μων, πι­στεύου­με ό­τι ε­λή­φθη­σαν υ­πό­ψη τα εν­δια­φέ­ρο­ντα του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού της Με­τα­πο­λί­τευ­σης, δη­λα­δή οι προ­τι­μή­σεις των παι­διών και των εγ­γο­νιών του Άγρα.   
Αφού το έρ­γο δεν σχε­διά­στη­κε ως ο­λό­τη­τα Απά­ντων, α­πο­κλειό­ταν η χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, που θα α­πο­τύ­πω­νε την ε­ξέ­λι­ξη της κρι­τι­κής σκέ­ψης του Άγρα, της τέ­χνης και της τε­χνι­κής του. Η πα­ρά­με­τρος του χρό­νου εμ­φα­νί­ζε­ται στις ε­πι­λο­γι­κές “ση­μειώ­σεις” κά­θε τό­μου, ό­που δί­νο­νται τα στοι­χεία για τις πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις. Επί­σης, λαμ­βά­νε­ται υ­πό­ψη στις ε­πι­μέ­ρους ε­νό­τη­τες των τό­μων, κα­τά την πα­ρά­τα­ξη των προ­σώ­πων, κα­θώς ό­λα τα σχε­τι­κά με έ­ναν συγ­γρα­φέα δη­μο­σιεύ­μα­τα συ­γκε­ντρώ­νο­νται σε έ­να κε­φά­λαιο. Και πά­λι, η πα­ρά­τα­ξη των προ­σώ­πων δεν γί­νε­ται κα­τά η­λι­κια­κή σει­ρά, αλ­λά συ­νυ­φα­σμέ­νη με άλ­λα γραμ­μα­το­λο­γι­κά κρι­τή­ρια. Έτσι κα­ταρ­τί­στη­καν οι πέ­ντε τό­μοι. Έκα­στος με ο­ρι­σμέ­νους συγ­γρα­φείς, χω­ρι­σμέ­νος στο “κύ­ριο σώ­μα” και το “πα­ράρ­τη­μα”, με τα συ­ντο­μό­τε­ρα κεί­με­να για την συ­γκε­κρι­μέ­νη συγ­γρα­φι­κή ο­μά­δα. Ει­δι­κά, στον πέ­μπτο τό­μο, προέ­κυ­ψαν πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός “πα­ραρ­τή­μα­τα”, που έ­φτα­σαν σε ί­ση έ­κτα­ση με το “κύ­ριο σώ­μα”. Κά­πως έ­τσι, προέ­κυ­ψε ο Πέ­μπτος τό­μος 1 και ο Πέ­μπτος τό­μος 2, ως τό­μος, α­πο­κλει­στι­κά “πα­ραρ­τη­μά­τω­ν”, που ση­μαί­νει, κυ­ρίως, “άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες”. Στις “ση­μειώ­σεις”, ο Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος θεω­ρεί α­να­γκαίο να αι­τιο­λο­γή­σει τη διά­σω­σή τους: Σε αυ­τές, “έ­χει πει α­νά­με­σα σ’ έ­να πλή­θος υ­πεκ­φυ­γές και προ­χει­ρό­τη­τες λό­γο καί­ριο, έ­χει κά­νει θαυ­μά­σιες πα­ρα­τη­ρή­σεις, που άλ­λο­τε θί­γουν θέ­μα­τα για πρώ­τη φο­ρά, άλ­λο­τε συ­μπλη­ρώ­νουν πρό­σφα­τα με­λε­τή­μα­τά του κι άλ­λο­τε φω­τί­ζουν κι α­να­πτύσ­σουν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά τις κρι­τι­κές του θέ­σεις, την κρι­τι­κή του μέ­θο­δο και τις αι­σθη­τι­κές πε­ποι­θή­σεις του.” 
Μια πα­ρό­μοια ε­κτί­μη­ση δεί­χνει, ό­τι η βι­βλιο­κρι­σία δεν γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή ως δια­κρι­τό εί­δος δο­κι­μια­κού λό­γου. Επί­σης, προϋπο­θέ­τει ό­τι κρι­τι­κές θέ­σεις, κρι­τι­κή μέ­θο­δος και αι­σθη­τι­κές α­ντι­λή­ψεις εί­ναι ε­ξαρ­χής δε­δο­μέ­νες. Σαν να μην προ­κύ­πτουν α­πό την τρι­βή μέ­σω της βι­βλιο­κρι­σίας. Σαν να μην συμ­βάλ­λει η α­νά­δρα­ση, που ε­ξα­σφα­λί­ζει η συγ­γρα­φή της. Αυ­τή, ό­μως, εί­ναι η συ­νή­θης ε­κτί­μη­ση ε­νός φι­λό­λο­γου χω­ρίς συ­στη­μα­τι­κή πα­ρου­σία βι­βλιο­κρι­τι­κού. Ο Στερ­γιό­που­λος, στην πα­λαιό­τε­ρη με­λέ­τη του για τον Άγρα, εκ­φρά­ζει πιο α­πό­λυ­τα την ά­πο­ψη του φι­λό­λο­γου. Θεω­ρεί πως ο Άγρας ε­φάρ­μο­σε την αρ­χή του “μη θί­γε τα κα­κώς κεί­με­να”. Επί­σης, πα­ρα­τη­ρεί ό­τι “σπά­νια έ­γρα­ψε τη γνώ­μη του ο­λό­κλη­ρη για τους ζω­ντα­νούς και τους συγ­χρό­νους του. Πιο συ­χνά, την εί­πε μι­σή ή την α­πο­σιώ­πη­σε. Κι α­κό­μα πιο συ­χνά, δε­ξιο­τε­χνι­κό­τα­τα την έ­κρυ­ψε μέ­σα στις γραμ­μές... Από­φευ­γε για­τί δεν ή­θε­λε να δυ­σα­ρε­στή­σει... Ή και αρ­κε­τές φο­ρές, για­τί δεν εί­χε α­πο­κρυ­σταλ­λώ­σει γνώ­μη”.
Αυ­τό, ό­μως, που ε­κεί­νος α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ως υ­πεκ­φυ­γή, δη­λα­δή την μη ρη­τή α­πό­φαν­ση, συ­νά­δει με τον χα­ρα­κτή­ρα ε­νός κρι­τι­κού κει­μέ­νου συγ­χρο­νι­κού με το α­ντι­κεί­με­νό του, δη­λα­δή την έκ­δο­ση του βι­βλίου. Η βι­βλιο­κρι­σία θεω­ρεί­ται, ι­διαί­τε­ρα α­πό τους πα­νε­πι­στη­μια­κούς, ε­να­σχό­λη­ση που “γί­νε­ται στο πό­δι”, στα δια­λείμ­μα­τα του κα­θη­με­ρι­νού ε­παγ­γελ­μα­τι­κού μό­χθου. Αυ­τή η ε­κτί­μη­ση δεν αλ­λά­ζει ού­τε ό­ταν πρό­κει­ται για την ερ­γα­σία κά­ποιου μι­σθο­δο­τού­με­νου ως κρι­τι­κού βι­βλίου. Απα­ξίω­ση, που έ­χει κα­τα­γρα­φεί και στα πρα­κτι­κά των κρα­τι­κών λο­γο­τε­χνι­κών βρα­βείων, κα­θώς υ­πήρ­ξε πρό­τα­ση οι βι­βλιο­κρι­τι­κοί να μην συμ­με­τέ­χουν στις κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές, ό­πως ε­πί­σης, οι συ­να­γω­γές βι­βλιο­κρι­τι­κών να ε­ξαι­ρού­νται α­πό τα υ­πο­ψή­φια προς βρά­βευ­ση βι­βλία.
Με έ­να πα­ρό­μοιο σκε­πτι­κό, δεν προέ­κυ­ψε έ­νας έ­κτος τό­μος στα «Κρι­τι­κά» του Άγρα με τίτ­λο, Βι­βλιο­κρι­σίες, αλ­λά ο Πέ­μπτος Τό­μος 2, ως “πα­ράρ­τη­μα” των με­λε­τη­μά­των. Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση, πως αυ­τό θα έ­χει ως συ­νέ­πεια α­ντί­στοι­χο πα­ρα­με­ρι­σμό α­πό τον α­να­γνώ­στη. Κι ό­μως, α­πό ό­σο μπο­ρού­με να κρί­νου­με, με βά­ση τις βι­βλιο­κρι­σίες του Άγρα για συγ­γρα­φείς, οι ο­ποίοι ε­πι­βίω­σαν της πα­ρα­γρα­φής που ε­πι­φέ­ρει ο χρό­νος, και για συ­γκε­κρι­μέ­να βι­βλία, που έ­τυ­χαν πρό­σφα­της ε­πα­νέκ­δο­σης, αυ­τές δεν φαί­νε­ται να έ­χουν φθα­ρεί, ού­τε να έ­χουν τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μίας πα­ρω­χη­μέ­νης κρι­τι­κής θεώ­ρη­σης. Οι πα­ρα­τη­ρή­σεις του δεν εμ­φα­νί­ζο­νται σαν α­να­λα­μπές σε έ­να α­σπόν­δυ­λο κεί­με­νο, με, δι­πλω­μα­τι­κής φύ­σεως, α­πο­σιω­πή­σεις. Για τα πρό­σω­πα, έ­χει σα­φώς δια­μορ­φω­μέ­νη ά­πο­ψη, την ο­ποία δια­τυ­πώ­νει με­τά ε­πι­χει­ρη­μά­των.
Ένα α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό πα­ρά­δειγ­μα της βι­βλιο­κρι­σίας τύ­που Άγρα δί­νει η κρι­τι­κή του πα­ρου­σία­ση της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής διη­γη­μά­των του Πέ­τρου Πι­κρού, «Σα θα γί­νου­με άν­θρω­ποι», που εκ­δό­θη­κε το 1924 και ε­πα­νεκ­δό­θη­κε το 1930, χω­ρίς “τον μι­κρόν, αλ­λά εμ­βα­θυ­σμέ­νον και με­στόν πρό­λο­γο”, ό­πως τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει ο Άγρας, ξε­κι­νώ­ντας την κρι­τι­κή του. Στην φι­λο­λο­γι­κή ε­πα­νέκ­δο­ση του 2009, η ε­πι­με­λή­τρια Χρ. Ντου­νιά προ­τάσ­σει την κρι­τι­κή του Άγρα στις συ­νο­λι­κά δέ­κα που α­να­δη­μο­σιεύει. Όπως προ­τάσ­σει και την κρι­τι­κή του για την πρώ­τη συλ­λο­γή του Πι­κρού, «Χα­μέ­να κορ­μιά», ό­που φτά­νουν τις 15 οι βι­βλιο­κρι­σίες που συ­γκε­ντρώ­νει. Αυ­τή η πρώ­τη κρι­τι­κή του Άγρα για τον Πι­κρό δεν στε­γά­στη­κε στα «Κρι­τι­κά», πα­ρό­λο που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο βρα­χύ­βιο αλ­λά γνω­στό στην ε­πο­χή του λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, «Κρι­τι­κή», των Α. Πα­πα­δή­μα και Μ. Φι­λή­ντα. Απο­ρία προ­κα­λεί η α­που­σία βι­βλιο­κρι­σίας του Άγρα για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Πι­κρού, το «Του­μπε­κί», που εκ­δό­θη­κε τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και με το ο­ποίο συ­μπλη­ρώ­νε­ται η τρι­λο­γία. Ού­τε η Ντου­νιά α­να­φέ­ρει κρι­τι­κή Άγρα στις μό­λις πέ­ντε που ε­ντο­πί­ζει. Μέ­νει στα “α­συ­γκέ­ντρω­τα”, λαν­θά­νει ή μή­πως δεν γρά­φτη­κε; Αυ­τή η τε­λευ­ταία εκ­δο­χή πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, για­τί θα σή­μαι­νε πως τον κρι­τι­κό τον α­να­χαί­τι­σε το προ­κλη­τι­κό θέ­μα του βι­βλίου και η α­ρι­στε­ρή ι­δε­ο­λο­γία του συγ­γρα­φέα του.
Ο τό­μος των “πα­ραρ­τη­μά­τω­ν” εί­ναι χω­ρι­σμέ­νος σε πέ­ντε ε­νό­τη­τες: “άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες για ποίη­ση”, α­ντι­στοί­χως “άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες για πε­ζο­γρα­φία”, “άρ­θρα και ε­πι­στο­λές”, “άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες στα γαλ­λι­κά” και μία πρό­σθε­τη ε­νό­τη­τα, με τα λήμ­μα­τα στη Με­γά­λη Ελλη­νι­κή Εγκυ­κλο­παι­δεία. Σε α­ντί­θε­ση με τα “πα­ραρ­τή­μα­τα” των άλ­λων τό­μων, ε­δώ δεν γί­νε­ται α­να­φο­ρά στους συγ­γρα­φείς του πέ­μπτου τό­μου. Έτσι έ­χου­με την κρι­τι­κή μα­τιά του Άγρα για πλειά­δα άλ­λων συγ­γρα­φέων. Του­λά­χι­στον για εί­κο­σι ποιη­τές και ο­ρι­σμέ­νους, μοι­ρα­σμέ­νους με­τα­ξύ ποίη­σης και πε­ζο­γρα­φίας, ό­πως για τα ποιη­τι­κά του Μυ­ρι­βή­λη και του Σκα­ρί­μπα. Επί­σης, για 23 πε­ζο­γρά­φους και με­ρι­κούς α­κό­μη, αν προ­σθέ­σου­με τα άρ­θρα στο γαλ­λό­φω­νο δε­κα­πεν­θή­με­ρο πε­ριο­δι­κό «L’ Hellenisme Contemporain», με το ο­ποίο συ­νερ­γα­ζό­ταν α­πό το ξε­κί­νη­μά του, Δεκ. 1935.
Σε αυ­τόν τον η­μί­το­μο, συ­να­ντά­με, σε σχέ­ση με τους προ­η­γού­με­νους τόμους, πε­ρισ­σό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, που δεν ά­ντε­ξαν στη δο­κι­μα­σία του χρό­νου, για τους ο­ποίους θα ή­ταν χρή­σι­μα κά­ποια βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία. Για­τί μπο­ρεί και έ­νας α­ξιό­λο­γος συγ­γρα­φέ­ας να  μην δια­σω­θεί. Πα­ντού και πά­ντο­τε, παί­ζουν το ρό­λο τους οι δια­συν­δέ­σεις και τα μέ­σα, α­κό­μη και στη με­τα­θα­νά­τια μνή­μη. Πολ­λοί, μά­λι­στα, α­πό αυ­τούς τους πα­ρα­γραμ­μέ­νους έ­χουν εκ­δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός βι­βλία, τα ο­ποία έ­τυ­χαν υ­πο­λο­γί­σι­μης α­πο­δο­χής α­πό τους συ­γκαι­ρι­νούς τους κρι­τι­κούς. Πα­ρά­δειγ­μα, η πε­ρί­πτω­ση του Μιχ. Δα­μι­ρά­λη, που ο Άγρας συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει, και μά­λι­στα με φω­το­γρα­φία, στους 70 της αν­θο­λο­γίας του «Οι Νέ­οι», του 1922, και για του ο­ποίου τη δεύ­τε­ρη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, δώ­δε­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, δη­μο­σιεύει κρι­τι­κή. Φαί­νε­ται, ό­μως, πως ο Δα­μι­ρά­λης δια­σώ­θη­κε μό­νο ως με­τα­φρα­στής του Σαίξ­πηρ. Άλλη πε­ρί­πτω­ση συ­νι­στά ο γνώ­ρι­μος του Άγρα, Γεώρ­γιος Δού­ρας, του ο­ποίου πα­ρου­σιά­ζει τις τρεις πρώ­τες ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, ε­νώ για μία α­κό­μη, αυ­τή εν μέ­ρει σε ε­λεύ­θε­ρο στί­χο, δη­μο­σιεύει άρ­θρο στα γαλ­λι­κά. Για τα βι­βλία του Δού­ρα, που α­πε­βίω­σε το 1965, στα 70 του, και άλ­λοι δη­μο­σίευ­σαν κρι­τι­κές, ε­νώ οι εκ­δό­σεις Ίκα­ρος ε­ξέ­δω­σαν τα Άπα­ντά του. Τα βιο­γρα­φι­κά χρειά­ζο­νται ό­χι μό­νο για να γνω­ρί­σου­με κα­λύ­τε­ρα έ­ναν συγ­γρα­φέα, αλ­λά και για να σταθ­μί­σου­με πλη­ρέ­στε­ρα μία βι­βλιο­κρι­σία.
Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των βι­βλιο­κρι­σιών του Άγρα εί­ναι ο προ­σω­πι­κός τους χα­ρα­κτή­ρας. Ει­σα­γω­γι­κά, ο κρι­τι­κός δί­νει ψη­φί­δες αυ­το­βιο­γρα­φίας, δια­σκε­δά­ζο­ντας με συ­ναι­σθη­μα­τι­κούς τό­νους έ­να εί­δος α­πό τη φύ­ση του στε­γνό. Υπάρ­χουν κά­ποια σύ­ντο­μα άρ­θρα, ό­πως οι «Ολί­γες λέ­ξεις για την Πο­λυ­δού­ρη» ή ε­κεί­νο για την Ανθού­λα Βα­φο­πού­λου, που έ­χουν διά­στα­ση α­φη­γή­μα­τος. Όσο α­φο­ρά, πά­ντως, τις γυ­ναί­κες συγ­γρα­φείς, ε­λά­χι­στα τον α­πα­σχο­λούν. Γρά­φει μό­λις για έ­ξι, με συ­γκα­τά­βα­ση και με­τρη­μέ­νους ε­παί­νους, ό­που δια­κρί­νε­ται μία υ­πο­δό­ρια ει­ρω­νεία. Αυ­στη­ρό­τε­ρος στέ­κε­ται στα ε­κτε­νή κεί­με­να του πρώ­του η­μί­το­μου, για τις πε­ρι­πτώ­σεις των Αι­μι­λία Δάφ­νη, Κλ. Δίπλα-Μα­λά­μου, Τ. Σταύ­ρου. Πι­θα­νώς, για­τί δεν γρά­φει για ε­κεί­νες που θεω­ρεί ση­μα­ντι­κές, ό­πως την “ά­φθα­στη Πη­νε­λό­πη Δέλ­τα”, την ο­ποία, λ.χ., το­πο­θε­τεί υ­ψη­λό­τε­ρα α­πό την Αλε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου. Σε αυ­τήν την ιε­ράρ­χη­ση, συμ­βάλ­λει ό­τι, στην κρι­τι­κή της πε­ζο­γρα­φίας, δί­νει το κύ­ριο βά­ρος στην υ­πό­θε­ση, τους ή­ρωες, τα νοή­μα­τα και δευ­τε­ρευό­ντως, στη μορ­φή. Σε μία, πά­ντως, α­πό τις βι­βλιο­κρι­σίες για τις θή­λειες γρα­φί­δες α­πο­κα­λύ­πτει την γε­νι­κό­τε­ρη ο­πτι­κή του: “Πώς ν’ α­νοί­ξη κα­νείς μια γυ­ναι­κεία συλ­λο­γή στί­χων, χω­ρίς να εί­ναι α­πα­ραί­τη­τα συ­γκα­τα­βα­τι­κός και χω­ρίς ν’ α­παλ­λα­χτή απ’ την ε­πί­ση­μη φο­ρε­σιά του κρι­τι­κού;”  Μή­πως ο­λί­γον μι­σο­γύ­νης; Ή, πρό­κει­ται για ά­πο­ψη α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή μίας ε­πο­χής; 
Όπως και να έ­χει, ο κρι­τι­κός Άγρας δεν α­πο­κρύ­βει γνω­ρι­μίες και φι­λίες, εκ­θέ­τει ε­ξαρ­χής τυ­χόν ι­δε­ο­λο­γι­κές δια­φο­ρές, πρω­τί­στως δεν γρά­φει α­πό κα­θέ­δρας. Όταν υ­πάρ­χει ει­ρω­νεία, μέ­νει δια­κρι­τι­κά δια­βρω­τι­κή. Στις α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις του με συγ­γρα­φείς, κυ­ρίως τις ε­πι­στο­λι­κές, υιο­θε­τεί μεν ή­πιους τό­νους, αλ­λά πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρός στη γνώ­μη του. Λα­μπρή η ι­δέα να συ­μπε­ρι­λη­φθούν οι ε­πι­στο­λές, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νουν το προ­φίλ του κρι­τι­κού. Αλλά και του αν­θρώ­που, ό­πως, λ.χ., η α­νταλ­λα­γή ε­πι­στο­λών με Μ. Κα­ρα­γά­τση και Γ. Θε­ο­το­κά. Απε­ρί­φρα­στες κά­ποιες θέ­σεις του, ί­σως και ρο­μα­ντι­κές. Όπως η α­πό­φαν­σή του, “η λο­γι­κή μου α­πο­κρούει τον κο­μμου­νι­σμό, [...] αλ­λά θα ή­μουν ευ­τυ­χέ­στε­ρος αν ό­λοι έ­χουν ψω­μί να χορ­τά­σουν και δου­λειά.”
Επο­πτι­κή ει­κό­να των «Κρι­τι­κών» δί­νει το Ευ­ρε­τή­ριο ό­λων των τό­μων της Μα­ρίας Στα­σι­νο­πού­λου, το ο­ποίο πα­ρα­τί­θε­ται στο τέ­λος του δεύ­τε­ρου η­μί­το­μου. Τη συ­νο­λι­κή εικόνα για το κρι­τι­κό έρ­γο του Άγρα, ελ­λεί­ψει προ­σώ­ρας ερ­γο­γρα­φίας του, θα συ­μπλή­ρω­νε μία χρο­νο­λο­γι­κής τά­ξης βι­βλιο­γρα­φι­κή πα­ρά­θε­ση των κρι­τι­κών του κει­μέ­νων. Ακό­μη και έ­να σχε­δία­σμα ερ­γο­γρα­φίας, που θα πε­ριο­ρι­ζό­ταν στα συ­γκε­ντρω­μέ­να κεί­με­να των «Κρι­τι­κών», ή­ταν α­πα­ραί­τη­το, για να υ­πάρ­χει μία ει­κό­να του κρι­τι­κού συ­ναρ­τή­σει του χρό­νου.
“Αλλά θα τα ξα­να­πού­με...”. Με αυ­τήν την αι­σιό­δο­ξη φρά­ση κλεί­νει το τε­λευ­ταίο του κεί­με­νο ο Άγρας. Αλλά δεν έ­μελ­λε να τα ξα­να­πούν. Εκεί­νο το κεί­με­νο α­φο­ρά τη νέα με­τά­φρα­ση α­πό τον Νι­κό­λαο Πο­ριώ­τη της «Ανδρο­μά­χης» του Ευ­ρι­πί­δη, που εί­χε εκ­δο­θεί το 1943 α­πό τον Κώ­στα Γκο­βό­στη. “Άρρω­στος για λί­γες μέ­ρες στο κρε­βά­τι”, ο Άγρας, α­ντί να  δια­βά­ζει τις νέες εκ­δό­σεις νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ε­ντρυ­φεί στους τρα­γι­κούς. Και ε­μείς, κα­λή ώ­ρα, α­ντί να δια­βά­ζου­με τα φι­λό­δο­ξα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα που μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σαν, φι­λο­λο­γί­ζου­με με Άγρα. “Αλλά ε­μείς θα τα ξα­να­πού­με...” για τους ρο­μα­ντι­κούς Άγρα και Φι­λύ­ρα, για τον α­ντι­ρο­μα­ντι­κό Κα­βά­φη, αλ­λά και για τους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους μας, που περ­νούν κρί­ση η­λι­κίας. Δεν κιν­δυ­νεύου­με α­πό α­δέ­σπο­τη σφαί­ρα. Μό­νο α­πό α­δέ­σπο­τα σκυ­λιά, βια­στι­κούς μη­χα­νό­βιους και ε­κνευ­ρι­σμέ­νους συγ­γρα­φείς. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/7/2015.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Έργο μόχθου και αφοσίωσης

Τέλ­λος Άγρας
«Κρι­τι­κά»
Πέ­μπτος Τό­μος, 1
«Δι­κοί μας και ξέ­νοι»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος
Εκδό­σεις Ερμής
Μάιο 2014
Με έ­ναν πέ­μπτο τό­μο ο­λο­κλη­ρώ­νο­νται ά­πα­ντα τα «Κρι­τι­κά» του Τέλ­λου Άγρα. Μό­νο που τα ε­να­πο­μεί­να­ντα α­πό τους προ­η­γού­με­νους τέσ­σε­ρις τό­μους κρι­τι­κά κεί­με­νά του υ­πε­ρέ­βη­σαν την έ­κτα­ση ε­νός τό­μου, που ο­ρί­ζε­ται πε­ρί­που στις 500 σε­λί­δες, και χρειά­στη­καν δυο τό­μοι. Ακρι­βέ­στε­ρα, ο πέ­μπτος χω­ρί­στη­κε σε δυο η­μί­το­μους ί­σης έ­κτα­σης. Και πά­λι, ό­μως, ο Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος, στις ε­πι­λο­γι­κές “ση­μειώ­σεις” του τό­μου, ε­πι­ση­μαί­νει ε­πι­μέ­ρους κεί­με­να ή και ε­νό­τη­τες κει­μέ­νων, που δεν συ­μπε­ριε­λή­φθη­σαν ως δευ­τε­ρεύου­σας ση­μα­σίας. Εκτός α­πό τα λαν­θά­νο­ντα, που δεν μπο­ρεί να α­πο­κλει­στούν, δε­δο­μέ­νου ό­τι ο Άγρας, α­πό αρ­χής μέ­χρι τέ­λους, συμ­με­τεί­χε σε πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός έ­ντυ­πα, κά­θε εί­δους, εί­τε σε μό­νι­μη βά­ση εί­τε με σπο­ρα­δι­κές συ­νερ­γα­σίες. Εί­κο­σι έ­ξι εί­ναι τα χρό­νια πα­ρου­σίας του ως κρι­τι­κός. Από τον Νοέ. του 1918 στο πε­ριο­δι­κό «Βω­μός», μέ­χρι και με­τά θά­να­το, τον Δεκ. του 1944, που δη­μο­σιεύ­τη­κε στη «Νέα Εστία» έ­να τε­λευ­ταίο κεί­με­νο που εί­χε δώ­σει. Σχε­τι­κά με άλ­λους κρι­τι­κούς, μάλ­λον λί­γα ως θη­τεία κρι­τι­κού, πι­θα­νώς και να υ­πο­λεί­πο­νται του μέ­σου ό­ρου, εί­ναι, ό­μως, πολ­λά για αυ­τόν, που εκ­μέ­τρη­σε τον βίον στα 45.
Τη δυ­σκο­λία του έρ­γου την γνώ­ρι­ζε ο ε­πι­με­λη­τής πο­λύ πριν το ξε­κι­νή­σει. Στις “ση­μειώ­σεις” α­να­φέ­ρει, ό­τι η “προ­σπά­θεια ξε­κί­νη­σε πριν α­πό τριά­ντα χρό­νια”, που ση­μαί­νει, δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τές φέ­ρουν η­με­ρο­μη­νία “Οκτώ­βριος 2010”, πως το­πο­θε­τεί την εκ­κί­νη­ση το 1980. Τό­τε, ό­μως, εκ­δό­θη­κε ο πρώ­τος τό­μος των «Κρι­τι­κών». Άρα, η “προ­σπά­θεια” χρο­νο­λο­γεί­ται α­πό πο­λύ νω­ρί­τε­ρα. Η σπερ­μα­τι­κή ι­δέα πι­θα­νώς να προέ­κυ­ψε κα­τά την τριε­τία, “Μάρ­τη 1955-Μάρ­τη 1958”, που έ­γρα­φε τη με­λέ­τη «Ο Τέλ­λος Άγρας και το πνεύ­μα της πα­ρακ­μής». Τε­λι­κά, ο Στερ­γιό­που­λος θα πρέ­πει να νιώ­θει ι­κα­νο­ποίη­ση, κα­θώς τα «Κρι­τι­κά» ή­ταν έ­τοι­μα ε­γκαί­ρως για το ε­πε­τεια­κό 2014. 12 Νοε. 1944 α­πε­βίω­σε ο Άγρας, Νοέ. 2014 α­να­γρά­φει ο κο­λο­φώ­νας του δεύ­τε­ρου η­μί­το­μου. Σε α­ντί­θε­ση, με πα­λαιό­τε­ρη έκ­δο­ση βι­βλίου του Άγρα, που ε­πι­με­λεί­το και η ο­ποία δεν ή­ταν έ­τοι­μη στην ώ­ρα της, για την ε­πέ­τειο, τό­τε, των εί­κο­σι χρό­νων α­πό το θά­να­τό του. Επρό­κει­το για την έκ­δο­ση της τρί­της ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του, «Τρια­ντά­φυλ­λα μια­νής η­μέ­ρας», που του την ε­μπι­στεύ­τη­κε ο ί­διος ο Άγρας στο νο­σο­κο­μείο. “Χω­ρίς να προ­λά­βει να την κα­θα­ρο­γρά­ψει, ού­τε να τα­ξι­νο­μή­σει τα ποιή­μα­τα”. Η κα­θυ­στέ­ρη­ση δεν ή­ταν α­πό ο­λι­γω­ρία του Στερ­γιό­που­λου. Ας ό­ψο­νται οι εκ­δό­τες, που δεν εν­δια­φέ­ρο­νταν, κα­τά την “κου­τσή” αλ­λά νο­μπε­λο­φό­ρα ά­νοι­ξη ε­κεί­νης της δε­κα­ε­τίας, για Άγρα. Πά­λι κα­λά που βρέ­θη­καν οι εκ­δό­σεις Φέ­ξη και πρό­λα­βαν να ο­λο­κλη­ρώ­σουν το τύ­πω­μα Απρ. 1966.
Αντι­θέ­τως, σή­με­ρα, α­ντι­κει­με­νι­κοί πα­ρά­γο­ντες, ό­πως η συ­μπλή­ρω­ση 70 χρό­νων α­πό το θά­να­τό του, αλ­λά και η γε­νι­κό­τε­ρη νοο­τρο­πία, που έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει στο πι­θα­νώς μι­κρό, αλ­λά υ­πο­λο­γί­σι­μο, τμή­μα του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ευ­νοούν τον Άγρα και τη γε­νιά του. Στην γε­νι­κό­τε­ρη α­πώ­θη­ση προς τα μεί­ζο­να, έρ­γα και πρό­σω­πα, που έ­χει προ­κύ­ψει μάλ­λον α­πό α­ντί­δρα­ση, κερ­δί­ζουν οι θεω­ρού­με­νοι ως ήσ­σο­νες. Ο Άγρας, του­λά­χι­στον ως κρι­τι­κός, α­νή­κει στους μεί­ζο­νες, ό­μως ο πέ­μπτος τό­μος υ­πο­τί­θε­ται ό­τι συ­γκε­ντρώ­νει το έ­λασ­σον τμή­μα του έρ­γου του. Αυ­τό, με δε­δο­μέ­νο ό­τι, το 1995, με την έκ­δο­ση του τέ­ταρ­του τό­μου, θεω­ρή­θη­κε πως ο αρ­χι­κός στό­χος, που ή­ταν να πα­ρου­σια­στεί “το κύ­ριο σώ­μα του κρι­τι­κού του έρ­γου”, εί­χε πραγ­μα­τω­θεί. Ευ­τυ­χώς, ο ε­πι­με­λη­τής ε­πα­νήλ­θε και ο εκ­δο­τι­κός οί­κος, πα­ρά την πα­ρέ­λευ­ση ει­κο­σα­ε­τίας, στά­θη­κε και πά­λι πρό­θυ­μος. Έτσι κι αλ­λιώς, πα­ρα­μέ­νει εκ­δο­τι­κός οί­κος μα­κρό­πνοων εγ­χει­ρη­μά­των. Αφού ο­λο­κλή­ρω­σε, αρχές 2014, τα “αυ­το­βιο­γρα­φι­κά” της Πη­νε­λό­πης Δέλ­τα, με το τρί­το­μο μυ­θι­στό­ρη­μα «Ρω­μιο­πού­λες», ήρ­θε η σει­ρά των «Κρι­τι­κών» του Άγρα. Πα­ρό­λο που με συγ­γρα­φείς ό­πως η Δέλ­τα και ο Άγρας, το σύ­νο­λο πά­ντο­τε α­φή­νει υ­πό­λοι­πο. Άλλω­στε υ­πο­λεί­πο­νται και άλ­λες ση­μα­ντι­κές πτυ­χές των κα­τά­λοι­πών τους. Όπως η ε­πι­στο­λι­κή, κα­θώς αμ­φό­τε­ροι στά­θη­καν πλη­θω­ρι­κοί αλ­λη­λο­γρά­φοι. Και βε­βαίως, λεί­πει η βι­βλιο­γρά­φη­σή τους.  
Ας προσ­διο­ρί­σου­με, ό­μως, σε τι α­κρι­βώς συ­νί­στα­ται το τμή­μα των δη­μο­σιευ­μά­των, που τε­λι­κά στε­γά­στη­κε στον πέ­μπτο τό­μο των «Κρι­τι­κών». Όπου, θα πρέ­πει να σχο­λια­στεί το για­τί εί­χε πα­ρα­με­ρι­στεί, δη­λα­δή κα­τά πό­σο ή­ταν α­κρι­βο­δί­καια η θεώ­ρη­σή του ως έ­λασ­σον. Αν και για αυ­τόν τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό α­παι­τεί­ται πε­ραι­τέ­ρω διευ­κρί­νι­ση. Εί­ναι ε­κεί­νο που α­να­φέ­ρε­ται σε ήσ­σο­νες συγ­γρα­φείς και βι­βλία κα­τώ­τε­ρης ποιό­τη­τας ως προς το πε­ριε­χό­με­νό τους ή και μι­κρό­τε­ρης ση­μα­σίας; Ή, ε­κεί­νο που, αυ­τό κα­θ’ ε­αυ­τό, κρί­νε­ται ως κρι­τι­κά υ­πο­δεέ­στε­ρο; Πρω­τί­στως, το δεύ­τε­ρο, κα­θώς ο Στερ­γιό­που­λος, ή­δη α­πό το 1983, που ο­λο­κλη­ρώ­νει την ε­νό­τη­τα των τριών πρώ­των τό­μων, ευαγ­γε­λί­ζε­ται έ­ναν πέ­μπτο για τους νεώ­τε­ρους συγ­γρα­φείς, ι­διαί­τε­ρα με­ρι­κούς της γε­νιάς του ’30. Αυ­τοί έ­μει­ναν ε­κτός, κα­τά το πρώ­το ξε­διά­λεγ­μα, για­τί τα σχε­τι­κά κεί­με­να δεν κρί­θη­καν αρ­κού­ντως ε­κτε­νή, ά­ρα και ο­λο­κλη­ρω­μέ­να. Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ως έ­λασ­σον θεω­ρή­θη­κε ε­κεί­νο, που, λό­γω πε­ριο­ρι­σμέ­νης έ­κτα­σης, δεν ε­πι­τρέ­πει συ­στη­μα­τι­κή α­νά­πτυ­ξη θέ­σεων και ε­πι­χει­ρη­μά­των.
Ευ­κο­λό­τε­ρο, ό­μως, δεί­χνει να α­να­φέ­ρου­με τι θεω­ρή­θη­κε ως “το κύ­ριο σώ­μα του κρι­τι­κού του έρ­γου”. Από την ποίη­ση, τα κεί­με­να για Κα­βά­φη και Πα­λα­μά, που κά­λυ­ψαν τον πρώ­το τό­μο, και τα κεί­με­να για τη δε­κά­δα συγ­γρα­φέων του δεύ­τε­ρου, «Ποιη­τι­κά πρό­σω­πα και κεί­με­να» (κα­τά τη γραμ­μα­το­λο­γι­κή σει­ρά, που δεν εί­ναι ού­τε α­μι­γώς χρο­νο­λο­γι­κή ού­τε μό­νο α­ξιο­λο­γι­κή ως προς τα κεί­με­να: Αρ. Προ­βε­λέγ­γιος, Γ. Δρο­σί­νης, Λ. Μα­βί­λης, Ι. Γρυ­πά­ρης, Μ. Μα­λα­κά­σης, Λ. Πορ­φύ­ρας, Άγ. Ση­μη­ριώ­της, Απ. Με­λα­χρι­νός, Κ. Κα­ρυω­τά­κης, Ν. Λα­πα­θιώ­της). Από την πε­ζο­γρα­φία, κεί­με­να για τους εν­νέα του τρί­του τό­μου, «Μορ­φές και κεί­με­να της πε­ζο­γρα­φίας» (Πα­πα­δια­μά­ντης, Μω­ραϊτί­δης και ε­πτά α­πό τους πα­λαιό­τε­ρους που εμ­φα­νί­στη­καν πριν α­πό τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους και πά­λι, κα­τά γραμ­μα­το­λο­γι­κή σει­ρά: Α. Τραυ­λα­ντώ­νης, Κ. Θε­ο­τό­κης, Π. Νιρ­βά­νας, Ζ. Πα­πα­ντω­νίου, Κ. Χρη­στο­μά­νος, Κ. Χατ­ζό­που­λος, Π. Ρο­δο­κα­νά­κης). Στον τέ­ταρ­το τό­μο, που εκ­δό­θη­κε δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­πως δη­λώ­νει και ο τίτ­λος του, «Γε­νι­κά και ει­δι­κά θέ­μα­τα», συ­γκε­ντρώ­θη­καν οι θεω­ρη­τι­κές α­πό­ψεις του Άγρα.
Προ­φα­νώς, δεν εί­ναι και λί­γοι οι μεί­ζο­νες ποιη­τές και πε­ζο­γρά­φοι, για τους ο­ποίους έ­γρα­ψε ο Άγρας, που πέ­ρα­σαν σε α­να­μο­νή. Για ο­ρι­σμέ­νους α­πό αυ­τούς, ο Άγρας εί­χε δη­μο­σιεύ­σει ε­παρ­κούς έ­κτα­σης κεί­με­να, για πε­ρισ­σό­τε­ρους άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες. Στον πρώ­το η­μί­το­μο, χω­ρι­σμέ­νο σε τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες, κα­τα­χω­ρή­θη­καν τα με­γα­λύ­τε­ρα κεί­με­να. Η πρώ­τη ε­νό­τη­τα πε­ρι­λαμ­βά­νει κεί­με­να για 23 συγ­γρα­φείς συν έ­να ση­μα­ντι­κό για τη “λο­γο­τε­χνι­κή Θεσ­σα­λο­νί­κη”, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1935. Στις “ση­μειώ­σεις”, α­να­με­νό­ταν να ε­ξαρ­θεί η α­ξία του εν λό­γω κει­μέ­νου σχε­τι­κά με την ε­πο­χή του. Αντί αυ­τού, γί­νε­ται α­να­φο­ρά σε “χο­ντρά λά­θη”, χα­ρα­κτη­ρι­σμός που α­φορ­μά­ται α­πό τη ση­με­ρι­νή γνώ­ση των πραγ­μά­των. Σχε­τι­κά με το κεί­με­νο του Άγρα, ο Αλέξ. Αργυ­ρίου σχο­λιά­ζει: “Στο με­λέ­τη­μα «Πρό­σω­πα και κεί­με­να (Μια μα­τιά στη λο­γο­τε­χνι­κή Θεσ­σα­λο­νί­κη)» του Άγρα για πρώ­τη φο­ρά ε­πι­ση­μαί­νε­ται η ι­διαι­τε­ρό­τη­τα των Θεσ­σα­λο­νι­κέων συγ­γρα­φέων. Δεν εί­χε ε­πι­κρα­τή­σει α­κό­μη ο ό­ρος σχο­λή της Θεσ­σα­λο­νί­κης.” Από α­νώ­νυ­μο σχό­λιο στο πε­ριο­δι­κό «Μα­κε­δο­νι­κές Ημέ­ρες», δια­φαί­νε­ται πως μέ­ρος της α­ντί­δρα­σης, που εί­χε τό­τε προ­κα­λέ­σει το συ­γκε­κρι­μέ­νο κεί­με­νο, α­φο­ρά το κα­τά πό­σο οι Θεσ­σα­λο­νι­κείς συγ­γρα­φείς θα α­πο­κα­λού­ντο Ευ­ρω­παίοι, α­στοί ή ε­παρ­χιώ­τες. Ση­μειω­τέ­ον, αυ­τή η ευαι­σθη­σία των Θεσ­σα­λο­νι­κέων μην και χα­ρα­κτη­ρι­στεί η λο­γο­τε­χνία τους ε­παρ­χια­κή συ­νε­χί­στη­κε μέ­χρι και τη δε­κα­ε­τία του ’80.
Ο κά­πως αό­ρι­στος τίτ­λος της πρώ­της ε­νό­τη­τας, «Για δι­κά μας πρό­σω­πα και κεί­με­να», ε­πι­τρέ­πει τη συ­στέ­γα­ση ό­λων των πα­λαιό­τε­ρων, κυ­ρίως ποιη­τών και κά­ποιων πε­ζο­γρά­φων. Ορι­σμέ­νοι υ­πο­λο­γί­ζο­νται ως μεί­ζο­νες και άλ­λοι, ως υ­πο­λει­πό­με­νοι. Αν και η συ­γκε­κρι­μέ­νη διά­κρι­ση εί­ναι συ­νάρ­τη­ση της ε­πο­χής. Αυ­τό φαί­νε­ται και α­πό τον α­ριθ­μό των κει­μέ­νων για ο­ρι­σμέ­νους συγ­γρα­φείς, σή­με­ρα λη­σμο­νη­μέ­νους, αλ­λά και τον ε­γκω­μια­στι­κό τρό­πο α­να­φο­ράς για κά­ποιους άλ­λους, που δεν συ­μπε­ριε­λή­φθη­σαν στις με­τα­πο­λε­μι­κές γραμ­μα­το­λο­γίες και αν­θο­λο­γίες. Όπως, λ.χ., ο Κων­στα­ντι­νο­πο­λί­της Από­στο­λος Μαμ­μέ­λης, που ε­παι­νέ­θη­κε α­πό τους Άγρα και Κλέω­να Πα­ρά­σχο, αλ­λά δια­γρά­φτη­κε α­πό τους με­τα­γε­νέ­στε­ρους. Ανα­σύρ­θη­κε, ω­στό­σο, α­πό τον Γ. Π. Σαβ­βί­δη.
Σε αυ­τό το πρώ­το μέ­ρος, βρί­σκει τη θέ­ση του το κεί­με­νο για τον Κάλ­βο. Σχε­τι­κά σύ­ντο­μο, με τον σμι­κρύ­νο­ντα τη ση­μα­σία του τίτ­λο «Με­ρι­κές ση­μειώ­σεις». Στην ι­σχύου­σα, ω­στό­σο, σή­με­ρα αν­θο­λό­γη­ση των ση­μα­ντι­κό­τε­ρων κει­μέ­νων για τον Κάλ­βο, το­πο­θε­τεί­ται δεύ­τε­ρο, κο­ντά μι­σό αιώ­να με­τά το πρώ­το, του Πα­λα­μά, προ­τασ­σό­με­νο ε­κεί­νων της γε­νιάς του ’30. Δεν θα νοού­ντο «Κρι­τι­κά» Άγρα, χω­ρίς αυ­τό, αλ­λά και χω­ρίς τα κεί­με­να για τους Βη­λα­ρά και Πάλ­λη, που δεί­χνουν εμ­βά­θυν­ση στο γλωσ­σι­κό και ο­ξυ­μέ­νο κρι­τή­ριο στην α­πο­τί­μη­ση του έρ­γου τους. Με­τά έρ­χο­νται τα κεί­με­να του Άγρα για τέσ­σε­ρις πε­ζο­γρά­φους, με πρώ­το, τη νε­κρο­λο­γία για τον ποιη­τή και “τε­λευ­ταίο δι­δά­σκα­λο της νε­ο­ελ­λη­νι­κής η­θο­γρα­φίας”, Χρ. Χρι­στο­βα­σί­λη. Οι βι­βλιο­κρι­σίες για τους Δημ. Βου­τυ­ρά και Διον. Κόκ­κι­νο α­να­δει­κνύουν έ­ναν τρό­πο πα­ρου­σία­σης, που ε­πι­μέ­νει στον α­να­λυ­τι­κό σχο­λια­σμό πλο­κής και προ­σώ­πων και ο ο­ποίος, με την ε­πι­κρά­τη­ση της α­φη­γη­μα­το­λο­γίας, θεω­ρεί­ται πα­ρω­χη­μέ­νος. Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν τα κεί­με­να για τον Ξε­νό­που­λο, ό­που ο Άγρας α­να­σταί­νει, με α­φη­γη­μα­τι­κή γλα­φυ­ρό­τη­τα, το γρα­φείο του, τον άν­θρω­πο, αλ­λά και συ­στή­νει ε­παρ­κώς τον συγ­γρα­φέα.
Τα άλ­λα 16 κεί­με­να α­φο­ρούν ποιη­τές. Οι έ­ξι εμ­φα­νί­στη­καν με­τά το 1900 και α­νή­κουν στους “ε­πι­γό­νους” της πα­λα­μι­κής ποίη­σης. Εδώ, δεν α­κο­λου­θεί­ται η γραμ­μα­το­λο­γι­κή σει­ρά. Προ­τάσ­σε­ται ο Μάρ­κος Τσι­ρι­μώ­κος, λό­γω ε­κτε­νούς α­να­φο­ράς. Συ­νο­λι­κά, ο­κτώ κεί­με­να, η νε­κρο­λο­γία του και ε­πτά βι­βλιο­κρι­σίες, δη­μο­σιευ­μέ­νες την πε­ρίο­δο 1927-1934. Υπάλ­λη­λος στην Εθνι­κή Βι­βλιο­θή­κη α­πό το 1927 ο Άγρας, τον εί­χε διευ­θυ­ντή μέ­χρι την α­πο­χώ­ρη­ση ε­κεί­νου. Ακο­λου­θούν συ­ντο­μό­τε­ρα κεί­με­να για τους Μιχ. Αργυ­ρό­που­λο, Ν. Χα­ντζά­ρα, Ρή­γα Γκόλ­φη, Αι­μι­λία Δάφ­νη, Γ. Αθά­να. Επί­σης, για τους Αλέ­κο Φω­τιά­δη, Μαμ­μέ­λη, Αθ. Κυ­ρια­ζή και την ποιή­τρια και διη­γη­μα­το­γρά­φο Κλ. Δί­πλα-Μα­λά­μου, τους ο­ποίους οι με­τα­πο­λε­μι­κοί γραμ­μα­το­λό­γοι ά­φη­σαν στα πα­ρα­λει­πό­με­να. Η ε­νό­τη­τα συ­μπλη­ρώ­νε­ται με πέ­ντε α­πό τους νε­ο­ρο­μα­ντι­κούς ποιη­τές, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας την τριά­δα του δεύ­τε­ρου τό­μου: Ρώ­μο Φι­λύ­ρα, Πα­ρά­σχο, Ν. Χά­γε­ρ-Μπου­φί­δη, Μ. Πα­πα­νι­κο­λά­ου, Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λο. Το τε­λευ­ταίο κεί­με­νο, εί­ναι η νε­κρο­λο­γία για τον Ανα­στά­σιο Δρί­βα (α­πε­βίω­σε Απρ. 1942), που ε­ντάσ­σε­ται στους νεω­τε­ρι­κούς. Πρώ­τος ο Άγρας, ποιη­τής με “φορ­μα­ρι­σμέ­νους σε τε­χνι­κή”  στί­χους, σχο­λιά­ζει τον α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νο στί­χο του ο­μή­λι­κου φί­λου του.
Στον πρώ­το η­μί­το­μο, οι άλ­λες τρεις ε­νό­τη­τες α­φο­ρούν, η δεύ­τε­ρη, ξε­νό­γλωσ­σα δη­μο­σιεύ­μα­τα για ξέ­νους συν τους Ζαν Μω­ρεάς και Εμπει­ρί­κο και η τέ­ταρ­τη, κεί­με­να φι­λο­λο­γι­κά, ε­πί­λε­κτα κρι­τι­κά και θε­α­τρι­κά. Απο­μέ­νει η τρί­τη ε­νό­τη­τα, με τίτ­λο, «Πρό­σω­πα και κεί­με­να της νεό­τε­ρης πε­ζο­γρα­φίας μας», ό­που συ­γκε­ντρώ­νο­νται βι­βλιο­κρι­σίες για πε­ζο­γρά­φους της γε­νιάς του Με­σο­πο­λέ­μου. Έντε­κα (Θρ. Κα­στα­νά­κης, Η. Βε­νέ­ζης, Τ. Σταύ­ρου, Γ. Θε­ο­το­κάς, Α. Τερ­ζά­κης, Θ. Πε­τσά­λης, Κ. Μπα­στιάς, Γ. Σκα­ρί­μπας, Στ. Ξε­φλού­δας, Αλ. Γιαν­νό­που­λος, Ει­ρή­νη Αθη­ναία), που ε­πι­βιώ­νουν στις γραμ­μα­το­λο­γίες, συν την πε­ρί­πτω­ση του Πέ­τρου Αφθο­νιά­τη. Σε αυ­τούς, θα πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με τον Θεσ­σα­λο­νι­κιό Γιώρ­γο Δέ­λιο, που τον μνη­μο­νεύει στο κεί­με­νο για τη λο­γο­τε­χνία της Θεσ­σα­λο­νί­κης ως “τον πρώ­το κα­τά την α­ξία δό­κι­μο διη­γη­μα­το­γρά­φο” της. Ενώ, για α­κό­μη εν­νέα (Ν. Νι­κο­λαΐδης, Π. Χά­ρης, Π. Πι­κρός, Ν. Κα­τη­φό­ρης, Ε. Αλε­ξίου, Γ. Σφα­κια­νά­κης, Κ. Πα­πά, Τ. Αθα­να­σιά­δης) υ­πάρ­χουν βι­βλιο­κρι­σίες στα ελ­λη­νι­κά και για τέσ­σε­ρις (Φ. Κό­ντο­γλου, Γ. Ν. Άμπο­τ, Κ. Πο­λί­της, Π. Πρε­βε­λά­κης) στα γαλ­λι­κά, οι ο­ποίες το­πο­θε­τού­νται  στον δεύ­τε­ρο η­μί­το­μο.
Εδώ, ως μο­να­δι­κό κρι­τή­ριο, λαμ­βά­νε­ται η έ­κτα­ση μιας βι­βλιο­κρι­σίας. Έτσι, ό­μως, δια­γρά­φε­ται η ση­μα­ντι­κή πα­ρά­με­τρος του χρό­νου δη­μο­σίευ­σής της σχε­τι­κά με την ε­ξε­λι­κτι­κή πο­ρεία ε­νός συγ­γρα­φέα. Εί­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κό­τε­ρη η βι­βλιο­κρι­σία για τον πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο της ε­πο­χής του Άγρα, που σή­με­ρα συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους μεί­ζο­νες, α­πό το ε­κτε­νές με­λέ­τη­μα για τον ση­μα­ντι­κό της ε­πο­χής του, που το ό­νο­μά του βυ­θί­στη­κε στην α­φά­νεια. Όπως πα­ρα­τη­ρεί ο Στερ­γιό­που­λος, θα μπο­ρού­σε να συ­γκρο­τη­θεί τό­μος με τους με­σο­πο­λε­μι­κούς, α­ντί­στοι­χος ε­κεί­νου για τους πα­λαιό­τε­ρους, που θα έ­δι­νε γε­νι­κό­τε­ρη ει­κό­να  για την κρι­τι­κή τους πρόσ­λη­ψη α­πό τον Άγρα. Με βά­ση τους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους της ε­πο­χής του, θα σταθ­μί­ζα­με το κρι­τι­κό του αι­σθη­τή­ριο. Τε­λι­κά, οι με­σο­πο­λε­μι­κοί δεν α­πο­τέ­λε­σαν τό­μο, ού­τε καν μία ε­νό­τη­τα. Μοι­ρά­στη­καν, τα ε­κτε­νέ­στε­ρα στο τρί­το μέ­ρος του πρώ­του η­μί­το­μου και τα υ­πό­λοι­πα στο δεύ­τε­ρο πα­ράρ­τη­μα του δεύ­τε­ρου η­μί­το­μου.
Συ­νο­λι­κά, ο Άγρας πρό­λα­βε να δη­μο­σιεύ­σει κρι­τι­κές για 25 με­σο­πο­λε­μι­κούς, που εί­ναι οι ση­μα­ντι­κοί στους 50 ή 53, που συ­γκρα­τεί μία ση­με­ρι­νή γραμ­μα­το­λο­γία. Ακό­μη να εκ­φρα­στεί θαυ­μα­στι­κά για τον Στρα­τή Δού­κα, να ε­πι­ση­μά­νει το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ν. Γ. Πεν­τζί­κη, που εί­χε εκ­δο­θεί ψευ­δω­νύ­μως, και να μνη­μο­νεύ­σει πολ­λα­πλώς τον Κα­ζα­ντζά­κη. Για τους υ­πό­λοι­πους, ας ό­ψε­ται η “α­δέ­σπο­τη σφαί­ρα” που τον πρό­λα­βε στη γο­νι­μό­τε­ρη πε­ρίο­δο για έ­ναν κρι­τι­κό. Στα ε­κτε­νέ­στε­ρα κεί­με­να, προ­τάσ­σε­ται έ­να θεω­ρη­τι­κό, «Το αυ­ρια­νό μυ­θι­στό­ρη­μα», δη­μο­σιευ­μέ­νο Ιαν. 1936, με α­φορ­μή κεί­με­νο, που εί­χε δη­μο­σιεύ­σει ο Αντρέ­ας Κα­ρα­ντώ­νης, «Το μυ­θι­στό­ρη­μα των νέων», Δεκ. 1935. Αυ­τός ο λό­γος πε­ρί νε­ο­ελ­λη­νι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, την πα­ρά­δο­ση που έ­χει σε σύ­γκρι­ση με την ποίη­ση, κυ­ρίως, τη διά­κρι­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος που γρά­φουν οι συ­νο­μή­λι­κοι του Άγρα και οι νεό­τε­ροί του, συ­νε­χί­ζε­ται με μι­κρές μό­νο δια­φο­ρο­ποιή­σεις μέ­χρι σή­με­ρα. 
Στα «Κρι­τι­κά» του Άγρα και συ­γκε­κρι­μέ­να, στο δεύ­τε­ρο η­μί­το­μο, θα ε­πα­νέλ­θου­με για να σχο­λιά­σου­με το μάλ­λον πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νο εί­δος της βι­βλιο­κρι­σίας.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 5/7/2015.

Θη­ρε­σία και Θε­ο­νύμ­φη

Ρέα Γα­λα­νά­κη
«Η Άκρα Τα­πεί­νω­ση»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Απρ. 2015

Στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ρέ­ας Γα­λα­νά­κη λαν­θά­νει μία αι­σιό­δο­ξη διά­θε­ση, ου­το­πι­κή ή, εν­δε­χο­μέ­νως, ι­δε­ο­λο­γι­κής πα­ρόρ­μη­σης. Από τον τίτ­λο μέ­χρι την κα­τά­λη­ξη του βι­βλίου, η α­να­φο­ρά γί­νε­ται σε πα­ρελ­θό­ντα χρό­νο και ό­χι σε έ­ναν διαρ­κή ε­νε­στώ­τα. Η «Άκρα Τα­πεί­νω­ση» εί­ναι ο ει­κο­νο­γρα­φι­κός τύ­πος της βυ­ζα­ντι­νής τέ­χνης, που πα­ρα­πέ­μπει στην ε­σχά­τη τα­πεί­νω­ση, τον δια του Σταυ­ρού θά­να­το. Σε αυ­τόν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το Θείο Πά­θος, νοού­με­νο, ό­μως, ως προάγ­γε­λος της Ανα­στά­σεως. Σε πρώ­το πλά­νο το­πο­θε­τη­μέ­νο  το στοι­χείο της τα­πεί­νω­σης, υ­πο­θέ­τει ως συ­νο­δευ­τι­κό ε­κεί­νο της δό­ξας. Στην ει­κό­να του κρη­τι­κού α­γιο­γρά­φου της πρώι­μης με­τα­βυ­ζα­ντι­νής πε­ριό­δου Νι­κό­λα­ου Τζα­φού­ρη, ο Ιη­σούς πλαι­σιώ­νε­ται α­πό την Πα­να­γία και τον Ιωάν­νη τον Πρό­δρο­μο. Αν δεν σφάλ­λου­με, η συ­γκε­κρι­μέ­νη ει­κό­να α­νή­κει στις συλ­λο­γές του Μου­σείου Ιστο­ρίας Τέ­χνης της Βιέν­νης και ό­χι, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται, του Βυ­ζα­ντι­νού Μου­σείου Αθη­νών, ό­που βρί­σκε­ται η «Με­τα­μόρ­φω­ση» του Τζα­φού­ρη. Όπως και να έ­χει, έ­νας τό­σο βα­ρύ­νων τίτ­λος εκ­λαμ­βά­νε­ται με ό­λο το φορ­τίο των αλ­λη­γο­ρι­κών συν­δη­λώ­σεών του. Της Ανα­στά­σεως συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης.
Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η “Άκρα Τα­πεί­νω­ση” του α­θη­ναϊκού ά­στεως πραγ­μα­τώ­νε­ται με την πυρ­πό­λη­ση του νε­ο­κλα­σι­κού στη γω­νία των ο­δών Στα­δίου και Χρή­στου Λα­δά, ό­που βρι­σκό­ταν το κι­νη­μα­το­θέ­α­τρο «Αττι­κόν» και στον υ­πό­γειο χώ­ρο, η κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή αί­θου­σα «Απόλ­λων», τη νύ­χτα της 12ης Φεβ. 2012. Η Γα­λα­νά­κη, σε συ­νέ­ντευ­ξή της, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται: “Αι­σθα­νό­μουν ό­τι δεν μπο­ρού­σα να α­σχο­λη­θώ με τί­πο­τε άλ­λο την πε­ρίο­δο αυ­τή πα­ρά μό­νο με ό­σα συ­γκλό­νι­σαν την Ελλά­δα τα τε­λευ­ταία χρό­νια.” Για­τί, ά­ρα­γε, νιώ­θει την ε­πι­τα­κτι­κή α­νά­γκη να γρά­ψει το δι­κό της μυ­θι­στό­ρη­μα της κρί­σης, ε­νό­σω αυ­τή συ­νε­χί­ζε­ται και το α­θη­ναϊκό ά­στυ μέ­νει ε­πί ξύ­λου κρε­μά­με­νο; Στην τρέ­χου­σα ε­πι­και­ρό­τη­τα, κα­μία κα­τα­στρο­φή νε­ο­κλα­σι­κού, ού­τε καν της νε­ο­κλα­σι­κής τρι­λο­γίας του Χάν­σεν, θα ε­δι­καιού­το τον με­γα­λύ­νο­ντα τίτ­λο της “Άκρας Τα­πεί­νω­σης” του α­θη­ναϊκού ά­στεως. Πλην του Παρ­θε­νώ­νος.     
Η Γα­λα­νά­κη έ­χει δεί­ξει ό­τι δεν ε­πεί­γε­ται. Ακο­λου­θεί τους δι­κούς της εκ­δο­τι­κούς ρυθ­μούς, που δεν φαί­νε­ται να αλ­λά­ζουν. 1975, «Πλην εύ­χα­ρις» - 2015, «Η Άκρα Τα­πεί­νω­ση». Δη­λα­δή, 40 χρό­νια, 15 βι­βλία, πε­ρί­που έ­να βι­βλίο α­νά τριε­τία. Η με­τά­βα­ση α­πό την ποίη­ση στο μυ­θι­στό­ρη­μα γί­νε­ται το 1989. Τό­τε, και ό­χι το 1975, εί­πε η ε­πι­στή­θια  φί­λη της α­πό τα πρώ­τα φοι­τη­τι­κά τους χρό­νια, Φρί­ντα Λιάπ­πα, το “Εγεν­νή­θη συγ­γρα­φέ­ας”. Σή­με­ρα πλέ­ον, με έ­ξι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα σε 25 χρό­νια, η Γα­λα­νά­κη έ­χει κα­τα­χω­ρη­θεί στους ε­πι­φα­νέ­στε­ρους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους της πε­ριό­δου με­τά την πτώ­ση του Τεί­χους του Βε­ρο­λί­νου. Για­τί, λοι­πόν, τό­ση βια­σύ­νη για έ­να, εκ πρώ­της ό­ψεως, ε­πι­και­ρι­κό έ­βδο­μο μυ­θι­στό­ρη­μα; Με­τρού­με τρία ι­στο­ρι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, μία μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή τοι­χο­γρα­φία, έ­να ρο­μά­ντσο και έ­να σύγ­χρο­νο μυ­θι­στό­ρη­μα. Για­τί έ­να δεύ­τε­ρο σύγ­χρο­νο και μά­λι­στα, εν θερ­μώ; Ως μό­νη προ­φα­νής α­πά­ντη­ση, δεί­χνει η διά­θε­ση της συγ­γρα­φέως να πα­ρέμ­βει. Δεν μπό­ρε­σε να α­ντι­στα­θεί στην πρό­κλη­ση, με συ­γκε­κρι­μέ­νο στό­χο, κα­τά τα φαι­νό­με­να, διτ­τό. Να υ­πε­ρα­σπι­στεί τη γε­νιά της και το ευ­ρω­παϊκό ι­δεώ­δες, εκ­θέ­το­ντας τη δι­κή της ά­πο­ψη.
Της γε­νιάς του Πο­λυ­τε­χνείου, πρω­το­δη­μο­σιεύει ποιή­μα­τα στο 1ο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Η Συ­νέ­χεια», που α­πο­τε­λού­σε συ­νέ­χεια  στα «Δε­κα­ο­κτώ κεί­με­να». Άρα, η πρώ­τη εμ­φά­νι­ση, που γί­νε­ται Μάρ. 1973, με­τα­ξύ των γε­γο­νό­των Νο­μι­κής και Πο­λυ­τε­χνείου, συ­νι­στά α­φ’ ε­αυ­τής και πο­λι­τι­κή πρά­ξη. Φοι­τή­τρια του Κα­πο­δι­στρια­κού εί­χε προ­λά­βει τη Νε­ο­λαία Λα­μπρά­κη. Στη Με­τα­πο­λί­τευ­ση, συμ­με­τέ­χει στην πε­ριο­δι­κή έκ­δο­ση «Θού­ριος», που ση­μαί­νει την ι­δε­ο­λο­γι­κή συ­μπό­ρευ­ση, κα­τά τη διά­σπα­ση του ΚΚΕ, το 1968, με την ευ­ρω­κο­μου­νι­στι­κή τά­ση, το λε­γό­με­νο ΚΚΕ Εσω­τε­ρι­κού. Στα χρό­νια της τω­ρι­νής κρί­σης, η γε­νιά του Πο­λυ­τε­χνείου, που έ­χει πι­στω­θεί και δια του ο­νό­μα­τός της τη μο­να­δι­κή ε­ξέ­γερ­ση του δεύ­τε­ρου μι­σού του προ­η­γού­με­νου αιώ­να, βρί­σκε­ται, α­φε­νός μεν α­ντι­μέ­τω­πη με τους ε­ξε­γερ­μέ­νους του νέ­ου αιώ­να και α­φε­τέ­ρου, υ­πό­λο­γη για την “Άκρα Τα­πεί­νω­ση” της Ελλά­δος α­πό τους Γραμ­μα­τείς και Φα­ρι­σαίους, τους ταγ­μέ­νους να τη­ρούν αυ­στη­ρά, ό­χι τον ε­βραϊκό νό­μο, ό­πως ε­κεί­νοι που σταύ­ρω­σαν τον Ιη­σού, αλ­λά της Ευ­ρω­παϊκής Ένω­σης, που συ­στή­θη­κε προς υ­πε­ρά­σπι­ση α­ξιών και ι­δα­νι­κών.
Με άλ­λα λό­για, εύ­στο­χος ο τίτ­λος για έ­να ο­πωσ­δή­πο­τε εν­δια­φέ­ρον συγ­γρα­φι­κό εγ­χεί­ρη­μα. Το πρώ­το που θα α­να­με­νό­ταν, εί­ναι το πλά­σι­μο χα­ρα­κτή­ρων, που να μπο­ρούν να πρω­τα­γω­νι­στή­σουν σε αυ­τόν τον πολ­λα­πλό και πο­λύ­ση­μο διά­λο­γο. Κά­τι σαν τους ση­με­ρι­νούς ε­νή­λι­κες, που κά­πο­τε α­πάρ­τι­ζαν την πα­ρέα της Γα­λα­νά­κη στα χρό­νια της Δι­κτα­το­ρίας. Εκεί­νους που, κα­τά ο­μο­λο­γία της, μα­ζεύο­νταν στο “ι­σό­γειο της Τσι­μι­σκή”. Τους στο­χα­στι­κούς, θαρ­ρα­λέ­ους, ε­λευ­θέ­ριους. Επί­σης, α­να­μέ­νο­νταν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κοί πρω­τα­γω­νι­στές, που να στοι­χί­ζο­νται με τους ρο­μα­ντι­κούς ή­ρωες των ι­στο­ρι­κών μυ­θι­στο­ρη­μά­των της. Με­τα­ξύ των άλ­λων, α­να­με­νό­ταν οι γυ­ναί­κες ε­κεί­νης της γε­νιάς να σέρ­νουν τον χο­ρό. Αλλά η συγ­γρα­φέ­ας έ­κα­νε μία δια­φο­ρε­τι­κή ε­πι­λο­γή, που θυ­μί­ζει τους στί­χους του Σε­φέ­ρη:
“Κι ά σου μι­λώ με πα­ρα­μύ­θια και πα­ρα­βο­λές / εί­ναι για­τί τ’ α­κούς γλυ­κό­τε­ρα, κι η φρί­κη / δεν κου­βε­ντιά­ζε­ται για­τί εί­ναι ζω­ντα­νή.” Εί­ναι α­πό τους κα­τα­λη­κτι­κούς στίχους του τε­λευ­ταίου ποιή­μα­τος, «Τε­λευ­ταίος σταθ­μός», της συλ­λο­γής «Ημε­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β΄». Το ποίη­μα φέ­ρει την έν­δει­ξη “Cava dei Tirreni, 5 Οκτω­βρίου ’44”, το λι­μά­νι κο­ντά στο Σα­λέρ­νο της Ιτα­λίας, που ή­ταν ο “τε­λευ­ταίος σταθ­μός” στο τα­ξί­δι του. Βρι­σκό­μα­στε στη φά­ση της ε­πι­στρο­φής των ελ­λη­νι­κών δι­πλω­μα­τι­κών υ­πη­ρε­σιών α­πό την Αί­γυ­πτο στην Ελλά­δα. Ο Σε­φέ­ρης δεν γνώ­ρι­σε τη φρί­κη της Κα­το­χής, αλ­λά μό­νο τις μη­χα­νορ­ρα­φίες πο­λι­τι­κών προ­σώ­πων, γη­γε­νών και συμ­μα­χι­κών. Αι­σιο­δο­ξεί πως ό­λα τε­λείω­σαν. Απο­δεί­χτη­κε ό­τι τα χει­ρό­τε­ρα ή­ταν μπρο­στά του. Και η Γα­λα­νά­κη δεν γνώ­ρι­σε τη φρί­κη της κρί­σης, ού­τε ε­κεί­νης της νύ­χτας που και­γό­ταν για άλ­λη μία φο­ρά η Αθή­να, ού­τε την άλ­λη των ά­στε­γων. Πα­ρα­κο­λου­θεί, ό­μως, ως πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας, ό­σα γί­νο­νται σε πο­λι­τι­κό ε­πί­πε­δο. Και αι­σιο­δο­ξεί, ό­πως ο ποιη­τής τον Οκτ. του ’44. Εί­θε, αυ­τή να μην δια­ψευ­στεί.
Πράγ­μα­τι, η Γα­λα­νά­κη ξε­κί­νη­σε με δυο γυ­ναι­κεία πρό­σω­πα της γε­νιάς του Πο­λυ­τε­χνείου. Ως “δυο ώ­ρι­μες κυ­ρίες” τις πρω­το­πα­ρου­σιά­ζει, που υ­πήρ­ξαν “φοι­τή­τριες ε­πί Χού­ντας”, κα­θη­γή­τριες Μέ­σης Εκπαί­δευ­σης, φι­λό­λο­γος η μία, τε­χνι­κός α­πό­φοι­τος της Σχο­λής Κα­λών Τε­χνών η λί­γο νεό­τε­ρη. Στον πα­ρο­ντι­κό χρό­νο της μυ­θο­πλα­σίας, την 10η Φεβ. 2012, η­μέ­ρα Πα­ρα­σκευή, που ε­ορ­τά­ζει τα γε­νέ­θλιά της η μι­κρό­τε­ρη, εί­ναι πλέ­ον συ­ντα­ξιού­χοι. Ένα δί­δυ­μο, το ο­ποίο θα μπο­ρού­σε να κα­τέ­βει την με­θε­πό­με­νη στη δια­δή­λω­ση για τα και­νού­ρια μέ­τρα, που θα ψη­φί­ζο­νταν, το βρά­δυ ε­κεί­νης της Κυ­ρια­κής, στη Βου­λή. Και ε­κεί, α­ντι­μέ­τω­πες οι δυο γυ­ναί­κες με τα γε­γο­νό­τα, να προ­βλη­μα­τι­στούν για τη γε­νιά τους και τη γε­νιά των παι­διών τους, για τη δι­κή τους ε­ξέ­γερ­ση αλ­λά και ε­κεί­νη των παι­διών τους. Όμως, η συγ­γρα­φέ­ας α­φαί­ρε­σε έ­να μέ­ρος της προ­σω­πι­κό­τη­τάς τους, για να τις κα­τα­στή­σει α­ντη­χεία του δι­κού της λό­γου, που θέ­λει να εί­ναι πα­ρη­γο­ρη­τι­κός σαν πα­ρα­μύ­θι. Αλλά και ι­δε­ο­λο­γι­κά α­πο­κρυ­σταλ­λω­μέ­νος, ό­πως δεί­χνουν κά­ποιες μα­νι­χαϊστι­κές πτυ­χές στο πλά­σι­μο των άλ­λων προ­σώ­πων.
Από τις δυο γυ­ναί­κες κρά­τη­σε τη μνή­μη των νε­α­νι­κών τους χρό­νων και α­κέ­ραιο τον συ­ναι­σθη­μα­τι­κό τους κό­σμο. Τα υ­πό­λοι­πα σκο­τεί­νια­σαν λό­γω ψυ­χο­λο­γι­κών προ­βλη­μά­των. Η μία, πι­θα­νώς με κλη­ρο­νο­μι­κό α­πό τη μη­τρι­κή πλευ­ρά στίγ­μα σχι­ζο­φρέ­νειας, κα­τα­τρύ­χε­ται α­πό φω­νές, η άλ­λη, κα­θη­λω­μέ­νη σε έ­ναν πα­ρελ­θο­ντι­κό χρό­νο, ί­σως και να εμ­φα­νί­ζει συ­μπτώ­μα­τα ά­νοιας. Επι­νό­η­σε, ό­μως, γι’ αυ­τές έ­να φορ­τι­σμέ­νο πα­ρελ­θόν, που το πλά­θει με θραύ­σμα­τα α­πό δι­κές της ε­μπει­ρίες, κά­ποιες α­πό αυ­τές ή­δη χω­νε­μέ­νες σε πα­λαιό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της. Για τη μία, έ­ναν αρ­χαιο­λό­γο πα­τέ­ρα, ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο α­πό μία “ά­τα­κτη” σύ­ζυ­γο, που εμ­φυ­σά στην κό­ρη του το πά­θος για τους ελ­λη­νι­κούς μύ­θους και το κλει­νόν ά­στυ. Και ε­κεί­νη μέ­νει δια βίου α­νύμ­φευ­τη, πι­στή στον “ιε­ρο­φά­ντη” πα­τέ­ρα, έ­νας θη­λυ­κός Τει­ρε­σίας, με το χά­ρι­σμα της προ­φη­τείας. Για την άλ­λη, “έ­ναν μα­κρό­χρο­νο έ­ρω­τα” που “εί­χε θε­ριέ­ψει στα χρό­νια της δι­κτα­το­ρίας” και εί­χε τε­λειώ­σει κά­μπο­σα χρό­νια με­τά, ό­ταν έ­γι­νε ο γά­μος. Φύ­ση καλ­λι­τε­χνι­κή και ρο­μα­ντι­κή, φα­ντα­σιώ­νει πως σαν “νύμ­φη α­νύμ­φευ­τη” α­πέ­κτη­σε τον γιο της, μο­να­δι­κό πλέ­ον ά­ντρα της ζωής της.
Εμφα­νί­ζο­νται σαν “α­λα­φροΐσκιω­τες πλην ά­κα­κες κυ­ρίες”, που συ­νο­μι­λούν με φα­ντά­σμα­τα και ί­σκιους. Έγκλει­στες, αρ­χι­κά σε ά­συ­λο και με­τά τα μέ­τρα α­πο­α­συ­λο­ποίη­σης, σε δια­μέ­ρι­σμα-ξε­νώ­να, υ­πό ε­πι­τή­ρη­ση. Με αυ­τό το μυ­θο­πλα­στι­κό εύ­ρη­μα, η Γα­λα­νά­κη έ­χει την ευ­χέ­ρεια να α­πευ­θυν­θεί σε έ­να πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό, πλά­θο­ντας ή­ρωες οι­κείους σε αυ­τό, παρ­μέ­νους ό­χι α­πό τα πα­ρα­μύ­θια, αλ­λά μάλ­λον α­πό τα σί­ρια­λ, που τα έ­χουν προ πολ­λού υ­πο­κα­τα­στή­σει. Το δί­δυ­μο των η­ρωί­δων θυ­μί­ζει το τη­λε­ο­πτι­κό δί­δυ­μο της δη­μο­φι­λούς σει­ράς «Πα­ρά πέ­ντε». Κα­τ’ αρ­χήν, εί­ναι η σύ­μπτω­ση των ο­νο­μά­των, του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Θη­ρε­σία η σο­φή και Θε­ο­νύμ­φη, του σί­ριαλ Σο­φία και Θε­ο­πού­λα. Ύστε­ρα, η συ­μπε­ρι­φο­ρά τους, ό­ταν α­πο­φα­σί­ζουν να βγού­νε κρυ­φά μό­νες τους, με “καρ­να­βα­λι­κό ντύ­σι­μο”, για να μην τις α­να­γνω­ρί­σουν, που θυ­μί­ζει με­γά­λα παι­διά. Δεί­χνουν “τρε­λές και α­δέ­σπο­τες”, ό­πως και οι δυο η­λι­κιω­μέ­νες γει­τό­νισ­σες του σί­ρια­λ, ό­ταν και ε­κεί­νες παίρ­νουν τους δρό­μους. Κω­μι­κές οι δι­κές τους πε­ρι­πέ­τειες αν και σε χέ­ρια δο­λο­φό­νων, τρα­γι­κές αρ­χι­κά του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού δι­δύ­μου, δεί­χνουν στη συ­νέ­χεια, κα­ρι­κα­του­ρί­στι­κες, ό­ταν δια­βιώ­νουν υ­πό ά­θλιες συν­θή­κες ά­στε­γες και πέ­φτουν θύ­μα­τα ε­νός ντα­βατ­ζή α­στέ­γων και λοι­πών λι­μο­κτο­νού­ντων. Μάλ­λον το λι­γό­τε­ρο α­λη­θο­φα­νές τμή­μα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, αλ­λά, ό­πως λέει και ο ποιη­τής, “η φρί­κη δεν κου­βε­ντιά­ζε­ται”.
Η υ­πό­θε­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό την κυ­ρια­κά­τι­κη έ­ξο­δο των δυο γυ­ναι­κών και τη δια­δή­λω­ση της 12ης Φεβ. 2012. Τρι­με­ρές, προ­βλέ­πε­ται συμ­με­τρι­κά, προ­λο­γι­κό και ε­ξό­διο μέ­ρος, με πέ­ντε κε­φά­λαια έ­κα­στο. Στο  πρώ­το, πα­ρου­σιά­ζε­ται ο θία­σος των η­ρώων, ε­νώ, στο τρί­το,  πε­ρι­γρά­φε­ται η αλ­λα­γή που ε­πήλ­θε ε­κεί­νη τη νύ­χτα στη ζωή τους. Το ε­κτε­νές με­σαίο τμή­μα, με 18 κε­φά­λαια, πα­ρα­κο­λου­θεί την ε­ξέ­λι­ξη των δρα­μα­τι­κών γε­γο­νό­των και τα με­θεόρ­τια, ε­στιά­ζο­ντας στα δια­φο­ρε­τι­κά πρό­σω­πα. Όλους τους ή­ρωες τους γνω­ρί­ζου­με μέ­σα α­πό τον λε­κτι­κά και φρα­στι­κά λεια­σμέ­νο λό­γο του α­φη­γη­τή.
Μι­κρός ο θία­σος, νο­μο­τε­λεια­κά σχε­δια­σμέ­νος. Την ε­πι­τή­ρη­ση των δυο γυ­ναι­κών την έ­χει αναλάβει μία Κρη­τι­κιά χή­ρα, α­πό το χω­ριό Απά­νω Ρί­ζα, σή­με­ρα Επά­νω Βιάν­νου, το ο­ποίο η­ρωι­κά εί­χε α­ντι­με­τω­πί­σει τους Γερ­μα­νούς βο­η­θώ­ντας τους α­ντάρ­τες και σε α­ντι­στοι­χία, με το ί­διο θάρ­ρος ε­ξε­δίω­ξε τους Χρυ­σαυ­γί­τες στην προ­ε­κλο­γι­κή πε­ρίο­δο των πρώ­των ε­κλο­γών του 2012, στις 6 Μαΐου. Από α­ρι­στε­ρή οι­κο­γέ­νεια, κλέ­φτη­κε με α­στυ­νο­μι­κό και α­πέ­κτη­σε “μο­νο­γε­νή κα­να­κά­ρη”, που βγή­κε Χρυ­σαυ­γί­της. Συμ­με­τρι­κά, ο γιος της μίας α­πό τις δυο κυ­ρίες, της Θε­ο­νύμ­φης, αυ­τός γιος πο­λι­τευ­τή, α­πό τους ή­ρωες της γε­νιάς του Πο­λυ­τε­χνείου, που κα­τέ­λη­ξαν πα­μπό­νη­ροι της δια­πλο­κής, βγή­κε “α­νάρ­χας”, α­νά­με­σα σε αυ­τούς που “βά­ζα­νε τις α­νίε­ρες φω­τιές και που κά­να­νε στά­χτη τα κτί­ρια”.
Ο α­φη­γη­τής στέ­κε­ται με­ρο­λη­πτι­κός α­πέ­να­ντι στο δί­δυ­μο. Του ε­νός πα­ρα­θέ­τει μό­νο τις πρά­ξεις, του άλ­λου πα­ρου­σιά­ζει, ως πα­ντε­πό­πτης, εκ των έ­σω, σκέ­ψεις, αμ­φι­τα­λα­ντεύ­σεις, ευ­γε­νή αι­σθή­μα­τα. Έτσι, ο Χρυ­σαυ­γί­της μέ­νει στυ­γνός ρα­τσι­στής, με δο­λο­φο­νι­κά έν­στι­κτα. Αντί­θε­τα, ο “α­νάρ­χας” φα­νε­ρώ­νε­ται ι­δε­ο­λό­γος, εμ­φο­ρού­με­νος α­πό “ε­πα­να­στα­τι­κή πί­στη”, ε­πί­γο­νος έ­στω μα­κρι­νός ε­κεί­νων του Πο­λυ­τε­χνείου. Όμοια με­ρο­λη­πτι­κός δεί­χνε­ται ο α­φη­γη­τής α­πέ­να­ντι στη γε­νιά του Πο­λυ­τε­χνείου, που τη δι­καιώ­νει με έ­να άλ­λο δί­πο­λο. Ο φί­λος του πο­λι­τευ­τή, για­τρός, που έ­χει α­να­λά­βει την ε­πο­πτεία των δυο κυ­ριών, και αυ­τός ε­μπλε­κό­με­νος στο ρέ­ον μαύ­ρο χρή­μα, αλ­λά, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τον εκ των έ­σω, προ­βάλ­λουν κα­θαρ­τή­ριες οι ε­νο­χές. Όμοια προ­βλέ­πο­νται “κα­λοί” και “κα­κοί” στο πε­ρι­θω­ρια­κό χώ­ρο των α­στέ­γων, ό­που ο α­φη­γη­τής κα­τα­φεύ­γει στο νε­ο­λο­γι­σμό του νε­οά­στε­γου, κα­τά το νε­ο­α­στός.
Στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα της Γα­λα­νά­κη, λεί­πουν οι φε­μι­νί­στριες. Υπάρ­χουν μό­νο δυ­να­τές γυ­ναί­κες, δο­τι­κές στην α­γά­πη. Στο πρό­σφα­το, η Κρη­τι­κιά μά­να και στη νεό­τε­ρη γε­νιά, η κοι­νω­νι­κή λει­τουρ­γός. Κό­ρη αυ­τή Και­σα­ρια­νιώ­τη πε­ρι­πτε­ρά, χω­ρι­σμέ­νη με παι­δί, προ­σπα­θεί να στή­σει σπι­τι­κό με τον α­νερ­μά­τι­στο α­ρι­στε­ρό ε­πα­να­στά­τη. Επι­μέ­νει κι ας α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τη μα­ταιό­τη­τα του εγ­χει­ρή­μα­τος. Ο θία­σος συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τη γυ­ναί­κα που κα­θα­ρί­ζει τον ξε­νώ­να-δια­μέ­ρι­σμα. Ως α­να­γνώ­στες, α­πο­ρού­με για την ε­πι­μο­νή των συγ­γρα­φέων στο στε­ρεό­τυ­πο του δει­νο­πα­θού­ντος με­τα­νά­στη. Στο πρό­σφα­το μυθιστόρημα, εμ­φα­νί­ζε­ται το τρί­το κύ­μα, με­τά τους Αλβα­νούς και τους Σλα­βό­φω­νους, οι εξ Αφρι­κής ερ­χό­με­νοι. Κα­τοι­κούν σε έ­να μέ­ρος που α­πο­κα­λεί­ται “κο­τέ­τσι”, αλ­λά δεί­χνει ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό “τις κά­με­ρες γύ­ρω α­πό μία αυ­λή” του Πα­πα­δια­μά­ντη. Από την Αί­γυ­πτο η πα­ρα­δου­λεύ­τρα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, με έ­να α­γο­ρά­κι α­γνώ­στου πα­τρός, που α­κούει στο ό­νο­μα Ισμαήλ. Η συ­μπα­ρά­στα­ση στον με­τα­νά­στη γί­νε­ται α­πο­θεω­τι­κή  στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, ό­που η Αι­γύ­πτια τα­κι­μιά­ζει με έ­ναν Μου­στα­φά και ο α­φη­γη­τής τους πα­ρου­σιά­ζει ως το ε­να­πο­μέ­νον στή­ριγ­μα των δυο κυ­ριών, α­πο­κα­λώ­ντας τους “με­λα­χρι­νή α­γία τριά­δα”.
Επι­κή θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν η πε­ρι­γρα­φή της πο­ρείας κα­τά τη δια­δή­λω­ση, που ε­ξε­λίσ­σε­ται σε δρα­μα­τι­κή, ό­ταν πα­ρα­κο­λου­θεί τα συμ­βά­ντα ε­πί της πλα­τείας Συ­ντάγ­μα­τος, που πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν σκη­νι­κό αρ­χαίας τρα­γω­δίας. Στο διαν­θι­σμέ­νο ύ­φος της α­φή­γη­σης, χά­ρις στο πλή­θος των υ­πο­κο­ρι­στι­κών και των γλα­φυ­ρών προ­σω­πο­ποιή­σεων και πα­ρο­μοιώ­σεων, υ­πε­ρι­σχύει η ποιη­τι­κή ευαι­σθη­σία. Τις ό­ποιες ε­κλαϊκευ­τι­κές ό­ψεις του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τις α­ντι­σταθ­μί­ζουν με το πα­ρα­πά­νω οι πα­ρα­στα­τι­κές αλ­λη­γο­ρίες και οι εκ­φο­βι­στι­κοί μύ­θοι, που λει­τουρ­γούν και ως λαν­θά­νων σύν­δε­σμος με το ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα.  Κο­ρυ­φαίος στέ­κε­ται ο ε­πι­νο­η­μέ­νος μύ­θος, που προ­κύ­πτει α­πό τη συ­νέ­νω­ση του μύ­θου για τη γέ­νε­ση της Ευ­ρώ­πης με ε­κεί­νον για τη γέ­νε­ση του Μι­νώ­ταυ­ρου, και ο ο­ποίος θέ­λει την Ευ­ρώ­πη με­τα­μορ­φω­μέ­νη σε Μι­νώ­ταυ­ρο να ε­πι­βιώ­νει για πά­ντα. Αλλά χω­ρίς τον μύ­θο της θα­νά­τω­σης του Μι­νώ­ταυ­ρου,  πώς θα α­πε­λευ­θε­ρώ­νο­νταν οι Αθη­ναίοι α­πό την κυ­ριαρ­χία της Μι­νωι­κής Κρή­της; Κα­τά συμ­βο­λι­κή προέ­κτα­ση τώ­ρα, πώς ά­ρα­γε οι μα­κρι­νοί  ε­πί­γο­νοι θα α­πε­λευ­θε­ρω­θούν α­πό τον θη­λυ­κό Μι­νώ­ταυ­ρο της Ευ­ρώ­πης; 
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/6/2015.

Θη­ρεύο­ντας το ε­ξαι­ρε­τι­κό

Δέ­σποι­να Μπά­τρη
«Ή ό­λοι ή κα­νείς»
Εκδό­σεις Με­ταίχ­μιο
Φεβ. 2015

Το πρώ­το βι­βλίο της Δέ­σποι­νας Μπά­τρη α­πο­τε­λεί την πρώ­τη πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νη συλ­λο­γή ι­στο­ριών, που κυ­κλο­φό­ρη­σε στα κα­θ’ η­μάς. Αυ­τό, ό­σο του­λά­χι­στον α­να­κα­λού­με μέ­σα στις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες. Οι ι­στο­ρίες το­πο­θε­τού­νται στα τέσ­σε­ρα ση­μεία του ο­ρί­ζο­ντα. Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, σε πέ­ντε ση­μεία, σε πέ­ντε δια­φο­ρε­τι­κές χώ­ρες και σε τρεις η­πεί­ρους. Αντί­στοι­χα, α­πο­μα­κρυ­σμέ­να χρο­νι­κά εί­ναι με­τα­ξύ τους τα συμ­βά­ντα που α­νι­στο­ρού­νται. Σύμ­φω­να με συ­νέ­ντευ­ξη της συγ­γρα­φέως, έ­ναυ­σμα για να γρα­φούν οι ι­στο­ρίες στά­θη­κε η στά­ση ζωής του πα­τέ­ρα της, στον ο­ποίο και α­φιε­ρώ­νει το βι­βλίο. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, μία ι­στο­ρία, γύ­ρω α­πό έ­να α­τύ­χη­μα, ό­που ε­κεί­νος έ­δει­ξε α­ξιο­θαύ­μα­στη αυ­τα­πάρ­νη­ση, σώ­ζο­ντας τη ζωή ε­νός φί­λου του.
Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, αυ­τή η υ­πέρ­βα­ση του προ­σω­πι­κού συμ­φέ­ρο­ντος ή και α­πλώς, της προ­σω­πι­κής ά­νε­σης, χά­ριν ε­νός μέ­λους της οι­κο­γέ­νειας ή α­κό­μη και ε­νός ξέ­νου, γι’ αυ­τήν “ως παι­δί α­πο­τε­λού­σε μυ­στή­ριο”. Έτσι, με­τά α­πό χρό­νια, φαί­νε­ται πως έ­βα­λε στό­χο να α­να­κα­λύ­ψει α­πό πού “πη­γά­ζει αυ­τή η δύ­να­μη αυ­το­θυ­σίας”. Άρχι­σε να α­να­ζη­τά­ει αν­θρώ­πους, που να θέ­τουν ιε­ραρ­χι­κά τον ε­αυ­τό τους σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα προς ό­φε­λος των άλ­λων. Κά­νει λό­γο για “ε­ξαν­τλη­τι­κή έ­ρευ­να”, ώ­στε να γειώ­σει, τρό­πον τι­νά, τις ι­στο­ρίες της, με την “α­να­φο­ρά υ­παρ­κτών προ­σώ­πων και συ­ντε­λε­σμέ­νων γε­γο­νό­τω­ν”. Κά­πως έ­τσι ε­ντό­πι­σε “θυ­σίες κα­θη­με­ρι­νών αν­θρώ­πω­ν” και α­φη­γή­θη­κε τις ι­στο­ρίες τους, πλά­θο­ντας κά­θε φο­ρά έ­ναν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα, που να συν­δια­λέ­γε­ται με το υ­παρ­κτό πρό­σω­πο. Με αυ­τόν τον τρό­πο, η συγ­γρα­φέ­ας δια­τεί­νε­ται πως “φω­τί­ζει” συ­γκε­κρι­μέ­νη κά­θε φο­ρά πτυ­χή του πραγ­μα­τι­κού προ­σώ­που.
Για­τί, ό­μως, α­πο­φά­σι­σε, ει­δι­κά τώ­ρα, να εκ­δώ­σει έ­να βι­βλίο με αυ­τό το θέ­μα; Όπως η ί­δια θέ­λει να το πα­ρου­σιά­ζει, πρό­κει­ται για α­κό­μη έ­να βι­βλίο, που η ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία το ο­φεί­λει εν μέ­ρει στην τρέ­χου­σα κρί­ση. Την ε­πι­θυ­μία της να υ­πο­γραμ­μί­σει την πο­λυ­τι­μό­τη­τα της αυ­τα­πάρ­νη­σης, που φτά­νει στα ό­ρια της αυ­το­θυ­σίας, την συ­σχε­τί­ζει με τον α­το­μι­κι­σμό, που εμ­φα­νί­ζε­ται υ­περ­τρο­φι­κός σε κά­θε δύ­σκο­λη πε­ρίο­δο, έ­να­ντι του φθί­νο­ντος αλ­τρουι­σμού. Η Μπά­τρη δεν το βλέ­πει ως α­να­με­νό­με­νη στά­ση, που υ­πα­γο­ρεύε­ται και α­πό το έν­στι­κτο ε­πι­βίω­σης. Αντι­θέ­τως, πι­στεύει, ό­τι τη λύ­ση στα δύ­σκο­λα δεν τη δί­νει η ε­πι­κέ­ντρω­ση εις ε­αυ­τόν, αλ­λά η υ­πέρ­βα­ση του ε­γώ. Το κα­τά πό­σο τέ­τοιου εί­δους βι­βλία θε­ρα­πεύουν ε­γω­κε­ντρι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές, μέ­νει ζη­τού­με­νο. Το βα­σι­κό εί­ναι πως χαι­ρε­τί­στη­κε α­πό τους πρώ­τους βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές ως α­ξιό­λο­γο, με την πρό­βλε­ψη, μά­λι­στα, ό­τι θα συ­ζη­τη­θεί.
Ας δού­με α­να­λυ­τι­κό­τε­ρα αυ­τές τις ι­στο­ρίες, κα­θώς άλ­λες οι συγ­γρα­φι­κές προ­θέ­σεις και ο συ­χνά ε­ξω­ραϊσμέ­νος τρό­πος πα­ρου­σία­σής τους και άλ­λες οι πραγ­μα­τώ­σεις τους. Κα­τ’ αρ­χήν, με τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό κα­θη­με­ρι­νοί άν­θρω­ποι για ε­κεί­νους που της ε­νέ­πνευ­σαν τις ι­στο­ρίες, δεν εν­νο­εί “αν­θρώ­πους της δι­πλα­νής πόρ­τας”. Εδώ, το κα­θη­με­ρι­νός εί­ναι α­δό­κι­μο, κα­θώς πα­ρα­πέ­μπει σε έ­ναν ο­ποιον­δή­πο­τε ή και μέ­σο κοι­νό χα­ρα­κτή­ρα και ό­χι στις ε­ξαι­ρε­τι­κές πε­ρι­πτώ­σεις χα­ρα­κτή­ρων, ό­πως εί­ναι αυ­τές, που ε­κεί­νη ε­πέ­λε­ξε. Κι αυ­τό, για­τί η “ε­ξαν­τλη­τι­κή έ­ρευ­να”, ό­πως φαί­νε­ται, δεν έ­γι­νε στο κα­θη­με­ρι­νό της πε­ρι­βάλ­λον, αλ­λά στα ε­ξαι­ρε­τι­κά συμ­βά­ντα των ΜΜΕ. Αυ­τό ι­σχύει για τις τέσ­σε­ρις α­πό τις πέ­ντε ι­στο­ρίες, που δια­δρα­μα­τί­ζο­νται ε­κτός Ελλά­δος. Στις δυο α­πό αυ­τές, η α­να­φο­ρά γί­νε­ται σε συ­γκε­κρι­μέ­νο διά­ση­μο υ­παρ­κτό πρό­σω­πο, ε­νώ, στις δυο άλ­λες, πα­ρα­μέ­νει κά­πως αό­ρι­στη. Συ­νά­γε­ται, ω­στό­σο, εμ­μέ­σως, α­πό τα συμ­φρα­ζό­με­να της κά­θε ι­στο­ρίας σε συν­δυα­σμό με την α­ντί­στοι­χη σχε­τι­κή ει­δη­σε­ο­γρα­­φία.
Η συγ­γρα­φέ­ας πι­στεύει πως “η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­ναι πά­ντα πιο εν­δια­φέ­ρου­σα και πρω­τό­τυ­πη α­πό την φα­ντα­σία” αυ­τήν κα­θ’ ε­αυ­τήν. Αυ­τό το ε­πα­λη­θεύουν οι ι­στο­ρίες της, τις ο­ποίες ε­φε­ξής θα α­πο­κα­λού­με διη­γή­μα­τα, ε­φό­σον η ί­δια έ­τσι τις χα­ρα­κτη­ρί­ζει, καί­τοι ε­κτε­νείς, ε­πι­δε­χό­με­νες συ­μπύ­κνω­ση, αλ­λά και μυ­θο­πλα­στι­κό ά­πλω­μα.  Το πρώ­το, λοι­πόν, διή­γη­μα, που, εν μέ­ρει, στη­ρί­ζε­ται σε προ­σω­πι­κές ε­μπει­ρίες, υ­πο­λεί­πε­ται σε εν­δια­φέ­ρον, κυ­ρίως, πά­σχει μορ­φι­κά, δεί­χνο­ντας σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία έλ­λει­ψη α­φη­γη­μα­τι­κής ά­νε­σης. Σε α­ντί­θε­ση με τα άλ­λα τέσ­σε­ρα, που κερ­δί­ζουν τις ε­ντυ­πώ­σεις με την πρω­το­τυ­πία του θέ­μα­τος. Σε αυ­τά, η Μπά­τρη ε­πι­δει­κνύει φα­ντα­σία κα­τά την α­νά­πλα­ση του πρω­το­γε­νούς υ­λι­κού. Τό­ση, μά­λι­στα, που, σε δυο ι­στο­ρίες, υ­περ­βαί­νει τους φραγ­μούς της α­λη­θο­φά­νειας. Όσο για τον α­φη­γη­μα­τι­κό τρό­πο, πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρός. Ενιαία τρι­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση, με δια­δο­χι­κές αλ­λα­γές ο­πτι­κής γω­νίας α­πό το έ­να ή πε­ρισ­σό­τε­ρα υ­παρ­κτά πρό­σω­πα στο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό. Η α­φή­γη­ση χω­ρί­ζε­ται σε μι­κρά τμή­μα­τα, με τίτ­λους στί­χους α­πό τρα­γού­δι ή κά­ποια πα­ρά­με­τρο, που να κα­τα­δει­κνύει την πα­ρέ­λευ­ση του χρό­νου.
Το βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των ι­στο­ριών εί­ναι η  υ­περ­βάλ­λου­σα συ­γκι­νη­σια­κή φόρ­τι­ση. Από μία ά­πο­ψη, οι δρα­μα­τι­κοί τό­νοι εί­ναι α­να­με­νό­με­νοι. Για να α­πο­τε­λέ­σει έ­να γε­γο­νός εί­δη­ση και μά­λι­στα διε­θνούς εμ­βέ­λειας, θα πρέ­πει κα­τά κα­νό­να να εί­ναι τρα­γι­κής υ­φής, η ο­ποία δη­μο­σιο­γρα­φι­κά διο­γκώ­νε­ται προς το τρα­γι­κό­τε­ρο. Αυ­τοί οι υ­ψη­λοί τό­νοι μπο­ρούν να πα­ρα­σύ­ρουν έ­ναν συγ­γρα­φέα, ι­διαί­τε­ρα τον νέο στη συγ­γρα­φι­κή τέ­χνη, προς μία με­λο­δρα­μα­τι­κή α­να­διή­γη­ση. Αν και αυ­τό δεν α­πο­τε­λεί αυ­το­νό­η­τα συγ­γρα­φι­κή α­δυ­να­μία. Μπο­ρεί, συ­νή­θως, να α­πο­δί­δε­ται σε ό,τι α­πο­κα­λεί­ται πα­ρα­λο­γο­τε­χνία, αλ­λά, χά­ρις σε πα­ρό­μοια, τρό­πον τι­νά, μειο­νε­κτή­μα­τα, το βι­βλίο δια­δί­δε­ται “α­πό στό­μα σε στό­μα”, που ση­μαί­νει πως α­ρέ­σει σε έ­να πλα­τύ­τε­ρο, κυ­ρίως γυ­ναι­κείο, κοι­νό. Και οι ι­στο­ρίες της Μπά­τρη, κα­θώς στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό σχέ­σεις ε­ρω­τι­κές ή και οι­κο­γε­νεια­κές, δια­θέ­τουν ε­κεί­νο το εί­δος του πά­θους ή και της α­πελ­πι­σίας, που συ­γκι­νεί.
Το πρώ­το διή­γη­μα εν­σω­μα­τώ­νει την ι­στο­ρία του πα­τέ­ρα της συγ­γρα­φέως και έ­χει ως τίτ­λο τα δι­κά του λό­για, που α­πο­τέ­λε­σαν και τον τίτ­λο του βι­βλίου. Εί­ναι το μό­νο, που το­πο­θε­τεί­ται στην Ελλά­δα. Αν και δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται η πό­λη, θα μπο­ρού­σε να συμ­βαί­νει στην Αθή­να και τα πε­ρί­χω­ρά της, ε­νώ η πα­ρά­πλευ­ρη ι­στο­ρία του πα­τέ­ρα της γυ­ναί­κας που α­πο­τε­λεί τον κε­ντρι­κό χα­ρα­κτή­ρα του διη­γή­μα­τος, δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στην Μα­κρό­νη­σο. Όπως και στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Δη­μή­τρη Φύσ­σα, πρό­κει­ται για εκ­δρο­μή στο νη­σί. Όχι, ό­μως, ό­πως σε ε­κεί­νο, για ε­πί­σκε­ψη στον ι­στο­ρι­κό τό­πο, αλ­λά για κυ­νή­γι. Κα­μιά “δε­κα­ριά ά­το­μα” πη­γαί­νουν εκ­δρο­μή με καΐκι, “ό­λοι νέ­οι, νιό­πα­ντροι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι με μω­ρά παι­διά”. Ανέ­κα­θεν γε­μά­το ο­χιές το νη­σί, τσί­μπη­σαν έ­ναν, την ί­δια ώ­ρα που ση­κώ­θη­κε αέ­ρας. Μπρο­στά στο “μπου­ρί­νι”, ο κα­πε­τά­νιος και ό­λη η ο­μά­δα των εκ­δρο­μέων σταύ­ρω­σαν τα χέ­ρια. Μό­νο ο πα­τέ­ρας, με την α­πει­λή του ό­πλου, έ­δω­σε το σύν­θη­μα, “Ή ό­λοι ή κα­νείς”. Έτσι, γύ­ρι­σαν χω­ρίς α­βα­ρίες, σώ­ζο­ντας και τον φι­δια­σμέ­νο φί­λο τους.
Την ι­στο­ρία την διη­γεί­ται δυο και πλέ­ον δε­κα­ε­τίες αρ­γό­τε­ρα, έ­νας φί­λος του πα­τέ­ρα της γυ­ναί­κας. Εκεί­νη την α­να­κα­λεί σε μία δύ­σκο­λη ώ­ρα. Βρί­σκε­ται στο μαιευ­τή­ριο, έ­χο­ντας γεν­νή­σει έ­να νε­κρό βρέ­φος. Η πε­ρι­γρα­φή της πε­ρι­βάλ­λου­σας χαρ­μό­συ­νης α­τμό­σφαι­ρας έ­να­ντι της δι­κής της θλί­ψης, καί­τοι σχοινοτενής, δεν ε­πι­τυγ­χά­νει να εν­σω­μα­τώ­σει την πα­τρι­κή πε­ρι­πέ­τεια σε μία συ­νειρ­μι­κή δια­δο­χή. Την α­πο­δυ­να­μώ­νει, μά­λι­στα, κα­θώς την ε­ναλ­λάσ­σει με μία πα­λαιό­τε­ρη ι­στο­ρία που συ­νέ­βη στην ί­δια. Τό­τε, α­πό δι­κή της α­μέ­λεια, ο σκύ­λος της εί­χε βρει τρα­γι­κό θά­να­το. Ο τρό­πος που πα­ρα­τί­θε­νται α­να­μνή­σεις και ε­νο­χές, πη­δώ­ντας α­πό τη μία ι­στο­ρία στην άλ­λη, δεί­χνει μη­χα­νι­στι­κός, μό­νο και μό­νο για να φα­νεί η ε­γωι­στι­κή νοο­τρο­πία της γυ­ναί­κας. Όσο για την ε­ξο­μοίω­ση της α­γά­πης προς τον σκύ­λο και το βρέ­φος, έ­χει την ζέ­ση των ση­με­ρι­νών φι­λό­ζωων, σε α­κραία έκ­φαν­ση. Όπως και να έ­χει, το διή­γη­μα δεν κα­τορ­θώ­νει να α­πο­τυ­πώ­σει τη γυ­ναι­κεία ψυ­χο­λο­γία. Πώς εί­ναι δυ­να­τό, πριν με­ρι­κές ώ­ρες να έ­χει χά­σει το βρέ­φος, που κυο­φό­ρη­σε ε­πί εν­νέα μή­νες, και μό­νο με την α­νά­μνη­ση της θαρ­ρα­λέ­ας στά­σης του πα­τέ­ρα της, να αρ­χί­σει να ντύ­νε­ται και να βά­φε­ται, έ­τοι­μη να α­να­χω­ρή­σει α­πό την κλι­νι­κή με τον σύ­ντρο­φό της, που ο­σο­νού­πω θα ερ­χό­ταν να την πά­ρει. Όπου, υ­πο­τί­θε­ται ό­τι ε­κεί­νος, ως πα­τέ­ρας του νε­κρού βρέ­φους, πα­ρέ­μει­νε πα­ντε­λώς α­μέ­το­χος. Ως προς αυ­τό το τε­λευ­ταίο, μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για ε­ντύ­πω­ση, που δη­μιουρ­γεί­ται α­πό τη συγ­γρα­φέα η­θε­λη­μέ­να  ή α­πό α­φη­γη­μα­τι­κή α­δε­ξιό­τη­τα.
Στη σει­ρά πα­ρά­τα­ξης των διη­γη­μά­των στο βι­βλίο, το ε­πό­με­νο διή­γη­μα δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στα βου­νά της Βό­ρειας Αλβα­νίας. Η υ­πό­θε­ση πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό το έ­θι­μο της σό­τας, ά­με­σα συ­σχε­τι­σμέ­νο με το νό­μο του αί­μα­τος. Δη­λα­δή τη βε­ντέ­τα, που α­πα­ντά­ται και στην Κρή­τη και η ο­ποία ο­ρί­ζει, στην πε­ρί­πτω­ση φό­νου ή προ­σβο­λής της τι­μής, η θιγ­μέ­νη οι­κο­γέ­νεια να παίρ­νει εκ­δί­κη­ση. Ρη­τά α­πα­γο­ρεύε­ται η ε­μπλο­κή των γυ­ναι­κών. Στην Αλβα­νία, ω­στό­σο, ελ­λεί­ψει αρ­σε­νι­κών, μια κό­ρη ή α­δελ­φή, που θέ­λει να εκ­δι­κη­θεί, μπο­ρεί να γί­νει σό­τα.  Στα αλ­βα­νι­κά, η λέ­ξη ση­μαί­νει το ψεύ­τι­κο. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ε­κεί­νη κό­βει τα μαλ­λιά της, ντύ­νε­ται αν­δρι­κά και το βα­σι­κό­τε­ρο, ορ­κί­ζε­ται πως δεν θα την αγ­γί­ξει αρ­σε­νι­κό χέ­ρι.
Στην ι­στο­ρία της Μπά­τρη, η με­γα­λύ­τε­ρη α­πό πέ­ντε α­δελ­φές, ό­ταν σκο­τώ­νουν τον πα­τέ­ρα τους για κτη­μα­τι­κή δια­φο­ρά, γί­νε­ται σό­τα και α­να­λαμ­βά­νει ε­πι­κε­φα­λής της οι­κο­γέ­νειας. Υπερ­βαί­νει, ό­μως, το ρό­λο της, φθά­νο­ντας να σκο­τώ­σει τον ά­ντρα που ε­ρω­τεύ­τη­κε και μά­λι­στα, ε­πί τό­που, με­τά τη συ­νεύ­ρε­σή τους. Πρά­ξη που α­πα­ντά­ται μό­νο στο βα­σί­λειο των με­λισ­σών. Ωστό­σο, η δρα­μα­τι­κή ό­σο και γλα­φυ­ρή α­φή­γη­ση το προ­βάλ­λει ως πρά­ξη αυ­τα­πάρ­νη­σης για τις α­δελ­φές της. Η ι­στο­ρία πα­ρου­σιά­ζε­ται α­να­δρο­μι­κά, ό­ταν γε­ρό­ντισ­σα πλέ­ον η σό­τα, α­να­ζη­τά σε πα­λαιό σε­ντού­κι το τε­λευ­ταίο φου­στά­νι, έ­να βυσ­σι­νί, που εί­χε φο­ρέ­σει. Έτσι, ό­μως, α­ντι­πα­ρα­τί­θε­ται μία συ­μπε­ρι­φο­ρά πρω­τό­γνω­ρης α­γριό­τη­τας, που θυ­μί­ζει μαι­νά­δα, σε έ­ναν υ­περ­χει­λί­ζο­ντα συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό, δη­μιουρ­γώ­ντας σύγ­χυ­ση στην ό­ποια α­πό­πει­ρα ψυ­χο­γρά­φη­σης της γυ­ναί­κας. Σε α­ντί­θε­ση με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, που ει­κά­ζου­με πως ε­νέ­πνευ­σε την ι­στο­ρία, ό­που μία θαρ­ρα­λέα σό­τα, που έ­μει­νε γνω­στή ως “η Σό­τα της Τρο­πό­γιας”, θέ­ρι­σε με κα­λάσ­νι­κοφ ε­κεί­νους που εί­χαν σκο­τώ­σει τα α­δέλ­φιά της. Η πρά­ξη της α­πο­τέ­λε­σε εί­δη­ση, για­τί α­φο­ρού­σε βε­ντέ­τα δυο οι­κο­γε­νειών στη γε­νέ­τει­ρα του Σα­λί Μπε­ρί­σα και ε­κεί­νος ή­ταν που την εί­χε ξε­κι­νή­σει πριν κο­ντά εί­κο­σι χρό­νια. Άλλη ι­στο­ρία σό­τας, που να α­πα­σχό­λη­σε ευ­ρύ­τε­ρα τον Τύ­πο, δεν α­να­κα­λού­με.
Ακό­μη πιο βάρ­βα­ρη δεί­χνει η τέ­ταρ­τη ι­στο­ρία, πά­λι με α­δελ­φές, αυ­τή τη φο­ρά, τέσ­σε­ρις Πα­κι­στα­νές. Οι τρεις αυ­το­κτο­νούν για να μπο­ρέ­σει η νεό­τε­ρη, που εί­ναι α­κό­μη σε η­λι­κία γά­μου, να πά­ρει τη λι­γο­στή προί­κα, που έ­χει ε­ξοι­κο­νο­μή­σει ο πα­τέ­ρας τους, και να πα­ντρευ­τεί. Πρά­ξη αυ­το­θυ­σίας, που έρ­χε­ται σε πλή­ρη α­ντί­θε­ση με  τον λι­θο­βο­λι­σμό της δε­κα­ε­ξά­χρο­νης α­νι­ψιάς τους, για­τί α­ντα­πο­κρί­θη­κε στο χα­μό­γε­λο ε­νός ά­ντρα, στον ο­ποίο και πρω­το­στά­τη­σαν. Το πι­θα­νό­τε­ρο, η συγ­γρα­φέ­ας ε­μπνεύ­στη­κε την ι­στο­ρία α­πό τον σχε­τι­κά πρό­σφα­το λι­θο­βο­λι­σμό στην Λα­χό­ρη ε­γκύου α­πό τους συγ­γε­νείς της, που ως εί­δη­ση έ­κα­νε το γύ­ρο του κό­σμου. Ακό­μη, ό­μως, και σε αυ­τές τις κοι­νω­νίες, πα­ρό­μοιες πρω­τό­γο­νες ε­νέρ­γειες τις α­να­λαμ­βά­νουν α­πο­κλει­στι­κά άν­δρες.
Μέ­νουν δυο ι­στο­ρίες, στις ο­ποίες προσ­διο­ρί­ζε­ται ε­πα­κρι­βώς το έ­ναυ­σμα. Πρω­τα­γω­νι­στούν άν­δρες και η α­νά­πλα­σή τους, ε­κτός α­πό την προ­σθή­κη ε­νός μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού προ­σώ­που, ε­κτε­νής, μέ­νει πι­στή ή έ­στω, πα­ρά τις ευ­φά­ντα­στες μυ­θο­πλα­στι­κές προ­σθή­κες, κο­ντά στα συμ­βά­ντα. Η πρώ­τη στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό το αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα στη λί­μνη Ερε­βάν της Αρμε­νίας, που έ­βα­λε ο­ρι­στι­κό τέ­λος στην κα­ριέ­ρα “του πα­γκό­σμιου πρω­τα­θλη­τή κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη στην ε­λεύ­θε­ρη κα­τά­δυ­ση”, Σα­βά­ρς Κα­ρα­πε­τιάν. Στις 16 Σεπ. 1976, έ­να λεω­φο­ρείο με 92 ε­πι­βά­τες βυ­θί­στη­κε στα πα­γω­μέ­να νε­ρά της λί­μνης, ο δύ­της α­πε­γκλώ­βι­σε πε­ρί τους 30, 20 λέ­γε­ται πως ε­πι­βίω­σαν. Ο ί­διος έ­μει­νε α­νά­πη­ρος.
Η δεύ­τε­ρη στη­ρί­ζε­ται στη θαρ­ρα­λέα στά­ση του Πλοιάρ­χου Χα­νς Λάν­γκσ­ντορφ, κυ­βερ­νή­τη “του θω­ρη­κτού τσέ­πης Γκραφ Σπέε”, στη ναυ­μα­χία, που έ­γι­νε στα α­νοι­χτά, έ­ξω α­πό το λι­μά­νι του Μο­ντε­βι­δέο, τον Δεκ. του 1939. Εκεί­νος, α­φού α­πε­λευ­θέ­ρω­σε τους αιχ­μα­λώ­τους και ε­ξα­σφά­λι­σε την τύ­χη του πλη­ρώ­μα­τος, βύ­θι­σε το πλοίο του και αυ­το­κτό­νη­σε. Ο διε­θνής Τύ­πος τον α­πο­κά­λε­σε “Πρί­γκι­πα της Τι­μής” και έ­τσι κα­τα­γρά­φη­κε στην Ιστο­ρία του Β΄ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου. Δε­καέ­ξι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, η πε­ρι­πέ­τειά του έ­γι­νε ται­νία. Η Μπά­τρη πλέ­κει μία ε­ξό­χως συ­γκι­νη­τι­κή εκ­δο­χή, το­νί­ζο­ντας την ο­λι­γο­ψυ­χία του Πλοιάρ­χου μπρο­στά στην αυ­το­κτο­νία, που α­παι­τεί ο κώ­δι­κας τι­μής. Έτσι κα­θι­στά πιο αν­θρώ­πι­νο τον ά­τε­γκτο Γερ­μα­νό στρα­τιω­τι­κό. 
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, στις ι­στο­ρίες της Μπά­τρη υ­πάρ­χει το στοι­χείο του ε­ξαι­ρε­τι­κού, στα μά­τια ό­μως ε­νός Δυ­τι­κού με τη ση­με­ρι­νή νοο­τρο­πία. Χά­ρις σ’ αυ­τό κερ­δί­ζουν το εν­δια­φέ­ρον.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/6/2015.

Φωτογραφία: Ένας α­πό τους ή­ρωες της Μπά­τρη, ο Αρμέ­νιος πα­γκό­σμιος πρω­τα­θλη­τής κο­λύμ­βη­σης Σα­βά­ρς Κα­ρα­πε­τιάν.

Λε­ξι­κο­γρά­φος Κα­βά­φης

Κ. Π. Κα­βά­φη
«Το Λε­ξι­κό πα­ρα­θε­μά­των»
Φιλ. Επιμ. Μι­χά­λης Πιε­ρής
Εκδ. Ίκα­ρος, Φεβ. 2015

Η α­ναγ­γε­λία της ύ­παρ­ξης «Λε­ξι­κού πα­ρα­θε­μά­των» Κα­βά­φη έ­γι­νε α­πό τον Γ. Π. Σαβ­βί­δη στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Νέα Εστία» για την 100ε­τη­ρί­δα α­πό τη γέν­νη­ση του ποιη­τή, στο τεύ­χος της 1ης Νοε. 1963, πλη­ρο­φο­ρεί ο Μι­χά­λης Πιε­ρής, εκ­κι­νώ­ντας την ει­σα­γω­γή του. Ακρι­βέ­στε­ρα, η α­ναγ­γε­λία το­πο­θε­τεί­ται στο ε­πε­τεια­κό 1963, αλ­λά λί­γους μή­νες νω­ρί­τε­ρα. Ο Σαβ­βί­δης την ε­νέ­θε­σε σε υ­πο­ση­μείω­ση ει­σα­γω­γι­κού ση­μειώ­μα­τος στο Γλωσ­σά­ρι για τον «Δω­δε­κά­λο­γο του Γύ­φτου», το ε­νταγ­μέ­νο στον τρί­το τό­μο Απά­ντων Κω­στή Πα­λα­μά, που μό­λις εί­χε κα­ταρ­τί­σει. Εκεί, δεν κά­νει α­πλή μνεία ύ­παρ­ξης του Λε­ξι­κού, αλ­λά προ­βαί­νει σε μία ε­ξαγ­γε­λία, που δεί­χνει ό­λο τον εν­θου­σια­σμό που τό­τε τον δια­κα­τεί­χε. Κα­θώς το Γλωσ­σά­ρι ή­ταν η πρώ­τη του γλωσ­σι­κή με­λέ­τη, σχο­λιά­ζει: “Δεν λο­γα­ριά­ζω ως με­λέ­τη τις «γλώσ­σες» που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στα σχό­λια της λαϊκής έκ­δο­σης του Κα­βά­φη την ο­ποία ε­πι­με­λή­θη­κα για τον «Ίκα­ρο». Ετοι­μά­ζω, ό­μως, την δη­μο­σίευ­ση του α­νέκ­δο­του κα­βα­φι­κού «Λε­ξι­κού», συν­δυα­σμέ­νη με ευ­ρε­τή­ριο λέ­ξεων των ποιη­μά­των του.”
Με την φι­λο­λο­γι­κή α­να­φο­ρά σε «γλώσ­σες», πα­ρα­πέ­μπει στις λε­κτι­κές ι­διο­μορ­φίες του Κα­βά­φη, για τις ο­ποίες πα­ρα­θέ­τει ερ­μή­νευ­μα στις ση­μειώ­σεις της “πρώ­της τυ­πο­ποιη­μέ­νης έκ­δο­σης”, που κυ­κλο­φό­ρη­σε ε­πε­τεια­κά, Ιούν. 1963. Συ­μπτω­μα­τι­κά, την ί­δια η­με­ρο­μη­νία έ­χει και το α­νά­τυ­πο α­πό το Γλωσ­σά­ρι του Πα­λα­μά, που φέ­ρει τον με­τριο­πα­θή χα­ρα­κτη­ρι­σμό “σχε­δία­σμα”. Λί­γο νω­ρί­τε­ρα, ε­ντός του ί­διου έ­τους, ε­πε­τεια­κό και για τον Πα­λα­μά, θα πρέ­πει να κυ­κλο­φό­ρη­σε ο εν λό­γω τρί­τος τό­μος των Απά­ντων του. Στο α­φιέ­ρω­μα Κα­βά­φη της «Νέ­ας Εστίας», το κεί­με­νο του Σαβ­βί­δη φέ­ρει τον τίτ­λο «Το Αρχείο Κ. Π. Κα­βά­φη», συ­νο­δευ­μέ­νος με τον με­τρια­στι­κό υ­πό­τιτ­λο, “Μια πρώ­τη ε­νη­με­ρω­τι­κή έκ­θε­ση”. Ο Σαβ­βί­δης πα­ρα­μέ­νει μεν με­τρη­μέ­νος στους χα­ρα­κτη­ρι­σμούς των πο­νη­μά­των του, ό­μως, α­νυ­πο­μο­νεί να δια­λα­λή­σει το “εά­λω η Πό­λις”. Δεν εί­ναι και μι­κρός ά­θλος, μία δε­κα­ε­τής πο­λιορ­κία. Από το 1953, που γνω­ρί­ζει “τον κλη­ρο­νό­μο του Ποιη­τή”, Αλέ­κο Σε­γκό­που­λο, διεκ­δι­κεί, με το πεί­σμα ε­ρω­τευ­μέ­νου που ζη­τά την χεί­ρα της κα­λής του, την α­νά­θε­ση του Αρχείου Κα­βά­φη, δια­γκω­νι­ζό­με­νος με πεί­σμα έ­τε­ρους μνη­στή­ρες. Ιαν. 1963, παίρ­νει ε­πι­σή­μως το δι­καίω­μα “με­λέ­της και έκ­δο­σης του κυ­ρίως Αρχείου”. Το μι­κρο­φω­το­γρα­φεί ο­λό­κλη­ρο για μή­νες και 28 Απρ. 1963, σπεύ­δει να προ­α­ναγ­γείλει α­πό «Το Βή­μα» την προ­σε­χή “έκ­θε­ση της ε­ξε­ρεύ­νη­σής του”. Αυ­τό α­νω­νύ­μως, σε σύ­ντο­μο πρό­λο­γο, στο άρ­θρο, «Ο Κα­βά­φης, ευ­ρω­παίος και ση­με­ρι­νός», του Κ. Θ. Δη­μα­ρά.
Σε ε­κεί­νη την αρ­χι­κή πε­ρι­γρα­φή του Αρχείου σχο­λιά­ζει α­να­λυ­τι­κά, σε 14 ε­νό­τη­τες, τα “χει­ρό­γρα­φα” του Κα­βά­φη. Στην 9η ε­νό­τη­τα, γρά­φει: “Γλωσ­σι­κές ση­μειώ­σεις – ξε­χω­ρι­στά πρέ­πει να α­να­φερ­θεί το Λε­ξι­κό του Κα­βά­φη, μια χρη­στι­κή συλ­λο­γή α­συ­νή­θι­στων λέ­ξεων ή νε­ο­λο­γι­σμών συ­νο­δευ­μέ­νων α­πό α­πο­κόμ­μα­τα ε­ντύ­πων ή α­ντί­γρα­φα πε­ρι­κο­πών ό­που α­πα­ντούν, με έ­να σχε­δία­σμα κα­τα­το­πι­στι­κής ει­σα­γω­γής.” Πα­ρά τις με­γά­λες προσ­δο­κίες, που εί­χαν γεν­νή­σει αυ­τές οι πρώ­τες μνείες του Λε­ξι­κού, αυ­τό δεν δη­μο­σιεύ­τη­κε, ού­τε καν α­να­φέρ­θη­κε, μέ­χρι το ε­πό­με­νο με­γά­λο ε­πε­τεια­κό έ­τος Κα­βά­φη, το 1983, ό­που συ­μπλη­ρώ­θη­κε 50ε­τη­ρί­δα α­πό τον θά­να­τό του. Τό­τε ε­πα­νήλ­θε με μία “πρό­δρο­μη α­να­κοί­νω­ση”, ό­πως την χα­ρα­κτή­ρι­ζε και την ο­ποία τιτ­λο­φο­ρού­σε, «Ένα Λε­ξι­κό του Κα­βά­φη». Σε αυ­τήν, πα­ρου­σία­σε το “σχε­δία­σμα ει­σα­γω­γής”, που εί­χε ε­τοι­μά­σει ο Κα­βά­φης, δί­νο­ντας υ­πό μορ­φή κα­τα­λό­γου, χω­ρίς τα πα­ρα­θέ­μα­τα, τις 529 λέ­ξεις που το α­πο­τε­λούν.
Κι ό­μως, ε­ντός της εν­διά­με­σης ει­κο­σα­ε­τίας, το Αρχείο δεν εί­χε μεί­νει α­νε­νερ­γό. Εκτός α­πό την τα­κτο­ποίη­σή του, ση­μα­ντι­κές ε­νό­τη­τες α­πό τα α­νέκ­δο­τα χει­ρό­γρα­φα εί­χαν δη­μο­σιο­ποιη­θεί. Το Λε­ξι­κό, ω­στό­σο, φαί­νε­ται να μην πή­ρε σει­ρά προ­τε­ραιό­τη­τας. Από τους πρώ­τους με­τα­πο­λι­τευ­τι­κούς συ­νερ­γά­τες του Σαβ­βί­δη, ο Πιε­ρής, με ι­διαί­τε­ρο το­μέα δρα­στη­ριό­τη­τας, το “νοι­κο­κύ­ρε­μα” του Αρ­χείου, έ­κα­νε “μια πρώ­τη με­τα­γρα­φή των λημ­μά­των και των πα­ρα­θε­μά­των την πε­ρίο­δο 1980-1983”.  Από τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα, μία 30κο­ντα­ε­τία, ο Κα­βά­φης α­πο­τε­λεί για αυ­τόν έ­να α­πό τα θέ­μα­τα έ­ρευ­νας. Δί­πλα σε Σε­φέ­ρη και Κώ­στα Μό­ντη, ο Αλε­ξαν­δρι­νός έ­χει μάλ­λον το με­γα­λύ­τε­ρο “μερ­τι­κό­ν”. Με­τρού­με 45 δη­μο­σιεύ­μα­τα ευ­ρέως φά­σμα­τος, μία συ­να­γω­γή με­λε­τη­μά­των, τη φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια των «Πε­ζών» Κα­βά­φη, κα­θώς και δυο συλ­λο­γι­κών τό­μων. Με αυ­τά ως δε­δο­μέ­να, η έκ­δο­ση του Λε­ξι­κού άρ­γη­σε, που ση­μαί­νει πως αυ­τό, ού­τε για τον Πιε­ρή, εί­χε σει­ρά προ­τε­ραιό­τη­τας.
Εύ­λο­γα γεν­νιέ­ται το διτ­τό ε­ρώ­τη­μα: Μή­πως, τε­λι­κά, το Λε­ξι­κό δεν πα­ρου­σία­ζε το εν­δια­φέ­ρον, που αρ­χι­κά του α­πο­δό­θη­κε; Ή, κα­θό­σον α­νο­λο­κλή­ρω­το, η πα­ρου­σία­σή του α­πο­τε­λού­σε δύ­σκο­λο εγ­χεί­ρη­μα; Στην ει­σα­γω­γή του ο Πιε­ρής, “για τη σχέ­ση του πε­ριε­χο­μέ­νου του Λε­ξι­κού με την ποίη­ση του Κα­βά­φη”, α­να­φέ­ρει ως πα­ρα­δειγ­μα­τι­κές πε­ρι­πτώ­σεις δέ­κα λέ­ξεις, που εν­σω­μα­τώ­θη­καν σε δώ­δε­κα ποιή­μα­τα του κα­νό­να. Δεν γί­νε­ται, ό­μως, σα­φές, αν αυ­τές προέ­κυ­ψαν με­τά α­πό σύ­γκρι­ση με τον «Πί­να­κα λέ­ξεων των 154 ποιη­μά­των», που έ­χει κα­ταρ­τί­σει ο Ξ. Α. Κο­κό­λης, η ο­ποία να α­πέ­δω­σε μό­νο αυ­τήν την πε­ριο­ρι­σμέ­νη σο­δειά (10 ε­πί συ­νό­λου 3.343 λέ­ξεων). Πα­ρό­μοιοι πί­να­κες, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, δεν υ­πάρ­χουν για το υ­πό­λοι­πο ποιη­τι­κό σώ­μα του Κα­βά­φη. Οπό­τε μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο ο Κα­βά­φης κα­τέ­φυ­γε “στις λε­ξι­κο­γρα­φι­κές του προ­σθή­κες”. Με άλ­λα λό­για, πό­σο χρή­σι­μη του φά­νη­κε αυ­τή “η μι­κρή συλ­λο­γή λέ­ξεω­ν”. Αν και ο προσ­διο­ρι­σμός της χρή­σης του Λε­ξι­κού α­πό τον Κα­βά­φη εί­ναι μάλ­λον μία πο­λύ στε­νή θεώ­ρη­ση της α­ξίας του. Όπως και ο πε­ριο­ρι­σμός του ως βοή­θη­μα στο λε­ξι­κο­γρα­φι­κό ερ­γα­στή­ρι του ποιη­τή.
Για τα βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του Λε­ξι­κού, δη­λα­δή το πώς ο Κα­βά­φης ξε­κί­νη­σε, το πό­τε και για πό­σο λει­τούρ­γη­σε ως ε­ρα­σι­τέ­χνης λε­ξι­κο­γρά­φος, ο Πιε­ρής υιο­θε­τεί τις ει­κα­σίες του Σαβ­βί­δη, κα­θώς φαί­νε­ται ό­τι α­πο­δεί­χθη­καν α­κρι­βείς και με­τά τον δι­κό του, εν­δε­λε­χή έ­λεγ­χο. Ας μην πα­ρα­βλέ­που­με, ω­στό­σο, πως το “σχε­δία­σμα ει­σα­γω­γής” του Κα­βά­φη εί­ναι  α­προσ­δό­κη­τα κρυ­πτι­κό. Εκεί γρά­φει: “Η αρ­χή αυ­τής της μι­κρής συλ­λο­γής λέ­ξεων ή­το η ε­πι­θυ­μία να συ­μπλη­ρώ­σω έ­να Λε­ξι­κόν το ο­ποίον με­τα­χει­ρι­ζό­μουν πο­λύ και το ο­ποίον μ’ ε­στά­θη πο­λύ χρή­σι­μον. Ο δια­πρε­πής λό­γιος ο ο­ποίος το εί­χε συν­θέ­σει πε­ριέ­λα­βε στο έρ­γον του πολ­λές λέ­ξεις της δη­μο­τι­κής...” Απο­ρία, ό­χι μό­νο φι­λο­λο­γι­κή, προ­κα­λεί η α­πό­κρυ­ψη ο­νό­μα­τος λε­ξι­κο­γρά­φου  και λε­ξι­κού. Ο Σαβ­βί­δης προ­κρί­νει το «Λε­ξι­κόν της Ελλη­νι­κής Γλώσ­σης» του Σκαρ­λά­του Βυ­ζά­ντιου έ­να­ντι των άλ­λων Λε­ξι­κών του και έ­να­ντι ε­κεί­νων έ­τε­ρων ξέ­νων λο­γίων. “Ο Κα­βά­φης έ­κα­νε συ­στη­μα­τι­κή χρή­ση λε­ξι­κώ­ν”, ό­πως το­νί­ζει ο Πιε­ρής. Στην κα­τάρ­τι­ση του Λε­ξι­κού του, κα­τα­φεύ­γει σε τρία Ελλη­νο­γαλ­λι­κά λε­ξι­κά (Άγγ. Βλά­χου, Νικ. Κο­ντό­που­λου, Felix-Desire Deheque) και το  Glossarium του Du Cange, ε­νώ α­να­φέ­ρει εν πα­ρό­δω άλ­λα ο­κτώ και δυο του­λά­χι­στον α­κό­μη τα έ­χει κα­τά νου, το Ουέ­μπστερ και των Λί­ντε­λ-Σκότ. Δεν πα­ρα­πέ­μπει, ω­στό­σο, στα τέσ­σε­ρα Λε­ξι­κά του Βυ­ζά­ντιου: Ελλη­νο­γαλ­λι­κό, Γαλ­λο­ελ­λη­νι­κό, «Λε­ξι­κόν της κα­θ’ η­μάς ελ­λη­νι­κής δια­λέ­κτου», «Λε­ξι­κόν της Ελλη­νι­κής Γλώσ­σης».
Ως “πρό­τυ­πο” για την συ­μπε­ρί­λη­ψη πα­ρα­θε­μά­των στο λήμ­μα κά­θε λέ­ξης, πέ­ραν του ερ­μη­νεύ­μα­τος, ο Πιε­ρής α­πο­κλί­νει προς το Glossarium του Du Cange. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, προς σύν­δε­ση με τις ελ­λη­νι­κές ε­γκυ­κλο­παί­δειες, θα ή­ταν χρή­σι­μη η α­να­φο­ρά του ε­ξελ­λη­νι­σμέ­νου ο­νό­μα­τος του λε­ξι­κο­γρά­φου Κα­ρό­λου Ντυ Φρεσν, η­γε­μό­να του Κανζ. Πρό­κει­ται για τον Δου­κάγ­γιο, που θεω­ρεί­ται “πα­τήρ των εν τη Δύ­σει βυ­ζα­ντι­νών σπου­δώ­ν”. Το Glossarium εί­ναι έκ­δο­ση του 1688, δέ­κα χρό­νια με­τά α­ντί­στοι­χου λα­τι­νι­κού. Πι­στεύου­με ό­τι προ­κα­λεί σύγ­χυ­ση η α­να­φο­ρά του, στον βι­βλιο­γρα­φι­κό κα­τά­λο­γο, ως Domino Du Cange-Carolo Du Fresne, με πα­ρα­πο­μπή στην έκ­δο­ση, “Vratislaviae 1891”. Η εύ­ρε­ση, πά­ντως, στη βι­βλιο­θή­κη του Κα­βά­φη μίας τό­σο ό­ψι­μης έκ­δο­σής του μάλ­λον α­πο­δυ­να­μώ­νει την υ­πο­ψη­φιό­τη­τά του ως “πρό­τυ­πο”.
Ίσως, ο Κα­βά­φης την ι­δέα ε­νός Λε­ξι­κού με­τά πα­ρα­θε­μά­των να την παίρ­νει α­πό το «Λε­ξι­κόν της κα­θ’ η­μάς ελ­λη­νι­κής δια­λέ­κτου» του Βυ­ζά­ντιου, του ο­ποίου η τρί­τη έκ­δο­ση, του 1874, ή­ταν κο­ντι­νή της πα­ρα­μο­νής του στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Στην οι­κία Φω­τιά­δη, ό­που φι­λο­ξε­νή­θη­κε, θα εί­χε την ευ­και­ρία να ε­ντρυ­φή­σει σε ό­λα τα Λε­ξι­κά Βυ­ζά­ντιου, μέ­χρι στην τρί­το­μη με­λέ­τη του, «Η Κων­στα­ντι­νού­πο­λις». Αυ­τός εί­ναι έ­νας ε­πι­πλέ­ον λό­γος, που προ­κα­λεί έκ­πλη­ξη η α­πο­σιώ­πη­ση της λε­ξι­κο­γρα­φι­κής ερ­γα­σίας ε­νός τό­σο ευ­κλε­ούς προ­γό­νου. Λο­γι­κό­τε­ρο θα μας φαι­νό­ταν τα “χαρ­τά­κια”, με τις “έ­μορ­φες λέ­ξεις” και “τη φρά­ση α­νά­με­σα που βρί­σκε­ται” κα­θε­μιά λέ­ξη, να τα έ­βα­ζε και στα τρία Λε­ξι­κά του Βυ­ζά­ντιου, που θα πρέ­πει να εί­χε σε συ­νε­χή χρή­ση. Χρή­ση, μέ­χρι και α­νά­γνω­ση, α­φού ο Κα­βά­φης συμ­βου­λευό­ταν άλ­λα και ξε­ψά­χνι­ζε λε­ξι­κά ως συλ­λέ­κτης σπά­νιων λέ­ξεων. Ει­δάλ­λως, πώς ε­ξη­γεί­ται ε­κεί­νο το φύλ­λο α­να­φο­ράς με τις 52 λέ­ξεις τις α­ντι­γραμ­μέ­νες α­πό το Ελλη­νο­γαλ­λι­κό Λε­ξι­κό του Deheque. Ή, α­κό­μη, οι 11 λέ­ξεις, οι ση­μειω­μέ­νες στα πε­ρι­θώ­ρια σε­λί­δων του Ελλη­νο­γαλ­λι­κού του Βλά­χου και με­ρι­κές άλ­λες σκόρ­πια κα­τα­γε­γραμ­μέ­νες, που ε­ντό­πι­σε ο Πιε­ρής, ε­μπλου­τί­ζο­ντας τα λήμ­μα­τα του Λε­ξι­κού α­πό 529 σε 561.
Για το πό­τε ο Κα­βά­φης ξε­κί­νη­σε τη συλ­λο­γή λέ­ξεων, προ­τεί­νε­ται ο Αύ­γου­στος του 1891, ό­ταν α­πο­δί­δει στα ελ­λη­νι­κά το μπων­τλαι­ρι­κό σο­νέ­το «Αντι­μι­λή­μα­τα», α­πό τα «Άνθη του κα­κού», συν­θέ­το­ντας το τε­λι­κά “α­πο­κη­ρυγ­μέ­νο”, «Αλλη­λου­χία κα­τά Βω­δε­λαί­ρον». Εκεί, για τη με­τά­φρα­ση της λέ­ξης ambre, κα­τα­φεύ­γει, σύμ­φω­να με τα πα­ρα­θέ­μα­τα, στα βι­βλία α­να­φο­ράς της Βι­βλιο­θή­κης του και ε­πι­λέ­γει το άμ­βα­ρις, που εί­ναι μία α­πό τις θη­σαυ­ρι­σμέ­νες λέ­ξεις. Δεν υ­πάρ­χει πα­ρά­θε­μα α­πό το ελ­λη­νι­κής δια­λέ­κτου Λε­ξι­κό του Βυ­ζά­ντιου, που κα­τα­γρά­φει τα άμ­βα­ρις, ά­μπα­ρη και ά­μπα­ρι. Πι­θα­νώς, πράγ­μα­τι, το άμ­βα­ρις να α­ντι­στοι­χεί σε έ­να α­πό τα πρώ­τα “χαρ­τά­κια”. Γε­νι­κό­τε­ρα, οι λέ­ξεις-λήμ­μα­τα θα μπο­ρού­σαν να χω­ρι­στούν ως προς τη χρο­νο­λό­γη­σή τους σε δυο κα­τη­γο­ρίες. Μία πρώ­τη ο­μά­δα με τα λήμ­μα­τα, ό­που ό­λα τα πα­ρα­θέ­μα­τα αν­τλού­νται α­πό βι­βλία α­να­φο­ράς ή εκ­δό­σεις πριν το 1891, μη βο­η­θώ­ντας στη χρο­νο­λό­γη­σή τους. Και μία δεύ­τε­ρη, με πα­ρα­θέ­μα­τα α­πό με­τα­γε­νέ­στε­ρες πη­γές, ό­που η πιο ό­ψι­μη χρο­νο­λο­γία μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί ως έ­να terminus post quem, το­πο­θε­τώ­ντας την κα­τάρ­τι­ση του λήμ­μα­τος, με τη συρ­ρα­φή πα­ρα­θε­μά­των, με­τά αυ­τήν την η­με­ρο­μη­νία. Στην πε­ρί­πτω­ση, μά­λι­στα, ε­νός μό­νο πα­ρα­θέ­μα­τος α­πό τον Τύ­πο ή και α­πό πρό­σφα­τη έκ­δο­ση, θα μπο­ρού­σε η γρα­φή του λήμ­μα­τος να θεω­ρη­θεί συγ­χρο­νι­κή. Όπως κι αν έ­χει, σε κά­θε λήμ­μα τα εν­διά­με­σα σχό­λια του Κα­βά­φη α­πο­βαί­νουν πο­λύ­τι­μα, τό­σο για τη χρο­νο­λό­γη­σή του ό­σο και για τον κομ­βι­κό ρό­λο που α­πο­δί­δει σε κά­ποια πρό­σω­πα και έρ­γα. Η συ­μπλή­ρω­ση των πα­ρα­θε­μά­των, με βά­ση τις πη­γές, α­πό τον ε­πι­με­λη­τή, εί­ναι ι­διαί­τε­ρα βο­η­θη­τι­κή, ω­στό­σο, τα σχό­λια δεν θα έ­πρε­πε σε κα­μία πε­ρί­πτω­ση να έ­χουν πα­ρα­λη­φθεί.
Κα­τά τη γνώ­μη μας, πά­ντως, η βα­σι­κή δια­φο­ρά με­τα­ξύ των πα­ρα­θε­μά­των και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, των λημ­μά­των του Λε­ξι­κού, α­πό τα γλωσ­σά­ρια, που μπο­ρεί να εί­χε κα­τά νου ο Κα­βά­φης, έ­γκει­ται στη στα­χυο­λό­γη­ση λέ­ξεων α­πό τον Τύ­πο. Αυ­τή, ου­σια­στι­κά, ξε­κι­νά­ει με­τά το πρώ­το τα­ξί­δι του Κα­βά­φη στην Αθή­να, Αύγ. 1901. Εδώ, θα πρέ­πει να μνη­μο­νεύ­σου­με τον Στέ­φα­νο Κου­μα­νού­δη και “τον μο­να­δι­κό θη­σαυ­ρό”, που ε­κεί­νος, κα­τά τον Κ. Θ. Δη­μα­ρά, “ε­δω­ρο­φό­ρη­σε στην νέα ελ­λη­νι­κή παι­δεία” την «Συ­να­γω­γή νέων λέ­ξεων», κα­θώς στη­ρί­χτη­κε κα­τά πο­λύ στον Τύ­πο. Το 1983, ο Σαβ­βί­δης σχο­λία­ζε σχε­τι­κά με το Λε­ξι­κό: “Πι­στεύω πως ο Κα­βά­φης, με τον αυ­το­δί­δα­κτο, πραγ­μα­τι­στι­κό του τρό­πο, συ­νε­χί­ζει – α­σύ­νει­δα, ί­σως – την α­ξε­πέ­ρα­στη προ­σπά­θεια της «Συ­να­γω­γής» του Κου­μα­νού­δη.” Το πό­σο “α­σύ­νει­δα” ε­νερ­γού­σε ο Κα­βά­φης ε­λέγ­χε­ται με βά­ση τις η­με­ρο­μη­νίες: ο Κου­μα­νού­δης α­πε­βίω­σε στις 19 Μαΐ. 1899, στο «Ημε­ρο­λό­γιον Σκό­κου 1900», ό­που δη­μο­σιεύε­ται το ποίη­μα «Κε­ριά» του Κα­βά­φη, υ­πάρ­χει νε­κρο­λο­γία του. Φθι­νό­πω­ρο 1900, κυ­κλο­φό­ρη­σε η «Συ­να­γω­γή» και ο α­πό­η­χος στους φι­λο­λο­γι­κούς κύ­κλους θα κρά­τη­σε του­λά­χι­στον μέ­χρι την ά­φι­ξη του Κα­βά­φη.
Ως προς τις πη­γές, οι δυο συ­να­γω­γές λέ­ξεων Κου­μα­νού­δη-Κα­βά­φη συ­μπί­πτουν σε έ­ξι α­πό τα λε­ξι­κά, στα ο­ποία πα­ρα­πέ­μπουν ή και δέ­κα, εάν στον Κα­βά­φη προ­σθέ­σου­με και τα λε­ξι­κά του Σκαρ­λά­του. Ως προς τις ε­φη­με­ρί­δες, ο Κα­βά­φης αν­τλεί α­πό 10: δυο της Αλε­ξάν­δρειας («Εφη­με­ρίς», «Τα­χυ­δρό­μος»), ε­πτά α­θη­ναϊκές, ό­που, με ε­ξαί­ρε­ση την εφ.  «Αθή­ναι», που ξε­κι­νά­ει το 1902, οι άλ­λες βρί­σκο­νται και στον κα­τά­λο­γο Κου­μα­νού­δη («Ακρό­πο­λις», «Το Άστυ», «Νέ­ον Άστυ» στον Κα­βά­φη, «Εμπρός», «Νέα Ελλάς», «Πα­τρίς», «Σκριπ»), ό­πως και η δέ­κα­τη, η «Νέα Ημέ­ρα» της Τερ­γέ­στης. Δια­φο­ρο­ποιού­νται στα πε­ριο­δι­κά. Ο Κα­βά­φης αν­τλεί α­πό 18 πε­ριο­δι­κά, ό­που μό­νο ο «Παρ­νασ­σός» βρί­σκε­ται στον “κα­τά­λο­γο πε­ριο­δι­κών συγ­γραμ­μά­τω­ν” του Κου­μα­νού­δη. Τέ­λος, α­πό τις 529 λέ­ξεις του Κα­βά­φη οι 55 υ­πάρ­χουν και στον Κου­μα­νού­δη. Μία σύ­μπτω­ση της τά­ξεως του 10%, που δι­πλα­σιά­ζε­ται, αν λη­φθούν υ­πό­ψη οι θε­μα­τι­κά ό­μοιες λέ­ξεις, εί­ναι α­ξιο­ση­μείω­τη, δε­δο­μέ­νης και της γλωσ­σι­κής α­πό­στα­σης του Κου­μα­νού­δη.
Κα­τά τα άλ­λα, ο Κα­βά­φης δεν φαί­νε­ται να πα­ρα­κο­λου­θεί συ­στη­μα­τι­κά ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λούν τα «Πα­να­θή­ναια», α­πό ό­που αν­τλεί πα­ρα­θέ­μα­τα ό­σο διά­στη­μα πα­ρα­μέ­νει συ­νερ­γά­της, 1901-1912. Το ί­διο ι­σχύει και για το «Ημε­ρο­λό­γιον Σκό­κου». Σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις ξε­φυλ­λί­ζει συ­γκε­κρι­μέ­να τεύ­χη πε­ριο­δι­κών. Ή, α­κό­μη, πα­ρα­κο­λου­θεί μία ε­φη­με­ρί­δα για ο­ρι­σμέ­νη πε­ρίο­δο, με κί­νη­τρο τα τρέ­χο­ντα ε­θνι­κά θέ­μα­τα. Όπως, λ.χ., την εφ. «Νέα Ελλάς» ή τα πε­ριο­δι­κά «Ελλη­νι­σμός» και «Κρη­τι­κή Στοά» (Μα­κε­δο­νι­κό, Βαλ­κα­νι­κοί, Με­σο­λυ­μπιά­δα 1906, Κρη­τι­κά). Πριν το 1901, υ­πάρ­χουν δυο πα­ρα­πο­μπές στους ε­τή­σιους τό­μους 1884, 1894, του μη­νιαίου πε­ριο­δι­κού «Παρ­νασ­σός» και στο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο φύλ­λο του 1897 της «Ακρό­πο­λης». Ενώ, σε δυο πε­ριο­δι­κά, φαί­νε­ται να εν­δια­φέ­ρε­ται μό­νο για διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη («Τέ­χνη» Απρ. 1899, «Πε­ριο­δι­κόν μας» Δεκ. 1900). Πά­ντως, με­τά το 1901, κα­τα­λο­γρά­φη­ση των ε­ντύ­πων σύμ­φω­να με τις χρο­νο­λο­γι­κές πα­ρα­πο­μπές, δί­νει σα­φή ει­κό­να αυ­τής της λε­ξι­κο­γρα­φι­κής ε­να­σχό­λη­σης.
Όσο α­φο­ρά τις προ­γε­νέ­στε­ρες του 1901 εκ­δό­σεις βι­βλίων α­να­φο­ράς και πα­λαιό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, οι πη­γές του Κα­βά­φη, στο βαθ­μό που υ­πο­δη­λώ­νουν  αι­σθη­τι­κές προ­τι­μή­σεις, έρ­χο­νται ως αμ­φι­σβή­τη­ση της πα­ρα­τή­ρη­σης του Πέ­τρου Κο­λα­κλί­δη, που διέ­βλε­πε, στο “δού­λε­μα της γλώσ­σας”, “τον α­πο­κλει­σμό λέ­ξεων που α­νή­κουν στη λε­γό­με­νη ποιη­τι­κή πα­ρά­δο­ση”. Υπάρ­χουν πολ­λα­πλά πα­ρα­θέ­μα­τα α­πό βι­βλία, ό­πως «Ερω­τό­κρι­τος», «Διή­γη­σις Απολ­λω­νίου», «Τρα­γού­δια ρω­μαίι­κα» του Πασ­σό­φ, εκ­δό­σεις Σά­θα, Λε­γκράν και Νικ. Πο­λί­τη. Ιδιαί­τε­ρη θέ­ση έ­χουν τα κρη­τι­κά ποιή­μα­τα της συλ­λο­γής Αγα­θάγ­γε­λου Ξη­ρου­χά­κη και κυ­ρίως, τα «Κυ­πρια­κά» του Αγιο­πε­τρί­του Αθα­νά­σιου Σα­κελ­λά­ριου. Την ί­δια ε­ντύ­πω­ση δη­μιουρ­γούν οι ε­πι­λο­γές α­πό πα­λαιό­τε­ρους και συ­γκαι­ρι­νούς του συγ­γρα­φείς.
Όσο για το πό­σο κρά­τη­σε η ε­να­σχό­λη­ση του Κα­βά­φη με το λε­κτι­κό ε­ρά­νι­σμα, ο Σαβ­βί­δης πα­ρα­τη­ρεί ό­τι η προ­σπά­θεια “α­το­νεί με­τά το 1917”, με “πιο ό­ψι­μα χρο­νο­λο­γη­μέ­νο λήμ­μα” α­πό τα «Μυ­στή­ρια της Κε­φα­λο­νιάς» του Λα­σκα­ρά­του, σε α­λε­ξαν­δρι­νή έκ­δο­ση του 1929. Ου­σια­στι­κά, δια­κό­πτε­ται με­τά το 1914, με μό­λις πέ­ντε πα­ρα­θέ­μα­τα στην ε­πό­με­νη τριε­τία. Δη­λα­δή, ό­ταν ο Κα­βά­φης με­τα­το­πί­ζει το κέ­ντρο βά­ρους των εν­δια­φε­ρό­ντων του α­πό την Αθή­να στην κο­σμο­πο­λί­τι­κη Αλε­ξάν­δρεια. Θα λέ­γα­με ό­τι το «Λε­ξι­κό πα­ρα­θε­μά­των» εί­ναι έρ­γο της α­θη­ναϊκής του πε­ριό­δου. Αλλού α­να­λυ­τι­κό­τε­ρα και πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­πί του Λε­ξι­κού. Προ­σώ­ρας μέ­νου­με ευ­γνώ­μο­νες στον Πιε­ρή για το κα­βα­φι­κό α­πο­θη­σαύ­ρι­σμα, που φρό­ντι­σε με α­φο­σίω­ση στον Αλε­ξαν­δρι­νό, αλ­λά και ως χρέ­ος α­πέ­να­ντι στον Δά­σκα­λό του. Πρό­κει­ται ε­πι­πλέ­ον, για μία ση­μα­ντι­κή έκ­δο­ση ως α­πο­χαι­ρε­τι­σμός “στην Αλε­ξάν­δρεια που φεύ­γει”. Στην Αλε­ξάν­δρεια που χά­νου­με, με την τε­λευ­ταία με­τοι­κε­σία των κα­βα­φι­κών κα­τά­λοι­πων.    
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/6/2015.