Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Εκδοχές σ’ ένα θέμα

Σπύ­ρος Γιαν­να­ράς
«Ο βα­σι­λιάς έρ­χε­ται
ό­πο­τε του κα­πνί­σει»
Εκδό­σεις Άγρα
Μάιος 2015
 
“Ο βα­σι­λιάς έρ­χε­ται ό­πο­τε του κα­πνί­σει” εί­ναι ο τίτ­λος της τρί­της συλ­λο­γής διη­γη­μά­των του Σπύ­ρου Γιαν­να­ρά. Όπου, ο συγ­γρα­φέ­ας σπεύ­δει, στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, να ε­πε­ξη­γή­σει την προ­σω­πο­ποίη­ση: “Ο έ­ρω­τας έρ­χε­ται ό­πο­τε του κα­πνί­σει”. Άρι­στα πράτ­τει, κα­θώς οι υ­πο­ψή­φιοι α­γο­ρα­στές του βι­βλίου, το πι­θα­νό­τε­ρο α­να­γνώ­στες των δυο προ­η­γού­με­νων συλ­λο­γών, το σύ­νο­λο τρία συν έ­ξι διη­γή­μα­τα, μό­νο στον έ­ρω­τα δεν θα τους πά­ει ο νους. Μάλ­λον ως σαρ­κα­στι­κή α­να­φο­ρά στον θά­να­το θα την ε­κλά­βουν. Διή­γη­μα και θά­να­τος, το πή­γαι­νε ο Γιαν­να­ράς. Ποι­κί­λους θα­νά­τους έ­χει ε­μπνευ­στεί για τα διη­γή­μα­τά του, με μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση το προ­τασ­σό­με­νο της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής, που έ­χει ε­ρω­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο. Αλλά και α­πό αυ­τό α­που­σιά­ζει ο έ­ρω­τας, κα­θώς ε­μπλέ­κο­νται μό­νο δον­ζουάν και κε­ρα­σφό­ροι σύ­ντρο­φοι. Οπό­τε, μία συλ­λο­γή και μά­λι­στα, αυ­τήν τη φο­ρά, έ­ντε­κα διη­γη­μά­των, με σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κό θέ­μα τον έ­ρω­τα - μό­νο σε έ­να διή­γη­μα α­που­σιά­ζει - α­πο­τε­λεί έκ­πλη­ξη.
Ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­ποιεί­ται την αρ­χαία προ­σω­πο­ποίη­ση του έ­ρω­τα θε­ού, ό­πως α­πο­κλείει και τις προ­σω­πο­ποιή­σεις του έ­ρω­τα ως ί­με­ρου και πό­θου. Εννέα ι­στο­ρίες και ού­τε μία σκη­νή κλι­νο­πά­λης, ού­τε καν “γυ­μνός γυ­μνή συ­γκα­τα­κλι­νείς”. Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, υ­πάρ­χει μια σκη­νή, που θα μπο­ρού­σε κά­πως έ­τσι να συ­νο­ψι­στεί, αλ­λά, πα­ρό­λο που α­να­φέ­ρε­ται σε πρωι­νό ξύ­πνη­μα ε­ρω­τευ­μέ­νων, στε­ρεί­ται της πα­ρα­μι­κρής ε­ρω­τι­κής δρά­σης. Ο “δεύ­τε­ρος πα­τέ­ρας” του, ό­πως ο Γιαν­να­ράς α­πο­κα­λεί τον Κω­στή Πα­πα­γιώρ­γη, θα του τρα­βού­σε το αυ­τί. Μαύ­ρο το φό­ντο των ι­στο­ριών, ού­τε καν “μπλε βα­θύ σχε­δόν μαύ­ρο”, προς συμ­φω­νία με τον α­γα­πη­μέ­νο του συγ­γρα­φέα Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό.
Αν και ε­φέ­τος, πρό­σθε­σε στην ο­μά­δα “των ε­ξαί­ρε­των Ελλή­νων διη­γη­μα­το­γρά­φω­ν”, που, μέ­χρι πρό­τι­νος, α­νέ­φε­ρε σε συ­νε­ντεύ­ξεις και δη­μο­σιεύ­μα­τα, τον Γιώρ­γο Ιωάν­νου, χρί­ζο­ντας αυ­τόν “το με­γά­λο σχο­λείο γρα­φής”. Μάλ­λον συ­νέ­βα­λε ο ε­ορ­τα­σμός της ε­πε­τείου των τριά­ντα χρό­νων α­πό τον θά­να­τό του. Το  μό­το του τε­λευ­ταίου, σύ­ντο­μου διη­γή­μα­τος της πρό­σφα­της συλ­λο­γής του, το αν­τλεί α­πό το πε­ζο­γρά­φη­μα του Ιωάν­νου, «Ομί­χλη», της συλ­λο­γής «Η μό­νη κλη­ρο­νο­μιά». Βι­βλίο του 1974. Ίσως, το συ­γκε­κρι­μέ­νο διή­γη­μα και κά­ποια άλ­λα της νέ­ας συλ­λο­γής, να γέρ­νουν προς το πε­ζο­γρά­φη­μα. Ο τρό­πος γρα­φής του Γιαν­να­ρά, πά­ντως, εί­ναι ξέ­νος προς ε­κεί­νον του Θεσ­σα­λο­νι­κιού πε­ζο­γρά­φου.
Ένα συ­γκε­κρι­μέ­νο εί­δος έ­ρω­τα πο­λιορ­κεί με τα ε­ρω­τι­κά του ο Γιαν­να­ράς, τον α­πο­κα­λού­με­νο κε­ραυ­νο­βό­λο, που εκ­δη­λώ­νε­ται στη θέα και μό­νο του άλ­λου. Όταν ο ε­γκέ­φα­λος ση­μαί­νει συ­να­γερ­μό και αρ­χί­ζει να εκ­κρί­νει κά­θε εί­δους ορ­μό­νες, δη­μιουρ­γώ­ντας την αί­σθη­ση μίας α­κα­τα­νί­κη­της έλ­ξης για έ­να ά­γνω­στο πρό­σω­πο. Ωστό­σο, ο συγ­γρα­φέ­ας αμ­φιρ­ρέ­πει με­τα­ξύ του έ­ρω­τα κα­τά Πλά­τω­να και κα­τά Φρόυ­ντ. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο έ­ρω­τας του α­φη­γη­τή, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­κο­πές του ο­μό­τιτ­λου διη­γή­μα­τος, με­ταγ­γί­ζει κά­τι τις α­πό “θεία τρέ­λα”. Εκεί­νο το πα­ρα­λή­ρη­μα, το ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό τον θεό, για το ο­ποίο ρη­το­ρεύει η Διο­τί­μα. Από την άλ­λη, έ­τε­ρος α­φη­γη­τής, α­να­κα­λώ­ντας την πρώ­τη συ­νά­ντη­ση με τον με­γά­λο του έ­ρω­τα, συ­μπτω­μα­τι­κά σε έ­να ε­στια­τό­ριο με την ο­νο­μα­σία Duende, μνη­μο­νεύει το λορ­κι­κό ντουέ­ντε, που εί­χε προ­κα­λέ­σει στην πο­θη­τή γυ­ναί­κα, κα­τα­πώς του ε­ξο­μο­λο­γή­θη­κε με­τά την ι­κα­νο­ποίη­ση των σε­ξουα­λι­κών τους ε­νορ­μή­σεων, η θέα α­πό το κα­τά­σαρ­κα φο­ρε­μέ­νο σκού­ρο φα­νε­λά­κι του. Όσο για την ψυ­χα­νά­λυ­ση ε­πι­μέ­νει, πως ε­ρω­τευό­μα­στε ό­ταν οι συ­γκυ­ρίες μας ε­τοι­μά­ζουν για αλ­λα­γή.
Δεν θα βά­λου­με, βε­βαίως, τον συγ­γρα­φέα στο ψυ­χα­να­λυ­τι­κό α­νά­κλι­ντρο. Άλλω­στε, μας προ­λαμ­βά­νει, δια­βε­βαιώ­νο­ντας σε συ­νέ­ντευ­ξή του με α­φορ­μή το πρό­σφα­το βι­βλίο του, πως, σε αυ­τό, το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό στοι­χείο εί­ναι μι­κρό. Ωστό­σο, κα­θώς έ­χει τά­ση στις ε­ξο­μο­λο­γή­σεις των προ­σω­πι­κών του, ο α­να­γνώ­στης, του­λά­χι­στον ο υ­πο­ψια­σμέ­νος, σε κά­ποια διη­γή­μα­τα, θα δια­κρί­νει ταυ­τί­σεις με τα βιώ­μα­τα του α­φη­γη­τή. Λ.χ., στο πα­λαιό­τε­ρο διή­γη­μα της συλ­λο­γής, το «Υπο­ψή­φια για α­πο­χώ­ρη­ση», δη­μο­σιευ­μέ­νο πριν την έκ­δο­ση της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής, ο συγ­γρα­φέ­ας στή­νει την υ­πό­θε­ση, α­να­μι­γνύο­ντας τη στε­νο­χώ­ρια α­πό μία ερ­γα­σια­κή α­πό­λυ­ση με την α­νη­συ­χία για έ­ναν καρ­κί­νο, βιώ­μα­τα α­κό­μη τό­τε νω­πά για τον ί­διο. Αυ­τό, βε­βαίως, δεν ση­μαί­νει, ό­τι ταυ­τί­ζε­ται με τον α­φη­γη­τή, που εί­χε προ πε­ντα­ε­τίας στέ­κι το ε­στια­τό­ριο Duende, ού­τε πως τό­τε που έ­χα­σε τη μη­τέ­ρα του, ή­ταν που ε­ρω­τεύ­τη­κε μία γυ­ναί­κα στο μη­τρι­κό πρό­τυ­πο, ό­πως ψυ­χα­να­λυ­τι­κά προ­βλέ­πε­ται, αλ­λά και ό­πως συ­νέ­βη σε α­φη­γη­τή του, τρε­λά ε­ρω­τευ­μέ­νο με μία γυ­ναί­κα, την ο­ποία προι­κί­ζει με μη­τρι­κής υ­φής ι­διό­τη­τες και ταυ­τό­χρο­να, με “τρυ­φε­ρή ψυ­χή παι­δί­σκης”.
Ο Γιαν­να­ράς, η­θε­λη­μέ­να ή ό­χι, ε­ξε­ρε­θί­ζει με την πλη­θώ­ρα των πε­ρι­κει­με­νι­κών στοι­χείων την πε­ριέρ­γεια του α­να­γνώ­στη. Ει­δι­κό­τε­ρα, με τις ε­κτε­τα­μέ­νες α­να­φο­ρές στους ε­πώ­νυ­μους που έ­χει γνω­ρί­σει και σε ε­κεί­νους που, κα­τά και­ρούς, συ­να­να­στρέ­φε­ται, ό­πως ε­πί­σης, με τις α­φιε­ρώ­σεις και τα μό­το κά­θε κει­μέ­νου, αλ­λά και τις συ­νο­μι­λίες με τα κεί­με­να άλ­λων συγ­γρα­φέων και τα συ­να­κό­λου­θα δά­νεια, εμ­φα­νή ή λαν­θά­νο­ντα, ω­θεί τον βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή στον βιο­γρα­φι­σμό. Από την άλ­λη, τον κά­νει να δι­στά­ζει στη δια­τύ­πω­ση α­δυ­να­μιών, κα­θώς ο ί­διος συ­στή­νει ε­αυ­τόν ως κρι­τι­κό λο­γο­τε­χνίας και τε­λευ­ταία, ως με­λε­τη­τή. Και μά­λι­στα, με θεω­ρη­τι­κή σκευή κα­θό­λου α­με­λη­τέα, ό­πως δεί­χνει η ε­κτε­τα­μέ­νη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, κα­θώς και το πε­ρί διη­γή­μα­τος δο­κί­μιο, που εν­σω­μα­τώ­νει στη συλ­λο­γή με τίτ­λο, «Αντί προ­λό­γου: ε­πί­λο­γος».
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των ζώ­ντος συγ­γρα­φέα, εκ­δι­δό­με­νη με πρω­το­βου­λία του ι­δίου, α­πό πού κι ως πού χρή­ζει “προ­λό­γου”; Αλλά α­πο­ρία προ­κα­λεί και ο τρό­πος, με τον ο­ποίο εί­ναι γραμ­μέ­νος αυ­τός ο, εν τέ­λει, “ε­πί­λο­γος”. Έτσι, ό­πως α­πο­φαί­νε­ται κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά πε­ρί ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας και ελ­λη­νι­κού διη­γή­μα­τος, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, οι υ­περ­θε­τι­κοί χα­ρα­κτη­ρι­σμοί με­γα­λύν­σεως, που χρη­σι­μο­ποιεί για τα διη­γή­μα­τα πα­λαιό­τε­ρων και νεό­τε­ρων, κα­θώς και οι α­νε­πι­φύ­λα­κτες ιε­ραρ­χή­σεις και α­πο­κλει­σμοί που α­πο­κα­θι­στά. Συ­γκρα­τού­με, ω­στό­σο, την ε­πι­σή­μαν­σή του, πως οι διη­γη­μα­το­γρά­φοι α­πο­τε­λούν μειο­ψη­φία α­νά­με­σα στους συγ­γρα­φείς ι­στο­ριών. Μειο­ψη­φία, στην ο­ποία το­πο­θε­τεί τον ε­αυ­τό του, πα­ρό­λο που ει­σα­γω­γι­κά πα­ρα­τη­ρεί: “Το κα­τά πό­σο, βέ­βαια, κα­τα­φέρ­νω να γρά­ψω διή­γη­μα, και δη με τους ό­ρους που θα το ε­πι­θυ­μού­σα, εί­ναι αλ­λου­νού πα­πά ευαγ­γέ­λιο”. Μάλ­λον, ό­μως, πρό­κει­ται για ρη­το­ρι­σμό, α­φού δη­λώ­νε­ται πολ­λα­πλώς η βε­βαιό­τη­τά του, του­λά­χι­στον ως προς το πρώ­το σκέ­λος.
Όπως και να έ­χει, αυ­τός “ο άλ­λος πα­πάς” θα α­να­με­νό­ταν να εί­ναι ο κρι­τι­κός των βι­βλίων του. Δια­βά­ζο­ντας, ω­στό­σο, το σώ­μα των μέ­χρι σή­με­ρα κρι­τι­κών για τις τρεις συλ­λο­γές διη­γη­μά­των του, πα­ρό­μοιας φύ­σεως πα­ρα­τη­ρή­σεις δεν γί­νο­νται. Κυ­ριαρ­χεί ευ­με­νής στά­ση, που, με την τρί­τη συλ­λο­γή, κα­τα­λή­γει α­νε­πι­φύ­λα­κτα ε­παι­νε­τι­κή. Σε α­ντί­θε­ση, ε­μείς πι­στεύου­με, πως ό­σο ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της γρα­φής του ε­παυ­ξά­νο­νται, τό­σο α­πο­μα­κρύ­νε­ται α­πό τις α­ρε­τές του πρώ­του, προ ε­πτα­ε­τίας, βι­βλίου του και α­ντί­στοι­χα, α­πό ε­κεί­νες του διη­γή­μα­τος. Ήδη, στην προ­η­γού­με­νη συλ­λο­γή, χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με δυ­σα­νά­λο­γη τη χρή­ση των πα­ρο­μοιώ­σεων, κά­πο­τε και ά­στο­χη. Έγκρι­τη, πά­ντως, κρι­τι­κός θεω­ρού­σε τις πα­ρο­μοιώ­σεις “ευ­στο­χό­τα­τες, ευ­ρη­μα­τι­κές και λει­τουρ­γι­κές”. Στην πρό­σφα­τη, οι ε­πιρ­ρη­μα­τι­κοί προσ­διο­ρι­σμοί σύ­γκρι­σης, ό­πως και σαν, τεί­νουν να ε­κλά­βουν συ­χνό­τη­τα συ­μπλε­κτι­κού συν­δέ­σμου. Η ε­ντύ­πω­ση υ­περ­βο­λής, που καλ­λιερ­γεί­ται, ε­ντεί­νε­ται α­πό την ε­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση της με­τα­φο­ράς.
Εμμέ­νο­ντας στα κα­λο­λο­γι­κά στοι­χεία, με τα ο­ποία ε­πι­ζη­τεί ο συγ­γρα­φέ­ας να χτί­σει “το π῾῾ρο­σω­πι­κό του ύ­φος”, πα­ρα­τη­ρού­με να πλη­θαί­νουν τα ε­πί­θε­τα, ι­δίως τα σύν­θε­τα και ε­πί­λε­κτα. Ένας οί­στρος, α­πό τον ο­ποίο συ­χνά προ­κύ­πτουν α­δό­κι­μες εκ­φρά­σεις. Σε αυ­τό το ε­πι­διω­κό­με­νο “προ­σω­πι­κό ύ­φος”, προ­βάλ­λει ως βα­σι­κή συ­νι­στώ­σα η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα. Μό­νο που και αυ­τή πυ­κνώ­νει. Όταν, μά­λι­στα, γί­νε­ται υ­πό τη μορ­φή πα­ρα­πο­μπής, φαί­νε­ται να ε­πι­διώ­κε­ται βι­βλιο­γρα­φι­κή πλη­ρό­τη­τα δο­κι­μίου. Σαν ο α­φη­γη­τής να δί­νει ε­ξε­τά­σεις λο­γιό­τη­τας.
Δο­κι­μια­κού τύ­που προ­σέγ­γι­ση στο θέ­μα του έ­ρω­τα δεί­χνει και ο πε­ρι­πτω­σιο­λο­γι­κός τρό­πος, με τον ο­ποίο εί­ναι δο­μη­μέ­νη η συλ­λο­γή. Ακρι­βέ­στε­ρα, α­να­δει­κνύο­νται πτυ­χές της ε­ρω­τι­κής σχέ­σης α­πό την ο­πτι­κή του ί­διου πά­ντο­τε σκέ­λους, που, σε ό­λες τις ι­στο­ρίες, πλην μίας πα­ρά­ται­ρης, νε­ο­η­θο­γρα­φι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου, εί­ναι ο άν­δρας. Ενά­ντια στους μέ­σους ό­ρους, αυ­τός πα­ρου­σιά­ζε­ται ως ο πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­ρω­τευ­μέ­νος, ε­πί­μο­να και ρο­μα­ντι­κά, ο­πό­τε και κα­θί­στα­ται ο πιο ευά­λω­τος α­νά­με­σα στους δύο πό­λους. Ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως έ­νας μα­ζο­χι­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας, που α­πο­λαμ­βά­νει τα­πει­νώ­σεις και ε­γκα­τα­λεί­ψεις. Με εν­νέα ι­στο­ρίες κα­λύ­πτε­ται σει­ρά πε­ρι­πτώ­σεων, που μπο­ρούν να πα­ρα­τα­χθούν στον ά­ξο­να του χρό­νου, σύμ­φω­να με τη διάρ­κεια της σχέ­σης: Το μπι­γκ μπαν­γκ ε­νός έ­ρω­τα, ό­ταν το γυ­ναι­κείο βλέμ­μα “δια­περ­νά σαν βέ­λος” τον ά­ντρα. Ού­τε βδο­μά­δας ζευ­γά­ρι, γέν­νη­μα κε­ραυ­νο­βό­λου έ­ρω­τα, που α­να­κα­λύ­πτει α­συμ­φω­νία α­πό­ψεων. Έτε­ρο ζεύ­γος, με δε­σμό ε­τών, που φι­λο­νι­κεί για την α­πό­κτη­ση τέ­κνου, κα­θώς ε­κεί­νη δια­καώς το ε­πι­θυ­μεί. Τρί­το ζεύ­γος, με σο­βα­ρό δε­σμό και ε­κεί­νον να φα­ντα­σιώ­νει πρό­τα­ση γά­μου στο σε­λη­νό­φως, που, αίφ­νης, συ­νει­δη­το­ποιεί α­συμ­φω­νία χα­ρα­κτή­ρων. Τέ­ταρ­το, με χα­λα­ρό πε­ντα­ε­τή δε­σμό και ε­κεί­νη, εν δια­στά­σει και με δυο κό­ρες, να του κά­νει γυ­μνά­σια. Ένα άλ­λο, προ­σφά­τως χω­ρι­σμέ­νο, με ε­κεί­νον σε φά­ση ο­δυ­νη­ρής α­πε­ξάρ­τη­σης. Ακό­μη, ζεύ­γος δια­ζευγ­μέ­νων, προ τριών ε­τών, που δια­πλη­κτί­ζε­ται για το μοί­ρα­σμα του χρό­νου ε­πο­πτείας της κό­ρης τους, με ε­κεί­νη να  τον δυ­σκο­λεύει στα πα­τρι­κά του κα­θή­κο­ντα. Μέ­νουν δυο σύ­ντο­μα πε­ζά, διαν­θι­σμέ­να με σκέ­ψεις γύ­ρω α­πό τις ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις και τον βα­σα­νι­σμό τους.  
Από ι­στο­ρία σε ι­στο­ρία, δια­φο­ρο­ποιεί­ται ο σκη­νι­κός χώ­ρος. Σο­φά ο συγ­γρα­φέ­ας, την α­να­κά­λυ­ψη α­συμ­φω­νίας α­πό­ψεων και χα­ρα­κτή­ρων, αλ­λά και τα γυ­ναι­κεία κα­μώ­μα­τα, τα το­πο­θε­τεί στο χρό­νο δια­κο­πών, σε νη­σί. “Κά­ποιο κο­ντι­νό”, Αστυ­πά­λαια ή και Κύ­θη­ρα, που ε­πα­νέρ­χο­νται. Κα­τά τα άλ­λα, μπο­ρεί η α­φή­γη­ση να πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό την ε­ρω­τι­κή α­πελ­πι­σία ε­κεί­νου, ό­μως το ζη­τού­με­νο του ε­ρω­τευ­μέ­νου και ά­ρα, το κυ­ρίως θέ­μα, εί­ναι η γυ­ναί­κα, ως πο­θη­τή ύ­παρ­ξη αλ­λά και πρό­τυ­πο. Σε τέσ­σε­ρις ι­στο­ρίες, η δο­μή στη­ρί­ζε­ται στην α­ντί­στι­ξη της σύγ­χρο­νης γυ­ναί­κας, στις τρέ­χου­σες πα­ραλ­λα­γές, με την γυ­ναί­κα σε πα­λαιό­τε­ρα χρό­νια. Αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη την εμ­φα­νί­ζει σαν τη βα­σα­νι­σμέ­νη Ρω­μιά του Πα­πα­δια­μά­ντη. Πι­θα­νώς, ως μυ­στι­κή συ­νο­μι­λία με τις «Ρω­μιές» του “Δά­σκα­λου” Λο­ρε­ντζά­του. Η α­ντί­στι­ξη δεν ευ­τυ­χεί πά­ντα α­φη­γη­μα­τι­κά. Λ.χ., στο δια­δρα­μα­τι­ζό­με­νο «Εντός του συρ­μού», με την ό­μορ­φη κο­πέ­λα και το ε­ξα­θλιω­μέ­νο η­λι­κιω­μέ­νο ζευ­γά­ρι, ε­ξαί­ρε­ται μό­νο η α­ντί­θε­ση στην εμ­φά­νι­σή τους, ε­νώ οι συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νες σκέ­ψεις του α­φη­γη­τή, α­ντί να λει­τουρ­γούν συν­δυα­στι­κά, δί­νουν στο πε­ζό χρο­νο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Αντι­θέ­τως, ευ­τυ­χούν «Το ξό­δι», με Κυ­θή­ριο γέ­ρο­ντα, προ­σκολ­λη­μέ­νο στη γυ­ναί­κα που του α­ντι­στοι­χεί, και «Το μαύ­ρο ά­λο­γο», με τη νη­σιώ­τισ­σα Ρω­μιά γραία.
Τέ­λος, να ση­μειώ­σου­με, πως το α­κρο­τε­λεύ­τιο σύ­ντο­μο πε­ζό της συλ­λο­γής, με τίτ­λο, «Βα­σα­νί­ζο­μαι», παίρ­νει έ­μπνευ­ση –χω­ρίς να α­πο­κλείε­ται η σύ­μπτω­ση– α­πό το τε­λευ­ταίο α­φή­γη­μα, «Κο­ντά στην κοι­λιά», του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου, που ξε­κι­νά­ει με την ί­δια μο­νο­λε­κτι­κή έκ­φρα­ση πό­νου. Πρό­κει­ται για έ­να γκρά­φι­τι, που φτά­νει να “πιά­νει δυο ο­ρό­φους πο­λυ­κα­τοι­κίας”, ως δια­κό­σμη­ση των τοί­χων της Αθή­νας στα χρό­νια της κρί­σης. Οι α­φη­γη­τές των δυο συγ­γρα­φέων το βρί­σκουν συ­νε­χώς μπρο­στά τους. Του Δη­μη­τρίου, το θεω­ρεί σή­μα κα­τα­τε­θέν της κρί­σης, του Γιαν­να­ρά, του έ­ρω­τα. Όπως και να έ­χει, ο Δη­μη­τρίου δεν α­να­φέ­ρε­ται στον κα­τά Γιαν­να­ρά λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να του Επι­λό­γου.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 18/10/2015.