Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

Θε­α­τρό­μορ­φο μυ­θι­στό­ρη­μα

Αλέ­ξης Στα­μά­της
«Με­λίσ­σια»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Οκτώ­βριος 2014
   
Την 17η Νο­εμ­βρίου, ε­πέ­λε­ξε ο Αλέ­ξης Στα­μά­της για να πα­ρου­σιά­σει την και­νού­ριά του δου­λειά, πα­ρό­λο που ου­δε­μία σχέ­ση έ­χει με το Πο­λυ­τε­χνείο και τον ε­ορ­τα­σμό του. Γε­νι­κώς, η Ιστο­ρία δεν εί­ναι γι’ αυ­τόν προ­νο­μιού­χος χώ­ρος έ­μπνευ­σης, ό­πως συμ­βαί­νει με άλ­λους συ­νο­μή­λι­κούς του. Μό­νο προ πε­ντα­ε­τίας, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, «Σκό­τω­σε ό,τι α­γα­πάς», ε­μπλέ­κει στην υ­πό­θε­ση την α­πα­γο­ρευ­μέ­νη πο­ρεία του Πο­λυ­τε­χνείου, του 1980, με τους δυο νε­κρούς. Εφέ­τος, η πα­ρα­γω­γή που πα­ρου­σιά­ζει εί­ναι δι­συ­πό­στα­τη. Συ­νί­στα­ται α­πό μία θε­α­τρι­κή πρε­μιέ­ρα, με το θε­α­τρι­κό να κυ­κλο­φο­ρεί και αυ­το­τε­λώς σε βι­βλίο, και έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Αν δεν σφάλ­λου­με, ού­τε χρό­νος δεν έ­χει συ­μπλη­ρω­θεί α­πό το προ­η­γού­με­νο α­νέ­βα­σμα έρ­γου του και το προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μα. Το ε­ρώ­τη­μα που α­να­κύ­πτει εί­ναι, μή­πως και βιά­ζε­ται. Αν και σε μία πε­ρίο­δο, ό­πως η τω­ρι­νή, που οι συγ­γρα­φείς έ­χουν ε­ντεί­νει τους ρυθ­μούς τους, το σω­στό ε­ρώ­τη­μα εί­ναι το κα­τά πό­σο αυ­τή η βια­σύ­νη ε­πη­ρεά­ζει το α­πο­τέ­λε­σμα. Το για­τί, ό­μως, συγ­γρα­φείς και καλ­λι­τέ­χνες ε­πεί­γο­νται, α­νή­κει στα χω­ρία της κοι­νω­νι­κής ψυ­χο­λο­γίας.
Μη έ­χο­ντας ε­παρ­κή ε­πο­πτεία της θε­α­τρι­κής δου­λειάς του Στα­μά­τη, πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε στο μυ­θι­στό­ρη­μα. Όπως και ο­ρι­σμέ­να α­πό τα προ­η­γού­με­να βι­βλία του, το βρί­σκου­με εν­δια­φέ­ρον. Τώ­ρα, αν θα κα­λυ­τέ­ρευε με πα­ρα­πά­νω “ψή­σι­μο”, εί­ναι μία μάλ­λον ου­το­πι­κή α­πο­ρία. Ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τορ­θώ­νει να πα­ρα­μέ­νει στην ί­δια ευ­ρύ­τε­ρη θε­μα­τι­κή πε­ριο­χή – υ­παρ­ξια­κού χα­ρα­κτή­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, με κύ­ριο καμ­βά τις δια­προ­σω­πι­κές και ι­διαί­τε­ρα, τις εν­δοοι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις – χω­ρίς να ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται. Επι­τυγ­χά­νει και κά­τι δυ­σκο­λό­τε­ρο, η γρα­φή του να ε­ξε­λίσ­σε­ται. Ενώ, κα­τά κα­νό­να, αρ­κε­τοί πο­λυ­γρά­φοι συγ­γρα­φείς μέ­νουν στά­σι­μοι. Ορι­σμέ­νοι, μά­λι­στα, α­πό τους πιο ε­πι­τυ­χη­μέ­νους, έ­χουν δώ­σει τα κα­λύ­τε­ρα βι­βλία τους στο ξε­κί­νη­μα. Ο Στα­μά­της άρ­γη­σε η­λι­κια­κά, με τους τρέ­χο­ντες μέ­σους ό­ρους, να εκ­δώ­σει το πρώ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ο έ­βδο­μος ε­λέ­φας», το ο­ποίο, ό­μως, δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν πρω­τό­λειο. Ωστό­σο, η α­πό­στα­ση που δια­νύ­θη­κε μέ­σα σε μία δε­κα­πε­ντα­ε­τία, α­πό ε­κεί­νο το πρώ­το μέ­χρι το πρό­σφα­το, α­να­πλη­ρώ­νει την κα­θυ­στέ­ρη­ση κα­τά την εκ­κί­νη­ση. Πα­ρό­λα αυ­τά, το στίγ­μα του Στα­μά­τη στο λο­γο­τε­χνι­κό το­πίο των νεό­τε­ρων, που έ­χει αρ­χί­σει να δια­γρά­φε­ται, μέ­νει αμ­φι­σβη­τού­με­νο.
Σε αυ­τό, πι­θα­νώς, συ­νέ­βα­λε η με­τα­πή­δη­σή του α­πό την ποίη­ση στην πε­ζο­γρα­φία και η κά­πως αρ­γο­πο­ρη­μέ­νη έκ­δο­ση πρώ­του βι­βλίου και στις δυο πε­ριο­χές. Με πρώ­το ποιη­τι­κό («Κό­σμος γω­νία») το 1992, τα­ξι­νο­μεί­ται στους ποιη­τές της γε­νιάς του ’80. Τον συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει, για πα­ρά­δειγ­μα, ο Νί­κος Χουρ­δά­κης στο ο­νο­μα­το­λό­γιο της εν λό­γω γε­νιάς, που συ­ντάσ­σει το 1997. Ο Στα­μά­της συ­νε­χί­ζει να γρά­φει ποίη­ση, εκ­δί­δο­ντας έ­ξι συλ­λο­γές μέ­χρι το 2004. Ωστό­σο, πα­ρα­μέ­νει στο πε­ρι­θώ­ριο αυ­τής της ποιη­τι­κής γε­νιάς. Κα­τά μία δια­φο­ρε­τι­κή τα­ξι­νό­μη­ση των γε­νιών, α­νά δε­κα­ε­τία, που τεί­νει, πα­ρά τον μη­χα­νι­στι­κό της χα­ρα­κτή­ρα, να ε­πι­κρα­τή­σει, ο Στα­μά­της, γεν­νη­μέ­νος σε με­ταίχ­μιο έ­τος, στο γύ­ρι­σμα της δε­κα­ε­τίας, θα μπο­ρού­σε να τα­ξι­νο­μη­θεί και στη γε­νιά του ’90, κα­θώς εκ­δί­δει το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο του το 1998. Σε αυ­τήν την α­πο­κα­λού­με­νη, μάλ­λον κα­τα­χρη­στι­κώς, γε­νιά, δια­κρί­θη­κε μία ο­μά­δα, που συ­σπει­ρώ­θη­κε, πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν συ­ντρο­φιά, γύ­ρω α­πό το πε­ριο­δι­κό «Να έ­να μή­λο». Ο Στα­μά­της δεν ή­ταν στην ο­μά­δα συ­νερ­γα­τών, ού­τε στον στε­νό­τε­ρο κύ­κλο της πα­ρέ­ας, που διορ­γά­νω­νε θε­ρι­νές συγ­γρα­φι­κές Συ­να­ντή­σεις και α­πο­νο­μή Βρα­βείου του πε­ριο­δι­κού.
Βε­βαίως, στοι­χεία αυ­τής της φύ­σης α­φο­ρούν πε­ρισ­σό­τε­ρο την κοι­νω­νιο­λο­γία του συγ­γρα­φι­κού χώ­ρου. Ίσως, ό­μως, να δια­δρα­μα­τί­ζουν κά­ποιο ρό­λο στο ό­νο­μα, που δια­μορ­φώ­νει έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, και συ­να­κό­λου­θα, στην υ­πο­δο­χή των βι­βλίων του. Ο Στα­μά­της έ­χει εκ­δώ­σει 12 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δυο νου­βέ­λες και δυο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των. Δεν υ­στε­ρεί ως προς τον α­ριθ­μό των α­νά βι­βλίο πα­ρου­σιά­σεων και κρι­τι­κών α­πο­τι­μή­σεων. Το α­ντί­θε­το. Στο βαθ­μό, ω­στό­σο, που υ­πάρ­χει, ό­πως σε ό­λους τους το­μείς, και στην λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή, έ­να ά­τυ­πο κα­τε­στη­μέ­νο, ό­που η γνώ­μη ο­ρι­σμέ­νων προ­σώ­πων βα­ραί­νει, ε­κεί ο Στα­μά­της δεί­χνει να χω­λαί­νει. Αυ­τό, ως έ­να βαθ­μό, έ­χει α­ντί­χτυ­πο στις σχε­τι­κά πε­ριο­ρι­σμέ­νες δια­κρί­σεις και βρα­βεύ­σεις, που έ­τυ­χε ως τώ­ρα. Έτσι, θα μπο­ρού­σε να δι­καιο­λο­γη­θεί το ε­κτε­νές βιο­γρα­φι­κό, που συ­ντάσ­σει, δί­νο­ντας έμ­φα­ση στην α­πο­δο­χή του έρ­γου του ε­κτός Ελλά­δος. Ει­δάλ­λως, τι εν­δια­φέ­ρον μπο­ρεί να πα­ρου­σιά­ζει, ό­τι τα δυο πρώ­τα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που κυ­κλο­φό­ρη­σαν α­πό τον Κέ­δρο, εκ­δό­θη­καν ταυ­τό­χρο­να ή αρ­γό­τε­ρα, α­δια­σα­φή­νι­στο, και στη Με­γά­λη Βρε­τα­νία; Ή, ό­τι έ­χει α­ντι­προ­σω­πεύ­σει την Ελλά­δα σε λο­γο­τε­χνι­κά συ­νέ­δρια, που ση­μαί­νει ό­τι συμ­με­τεί­χε στις συ­νή­θως ο­μα­δι­κές α­πο­στο­λές του Ε­ΚΕ­ΒΙ;
Αντί αυ­τών, στο βιο­γρα­φι­κό θα έ­πρε­πε να το­νί­ζε­ται η δεύ­τε­ρη με­τα­πή­δη­σή του, α­πό το μυ­θι­στό­ρη­μα στο θέ­α­τρο, που ξε­κί­νη­σε ευ­και­ρια­κά προ δε­κα­ε­τίας και φαί­νε­ται να ε­ξε­λίσ­σε­ται σε μία, ο­λοέ­να και πιο συ­στη­μα­τι­κή, ε­να­σχό­λη­ση. Όπως συ­νέ­βη αρ­χι­κά και με την πρώ­τη με­τα­πή­δη­ση, δεν ε­γκα­τα­λεί­πει την πε­ζο­γρα­φία. Του­λά­χι­στον προ­σώ­ρας. Αργό­τε­ρα, ί­σως στα­μα­τή­σει, κα­τα­πώς έ­κα­νε με την ποίη­ση, ό­ταν ε­δραιώ­θη­κε στη μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία. Σε μία προ­η­γού­με­νη γε­νιά, ε­κεί­νη του Παύ­λου Μά­τε­σι και του Κώ­στα Μουρ­σε­λά, η με­τα­κί­νη­ση ή­ταν α­ντί­θε­της φο­ράς, α­πό το θέ­α­τρο στο μυ­θι­στό­ρη­μα. Τώ­ρα, οι νεό­τε­ροι, ο Στα­μά­της ή ο Βαγ­γέ­λης Χατ­ζη­γιαν­νί­δης, δυο α­πό τις υ­πο­σχό­με­νες πε­ρι­πτώ­σεις, δο­κι­μά­ζο­νται στο θέ­α­τρο, κρα­τώ­ντας το έ­να πό­δι στο κα­τα­κτη­μέ­νο πε­δίο της πε­ζο­γρα­φίας. Πά­ντως, και τό­τε και σή­με­ρα, κα­θο­ρι­στι­κοί στέ­κο­νται οι ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κοί πα­ρά­γο­ντες. Στα τέ­λη του ’80, ή­ταν η μό­δα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Με την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, ε­νέ­σκη­ψε ο σά­λος των θε­α­τρο­ποιή­σεων. Από την άλ­λη, πολ­λοί εί­ναι ε­κεί­νοι που δια­τυ­πώ­νουν α­νη­συ­χία για την εύ­κο­λη, συ­χνά και πρό­χει­ρη, λύ­ση των θε­α­τρο­ποιή­σεων, α­πο­δί­δο­ντάς την εν μέ­ρει και στην έλ­λει­ψη νέων θε­α­τρι­κών συγ­γρα­φέων. Εκεί­νους, που έρ­χο­νται α­πό την πε­ζο­γρα­φία, φαί­νε­ται να μην τους α­ξιο­λο­γούν α­ντί­στοι­χα. Μάλιστα, οι κριτικοί του θεάτρου τους μνημονεύουν σαν να μην είναι αυτοί έ­νας α­πό τους βα­σι­κούς συ­ντε­λε­στές μιας πα­ρά­στα­σης.  Μέ­ρος της ευ­θύ­νης το έ­χουν και οι ί­διοι οι συγ­γρα­φείς, που ε­ναλ­λάσ­σουν  τα θε­α­τρι­κά τους με τις θε­α­τρο­ποιή­σεις των πε­ζο­γρα­φη­μά­των τους, δί­νο­ντας έ­τσι σε αυ­τά χα­ρα­κτή­ρα πά­ρερ­γου.
Στην πε­ρί­πτω­ση του Στα­μά­τη, το φαι­νό­με­νο α­πο­κτά πιο σύν­θε­τη μορ­φή. Του­λά­χι­στον, ό­σο α­φο­ρά το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μά του, ό­που πα­ρα­τη­ρεί­ται, σε με­γά­λη έ­κτα­ση, ώ­σμω­ση θε­α­τρι­κών στοι­χείων. Για πα­ρά­δειγ­μα, το δια­λο­γι­κό μέ­ρος εί­ναι ε­κτε­νέ­στε­ρο του α­φη­γη­μα­τι­κού. Ου­σια­στι­κά, το δεύ­τε­ρο συ­νί­στα­ται α­πό τις σκη­νι­κές ο­δη­γίες και τις εις ε­αυ­τόν σκέ­ψεις των προ­σώ­πων, που δια­πλέ­κο­νται με τα λό­γιά τους. Πρό­κει­ται για έ­να θε­α­τρό­μορ­φο μυ­θι­στό­ρη­μα, το ο­ποίο, ό­μως, θα χρεια­ζό­ταν α­να­κα­τα­σκευή για να α­πο­τε­λέ­σει θε­α­τρι­κή πα­ρά­στα­ση. Πα­ρό­λο που η δρά­ση πα­ρα­μέ­νει υ­πο­τυ­πώ­δης, οι διά­λο­γοι εί­ναι κα­τά τέ­τοιο τρό­πο πλα­σμέ­νοι, ώ­στε το νό­η­μά τους να χά­νε­ται σε μία υ­παι­νι­κτι­κή πο­λυ­ση­μία, που α­να­πτε­ρώ­νει το σα­σπέ­νς. Πριν α­πό κά­θε α­τά­κα, πα­ρα­τί­θε­νται οι εν­δό­μυ­χες σκέ­ψεις. Ο συν­δυα­σμός των προ­θέ­σεων και της ε­ξω­τε­ρί­κευ­σής τους εί­ναι αυ­τός που δί­νει μορ­φή στους χα­ρα­κτή­ρες. Σε αυ­τήν την υ­πο­θε­τι­κή σκη­νή, τα πρό­σω­πα εί­ναι έ­ξι. Από αυ­τά, τα τρία, που, με­τά την τε­λι­κή α­να­τρο­πή της πλο­κής, συ­ναι­ρού­νται σε δυο, παίρ­νουν υ­πό­στα­ση τρα­γι­κών η­ρώων οι­κο­γε­νεια­κού δρά­μα­τος, κα­τά το προ­σφι­λές στους νεό­τε­ρους πρό­τυ­πο ε­νός Ίψεν. Στα άλ­λα τρία πρό­σω­πα υιο­θε­τεί­ται η χα­ρα­κτη­ρο­λο­γία α­να­γνω­ρί­σι­μων τύ­πων της ση­με­ρι­νής κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Αυ­τή η ε­πι­λο­γή συμ­βάλ­λει στην α­νά­δει­ξη της δι­πο­λι­κής σχέ­σης, ε­ξου­σια­στή και ε­ξου­σια­ζό­με­νου,  της ο­ποίας η κλι­μά­κω­ση α­πο­τε­λεί το κυ­ρίως θέ­μα.
Η βα­σι­κή ι­δέα στο στή­σι­μο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος συ­μπί­πτει, σε γε­νι­κές γραμ­μές, με ε­κεί­νη του πα­λαιό­τε­ρου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, «Σκό­τω­σε ό,τι α­γα­πάς». Εκεί, εί­ναι έ­νας σκη­νο­θέ­της, που συ­ναρ­μο­λο­γεί ψη­φί­δες του βίου του, α­να­κα­λώ­ντας σκη­νές α­πό τις ται­νίες του. Εδώ, πρό­κει­ται για μία συγ­γρα­φέα, ευ­ρύ­τε­ρα α­γα­πη­τή και σε­βα­στή, που μπλέ­κει τα πρό­σω­πα της ζωής της με τους ή­ρωες των βι­βλίων της. Ο Στα­μά­της κι­νεί­ται, για άλ­λη μια φο­ρά, με ά­νε­ση στο ψυ­χα­να­λυ­τι­κό πε­δίο. Από τα φα­νε­ρώ­μα­τα του υ­πο­συ­νεί­δη­του στα ό­νει­ρα προ­χω­ρά στις α­σύ­νει­δες συ­στοι­χή­σεις προ­σώ­πων, που, εν πολ­λοίς, ρυθ­μί­ζουν τα συ­ναι­σθή­μα­τά μας. Αυ­τές οι πα­ραλ­λη­λίες, στο προ­νο­μιού­χα διευ­ρυ­μέ­νο υ­πο­συ­νεί­δη­το ε­νός συγ­γρα­φέα, α­να­μι­γνύουν αυ­θύ­παρ­κτα πρό­σω­πα και φα­ντα­στι­κά, εξ α­ντα­να­κλά­σεως, πλα­σμέ­να.
Όπως στο πα­λαιό­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα, έ­τσι και ε­δώ, το κυ­ρίως σώ­μα το­πο­θε­τεί­ται ε­ντός μυ­θο­πλα­στι­κού πλαι­σίου. Προ­βλέ­πο­νται δυο ο­λι­γο­σέ­λι­δα κε­φά­λαια, το έ­να ως ει­σα­γω­γή και το άλ­λο ως κα­τα­κλεί­δα, ό­που, α­ντι­στοί­χως, πα­ρου­σιά­ζο­νται και ε­πι­λύο­νται οι αι­νιγ­μα­τι­κές σχέ­σεις των προ­σώ­πων. Ορι­σμέ­νες ε­πα­να­λή­ψεις  κα­τά τη δό­μη­ση του πρό­σφα­του, ό­πως, λ.χ., η έμ­φα­ση στη μυ­στη­ριώ­δη ταυ­τό­τη­τα δυο προ­σώ­πων, θα μπο­ρού­σαν να α­πο­φευ­χθούν. Όσο για το προά­στιο των Με­λισ­σίων, αυ­τό προ­σφέ­ρει μό­νο τον τίτ­λο, σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα “δω­μα­τίου”, ό­που α­κό­μη και οι α­να­κα­λού­με­νες πα­ρελ­θο­ντι­κές σκη­νές εί­ναι ε­σω­τε­ρι­κών χώ­ρων. Στην πα­ρου­σία­ση του προ­η­γού­με­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, σχο­λιά­ζα­με ό­τι τα πε­ρισ­σό­τε­ρα βι­βλία του Στα­μά­τη συ­νι­στούν πε­ρι­πλα­νή­σεις αυ­το­γνω­σίας, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την ευ­φά­ντα­στη αλ­λα­γή των μύ­θων τους. Όπου η α­να­ζή­τη­ση ε­αυ­τού ε­στιά­ζει στα­θε­ρά στην σχέ­ση παι­διού γο­νέα. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα, ο πα­τέ­ρας εί­ναι ου­σια­στι­κά α­πών και ο­λό­κλη­ρη τη σκη­νή την κα­λύ­πτει η η­γε­μο­νι­κή μορ­φή της μη­τέ­ρας. Αυ­τή και ο γιος της παί­ζουν έ­να παι­χνί­δι ε­ξου­σίας και υ­πο­τα­γής μέ­χρι θα­νά­του. Ένα παι­χνί­δι, που, άλ­λο­τε πα­ρα­πέ­μπει σε παρ­τί­δα σκα­κιού ε­νός μαι­τρ με τα­λα­ντού­χο νε­ο­φα­νή και άλ­λο­τε στο δό­λιο παι­χνί­δι με­τα­ξύ γά­τας και πο­ντι­κού.
Απο­ρού­με πό­τε θα α­πο­τολ­μή­σει ο Στα­μά­της να βά­λει έ­να τέ­λος στο φλερτ με το μπε­στ-σέ­λερ. Έτσι κι αλ­λιώς, ως προς τις πω­λή­σεις θα μεί­νει πά­ντο­τε στον ι­κα­νο­ποιη­τι­κό, αλ­λά μη­δα­μι­νό για τους μπε­στσε­λε­ρί­στες, α­ριθ­μό των με­ρι­κών χι­λιά­δων α­ντι­τύ­πων. Κι αυ­τό, για τον α­πλού­στα­το λό­γο, ό­τι τα εν­δια­φέ­ρο­ντα του πλα­τύ­τε­ρου, του­τέ­στιν του γυ­ναι­κείου, α­να­γνω­στι­κού κοι­νού δεν εί­ναι ε­γκε­φα­λι­κά αλ­λά συ­ναι­σθη­μα­τι­κά. Το κου­ρά­ζουν οι α­πο­φάν­σεις για τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα, κι ας δια­θέ­τουν στο­χα­στι­κή ω­ρι­μό­τη­τα. Δεν θέ­λει α­φη­ρη­μέ­νες πε­ρί έ­ρω­τος ι­δέες, ό­σο εύ­στο­χες κι αν εί­ναι, αλ­λά δρά­ση που να ο­δη­γεί στα ά­κρα.
Για πα­ρά­δειγ­μα, τα ε­ξώ­φυλ­λα των βι­βλίων του με τις γυ­ναι­κείες φι­γού­ρες εί­ναι κοι­νό­το­πα ό­σο και πα­ρα­πλα­νη­τι­κά για το πε­ριε­χό­με­νό τους. Ει­δι­κά, στο συ­γκε­κρι­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, κα­θώς η υ­πό­θε­ση στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τον ζω­γρα­φι­κό πί­να­κα του Κουρ­μπέ, «Η κα­τα­γω­γή του κό­σμου», έ­να ε­ξώ­φυλ­λο ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό αυ­τόν θα δη­μιουρ­γού­σε πρό­σφο­ρες α­να­γνω­στι­κές προσ­δο­κίες. Ένα άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ευ­πώ­λη­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που προ­σπα­θεί να ε­ξα­σφα­λί­σει με μυ­θο­πλα­στι­κές πα­ρα­χω­ρή­σεις, εί­ναι το χά­πι-ε­ντ. Στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, το ευτυχές φι­νά­λε συ­νί­στα­ται σε ε­πι­λό­γους που α­να­κου­φί­ζουν τον α­να­γνώ­στη. Αυ­τό το ε­πι­τυγ­χά­νει, εμ­μέ­νο­ντας στην ψυ­χα­να­λυ­τι­κή πα­ρα­μυ­θία, ό­τι εί­ναι δυ­να­τή η υ­πέρ­βα­ση ε­νο­χών και συ­μπλεγ­μά­των. Κι ό­μως, για πα­ρά­δειγ­μα, στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα, ο κα­θυ­πο­ταγ­μέ­νος στην μη­τρι­κή ε­ξου­σία γιος, σε ό­ποια α­πό τις δυο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κές εκ­δο­χές κι αν ε­κλη­φθεί, εί­τε του νη­φά­λιου εί­τε του αλ­κοο­λι­κού ο­μο­φυ­λό­φι­λου, ό­λα δεί­χνουν πως δεν θα κα­τορ­θώ­σει να α­πα­γκι­στρω­θεί. Πι­θα­νό­τε­ρο εί­ναι να πα­ρα­μεί­νει μέ­χρι τέ­λους δί­πλα της. Αχώ­ρι­στοι, α­κό­μη κι αν τρώ­νε τις σάρ­κες τους.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/1/2015.

Φωτογραφία: Η Μπέτ­τυ Αρβα­νί­τη στο ρό­λο της μη­τέ­ρας στη θε­α­τρο­ποίη­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Α. Στα­μά­τη, «Με­λίσ­σια». Η πα­ρά­στα­ση ή­ταν ε­νταγ­μέ­νη στο πρό­γραμ­μά «Ανα­γνώ­σεις» του Εθνι­κού Θεά­τρου, Άνοι­ξη 2012.