Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Διακειμενικές συνομιλίες

Έλενα Μαρούτσου
«Οι χυδαίες ορχιδέες»
Εκδ. Κίχλη
Οκτ. 2015

Τη φα­ντα­σία, την πλέ­ον προ­νο­μιού­χο λει­τουρ­γία του ε­γκε­φά­λου, εί­θι­σται να την δια­κρί­νου­με σε α­να­πα­ρα­γω­γι­κή, κοι­νώς μνη­μο­νι­κή, δη­μιουρ­γι­κή και ε­πι­νο­η­τι­κή. Μό­νο που αυ­τή η ει­δο­λο­γι­κή τα­ξι­νό­μη­ση δεν εί­ναι ε­παρ­κής στην πε­ρί­πτω­ση της συγ­γρα­φι­κής φα­ντα­σίας. Από το γύ­ρι­σμα του αιώ­να, μά­λι­στα, και ό­σο προ­χω­ρού­με στις δε­κα­ε­τίες του 21ου, γί­νε­ται ό­λο και α­νε­παρ­κέ­στε­ρη, κα­θώς κερ­δί­ζει έ­δα­φος έ­να τέ­ταρ­το εί­δος φα­ντα­σίας, που θα μπο­ρού­σε να ο­νο­μα­στεί δια­κει­με­νι­κή. Μάλ­λον λό­γω μι­μη­τι­κής διά­θε­σης, που συ­νι­στά μία άλ­λη ε­δραία αν­θρώ­πι­νη λει­τουρ­γία, πα­ρά α­νε­πάρ­κειας, ο συγ­γρα­φέ­ας της με­τα­μο­ντέρ­νας ε­πο­χής αν­τλεί, ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, ή­ρωες, συμ­βά­ντα και κα­τα­στά­σεις α­πό τα κεί­με­να άλ­λων συγ­γρα­φέων. Αυ­τού του εί­δους η πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γία, πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­γκε­φα­λι­κή πα­ρά ψυ­χι­κή, θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί πα­ρα­κλά­δι της ε­πι­νο­η­τι­κής φα­ντα­σίας, κα­θώς ου­σια­στι­κά ε­πε­ξερ­γά­ζε­ται τις αλ­λό­τριες πα­ρα­στά­σεις, προ­σπα­θώ­ντας να βρει νέ­ους μυ­θο­πλα­στι­κούς συν­δυα­σμούς. Εδώ, το μέ­τρο γο­νι­μό­τη­τας έ­γκει­ται στο βαθ­μό και την έ­κτα­ση α­νά­πλα­σης του δα­νείου. Δη­λα­δή, πό­σο δη­μιουρ­γι­κός α­πο­δει­κνύε­ται ο συγ­γρα­φέ­ας, που οι­κειο­ποιεί­ται α­πό έ­να α­γα­πη­μέ­νο του βι­βλίο τον έ­τοι­μο ή­ρωα ή την ξέ­νη ε­μπει­ρία και τα συν­δυά­ζει με δι­κά του βιώ­μα­τα ή και νέες νο­η­τι­κές κα­τα­σκευές.

Ως ο­ρια­κή πε­ρί­πτω­ση δια­κει­με­νι­κής “συ­νο­μι­λίας”, θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί η δια­σκευή, ό­που ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τα­πιά­νε­ται με ο­λό­κλη­ρο το ξέ­νο έρ­γο, ε­πι­φέ­ρο­ντας τρο­πο­ποιή­σεις έ­τσι ώ­στε να ι­κα­νο­ποιεί το δι­κό του γού­στο. Αν και σή­με­ρα δεν ελ­κύει η δια­σκευή, που πε­ριο­ρί­ζε­ται στον εκ­μο­ντερ­νι­σμό ε­νός κλα­σι­κού έρ­γου, δη­λα­δή την αλ­λα­γή του τό­που και του χρό­νου, που το συ­νταυ­τί­ζει με τη σύγ­χρο­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Εκεί­νο, που κυ­ρίως  κε­ντρί­ζει  τη φα­ντα­σία του ση­με­ρι­νού δια­σκευα­στή, εί­ναι συ­νή­θως η α­να­τρο­πή του τέ­λους ή και λί­γο πιο συ­ντη­ρη­τι­κά, η συ­μπλή­ρω­σή του. Το κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο εί­ναι ο στό­χος του ε­πί­δο­ξου συγ­γρα­φέα. Τι ε­ζή­λω­σε α­πό το κλα­σι­κό έρ­γο, την υ­ψη­λή του α­να­γνω­σι­μό­τη­τα ή την λο­γο­τε­χνι­κή του α­ξία. Άλλες οι βλέ­ψεις ε­κεί­νου που θα ε­να­σχο­λη­θεί με την ε­πέ­κτα­ση του «Όσα παίρ­νει ο ά­νε­μος» κι άλ­λες του α­να­και­νι­στή ε­νός έρ­γου ό­πως «Ο φύ­λα­κας στη σί­κα­λη». Υπάρ­χουν, ω­στό­σο, και κλα­σι­κά βι­βλία, που ε­πι­δέ­χο­νται και τις δυο προ­σεγ­γί­σεις, α­νά­λο­γα με τη διά­θε­ση και τη σκευή του συγ­γρα­φέα. Ένα πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Ντ. Χ. Λώ­ρε­νς, «Ο ε­ρα­στής της λαί­δης Τσά­τερ­λι», που ε­νέ­πνευ­σε πρό­σφα­τα δυο δια­φο­ρε­τι­κές εκ­δο­χές: την α­με­ρι­κα­νι­κή δια­σκευή «Δε­σποι­νίς Τσά­τερ­λι» και τις συ­μπλη­ρω­μα­τι­κές α­να­με­τα­ξύ τους πα­ραλ­λα­γές δυο ελ­λη­νι­κών διη­γη­μά­των, «Οι χυ­δαίες ορ­χι­δέες» και «Για­τί ή­ταν πριν γε­φύ­ρια».

Πρό­κει­ται για δυο α­πό τις έ­ντε­κα ι­στο­ρίες του πέ­μπτου βι­βλίου και της τρί­της συλ­λο­γής διη­γη­μά­των της Έλε­νας Μα­ρού­τσου, που κυ­κλο­φό­ρη­σε, αλ­λά­ζο­ντας, για α­κό­μη μία φο­ρά, εκ­δο­τι­κό οί­κο, τον τέ­ταρ­το στη σει­ρά. Η Μα­ρού­τσου εί­ναι α­πό τις ό­ψι­μες εμ­φα­νί­σεις της τε­λευ­ταίας συγ­γρα­φι­κής ο­μά­δας του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να. Αυ­τήν που έ­χου­με πα­λαιό­τε­ρα α­πο­κα­λέ­σει και γε­νιά του «Να έ­να μή­λο», α­πό τον τίτ­λο του πε­ριο­δι­κού, που φι­λο­ξέ­νη­σε τους πρώ­τους εμ­φα­νι­σθέ­ντες και σή­με­ρα, γνω­στό­τε­ρους εκ­προ­σώ­πους της. Η Μα­ρού­τσου δεν α­νή­κει σε αυ­τούς, κα­θώς η α­να­γνώ­ρι­ση του τα­λέ­ντου της δεν έ­γι­νε πά­ραυ­τα, με το πρώ­το βι­βλίο, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση του Χρ. Χω­με­νί­δη ή της Αμ. Μι­χα­λο­πού­λου. Ου­σια­στι­κά, δια­κρί­θη­κε με το τρί­το της βι­βλίο, «Με­τα­ξύ συρ­μού και α­πο­βά­θρας», που ή­ταν το πρώ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα και το ο­ποίο εκ­δό­θη­κε το 2008, δέ­κα χρό­νια με­τά την πρώ­τη της εμ­φά­νι­ση. Σε αυ­τό ε­πέ­δει­ξε γό­νι­μη φα­ντα­σία, ε­μπλου­τί­ζο­ντας την ει­κο­νο­πλα­σία με ει­κα­στι­κά ε­ρε­θί­σμα­τα, α­πό το πα­ρά­πλευ­ρο πε­δίο του “κολ­λά­ζ”. Την ι­κα­νό­τη­τά της, ω­στό­σο, στη δια­κει­με­νι­κή “συ­νο­μι­λία”, την α­πο­κά­λυ­ψε στο ε­πό­με­νο βι­βλίο της. Μία νου­βέ­λα, «Το νό­η­μα», γραμ­μέ­νη κα­τά πα­ραγ­γε­λία, ώ­στε να ε­ντα­χθεί σε σει­ρά βι­βλίων συ­γκε­κρι­μέ­νης θε­μα­τι­κής.

Στο πρό­σφα­το βι­βλίο, το ε­ρέ­θι­σμα στά­θη­κε και πά­λι μία πα­ραγ­γε­λία. Αυ­τήν τη φο­ρά για διή­γη­μα, που θα πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν σε θε­μα­τι­κή αν­θο­λο­γία, γι’ αυ­τό και προ­βλε­πό­ταν, ως προς την έ­κτα­ση, ό­ριο λέ­ξεων. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, που πλη­θαί­νουν τα κα­τά πα­ραγ­γε­λία πε­ζά, ό­πως και οι θε­μα­τι­κές αν­θο­λο­γίες, συμ­βαί­νει, σε ο­ρι­σμέ­νες ευ­τυ­χείς πε­ρι­πτώ­σεις, η πα­ρα­βία­ση των πε­ριο­ρι­σμών να κα­τα­λή­γει σε αυ­το­τε­λή βι­βλία. Το συ­νη­θέ­στε­ρο, πρό­κει­ται για νου­βέ­λες, ό­πως το προ­η­γού­με­νο βι­βλίο του Ηλία Μα­γκλί­νη, «Η α­νά­κρι­ση». Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, κά­πο­τε, προ­κύ­πτει και μυ­θι­στό­ρη­μα, αν τύ­χει πα­λαί­μα­χος συγ­γρα­φέ­ας, που γνω­ρί­ζει το πώς να α­πλώ­νει την μυ­θο­πλα­στι­κή πά­στα. Πα­ρά­δειγ­μα, το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Κώ­στα Μουρ­σε­λά, «Στην ά­κρη της νύ­χτας», το ο­ποίο ξε­κί­νη­σε ως διή­γη­μα, που θα πα­ράλ­λασ­σε το τέ­λος του πα­πα­δια­μα­ντι­κού «Όνει­ρο στο κύ­μα», αλ­λά, μια και ε­ορ­τα­ζό­ταν το ε­πε­τεια­κό για τον Σκια­θί­τη 2011, με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε μυ­θι­στό­ρη­μα.

Η Μα­ρού­τσου, το κα­τά πα­ραγ­γε­λία διή­γη­μα, που προέ­κυ­ψε πο­λύ πέ­ραν των προ­κα­θο­ρι­σμέ­νων ο­ρίων μα­κρο­σκε­λές, δεν το με­τα­μόρ­φω­σε ού­τε σε νου­βέ­λα ού­τε σε μυ­θι­στό­ρη­μα. Έκα­νε κά­τι πιο πρω­τό­τυ­πο. Το πρό­τα­ξε σε έ­να βι­βλίο, ο­μό­τιτ­λο μεν, αλ­λά ο­κτα­πλά­σιας έ­κτα­σης. Αυ­τό το κα­τόρ­θω­σε χά­ρις στην ε­ξημ­μέ­νη δια­κει­με­νι­κή της φα­ντα­σία. Εμπνεύ­στη­κε έ­ντε­κα συ­νο­λι­κά διη­γή­μα­τα, ό­που το κα­θέ­να “συ­νο­μι­λεί” με γνω­στό ξέ­νο λο­γο­τε­χνι­κό έρ­γο, ε­κτός του τε­λευ­ταίου, που “συ­νο­μι­λεί” με το γνω­στό­τα­το ελ­λη­νι­κό διή­γη­μα, «Ο έ­ρω­τας στα χιό­νια» του Πα­πα­δια­μά­ντη. Αν ο Μουρ­σε­λάς τόλ­μη­σε να πλά­σει μία “ά­τα­κτη” Μο­σχού­λα, η Μα­ρού­τσου δεν δι­στά­ζει, στο ε­ρω­τι­κώς ε­λευ­θε­ριά­ζον βι­βλίο της, ό­χι μό­νο να πά­ρει ως ει­σα­γω­γι­κό μό­το φρά­ση α­πό το εν λό­γω διή­γη­μα, αλ­λά και να τιτ­λο­φο­ρή­σει το σύ­ντο­μο διή­γη­μα, που “συ­νο­μι­λεί” με το πα­πα­δια­μα­ντι­κό, «Η μο­να­δι­κή α­πό­χρω­ση του λευ­κού». Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι ο Σκια­θί­της να βρε­θεί συ­νο­μι­λη­τής, έ­στω μέ­σω δια­με­σο­λα­βη­τή, με την Ε. Λ. Τζέι­μς και το πε­ρι­βό­η­το μπε­στ σέ­λερ της, «Πε­νή­ντα α­πο­χρώ­σεις του γκρι».

Στη συλ­λο­γή υ­πάρ­χει και έ­να δεύ­τε­ρο διή­γη­μα με πα­ρα­πλή­σιο τίτ­λο, «Η μο­να­δι­κή α­πό­χρω­ση του μαύ­ρου». Αυ­τό ε­κτε­νέ­στε­ρο και με τολ­μη­ρές πε­ρι­γρα­φές, συ­νι­στά ου­σια­στι­κό­τε­ρη “συ­νο­μι­λία” με το βρε­τα­νι­κό μπε­στ σέ­λερ. Αρκε­τά, πά­ντως, α­πό τα διη­γή­μα­τα “συ­νο­μι­λού­ν” με πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός γνω­στά έρ­γα. Στο συ­γκε­κρι­μέ­νο διή­γη­μα, λ.χ., α­να­μι­γνύο­νται στην υ­πό­θε­ση, η «Σα­λώ­μη» του Όσκαρ Ουάιλ­ντ, η «Μαύ­ρη ντά­λια», μέ­χρι και «Η Αλί­κη στη χώ­ρα των θαυ­μά­των», που συ­νι­στού­σε το δια­κεί­με­νο του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου της. Η Μα­ρού­τσου, πά­ντο­τε ευ­ρη­μα­τι­κή, δεν αρ­κεί­ται στις δια­κει­με­νι­κές “συ­νο­μι­λίες” των ι­στο­ριών, αλ­λά α­πο­κα­θι­στά ε­πι­προ­σθέ­τως, α­να­με­τα­ξύ τους, μυ­θο­πλα­στι­κούς δε­σμούς. Με στό­χο να δη­μιουρ­γή­σει έ­να πιο στέ­ρεο πλαί­σιο, φρο­ντί­ζει η συλ­λο­γή της να έ­χει σπον­δυ­λω­τό χα­ρα­κτή­ρα. Δη­λα­δή, ο­ρι­σμέ­νοι ή­ρωες να εμ­φα­νί­ζο­νται, ή και α­πλώς να α­να­φέ­ρο­νται στην α­φη­γη­μα­τι­κή ροή, σε δυο ή και τρεις ι­στο­ρίες. Σε δυο διη­γή­μα­τα, μά­λι­στα, ελ­λεί­ψει ή­ρωα κα­τάλ­λη­λου να λει­τουρ­γή­σει ως γε­φυ­ρο­ποιός, ε­πι­στρα­τεύε­ται το βι­βλίο «Σα­λώ­μη», που πα­ρα­χω­μέ­νο στην άμ­μο ρο­δί­τι­κης πα­ρα­λίας αλ­λά­ζει χέ­ρια, ο­πό­τε μνη­μο­νεύε­ται σε αμ­φό­τε­ρα.

Στο μυ­θο­πλα­στι­κό “κολ­λά­ζ” της Μα­ρού­τσου, α­πό ό­λα τα ε­ρω­το­γρα­φή­μα­τα, με τα ο­ποία “συ­νο­μι­λού­ν” οι ι­στο­ρίες της, το μό­νο που ε­μπνέει αι­σθη­σια­κές πε­ρι­γρα­φές εί­ναι το λο­γο­κρι­μέ­νο το 1932 ως πορ­νο­γρά­φη­μα μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς, «Ο ε­ρα­στής της λαί­δης Τσά­τερ­λι», και ό­χι, ό­πως πι­θα­νώς θα α­να­με­νό­ταν, το σύγ­χρο­νο της Τζαίη­μς. Όσο, ό­μως, α­φο­ρά τις δια­φο­ρε­τι­κές εκ­δο­χές της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας, με τις ο­ποίες η συγ­γρα­φέ­ας α­πο­πει­ρά­ται να υ­φά­νει τις ι­στο­ρίες της, ο λε­σβια­κός έ­ρω­τας εί­ναι αυ­τός που α­πο­δί­δει συ­νε­κτι­κές, αυ­τάρ­κεις ι­στο­ρίες. Τρεις τον α­ριθ­μό, α­να­δει­κνύουν πτυ­χές, συ­νυ­φα­σμέ­νες συ­νή­θως με τη γυ­ναι­κεία ι­διο­συ­γκρα­σία, ό­πως οι υ­περ­βάλ­λου­σες συ­ναι­σθη­μα­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις, σε ό­λη τη γκά­μα, α­πό την τρυ­φε­ρό­τη­τα μέ­χρι την ε­ξου­σια­στι­κή σκλη­ρό­τη­τα. Μό­νο που αυ­τές οι ι­στο­ρίες, πα­ρα­δό­ξως, υ­στε­ρούν σε ε­ρω­τι­σμό. Ενώ, άλ­λες ι­στο­ρίες, με δια­φο­ρε­τι­κές σε­ξουα­λι­κές εμ­μο­νές, κα­τα­κλύ­ζο­νται α­πό δια­κει­με­νι­κά ευ­ρή­μα­τα, με α­πο­τέ­λε­σμα ο αι­σθη­σια­σμός των ε­ρω­τι­κών σκη­νών, ό­ταν υ­πάρ­χει, να αρ­δεύε­ται α­πό το πρω­τό­τυ­πο.

Ισως, να εί­μα­στε υ­περ­βο­λι­κά α­παι­τη­τι­κοί α­πό μία συλ­λο­γή ε­ρω­τι­κών ι­στο­ριών. Γι’ αυ­τό, ό­μως, ας ό­ψε­ται η συγ­γρα­φέ­ας, που, με την αρ­χι­κή νου­βέ­λα, «Οι χυ­δαίες ορ­χι­δέες», έ­βα­λε ψη­λά τον πή­χυ των προσ­δο­κιών. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, για νου­βέ­λα πρό­κει­ται, ή έ­στω ι­στο­ρία. Διή­γη­μα, πά­ντως, δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν το εν λό­γω πε­ζό. Αλλά και τις ι­στο­ρίες της Αλίς Μουν­ρό διη­γή­μα­τα δεν τις α­πο­κα­λού­με; Όπως και να έ­χει, αν εκ­δι­δό­ταν αυ­το­τε­λώς, θα συ­νι­στού­σε έ­να α­πό τα πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα πε­ζά στο πε­δίο της ε­ρω­τι­κής λο­γο­τε­χνίας.

Σε αυ­τό, η Μα­ρού­τσου α­πλώ­νει χρο­νι­κά το μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς, με κε­ντρι­κή η­ρωί­δα την εγ­γο­νή της Λαί­δης Τσά­τερ­λι και του δα­σο­φύ­λα­κα Μέλ­λο­ρς. Η εγ­γο­νή ζει έ­ναν έ­ρω­τα α­ντί­στοι­χο με ε­κεί­νον της για­γιάς της. Δη­λα­δή, η ι­στο­ρία ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται, ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, δί­νε­ται μία εκ­συ­χρο­νι­στι­κή εκ­δο­χή, ό­πως στην πρό­σφα­τη α­με­ρι­κα­νι­κή δια­σκευή. Η εγ­γο­νή της Λαί­δης δια­τη­ρεί μα­ζί με τον σύ­ζυ­γό της φυ­τώ­ριο κα­κτο­ει­δών. Οπό­τε, α­ντί του δα­σο­φύ­λα­κα, μπαί­νει στην οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία κη­που­ρός. Για να δια­τη­ρη­θεί, ό­μως, η κοι­νω­νι­κή δια­φο­ρά του πα­ρεί­σα­κτου με το ζεύ­γος, εί­ναι έ­νας νέ­γρος, με­τα­νά­στης α­πό τη Νι­γη­ρία. Αυ­τή η ε­πι­λο­γή το­νί­ζει τον σαρ­κι­κό και μό­νο έ­ρω­τα, που νιώ­θει γι’ αυ­τόν η στε­ρη­μέ­νη εγ­γο­νή. Για­τί μπο­ρεί ο Άγγλος σύ­ζυ­γος να μην εί­ναι α­νά­πη­ρος ό­πως ο Λόρ­δος Τσά­τερ­λι, πα­ρου­σιά­ζε­ται, ό­μως, ως “α­γα­θός γί­γα­ντας”, ε­λά­χι­στα ε­ρω­τι­κός. Όπως και στην  α­με­ρι­κα­νι­κή εκ­δο­χή, μό­νο που ε­κεί πρό­κει­ται για έ­ναν α­διά­φο­ρο γιά­πη. Αμφό­τε­ροι, πά­ντως, πε­ρι­γρά­φο­νται βο­λι­κοί ως σύ­ζυ­γοι, που ση­μαί­νει πως, εί­τε δεν α­ντι­λαμ­βά­νο­νται το ο­λί­σθη­μα της συ­ζύ­γου εί­τε το συγ­χω­ρούν.

Ο Λώ­ρε­νς, α­ντι­θέ­τως, α­φή­νει α­νοι­χτό το τέ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Όταν η Λαί­δη Τσά­τερ­λι κα­τα­λα­βαί­νει ό­τι πε­ρι­μέ­νει παι­δί, ε­γκα­τα­λεί­πει το συ­ζυ­γι­κό μέ­γα­ρο, το ί­διο και ο δα­σο­φύ­λα­κας. Εκεί­νη κα­τα­φεύ­γει στην α­δελ­φή της, ε­κεί­νος πιά­νει δου­λειά σε α­γρό­κτη­μα, αμ­φό­τε­ροι σε α­να­μο­νή των δια­ζυ­γίων της, ελ­πί­ζο­ντας πως θα ξα­να­σμί­ξουν. Την κα­τά­λη­ξη του έ­ρω­τά τους την φα­ντα­σιώ­νε­ται η Μα­ρού­τσου. Τη Λαί­δη, στα 77 της, τη σκο­τώ­νει ο ε­ρα­στής της, σύ­ζυ­γός της πλέ­ον, και με­τά αυ­το­κτο­νεί. Έτσι εί­χαν συμ­φω­νή­σει να “φύ­γου­ν”, ό­ταν πλέ­ον δεν θα ε­παρ­κού­σαν σω­μα­τι­κά για ε­ρω­τι­κές συ­νευ­ρέ­σεις. Κά­πως με­λό, ό­πως δρα­μα­τι­κός πλά­θε­ται και ο βίος της κό­ρης τους, που πρω­τα­γω­νι­στεί στο προ­τε­λευ­ταίο διή­γη­μα της συλ­λο­γής, το ο­ποίο συ­νι­στά α­ντιε­ρω­τι­κό πό­λο στο «Χυ­δαία ορ­χι­δέ­α», πα­ρά την κοι­νή τους μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή πη­γή. Κα­τά τα άλ­λα, η δια­κει­με­νι­κή “συ­νο­μι­λία” με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς α­ντι­πα­ρέρ­χε­ται την κρι­τι­κή του για την κοι­νω­νι­κή κα­τά­στα­ση της ε­πο­χής του και την πί­στη του, πως έ­να νέο κα­θε­στώς σχέ­σεων των δυο φύ­λων θα διόρ­θω­νε τα τρω­τά. Ανα­με­νό­με­νο, α­φού τα ό­ποια τρω­τά του πο­λι­τι­σμού, σή­με­ρα πλέ­ον, ε­λά­χι­στα ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό τις σχέ­σεις των δυο φύ­λων. Άλλω­στε, ποια­νών φύ­λων;  

Εκεί­νο, πά­ντως, που θα ζή­λευε α­κό­μη και έ­νας Ντ. Χ. Λώ­ρε­νς στη νου­βέ­λα της Μα­ρού­τσου, εί­ναι η διάν­θι­ση των ε­ρω­τι­κών πε­ρι­γρα­φών με ποι­κι­λία α­πό ορ­χι­δέες, δι­κής της ο­νο­μα­το­θε­σίας, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την “χυ­δαία” ορ­χι­δέα του τίτ­λου. Πράγ­μα­τι, η ορ­χι­δέα, αυ­τή κα­θαυ­τή, προ­σφέ­ρε­ται για ι­στο­ρίες με σε­ξουα­λι­κές συν­δη­λώ­σεις. Ωστό­σο, συ­νή­θως, ως τίτ­λος μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ο συμ­βο­λι­σμός α­φο­ρά άλ­λες ι­διό­τη­τές της, ό­πως η α­ντο­χή της στις ε­ξω­τε­ρι­κές συν­θή­κες στο πα­λαιό­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα της Καί­της Οι­κο­νό­μου, «Λευ­κή ορ­χι­δέ­α». Κι ό­μως, η όρ­χις η άρ­ρην εί­ναι έ­να προ­κλη­τι­κά αμ­φί­φυ­λο φυ­τό, ό­που η μεν ο­νο­μα­σία ο­φεί­λε­ται στους δυο ρι­ζι­κούς κον­δύ­λους, αλ­λά το άν­θος, με τη διά­τα­ξη σέ­πα­λων και πε­τά­λων, προ­σο­μοιά­ζει με αι­δοίο.

Για ε­ξώ­φυλ­λο, ε­πι­λέ­χθη­κε ο πί­να­κας της α­με­ρι­κα­νί­δας ζω­γρά­φου Τζώρτ­ζιας Ο’Κη­φ, συ­νο­μή­λι­κης του Ντ. Χ. Λώ­ρε­νς, «Μαύ­ρη Ίρις ΙΙ», έρ­γο του 1936. Ενώ, ο προ­η­γού­με­νος, «Μαύ­ρη Ίρις Ι», εί­ναι της ί­διας ε­πο­χής με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς. Λε­σβία η Ο’Κη­φ, στους πιο εν­δια­φέ­ρο­ντες πί­να­κές της, ει­κο­νί­ζει με­γε­θυ­μέ­να άν­θη και όρ­γα­να φυ­τών, που ε­πι­δέ­χο­νται συμ­βο­λι­κές ερ­μη­νείες. Με­τα­ξύ άλ­λων, φι­λο­τε­χνεί πί­να­κες με ορ­χι­δέες και ί­ρι­δες, σε­ξουα­λι­κώς τολ­μη­ρούς, με τα άν­θη σύμ­φυ­τα θη­λυ­κά. Ποια ά­ρα­γε α­πό τις τρεις γυ­ναί­κες συ­νερ­γούς στην έκ­δο­ση – συγ­γρα­φέα, εκ­δό­τρια, σχε­διά­στρια ε­ξω­φύλ­λου – εί­χε την ι­δέα να ταυ­τί­σει την «Μαύ­ρη Ίρι­δα» με την «Χυ­δαία ορ­χι­δέ­α»;

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/1/2016.