Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Τιμής ένεκεν

«Γα­λη­νο­τά­τη
Τι­μή στη Χρύ­σα Μαλ­τέ­ζου»
Επι­μέ­λεια:
Γ.Κ.Βαρ­ζε­λιώ­τη-Κ.Γ.Τσι­κνά­κης
Ε.Κ.Π.Α. Τμή­μα
Θε­α­τρι­κών Σπου­δών
Μου­σείο Μπε­νά­κη
Δε­κέμ­βριος 2013



Τα ση­μα­ντι­κά πρό­σω­πα των Γραμ­μά­των και των Τε­χνών α­πα­σχο­λούν τον Τύ­πο μό­νο ό­ταν κα­τα­λαμ­βά­νουν μία υ­ψη­λή θέ­ση ή τι­μώ­νται με κά­ποια διά­κρι­ση, ό­πως έ­να βρα­βείο, και βε­βαίως, με την τε­λευ­τή τους. Αλλά και σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις οι δη­μο­σιο­γρά­φοι στέ­κο­νται φει­δω­λοί. Δεν μπο­ρεί κα­νείς να τους ψέ­ξει, δε­δο­μέ­νου ό­τι κα­τά την κα­τάρ­τι­ση της ύ­λης προέ­χουν τα εν­δια­φέ­ρο­ντα του πλα­τύ­τε­ρου κοι­νού. Λ.χ., η εί­δη­ση του θα­νά­του ή α­κό­μη και του α­τυ­χή­μα­τος νε­α­ρού ζεν πρε­μιέ, έ­στω και του ε­νός σί­ρια­λ, α­πλώ­νε­ται ο­λο­σέ­λι­δη. Αν, μά­λι­στα, το σί­ριαλ “τρέ­χει” α­κό­μη, γί­νε­ται σα­λό­νι, με “χτύ­πη­μα” στο ε­ξώ­φυλ­λο. Ενώ, για μία πνευ­μα­τι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα αρ­κεί το μο­νό­στη­λο. Με αυ­τήν τη λο­γι­κή, το γε­γο­νός ό­τι η Χρύ­σα Μαλ­τέ­ζου α­πέ­σπα­σε το δη­μο­σιο­γρα­φι­κό εν­δια­φέ­ρον δυο φο­ρές, κρί­νε­ται ως ι­κα­νο­ποιη­τι­κό. Η πρώ­τη ή­ταν το 1998, ό­ταν η Ακα­δη­μία Αθη­νών την ε­ξέ­λε­ξε στη θέ­ση της Διευ­θύ­ντριας του Ελλη­νι­κού Ινστι­τού­του Βυ­ζα­ντι­νών και Με­τα­βυ­ζα­ντι­νών Σπου­δών Βε­νε­τίας και η δεύ­τε­ρη, τον Δε­κέμ­βριο του 2011, ό­που και πά­λι η Ακα­δη­μία την ε­ξέ­λε­ξε μέ­λος της. 
Λα­κω­νι­κή η πρώ­τη μνεία, κα­θώς α­κό­μη και οι εμ­φο­ρού­με­νοι α­πό το πνεύ­μα της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης, που παί­ζουν στα δά­χτυ­λα, για πα­ρά­δειγ­μα, τα α­νά την υ­φή­λιο κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά φε­στι­βά­λ, με­τά βίας και εάν έ­χουν α­κου­στά το εν λό­γω Ινστι­τού­το, καί­τοι του χρό­νου συ­μπλη­ρώ­νει αι­σίως ε­ξη­κο­ντα­ε­τή ε­πι­στη­μο­νι­κή δια­δρο­μή. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γνω­ρί­ζουν για το Ιτα­λι­κό Μορ­φω­τι­κό Ινστι­τού­το, α­νε­ξάρ­τη­τα αν η ά­δεια ε­πα­να­λει­τουρ­γίας του με­τά τον Πό­λε­μο, εί­χε ως α­ντί­δω­ρο, στο πλαί­σιο α­μοι­βαιό­τη­τας των δυο χω­ρών, την ί­δρυ­ση τού Ελλη­νι­κού Ινστι­τού­του στη Βε­νε­τία. Από μία ά­πο­ψη, α­να­με­νό­με­νο και ου­δό­λως κα­τα­κρι­τέο, α­φού οι α­να­φο­ρές στην Ελλη­νι­κή Κοι­νό­τη­τα της Βε­νε­τίας και τα ε­πι­τεύγ­μα­τά της α­ραιώ­νουν ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο, θεω­ρού­με­νες ως ελ­λη­νο­κε­ντρι­κές. Όσο για την Μαλ­τέ­ζου, τέ­ταρ­τη κα­τά σει­ρά διευ­θύ­ντρια του Ινστι­τού­του ε­πί 14 έ­τη, πολ­λά έ­κα­νε για την α­νά­δει­ξή του σε πό­λο έλ­ξης για τις σπου­δές της ελ­λη­νο­λα­τι­νι­κής Ανα­το­λής, για τα ο­ποία και βρα­βεύ­τη­κε. Μό­νο που η ε­κεί θέ­ση της δεν της πρό­σφε­ρε με­γα­λύ­τε­ρη α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα α­πό ό­ση εί­χε α­πο­κτή­σει με την 25ε­τη θη­τεία στο Εθνι­κό Ίδρυ­μα Ερευ­νών και με την πα­ράλ­λη­λη 20ε­τή ως πα­νε­πι­στη­μια­κός δά­σκα­λος σε Κρή­τη και Αθή­να. 
Κά­πως πε­ρισ­σό­τε­ρο μνη­μο­νεύ­θη­κε στον Τύ­πο κα­τά την α­να­γό­ρευ­σή της σε Ακα­δη­μαϊκό. Όπως και να το κά­νου­με, το να α­πο­κα­λεί­σαι Αθά­να­τος, ι­διαί­τε­ρα τα τε­λευ­ταία χρό­νια που το προ­φίλ των Ακα­δη­μαϊκών ε­ξω­ραΐζε­ται, δεν εί­ναι και μι­κρό πράγ­μα. Πό­σω μάλ­λον ό­ταν εί­σαι γυ­ναί­κα. Από ι­δρύ­σεως της Ακα­δη­μίας, στους συ­νο­λι­κά - αν δεν σφάλ­λου­με - 241 α­κα­δη­μαϊκούς, εμ­φα­νί­στη­καν μό­λις τέσ­σε­ρις γυ­ναί­κες, με την πρώ­τη, την πε­ζο­γρά­φο Γα­λά­τεια Σα­ρά­ντη, να ε­κλέ­γε­ται το 1997, ό­ταν το Ίδρυ­μα διή­νυε το 71ο έ­τος ύ­παρ­ξής του. Και πά­λι, ο μέ­γι­στος α­ριθ­μός γυ­ναι­κών στα έ­δρα­να ή­ταν τρεις, κι αυ­τό μό­νο για μία πε­ντα­ε­τία. Η Μαλ­τέ­ζου ε­κλέ­χτη­κε με­τά το θά­να­το της συ­νο­μή­λι­κής της Αγγε­λι­κής Λαΐου, τη δεύ­τε­ρη σε σει­ρά Ακα­δη­μαϊκό, που εί­χε ε­κλε­γεί το 1998, νε­α­ρό­τα­τη για Ακα­δη­μαϊκός, μό­λις 57 ε­τών. Και οι δυο ι­στο­ρι­κοί, η πρώ­τη βυ­ζα­ντι­νο­λό­γος, η δεύ­τε­ρη του Νέ­ου Ελλη­νι­σμού της πε­ριό­δου 1453-1821. Ενδια­μέ­σως, το 2002, ει­σέρ­χε­ται η πρώ­τη ποιή­τρια, η Κι­κή Δη­μου­λά, κα­θό­λα μά­χι­μη, τό­τε στα 70 της. Για ό­σους τους α­ρέ­σουν οι στα­τι­στι­κές, το πο­σο­στό των γυ­ναι­κών Ακα­δη­μαϊκών υ­πο­λεί­πε­ται του 1.4% και πο­λύ πι­θα­νόν έ­τσι να πα­ρα­μεί­νει, αν δεν αλ­λά­ξει το σύ­στη­μα πρι­μο­δό­τη­σης των υ­πο­ψη­φίων.   
Κα­τά τα άλ­λα, η Μαλ­τέ­ζου, πα­ρά τις δια­κρί­σεις, τις βρα­βεύ­σεις και τις 364 δη­μο­σιευ­μέ­νες ερ­γα­σίες, δεν συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους διά­ση­μους της α­κα­δη­μαϊκής κοι­νό­τη­τας. Κι αυ­τό, για πλεί­στους ό­σους λό­γους. Συ­ντεί­νει, πι­θα­νώς, ό­τι α­πέ­χει της ε­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φίας, ό­τι δεν δί­νει συ­νε­ντεύ­ξεις, ε­κτός κι αν δεν της ζη­τεί­ται, ή α­κό­μη, ό­τι δεν έ­χει φρο­ντί­σει να πλου­τί­σει την ερ­γο­γρα­φία της με αυ­το­τε­λείς εκ­δό­σεις. Στην ε­πο­χή της ει­κό­νας, πα­ρα­μέ­νει μία ά­γνω­στη. Το γε­γο­νός, μά­λι­στα, ό­τι συ­νυ­πάρ­χει στα α­κα­δη­μαϊκά έ­δρα­να με μια προ­σφι­λή βε­ντέ­τα των ΜΜΕ, το­νί­ζει την ε­ντύ­πω­ση αν­θρώ­που χα­μη­λών τό­νων. Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι η πρό­σφα­τη έκ­δο­ση του τό­μου προς τι­μή της να μνη­μο­νευ­θεί μό­νο α­πό τους φο­ρείς που τον ε­ξέ­δω­σαν. Όσο, ό­μως, κα­τα­νοού­με τη δη­μο­σιο­γρα­φι­κή λο­γι­κή, τό­σο δεν α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε τη νοο­τρο­πία της α­κα­δη­μαϊκής κοι­νό­τη­τας. Γε­νι­κό­τε­ρα, και ει­δι­κό­τε­ρα, κα­τά την κα­τάρ­τι­ση αυ­τών των πο­λυ­σέ­λι­δων τό­μων. Υπο­τί­θε­ται ό­τι α­πο­τε­λούν έν­δει­ξη τι­μής προς ο­μό­τι­μους κα­θη­γη­τές, αλ­λά οι τι­μώ­με­νοι δεν συμ­με­τέ­χουν. Από ό­σο γνω­ρί­ζου­με μό­νο έ­νας τι­μώ­με­νος α­ντέ­δρα­σε σε αυ­τό το κα­θε­στώς εκ­πα­ρα­θύ­ρω­σης, α­πο­κα­θι­στώ­ντας την σω­στή τά­ξη πραγ­μά­των. Ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, προ ει­κο­σα­ε­τίας, ό­ταν υ­πέ­δει­ξε ο δι­κός του “τι­μής έ­νε­κε­ν” τό­μος να πε­ρι­λαμ­βά­νει δι­κές του ερ­γα­σίες. Έτσι, προέ­κυ­ψε η πο­λύ­τι­μη «Τρά­πε­ζα Πνευ­μα­τι­κή» με 33 με­λέ­τες του, τις ά­στε­γες μίας τρια­κο­ντα­ε­τίας, που στά­θη­κε δυ­στυ­χώς με­τα­θα­νά­τια έκ­δο­ση.

Ο τό­μος της Μαλ­τέ­ζου φτά­νει τις 836 σε­λί­δες. Τυ­πώ­θη­κε, ό­πως ό­λοι αυ­τοί οι α­φιε­ρω­μα­τι­κοί τό­μοι, σε 500 α­ντί­τυ­πα, και βε­βαίως, στη συ­να­γω­γή δεν υ­πάρ­χει δι­κό της κεί­με­νο. Εκεί­νη α­που­σιά­ζει α­κό­μη και α­πό τον τίτ­λο. Με το ε­πί­θε­το Γα­λη­νο­τά­τη, προ­φα­νώς ε­ξυ­πα­κούε­ται το κυ­ρίαρ­χο ε­ρευ­νη­τι­κό της α­ντι­κεί­με­νο, η Γα­λη­νο­τά­τη Δη­μο­κρα­τία της Βε­νε­τίας, χω­ρίς να α­πο­κλείε­ται η ί­δια σαν προ­σω­πι­κό­τη­τα να εί­ναι γα­λη­νή έως και γα­λη­νο­τά­τη. Οπό­τε μπο­ρεί και να της ται­ριά­ζει ο τίτ­λος, ό­πως τα «Τρια­ντά­φυλ­λα και για­σε­μιά» του τι­μη­τι­κού τό­μου για την ε­πί­σης ο­μό­τι­μη κα­θη­γή­τρια Ελέ­νη Πο­λί­του-Μαρ­μα­ρι­νού. Εκεί, γί­νε­ται εμ­μέ­σως α­να­φο­ρά στον Πα­λα­μά και τους «Πε­ντα­συλ­λά­βους» του. Αντι­θέ­τως, στον τό­μο του Πα­να­γιώ­τη Μα­στρο­δη­μή­τρη, ο τίτ­λος, «Ευ­καρ­πίας έ­παι­νος», στρέ­φε­ται ε­γκω­μια­στι­κά προς τον τι­μώ­με­νο. Ο τό­μος της Μαρ­μα­ρι­νού πε­ρι­λαμ­βά­νει 35 με­λέ­τες, της Μαλ­τέ­ζου 46 και του Μα­στρο­δη­μή­τρη φτά­νει τις 56, ι­σά­ριθ­μων, κά­θε φο­ρά, μα­θη­τών, συ­νερ­γα­τών, συ­να­δέλ­φων. Οι τι­μώ­με­νοι και το έρ­γο τους προ­βάλ­λο­νται στα προ­λο­γι­κά κεί­με­να, ε­νώ προ­τάσ­σε­ται ερ­γο­γρα­φία τους. Στον τό­μο της Μαλ­τέ­ζου, την συ­ντάσ­σει ο Κώ­στας Τσι­κνά­κης, που ε­πω­μί­στη­κε εξ η­μι­σείας και την ε­πι­μέ­λεια του τό­μου. Πα­ρα­μέ­νει, ω­στό­σο, το ε­ρώ­τη­μα, για­τί ο τι­μώ­με­νος να μη συμ­με­τέ­χει, λ.χ., με έ­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα κεί­με­νο, το ο­ποίο να προ­η­γεί­ται της ερ­γο­γρα­φίας. Στον πα­ρό­ντα τό­μο, η τι­μώ­με­νη έρ­χε­ται α­πό την Αλε­ξάν­δρεια. Μέ­λος της ε­κεί Ελλη­νι­κής Κοι­νό­τη­τας, α­πό­φοι­τος του Αβε­ρώ­φειου Γυ­μνα­σίου, έ­ζη­σε τη δύ­σκο­λη με­τα­πο­λε­μι­κή πε­ρίο­δο, που στα­δια­κά ο­δή­γη­σε τον αι­γυ­πτιώ­τι­κο ελ­λη­νι­σμό σε α­με­τά­κλη­τη πα­ρακ­μή. Μπο­ρεί το 1964, νε­α­ρά τό­τε ι­στο­ρι­κός,  να την α­πω­θού­σε ως ε­ρευ­νη­τι­κό α­ντι­κεί­με­νο η σχέ­ση Βυ­ζα­ντίου και Αρά­βων, αλ­λά το 1992, στους Δελ­φούς μί­λη­σε για το γυ­μνά­σιό της “έ­ναν μι­κρό­το­πο αι­γυ­πτιώ­τι­κης ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας”. Αυ­το­βιο­γρα­φι­κό κεί­με­νό της πά­ντως,  ως γνώ­στη δυο α­πό τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες ελ­λη­νι­κές κοι­νό­τη­τες, Αλε­ξάν­δρειας και Βε­νε­τίας, θα εί­χε ε­ξαι­ρε­τι­κό εν­δια­φέ­ρον. 
Στους α­φιε­ρω­μα­τι­κούς τό­μους, η πα­ρά­τα­ξη των κει­μέ­νων α­κο­λου­θεί την αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά των συ­νερ­γα­τών. Αυ­τός μπο­ρεί να εί­ναι ο αυ­το­νό­η­τος κα­νό­νας στις συ­να­γω­γές κει­μέ­νων, ω­στό­σο, ε­δώ, α­πο­συν­θέ­τει τις θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες, που έ­χουν προ­κύ­ψει α­πό τα ε­ρευ­νη­τι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα του τι­μώ­με­νου, στα ο­ποία οι συμ­με­τέ­χο­ντες ε­πι­λέ­γουν τι­μής έ­νε­κεν να ε­πι­κε­ντρώ­σουν τα κεί­με­νά τους. Ύστε­ρα, στην πε­ρί­πτω­ση της Μαλ­τέ­ζου, κα­θώς αυ­τοί προέρ­χο­νται α­πό τους συ­γκε­κρι­μέ­νους χώ­ρους στους ο­ποίους ε­κεί­νη κα­τά δια­στή­μα­τα ερ­γά­στη­κε, οι συ­νερ­γα­σίες τους, α­κό­μη κι αν εί­ναι ε­κτός του φά­σμα­τος των δι­κών της εν­δια­φε­ρό­ντων, συγ­γε­νεύουν α­να­με­τα­ξύ τους. Έτσι, για πα­ρά­δειγ­μα, προ­κύ­πτουν τρία θε­α­τρο­λο­γι­κά α­πό την τριε­τή πα­ρα­μο­νή της στο Τμή­μα Θε­α­τρι­κών Σπου­δών του Κα­πο­δι­στρια­κού. Κα­τά τη γνώ­μη μας, αυ­τά θα μπο­ρού­σαν να ο­μα­δο­ποιη­θού­ν: Η αρ­νη­τι­κή α­πό­φαν­ση του Σπύ­ρου Ευαγ­γε­λά­του σχε­τι­κά με πι­θα­νο­λο­γού­με­να α­νε­βά­σμα­τα έρ­γων του Κρη­τι­κού Θεά­τρου στην Κρή­τη κα­τά την ο­γδο­η­κο­ντα­ε­τή ε­νε­το­κρα­τία. Η κα­τα­φα­τι­κή α­πά­ντη­ση του Ιω­σήφ Βι­βι­λά­κη στο κα­τά πό­σο συμ­με­τεί­χαν Έλλη­νες στις πά­σης φύ­σεως πα­ρα­στά­σεις, του Κα­ρα­γκιό­ζη συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου, που δί­νο­νταν τον 17ο αιώ­να στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Αλιεύου­με, πα­ρε­μπι­πτό­ντως, την εν­δια­φέ­ρου­σα πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι α­πο­κα­λού­σαν τους Ρω­μιούς “κω­μι­κούς”, ό­που ο με­λε­τη­τής δια­τυ­πώ­νει το ε­ρώ­τη­μα: Άρα­γε, αυ­τό το ι­διαί­τε­ρο κω­μι­κό τα­λέ­ντο των ορ­θό­δο­ξων Ελλή­νων ή­ταν ζή­τη­μα φυ­λε­τι­κής ι­διο­συ­γκρα­σίας ή κά­ποιας ει­δι­κής εκ­παί­δευ­σης; Και τρί­το το κεί­με­νο του Πλά­τω­να Μαυ­ρο­μού­στα­κου «Πα­ρα­στά­σεις Αρχαίου Δρά­μα­τος, ι­στο­ρία και ε­πι­και­ρό­τη­τα», ό­που προ­κύ­πτει μια άλ­λη πτυ­χή της φυ­λε­τι­κής ι­διο­συ­γκρα­σίας, που α­να­φέ­ρε­ται στη σχέ­ση του ση­με­ρι­νού Έλλη­να με το αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό θέ­α­τρο.
Κα­τά τα άλ­λα, στον τό­μο δη­μο­σιεύο­νται με­λέ­τες σε πέ­ντε γλώσ­σες: ελ­λη­νι­στί 26, στα ι­τα­λι­κά 12, γαλ­λι­κά 4, αγ­γλι­κά 2, γερ­μα­νι­κά 2. Όλες συ­νο­δεύο­νται α­πό πε­ρί­λη­ψη στα αγ­γλι­κά. Πα­ρα­δό­ξως, δεν προ­βλέ­πε­ται ελ­λη­νι­κή πε­ρί­λη­ψη. Απου­σία, που συ­νυ­πο­λο­γι­ζό­με­νη με την πα­ρά­λει­ψη ε­νός κα­τα­λό­γου στοι­χειώ­δους σύ­στα­σης ό­σων συμ­με­τέ­χουν, δεί­χνει  σαν ε­σω­στρε­φής α­να­δί­πλω­ση της κοι­νό­τη­τας στον ε­αυ­τό της. Κι ό­μως, πλην των 500 τό­σων ε­πι­φα­νών για τους ο­ποίους φαί­νε­ται να κα­ταρ­τί­στη­κε ο τό­μος, υ­πάρ­χει έ­να α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, που θα εν­δια­φε­ρό­ταν να τον φυλ­λο­με­τρή­σει και να δια­βά­σει ε­πι­λε­κτι­κά κά­ποια κεί­με­να. Για πα­ρά­δειγ­μα, θα ε­πι­θυ­μού­σε να γνω­ρί­ζει ποιος εί­ναι αυ­τός ο Τζί­νο Μπεν­ζό­νι, που, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο τού σχε­τι­κά σύ­ντο­μου κει­μέ­νου του, θεω­ρεί ό­τι «La Grecia e necessaria». Ο λό­γος ε­νός τα­κτι­κού κα­θη­γη­τή σε ι­τα­λι­κό πα­νε­πι­στή­μιο έ­χει δια­φο­ρε­τι­κή βα­ρύ­τη­τα. Ή, ε­πί­σης, έ­νας τίτ­λος, ό­πως «Βυ­ζα­ντι­νοί αυ­το­κρά­το­ρες στη Βε­νε­τία», ό­ταν προέρ­χε­ται α­πό έ­ναν συ­νο­μή­λι­κο της Μαλ­τέ­ζου βυ­ζα­ντι­νο­λό­γο, που διηύ­θυ­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο της δε­κα­ε­τίας το πε­ριο­δι­κό του Καρλ Κρου­μπά­χερ «Byzantinische Zeitschrift», τον Πή­τερ Σράϊνε­ρ, κα­θί­στα­ται πλέ­ον ελ­κυ­στι­κός. Μό­νο που το κεί­με­νο εί­ναι στην ι­τα­λι­κή και οι ι­τα­λο­μα­θείς πα­ρα­μέ­νουν μειο­ψη­φία. Οπό­τε γεν­νά­ται η δεύ­τε­ρη α­πο­ρία, αν ο τό­μος δεν α­πευ­θύ­νε­ται στους Έλλη­νες κα­τό­χους τεσ­σά­ρων ξέ­νων γλωσ­σών, για­τί δεν πα­ρα­τί­θε­νται οι με­τα­φρά­σεις α­ντί του πρω­τό­τυ­που. Αν και με­γα­λύ­τε­ρη εί­ναι η α­πο­γοή­τευ­ση, ό­ταν σε ελ­λη­νι­κό κεί­με­νο πα­ρεμ­βάλ­λο­νται ξε­νό­γλωσ­σες πε­ρι­κο­πές, με τις υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις να δί­νουν μό­νο τις πα­ρα­πο­μπές στις πη­γές χω­ρίς την α­να­γκαία ελ­λη­νι­κή α­πό­δο­ση. Πα­ρά­δειγ­μα, το γε­νι­κό­τε­ρου εν­δια­φέ­ρο­ντος κεί­με­νο του ση­με­ρι­νού διευ­θυ­ντή του Ινστι­τού­του Γεωρ­γίου Πλου­μί­δη, «Βε­νε­τία και το Ανα­το­λι­κό Ζή­τη­μα». Στο ση­μείο που α­να­φέ­ρε­ται στην εκ­στρα­τεία των Ορλώφ στο Αι­γαίο, η ο­ποία προ­ε­τοι­μα­ζό­ταν στη Βε­νε­τία, πα­ρα­θέ­τει στα ι­τα­λι­κά τη σύ­νο­ψη των στό­χων της γαλ­λι­κής πο­λι­τι­κής έ­να­ντι Οθω­μα­νών και Ρώ­σων.
Μία με­γά­λη σε έ­κτα­ση ε­νό­τη­τα α­πο­τε­λούν τα κεί­με­να γύ­ρω α­πό την Κρή­τη, αν και αυ­τά δεν υ­πο­γρά­φο­νται α­πό τους συ­να­δέλ­φους στο ε­κεί Πα­νε­πι­στή­μιο, αλ­λά κυ­ρίως α­πό υ­πό­τρο­φους στο Ινστι­τού­το της Βε­νε­τίας και συ­νερ­γά­τες στο Εθνι­κό Ίδρυ­μα Ερευ­νών. Τα θέ­μα­τα ποι­κίλ­λουν, συ­νή­θως ο ε­ρευ­νη­τής ε­ξε­τά­ζει μία συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση για να ε­ξά­γει γε­νι­κό­τε­ρα συ­μπε­ρά­σμα­τα. Λ.χ., α­πό έ­ναν Κα­τα­λα­νό, που βρέ­θη­κε στην Αστυ­πά­λαια και με­τά στον Χάν­δα­κα, τεκ­μαί­ρε­ται η κι­νη­τι­κό­τη­τα στο Νό­τιο Αι­γαίο και την Κρή­τη κα­τά τον 14ο αιώ­να (Χ. Γά­σπα­ρης). Αντί­στοι­χα, α­πό έ­να κρη­τι­κό βη­μό­θυ­ρο, που ε­ντο­πί­στη­κε στην Κε­φαλ­λο­νιά, δια­φαί­νε­ται η κι­νη­τι­κό­τη­τα των κρη­τι­κών προ­σφύ­γων (Μ. Κα­ζα­νά­κη). Ενώ αυ­τοί κα­τα­φεύ­γουν στα Επτά­νη­σα, ταυ­τό­χρο­να, α­πό τις εκ­θέ­σεις των βε­νε­τών διοι­κη­τών, α­να­δει­κνύο­νται σε μή­λον της έ­ρι­δος με­τα­ξύ Βε­νε­τών και Οθω­μα­νών (Α. Πα­νο­πού­λου). Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η με­λέ­τη της Μα­ρίας Πα­τρα­μά­νη, που πα­ρα­κο­λου­θεί την πο­ρεία μιας θε­ο­μη­το­ρι­κής ει­κό­νας, της Με­σο­πα­ντί­τισ­σας, α­πό τα Σφα­κιά στα Κύ­θη­ρα, ε­πι­στρα­τεύο­ντας ως μπού­σου­λα και την ε­τυ­μο­λο­γία των λέ­ξεων. Αλλά οι Βε­νε­τοί, ε­κτός α­πό τε­χνί­τες για τα ναυ­πη­γεία και ά­γιες ει­κό­νες, ε­πο­φθαλ­μιού­σαν και το κρη­τι­κό μάρ­μα­ρο ό­πως και ελ­λη­νι­κούς κίο­νες του νη­σιού. Αυ­τό τεκ­μαί­ρε­ται με βά­ση έγ­γρα­φα, που α­πο­σπά­σμα­τά τους πα­ρα­τί­θε­νται στα ι­τα­λι­κά και μέ­νει το πε­ριε­χό­με­νό τους να ει­κά­ζε­ται α­πό τα συμ­φρα­ζό­με­να (Κ. Τσι­κνά­κης).
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, πρό­κει­ται για ευ­ρύ­τε­ρα εν­δια­φέ­ρου­σες με­λέ­τες, κα­θώς πα­ρου­σιά­ζουν ε­πί μέ­ρους στοι­χεία μιας ε­πο­χής, που α­κό­μη ε­ρευ­νά­ται και για την ο­ποία δεν υ­πάρ­χουν πρό­σφο­ρα βι­βλία, ού­τε δο­κι­μια­κής υ­φής ού­τε μυ­θο­πλα­στι­κής. Για πα­ρά­δειγ­μα, ποιος γνω­ρί­ζει το γκρε­γκέ­σκο που χρη­σι­μο­ποιού­σαν οι Έλλη­νες της Βε­νε­τίας, κά­τι σαν τα γκρή­κλις (Γ. Βαρ­ζε­λιώ­τη); Ή ποιος θα φα­ντα­ζό­ταν πως τα α­φο­ρε­στο­χάρ­τια του Πα­τριάρ­χη βο­η­θού­σαν στην ε­πί­λυ­ση ή και την α­πο­φυ­γή ε­μπο­ρι­κών α­ντι­δι­κιών (Π. Μι­χα­η­λά­ρης);  Λι­γό­τε­ρη έκ­πλη­ξη προ­κα­λεί η πα­ρα­ποίη­ση ε­νός ε­πι­σή­μου εγ­γρά­φου για λό­γους θρη­σκευ­τι­κής πί­στης. Όπως φαί­νε­ται, ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν ή­ταν ο πρώ­τος δι­δά­ξας. Προ­η­γή­θη­καν άλ­λοι, με­τα­ξύ αυ­τών ο Μα­νουήλ Γε­δεών. Προ αυ­τού, έγ­γρα­φο και δη πα­τριαρ­χι­κό, αλ­λοίω­σε ο Δο­σί­θε­ος Β΄Ιε­ρο­σο­λύ­μων. Μό­νο που αυ­τός εί­ναι λι­γό­τε­ρο γνω­στός, καί­τοι πα­ρέ­μει­νε στον πα­τριαρ­χι­κό θρό­νο ε­πί 38 έ­τη, δη­λα­δή πε­ρισ­σό­τε­ρο του η­μί­σεως του βίου του (Δ. Απο­στο­λό­που­λος). 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτογραφία: Ο Άγιος Γεώργιος της ορθόδοξης κοινότητας στη Βενετία (κέντρο) και (αριστερά) η Φλαγγίνειος Σχολή, όπου στεγάστηκε το Ελληνικό Ινστιτούτο, σε χαρακτικό εποχής.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 5/10/2014.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Ψυχής παραμυθία

Γιώρ­γος Σκα­μπαρ­δώ­νης
«Νοέμ­βριος»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Απρί­λιος 2014

«Μπαί­νω την νύ­χτα μέ­σα εις την εκ­κλη­σιά του Αι­γιάν­νη και κλειώ την πόρ­τα κι αρ­χι­νώ τα κλά­μα­τα με με­γά­λες φω­νές και με­τά­νοιες: “τ’ εί­ναι αυ­τό ο­πού ’γι­νε σ’ ε­μέ­ναν, γο­μά­ρι εί­μαι να με δέρ­νουν;” Και τον πε­ρι­κα­λώ να μου δώ­ση άρ­μα­τα κα­λά κι α­ση­μέ­νια και δε­κα­πέ­ντε πουγ­γιά χρή­μα­τα και ε­γώ θα του φκιά­σω έ­να με­γά­λο κα­ντή­λι α­ση­μέ­νιον. Με τις πολ­λές φω­νές κά­μα­μεν τις συμ­φω­νίες με τον ά­γιον...» Αυ­τά γρά­φει ο Μα­κρυ­γιάν­νης εν­θυ­μού­με­νος τη ντρο­πή και το πα­ρά­πο­νό του στα δε­κα­τέσ­σε­ρα για το ξυ­λο­φόρ­τω­μα α­πό το πρώ­το α­φε­ντι­κό του “ο­μπρός σε ό­λον τον κό­σμο­ν”. Κο­ντεύει να τε­λειώ­σει το 2014, που κά­ποιοι πα­λαιό­τε­ροι – κα­λή ώ­ρα ο Σε­φέ­ρης – θα πρό­τει­ναν να α­να­κη­ρυ­χτεί Έτος Μα­κρυ­γιάν­νη, χω­ρίς να τον μνη­μο­νεύ­σου­με. Η φε­τι­νή ε­πέ­τειος των 150 χρό­νων α­πό τον θά­να­τό του ε­ορ­τά­στη­κε μό­νο το­πι­κά, σε Κρο­κύ­λειο και Λι­δω­ρί­κι, χω­ρίς να υ­περ­βεί τα ό­ρια της ο­ρει­νής Δω­ρί­δος, ά­ντε και της Φω­κί­δας. Υπήρ­ξαν, βε­βαίως, οι θε­α­τρο­ποιή­σεις των «Απο­μνη­μο­νευ­μά­των» του. Αυ­τή η μό­δα, που σα­ρώ­νει κυ­ριο­λε­κτι­κά τη νε­ο­ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία, α­πέ­δει­ξε, για α­κό­μη μία φο­ρά, ό­τι προ ου­δε­νός ορ­ρω­δεί.  
Η μνη­μό­νευ­ση του Μα­κρυ­γιάν­νη δεν έ­χει ε­δώ ε­πε­τεια­κό χα­ρα­κτή­ρα. Μας τον θύ­μι­σε ο Γιώρ­γος Συ­μεω­νί­δης, που, α­νή­με­ρα στη γιορ­τή του α­να­τρέ­χει στους Αι­γιώρ­γη­δες, τον Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρα και τον Νε­ο­μάρ­τυ­ρα των Ιωαν­νί­νων. Με τον δεύ­τε­ρο, τον φου­στα­νε­λο­φό­ρο, ο­κτώ χρό­νια μι­κρό­τε­ρο του Μα­κρυ­γιάν­νη, “εί­χε προ­σω­πι­κή σχέ­ση ο παπ­πούς του”. Όταν το κτή­μα του έ­πια­σε φω­τιά, μια μέ­ρα που ε­κεί­νος έ­λει­πε, μό­λις γύ­ρι­σε, έ­τρε­ξε κα­τευ­θείαν “στην ει­κό­να του, κρε­μα­σμέ­νη στο χα­γιά­τι”. Όρθιος μπρο­στά του, “με υ­ψω­μέ­νο το δά­χτυ­λο, έ­ξαλ­λος του λέει”: «...Εσύ, κοτ­ζάμ ά­γιος, για­τί δεν έ­τρε­ξες να βο­η­θή­σεις να σβή­σου­νε τη φω­τιά πριν προ­χω­ρή­σει και κά­ψει το κτή­μα; Για­τί, ρε, δεν έ­τρε­ξες να ρί­ξεις ού­τε έ­να κου­βά νε­ρό, ε; Αφο­ρε­σμέ­νε! Τρεις μή­νες θα κά­νω να σ’ α­νά­ψω το κα­ντή­λι. Που να χέ­σω τη φου­στα­νέ­λα σου...» Πώς του ’ρθε του εγ­γο­νού και αρ­χί­ζει να ψά­χνει τη δι­κή του φου­στα­νέ­λα α­πό τον Φοι­τη­τι­κό Χο­ρευ­τι­κό Σύλ­λο­γο Ηπει­ρω­τών «Η Σα­μα­ρί­να». Την α­να­σύ­ρει, την φο­ρά­ει και θυ­μά­ται φευ­γα­λέα μια πα­νέ­μορ­φη Ιωάν­να α­πό το χο­ρευ­τι­κό. 
Οσοι ά­κου­σαν τον Γιώρ­γο Σκα­μπαρ­δώ­νη να δια­βά­ζει το διή­γη­μα, «Ού­τε έ­ναν κου­βά νε­ρό», τον Μάιο, στο Βυ­ζα­ντι­νό Μου­σείο Πο­λι­τι­σμού, θα πρέ­πει να ε­ξε­πλά­γη­σαν ευ­χά­ρι­στα με την ε­νη­μέ­ρω­σή του γύ­ρω α­πό τους με­τα­βυ­ζα­ντι­νούς α­γιο­γρά­φους. Ταυ­τό­χρο­να, θα με­λαγ­χό­λη­σαν, κα­θώς το διή­γη­μα δέ­νει “το λυ­κό­φως του Βυ­ζα­ντίου” με ε­κεί­νο της ζωής. Ο συγ­γρα­φέ­ας, ό­μως, δια­σκε­δά­ζει τις ε­ντυ­πώ­σεις, κλεί­νο­ντας το διή­γη­μα με έ­να τρα­γού­δι, ό­χι το «Παι­διά της Σα­μα­ρί­νας» που θα α­να­με­νό­ταν, αλ­λά έ­να δι­κό του, πα­ρα­φρά­ζο­ντας το «Κού­ρο Σί­βο» του Καβ­βα­δία: «Η Σα­μα­ρί­να, η Σα­μα­ρί­να ό­λα τα σβή­νει...». Σε ε­κεί­νη την εκ­δή­λω­ση, εί­χε ξε­κι­νή­σει δια­βά­ζο­ντας έ­να άλ­λο διή­γη­μα για ει­κό­νες και α­γιο­γρά­φους, α­κρι­βέ­στε­ρα, για έ­ναν α­γιο­γρά­φο, πα­λαιό­τε­ρο και πε­ριώ­νυ­μο, τον υ­στε­ρο­βυ­ζα­ντι­νό Μα­νουήλ Παν­σέ­λη­νο. Το «Ο κυρ Μα­νουήλ Παν­σέ­λη­νος δε­σπό­ζει» εί­ναι το τέ­ταρ­το διή­γη­μα του Σκα­μπαρ­δώ­νη, που ε­μπνέε­ται α­πό τον μυ­στη­ρια­κό χώ­ρο του Αγίου Όρους. 
Εί­χε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό δέ­κα χρό­νια να θυ­μη­θεί το Όρος. Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ο α­φη­γη­τής στο τε­λευ­ταίο διή­γη­μα της συλ­λο­γής, το «Πά­ρε το τραν­ζί­στορ στη βάρ­κα», ό­που ψα­ρεύει με τον πα­πα-Θεό­φι­λο στη σκιά του Άθω­να, έ­χει δέ­κα πέ­ντε χρό­νια να μπει στο Όρος. Πά­ντως, η πρώ­τη συλ­λο­γή του α­νοί­γει με το α­γιο­ρεί­τι­κο διή­γη­μα, «Το α­σπι­δό­νε­ρο». Εκεί­νο το πρώ­το και το τε­λευ­ταίο της πρό­σφα­της έ­χουν το ί­διο θέ­μα, την α­ντα­πό­κρι­ση των ζώων στο μου­σι­κό ε­ρέ­θι­σμα. Εκεί εί­ναι το πιο φαρ­μα­κε­ρό φί­δι, η α­σπί­δα, ε­δώ τα δελ­φί­νια, που, για α­κό­μη μία φο­ρά, συ­ντε­λού­ν  στην ευ­φρα­ντι­κή α­τμό­σφαι­ρα των θα­λασ­σι­νών του διη­γη­μά­των. Αντι­θέ­τως, υ­πο­βλη­τι­κή εί­ναι η α­τμό­σφαι­ρα στα δυο α­γιο­ρεί­τι­κα, ε­νώ στα εν­διά­με­σα δυο που δια­δρα­μα­τί­ζο­νται στο Όρος («Ιχθύος κα­τά­λυ­σις», «Πρωι­νό ρό­φη­μα»), πε­ρι­γρά­φο­νται πε­ρι­στα­τι­κά με εύ­θυ­μη διά­θε­ση. Πά­ντως, στο πρώ­το και το τε­λευ­ταίο, δεν ο­νο­μα­τί­ζει τους Γέ­ρο­ντες ού­τε τις Μο­νές που α­σκη­τεύουν, πι­θα­νώς θέ­λο­ντας να προϊδεά­σει για την δια­φυ­γή προς το φα­ντα­στι­κό. Πράγ­μα­τι, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο, δε­σπό­ζει ο Παν­σέ­λη­νος. Όχι, ό­μως, μό­νο στο Πρω­τά­το, ό­που οι γνω­στές τοι­χο­γρα­φίες του, αλ­λά και σε μια υ­πό­γεια εκ­κλη­σία, κρυμ­μέ­νη κά­τω α­πό το κε­λά­κι ε­νός πα­ρά­ξε­νου Γέ­ρο­ντα, α­πο­κύη­μα συγ­γρα­φι­κής φα­ντα­σίας ε­ρε­θι­σμέ­νης α­πό τη μα­κρό­χρο­νη κα­τά Διο­νυ­σίου του εκ Φουρ­νά α­νά­γνω­ση. 
Γε­νι­κό­τε­ρα, σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή, η φα­ντα­σία του Σκα­μπαρ­δώ­νη α­να­δει­κνύε­ται πλέ­ον ο­ξυμ­μέ­νη στο να συν­θέ­τει ι­στο­ρίες, κα­θώς ε­πι­νο­εί δαι­μο­νι­κές συ­μπτώ­σεις και α­κραίες συ­γκυ­ρίες. Ανα­φέ­ρα­με τρία α­πό τα 33 διη­γή­μα­τα της πρό­σφα­της συλ­λο­γής. Για ό­σους κα­τα­γρά­φουν και α­ριθ­μη­τι­κά την πα­ρου­σία ε­νός συγ­γρα­φέα, εί­ναι η ε­νά­τη συλ­λο­γή, φτά­νο­ντας το σύ­νο­λο των στε­γα­σμέ­νων σε αυ­τές διη­γη­μά­των στα 187 μέ­σα σε μία ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία. Αυ­τά, ό­μως, μπο­ρεί να μην ταυ­τί­ζο­νται με την συ­νο­λι­κή πα­ρα­γω­γή του. Ο Σκα­μπαρ­δώ­νης κά­νει δύ­σκο­λη τη ζωή μελ­λο­ντι­κών γραμ­μα­το­λό­γων, μη α­να­φέ­ρο­ντας α­πό το 2003 και ύ­στε­ρα, ό­πως εί­ναι φι­λο­λο­γι­κά ε­πι­βε­βλη­μέ­νο, πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις διη­γη­μά­των. Οπό­τε δεν εί­ναι γνω­στά τα ή­δη δη­μο­σιευ­μέ­να, ού­τε αν υ­πάρ­χουν δη­μο­σιευ­μέ­να που δεν έ­χουν συ­μπε­ρι­λη­φθεί. Όσο για τη συγ­γρα­φι­κή πα­ρου­σία, αυ­τή δεν με­τριέ­ται α­πό την έκ­δο­ση βι­βλίου, αλ­λά δη­μο­σίευ­σης διη­γή­μα­τος. Και ο Σκα­μπαρ­δώ­νης, αν δεν σφάλ­λου­με, συ­μπλη­ρώ­νει του χρό­νου τρια­κο­ντα­ε­τία. Κα­τά τα άλ­λα, η πρό­σφα­τη συλ­λο­γή έ­χει τα πε­ρισ­σό­τε­ρα διη­γή­μα­τα ό­λων, αλ­λά λι­γό­τε­ρες σε­λί­δες σε σχέ­ση με τις τρεις προ­η­γού­με­νες. Αρχι­κά, οι πέ­ντε πρώ­τες συλ­λο­γές ή­ταν ο­λι­γο­σέ­λι­δες, 130 σε­λί­δες η ε­κτε­νέ­στε­ρη. Με το ξε­κί­νη­μα, με­τά το 2000, της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας, αυ­ξή­θη­καν σε σε­λί­δες και οι συλ­λο­γές. 
Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή, ο α­ριθ­μός του πλή­θους των διη­γη­μά­των α­να­γρά­φε­ται και στο ε­ξώ­φυλ­λο, δί­κην υ­πό­τιτ­λου. Το 33 θεω­ρεί­ται μα­γι­κός α­ριθ­μός, ο με­γα­λύ­τε­ρος σε δύ­να­μη σα­γή­νης, ό­πως και ο Νοέμ­βριος, που ε­κλαμ­βά­νε­ται ως ο πλέ­ον μυ­στη­ριώ­δης μή­νας, αλ­λά και ο μή­νας ει­σό­δου στον χει­μώ­να. Χά­ρις σε αυ­τό το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό και το συμ­βο­λι­κό του φορ­τίο ε­πι­λέ­γε­ται ως τίτ­λος. Δη­λώ­νε­ται, άλ­λω­στε, στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, που εκ­πέ­μπει με­λαγ­χο­λία, αλ­λά και προϊδεά­ζει για το θε­μα­τι­κό φά­σμα των νέων διη­γη­μά­των. Πλα­γίως ο Σκα­μπαρ­δώ­νης μνη­μο­νεύει την α­πο­χώ­ρη­σή του α­πό τη μά­χι­μη δη­μο­σιο­γρα­φία: “Τώ­ρα που πέ­ρα­σαν οι πα­λιές Πα­ρα­σκευές”. Προ­σθέ­το­ντας: “ντα­για­ντώ μ’ αυ­τά”, που ση­μαί­νει υ­πο­φέ­ρω αλ­λά βα­στώ με την α­νά­κλη­ση πα­λαιών ι­στο­ριών. Ακρι­βέ­στε­ρα, δί­νει μια ποιη­τι­κή ει­κό­να για τη σχέ­ση α­φη­γη­τή και μνή­μης, που προ­βάλ­λει την ευαί­σθη­τη ι­σορ­ρο­πία μίας μυ­θο­πλα­σίας με αυ­το­βιο­γρα­φι­κή διά­στα­ση. Ο συγ­γρα­φέ­ας φαί­νε­ται να δια­θέ­τει πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο στο λε­κτι­κό ρα­φι­νά­ρι­σμα, κα­θώς αυ­ξά­νει ο πλού­τος των ε­πί μέ­ρους στο­λι­διών, ε­νώ πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται οι πλά­γιες νύ­ξεις και οι πο­λύ­ση­μες α­να­φο­ρές. Συ­χνά γί­νε­ται κρυ­πτι­κός, κλεί­νο­ντας έ­να διή­γη­μα με στί­χο του Θέ­μη Τζού­λη, ή γρά­φο­ντας έ­να άλ­λο τύ­που μπον­ζάϊ, ό­πως το «Σχε­δόν που­θε­νά», με ποιη­τι­κή σκο­τει­νό­τη­τα και ι­σό­πο­ση ει­ρω­νεία. Μας δί­νει, ε­πί­σης, την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι στο βά­θος των πε­ρισ­σό­τε­ρων διη­γη­μά­των α­να­σαί­νει έ­νας ι­διό­τυ­πος ρο­μα­ντι­σμός. 
Τε­λι­κά, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης έ­χει κα­τορ­θώ­σει να χει­ρί­ζε­ται τρεις δια­φο­ρε­τι­κού τύ­που λό­γους, χω­ρίς να νο­θεύει τον έ­να με τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του έ­τε­ρου, ό­που με­ρι­κά α­πό αυ­τά εν­δέ­χε­ται να λει­τουρ­γούν ως α­δυ­να­μίες. Πα­ρά­δειγ­μα, ως κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στο διή­γη­μά του επισημαίνεται η πύ­κνω­ση, ε­νώ το πε­ζο­γρα­φι­κό του έρ­γο δεν έ­χει πο­τέ χα­ρα­κτη­ρι­στεί χρο­νο­γρα­φι­κό. Σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή, ρι­ψο­κιν­δυ­νεύει α­πό­πει­ρα και στον ποιη­τι­κό λό­γο. Στο διή­γη­μα «Στο 
Α­ΤΜ που δί­νει ποιή­μα­τα» ε­γκι­βω­τί­ζει πο­λύ­στι­χο ποίη­μα ως ύ­μνο οι­στρή­λα­της έ­μπνευ­σης προς την Ία, τη γυ­ναί­κα των α­φιε­ρω­μα­τι­κών μό­το των βι­βλίων του. Στις συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, εμ­φα­νί­ζε­ται ά­παξ μό­νη της, τριά­κις με­τά άλ­λων προ­σώ­πων και σκύ­λων, ε­νώ στην πρό­σφα­τη α­πο­μέ­νει μό­νη με­τά ε­πτά­δας σκύ­λων συν τα μο­νί­μως ε­πα­νερ­χό­με­να α­δέ­σπο­τα. Ακό­μη και ο Πε­ρι­κλής Σφυ­ρί­δης, που στα 12 ζωο­φι­λι­κά του τα ο­κτώ εί­ναι για σκύ­λους, διή­γη­μα δεν τους έ­χει α­φιε­ρώ­σει. Και σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή του Σκα­μπαρ­δώ­νη υ­πάρ­χει διή­γη­μα για σκύ­λο, «Το λου­ρί που πά­ει βόλ­τα», σε υ­ψη­λούς τό­νους συ­γκι­νη­σια­κής φόρ­τι­σης. Κα­τά τα άλ­λα, προ­τι­μά το ε­ξαι­ρε­τι­κό στην ε­πι­λο­γή των ζω­ντα­νών. Αυ­τό διακρίνεται ε­ξαρ­χής με το «Μία χε­λώ­να α­νά­σκε­λα», το πρώ­το δη­μο­σιευ­μέ­νο διή­γη­μά του στο πρώ­το τεύ­χος του θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κου πε­ριο­δι­κού, «Πα­ρα­φυά­δα».
Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, σε δέ­κα διη­γή­μα­τα πρω­τα­γω­νι­στούν ή έ­στω δευ­τε­ρα­γω­νι­στούν ζω­ντα­νά. Σε έ­να α­πό αυ­τά, «Ώσπερ πε­λε­κάν», ξε­προ­βάλ­λει στον αν­δρο­κρα­τού­με­νο κό­σμο του συγ­γρα­φέα μια μο­να­δι­κή γυ­ναί­κα α­φη­γη­τής. Ίσως, την υ­πο­βάλ­λει το θέ­μα, η στορ­γή του πε­λε­κά­νου για τα νιο­γέν­νη­τα. Αυ­τή τη φο­ρά, πά­ντως, υ­πε­ρι­σχύουν τα ζώα της ξη­ράς, έ­να­ντι ε­κεί­νων του αέ­ρος, κυ­ρίως της θα­λάσ­σης, που έρ­χο­νταν για έ­να διά­στη­μα πρώ­τα στις προ­τι­μή­σεις του. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή δια­φο­ρά στα πρό­σφα­τα εί­ναι ο έ­ντο­νος αν­θρω­πο­μορ­φι­σμός. Πα­ρά­δειγ­μα τα τρία που τα ζω­ντα­νά έ­χουν τον πρώ­το ρό­λο: Το «Θα­μπό φα­νά­ρι», γύ­ρω α­πό τη σφα­γή των χοί­ρων και τον πα­ζο­λι­νι­κής πνοής ορ­γα­σμό που προ­η­γεί­ται. Θε­μα­τι­κά συγ­γε­νεύει με το «Μα­ρία» του Γιάν­νη Πα­λα­βού, το υ­περ­βαί­νει, ό­μως, στις προ­θέ­σεις κοι­νω­νι­κής κρι­τι­κής, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας για το ζευ­γά­ρω­μα των ζώων το ρή­μα γα­μώ, α­να­φε­ρό­με­νο κα­τά τα λε­ξι­κά μό­νο στη συ­νεύ­ρε­ση αν­δρός, αλ­λά και υ­παι­νισ­σό­με­νος ό­τι ο κό­σμος των χοί­ρων έ­να­ντι ε­κεί­νου των αν­θρώ­πων εί­ναι ευ­γε­νι­κός. Ηπιό­τε­ρος ο αν­θρω­πο­μορ­φι­σμός στο «Ο κύ­ριος Cri­­-cket ί­πτα­ται», ό­που την πα­ρά­στα­ση την κλέ­βει το γνω­στι­κό εύ­ρος του συγ­γρα­φέα σχε­τι­κά με τις μου­σι­κές προ­τι­μή­σεις και ε­πι­δό­σεις του κρί­κε­τ, ελ­λη­νι­στί γρύ­λος, στην κοι­νή τρι­ζό­νι.
Πά­ντως, στα ζωο­φι­λι­κά του Σκα­μπαρ­δώ­νη δεν υ­πάρ­χει ο έρ­πων με­τα­μο­ντέρ­νος δι­δα­κτι­σμός. Υπε­ρέ­χει ό­λων το συ­ναι­σθη­μα­τι­κό δέ­σι­μο. Ενδει­κτι­κό το πιο ευ­φά­ντα­στο «Ταΐζο­ντας τα μυρ­μή­γκια». Θε­α­τρι­κό ή­θε­λε να γρά­ψει ο α­φη­γη­τής για τον Άρη Βε­λου­χιώ­τη, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται στο πα­λαιό­τε­ρο διή­γη­μα «Φω­το­γρα­φία με τον Άρη». Προ­σώ­ρας, έ­γρα­ψε έ­να δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, προ­βι­βά­ζο­ντας την ο­μά­δα των 50-60 αν­δρών του Άρη σε τάγ­μα και ε­ξι­σώ­νο­ντάς το  α­ριθ­μη­τι­κά με ε­κεί­νο που τους κα­τα­δίω­κε. Πα­ρεν­θε­τι­κά να ση­μειώ­σου­με, ό­τι η ό­λη δύ­να­μη που ρί­χτη­κε ε­να­ντίον τους, έ­φτα­νε τους 1500. Όταν κι­νεί­ται κα­νείς με­τα­ξύ ντο­κου­μέ­ντου και μυ­θο­πλα­σίας, κα­τά κα­νό­να η ι­στο­ρι­κή α­λή­θεια θυ­σιά­ζε­ται στο βω­μό της λο­γο­τε­χνι­κής. Μέ­νου­με, ω­στό­σο, με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι αυ­τή η ε­ξο­μοίω­ση εί­ναι μία πρώ­τη α­δι­κία του α­φη­γη­τή σε βά­ρος του μυ­θο­πλα­στι­κού Βε­λου­χιώ­τη. Η δεύ­τε­ρη  εί­ναι η κε­ντρι­κή ι­δέα του διη­γή­μα­τος, που θέ­λει έ­ναν Μαυ­ρο­σκού­φη ε­κεί­νης της ο­μά­δας να ζει 68 χρό­νια ταΐζο­ντας μυρ­μή­γκια, για­τί τον έ­σω­σαν τό­τε, ξυ­πνώ­ντας τον ε­γκαί­ρως, α­πό την ε­νέ­δρα των Εθνο­φυ­λά­κων. Μάλ­λον  δεν δεί­χνει και με­γά­λη ε­κτί­μη­ση α­πέ­να­ντι στο α­νά­στη­μα ε­κεί­νων των α­γρίως κα­τα­διω­κό­με­νων αν­δρών.
Από άλ­λους χρό­νους και τον βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κο τό­πο έρ­χο­νται τα ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα που τον πα­θιά­ζουν. Για­τί, ε­κτός α­πό διη­γή­μα­τα για γυ­ναί­κες, σκύ­λους και λοι­πά ζω­ντα­νά, ο κορ­μός της συλ­λο­γής α­φο­ρά πρό­σω­πα. Ήρωες, σαν αλ­λο­παρ­μέ­νοι, που ζού­νε στον κό­σμο τους. Σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή, “τρε­λά­ρες”, έμ­μο­νοι και θερ­μό­αι­μοι του πα­ρό­ντος χρό­νου υ­πο­λεί­πο­νται α­ριθ­μη­τι­κά σε σχέ­ση με τα πρό­σω­πα του πα­ρελ­θό­ντος. Ο Σκα­μπαρ­δώ­νης, αλ­λά­ζο­ντας α­νά­λο­γα με το πρό­σω­πο α­φη­γη­μα­τι­κό τρό­πο, ποι­κίλ­λο­ντας τους τό­νους και την ο­πτι­κή γω­νία, δί­νει μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή χροιά στο α­πεί­κα­σμα μυ­θι­κών μορ­φών της πό­λης του και  των χώ­ρων με τους ο­ποίους ταυ­τί­στη­καν (Ν. Γ. Πε­ντζί­κης, Τ. Κα­νελ­λό­που­λος, Σο­λο­μών Μόλ­χο). Δί­πλα σε αυ­τούς, πλά­θει δυο εκ­κε­ντρι­κούς ή­ρωες, που πα­ρου­σιά­ζο­νται ως υ­ψη­λό­βαθ­μοι στρα­τιω­τι­κοί, θείος ο έ­νας και νου­νός ο άλ­λος του α­φη­γη­τή. Τό­σο ε­ξω­ραϊστι­κή η μνή­μη του βα­φτι­σι­μιού, που θέ­λει τον νου­νό του, ως λο­χα­γό στον Εμφύ­λιο, να κυ­νη­γά­ει α­ντάρ­τες σε Νά­ου­σα, Κερ­δύλ­λια, Ρε­ντί­να, με ά­δειο πι­στό­λι.
Η μνή­μη ω­ραιο­ποιεί αλ­λά και υ­πο­νο­μεύει. Την πε­ρι­γρα­φή του Μα­κε­δο­νο­μά­χου Στέρ­γιου-Τσιού­μα, πρω­το­πα­λί­κα­ρου του Κα­πε­τάν Κώτ­τα, μπο­ρεί να την ζή­λευε α­κό­μη και ο Γεώρ­γιος Μό­δης, ω­στό­σο οι υ­ψη­λοί τό­νοι, κά­ποια  ε­πί­θε­τα, μια φρα­σού­λα προ­σθέ­τουν ει­ρω­νι­κές α­νταύ­γειες. Κι αν υ­περ­βάλ­λου­με ως προς την ει­ρω­νεία, μέ­νει σί­γου­ρα αί­σθη­ση μα­ταιό­τη­τας, ευ­κρι­νέ­στε­ρη στην σχε­δόν ε­πι­κή μνεία της «Απολ­λω­νίας Ίλης», ό­που ο Μέ­γας Αλέ­ξαν­δρος βυ­θί­ζε­ται στο η­μί­φως μέ­σα σε σκη­νι­κό τύ­που Ταρ­κόφ­σκι. Έτσι κι αλ­λιώς, αυ­τή η αί­σθη­ση υ­φέρ­πει σε ο­λό­κλη­ρη τη συλ­λο­γή. Από το πρώ­το διή­γη­μα, με τον α­πο­κα­λυ­πτι­κό τίτ­λο, «Ο αυ­τό­λυ­κος». Σαν μο­να­χι­κός λύ­κος νιώ­θει ε­δώ ο α­φη­γη­τής – μά­ταιος αυ­τό­λυ­κος. Ψυ­χής παραμυθία, λοι­πόν, οι διη­γή­σεις του Σκα­μπαρ­δώ­νη.  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/9/2014.