Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

"Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου τα Πατήσια"

Ρίκα Σεϊζάνη
"Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου τα Πατήσια"
Εκδόσεις Μαΐστρος
Δεκέμβριος 2007

Η Αθήνα γιγαντώνεται και οι συνοικίες της εξομοιούμενες συνενώνονται. Οι παλαιοί κάτοικοι αποχωρούν του βίου και οι νεότεροι μετακομίζουν κατά το βαλλάντιό τους, αφήνοντας τις γειτονιές τους στο έλεος ανθρώπων που δεν τις γνωρίζουν ούτε τις αγαπούν. Εταιρείες μεγάλων συμφερόντων και εργολάβοι κατεδαφίζουν σπίτια και μπαζώνουν κήπους. Ενώ, αρχιτέκτονες, με ξενικό αέρα, υλοποιούν οράματα κατορθώνοντας, με τη σειρά τους, μεγάλα κέρδη. Πάντως, απαξάπασες οι αποφάσεις παίρνονται εν ονόματι της προόδου και της ευημερίας. Δεν έχει σημασία, αν πολυώροφα και συμπαγή, για τη μεγίστη εξοικονόμηση χώρου, κτίρια τειχίζουν την παραλία, από Πειραιώς μέχρι Σαρωνίδας, αν εξαφανίζουν τους λόφους του άλλοτε ποτέ κλεινού άστεως και αν προχωρούν ακάθεκτα προς τα περιβάλλοντα το λεκανοπέδιο όρη, με την ταυτόχρονη απαλλοτρίωση των δασών. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι οι Αθηναίοι να ζουν καλύτερα, απολαμβάνοντας τις περιουσίες τους.
Μια από τις πλησιέστερες προς το κέντρο συνοικίες της Αθήνας είναι τα Πατήσια. Κατά μια εκδοχή περί του ονόματος της συνοικίας, πριν η Αθήνα γίνει πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, η περιοχή ήταν τσιφλίκι ενός αγά, ονόματι Πατής-αγάς. Αν και πιθανότερη δείχνει η άποψη που θέλει το όνομα να συνιστά παραφθορά του Βατής, αρχαίου δήμου της Αττικής. 1/4πως κι αν έχει, κάποτε ήταν μια αγροτική περιοχή, με σκόρπια σπίτια και λαχανόκηπους, περί τα τέσσερα χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Ομονοίας, που, στις αρχές του περασμένου αιώνα, είχε εξελιχθεί σε μια από τις καλλίτερες συνοικίες της πόλης. Τότε, ακόμη, αποτελείτο από δυο τμήματα, κατά μήκος της Οδού Πατησίων, τα Κάτω Πατήσια, από την Πλατεία Αγάμων μέχρι την εκκλησία του Αγίου Λουκά, και τα Άνω Πατήσια, που έφθαναν έως την εξοχική τοποθεσία Αλυσίδα, όπου η Οδός Πατησίων συναντιέται με τη σιδηροδρομική γραμμή, εξ ου και η ονομασία. Αν και ήδη στο μεσοπόλεμο, τα Πατήσια συνιστούσαν μια ενιαία συνοικία και μόνο οι δυο σταθμοί του σιδηρόδρομου διέσωζαν τη μνήμη των δυο τμημάτων τους.
1/4ταν οι Αθηναίοι κάνουν λόγο για την ιδιαίτερη πατρίδα τους, συνήθως εννοούν κάποιο χωριό ή κωμόπολη της επικράτειας, το οποίο οι ίδιοι ή και οι γονείς τους εγκατέλειψαν για να βρουν καλλίτερη τύχη στην πρωτεύουσα. Ένας όμως γνήσιος Γκάγκαρος, όπως η Ρίκα Σεϊζάνη, που είδε το φως της ημέρας στο Μαιευτήριο Έλενα, λογαριάζει για ιδιαίτερη πατρίδα του τη συνοικία της Αθήνας, που έζησε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Βρέφος ήρθε η Σεϊζάνη στα Πατήσια και εκεί μένει μέχρι σήμερα και μάλιστα, στο ίδιο σπίτι. Στα Κάτω Πατήσια, κοντά στην Πλατεία Αγάμων, που μεταπολεμικά μετονομάστηκε Πλατεία Αμερικής. "Ένας ωραία σχεδιασμένος κήπος γαλλικού στυλ, με λουλούδια μέσα σε γιρλάντες από πρασινάδες που σχημάτιζαν παρτέρια. Στην πλευρά της οδού Σπάρτης είχε πάνω σ' ένα ψηλότερο επίπεδο έναν τεράστιο ορειχάλκινο πράσινο βάτραχο. Με σηκωμένο το κεφάλι του και το στόμα του ορθάνοιχτο... ίσως κάποτε να έβγαινε νερό". Τότε στην οδό Πατησίων υπήρχαν ράγες για τα κίτρινα τραμ 1/4που έκαναν τη γη να τρέμει και τα τζάμια να τρίζουν στο πέρασμά τους. "Τα σπίτια στην περιοχή της πλατείας ήταν κάτι αρχοντικά ψηλοτάβανα διώροφα με τεράστιες ξύλινες εξώπορτες".
Νηπιαγωγείο πήγε στην "Παμμακάριστο", που άλλαξε προορισμό και όψη αλλά όχι όνομα, σε αντίθεση με δρόμους και πλατείες που αδιάκοπα μετονομάζονται, ανεξάρτητα αν συχνά το αρχικό όνομα είναι αυτό που επικρατεί. Για παράδειγμα, η οδός Πατησίων δεν έγινε ποτέ 28ης Οκτωβρίου. Τις Κυριακές, ο εκκλησιασμός με τη γιαγιά γινόταν στην Αγία Παρασκευή, μέρος τότε της "Κλινικής", με έναν απέραντο κήπο, παρά την οδό Ευγενίου Καραβία, επισκόπου Αγχιάλου, απαγχονισθέντος από τους Τούρκους το 1821, περνώντας από "το βουστάσιο του Φιλίππου. Η μυρωδιά από τις αγελάδες και το σανό ερχόταν βαριά ως έξω γιατί το βουστάσιο ήταν υπαίθριο μ' ένα απλό στέγαστρο για τις αγελάδες". Αυτό για την αφετηρία της ΦΑΓΕ. Σήμερα, η Αγία Παρασκευή είναι παρεκκλήσι του Αγίου Λουκά, ενώ η "Κλινική" γκρεμίστηκε και ο κήπος ρυμοτομήθηκε και γέμισε πολυκατοικίες. Στην Κατοχή, όταν έκλεισε η Αγία Παρασκευή, εκκλησιάζονταν στην Οσία Ξένη, έναν ιδιωτικό ναό, κι αυτός μέσα σε κήπο.
Τον Άγιο Νικόλαο, τον ιστορημένο από τον Φώτη Κόντογλου, τον θυμάται για τα Κατηχητικά, που ανθούσαν εκείνα τα χρόνια, αλλά και για τους γάμους. Πάντως, ο σχολικός εκκλησιασμός γινόταν στον Άγιο Λουκά. Σημεία αναφοράς μιας συνοικίας οι εκκλησίες, μαζί με τα σχολικά κτίρια, τις πλατείες και τους μεγάλους δρόμους. Στην οδό Καυταντζόγλου, το εκπαιδευτήριο Αδαμοπούλου, πλησιέστερα το 1/4γδοο Γυμνάσιο, επιταγμένο σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. "Εγγλέζοι, μετά Γερμανοί, ύστερα πάλι Εγγλέζοι και Ινδοί και Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί".
"Σαν μυθιστόρημα", ανιστορεί η Σεϊζάνη τα εφηβικά της χρόνια, με ήρωες συγγενείς και φίλους. Η αφήγηση ζωντανεύει και γειτονιά της στη δεκαετία του 1940, δίνοντας μέσα από εκείνα τα Πατήσια μια εικόνα της εποχής. Ψηφίδες μιας ιστορίας που ποτέ δεν γράφτηκε. Άλλωστε η ακμή και η παρακμή των συνοικιών της Αθήνας δεν έχει απασχολήσει τους ιστορικούς. Ερασιτέχνες οι αθηναιογράφοι, τείνουν στον καινούργιο αιώνα και αυτοί να εκλείψουν. 1/4μως οι αναμνήσεις από τα Πατήσια της Σεϊζάνη, προσφέρουν στοιχεία και για την ιστορία του θεάτρου. Φίλος του Μήτσου Μυράτ ο πατέρας της. "Έίχε ζήσει πολλά χρόνια μαζί του στον ίδιο θίασο, στις τουρνέ στη χειμωνιάτικη ελληνική επαρχία". Δίπλα στη γραμμή του Ηλεκτρικού, ήταν τα σπίτια των ηθοποιών. Ήταν μια ήσυχη γειτονιά, σαν εξοχική, πίσω από τον Άγιο Ελευθέριο, μια μικρή εκκλησία τότε. Την είχε χτίσει ο Ναθαναήλ, απέναντι από το εργοστάσιό του με τα μεταξωτά. Τα σπίτια τριών πολύ γνωστών ηθοποιών του Αργυρόπουλου, των Μυράτ, πατέρα, γιου και μητέρας, και το τρίτο, το νεώτερο, του Λογοθετίδη. Άλλος φίλος του πατέρας της ο Χρήστος Χαιρόπουλος, που δίνει και αυτός αφορμή για ιστορίες. Ένα αφήγημα, που συνιστά πολύτιμη μαρτυρία για τα παλαιά Πατήσια και την αλλοτινή Αθήνα.
Μ. Θ.

Ένας σαρωτικός μονόλογος

Μαρία Λαϊνά
"Το Νόημα"
Κωμωδία
Πράξη πρώτη
Εκδόσεις Καστανιώτη
Νοέμβριος 2007

Eνα πρώτο βιβλίο πεζογραφίας, σαράντα χρόνια μετά την "Ενηλικίωση" και αφού, ενδιαμέσως, εκδόθηκαν δέκα ποιητικά και δυο θεατρικά. Αν και, από μια άποψη, ως μονόλογος, όπως και εκείνος ο παλαιός "Κλόουν", θα μπορούσε κι αυτό να ενταχθεί στα θεατρικά, άλλωστε φέρει τον, υποτίθεται, διευκρινιστικό υπότιτλο, "κωμωδία", ωστόσο, η προσθήκη, "πράξη πρώτη", προϊδεάζει για την ειρωνική διάθεση. Ένας μονόλογος, που εκκινεί από την αναζήτηση νοήματος στη ζωή, για να καταλήξει σε σαρωτικό ξέσπασμα, που δηλώνει θυμό. Τελικά, ένας ακόμη τρόπος για να εκφραστεί η υπαρξιακή αγωνία, που ριζώνει στο φόβο του θανάτου, και ως συνέχεια στο διάλογο με φίλη τού, προ διετίας, "Κήπου", εξαιρετικά αφιερωμένου, μέσω του μότο και των χωνεμένων στίχων, στην ποιήτρια Αλόη Σιδέρη, γραμμένο μετά το θάνατό της. Να θυμίσουμε, παρεμπιπτόντως, πως η Αλόη Σιδέρη, που έμεινε στα παραλειπόμενα της ιστορίας της λογοτεχνίας, υπήρξε μια ιδιόρρυθμη φεμινίστρια, που έφερε στην καθομιλουμένη την Άννα Κομνηνή και μαζί, κάποια σημαντικά κείμενα της ξένης λογοτεχνίας. Πέθανε πριν τέσσερα χρόνια, στις 8 Μαρτίου 2004, συμπτωματικά, κατά την ημέρα την εορταζόμενη ως ημέρα των γυναικών.
Από το "Επέκεινα" και το θάνατο των προσφιλών άρχεται η νεαρή Λαϊνά, για να φθάσει, ώριμη πλέον, στην άρνηση της άλλης ζωής και την αποδοχή του θανάτου του ανθρώπου, "του σκέτου θανάτου", με την άλλοτε λυρική φωνή να γίνεται κοροϊδευτική, αγγίζοντας, στις κορυφώσεις της, τη χλεύη. Πάσχον το υποκείμενο του μονολόγου, υφαίνει έναν ρέοντα λόγο, με αντιστίξεις και διακυμάνσεις έντασης, με ιλαρές αποστροφές και οργισμένες εκτονώσεις. Λόγος φαινομενικά πλατειαστικός, εντέχνως, ωστόσο, εστιασμένος, με επαναλήψεις και ποικίλα παραθέματα βιβλικά και δυτικής σοφίας, με λεξιλόγιο καθημερινό, κάποτε και λαϊκότροπο, όταν επιζητά να λειτουργήσει ως αστεϊσμός.
Εκ προοιμίου, η Μαρία Λαϊνά δηλώνει πως ο μονόλογος γράφεται με τον τρόπο του Τόμας Μπέρνχαρντ, που χαρακτηρίστηκε αρνητικός συγγραφέας, όπερ μεθερμηνευόμενο, μηδενιστής και απαισιόδοξος. 1/4ντας Αυστριακός ο Μπέρνχαρντ, έβρισε την Αυστρία και τους Αυστριακούς, αν και μέσω αυτών "έβρισε τη μοχθηρία και την υποκρισία και τη χυδαιότητα και την αμβλύνοια σ' όλο τον κόσμο". Ενώ, η Λαϊνά, όντας Ελληνίδα, περιλαβαίνει τους Έλληνες, "με τις σαγιονάρες και τη φόρμα", "με το συρματόπλεγμα και το οπλισμένο σκυρόδεμα", "με το υπερυψούμενο χυδαίο τριώροφο στην κορυφογραμμή και στην ακροθαλασσιά".
Αν και πολύ περισσότερο την οργίζουν ή μάλλον ακριβέστερα, οργίζουν τον αφηγητή του μονολόγου οι αποκαλούμενοι πνευματικοί άνθρωποι και εν μέσω αυτών, οι απροκάλυπτα επιδειξιομανείς γραφιάδες. 1/4πως σαρκαστικά παρατηρεί, οι συγγραφείς ζουν με τη φιλοδοξία, ολόκληρη η ανθρωπότητα κάποτε να αποθεώσει το έργο τους. Αν και παριστάνουν πως γράφουν, αναζητώντας το νόημα της ζωής, το μόνο που στην πραγματικότητα τους ενδιαφέρει είναι να εντυπωσιάσουν, αποκαλύπτοντας στο κοινό τον εσωτερικό κόσμο τους, γι' αυτό και βυθίζονται εις εαυτόν προς εντοπισμό των παιδικών τους τραυμάτων. Οπότε, μαζί με τους πολλούς και οι συγγραφείς καταλήγουν στο ανάκλιντρο του ψυχαναλυτή. Κάπως έτσι, συνειρμικά και πλαγίως, φθάνει ο αφηγητής στο κομβικό σημείο του μονολόγου, που είναι η ψυχανάλυση. Ίσως και πρωταρχικός στόχος του, κι ας θολώνει εισαγωγικά και ακόμη, εν κατακλείδι, τα νερά.
Τον Σεπτέμβριο του 2005, εκδόθηκε στο Παρίσι "Η Μαύρη Βίβλος της Ψυχανάλυσης", η οποία μεταφράστηκε στα ελληνικά τάχιστα και κυκλοφόρησε πέρυσι τον Ιανουάριο, κατά την εκπνοή του έτους Φρόϋντ, όπως είχε ανακηρυχθεί το 2006, διεθνώς ή ορθότερα παγκοσμίως, δεδομένου ότι η ψυχανάλυση έχει πλέον εισχωρήσει ακόμη και στον αραβικό κόσμο και έπεται συνέχεια. Μετά τη γνωστή "Μαύρη Βίβλο του κομμουνισμού", αυτή της ψυχανάλυσης έρχεται να αμφισβητήσει στο ίδιο της το λίκνο, τη Γαλλία, το κύρος της μεθόδου, χωρίς, ωστόσο, να κλείνει τα παράθυρα σε σύμπασες τις ψυχοθεραπευτικές μεθόδους, όπως πράττει ο ανελέητος αφηγητής του μονολόγου. Ένα πεζό καταπέλτης κατά της ψυχανάλυσης, που θα άξιζε να συμπεριληφθεί στη "Μαύρη Βίβλο", ως κατ' εξοχήν κείμενο "μαύρης" αντίδρασης, όπως αναμφιβόλως θα το χαρακτήριζαν οι πολυπληθείς θιασώτες του Φρόϋντ και γενικότερα, της μεθόδου του.
Απολαυστικές οι σελίδες, που σατιρίζουν τις συνεδρίες ψυχανάλυσης, τον προκαθορισμένο τρόπο που κάθονται ψυχαναλυόμενος και ψυχαναλυτής, το αυστηρό τυπικό που διέπει την απεραντολογία του ενός και την εσκεμμένη σιωπή του άλλου, το ακριβές της διάρκειας εκάστης συνεδρίας, το σαρανταπεντάλεπτο έναντι του μακροχρόνιου και ακριβοπληρωμένου της όλης θεραπευτικής διαδικασίας, κυρίως, όμως, τις φρούδες ελπίδες και τον χαμένο χρόνο. Ωστόσο, ο ίδιος ο Φρόϋντ μνημονεύεται με συγκατάβαση, ενώ οι τόνοι ανεβαίνουν όταν ανακαλείται η περίπτωση ενός Ιβάν Γιάλομ, τον οποίο το πανελλήνιο υποδέχτηκε μετά φανών και λαμπάδων, όπως, άλλωστε, συνηθίζεται για κάθε εισαγόμενη αυθεντία. Εν κατακλείδι, ο αφηγητής ξεσπαθώνει εναντίον ψυχαναλυτών, σχολών και ποικιλώνυμων εταιρειών. Δεν πρόκειται, όμως, για έναν Δον Κιχώτη, όπως εκείνον στο πεζό της Αλόης Σιδέρη, που πάσχιζε να σώσει όσα χάθηκαν για πάντα. Ο αφηγητής, που πλάθει η Λαϊνά, είναι ένας απελπισμένος, που κατοικεί σε μια ρημαγμένη χώρα, οργισμένος με την απανθρωπιά των συμπατριωτών του, τελικά, όμως, μάλλον γενικότερα, με την κατάντια του έμβιου όντος που αποκαλείται άνθρωπος και που από πρωτεύον θηλαστικό, homo erectus, homo faber, homo sapiens, κατέληξε homullus στο ανάκλιντρο του ψυχαναλυτή ή έστω, της τηλεόρασης.
Μ. Θεοδοσοπούλου