Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Αρίστου και Χρυσάνθης πάθη



Δη­μή­τρης Νόλ­λας
«Το τα­ξί­δι στην Ελλά­δα»
Εκδό­σεις Ίκα­ρος
Μάρ­τιος 2013 

Τον πε­ρα­σμέ­νο Δε­κέμ­βριο, στον σχο­λια­σμό του προ­η­γού­με­νου πε­ζο­γρα­φι­κού βι­βλίου του Δη­μή­τρη Νόλ­λα, α­να­φέ­ρα­με το πε­ζό που εί­χε δη­μο­σιεύ­σει στο πε­ριο­δι­κό «Οδός Πα­νός», στο τεύ­χος του τρι­μή­νου Οκτ.-Δεκ. 2011, α­φή­νο­ντας α­νοι­κτό τον ει­δο­λο­γι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό του. Δη­λα­δή, το κα­τά πό­σο ε­πρό­κει­το για α­πό­σπα­σμα μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, δε­δο­μέ­νου ό­τι έ­φε­ρε, πέ­ραν του τίτ­λου, τον προσ­διο­ρι­σμό “α­πό­σπα­σμα”, λα­τι­νι­κή α­ρίθ­μη­ση και ε­πι­μέ­ρους υ­πό­τιτ­λο, ή μή­πως, για διή­γη­μα, ό­που αυ­τά τα πε­ρι­κεί­με­να στοι­χεία συ­νι­στού­σαν μια με­τα­μο­ντέρ­νας έ­μπνευ­σης με­ταμ­φίε­ση. Μέ­χρι την έκ­δο­ση του πρό­σφα­του, 18ου στη σει­ρά, πε­ζο­γρα­φι­κού του βι­βλίου, η Βι­βλιο­θή­κη Δ. Νόλ­λα α­παρ­τι­ζό­ταν α­πό 5 συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, 5 νου­βέ­λες, 5 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, συν δυο συλ­λο­γές μι­κρών πε­ζών. Άρα, οι τρεις ει­δο­λο­γι­κές κα­τη­γο­ρίες ι­σο­βαθ­μού­σαν. Αυ­τό, με μια ε­πι­φύ­λα­ξη: Τα δυο πρώ­τα βι­βλία, τα ο­ποία εί­χαν μεν εκ­δο­θεί την ί­δια χρο­νιά, σε α­πό­στα­ση μη­νών, αλ­λά τους τό­πους έκ­δο­σής τους, Άμστερ­ντα­μ-Αθή­να, τους χώ­ρι­ζε η μι­σή Ευ­ρώ­πη, α­φού, στο α­να­με­τα­ξύ, συ­νέ­βη η πτώ­ση της Δι­κτα­το­ρίας, δεν έ­φε­ραν, κα­τά τις εκ­δό­σεις και ε­πα­νεκ­δό­σεις τους, ει­δο­λο­γι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό, ό­πως τα κα­το­πι­νά. Μέ­χρι προ τριε­τίας, ω­στό­σο, στον κα­τά­λο­γο έρ­γων του συγ­γρα­φέα, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν αμ­φό­τε­ρα νου­βέ­λες. Με την αλ­λα­γή εκ­δό­τη, προ διε­τίας, ο κα­τά­λο­γος φαί­νε­ται ό­τι α­να­θεω­ρή­θη­κε και το δεύ­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Εμείς, για λό­γους που θα α­παι­τού­σαν με­γα­λύ­τε­ρη α­νά­πτυ­ξη, συ­γκρα­τού­με ως προ­σφυέ­στε­ρο τον πα­λαιό­τε­ρο.

Με βρα­χεία κε­φα­λή

Την α­πά­ντη­ση στο εκ­κρε­μές ε­ρώ­τη­μά μας την έ­δω­σε το πρό­σφα­το βι­βλίο, το ο­ποίο φαί­νε­ται να παίρ­νει ι­διαί­τε­ρη θέ­ση στη Βι­βλιο­θή­κη του συγ­γρα­φέα. Αυ­τό του­λά­χι­στον δεί­χνει η προ­βο­λή του, με προ της κυ­κλο­φο­ρίας του πα­ρου­σιά­σεις αλ­λά και με ε­πι­λο­γή ως η­μέ­ρα κυ­κλο­φο­ρίας τη συμ­βο­λι­κή της ε­α­ρι­νής ι­ση­με­ρίας, ο­ρι­σμέ­νη ως Πα­γκό­σμια Ημέ­ρα Ποίη­σης και ε­σχά­τως, Εξά­λει­ψης των Φυ­λε­τι­κών Δια­κρί­σεων. Τε­λι­κά, μα­κράν του συγ­γρα­φέα τα με­τα­μο­ντέρ­να τερ­τί­πια. Επρό­κει­το, πράγ­μα­τι, για α­πό­σπα­σμα α­πό το και­νού­ριό του μυ­θι­στό­ρη­μα. Αλλά­ζει μό­νο η α­ρίθ­μη­ση και ο ε­πι­μέ­ρους υ­πό­τιτ­λος που α­να­φέ­ρο­νται στο συ­γκε­κρι­μέ­νο κε­φά­λαιο. Εί­ναι το τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Πρι­γκι­πι­κά κά­το­πτρα» α­ντί «Εδώ­δι­μα-Αποι­κια­κά». Θα ει­κά­ζα­με, δε­δο­μέ­νου του πε­ριε­χο­μέ­νου του κε­φα­λαίου, ό­τι ο νέ­ος τίτ­λος εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό τη λο­γο­τε­χνι­κή ε­πι­και­ρό­τη­τα του 2011, αλ­λά κά­τι τέ­τοιο θα χρεια­ζό­ταν ε­πί­σης με­γα­λύ­τε­ρη α­νά­πτυ­ξη. Ακρι­βέ­στε­ρα, πρό­κει­ται για α­πό­σπα­σμα του εν λό­γω κε­φα­λαίου, κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το πρώ­το μι­σό. Πα­ρα­λεί­πο­νται ή με­τα­φέ­ρο­νται πα­ρά­γρα­φοι, αλ­λά­ζουν φρά­σεις και κυ­ρίως λέ­ξεις. Ανα­με­νό­με­νες οι αλ­λα­γές α­πό έ­να συγ­γρα­φέα τύ­που Νόλ­λα, ο ο­ποίος δεν γρά­φει μια και έ­ξω. Όπως πλη­ρο­φο­ρεί, το μυ­θι­στό­ρη­μα το ο­λο­κλή­ρω­σε Νοέμ­βριο 2012 και το πε­ζό στο πε­ριο­δι­κό θα πρέ­πει να το πα­ρέ­δω­σε Σε­πτέμ­βριο 2011, που ση­μαί­νει πως υ­πήρ­χε κο­ντά έ­νας χρό­νος για πε­ραι­τέ­ρω ε­πε­ξερ­γα­σία.
Έτσι το εί­δος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος πή­ρε το προ­βά­δι­σμα με βρα­χεία κε­φα­λή έ­να­ντι της σύ­ντο­μης φόρ­μας, που α­πο­τέ­λε­σε το ση­μείο εκ­κί­νη­σης αλ­λά και την α­πο­κλει­στι­κή σο­δειά για τα πρώ­τα δέ­κα ο­κτώ έ­τη. Το μυ­θι­στό­ρη­μα άρ­γη­σε να έλ­θει, αλ­λά και στη δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο, που υ­πε­ρί­σχυ­σε, οι δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές δεν έ­μει­ναν α­πα­ρα­βία­στες. Πα­ρα­δό­ξως, το κα­τ’ ε­ξο­χήν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του διη­γή­μα­τος, η πύ­κνω­ση, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο αι­σθη­τή στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Νόλ­λα, χω­ρίς, ω­στό­σο, αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι πρό­κει­ται για οιο­νεί μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Από­δει­ξη, ο υ­βρι­δι­κός χα­ρα­κτή­ρας ε­κεί­νου του δεύ­τε­ρου βι­βλίου που α­να­φέ­ρα­με, αλ­λά και η προ­γραμ­μα­τι­ζό­με­νη τρι­λο­γία, ό­που το πρώ­το μέ­ρος εί­ναι η περ­σι­νή συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, το δεύ­τε­ρο εί­ναι το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα, ε­νώ το εί­δος του τρί­του, ί­σως να μέ­νει α­κό­μη α­διευ­κρί­νι­στο και για τον ί­διο τον συγ­γρα­φέα. 
Αν, πά­ντως, υ­πο­θέ­σου­με ό­τι η τρι­λο­γία θα ο­λο­κλη­ρω­θεί μέ­χρι την Άνοι­ξη του 2014, κα­θώς ο ρυθ­μός συγ­γρα­φής έ­γι­νε τα­χύ­τε­ρος, δη­λα­δή τό­τε που συ­μπλη­ρώ­νε­ται τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τία συγ­γρα­φι­κής πα­ρου­σίας, με το τρί­το μέ­ρος, στην πε­ρί­πτω­ση που προ­κύ­ψει νου­βέ­λα, θα α­πο­κα­τα­στα­θεί συμ­με­τρία, ί­σως και βα­θύ­τε­ρη σχέ­ση, με το πρώ­το του 1974, τη νου­βέ­λα, με τίτ­λο, «Νε­ράι­δα της Αθή­νας». Να πα­ρα­τη­ρή­σου­με, ό­τι σε κα­νέ­ναν α­πό τους τίτ­λους των εν­διά­με­σων βι­βλίων δεν υ­πάρ­χει το­πω­νύ­μιο. Ο τό­πος σε τίτ­λο ε­πα­νέρ­χε­ται στην τρι­λο­γία. Στο πρώ­το βι­βλίο, με τίτ­λο, «Στον τό­πο», ο τό­πος στα δέ­κα διη­γή­μα­τα δη­λώ­νει, ευ­θέως ή και εμ­μέ­σως, τον τό­πο της πα­τρί­δας. Στο πρό­σφα­το δεύ­τε­ρο, α­ντί ε­πι­μέ­ρους το­πω­νυ­μίου, κα­το­νο­μά­ζε­ται ο ευ­ρύ­τε­ρος ελ­λα­δι­κός χώ­ρος. 
Πρό­κει­ται, προ­φα­νώς, για λε­πτο­μέ­ρειες. Εμείς, πά­ντως, με αυ­τές θα α­σχο­λη­θού­με, α­φού ό­λα τα ση­μα­ντι­κά γύ­ρω α­πό το βι­βλίο, του τα ’παν με το πρώ­το του το γά­λα, του­τέ­στιν μέ­χρι να συ­μπλη­ρω­θεί μή­νας α­πό την η­μέ­ρα κυ­κλο­φο­ρίας του. 
Επα­νερ­χό­μα­στε στον κυ­ρίως τίτ­λο του προ­δη­μο­σιευ­μέ­νου α­πο­σπά­σμα­τος, «Τα­ξί­δι στην Ελλά­δα», που ση­μαί­νει ε­ναλ­λα­κτι­κά, χω­ρίς νο­η­μα­τι­κή δια­φο­ρο­ποίη­ση, «Ένα τα­ξί­δι στην Ελλά­δα». Σε α­ντί­θε­ση με τον τίτ­λο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος που εί­ναι «Το τα­ξί­δι στην Ελλά­δα». “Το μό­νο της ζωής του τα­ξί­δι στην Ελλά­δα”, θα το χα­ρα­κτη­ρί­σει ο α­φη­γη­τής, ή­δη στο πρώ­το κε­φά­λαιο, προς προϊδε­α­σμό του α­να­γνώ­στη. Μπο­ρεί να μην πρό­κει­ται για το μο­να­δι­κό, ό­πως ε­κεί­νο του παπ­πού του Βι­ζυη­νού, το ο­ποίο έ­χει δεν έ­χει κα­τά νου ο συγ­γρα­φέ­ας, με την ο­λο­κλή­ρω­ση της τρι­λο­γίας, ό­μως, δεν α­πο­κλείε­ται να εί­ναι το μο­να­δι­κό τα­ξί­δι, με έ­δρα τη Γερ­μα­νία, ερ­χο­μό στην Ελλά­δα και ε­πι­στρο­φή, σε α­ντί­θε­ση με τα μο­νής κα­τεύ­θυν­σης τα­ξί­δια του ξε­νι­τε­μού ή του ε­πα­να­πα­τρι­σμού. Κι αυ­τό, για­τί ο ή­ρωας του βι­βλίου εί­ναι α­ρι­στε­ρών φρο­νη­μά­των, με φά­κε­λο, και το α­νι­στο­ρού­με­νο τα­ξί­δι γί­νε­ται το 1963, ο­πό­τε, το πι­θα­νό­τε­ρο, να βρε­θεί στη συ­νέ­χεια α­πο­κλει­σμέ­νος στην αλ­λο­δα­πή, του­λά­χι­στον για την ε­πτα­ε­τία, και η ε­πι­στρο­φή στην Ελλά­δα να αρ­γή­σει. Κα­θώς, μά­λι­στα, υ­πάρ­χει και στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, η Γερ­μα­νί­δα σύ­ντρο­φος, “κα­λό­γνω­μη”, ό­πως την χα­ρα­κτη­ρί­ζει, αλ­λά και α­πο­φα­σι­σμέ­νη να νο­μι­μο­ποιή­σει την πα­ρου­σία της δί­πλα του και να ε­πι­μη­κύ­νει τη δι­κή του στη χώ­ρα της.

Ο ε­πι­νο­η­μέ­νος α­φη­γη­τής

Αυ­τές τις μελ­λο­ντι­κές προ­ε­κτά­σεις τις ε­πι­τρέ­πει ο συγ­γρα­φέ­ας, κα­θώς, στο κα­τα­λη­κτι­κό κε­φά­λαιο, παίρ­νει αυ­τός το λό­γο, πα­ρου­σιά­ζο­ντας τον α­φη­γη­τή του. Το τρια­δι­κό σχή­μα, ή­ρωας-α­φη­γη­τής-συγ­γρα­φέ­ας, το έ­χει ει­σα­γά­γει ο Νόλ­λας στην τε­λευ­ταία του νου­βέ­λα, «Ναυα­γίων πλά­σμα­τα», ό­που, στο δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, εν­θέ­τει στη μυ­θο­πλα­σία την ε­ξο­μο­λό­γη­ση: «Το έ­πα­θε ο Ρ..., ο Ι... το α­φη­γή­θη­κε, κι ε­γώ το έ­γρα­ψα.» Εδώ, κα­τα­φεύ­γει και πά­λι σε αυ­τό το α­φη­γη­μα­τι­κό τέ­χνα­σμα. “Ο ε­πι­νο­η­μέ­νος α­φη­γη­τής” α­νή­κει στο χο­ρό των η­ρώων. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, μια ου­σια­στι­κή δια­φο­ρά με τον α­φη­γη­τή της νου­βέ­λας. Εκεί, ή­ρωας και α­φη­γη­τής συ­νυ­πάρ­χουν χρο­νι­κά, με τον δεύ­τε­ρο να πα­ρα­κο­λου­θεί τον πρώ­το. Εδώ, ο α­φη­γη­τής το­πο­θε­τεί­ται στις ση­με­ρι­νές χω­ρο­χρο­νι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες. Οπό­τε, κα­τά μια βια­στι­κή α­νά­γνω­ση, εν­δέ­χε­ται να ταυ­τι­στεί με τον πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή, που λει­τουρ­γεί ως ο Θεός του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού κό­σμου. Ακό­μη, οι πρω­το­πρό­σω­πες πα­ρεμ­βά­σεις του για “τα προ­η­γη­θέ­ντα” και “τα μελ­λού­με­να”, έ­τσι ό­πως γί­νο­νται συ­χνά α­προσ­δό­κη­τα, χω­ρίς α­φη­γη­μα­τι­κή προ­ε­τοι­μα­σία, πι­θα­νόν να προ­κα­λέ­σουν σύγ­χυ­ση στον α­να­γνώ­στη. Διό­τι, πέ­ραν του ε­παρ­κούς ή “πραγ­μα­τι­κού”, με την έν­νοια του γνη­σίου, α­να­γνώ­στη ή του “ευαί­σθη­του”, στους ο­ποίους ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι προ­σβλέ­πει ο συγ­γρα­φέ­ας, υ­πάρ­χει και ο χα­λα­ρός, που, στις α­πό­το­μες α­φη­γη­μα­τι­κές στρο­φές, εν­δέ­χε­ται να α­πω­λέ­σει τον μί­το της α­φή­γη­σης. 
Αυ­τός “ο ε­πι­νο­η­μέ­νος α­φη­γη­τής” συ­χνά εκ­φρά­ζει πο­λι­τι­κές α­πό­ψεις που δεί­χνουν α­πό­λυ­τες. Αντα­να­κλούν, ό­μως, την ορ­γι­σμέ­νη α­ντί­δρα­ση στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες. Μέ­σα α­πό την ί­δια ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή γω­νία, ερ­μη­νεύει τη δε­κα­ε­τία του ’40. Εί­ναι η τρέ­χου­σα α­να­θεω­ρη­τι­κή τά­ση, που, κα­τά τη γνώ­μη μας, τον ω­θεί σε κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κές α­πο­φάν­σεις για τα αί­τια ό­σων συ­νέ­βη­σαν και σε ο­λι­στι­κούς πα­ραλ­λη­λι­σμούς με τις δυο ε­πό­με­νες δε­κα­ε­τίες, οι ο­ποίοι πα­ρα­κά­μπτουν τις ει­δο­ποιούς δια­φο­ρές. Πα­ρο­μοίως, κά­ποια τω­ρι­νά ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα τον κά­νουν να πα­ρα­βλέ­πει την αλ­λο­τι­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Λ.χ., ό­ταν ο Μα­κε­δό­νας της Σερ­βίας, έ­νας χω­ρι­κός που τα βγά­ζει δύ­σκο­λα πέ­ρα, στην ε­ρώ­τη­ση, για­τί δεν πά­ει να δου­λέ­ψει στη Γερ­μα­νία, α­πα­ντά, “ε­μείς ψω­μί και κρεμ­μύ­δι να τρώ­με, ε­δώ θα μεί­νου­με”, ο α­να­γνώ­στης τον θεω­ρεί πε­ρισ­σό­τε­ρο δε­μέ­νο με τον τό­πο α­πό τον Έλλη­να γκα­σταρ­μπάϊτερ. Λη­σμο­νεί, πως άλ­λο Τί­το και άλ­λο Κα­ρα­μαν­λής, που, στις 30 Μαρ­τίου 1960, υ­πέ­γρα­ψε τη σύμ­βα­ση ερ­γα­σίας Ελλά­δας-Γερ­μα­νίας και διευ­κό­λυ­νε την έ­ξο­δο. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, σή­με­ρα, έ­χου­με τη δια­κρι­τι­κή ευ­χέ­ρεια να α­πο­φαν­θού­με ό­τι κα­κώς την υ­πέ­γρα­ψε. Σε αυ­τόν τον α­φη­γη­τή, ε­πι­νο­η­μέ­νο σε στε­νή συ­νάρ­τη­ση με το χρό­νο γρα­φής, στη­ρί­ζε­ται το στο­χα­στι­κό μέ­ρος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος.

Εναλ­λα­κτι­κός τίτ­λος

Στο άλ­λο μέ­ρος, το ε­κτε­νέ­στε­ρο, ε­κτυ­λίσ­σε­ται το τα­ξί­δι στην Ελλά­δα του 1963, α­πό τα μέ­σα Οκτω­βρίου μέ­χρι “λί­γες μέ­ρες” με­τά τις ε­κλο­γές της 3ης Νο­εμ­βρίου, στις ο­ποίες κέρ­δι­σε με 42% η Ένω­ση Κέ­ντρου με ε­πι­κε­φα­λής τον Γεώρ­γιο Πα­παν­δρέ­ου, τις προ­γε­νέ­στε­ρες α­μαρ­τίες του ο­ποίου α­πο­φεύ­γει να σχο­λιά­σει ο α­φη­γη­τής. Το τα­ξί­δι, με πλη­ρω­μέ­να τα έ­ξο­δα, εί­χε ως σκο­πό τη συ­νό­δευ­ση μιας γυ­ναί­κας. «Τα κα­τά Αρί­στον και Χρυ­σάν­θην» θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο ε­ναλ­λα­κτι­κός τίτ­λος του βι­βλίου, διαι­ρε­μέ­νου σε δέ­κα τέσ­σε­ρα κε­φά­λαια. 43 ε­τών η Χρυ­σάν­θη, με­τα­νά­στρια στη Γερ­μα­νία α­πό το 1943, ε­θε­λό­ντρια και ό­χι ε­πι­στρα­τευ­μέ­νη των Χιτ­λε­ρι­κών, 23 ο Αρί­στος, τριών ε­τών γκα­σταρ­μπάϊτερ και ταυ­τό­χρο­να ρέ­μπε­λος σπου­δα­στής. Του κί­νη­σε το εν­δια­φέ­ρον ο α­ντι­συμ­βα­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας της, ά­να­ψε και ο ε­ρω­τι­κός σπιν­θή­ρας μέ­σα στο Acropolis Express κοι­τώ­ντας “τις κα­λο­φτιαγ­μέ­νες γά­μπες της”, και τέ­λος, με την ε­ξα­φά­νι­σή της, ήρ­θε και έ­δε­σε κά­τι σαν ρο­μά­ντσο. Ακρι­βο­λο­γώ­ντας, τις δια­στά­σεις ρο­μά­ντσου τις δί­νει, προ πά­ντων, η η­δύ­τη­τα της α­φή­γη­σης. 
Κα­τά τα άλ­λα, α­νι­στο­ρού­νται οι συ­να­ντή­σεις του Αρί­στου με τον α­δελ­φό του, που θα α­πο­κα­λυ­φθεί ό­τι δεν ή­ταν και τό­σο α­δελ­φι­κή η φρο­ντί­δα του, με τον το­κο­γλύ­φο α­πό την Τρα­πε­ζού­ντα, πλα­σμέ­νο σύμ­φω­να με το κλι­σέ του αν­θρώ­που που θη­σαύ­ρι­σε ε­πί Κα­το­χής, και α­κό­μη, με τον χω­ρο­φύ­λα­κα, αυ­τός στο στε­ρεό­τυ­πο κα­λού­πι ε­κεί­νης της πρώι­μης, ί­σως και γι’ αυ­τό, χα­μέ­νης Άνοι­ξης. Συ­να­ντή­σεις στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, ό­που το προ­ε­ξάρ­χον στοι­χείο στις δια­ψεύ­σεις μιας ε­ξι­δα­νι­κευ­μέ­νης πα­τρί­δας  α­πο­τε­λεί η πό­λη της τα­χείας α­νοι­κο­δό­μη­σης δια της α­ντι­πα­ρο­χής. Αυ­τά, στα πρώ­τα και τα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια, ε­νώ, στα εν­διά­με­σα, ε­κτυ­λίσ­σε­ται έ­να τα­ξί­δι μέ­σα στο τα­ξί­δι. Γί­νε­ται “σε χω­ριό κά­τω α­π’ το Σι­νιά­τσι­κο”, το γε­νέ­θλιο τό­πο της Χρυ­σάν­θης, με ο­δη­γό αλ­λά και ε­ρω­τι­κό υ­πο­κα­τά­στα­το την α­δελ­φή της. Συ­να­ντή­σεις με δια­φο­ρε­τι­κούς αν­θρώ­πους. Άλλες η­λι­κίες, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι της υ­παί­θρου, μια α­ντι­θε­τι­κή ει­κό­να προς ε­κεί­νη των αν­θρώ­πων της πό­λης, για να σκια­γρα­φη­θεί το άλ­λο ά­κρο του δί­πο­λου. Εί­ναι μάλ­λον α­πα­ραί­τη­το για την α­να­δρο­μή σε Κα­το­χή και Εμφύ­λιο, κυ­ρίως ό­ταν πρό­κει­ται για ι­στο­ρίες α­κραίας βιαιό­τη­τας και πά­θους. Και ε­δώ, το φά­σμα των προ­σώ­πων εί­ναι α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό: ο πα­πάς, ο σα­λε­μέ­νος σο­σια­λι­στής, μέ­χρι η η­ρωο­ποιη­μέ­νη φυ­σιο­γνω­μία του δε­μέ­νου με τον τό­πο του  γέ­ρο­ντα Βλά­χου, υ­πο­στη­ρι­κτή του Αλκι­βιά­δη Δια­μα­ντή που ή­θε­λε να φτιά­ξει το πρι­γκι­πά­το της Πίν­δου. Συ­ντο­μευ­μέ­νες οι α­να­φο­ρές, τό­σο ό­σο αρ­κεί για να δο­θεί το κλί­μα. 
Σε συμ­με­τρία με την α­νοι­κο­δό­μη­ση της πό­λης, πα­ρου­σιά­ζε­ται “το εγ­χεί­ρη­μα της «Ανα­συ­γκρό­τη­σης της Ελλά­δος»”. Ο α­φη­γη­τής έ­χει την, ί­σως α­τυ­χή, έ­μπνευ­ση να πα­ρο­μοιά­σει ό­σους κα­τα­σπα­τά­λη­σαν το δη­μό­σιο χρή­μα, τό­τε και τώ­ρα, με τους δια­βό­η­τους λη­στές του πα­ρελ­θό­ντος. Φαί­νε­ται να λη­σμο­νεί ό­τι ε­κεί­νοι έ­κα­ναν ά­μα λά­χει και κα­μιά α­γα­θο­ερ­γία, ε­νώ οι κα­το­πι­νοί τους δεν δί­νουν ού­τε του αγ­γέ­λου τους νε­ρό.  
Στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, σχο­λιά­ζε­ται ο τρό­πος με τον ο­ποίο χει­ρί­ζε­ται αυ­τός “ο ε­πι­νο­η­μέ­νος α­φη­γη­τής” τη σχέ­ση “της ε­πι­νο­η­μέ­νης ι­στο­ρίας” με “τον κά­βο του ρε­α­λι­σμού και τις στα­θε­ρές του”. Το πώς, δη­λα­δή, α­φη­γεί­ται “τα πά­θη του Αρί­στου Κα­ρα­μπί­νη”, χω­ρίς να α­πα­λη­φθεί το πρό­σω­πο του συγ­γρα­φέα, γνω­στό και α­πό το alter ego ε­κεί­νης της πρώ­της νου­βέ­λας, κα­θώς και α­πό τα άλ­λα που α­κο­λού­θη­σαν. Ίδια η­λι­κία, την ί­δια ε­πο­χή η α­να­χώ­ρη­ση για Γερ­μα­νία, ί­δια τύ­χη ως προς τις η­μι­τε­λείς σπου­δές, κυ­ρίως, πα­ρό­μοια ι­δε­ο­λο­γι­κά πι­στεύω για “το πα­νε­θνι­κό ό­ρα­μα, το ο­μό­θυ­μο και πα­νελ­λή­νιο ξε­σή­κω­μα της Αντί­στα­σης”, κα­θώς, κα­τά τα φαι­νό­με­να, και ί­διες στρα­τεύ­σεις, πρώ­τα στη νε­ο­λαία της Ε­ΔΑ, με­τά στο πα­ρά­νο­μο ΚΚΕ. Για την ο­μοιό­τη­τα των κομ­μα­τι­κών α­πα­γκι­στρώ­σεων, λεί­πουν οι σχε­τι­κές διη­γή­σεις. 

Εκλε­κτι­κές συγ­γέ­νειες

Σύ­ντο­μο το τα­ξί­δι στην Ελλά­δα, κι ό­μως, τα­ξί­δι “μα­θη­τείας” το χα­ρα­κτη­ρί­ζει ο α­φη­γη­τής, κλεί­νο­ντας το μά­τι και στον Βέρ­θε­ρο, του ο­ποίου η κα­τά Γκαί­τε “μα­θη­τεία” κρά­τη­σε χρό­νια. Άλλω­στε, ό­πως α­ναμ­φί­βο­λα θα φα­νεί στο τρί­το μέ­ρος, χρό­νια θα πρέ­πει να κρά­τη­σε και η “μα­θη­τεία” του Αρί­στου Κα­ρα­μπί­νη. Σε ε­κεί­νο το τα­ξί­δι έ­γι­νε μό­νο η αρ­χή, ξε­κί­νη­σε να “κοι­τά­ζει ε­ντός του”. Προ­η­γου­μέ­νως, τα τρία πρώ­τα χρό­νια στη Γερ­μα­νία, το μό­νο που εί­χε κα­τα­λά­βει, ό­πως σχο­λιά­ζει ο α­φη­γη­τής, ή­ταν το ό­τι “Μπου ντου­νιά τσαρκ φι­λέ­κ”. Αν και ο συγ­γρα­φέ­ας το πα­ρα­θέ­τει στα ελ­λη­νι­κά, “ο κό­σμος εί­ναι μπά­λα και γυ­ρί­ζει”. Όχι σφαί­ρα, μην και του α­πο­δώ­σουν και πά­λι πα­πα­δια­μα­ντι­κή ε­πιρ­ροή. Κι ό­μως, σε αυ­τό το μυ­θι­στό­ρη­μα, έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι η κοι­νό­τη­τα με τον Σκια­θί­τη περ­νά α­πό τον τύ­πο στην ου­σία.
Σχο­λιά­στη­κε η ε­κτε­τα­μέ­νη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα του και­νού­ριου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Χρειά­ζε­ται, ω­στό­σο,  να γί­νει διά­κρι­ση α­νά­με­σα σε έ­να α­πλό κλεί­σι­μο του μα­τιού και μια συ­νο­μι­λία. Το πρώ­το γί­νε­ται εν τη ρύ­μη του λό­γου, με την α­να­φο­ρά ε­νός ο­νό­μα­τος ή μιας λέ­ξης, που λει­τουρ­γούν ταυ­τι­στι­κά ως σή­μα κα­τα­τε­θέν, ό­πως ε­κεί­νο στον Μέλ­βιλ ή τον Σε­φέ­ρη, κα­θώς και σε άλ­λους της ξέ­νης και ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Ενώ, η συ­νο­μι­λία με έ­ναν συγ­γρα­φέα ή έ­να σώ­μα κει­μέ­νων δεί­χνει ε­κλε­κτι­κή συγ­γέ­νεια, προσ­δί­δο­ντας στο βι­βλίο έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πνεύ­μα. Εδώ, πλη­θαί­νουν τα ό­νει­ρα και τα ο­ρά­μα­τα, ό­πως ε­κεί­νο με τον Προ­φή­τη Ηλία να ζη­τά μο­να­στή­ρι, στο ξε­κί­νη­μα της ι­στο­ρίας, κα­θώς και τα ση­μα­δια­κά συ­να­πα­ντή­μα­τα έ­ξω α­πό εκ­κλη­σίες, ό­πως το κα­τα­λη­κτι­κό. Η εν­δο­σκό­πη­ση για τον Αρί­στο αρ­χί­ζει, ό­ταν ε­πι­στρέ­φει στη Γερ­μα­νία, υ­πα­κούο­ντας στην προ­τρο­πή «Φεύ­γε και σώ­ζου». Ο α­φη­γη­τής βά­ζει τη Χρυ­σάν­θη να εκ­στο­μί­ζει αυ­τά τα λό­για στην εί­σο­δο της εκ­κλη­σίας του Αγίου Αντω­νίου, πρώ­του ε­πι­φα­νή α­σκη­τή του χρι­στια­νι­σμού. Δά­νεια α­πό το συ­να­ξά­ρι του ο­μη­λί­κου του α­σκη­τή, Αγίου Αρσε­νίου. Εί­ναι η κα­τ’ ό­ναρ προ­στα­γή του Θε­ού να ε­γκα­τα­λεί­ψει την Αυ­λή του Με­γά­λου Θε­ο­δο­σίου και να α­σκη­τεύ­σει στην έ­ρη­μο. Αλλη­γο­ρι­κά, στην πε­ρί­πτω­ση του Αρί­στου, την έ­ρη­μο την υ­πο­κα­θι­στά η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή ε­ρη­μιά αλ­λά και η γα­λή­νη της βό­ρειας χώ­ρας.
Πρό­κει­ται για συ­νο­μι­λία με βι­βλι­κά και α­γιο­λο­γι­κά κεί­με­να, που δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται σε φρά­σεις και τίτ­λους αλ­λά δεί­χνει σαν με­τα­κέ­νω­ση της η­θι­κής τους. Όπως θα το δια­τύ­πω­νε ο Κο­ραής, “ο πά­πας του νε­ο­ελ­λη­νι­κού δια­φω­τι­σμού”, κα­τά την ει­ρω­νι­κή α­πό­κλη­ση του α­φη­γη­τή, που θα εύ­ρι­σκε σύμ­φω­νο τον Σκια­θί­τη. Η συ­νο­μι­λία συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τα μυ­θι­κά κεί­με­να, που πλέ­κο­νται γύ­ρω α­πό τα ι­στο­ρι­κά συμ­βά­ντα. Όπως το η­πει­ρώ­τι­κο πα­ρα­δο­σια­κό «Ο Κω­στα­ντά­κης», ά­σμα για τον Κων­στα­ντί­νο Πα­λαιο­λό­γο, που τρία χρό­νια α­να­ζη­τού­σε να βρει νύ­φη “της α­ρε­σκειάς του”, ψη­λή, λι­γνή, “κα­γκε­λο­φρύ­δα”, κι ό­ταν τη βρή­κε έ­τυ­χε 29 Μαίου, της Αλώ­σεως. Ή το λαϊκό του 1947, «Πέ­ντε Έλλη­νες στον Άδη». Κι ό­ταν χρειά­ζε­ται συμ­βο­λι­κή α­να­φο­ρά σε ό,τι ξα­να­γεν­νιέ­ται, προ­τι­μά­ται κα­τα­φυ­γή στον μυ­θο­λο­γι­κό Προ­μη­θέα. 
Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι, γι’ αυ­τήν τη συ­νο­μι­λία με την πα­ρά­δο­ση και την Πί­στη, προ­ε­τοι­μά­ζει το ε­ξώ­φυλ­λο ή, μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, η ι­δέα του ε­ξω­φύλ­λου, α­φού μό­νο αυ­τή μπο­ρεί να χρεω­θεί στον συγ­γρα­φέα. Η εκ­πό­νη­ση της μα­κέ­τας προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι έ­γι­νε α­πό το καλ­λι­τε­χνι­κό ερ­γα­στή­ριο Espresso Studio, που ση­μαί­νει α­πό τον Δη­μή­τρη Αρβα­νί­τη. Ένα ζευ­γά­ρι πα­πού­τσια πό­λεως του ’60, υ­πο­θέ­του­με ό­τι θα ζή­τη­σε ο συγ­γρα­φέ­ας. Αντ’ αυ­τών, προέ­κυ­ψε ζεύ­γος κυ­ρι­λέ υ­πο­δη­μά­των της τρέ­χου­σας μό­δας. Πά­ντως με λυ­μέ­να κορ­δό­νια, κα­τά τα διά­ση­μα πα­πού­τσια του Βαν Γκο­γκ. Μό­νο που ε­δώ δεν πρό­κει­ται για ρε­α­λι­στι­κή α­πει­κό­νι­ση, κα­θώς τα πα­πού­τσια εί­ναι γε­μι­σμέ­να με χώ­μα. Ο Δ. Ν. Μα­ρω­νί­της “προ­τεί­νει να προσ­λη­φθεί ως αλ­λη­γο­ρι­κό σή­μα ε­νός μπλο­κα­ρι­σμέ­νου δρό­μου στο πη­γαι­νέ­λα”. Αλλά τό­τε, θα έ­πρε­πε να φαί­νο­νται οι σό­λες τα­λαι­πω­ρη­μέ­νες και γε­μά­τες χώ­μα. Στο ε­ξώ­φυλ­λο, το χώ­μα - μπο­ρεί και χώ­μα που ο Αρί­στος πή­ρε φεύ­γο­ντας, συ­ναι­σθη­μα­τι­κή χει­ρο­νο­μία που έ­κα­ναν πολ­λοί, μέ­χρι και ο “κα­κός”  Ζα­χα­ριά­δης τέ­λη Αυ­γού­στου 1949 - εί­ναι πα­τι­κω­μέ­νο σαν τα πα­πού­τσια του τα­ξι­διού, μέ­νο­ντας ε­κτός χρή­σης, να κα­τέ­λη­ξαν σε γλά­στρα. Δο­χείο, με χώ­μα την πα­ρά­δο­ση και την Πί­στη, πρό­σφο­ρο για την καλ­λιέρ­γεια της ελ­λη­νι­κής του ταυ­τό­τη­τας. 
Λε­πτο­μέ­ρειες, που βε­βαίως πόρ­ρω α­πέ­χουν α­πό το να δεί­χνουν “τον με­γά­λο πε­ζο­γρά­φο που εί­ναι ο Δη­μή­τρης Νόλ­λας”, ό­πως γρά­φτη­κε για α­κό­μη μια φο­ρά με α­φορ­μή το πρό­σφα­το βι­βλίο του. Αλλά αυ­τό το έ­δει­ξαν άλ­λοι πο­λύ κα­λύ­τε­ρα. Ας μην ε­πα­να­λαμ­βά­νου­με.   

 Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/4/2013.