Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Γιορτάζουμε



Αφιε­ρω­μέ­νο στον πρώ­το συ­ντά­κτη του Ex Libris, 
Ηλία Κα­νέλ­λη, που την έ­κα­νε νω­ρίς και εί­δε Υψί­στου πρό­σω­πο.

Εί­ναι γνω­στή η ευ­χή να τα χι­λιά­σεις. Σχή­μα λό­γου κα­θ’ υ­περ­βο­λήν, προς το­νι­σμό ε­νός χρό­νια πολ­λά. Μια α­πό τις πά­μπολ­λες ευ­χε­τι­κές εκ­φρά­σεις, που ε­πα­να­λαμ­βά­νου­με χω­ρίς να κυ­ριο­λε­κτού­με. Ένας γλυ­κός λό­γος, που ου­δείς τον εν­νο­εί, δε­δο­μέ­νου ό­τι α­νή­κει στη σφαί­ρα του μυ­θι­κού, τό­σο για πρό­σω­πα ό­σο, σή­με­ρα πλέ­ον, και για εγ­χει­ρή­μα­τα. Να, ό­μως, που το Ex Libris, πα­ρά πά­σαν προσ­δο­κία, τα κα­τά­φε­ρε. Τω ό­ντι, μέ­γα ε­πί­τευγ­μα, ό­σο, εν τέ­λει, και α­διά­φο­ρο. Ένας ά­θλος, που δεν θα κα­τα­γρα­φεί στα χρο­νι­κά του Τύ­που, ού­τε καν θα ε­πι­ση­μαν­θεί ως γε­νό­με­νος. Η δρά­κα των α­να­γνω­στών του μό­λις που θα πα­ρα­τη­ρή­σει τον στρογ­γυ­λό αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό, αν τον πα­ρα­τη­ρή­σει. Δυ­στυ­χώς, πρό­κει­ται για μια σε­λί­δα βι­βλίου, που δεν α­πέ­κτη­σε ευ­ρύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, ού­τε καν με τα δε­δο­μέ­να της ε­φη­με­ρί­δας, στις σε­λί­δες της ο­ποίας συ­να­ριθ­μεί­ται χω­ρίς να  κα­τορ­θώ­σει να α­πο­τε­λέ­σει ορ­γα­νι­κό τμή­μα της. Κά­τι σαν τη μύ­γα μες στο γά­λα, που κα­νείς δεν α­πο­φα­σί­ζει να την α­φαι­ρέ­σει.  Ακό­μη πρό­σφα­τα, η διεύ­θυν­ση της ε­φη­με­ρί­δας έ­δει­ξε ό­τι δεν δια­βά­ζει την εν λό­γω σε­λί­δα, ού­τε καν ό­ταν αυ­τό κα­θί­στα­ται α­να­γκαίο προς δια­μόρ­φω­ση γνώ­μης, προ­τι­μώ­ντας το ρό­λο του Πο­ντίου Πι­λά­του. Κα­κά τα ψέ­μα­τα, το χι­λιο­σέ­λι­δο Ex Libris δεν α­ρέ­σει ού­τε ε­ντός οι­κο­γε­νείας, ού­τε ε­κτός. Κι αν κά­ποιοι αν­τλούν α­πό αυ­τό έ­μπνευ­ση ή και δε­δο­μέ­να, κα­τά κα­νό­να, δεν α­ξιο­λο­γούν να το μνη­μο­νεύ­σουν. Τε­λι­κά, ο μό­νος λό­γος της μα­κρο­ζωίας του εί­ναι για­τί ο συ­ντά­κτης του α­νέ­κα­θεν δια­σκέ­δα­ζε και ε­ξα­κο­λου­θεί να δια­σκε­δά­ζει γρά­φο­ντάς το. Αυ­τόν, έ­να μό­νο πράγ­μα τον θλί­βει. Οι σκω­πτι­κοί και ε­πι­θε­τι­κοί υ­παι­νιγ­μοί, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν αυ­τοί εί­ναι α­πρό­κλη­τοι.
Για την χι­λιο­στή σε­λί­δα του Ex Libris, ε­πι­λέ­ξα­με να δη­μο­σιεύ­σου­με μια πα­λαιό­τε­ρη βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, που η μα­ταίω­ση της δη­μο­σίευ­σής της μας ά­φη­σε μια αί­σθη­ση α­δι­κίας. Για­τί δεν εί­ναι α­δι­κία α­πό τον Θεό, να γρά­φε­ται μια βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση για βι­βλια­κό έν­θε­το ε­φη­με­ρί­δας, με την ο­ποία υ­πάρ­χει σχέ­ση α­μει­βό­με­νης ερ­γα­σίας, αυ­τή να σε­λι­δο­ποιεί­ται και μά­λι­στα, με πε­ρα­σμέ­νη την η­με­ρο­μη­νία κυ­κλο­φο­ρίας του φύλ­λου της ε­φη­με­ρί­δας και τε­λι­κά, πο­τέ να μην δη­μο­σιεύε­ται. Κά­τι σαν τη νύ­φη, που την ε­γκα­τα­λεί­πει ο γα­μπρός στα σκα­λο­πά­τια της εκ­κλη­σίας. Αρχι­κά, λό­γω κυ­λιό­με­νων 48ω­ρων α­περ­γιών των α­πλή­ρω­των ερ­γα­ζο­μέ­νων της ε­φη­με­ρί­δας, που κρά­τη­σαν κο­ντά έ­να χρό­νο, και στη συ­νέ­χεια, ό­ταν η ε­φη­με­ρί­δα ε­πα­νήλ­θε, λό­γω αιφ­νι­δια­στι­κής α­πό­φα­σης των διευ­θυ­νό­ντων να γί­νει αλ­λα­γή των συ­ντα­κτών του έν­θε­του. Αύ­ταν­δρη πή­γε η ο­μά­δα, δη­μο­κρα­τι­κά, χω­ρίς ε­πι­με­ρι­στι­κά κρι­τή­ρια α­ξιο­λό­γη­σης. Ο βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής, ω­στό­σο, λό­γω σχε­τι­κής μα­κρο­η­μέ­ρευ­σής του –με­τρού­σε 145 βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της α­δη­μο­σίευ­της– αλ­λά και ε­πει­δή α­νέ­με­νε ε­πί έ­να χρό­νο στο α­κου­στι­κό του, σαν να ψή­λω­σε ο νους του, εί­χε την α­παί­τη­ση προ­σω­πι­κής ε­νη­μέ­ρω­σης - αν εί­ναι πο­τέ δυ­να­τόν.
Ανα­δη­μο­σιεύου­με τη βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, πα­ρό­τι το βι­βλίο εκ­δό­θη­κε Οκτώ­βριο 2011 και α­πό τό­τε έ­κα­νε μια ι­κα­νο­ποιη­τι­κή πο­ρεία. Δεν μπή­κε μεν στις λί­στες των μπε­στ σέ­λε­ρ, κά­τι που συ­νι­στά πλέ­ον την κυ­ρίαρ­χη ε­πι­δίω­ξη των συγ­γρα­φέων, αλ­λά προ­κρί­θη­κε στις βρα­χείες λί­στες των δυο  α­πό τα τέσ­σε­ρα υ­πάρ­χο­ντα ε­τή­σια βρα­βεία: στην τε­λι­κή δε­κά­δα του «Δια­βά­ζω», στην τε­λι­κή ε­πτά­δα του «The Athens Prize for literature». Έμει­νε, ω­στό­σο, ε­κτός της τε­λι­κής λί­στας του Βρα­βείου των Ανα­γνω­στών, πα­ρό­λο που αυ­τή πε­ριε­λάμ­βα­νε 19 βι­βλία, ό­πως και της τε­λι­κής ε­πτά­δας των Κρα­τι­κών Βρα­βείων Λο­γο­τε­χνίας. Τε­λι­κά, ο Πα­να­γιω­τό­που­λος α­πέ­σπα­σε το πρώ­το λο­γο­τε­χνι­κό του βρα­βείο, που ή­ταν αυ­τό του Πέ­τρου Χά­ρη της Ακα­δη­μίας Αθη­νών. Να ση­μειώ­σου­με, εκ των υ­στέ­ρων, την α­πο­ρία μας για την πο­ρεία ε­νός άλ­λου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, συγ­γε­νι­κού θε­μα­τι­κά, και, κα­τ’ ε­μάς, ι­διαί­τε­ρα εν­δια­φέ­ρο­ντος, το ο­ποίο και α­να­φέ­ρου­με στη βι­βλιο­πα­ρου­σία­σή μας. Το μυ­θι­στό­ρη­μα του Μά­κη Κα­ρα­γιάν­νη, «Το ό­νει­ρο του Οδυσ­σέ­α», που φαί­νε­ται ό­τι ου­δό­λως συ­γκί­νη­σε τις ο­μά­δες των κρι­τών.

Ο συ­ντά­κτης του Ex Libris



Adam raised a Cain

Νί­κος Πα­να­γιω­τό­που­λος
«Τα παι­διά του Κάϊν»
Εκδό­σεις Με­ταίχ­μιο
Οκτώ­βριος 2011

Σαν το μή­λο του Νεύ­τω­να φαί­νε­ται ό­τι λει­τούρ­γη­σε η πρό­σφα­τη κρί­ση στους συγ­γρα­φείς. Όντας υ­πο­ψια­σμέ­νοι ψυ­χα­νε­μί­ζο­νταν ό­τι ό­λα δεν πή­γαι­ναν κα­λά, αλ­λά έ­λα που ό­λα γι’ αυ­τούς έ­βαι­ναν κα­τ’ ευ­χήν. Όμως η χιο­νο­στι­βά­δα του τε­λευ­ταίου ε­νά­μι­σι χρό­νου, τους έ­βγα­λε α­πό τη νιρ­βά­να, ξε­μπλο­κά­ρο­ντας την έ­μπνευ­ση. Την πα­ρο­μοίω­ση με το “μή­λο” την δα­νει­στή­κα­με α­πό το πρώ­το βι­βλίο του Νί­κου Πα­να­γιω­τό­που­λου, «Η ε­νο­χή των υ­λι­κών», τη μο­να­δι­κή συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Έτσι α­πο­κα­λεί ε­κεί κά­θε ε­ξαι­ρε­τι­κό γε­γο­νός, που α­να­γκά­ζει τους ή­ρωες να δουν με δια­φο­ρε­τι­κή μα­τιά τη ζωή τους. Πά­ντως, το πρώ­το “μή­λο”, που έ­πε­σε στο δι­κό του κε­φά­λι, το 1993, ό­ταν συ­μπλή­ρω­νε τα τριά­ντα, ή­ταν η διά­κρι­ση διη­γή­μα­τός του σε δια­γω­νι­σμό πε­ριο­δι­κού. Αμ’ έ­πος α­μ’ έρ­γον, τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ε­ξέ­δι­δε τη συλ­λο­γή, και στη σει­ρά, δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, α­πό έ­να κά­θε χρό­νο. Με το πρώ­το έ­κλει­σε τους λο­γα­ρια­σμούς με τα παι­δι­κά του χρό­νια, ε­νώ με το δεύ­τε­ρο πέ­ρα­σε ως διάτ­των α­στήρ α­πό το χώ­ρο της ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας. Γυρ­νώ­ντας ο αιώ­νας, ε­πα­νήλ­θε στη ρε­α­λι­στι­κή α­φή­γη­ση με το νε­ο­η­θο­γρα­φι­κό διή­γη­μα «Άμοι­ρο Μα­ρά­κι», δη­μο­σιευ­μέ­νο στο νεό­τευ­κτο τό­τε πε­ριο­δι­κό της γε­νιάς του, «Να έ­να μή­λο», και το μυ­θι­στό­ρη­μα «Αγιο­γρα­φία» για έ­ναν “α­γιο­πα­τέ­ρα”, ό­χι τον Χρι­στό­φο­ρο Πα­να­γιω­τό­που­λο, τον ε­πο­νο­μα­ζό­με­νο Πα­που­λά­κο, αλ­λά τον φα­ντα­στι­κό Ιωάν­νη Ορφα­νό, που βρή­κε οικ­τρό τέ­λος στα χέ­ρια των πι­στών του. Αυ­τό συ­νέ­βη στο φα­ντα­στι­κό χω­ριό Θερ­μό της Αρκα­δίας. Όπως, ό­μως, υ­παι­νίσ­σε­ται στην τε­λευ­ταία σε­λί­δα του πρό­σφα­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ε­κεί­νη την ι­στο­ρία, α­πό τα χρό­νια των παπ­πού­δων του, μπο­ρεί να την ε­μπνεύ­στη­κε α­πό το Θέρ­μο της Αι­τω­λίας. Εκεί τρα­γου­διέ­ται το δη­μο­τι­κό «Ρού­σα πα­πα­διά», που οι στί­χοι του δέ­νουν με την και­νού­ρια ι­στο­ρία, την ο­ποία άρ­χι­σε, λέει, να γρά­φει το κα­λο­καί­ρι των Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων, για να κλεί­σει τους εκ­κρε­μείς λο­γα­ρια­σμούς με τη γε­νιά του. Εκτός κι αν η κρί­ση φέ­ρει και δεύ­τε­ρη ή και τρί­τη ι­στο­ρία, δη­λα­δή τρι­λο­γία, ό­πως συ­νέ­βη στην πε­ρί­πτω­ση των α­στυ­νο­μι­κών μυ­θι­στο­ρη­μά­των του Πέ­τρου Μάρ­κα­ρη. Άλλω­στε, και ο Πα­να­γιω­τό­που­λος, το δε­λε­α­στι­κό ε­πί­χρι­σμα του α­στυ­νο­μι­κού ε­πι­χει­ρεί να δώ­σει στο μυ­θι­στό­ρη­μα. 
Η γε­νιά του, ό­πως και ό­λες οι γε­νιές, έ­χει τους Κάϊν και τους Άβελ –αμ­φό­τε­ροι παι­διά του Αδά­μ: «… You inherit the sins, you inherit the flames…» τρα­γου­δά­ει ο Αμε­ρι­κα­νός Μπρους Σπρίν­γκστην στο «Adam raised a Cain», με­τα­φέ­ρο­ντας στους στί­χους του τις α­νη­συ­χίες της δε­κα­ε­τίας του ’70. Ο Πα­να­γιω­τό­που­λος, μη θέ­λο­ντας να α­να­μί­ξει στο μυ­θι­στό­ρη­μα τις γο­νι­κές α­μαρ­τίες, ε­πι­λέ­γει για μό­το κά­ποιους άλ­λους στί­χους α­πό το ί­διο τρα­γού­δι. Τους ζευ­γα­ρώ­νει, μά­λι­στα, με στί­χους  α­πό τον «Μπά­λο» του Σαβ­βό­που­λου, της ί­διας δε­κα­ε­τίας. Πά­ντως, ο συγ­γρα­φέ­ας και η πα­ρέα του εί­ναι παι­διά του α­γα­θού Άβε­λ, ό­πως πε­ρί­λα­μπρα α­πο­δει­κνύει ο τίτ­λος που διά­λε­ξαν για το πε­ριο­δι­κό τους («Να έ­να μή­λο»).
Σε α­ντί­θε­ση με τον κε­ντρι­κό χα­ρα­κτή­ρα στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Μά­κη Κα­ρα­γιάν­νη «Το ό­νει­ρο του Οδυσ­σέ­α», οι ή­ρωες του Πα­να­γιω­τό­που­λου δεν έ­παι­ξαν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο σε κά­ποιο σκάν­δα­λο. Αυ­τός προ­τι­μά­ει μια πα­ρέα α­πό το θία­σο των βο­λε­μέ­νων κο­μπάρ­σων. Τρεις γυ­ναί­κες και δυο ά­ντρες, ό­χι σε σχη­μα­τι­σμό ε­ρω­τι­κών ζευ­γα­ριών, αλ­λά σε κά­τι σαν γαϊτα­νά­κι γύ­ρω α­πό έ­ναν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό τύ­πο ό­σων κι­νή­θη­καν στο κοι­νω­νι­κό πε­ρι­θώ­ριο. Αν αυ­τός προ­βάλ­λει σαν Άβε­λ, ο Κάϊν εί­ναι ο κλα­σι­κός τύ­πος, που που­λά­ει α­κό­μη και τη μά­να του για να ε­πι­τύ­χει τους σκο­πούς του.  Πα­ντρεύε­ται κό­ρη με­γα­λό­σχη­μου του τό­τε κυ­βερ­νώ­ντος κόμ­μα­τος και με­τα­πη­δά στο χώ­ρο της δια­φή­μι­σης, στον ο­ποίο ερ­γά­ζο­νται και οι υ­πό­λοι­ποι της πα­ρέ­ας. Εύ­στο­χα ο Πα­να­γιω­τό­που­λος χρη­σι­μο­ποιεί το χώ­ρο της δια­φή­μι­σης ως κα­θρέ­φτη της με­ταλ­λα­γής που υ­πέ­στη η ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία. Ωστό­σο, ού­τε αυ­τός ού­τε ο Κα­ρα­γιάν­νης ε­μπλέ­κουν συγ­γρα­φείς και εκ­δό­τες, πα­ρό­τι η γε­νιά τους συ­νε­τέ­λε­σε στη με­τα­μόρ­φω­ση του βι­βλίου σε κα­τα­να­λω­τι­κό α­γα­θό. Συ­μπί­πτουν, ό­μως, σε άλ­λες ε­πι­λο­γές, ό­πως στον χα­ρα­κτή­ρα της ω­ραίας, που βρί­σκει α­νοι­χτές, μα­ζί με τις αν­δρι­κές α­γκά­λες, και τις πόρ­τες υ­ψη­λών θέ­σεων, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των πα­νε­πι­στη­μια­κών ε­δρών. Επί­σης, ταυ­τί­ζο­νται στην πρό­κρι­ση ως α­φη­γη­τή ε­νός δη­μο­σιο­γρά­φου. Ο Πα­να­γιω­τό­που­λος προ­τι­μά­ει, ό­πως και στο προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, δυο αλ­λη­λο­κα­λυ­πτό­με­νες α­φη­γή­σεις. Ως δεύ­τε­ρο α­φη­γη­τή ε­πι­λέ­γει μια διορ­θώ­τρια κει­μέ­νων, που κρα­τά κρι­τι­κή στά­ση α­πέ­να­ντι στους υ­πό­λοι­πους της πα­ρέ­ας, έ­στω και αν βο­λεύε­ται με τις γνω­ρι­μίες τους. 
Ο Κάϊν, για πολ­λά ε­παί­ρε­ται, την πρώ­τη, ό­μως, θέ­ση κα­τέ­χει η βί­λα του, που προέ­κυ­ψε α­πό την α­να­στή­λω­ση δια­τη­ρη­τέ­ου μύ­λου. Εδώ βρί­σκε­ται η δεύ­τε­ρη εύ­στο­χη ε­πι­λο­γή του συγ­γρα­φέα. Για πλεί­στες ό­σες με­ταλ­λα­γές, που συ­νέ­βη­σαν στην Ελλά­δα, κά­νουν λό­γο οι ή­ρωες στο μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά μό­νο μια δεί­χνε­ται δια της πλο­κής. Κι αυ­τή εί­ναι η πο­λι­τι­στι­κή, ό­πως εκ­φρά­στη­κε με τις ε­πεμ­βά­σεις στο φυ­σι­κό και δο­μη­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον. Το βα­σι­κό, ό­μως, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της   εί­ναι, ό­τι συ­νι­στά τη μο­να­δι­κή με­ταλ­λα­γή που μπο­ρούν να διεκ­δι­κή­σουν, σχε­δόν κα­θ’ ο­λο­κλη­ρία, οι λε­γό­με­νοι κουλ­του­ριά­ρη­δες. Δι­κό τους κα­τόρ­θω­μα εί­ναι η κα­τα­στρα­τή­γη­ση της έν­νοιας του δια­τη­ρη­τέ­ου ε­ντός και ε­κτός ά­στεως, ώ­στε να προ­σαρ­μο­στεί η δια­τή­ρη­ση της πο­λι­τι­στι­κής κλη­ρο­νο­μιάς με το γού­στο και τις α­νέ­σεις τους. Ακό­μη και η ό­ψι­μη φρο­ντί­δα τους για τα πα­λαιά μο­νο­πά­τια δεν γί­νε­ται για το ελ­λη­νι­κό το­πίο, αλ­λά για τον πλου­τι­σμό τους μέ­σω του του­ρι­σμού. Ως πα­ρά­δειγ­μα, ο Πα­να­γιω­τό­που­λος ε­πι­λέ­γει έ­να μο­να­δι­κό θα­λάσ­σιο το­πίο α­πό τα Επτά­νη­σα, ό­που και έ­λα­βαν χώ­ρα τα πρώ­τα οι­κι­στι­κά ε­γκλή­μα­τα, ή­δη, α­πό τα πρώ­τα χρό­νια της Αλλα­γής. Τον Άγιο Νι­κή­τα της Λευ­κά­δας, που α­πό ψα­ρο­χώ­ρι με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε του­ρι­στι­κό θέ­ρε­τρο. Ο συ­γκε­κρι­μέ­νος τό­πος προ­σφέ­ρε­ται και για έ­ναν ε­πι­πλέ­ον λό­γο. Έχει την “κρυ­φή” πα­ρα­λία του Μύ­λου, στην ο­ποία πη­γαί­νεις, ό­πως σε ό­λες τις “κρυ­φές” πα­ρα­λίες, με βαρ­κά­κι, αλ­λά και με μο­νο­πά­τι, α­νοιγ­μέ­νο στα βρά­χια, που την χω­ρί­ζουν α­πό την πα­ρα­λία του Αγίου Νι­κή­τα. Ο μύ­λος και το δύ­σβα­το μο­νο­πά­τι στο φρύ­δι του βρά­χου στά­θη­καν πρό­σφο­ρα στοι­χεία για το μα­γεί­ρε­μα του α­στυ­νο­μι­κού. 
Oλα αυ­τά τα γνω­ρί­ζει ο Κάϊν του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ό­μως, έ­χει τον τρό­πο να τα ε­ξω­ραΐζει, πεί­θο­ντας τους ντό­πιους, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, τον ευ­γνω­μο­νούν για τα σε­μι­νά­ρια σε­να­ρίου, τα ο­ποία διορ­γα­νώ­νει στο νη­σί κά­θε κα­λο­καί­ρι με ευ­ρω­παϊκή υ­πο­στή­ρι­ξη. Εί­ναι η τρί­τη ι­διο­φυής ι­δέα του Πα­να­γιω­τό­που­λου, αν­τλη­μέ­νη α­πό την προ­σω­πι­κή του ε­μπει­ρία, κα­θώς, α­πό το 2003, δι­δά­σκει στα σε­μι­νά­ρια σε­να­ρίου, που γί­νο­νται στην Νί­συ­ρο. Για τις α­νά­γκες του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, με­τα­φέ­ρο­νται στον Άγιο Νι­κή­τα, που με­το­νο­μά­ζε­ται σε Και­νού­ριο. Στο τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο, α­πό τα συ­νο­λι­κά 57 του βι­βλίου, α­νι­στο­ρεί­ται το πώς η πι­να­κί­δα του χω­ριού κα­τέ­λη­ξε να α­να­γρά­φει ΚΑΙΝ α­ντί για ΚΑΙ­ΝΟΥ­ΡΙΟ, που μπο­ρεί να δια­βα­στεί και Κάϊν, το ο­ποίο γερ­μα­νι­στί ση­μαί­νει το ο­μη­ρι­κό Ού­τις. Ένα ευ­ρη­μα­τι­κό ό­σο και πα­ρα­τρα­βηγ­μέ­νο λο­γο­παί­γνιο. Αν πά­σχει α­πό κά­τι το και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­να­γιω­τό­που­λου, αυ­τό εί­ναι η πλη­θώ­ρα ευ­ρη­μά­των και δα­νείων. Κυ­ρίως, α­πό το χώ­ρο του κι­νη­μα­το­γρά­φου, κα­θώς οι α­με­ρι­κα­νοί κα­θη­γη­τές των σε­μι­να­ρίων λαμ­βά­νο­νται αυ­τού­σιοι α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. 
Αδιά­κο­πα ει­ρω­νευό­με­νος ο συγ­γρα­φέ­ας, κλεί­νει συ­νε­χώς το μά­τι στον α­να­γνώ­στη, προ­σπα­θώ­ντας να κα­λύ­ψει μια τρια­κο­ντα­ε­τία. Η α­φή­γη­ση σταθ­μεύει στα δυο α­κραία χρο­νι­κά ση­μεία της, στα ο­ποία και μοι­ρά­ζε­ται ά­νι­σα. Μό­λις τέσ­σε­ρα κε­φά­λαια για τις δια­κο­πές της πα­ρέ­ας στο Και­νού­ριο, Ιού­λιο 1979, και έ­να πέ­μπτο για το κα­λο­καί­ρι του 1983. Σα­ρά­ντα για την εκ­δρο­μή της πα­ρέ­ας στο ί­διο μέ­ρος, του Αγίου Πνεύ­μα­τος, 5 με 8 Ιου­νίου 2009, ό­που το τε­τραή­με­ρο λό­γω ε­νός θα­νά­του ε­πι­μη­κύ­νε­ται. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, μυ­θο­πλα­στι­κή συμ­με­τρία: μια ε­ρω­τι­κή συ­νεύ­ρε­ση και μια α­να­χώ­ρη­ση κλεί­νουν τα κε­φά­λαια του πα­ρελ­θό­ντος, ε­νώ μια α­πρό­σμε­νη συ­νά­ντη­ση και μια δεύ­τε­ρη α­να­χώ­ρη­ση του ί­διου προ­σώ­που, αλ­λά αυ­τή τη φο­ρά για τον Άλλο Κό­σμο, ε­κεί­να του πα­ρό­ντος. Κα­τά τα άλ­λα, σε έ­ξι κε­φά­λαια δί­νο­νται τα βιο­γρα­φι­κά των η­ρώων, τα ο­ποία μέ­νουν α­σύν­δε­τες πα­ράλ­λη­λες ι­στο­ρίες. Ού­τε το πώς προέ­κυ­ψε η ε­φη­βι­κή πα­ρέα μα­θαί­νου­με, ού­τε λε­πτο­μέ­ρειες για τις σχέ­σεις τους, πέ­ραν των ε­ρω­τι­κών. Πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πα­σχο­λούν οι γε­νι­κό­τε­ρης φύ­σεως αλ­λα­γές, που α­να­πτύσ­σο­νται στις συ­ζη­τή­σεις των άλ­λο­τε πο­τέ ε­φή­βων του ’79 με τους κα­θη­γη­τές ή και τους μό­νι­μους του­ρί­στες. 
Τε­λι­κά, ό­πως ο Κα­ρα­γιάν­νης, έ­τσι και ο Πα­να­γιω­τό­που­λος, τη γε­νιά του προ­σπα­θεί να α­πε­νο­χο­ποιή­σει. Ο πρώ­τος την α­πο­κα­λεί  “χα­μέ­νη γε­νιά”. Ο δεύ­τε­ρος, α­ντί­στοι­χα, κά­νει λό­γο για τον “φό­νο” του Άβελ. Με άλ­λα λό­για, για να τη λυ­τρώ­σει ε­ξι­δα­νι­κεύει  πρό­σω­πα, που κι­νή­θη­καν στο πε­ρι­θώ­ριο χω­ρίς πο­τέ να κρα­τή­σουν μπα­γκέ­τα πρώ­του μαέ­στρου στις με­τα­πο­λι­τευ­τι­κές πα­ρα­χορ­δίες. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/1/2013.