Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Ο Άλλος Άγρας


Τέλ­λος Άγρας
«Τα Ποιή­μα­τα»
Τό­μος Α
Φιλ. Επι­μέ­λεια
Έλλη Φι­λο­κύ­πρου
Μ.Ι.Ε.Τ.
Σεπ. 2014

Κα­λή η αι­σιο­δο­ξία, ω­ραία τα με­γά­λα λό­για, αλ­λά να μην υ­περ­βάλ­λου­με κιό­λας, πως οι “χα­μη­λές φω­νές ποιη­τών του με­σο­πο­λέ­μου” ε­ξα­κο­λου­θούν να α­κού­γο­νται! Και μά­λι­στα “ε­πί­μο­να”, για­τί μας α­ρέ­σει η ι­δέα πως τά­χα­τες συμ­με­ρι­ζό­μα­στε τις ε­μπει­ρίες που ε­κεί­νοι κα­τα­γρά­φουν, ό­πως “πε­ρι­θω­ριο­ποίη­ση αν­θρώ­πων, ι­σο­πέ­δω­ση α­ξιών, μο­να­ξιά”. Φρά­σεις που μπο­ρεί να η­χούν ω­ραία, μό­νο που το νό­η­μά τους έ­χει αλ­λοιω­θεί. Λέ­ξεις κα­ρα­μέ­λες, σε γλώσ­σες χω­ρίς αι­σθη­τή­ρια ευαι­σθη­σία, που τις πι­πι­λά­νε, προ­σπερ­νώ­ντας τους δαρ­μέ­νους, βυ­θι­σμέ­νοι σε ε­γω­πα­θή α­το­μι­κι­σμό. Σι­γά μη “βιώ­νου­με, μα­ζί με τους ποιη­τές ε­κεί­νους”, “την α­να­γκαιό­τη­τα της δια­μαρ­τυ­ρίας, της πε­ρι­φρού­ρη­σης μιας α­πλής κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, της αλ­λη­λεγ­γύης”. Μη δια­μαρ­τυ­ρό­με­νοι, μη αλ­λη­λέγ­γυοι, κά­νου­με ό­τι μπο­ρού­με για να δια­σκε­δά­σου­με την “α­πλή κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα”. Άγευ­στοι ποιή­σεως, μη έ­χο­ντες ώ­τα ού­τε για ποιη­τές υ­ψη­λής φω­νής, πα­ρε­κτός τρα­γου­δο­ποιούς.
Φέ­ρε­ται ως τεκ­μή­ριο, πως, πράγ­μα­τι, α­κού­με τις “χα­μη­λές φω­νές” ε­κεί­νων, οι αν­θο­λο­γίες, οι με­λέ­τες, οι εκ­δό­σεις ποιη­τών, ό­πως Κα­ρυω­τά­κη, Πο­λυ­δού­ρη, Λα­πα­θιώ­τη και άλ­λων της γε­νιάς τους, που “πλη­θαί­νου­ν”. Μην τρε­λα­θού­με, ποιες αν­θο­λο­γίες, ποιες εκ­δό­σεις; Η τε­λευ­ταία αν­θο­λο­γία “χα­μη­λής φω­νής” εκ­δό­θη­κε πριν α­πό 25 χρό­νια α­πό έ­ναν τε­λευ­ταίο ρο­μα­ντι­κό, με ι­διαί­τε­ρο βά­ρος στην πε­ρί­πτω­ση του Τέλ­λου Άγρα. Αν γί­νο­νται σή­με­ρα κά­ποιες εκ­δό­σεις ο­ρι­σμέ­νων του με­σο­πο­λέ­μου, δεν γί­νο­νται για να α­κού­σου­με τις “χα­μη­λές φω­νές” τους. Αντι­θέ­τως, τη να­φθα­λί­νη της “χα­μη­λής φω­νής” τους θέ­λου­νε να α­πο­τι­νά­ξουν. Γι’ αυ­τό και α­να­ζη­τούν μα­νιω­δώς τον Άλλο, που κρύ­βε­ται πί­σω α­πό τον ποιη­τή. Τον Άλλο άν­θρω­πο με τα πα­ρεκ­κλί­νο­ντα χού­για, τον Άλλο συγ­γρα­φέα με τα α­δη­μο­σίευ­τα και α­πο­κη­ρυγ­μέ­να. Τον Άλλο Κα­ρυω­τά­κη, με “την πο­λύ­πλο­κη προ­σω­πι­κό­τη­τα του αυ­τό­χει­ρα” και τα κρυμ­μέ­να πε­ζά. Την Άλλη Πο­λυ­δού­ρη, την ψυ­χα­να­γκα­στι­κά ε­ρω­τευ­μέ­νη και το α­δη­μο­σίευ­το μυ­θι­στό­ρη­μά της. Τον Άλλο Λα­πα­θιώ­τη, την ο­μο­φι­λό­φι­λη προ­σω­πι­κό­τη­τα ε­νός α­κό­μη αυ­τό­χει­ρα και τα σκόρ­πια διη­γή­μα­τα.
Όσο για τη μό­δα των Απά­ντων, αυ­τή προέ­κυ­ψε με την κρί­ση. Πα­λαιοί εκ­δό­τες, με ό­νο­μα, στο κύ­μα των νέων εκ­δο­τι­κών οί­κων, προ­τάσ­σουν α­νά­χω­μα την προί­κα τους. Τα ξε­κι­νούν φι­λό­δο­ξοι με­λε­τη­τές, για να τα ε­γκα­τα­λεί­ψουν με­τά τους δυο-τρεις πρώ­τους τό­μους. Τα α­γο­ρά­ζουν με­σή­λι­κες, άλ­λο­τε πο­τέ με προ­φίλ δια­νοού­με­νου, που, ε­δώ και και­ρό, δεν α­νοί­γουν βι­βλίο, βαυ­κα­λι­ζό­με­νοι με την ι­δέα πως θα χρη­σι­μεύ­σουν στα παι­διά και τα εγ­γό­νιά τους, που, α­πό το νη­πια­γω­γείο, βρί­σκο­νται με την ο­θό­νη πα­ρα­μά­σχα­λα α­ντί για σά­κα. Εντός του 21ου αι., Άπα­ντα, ά­ξια του τίτ­λου τους, προέ­κυ­ψαν για μία μό­νο “χα­μη­λή φω­νή του με­σο­πο­λέ­μου”. Εκεί­να του Ρώ­μου Φι­λύ­ρα. Εί­χε προ­η­γη­θεί, ό­μως, έκ­δο­ση για τον Άλλο Φι­λύ­ρα, τον τρό­φι­μο του Δρο­μο­καΐτειου και αυ­το­βιο­γρα­φού­με­νο πε­ζο­γρά­φο.
Δια­φο­ρε­τι­κή προ­βάλ­λει η πε­ρί­πτω­ση του Τέλ­λου Άγρα. Σή­με­ρα, ως ο Άλλος Άγρας, λο­γα­ριά­ζε­ται ο ποιη­τής. Αφού ο Τέλ­λος Άγρας εί­ναι ο μεί­ζων κρι­τι­κός του Με­σο­πο­λέ­μου, σύμ­φω­να με τον τε­λευ­ταίο Ιστο­ρι­κό της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, Αλέξ. Αργυ­ρίου. Απο­φεύ­γει, πά­ντως, το χα­ρα­κτη­ρι­σμό ε­λάσ­σων ποιη­τής, ε­πι­κα­λού­με­νος τα λό­για του ί­διου του Άγρα, που α­πέρ­ρι­πτε πα­ρό­μοια τα­ξι­νό­μη­ση, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας πως ό­λοι δι­καιού­νται “θέ­ση στων ι­δεών την πό­λη”. Δεν υιο­θε­τεί ού­τε την ά­πο­ψη του Νά­σου Δετ­ζώρτ­ζη, ό­τι “στη χο­ρεία των ε­λασ­σό­νων της ποίη­σής μας υ­πάρ­χουν δυο μεί­ζο­νες ε­λάσ­σο­νες: ο Κα­ρυω­τά­κης και ο Άγρας”. Πι­θα­νώς, για­τί οι προ­τι­μή­σεις του γέρ­νουν προς άλ­λους ε­λάσ­σο­νες.
Όπως και να έ­χει, γε­νι­κό­τε­ρα, η έλ­λει­ψη εν­δια­φέ­ρο­ντος για τον ποιη­τή Άγρα εί­ναι κα­τά­δη­λη. “Μι­κρή” η πα­ρα­γω­γή του, μό­λις τρεις συλ­λο­γές. Δυο τις ε­ξέ­δω­σε ο ί­διος, αν­θο­λο­γώ­ντας α­να­δρο­μι­κά τη δη­μο­σιευ­μέ­νη ποιη­τι­κή πρα­μά­τειά του. Το 1934, «Τα βου­κο­λι­κά και ε­γκώ­μια» α­πό την πε­ρίο­δο 1917-1924, το 1939, «Οι κα­θη­με­ρι­νές», συ­νε­χί­ζο­ντας το προ­σω­πι­κό ξά­κρι­σμα α­πό την πε­ρίο­δο 1923-1930. Η τρί­τη, «Τρια­ντά­φυλ­λα μια­νής η­μέ­ρας», με ποιή­μα­τα της δε­κα­ε­τίας του ’30, εκ­δό­θη­κε με­τα­θα­νά­τια. Όχι την ε­πο­μέ­νη, αλ­λά 21 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1965. Τη φρο­ντί­δα την εί­χε ο Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος. Δι­κό του εί­ναι και έ­να τέ­ταρ­το βι­βλίο με ποιή­μα­τα του Άγρα, που εκ­δό­θη­κε το 1996. Εί­ναι ο 8ος τό­μος της Σει­ράς «Ο αν­θο­λό­γος Ερμής», με ε­πι­λο­γή ποιη­μά­των α­πό τις τρεις συλ­λο­γές. Ενδια­μέ­σως, εί­χε εκ­δώ­σει τέσ­σε­ρις τό­μους με τα «Κρι­τι­κά» του Άγρα, κα­τ’ ε­πι­λο­γή και θε­μα­τι­κή τα­ξι­νό­μη­ση.
Τέλ­λος Άγρας χω­ρίς τον Στερ­γιό­που­λο δεν θα υ­πήρ­χε. Τον γνώ­ρι­σε Ιού­λιο 1943. Ακό­μη δεν εί­χε κά­νει την ε­πί­ση­μη πρώ­τη του εμ­φά­νι­ση στη λο­γο­τε­χνία, που θεω­ρεί­ται το ποίη­μα «Κι’ αν τα δά­κρυα...» στο τεύ­χος της 1ης Σε­πτεμ­βρίου 1943 στη «Νέα Εστία». Εί­χε, ό­μως, εκ­δώ­σει έ­να πρώ­το ποιη­τι­κό βι­βλίο, «Χι­νο­πω­ρι­νά». Μπο­ρεί ο ί­διος να το α­πο­κή­ρυ­ξε, έ­μει­νε ό­μως το ί­χνος του χά­ρις στην κρι­τι­κή του Άγρα. Σε αυ­τήν, ε­κεί­νος δια­τυ­πώ­νει πα­ρα­τη­ρή­σεις με την ο­πτι­κή του ε­νή­λι­κα σχε­τι­κά με το πε­ριε­χό­με­νο, εκ­φρά­ζο­ντας θαυ­μα­σμό για τη στι­χουρ­γι­κή “αυ­τού του παι­διού δε­κα­εν­νιά χρο­νών μό­λις”. Τό­τε, ο Στερ­γιό­που­λος ή­ταν στα 17. Με “ξαν­θά μαλ­λιά” και “ζωη­ρό βλέμ­μα”, α­να­φέ­ρει ο Άγρας, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας την ει­κό­να της πρώ­της τους συ­νά­ντη­σης, που πε­ρι­γρά­φει ο Στερ­γιό­που­λος στο “ι­στο­ρι­κό της φι­λίας” τους. Την πρώ­τη εκ­δο­χή αυ­τού του “ι­στο­ρι­κού”, δη­μο­σιευ­μέ­νη Δε­κέμ­βριο 1944, ο Στερ­γιό­που­λος, ό­πως σχο­λιά­ζει σα­ρά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, την έ­χει “πε­ρί­που α­πο­κη­ρύ­ξει”. Κι ό­μως, έ­χει ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς ο 18χρο­νος Στερ­γιό­που­λος αυ­το­πα­ρου­σιά­ζε­ται ως του­λά­χι­στον δυο χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος, παίρ­νο­ντας την η­λι­κία που του έ­δι­νε ο Άγρας στην κρι­τι­κή, ε­νώ το­πο­θε­τεί τη γνω­ρι­μία τους πριν τον Πό­λε­μο. Τε­λι­κά, ο Άγρας, με μια κρι­τι­κή για έ­ναν φε­ρέλ­πι­δα έ­φη­βο, ε­ξα­σφά­λι­σε έ­ναν κα­λό φρο­ντι­στή. Κα­τά μία ά­πο­ψη, ο Στερ­γιό­που­λος τυ­χαί­νει σή­με­ρα α­ντί­στοι­χης α­ντι­με­τώ­πι­σης με ε­κεί­νης του Άγρα. Ανα­γνω­ρί­ζε­ται ως κρι­τι­κός-φι­λό­λο­γος, με τον ποιη­τή στο δεύ­τε­ρο ρό­λο.
Στα ε­πό­με­να κο­ντά 20 χρό­νια, δεν υ­πήρ­ξε άλ­λη έκ­δο­ση, ού­τε κα­νέ­να δη­μο­σίευ­μα, που να κι­νεί το εν­δια­φέ­ρον για τον Άγρα. Πέ­ραν των α­να­φο­ρών στον κρι­τι­κό, ό­πως το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Κ», Μάρ­τιο 2003. Για τον ποιη­τή Άγρα, ω­στό­σο, συ­γκρα­τού­με την “και­νούρ­για α­νά­γνω­ση” α­πό τον Στέ­φα­νο Ρο­ζά­νη, του 1991, που δεν έ­τυ­χε α­ντί­στοι­χης προ­σο­χής. Να, ό­μως, που ε­πε­τεια­κά, 70 χρό­νια α­πό τον θά­να­τό του (α­πε­βίω­σε 12 Νο­εμ­βρίου 1944), εκ­δί­δε­ται τό­μος, με προ­με­τω­πί­δα, «Τα ποιή­μα­τα», χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νος ως πρώ­τος τό­μος. Πι­θα­νώς, νο­εί­ται πρώ­τος τό­μος Απά­ντων, κα­θώς ε­πα­νεκ­δί­δο­νται οι δυο πρώ­τες συλ­λο­γές. Δεν δί­νε­ται, ω­στό­σο, κα­μιά πλη­ρο­φο­ρία για ε­πό­με­νους τό­μους. Ού­τε καν για έ­ναν δεύ­τε­ρο, που θα ο­λο­κλή­ρω­νε την ε­πα­νέκ­δο­ση “των ποιη­μά­τω­ν”. Θα στέ­γα­ζε, ό­μως, μό­νο την τρί­τη συλ­λο­γή ή μή­πως, να γι­νό­ταν έ­να δεύ­τε­ρο ξά­κρι­σμα των δη­μο­σιευ­μέ­νων, λι­γό­τε­ρο αυ­στη­ρό α­πό το πρώ­το του ί­διου του ποιη­τή; Όπως και να έ­χει, η έκ­δο­ση δί­νει την ε­ντύ­πω­ση του πρω­θύ­στε­ρου και του βε­βια­σμέ­νου.
Η ε­πι­με­λή­τρια του τό­μου, Έλλη Φι­λο­κύ­πρου α­σχο­λεί­ται α­πό τα φοι­τη­τι­κά της χρό­νια με τη “γε­νιά του Κα­ρυω­τά­κη”. Ήταν το θέ­μα της δι­δα­κτο­ρι­κής της δια­τρι­βής, στην Οξφόρ­δη, πριν 25 χρό­νια, που εκ­δό­θη­κε σε βι­βλίο το 2009. Συ­γκε­κρι­μέ­να, ε­πι­κε­ντρώ­νει τη με­λέ­τη σε  ε­πτά “με­τα­συμ­βο­λι­στές”, ό­πως τους α­πο­κα­λεί. Όπου, ο Άγρας κα­τέ­χει κε­ντρι­κή θέ­ση, ό­χι τό­σο ως ποιη­τής, αλ­λά λό­γω του κρι­τι­κού του έρ­γου. Βα­σι­κή πα­ρα­πο­μπή της α­πο­τε­λεί ο τό­μος της Ανθο­λο­γίας-Γραμ­μα­το­λο­γίας Σο­κό­λη, «Η α­να­νεω­μέ­νη πα­ρά­δο­ση», του Στερ­γιό­που­λου. Ει­δι­κά για το κε­φά­λαιο του Άγρα, δρο­μο­δεί­κτης σε πα­ρα­τη­ρή­σεις, α­πό­ψεις και συ­μπε­ρά­σμα­τα στά­θη­κε το βι­βλίο του, «Ο Τέλ­λος Άγρας και το πνεύ­μα της πα­ρακ­μής», του 1962. Στον πρό­σφα­το τό­μο, η Φι­λο­κύ­πρου, ε­στιά­ζο­ντας α­πο­κλει­στι­κά στον Άγρα, συ­μπλη­ρώ­νει την ε­πα­νέκ­δο­ση των συλ­λο­γών με έ­να ε­πι­λο­γι­κό κεί­με­νο για την ποίη­σή του, ό­που δεν δια­φο­ρο­ποιεί­ται α­πό την προ­η­γού­με­νη με­λέ­τη της, και πά­λι με ε­κτε­νή α­να­φο­ρά στον Στερ­γιό­που­λο. Άλλω­στε, στις “ευ­χα­ρι­στίες”, α­πο­δί­δει “στην ε­πι­μο­νή και τον εν­θου­σια­σμό” του την ύ­παρ­ξη της έκ­δο­σης.
Οπό­τε, ως προς το  πρω­θύ­στε­ρο της έκ­δο­σης, δεν χρεώ­νε­ται η ε­πι­με­λή­τρια. Εκεί­νος θα έ­πρε­πε να φρο­ντί­σει ως α­πα­ραί­τη­το προ­η­γού­με­νο την ε­πα­νέκ­δο­ση του βι­βλίου του και βε­βαίως, της τρί­της συλ­λο­γής του Άγρα. “Την σπου­δαιό­τε­ρη”, κα­τά δι­κή του α­πό­φαν­ση, την ο­ποία ο Αλέξ. Αργυ­ρίου ε­παυ­ξά­νει, θεω­ρώ­ντας τα ποιή­μα­τα της δε­κα­ε­τίας του ’30 ως τα α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τε­ρα, ε­νώ α­πο­δί­δει μό­νο “ι­στο­ρι­κή ση­μα­σία” στα ποιή­μα­τα της πρώ­της συλ­λο­γής. Μά­λι­στα, συ­γκρί­νει το ποίη­μα «Τώ­ρα που λεί­πεις...» α­πό την τε­λευ­ταία ε­νό­τη­τα, «Αγά­πη», της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής με το ποίη­μα «Οδός – Σκου­φά» της τρί­της συλ­λο­γής, ε­πι­ση­μαί­νο­ντας στοι­χεία που προσ­δί­δουν στο δεύ­τε­ρο “τό­νους νε­ο­τε­ρι­κό­τη­τας”. Αλλά “σε α­ραιές δό­σεις”, προ­σθέ­τει. Για να κρί­νου­με κα­τά πό­σο χα­ρί­ζε­ται ή μή­πως και α­δι­κεί τον ποιη­τή, χρειά­ζε­ται να έ­χου­με στα χέ­ριά μας το βι­βλίο. Εξαν­τλη­μέ­νο ε­δώ και χρό­νια, η τι­μή δυ­σεύ­ρε­των α­ντι­τύ­πων φθά­νει τα 70 ευ­ρώ. Πα­ρο­μοίως, ε­ξαν­τλη­μέ­νη εί­ναι και η με­λέ­τη του Στερ­γιό­που­λου.
Αλλά και οι συ­γκαι­ρι­νοί του Άγρα κρι­τι­κοί, που σχο­λιά­ζουν τις δυο πρώ­τες συλ­λο­γές, θεω­ρούν πως ο Άγρας, ό­ταν τις ε­ξέ­δω­σε, “ως πρό­θε­ση και ως πραγ­μα­το­ποίη­ση καλ­λι­τε­χνι­κή”, τις εί­χε ή­δη ξε­πε­ρά­σει. Αυ­τό εί­ναι το κα­τα­λη­κτι­κό συ­μπέ­ρα­σμα του Κλέ­ο­να Πα­ρά­σχου το 1934, στην κρι­τι­κή της πρώ­της συλ­λο­γής. Προ­φη­τι­κός της πρό­σφα­της έκ­δο­σης, δια­τυ­πώ­νει την ά­πο­ψη, ό­τι αυ­τά “τα νε­α­νι­κά ποιή­μα­τα ί­σως να εί­χαν θέ­ση σε μια έκ­δο­ση Απά­ντω­ν”. Μό­νο που αυ­τή έρ­χε­ται με κα­θυ­στέ­ρη­ση 80 χρό­νων και χω­ρίς υ­πό­σχε­ση ό­τι θα ο­λο­κλη­ρω­θεί υ­πό μορ­φή Απά­ντων. Ο Πα­ρά­σχος πι­θα­νο­λο­γεί, πως ο Άγρας, συ­στη­μα­τι­κός και ως κρι­τι­κός, θέ­λη­σε να δεί­ξει “ό­λες τις φά­σεις της ε­σω­τε­ρι­κής του ι­στο­ρίας”.
Με βά­ση αυ­τήν την πα­ρα­τή­ρη­ση, η πρό­σφα­τη έκ­δο­ση θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί βε­βια­σμέ­νη. Ο ε­ντο­πι­σμός των πρώ­των δη­μο­σιεύ­σεων των ποιη­μά­των πα­ρα­μέ­νει ελ­λι­πής, ε­νώ α­που­σιά­ζει υ­πο­μνη­μα­τι­σμός σχε­τι­κά με τις αλ­λα­γές α­πό την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση. Πα­ρά­δειγ­μα, η πρώ­τη ε­νό­τη­τα της πρώ­της συλ­λο­γής. Τα 19 κομ­μά­τια του «Φθι­νο­πω­ρι­νού Ει­δυλ­λίου» προέ­κυ­ψαν α­πό μέ­ρη ο­μό­τιτ­λου ποιή­μα­τος, δη­μο­σιευ­μέ­νου το 1926, και α­πό την α­να­σύ­ντα­ξη των 9 με­ρών του ποιή­μα­τος «Πλειά­δες», δη­μο­σιευ­μέ­νου το 1918, ε­νώ για έ­ξι κομ­μά­τια δεν ε­ντο­πί­στη­καν οι πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις. Σε κά­ποιες πε­ρι­πτώ­σεις, ό­πως αυ­τή, προς α­ντι­πα­ρα­βο­λή θα μπο­ρού­σαν να δο­θούν οι πρώ­τες συν­θέ­σεις.
Επί­σης, μια πα­ρό­μοια έκ­δο­ση προ­σφέ­ρει την ευ­και­ρία για έ­να πλη­ρέ­στε­ρο χρο­νο­λό­γιο. Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση, πως τα ερ­γο­βιο­γρα­φι­κά του Άγρα α­παι­τούν πε­ρισ­σό­τε­ρη φρο­ντί­δα. Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος α­να­φέ­ρου­με την πρώ­τη του εμ­φά­νι­ση, πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας τις συ­νερ­γα­σίες του με παι­δι­κά έ­ντυ­πα, τη «Διά­πλα­ση των παί­δων»  και τον «Παι­δι­κό Αστέ­ρα». Στερ­γιό­που­λος και Αργυ­ρίου α­να­φέ­ρουν το 1917 στο πε­ριο­δι­κό «Βω­μός». Το βε­βαιώ­νει, άλ­λω­στε, ο ί­διος ο Άγρας σε συ­νέ­ντευ­ξη στον Κω­στή Μπα­στιά, του 1931. Στο Χρο­νο­λό­γιο του 1984, στο πε­ριο­δι­κό «Δια­βά­ζω», το έ­τος πα­ρα­μέ­νει το 1917, αλ­λά α­ντί συ­γκε­κρι­μέ­νης πα­ρα­πο­μπής, α­να­φέ­ρε­ται αό­ρι­στα ό­τι ε­κεί­νο τον και­ρό έ­δι­νε συ­νερ­γα­σίες στα πε­ριο­δι­κά, «Λύ­ρα», «Βω­μός», «Οι Νέ­οι». Μό­νο που το πρώ­το τεύ­χος του δε­κα­πεν­θή­με­ρου πε­ριο­δι­κού «Βω­μός» κυ­κλο­φο­ρεί 10 Οκτ. 1918 και α­ντί­στοι­χα, του μη­νιαίου «Οι Νέ­οι», Μαρ. 1919. Απο­μέ­νει το μη­νιαίο «Λύ­ρα», με πρώ­το τεύ­χος Νοέ. 1917, και δυο α­κό­μη, Δεκ. και Ιαν.1918, πριν δια­κό­ψει για έ­ναν χρό­νο. Λοι­πόν, σε ποιο πε­ριο­δι­κό και με ποιο ποίη­μα έ­κα­νε ο Άγρας την πρώ­τη του εμ­φά­νι­ση στο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό των ε­νη­λί­κω­ν;
Η Φι­λο­κύ­πρου δεν α­σχο­λεί­ται με τα πραγ­μα­το­λο­γι­κά στοι­χεία. Ού­τε ευ­ρε­τή­ριο τίτ­λων και πρώ­των στί­χων θεω­ρεί α­να­γκαίο. Ακό­μη και την πλη­ρο­φο­ρία του ε­πι­λο­γι­κού της κει­μέ­νου, πως ο Άγρας με­λο­ποιή­θη­κε, την α­φή­νει εκ­κρε­μή. Στην πα­ρου­σία­ση της έκ­δο­σης, ο Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης συ­μπλη­ρώ­νει, “με­λο­ποιη­μέ­νος α­πό τη Νέ­να Βε­νε­τσά­νου και τον Νό­τη Μαυ­ρου­δή, τρα­γου­δι­σμέ­νος α­πό την Καί­τη Χω­ρα­φά”. Πλού­σιος ο λό­γος των συγ­γρα­φέων, μέ­νεις με την ε­ντύ­πω­ση πολ­λών ποιη­μά­των και α­ντι­στοί­χως, δί­σκων. Πού να φα­ντα­στείς πως μό­λις έ­να τε­τρά­στι­χο με­λο­ποίη­σε ο Γιάν­νης Σπα­νός, στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’60, και το τρα­γού­δη­σε, σε δί­σκο με στί­χους πολ­λών άλ­λων ποιη­τών, η Χω­ρα­φά. Και τριά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με­ρι­κούς στί­χους α­πό τρία ποιή­μα­τα με­λο­ποίη­σαν οι άλ­λοι δυο και τα τρα­γού­δη­σε η Βε­νε­τσά­νου.  Ποια ποιή­μα­τα και α­πό ποια συλ­λο­γή;

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/2/2015.