Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Απάντων Παπαδιαμάντη τέλος

Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης
«Άπα­ντα»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος
Έκδο­ση «ΤΟ ΒΗ­ΜΑ βι­βλιο­θή­κη»

Συ­νέ­χεια σχο­λια­σμού α­πό την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή.
Οι προ­λο­γι­στές, λοι­πόν, ξε­κι­νούν και τε­λειώ­νουν με μια γε­νι­κευ­τι­κή α­ξιο­λό­γη­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη και του έρ­γου του, ε­κτός α­πό ε­κεί­νους που εκ­κι­νούν ε­στιά­ζο­ντας σε έ­να διή­γη­μα, ο­πό­τε τους μέ­νει το κλεί­σι­μο. Όσο γε­νι­κευ­τι­κές τό­σο και δο­ξα­στι­κές αυ­τές οι ε­κτι­μή­σεις, δια­τυ­πώ­νο­νται με τον α­πό­λυ­το τρό­πο της αυ­θε­ντίας. Πα­ρά­δειγ­μα, ε­κεί­νη που α­πο­φαί­νε­ται ό­τι “η σύγ­χρο­νη ευ­ρω­παϊκή λο­γο­τε­χνία θα πα­ρα­μεί­νει φτω­χό­τε­ρη ό­σο α­δυ­να­τεί να κοι­νω­νή­σει το έρ­γο και το πνεύ­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη”. Κα­τά κα­νό­να, πά­ντως, οι προ­λο­γι­στές φρο­ντί­ζουν να α­να­φέ­ρουν τη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο, κα­τά την ο­ποία δη­μο­σιεύ­τη­καν τα διη­γή­μα­τα του τό­μου. Με βά­ση αυ­τό το δε­δο­μέ­νο, ω­στό­σο, δεν ε­πε­κτεί­νο­νται στις κοι­νω­νι­κές και λο­γο­τε­χνι­κές συν­θή­κες της ε­πο­χής, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν, αλ­λά πε­ριο­ρί­ζο­νται να σχο­λιά­σουν τη συγ­γρα­φι­κή φά­ση, στην ο­ποία βρι­σκό­ταν ο Πα­πα­δια­μά­ντης, σε σχέ­ση και με την η­λι­κία του. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, ο Άγγε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος, στον πρό­λο­γο του έ­βδο­μου τό­μου, με τα δη­μο­σιευ­μέ­να ε­ντός του 1892 διη­γή­μα­τα, κά­νει σύ­ντο­μη μνεία στην πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση της χώ­ρας ε­πί Χα­ρί­λα­ου Τρι­κού­πη. Ού­τε, βέ­βαια, πα­ρα­βάλ­λουν τον Πα­πα­δια­μά­ντη με άλ­λους ο­μό­τε­χνούς του κα­τά την ί­δια πε­ρίο­δο. Απου­σιά­ζει, δη­λα­δή, τε­λείως, μια συγ­χρο­νι­κή ει­κό­να, έ­στω α­δρο­με­ρής, που θα βο­η­θού­σε τον α­να­γνώ­στη να το­πο­θε­τή­σει τον Πα­πα­δια­μά­ντη στο πε­ρι­βάλ­λον της πε­ζο­γρα­φι­κής πα­ρά­δο­σης. Πλην ε­νός ρη­το­ρι­κού πα­ραλ­λη­λι­σμού της γλώσ­σας με ε­κεί­νη των Ροΐδη, Βι­ζυη­νού και Μω­ραϊτί­δη, που ε­πι­χει­ρεί προς α­γλαϊσμόν και πά­λι ο Κα­λο­γε­ρό­που­λος, στο δεύ­τε­ρο πρό­λο­γό του, ε­κεί­νον του εν­δέ­κα­του τό­μου. Επί­σης, οι προ­λο­γι­στές δεν προ­βαί­νουν σε συ­γκρί­σεις με με­τα­γε­νέ­στε­ρους συγ­γρα­φείς, των ο­ποίων τα έρ­γα τυ­χόν συ­νο­μι­λούν με ο­ρι­σμέ­να πα­πα­δια­μα­ντι­κά διη­γή­μα­τα, ώ­στε να δια­φαί­νο­νται οι α­πα­ραί­τη­τοι δε­σμοί συ­νέ­χειας. Εκτός α­πό τον Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λο, στον ε­πί­λο­γο, που α­πο­πει­ρά­ται συ­σχέ­τι­ση των α­φη­γη­μα­τι­κών του τρό­πων με ε­κεί­νους δυο με­τα­γε­νέ­στε­ρων πε­ζο­γρά­φων, των Ν. Γ. Πε­ντζί­κη και Νί­κου Κα­χτί­τση, οι ο­ποίοι α­πο­τε­λούν προ­σφι­λή του συγ­γρα­φι­κά πρό­σω­πα.
Ορι­σμέ­νες δια­πι­στώ­σεις των προ­λο­γι­στών α­ναι­ρού­νται α­πό το ί­διο το έρ­γο. Πα­ρά­δειγ­μα, η α­πό­φαν­ση του Άγγε­λου Μα­ντά, ό­τι το 1887 “ο Πα­πα­δια­μά­ντης ε­γκα­τα­λεί­πει ο­ρι­στι­κά και α­με­τά­κλη­τα το λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος”. Ενώ, υ­πάρ­χουν τα δυο “κοι­νω­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα”, το 1903 «Η Φό­νισ­σα» και το 1907 «Τα Ρό­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια». Αν ε­πρό­κει­το για ά­πο­ψη του προ­λο­γι­στή, θα ή­ταν α­πο­δε­κτή ως μια φι­λο­λο­γι­κή ε­κτί­μη­ση. Εκεί­νος, ό­μως, α­πο­φθέγ­γε­ται για τις προ­θέ­σεις του συγ­γρα­φέα, α­πο­φαι­νό­με­νος ό­τι η στρο­φή του στο διή­γη­μα συ­νι­στά “κί­νη­ση αυ­το­συ­νει­δη­σίας”. Προϋπάρ­χει, βε­βαίως, η θεω­ρία πε­ρί πα­πα­δια­μα­ντι­κής πα­λι­νω­δίας του Στέ­λιου Ράμ­φου, αλ­λά, εί­κο­σι πέ­ντε χρό­νια με­τά, αυ­τή α­παι­τεί ε­πα­νε­ξέ­τα­ση. Συ­νη­θέ­στε­ρες, πά­ντως, εί­ναι ε­κεί­νες οι ε­κτι­μή­σεις, οι ο­ποίες, μέ­σα στη γε­νι­κο­λο­γία τους, κα­τα­λή­γουν να χά­νουν μέ­ρος του ό­ποιου νοή­μα­τος ε­μπε­ριέ­χουν. Πα­ρά­δειγ­μα, η ά­πο­ψη του Στέ­λιου Πα­πα­θα­να­σίου ό­τι το διή­γη­μα «Η Φαρ­μα­κο­λύ­τρια» εί­ναι “πη­γή α­κέ­νω­τος ο­ντο­λο­γι­κών, θε­ο­λο­γι­κών, κοι­νω­νιο­λο­γι­κών και ψυ­χο­λο­γι­κών κα­τη­γο­ριώ­ν” ή, του ι­δίου, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης εί­ναι “ο με­γά­λος τρα­γι­κός του νέ­ου ελ­λη­νι­σμού”. Επί­σης, η δια­πί­στω­ση του Μα­ντά, ό­τι “ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­παρ­νεί­ται τη με­τω­νυ­μι­κό­τη­τα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος και α­φο­σιώ­νε­ται στη με­τα­φο­ρι­κό­τη­τα των μι­κρών συν­θέ­σεω­ν”, της ο­ποίας το α­κρι­βές νό­η­μα θα δυ­σκο­λευό­ταν να συλ­λά­βει α­κό­μη και έ­νας θεω­ρη­τι­κός της λο­γο­τε­χνίας. Πα­ρό­μοιες ε­ντυ­πω­σια­κής σύλ­λη­ψης φρά­σεις πο­λύ φο­βό­μα­στε ό­τι για το πλα­τύ κοι­νό μέ­νουν σα­γη­νευ­τι­κά σκο­τει­νές.
Για ο­ρι­σμέ­νους προ­λο­γι­στές, η καλ­λιέ­πεια του κει­μέ­νου δεί­χνει ως αυ­το­σκο­πός. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, δε­δο­μέ­νου ό­τι η υ­φο­λο­γι­κή εκ­ζή­τη­ση έρ­χε­ται ως πα­ρε­πό­με­νο της γε­νί­κευ­σης, ο πρό­λο­γος, που προ­κύ­πτει, θα μπο­ρού­σε να συ­νο­δεύει τον οιον­δή­πο­τε τό­μο ή και ο­λό­κλη­ρα τα «Άπα­ντα». Ένας α­δαής στους τρό­πους της ρη­το­ρείας δεν μπο­ρεί πα­ρά να α­πο­ρεί με ο­ρι­σμέ­νες δια­τυ­πώ­σεις. Πα­ρά­δειγ­μα, η Τα­σού­λα Κα­ρα­γεωρ­γίου, που πα­ρα­δο­μέ­νη στον ποιη­τι­κό της οί­στρο, κά­νει λό­γο πε­ρί “α­φε­λούς α­θωό­τη­τας”, “ποιη­τι­κής δη­μο­κρα­τίας” ή και “δη­μο­κρα­τίας του πο­λυε­πί­πε­δου ύ­φους”. Νεό­τε­ροι ποιη­τές, ό­πως η Κα­ρα­γεωρ­γίου και ο Δη­μή­τρης Κο­σμό­που­λος, στην δο­κι­μιο­γρα­φία τους, ε­πι­τεί­νουν την φρα­στι­κή α­ο­ρι­στία με τον φόρ­το των ε­πι­θέ­των. Το πλή­θος των κο­σμη­τι­κών στοι­χείων, κα­θώς και η ε­πα­νά­λη­ψη των ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρων εξ αυ­τών, τεί­νει να τα κα­τα­στή­σει α­βα­ρή. Μπο­ρεί, λ.χ., ο Ελύ­της να α­να­φέ­ρε­ται “στη μα­γεία του Πα­πα­δια­μά­ντη”, ω­στό­σο η συ­νε­χής α­να­φο­ρά στο μα­γι­κό και το μα­γευ­τι­κό, στη μα­γεία και το θαύ­μα, λει­τουρ­γεί σε βά­ρος της ό­ποιας ποιη­τι­κό­τη­τας του λό­γου.
Στους προ­λό­γους, ως κεί­με­να δο­κι­μια­κού μάλ­λον χα­ρα­κτή­ρα πα­ρά ει­σα­γω­γι­κού, γί­νο­νται α­να­φο­ρές σε άλ­λους με­λε­τη­τές, κα­θώς και πα­ρα­πο­μπές σε δη­μο­σιεύ­μα­τα και βι­βλία. Δυ­στυ­χώς, για τις πη­γές δεν έ­χει προ­βλε­φθεί ε­νιαίος τρό­πος βι­βλιο­γρα­φι­κής κα­τα­γρα­φής. Άλλο­τε οι πα­ρα­πο­μπές εν­σω­μα­τώ­νο­νται στο κεί­με­νο, άλ­λο­τε κα­τα­χω­ρί­ζο­νται σε υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις, ε­νώ, συ­χνό­τε­ρα, πα­ρα­λεί­πο­νται Όσο α­φο­ρά το ποιόν αυ­τών των ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κών συ­σχε­τί­σεων και α­να­φο­ρών, δη­μιουρ­γεί­ται η ε­ντύ­πω­ση, ό­τι οι προ­λο­γι­στές α­πευ­θύ­νο­νται σε κοι­νό­τη­τα ει­δη­μό­νων, α­δια­φο­ρώ­ντας για το πλα­τύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, πά­ντως, αυ­τές οι μνείες δεί­χνουν πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν κα­ρύ­κευ­μα του λό­γου και λι­γό­τε­ρο ως α­να­γκαία πα­ρά­θε­ση για την α­νά­πτυ­ξη της ό­ποιας συλ­λο­γι­στι­κής. Όπως και να το κά­νου­με, μια α­να­φο­ρά στον Βιτ­τγκεν­στάιν ή τον Μι­χαήλ Μπα­χτίν, ό­ταν, μά­λι­στα, αυ­τή δεν γί­νε­ται ά­πα­ξ, αλ­λά ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται δις και τρις, προσ­δί­δει δια­φο­ρε­τι­κό κύ­ρος σε έ­να κεί­με­νο. Λ.χ., ο Πα­πα­θα­να­σίου, για να έ­χει την ευ­και­ρία να α­να­φερ­θεί στην κα­τά Μπα­χτίν ερ­μη­νεία του Ντο­στο­γιέφ­σκι, πα­ρα­κά­μπτει – ε­κτός κι αν του δια­φεύ­γει - την αυ­το­νό­η­τη δια­φο­ρά με­τα­ξύ κυ­ριο­λε­κτι­κής και με­τα­φο­ρι­κής χρή­σης της λέ­ξης “χα­μά­λης”, που κά­νει ο Πα­πα­δια­μά­ντης σε δυο διη­γή­μα­τα. Ως γνω­στόν, οι ά­ρι­στοι των φι­λο­λό­γων εί­ναι ε­κεί­νοι που κά­πο­τε υ­πο­πί­πτουν στο ο­λί­σθη­μα της υ­πε­ρερ­μη­νείας. Αντί­στοι­χο ρό­λο, πά­ντως, με ε­κεί­νον του Μπα­χτίν φαί­νε­ται να ε­πι­φυ­λάσ­σουν οι ελ­λη­νο­κε­ντρι­κοί στον Ζή­σι­μο Λο­ρε­ντζά­το.
Απο­μέ­νει η τρί­τη ε­νό­τη­τα, με τους προ­λό­γους των δυο τε­λευ­ταίων τό­μων, στους ο­ποίους δη­μο­σιεύο­νται τα ποιη­τι­κά και τα μη λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να του Πα­πα­δια­μά­ντη, και ο ε­πί­λο­γος. Τους προ­λό­γους, τους α­να­λαμ­βά­νουν οι κα­θ’ ύ­λην αρ­μό­διοι. Ο Κο­σμό­που­λος, ως ποιη­τής, τα «Ποιη­τι­κά και άλ­λα κεί­με­να», ο Δη­μή­τρης Μαυ­ρό­που­λος, ως θε­ο­λό­γος, τα θρη­σκευ­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται στον τε­λευ­ταίο τό­μο «Η Δί­ψα του Δαυϊδ και άλ­λα κεί­με­να». Αυ­τός ο δεύ­τε­ρος δεν θη­ρεύει λε­κτι­κούς και άλ­λους ε­ντυ­πω­σια­σμούς. Σχο­λιά­ζει κά­ποια ση­μεία, που, σή­με­ρα πλέ­ον, δεν εί­ναι αυ­το­νό­η­τα, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, η διά­κρι­ση Εκκλη­σίας και Θρη­σκείας. Ακό­μη, ε­πι­μέ­νει σε ο­ρι­σμέ­να βιο­γρα­φι­κά του Πα­πα­δια­μά­ντη, τα ο­ποία τεί­νουν να δια­γρα­φούν. Έτσι, φω­τί­ζει τις συγ­γρα­φι­κές προ­θέ­σεις. Τέ­λος, τον ε­πί­λο­γο α­να­λαμ­βά­νει ο Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος, που εί­ναι και ο μό­νος α­μι­γής πε­ζο­γρά­φος της ο­μά­δας και ά­ρα, ο στε­νό­τε­ρος “συγ­γε­νής” του Πα­πα­δια­μά­ντη. Το κεί­με­νό του εί­ναι το α­να­με­νό­με­νο α­πό έ­ναν διη­γη­μα­το­γρά­φο, που στέ­κει θαυ­μα­στι­κός προς τον μα­κρι­νό πρό­γο­νο. Ίσως, ό­μως και να υ­περ­βάλ­λει, του­λά­χι­στον φρα­στι­κά, στο “ε­γκώ­μιο του διη­γη­μα­το­γρά­φου”, ερ­χό­με­νος σε πα­ρα­φω­νία τό­σο με το δι­κό του α­φη­γη­μα­τι­κό ύ­φος ό­σο και με ε­κεί­νο του τι­μώ­με­νου. Το βα­σι­κό, ό­μως, κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, εί­ναι ό­τι α­δι­κεί τις εν­δια­φέ­ρου­σες πα­ρα­τη­ρή­σεις ε­πί του συ­νό­λου του έρ­γου, που συ­γκε­ντρώ­νει και οι ο­ποίες θα χρειά­ζο­νταν ε­κτε­νέ­στε­ρη και συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρη α­νά­πτυ­ξη.
Πρέ­πει, με­τα­ξύ άλ­λων, να λά­βου­με υ­πό­ψη ό­τι τα δε­κα­πέ­ντε ει­σα­γω­γι­κά κεί­με­να και ο ε­πί­λο­γος δεν λει­τουρ­γούν α­νε­ξάρ­τη­τα. Συ­νι­στούν ψη­φί­δες, των ο­ποίων η συ­νέ­νω­ση προ­σφέ­ρει την ει­κό­να του συ­νο­λι­κού έρ­γου. Οπό­τε γεν­νά­ται το ε­ρώ­τη­μα, ποιος εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, που πα­ρου­σιά­ζουν. Με άλ­λα λό­για, ποιος εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, που σχη­μα­τί­ζουν σαν σε κο­λάζ οι λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο γε­νι­κευ­τι­κές α­πο­φάν­σεις των δέ­κα κει­με­νο­γρά­φων. Κα­τ’ αρ­χάς, αυ­τός ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεί­χνει σαν έ­νας γρα­φι­κός πε­ρι­θω­ρια­κός, έ­τσι ό­πως ο Κα­λο­γε­ρό­που­λος συ­νο­ψί­ζει τα του βίου του, στον πρό­λο­γο του έ­βδο­μου τό­μου: “Η προ­σω­πι­κή του ζωή κι­νεί­ται με­τα­ξύ των γρα­φείων της «Ακρο­πό­λεως», της τα­βέρ­νας του Κα­χρι­μά­νη και των ναΐσκων της Αθή­νας και των πε­ρι­χώ­ρω­ν”. Φρά­ση, προ­σφυώς δια­τυ­πω­μέ­νη, ώ­στε να ε­ξυ­πα­κούε­ται η γε­νί­κευ­σή της, με αλ­λα­γή ε­φη­με­ρί­δας και τα­βέρ­νας. Επι­προ­σθέ­τως, πρό­κει­ται για έ­ναν Πα­πα­δια­μά­ντη πε­νό­με­νο ή και “πέ­νη”, κα­τά τα γρα­φό­με­να των Πα­πα­θα­να­σίου και Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου. Αυ­τήν την ει­κό­να την συν­θέ­τουν με φρά­σεις, που α­λιεύουν α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία του Πα­πα­δια­μά­ντη με τους γο­νείς του, της ο­ποίας η α­νά­γνω­ση, ο έ­νας του­λά­χι­στον ο­μο­λο­γεί ό­τι τον “συ­γκλο­νί­ζει”. Δια της με­θό­δου της κο­πτο­ρα­πτι­κής δια­στέλ­λουν τα γρα­φό­με­να ε­πί το δρα­μα­τι­κό­τε­ρο. Για πα­ρά­δειγ­μα, στις 15 Φε­βρουα­ρίου 1881, ο Πα­πα­δια­μά­ντης γρά­φει:«Με 6 χιλ. δραχ­μάς διε­τη­ρή­θην ε­γώ εις τας Αθή­νας ε­πί 10 έ­τη, πό­τε νη­στι­κός και πό­τε χορ­τά­τος.» Και ο προ­λο­γι­στής γε­νι­κεύει:«...έ­ζη­σε στην Αθή­να πε­ρί­που 35 χρό­νια, “πό­τε νη­στι­κός και πό­τε χορ­τά­τος”, κα­τά τα λε­γό­με­νά του...» Ή, ε­πί­σης, στις 18 Αυ­γού­στου 1889, γρά­φει: «Ευ­ρί­σκο­μαι χω­ρίς λε­πτόν, διό­τι ε­πλή­ρω­σα τα χρέη μου και έ­κα­μα και ρού­χα. Αλλ’ αν τυ­χόν έ­χε­τε α­νά­γκην α­πό λε­πτά, πα­ρα­κα­λώ τον κ. Αλέξ. Μω­ραϊτί­δην, όν α­σπά­ζο­μαι, να σας δώ­ση πε­νή­ντα δραχ­μάς, και ά­μα έλ­θη εις Αθή­νας τά­χι­στα συν Θεώ, θα τω τας α­πο­δώ­σω.» Και ο ε­πι­λο­γι­στής με­τα­πλά­θει: «...ό­ταν (για πολ­λο­στή φο­ρά) γρά­φει ό­τι “βρί­σκο­μαι χω­ρίς λε­πτό” και να πα­ρα­κα­λέ­σουν τον Μω­ραϊτί­δη για δα­νει­κά, έ­χει πα­τή­σει τα 38...» Και ως κα­τα­κλεί­δα, ο ε­πι­λο­γι­στής α­νά­γει τη “στέ­ρη­ση” σε “δρα­μα­τι­κή συ­νι­στώ­σα του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έρ­γου”.
Αν σε αυ­τά τα κεί­με­να διο­γκώ­νο­νται τα βιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να, υ­πάρ­χουν και ση­μεία άλ­λων κει­μέ­νων, που πα­ρερ­μη­νεύο­νται. Λ.χ., ο Σταύ­ρος Ζου­μπου­λά­κης, στον πρό­λο­γο του δέ­κα­του τρί­του τό­μου, ό­που συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα 25 α­πό τα 32 διη­γή­μα­τα, που δη­μο­σιεύ­τη­καν με­τά θά­να­το, α­πο­πει­ρά­ται να α­ναι­ρέ­σει το χα­ρα­κτη­ρι­σμό του “κα­τ’ α­πο­κο­πήν διη­γη­μα­το­γρά­φου”, με το σκε­πτι­κό ό­τι πε­ρί­που το 20% των διη­γη­μά­των δη­μο­σιεύ­θη­κε με­τα­θα­νά­τια. Άρα, κα­τα­λή­γει, τα φύ­λα­γε στο συρ­τά­ρι του. Λη­σμο­νεί, ω­στό­σο, ό­τι τα δέ­κα εξ αυ­τών έ­μει­ναν στην τσά­ντα του Δη­μη­τρίου Κα­κλα­μά­νου, ό­ταν ε­κεί­νος ε­γκα­τέ­λει­ψε το «Νέ­ον Άστυ» για τα δι­πλω­μα­τι­κά πό­στα. Ενώ κά­ποια α­πό τα υ­πό­λοι­πα πρέ­πει να τα ε­τοί­μα­ζε για συ­γκε­κρι­μέ­να έ­ντυ­πα. Πα­ρά­δειγ­μα, το δεύ­τε­ρο πε­ριο­δι­κό του φί­λου του Γε­ρά­σι­μου Βώ­κου, «Ο Καλ­λι­τέ­χνης», που εί­χε ξε­κι­νή­σει Απρί­λιο 1910. Εκεί δη­μο­σιεύο­νται εν­νέα με­τα­θα­νά­τια.
Κα­τά τα άλ­λα, για το τι ε­ξαί­ρε­ται α­πό το έρ­γο του, μια πρώ­τη α­πά­ντη­ση δί­νουν τα διη­γή­μα­τα, που τιτ­λο­φο­ρούν τους τό­μους. Μια δεύ­τε­ρη, ε­κεί­να που ε­πι­λέ­γουν να σχο­λιά­σουν δια μα­κρών οι προ­λο­γι­στές. Και μια τρί­τη, ό­σα ε­κεί­νοι ρη­τά ξε­χω­ρί­ζουν. Σε γε­νι­κές γραμ­μές, υ­πε­ρι­σχύει η τρέ­χου­σα ε­πα­να­ξιο­λό­γη­ση του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έρ­γου. Πα­ρά­δειγ­μα, ο Ζου­μπου­λά­κης, στον πρό­λο­γο του ό­γδοου τό­μου, με 14 διη­γή­μα­τα, με­τα­ξύ των ο­ποίων τα «Λα­μπριά­τι­κος Ψάλ­της», «Η Νο­σταλ­γός», «Η Γλυ­κο­φι­λού­σα», «Ο Έρω­τας στα χιό­νια», προ­κρί­νει το «Πα­τέ­ρα στο σπί­τι!». Κι αυ­τό, ό­πως ε­ξη­γεί, για­τί προ­τάσ­σει το θέ­μα, πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας “τα αι­σθη­τι­κά του κρι­τή­ρια”. Ένα θέ­μα κοι­νω­νι­κό, που α­πο­δί­δε­ται, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, συ­γκι­νη­σια­κά φορ­τι­σμέ­νο. Και οι α­να­γνώ­στες, κα­θώς και οι κρι­τι­κοί, που, με το ί­διο σκε­πτι­κό, α­να­κη­ρύσ­σουν σε μπε­στ σέλ­λε­ρ, κα­θώς και σε βρα­βεύ­σι­μο, α­πό τη σο­δειά του 2010, το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ιωάν­νας Κα­ρυ­στιά­νη, «Τα σα­κιά», θα συμ­φω­νή­σουν μα­ζί του.
Για την προ­βο­λή ε­νός Πα­πα­δια­μά­ντη σύμ­φω­νου με τα ση­με­ρι­νά γού­στα, δεν γί­νο­νται υ­πο­κει­με­νι­κές α­να­γνώ­σεις μό­νο των ε­πι­στο­λών αλ­λά και των διη­γη­μά­των. Για πα­ρά­δειγ­μα, το προοί­μιο του «Λα­μπριά­τι­κου ψάλ­τη» κα­τα­λή­γει με τη δια­βε­βαίω­ση του α­φη­γη­τή ό­τι θα ε­ξα­κο­λου­θή­σει “να ζω­γρα­φεί με­τά στορ­γής τα γνή­σια ελ­λη­νι­κά ή­θη”. Και ο προ­λο­γι­στής συ­μπε­ραί­νει, δη­λα­δή τα “α­γνά, α­νό­θευ­τα, γη­γε­νή”. Τα δυο τε­λευ­ταία ε­πί­θε­τα, πράγ­μα­τι, συ­νι­στούν ερ­μη­νεία του “γνή­σια”, αλ­λά ε­κεί­νο το “α­γνά”, πό­θεν τεκ­μαί­ρε­ται; Δεί­χνει, μά­λι­στα, ο προ­λο­γι­στής να δια­φω­νεί ό­τι εί­ναι “γνή­σια ελ­λη­νι­κά ή­θη” τα έ­θι­μα του αρ­ρα­βώ­να, έ­τσι ό­πως πα­ρα­στα­τι­κά πε­ρι­γρά­φο­νται στο διή­γη­μα «Τα Συ­χα­ρί­κια», ε­πει­δή, σή­με­ρα, το μό­νο που μπο­ρού­με να α­ντι­λη­φθού­με σε αυ­τά εί­ναι “δει­σι­δαι­μο­νία” και “συμ­βο­λι­κή βία κα­τά των γυ­ναι­κώ­ν”. Ο ί­διος προ­λο­γι­στής, συ­νο­ψί­ζο­ντας την υ­πό­θε­ση του διη­γή­μα­τος, «Τα Βε­νέ­τι­κα», πα­ρου­σιά­ζει τους τρεις ή­ρωες, τους δυο ευ­σε­βείς νέ­ους και τον Γιαν­νιό, τον ο­πα­δό της Με­γά­λης Ιδέ­ας, πα­ρεμ­βάλ­λο­ντας την πα­ρα­τή­ρη­ση: «Όλη η φα­ντα­σιό­πλη­κτη Ελλά­δα πα­ρού­σα ε­δώ, σε τού­τη τη μι­κρή πα­ρέα.» Έτσι, ό­μως, δη­μιουρ­γεί­ται σύγ­χυ­ση α­νά­με­σα στις προ­θέ­σεις του Πα­πα­δια­μά­ντη και την ερ­μη­νεία του με­λε­τη­τή, ε­πει­δή ο τε­λευ­ταίος πα­ρα­γνω­ρί­ζει τα συμ­φρα­ζό­με­να της ε­πο­χής, αυ­τά που θεω­ρού­νται ως προ­εόρ­τια των Βαλ­κα­νι­κών πο­λέ­μων.
Πο­λύ φο­βό­μα­στε, ό­τι το σύ­νο­λο των συ­νο­δευ­τι­κών κει­μέ­νων δεί­χνει μάλ­λον σαν κο­λάζ προ­σω­πι­κών α­πό­ψεων, ό­που χω­λαί­νει το πραγ­μα­το­λο­γι­κό μέ­ρος, το ο­ποίο και θα α­να­πλή­ρω­νε το κε­νό του φι­λο­λο­γι­κού σχο­λια­σμού. Προ­σο­μοιά­ζει με τις συ­να­γω­γές κει­μέ­νων ή και με τα α­φιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών, που κα­ταρ­τί­ζο­νται για έ­ναν τι­μώ­με­νο συγ­γρα­φέα. Πρό­θε­ση αυ­τού του σχο­λια­σμού δεν εί­ναι να μειώ­σει την ό­ποια α­ξία των νέων «Απά­ντων», αλ­λά να κα­τα­στή­σει σα­φές ό­τι δεν πρό­κει­ται για την χρη­στι­κή έκ­δο­ση ε­νός κλα­σι­κού έρ­γου. Ου­δό­λως κα­τα­νοού­με τον ε­πι­με­λη­τή, που δια­τεί­νε­ται ό­τι η εν λό­γω έκ­δο­ση θα πρέ­πει να λη­φθεί υ­πό­ψη κα­τά την κα­τάρ­τι­ση μιας μελ­λο­ντι­κής διορ­θω­μέ­νης έκ­δο­σης, εί­τε κρι­τι­κή εί­ναι αυ­τή εί­τε χρη­στι­κή. Όπως και να έ­χει, η χρη­στι­κή έκ­δο­ση, που θα ε­τοί­μα­ζε έ­νας εκ­δο­τι­κός οί­κος, μη γι­νό­με­νη υ­πό το άγ­χος του χρό­νου, θα εί­χε α­πο­φύ­γει τα ο­ποία τυ­πο­γρα­φι­κά λά­θη, θα εί­χε δια­φο­ρε­τι­κά φρο­ντί­σει το γλωσ­σά­ρι, θα εί­χε συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρα α­φαι­ρέ­σει τα νό­θα κεί­με­να και προ­σθέ­σει τα με­τα­γε­νέ­στε­ρα ευ­ρή­μα­τα: το μο­να­δι­κό α­νευ­ρε­θέν διή­γη­μα, τα και­νο­φα­νή γνή­σια και τις, α­πό πα­λαιό­τε­ρα γνω­στές, τρο­πο­ποιή­σεις σε δυο διη­γή­μα­τα. Μια α­νά­λο­γη έκ­δο­ση, στο­χεύο­ντας μα­κρο­πρό­θε­σμα να α­πο­τε­λέ­σει προ­σφο­ρά στα γράμ­μα­τα, δεν θα εί­χε α­νά­γκη ά­γρας ε­ντυ­πώ­σεων. Θα αρ­κεί­το σε έ­να ε­κτε­νές ε­πί­με­τρο, στο ο­ποίο θα δί­νο­νταν με α­κρί­βεια ο­ρι­σμέ­να α­πα­ραί­τη­τα φι­λο­λο­γι­κά στοι­χεία. Τε­λι­κά, η πρό­σφα­τη έκ­δο­ση δεν εί­ναι ού­τε η χρη­στι­κή ε­νός κλα­σι­κού έρ­γου ού­τε, α­ναμ­φί­βο­λα, μια σει­ρά πε­ρι­πτέ­ρου. Έχει τον νό­θο χα­ρα­κτή­ρα πολ­λών ση­με­ρι­νών εκ­δο­τι­κών εγ­χει­ρη­μά­των, που με­τεω­ρί­ζο­νται με­τα­ξύ λο­γο­τε­χνίας και κα­τα­να­λω­τι­κού προϊό­ντος, και τα ο­ποία, χά­ρις α­κρι­βώς σε αυ­τόν το χα­ρα­κτή­ρα τους, φαί­νε­ται να ευ­δο­κι­μούν στην α­γο­ρά.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/12/2011.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Απάντων Παπαδιαμάντη συνέχεια

Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης
«Άπα­ντα»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος
Έκδο­ση «ΤΟ ΒΗ­ΜΑ βι­βλιο­θή­κη»

Συ­νε­χί­ζου­με τον σχο­λια­σμό των νέων «Απά­ντων» Πα­πα­δια­μά­ντη, που εί­χα­με ξε­κι­νή­σει την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή. Όπως ή­δη α­να­φέ­ρα­με, πρό­κει­ται για μια α­πό τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες σει­ρές, αν ό­χι τη ση­μα­ντι­κό­τε­ρη, εν μέ­σω των σει­ρών, υ­πό μορ­φή βι­βλίω­ν-προ­σφο­ρών, που έ­χει εκ­δώ­σει, μέ­χρι σή­με­ρα, η ε­φη­με­ρί­δα «Το Βή­μα» και τις ο­ποίες φι­λό­δο­ξα α­πο­κα­λεί «Βι­βλιο­θή­κη». Θυ­μί­ζου­με ό­τι αυ­τή η δε­κα­πε­ντά­το­μη σει­ρά προέ­κυ­ψε ως πα­ρά­γω­γο α­πό την πε­ντά­το­μη κρι­τι­κή έκ­δο­ση των «Απά­ντων» του εκ­δο­τι­κού οί­κου «Δό­μος». Πα­λαιό ό­νει­ρο του εκ­δό­τη Δη­μή­τρη Μαυ­ρό­που­λου και του ε­πι­με­λη­τή Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου ή­ταν η έκ­δο­ση της χρη­στι­κής έκ­δο­σης των «Απά­ντων». Ένα ό­νει­ρο θε­ρι­νής νυ­κτός, δε­δο­μέ­νου ό­τι την κρι­τι­κή έκ­δο­ση εί­χαν αρ­χί­σει να την ε­τοι­μά­ζουν α­πό το 1979 και για την ο­λο­κλή­ρω­σή της α­παι­τή­θη­κε κο­ντά μια δε­κα­ε­τία. Κι ό­μως, χά­ρις στο νέο εκ­δό­τη, μέ­σα στο ε­ορ­τα­στι­κό του Πα­πα­δια­μά­ντη έ­α­ρ, το ό­νει­ρό τους με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε ο­νει­ρε­μέ­νο θε­ρι­νό α­νά­γνω­σμα για χι­λιά­δες Έλλη­νες. Σύμ­φω­να με τον ε­πι­με­λη­τή και πρώ­τον τη τά­ξει πα­πα­δια­μα­ντο­λό­γο, η εν λό­γω έκ­δο­ση α­ξιο­λο­γεί­ται ως η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη προ­σφο­ρά στη μνή­μη του Πα­πα­δια­μά­ντη για τα ε­κα­τό χρό­νια α­πό το θά­να­τό του. Δια­πί­στω­ση που συ­νι­στά μέ­γα έ­παι­νο για την ε­φη­με­ρί­δα, η ο­ποία εί­χε την ι­δέα και βε­βαίως, διέ­θε­τε τα μέ­σα για την υ­λο­ποίη­σή της, αλ­λά, άρ­ρη­τα, και ψό­γο για τους εκ­δο­τι­κούς οί­κους, που δεν έ­πρα­ξαν τα κα­τά δύ­να­μη και πε­ριο­ρί­στη­καν σε ε­πα­νεκ­δό­σεις ή και εκ του προ­χεί­ρου, αν­θο­λο­γίες διη­γη­μά­των. Με αυ­τά ως προοί­μιο, συ­νε­χί­ζου­με τον σχο­λια­σμό α­πό το ση­μείο που τον εί­χα­με α­φή­σει, δη­λα­δή την προ­σθή­κη Προ­λο­γι­κού Ση­μειώ­μα­τος σε κά­θε τό­μο και Επί­με­τρου στο συ­νο­λι­κό έρ­γο.
Πρό­λο­γοι και ε­πί­λο­γος α­πο­τε­λούν έ­να σύ­νο­λο δε­καέ­ξι κει­μέ­νων, ε­νώ οι συγ­γρα­φείς τους συ­νι­στούν μια μι­κρό­τε­ρη, δε­κα­με­λή ο­μά­δα, κα­θώς ο ε­πι­με­λη­τής α­να­λαμ­βά­νει τρεις προ­λό­γους και τέσ­σε­ρις συ­νερ­γά­τες α­πό δυο. Πρό­κει­ται για συ­στη­μα­τι­κούς με­λε­τη­τές του Πα­πα­δια­μά­ντη, αλ­λά και για συγ­γρα­φείς μίας ή δύο σχε­τι­κών με­λε­τών, α­κό­μη και κα­μίας. Ωστό­σο, εί­ναι οι ε­παγ­γελ­μα­τι­κές και λοι­πές ι­διό­τη­τές τους, αυ­τές που τους κα­θι­στούν κα­τάλ­λη­λους για τη συγ­γρα­φή ε­νός πα­ρό­μοιου κει­μέ­νου, το ο­ποίο α­πευ­θύ­νε­ται στο πλα­τύ κοι­νό. Επτά α­πό αυ­τούς θή­τευ­σαν ή και θη­τεύουν στη Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Εκπαί­δευ­ση. Δύο, μά­λι­στα, εί­ναι εν ε­νερ­γεία σχο­λι­κοί σύμ­βου­λοι. Ο έ­νας εξ αυ­τών τυγ­χά­νει μέ­λος της ο­μά­δας συγ­γρα­φής του βι­βλίου «Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Λο­γο­τε­χνία» για την Τρί­τη Λυ­κείου, στο ο­ποίο ο Πα­πα­δια­μά­ντης συ­νι­στά τη μια α­πό τις ε­πτά κύ­ριες ε­νό­τη­τες. Πέ­ντε εί­ναι ποιη­τές. Δύο εί­ναι βρα­βευ­μέ­νοι διη­γη­μα­το­γρά­φοι. Δύο εί­ναι θε­ο­λό­γοι. Δυο εί­ναι εκ­δό­τες του Πα­πα­δια­μά­ντη, ο έ­νας της μη­τρι­κής έκ­δο­σης. Σχε­δόν ό­λοι α­πο­λαμ­βά­νουν υ­πό­λη­ψης έ­γκρι­του δο­κι­μιο­γρά­φου. Προ­φα­νώς, ό­πως συμ­βαί­νει κα­τά κα­νό­να σή­με­ρα με τους πνευ­μα­τι­κούς αν­θρώ­πους, οι συγ­γρα­φείς των κει­μέ­νων έ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας ι­διό­τη­τες. Γε­γο­νός που θα πρέ­πει να λει­τούρ­γη­σε κα­θο­ρι­στι­κά στην ε­πι­λο­γή τους α­πό τον ε­πι­με­λη­τή. Από την άλ­λη, αυ­τό, α­κρι­βώς, με­γε­θύ­νει τις προσ­δο­κίες για έ­να ό­χι συμ­βα­τι­κό κεί­με­νο, αλ­λά για έ­ναν πρό­λο­γο, που θα πα­ρα­κι­νεί ε­κεί­νον, που δεν γνω­ρί­ζει κα­λά ή και κα­θό­λου τον Πα­πα­δια­μά­ντη, να ξε­κι­νή­σει την α­νά­γνω­ση ε­νός τό­μου. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, ο κά­θε πρό­λο­γος έ­χει και ει­δι­κό­τε­ρο, διτ­τό στό­χο. Αφε­νός μεν θα πρέ­πει να προϊδεά­ζει για το κύ­ριο μέ­ρος του συ­γκε­κρι­μέ­νου τό­μου και α­φε­τέ­ρου να λει­τουρ­γεί ως υ­πο­κα­τά­στα­το του φι­λο­λο­γι­κού σχο­λια­σμού της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, ο ο­ποίος α­φαι­ρέ­θη­κε χά­ριν ευ­χρη­στίας.
Η πα­ρου­σία­ση μιας συ­να­γω­γής κει­μέ­νων εί­ναι πά­ντο­τε δυ­σχε­ρής, πό­σω μάλ­λον ό­ταν πρό­κει­ται για προ­λό­γους ε­πι­μέ­ρους τμη­μά­των συ­γκε­κρι­μέ­νου έρ­γου. Προς διευ­κό­λυν­ση, α­κο­λου­θού­με τον υ­πάρ­χο­ντα χω­ρι­σμό των τό­μων σε ε­κτε­νή πε­ζά, διη­γή­μα­τα, ποιη­τι­κά και μη λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να. Ορι­σμέ­νοι προ­λο­γι­στές (συ­νο­λι­κά τρεις), ό­πως ε­πί­σης ο ε­πι­λο­γι­στής, τιτ­λο­φο­ρούν ό­λα ή κά­ποια α­πό τα κεί­με­νά τους, δί­νο­ντάς έ­τσι σε έ­ξι κεί­με­να την υ­πό­στα­ση αυ­το­τε­λούς άρ­θρου, ε­νώ οι υ­πό­λοι­ποι αρ­κού­νται στον τίτ­λο του Προ­λο­γι­κού Ση­μειώ­μα­τος. Μια πρώ­τη ε­νό­τη­τα α­πο­τε­λούν οι πρό­λο­γοι των πέ­ντε πρώ­των τό­μων με τα ε­κτε­νή πε­ζά. Τους προ­λό­γους των τριών εξ αυ­τών, ε­κεί­νους με πε­ριτ­τό αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό, γρά­φει ο ε­πι­με­λη­τής («Η Φό­νισ­σα»-«Χρή­στος Μη­λιό­νης», «Οι Έμπο­ροι των Εθνών», «Η Γυ­φτο­πού­λα»). Του δεύ­τε­ρου («Τα Ρό­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια»-«Βαρ­διά­νος στα σπόρ­κα»), τον α­να­λαμ­βά­νει ο Λου­κάς Κού­σου­λας, τρό­πον τι­νά δι­καιω­μα­τι­κά, α­φού, ή­δη α­πό το Πρώ­το Συ­νέ­δριο Πα­πα­δια­μά­ντη, το 1991, τον α­πα­σχο­λεί ο πρό­λο­γος στα «Ρό­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια». Ενώ, του τέ­ταρ­του, για το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, «Η Με­τα­νά­στις», τον ε­πω­μί­ζε­ται ο Δη­μή­τρης Κο­σμό­που­λος. Και οι τρεις προσ­διο­ρί­ζουν το χρό­νο γρα­φής των πε­ζών, σχο­λιά­ζουν το λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος στο ο­ποίο α­νή­κουν και συ­νο­ψί­ζουν την υ­πό­θε­ση, εν­θέ­το­ντας πα­ρα­θέ­μα­τα. Εδώ, αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα στους προ­λό­γους, λό­γω με­ρι­κής α­να­τρο­πής της χρο­νο­λο­γι­κής σει­ράς κα­τά την πα­ρά­τα­ξη των πε­ζών, πα­ρα­τη­ρού­νται ε­πι­κα­λύ­ψεις. Στους δυο προ­λό­γους, του Κού­σου­λα και του Κο­σμό­που­λου, ο σχο­λια­σμός μύ­θου και η­ρώων α­πο­τε­λεί το κυ­ρίως θέ­μα. Αντι­θέ­τως, ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος δί­νει βά­ρος στην πρόσ­λη­ψη του έρ­γου, πα­ρα­θέ­το­ντας σχε­τι­κά στοι­χεία.
Κα­λή ι­δέα, την ο­ποία μό­νο έ­νας προ­λο­γι­στής με γνώ­ση του θέ­μα­τος μπο­ρεί να πραγ­μα­τώ­σει. Θα α­να­με­νό­ταν, ω­στό­σο, να ε­πι­λέ­ξει τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες με­λέ­τες, δί­νο­ντας προ­σι­τές σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό και με κά­ποια πλη­ρό­τη­τα πα­ρα­πο­μπές. Για πα­ρά­δειγ­μα, το “δο­κί­μιο” του Κω­στή Μπα­στιά «Ο Πα­πα­δια­μά­ντης» εί­ναι μεν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό του 1962, που εκ­δό­θη­κε, αλ­λά δεν εί­ναι το μό­νο, ώ­στε να α­να­φέ­ρε­ται και στα τέσ­σε­ρα πε­ζά ως η βα­σι­κή πα­ρα­πο­μπή και μά­λι­στα, σε έ­να εξ αυ­τών, τους «Εμπό­ρους των Εθνών», η α­να­σκευή ά­πο­ψης του Μπα­στιά να κα­τα­λαμ­βά­νει σχε­δόν το έ­να τρί­το του προ­λό­γου. Μάλ­λον ο προ­λο­γι­στής πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό τον πρό­λο­γο της ε­πα­νέκ­δο­σης του βι­βλίου του Μπα­στιά, που, ό­πως έ­χει ε­ξαγ­γελ­θεί, ε­τοι­μά­ζει εκ πα­ραλ­λή­λου. Πα­ρα­σύ­ρε­ται, ό­μως, και α­πό το ευ­ρύ γνω­στι­κό του πε­δίο, θεω­ρώ­ντας ως αυ­το­νό­η­τα πρό­σω­πα και έ­ντυ­πα. Λ.χ., σχο­λιά­ζο­ντας τη «Φό­νισ­σα», α­να­φέ­ρει πα­ρα­τή­ρη­ση του Β. Ν. Μπό­νου, ά­νευ λοι­πών στοι­χείων. Πό­σοι, ό­μως, γνω­ρί­ζουν τον ευ­βοέα ποιη­τή και την ε­να­σχό­λη­σή του με τον σκια­θί­τη γεί­το­νά του; Κα­τά τα άλ­λα, στις τρεις, ό­λες κι ό­λες, πα­ρα­πο­μπές, που δί­νει γι’ αυ­τό το ση­μα­ντι­κό πε­ζό, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει άρ­θρο σε α­ξιό­λο­γο μεν αλ­λά μι­κρής εμ­βέ­λειας εκ­κλη­σια­στι­κό πε­ριο­δι­κό. Ενώ, για τη «Γυ­φτο­πού­λα», πα­ρα­πέ­μπει σε με­λέ­τη­μά του, δί­νο­ντας ως πη­γή ε­ξαν­τλη­μέ­νο βι­βλίο του 1992, πα­ρό­τι α­κέ­ραιο το κεί­με­νο έ­χει α­να­δη­μο­σιευ­τεί, του­λά­χι­στον άλ­λες δύο φο­ρές, σε βι­βλία της τε­λευ­ταίας ε­ξα­ε­τίας. Πα­ρα­σύ­ρε­ται, ε­πί­σης, α­πό τον οί­στρο του, κα­τα­λή­γο­ντας έ­ναν εκ των προ­λό­γων με το ρη­το­ρι­κό αλ­λά σκο­τει­νό για τους πολ­λούς ε­ρώ­τη­μα: «Ο Πα­πα­δια­μά­ντης ού­τε αν­θελ­λη­νι­κός ή­ταν ού­τε α­νελ­λή­νι­στος – μα τι λέω τώ­ρα;» Πράγ­μα­τι, τι λέει;, α­πο­ρεί και ο δύ­σμοι­ρος α­να­γνώ­στης, ποιος και πό­τε α­πο­κά­λε­σε τον Πα­πα­δια­μά­ντη αν­θελ­λη­νι­κό και α­νελ­λή­νι­στο;
Από την άλ­λη, α­ξιο­ση­μείω­τες εί­ναι οι α­σα­φείς εκ­φρά­σεις στον πρό­λο­γο του πρώ­του τό­μου της σει­ράς, στις ο­ποίες α­να­γκά­ζε­ται να κα­τα­φύ­γει αυ­τός ο α­κρι­βο­λό­γος φι­λό­λο­γος: «Οι αυ­το­τε­λείς εκ­δό­σεις της Φό­νισ­σας εί­ναι πά­μπολ­λες...Το πλή­θος των εκ­δό­σεων, που μάλ­λον δεν έ­χουν κα­τα­γρα­φεί, το α­ντα­γω­νί­ζο­νται οι α­πει­ρά­ριθ­μες και ε­πί­σης βι­βλιο­γρα­φι­κά α­νυ­πό­τα­κτες με­λέ­τες...» Κι αυ­τό, λό­γω α­που­σίας Βι­βλιο­γρα­φίας Πα­πα­δια­μά­ντη. Αυ­τό το “μέ­γα κα­λό και πρώ­το στη φι­λο­λο­γία”, που ο ί­διος στον “ει­κο­σι­πε­ντά­χρο­νο πλου­ν” του δεν θεώ­ρη­σε ως πρώ­το μέ­λη­μα. Και κα­λά ως πρώ­το μέ­λη­μα, αλ­λά για­τί ό­χι ως δεύ­τε­ρο, υ­πό τη μορ­φή προ­τρο­πής προς νεό­τε­ρους, α­πο­τε­λε­σμα­τι­κής χά­ρις στο γό­η­τρο που, ε­δώ και χρό­νια, α­πο­λαμ­βά­νει; Πι­στεύου­με ό­τι τη μομ­φή για τη μη κα­τάρ­τι­ση Βι­βλιο­γρα­φίας κα­τά την με­τα­πο­λι­τευ­τι­κή τρια­κο­ντα­πε­ντα­ε­τία την μοι­ρά­ζε­ται δι­καιω­μα­τι­κά με τους δυο τρεις πα­πα­δια­μα­ντο­λό­γους, που κα­τεί­χαν ή κα­τέ­χουν πα­νε­πι­στη­μια­κούς θώ­κους.
Ερχό­μα­στε στη δεύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα, αυ­τή των διη­γη­μά­των, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται στους ο­κτώ ε­πό­με­νους τό­μους (6-13). Πρό­κει­ται για 167 διη­γή­μα­τα, στα ο­ποία συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται και το προ διε­τίας ε­ντο­πι­σθέν. Μα­ζί με τα δυο “κοι­νω­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα” («Η Φό­νισ­σα» και «Τα Ρο­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια) και τα δυο ε­κτε­νή πε­ζά αλ­λά ό­χι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα («Χρή­στος Μη­λιό­νης» και «Βαρ­διά­νος στα σπόρ­κα») φθά­νουν τα 171 και α­πο­τε­λούν το διη­γη­μα­τι­κό σώ­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Κα­τά το μοί­ρα­σμα σε τό­μους, ρυθ­μι­στι­κός πα­ρά­γων στά­θη­κε η α­νά­γκη πα­ρα­πλή­σιου α­ριθ­μού σε­λί­δων α­νά τό­μο. Εί­ναι, ω­στό­σο, εμ­φα­νές, ό­τι υ­πήρ­χε η δυ­να­τό­τη­τα να δια­τη­ρη­θούν ο­ρι­σμέ­νες του­λά­χι­στον χρο­νο­λο­γι­κές ε­νό­τη­τες, ό­πως δη­μιουρ­γού­νται α­πό την πα­ρά­τα­ξη των κει­μέ­νων. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι η δια­τά­ρα­ξή τους φαί­νε­ται να μην γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή α­πό ο­ρι­σμέ­νους προ­λο­γι­στές, ε­νώ, α­ντι­θέ­τως, σε μια πε­ρί­πτω­ση, γί­νε­ται κα­τά α­παί­τη­σή του.
Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, στον έ­κτο τό­μο συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται τα 17 διη­γή­μα­τα της πε­ριό­δου Χρι­στού­γεν­να 1887-Χρι­στού­γεν­να 1891, στον ε­πό­με­νο τα ε­πτά α­πό τα ο­κτώ διη­γή­μα­τα του 1892. Ενώ, στον με­θε­πό­με­νο, σύμ­φω­να με τον προ­λο­γι­στή, Σταύ­ρο Ζου­μπου­λά­κη, δε­κα­τέσ­σε­ρα, δη­μο­σιευ­μέ­να α­πό τα τέ­λη του 1893 ως την 1 Ια­νουα­ρίου 1896. Άρα, εί­τε έ­χου­με κε­νό γρα­φής εί­τε πα­ρά­λει­ψη διη­γη­μά­των. Τί­πο­τα α­πό τα δύο. Στον τό­μο, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο του 1892, «Οι ε­λα­φροΐσκιω­τοι», που πε­ρίσ­σε­ψε α­πό τον προ­η­γού­με­νο, κα­θώς και τα δύο των πρώ­των μη­νών του 1893. Ο γρά­φων μάλ­λον πρό­σε­ξε μό­νο το προ­τασ­σό­με­νο διή­γη­μα, ό­που και τον πα­ρέ­συ­ρε η δια­φο­ρά στις η­με­ρο­μη­νίες γρα­φής και πρώ­της δη­μο­σίευ­σης. Πα­ρο­μοίως, ο προ­λο­γι­στής του δω­δέ­κα­του τό­μου, Τα­σού­λα Κα­ρα­γεωρ­γίου, δια­τεί­νε­ται ό­τι τα 30 διη­γή­μα­τα του τό­μου εί­ναι δη­μο­σιευ­μέ­να την πε­ρίο­δο 1907-1912, ε­νώ τα δυο πρώ­τα δη­μο­σιεύ­τη­καν Δε­κέμ­βριο 1906. Αντι­θέ­τως, ο προ­λο­γι­στής του έ­να­του τό­μου, Στέ­λιος Πα­πα­θα­να­σίου, για να υ­πο­στη­ρί­ξει τα συ­μπε­ρά­σμα­τά του πα­ρεμ­βαί­νει σε βά­ρος της χρο­νο­λο­γι­κής ε­νό­τη­τας. Ο συ­γκε­κρι­μέ­νος τό­μος, με δυο ε­πι­πλέ­ον διη­γή­μα­τα, θα κά­λυ­πτε α­κέ­ραια τα έ­τη 1896 έως και 1900. Εξαι­ρού­νται, ό­μως, το πρώ­το διή­γη­μα του 1896 και το τε­λευ­ταίο του 1900. Έτσι, προ­κύ­πτει έ­νας τό­μος, ό­που το πρώ­το διή­γη­μα εί­ναι «Ο Ξε­πε­σμέ­νος Δερ­βί­σης» και το τε­λευ­ταίο, «Ο Γεί­το­νας με το λα­γού­το». Σε αυ­τήν τη διά­τα­ξη, στη­ρί­ζει ο Πα­πα­θα­να­σίου τον πρό­λο­γό του, ε­ξαί­ρο­ντας το πρώ­το ως το κα­λύ­τε­ρο των α­θη­ναϊκών και υ­πο­βι­βά­ζο­ντας το τε­λευ­ταίο. Επι­προ­σθέ­τως, το τε­λευ­ταίο του 1900, «Η Φαρ­μα­κο­λύ­τρια», ως ε­ναρ­κτή­ριο του ε­πό­με­νου τό­μου, το κα­θι­στά α­κρο­γω­νιαίο λί­θο του δεύ­τε­ρου προ­λό­γου, που συγ­γρά­φει.
Και μό­νο αυ­τά τα πα­ρα­δείγ­μα­τα δεί­χνουν ό­τι τα συ­γκε­κρι­μέ­να διη­γή­μα­τα ε­νός τό­μου δεν εί­ναι το κυ­ρίως θέ­μα των προ­λό­γων. Αντί για το corpus των διη­γη­μά­των, που κλή­θη­κε έ­κα­στος να πα­ρου­σιά­σει, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι σχο­λιά­ζουν έ­να διή­γη­μα, κά­νο­ντας α­να­φο­ρά, δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, σε δυο-τρία α­πό τα υ­πό­λοι­πα ή και σε διη­γή­μα­τα άλ­λων τό­μων, ό­ταν τα λοι­πά διη­γή­μα­τα του τό­μου δεν ται­ριά­ζουν με τις προ­τι­μή­σεις τους. Κα­τά κα­νό­να, προ­βάλ­λουν το διή­γη­μα, με το ο­ποίο τιτ­λο­φο­ρεί­ται ο τό­μος. Κι αυ­τό ό­χι ως α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό της ο­μά­δας, αλ­λά ως το, κα­τά τη γνώ­μη τους, κο­ρυ­φαίο. Άλλω­στε, πι­θα­νώς, με βά­ση τις προ­τι­μή­σεις τους και με τη σύμ­φω­νη γνώ­μη του ε­πι­με­λη­τή, να έ­γι­νε η ε­πι­λο­γή του. Όπως και να έ­χει, θυ­μί­ζουν τον Λά­κη Προ­γκί­δη, αν δεν πα­τούν στα βή­μα­τά του, ο ο­ποίος α­να­κή­ρυ­ξε τον Πα­πα­δια­μά­ντη μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο ε­φά­μιλ­λο των Ευ­ρω­παίων με βά­ση έ­να και μο­να­δι­κό διή­γη­μα. Ακό­μη, ό­μως, και τρεις εξ αυ­τών, που θεω­ρούν ό­τι ε­πι­βάλ­λε­ται να σχο­λιά­σουν πε­ρισ­σό­τε­ρα και λει­τουρ­γώ­ντας ως φι­λό­τι­μοι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές, γρά­φουν α­πό μια φρά­ση για με­ρι­κά α­κό­μη, τα α­ντι­με­τω­πί­ζουν με­μο­νω­μέ­να, σκια­γρα­φώ­ντας την υ­πό­θε­ση ε­νός ε­κά­στου.
Ού­τε καν τους ε­νο­ποιη­τι­κούς δε­σμούς, που προ­κύ­πτουν α­πό την πα­ρά­τα­ξη των διη­γη­μά­των κα­τά τη χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά της πρώ­της δη­μο­σίευ­σης, φαί­νε­ται να λαμ­βά­νουν υ­πό­ψη. Εκτός κι αν τους πα­ρα­κά­μπτουν σκο­πί­μως. Πα­ρά­δειγ­μα, ο έ­κτος τό­μος, ό­που, α­πό τα 17 διη­γή­μα­τα, τα 11 εί­ναι ε­ορ­τα­στι­κά, και ο ό­γδοος, με 8 ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα α­πό τα 14. Αυ­τόν τον εμ­φα­νή συν­δε­τι­κό ι­στό, οι δυο προ­λο­γι­στές, ο Άγγε­λος Μα­ντάς και ο Ζου­μπου­λά­κης, δεν τον σχο­λιά­ζουν. Αντ’ αυ­τού, α­να­πτύσ­σουν θέ­μα­τα, που δεί­χνουν να συν­δέ­ο­νται με τα προ­σω­πι­κά τους εν­δια­φέ­ρο­ντα. Ο πρώ­τος δεν α­να­φέ­ρε­ται σε κα­νέ­να ε­ορ­τα­στι­κό διή­γη­μα, ού­τε καν σε ε­κεί­νο του τίτ­λου, «Η Στα­χο­μα­ζώ­χτρα», αλ­λά ε­πι­λέ­γει ως κυ­ρίως θέ­μα έ­να α­πό τα πέ­ντε υ­πο­λει­πό­με­να, «Η Μαυ­ρο­μα­ντη­λού», που τον α­πα­σχο­λεί ε­δώ και χρό­νια, κα­θώς α­πο­τέ­λε­σε μι­κρό ο­λί­σθη­μα της δι­δα­κτο­ρι­κής του δια­τρι­βής. Ο δεύ­τε­ρος ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται μεν σε έ­να ε­ορ­τα­στι­κό, το «Λα­μπριά­τι­κος ψάλ­της», αλ­λά δεν τον ελ­κύει αυ­τό κα­θ’ αυ­τό το διή­γη­μα ή, έ­στω, το πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νο προοί­μιο. Ακό­μη και την η­με­ρο­μη­νία πρώ­της δη­μο­σίευ­σής του φαί­νε­ται να τη λη­σμο­νεί. Ο λό­γος εί­ναι πρό­σφα­το φι­λο­λο­γι­κό εύ­ρη­μα, για το ο­ποίο ο εν­θου­σια­σμός του εί­ναι α­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρος, κα­θώς η α­να­κοί­νω­σή του έ­γι­νε στο πε­ριο­δι­κό, που ο ί­διος διευ­θύ­νει.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, εί­ναι α­ξιο­ση­μείω­το, ό­τι, στα δε­καέ­ξι συ­νο­λι­κά έν­θε­τα κεί­με­να, σε κα­νέ­να δεν α­να­φέ­ρε­ται, ού­τε ως πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης έ­γρα­ψε ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, ό­τι, με αυ­τά ξε­κί­νη­σε και με αυ­τά πο­ρεύ­τη­κε μέ­χρι σχε­δόν το τέ­λος του 19ου αι. Δη­λα­δή, μια με­γά­λη πε­ρίο­δο, που α­ντι­στοι­χεί στα δύο τρί­τα του συγ­γρα­φι­κού του βίου. Επί­σης, κα­νέ­νας τό­μος δεν τιτ­λο­φο­ρεί­ται με τίτ­λο ε­ορ­τα­στι­κού, πλην του έ­κτου, «Η Στα­χο­μα­ζώ­χτρα και άλ­λα διη­γή­μα­τα», στη ε­πι­λο­γή του ο­ποίου, ό­μως, θα πρέ­πει να βά­ρυ­νε η κοι­νω­νιο­λο­γι­κή συ­νι­στώ­σα...
Συ­νέ­χεια και Τέ­λος την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λε­ζά­ντα φω­το­γρα­φίας: Πορ­τραί­το (ξυ­λο­γρα­φία) του Πα­πα­δια­μά­ντη, το πρώ­το (1941) α­πό τα δύο, που φι­λο­τέ­χνη­σε ο χα­ρά­κτης Α. Τάσ­σος.

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 4/12/2011.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Σχόλια στα νέα Άπαντα

Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης
«Άπα­ντα»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος
Έκδο­ση «ΤΟ ΒΗ­ΜΑ βι­βλιο­θή­κη»

Εφέ­τος το κα­λο­καί­ρι, συ­γκε­κρι­μέ­να κά­θε Πα­ρα­σκευή, α­πό τις 22 Μαΐου μέ­χρι τις 27 Αυ­γού­στου, κυ­κλο­φο­ρού­σε και α­πό έ­νας τό­μος των «Απά­ντων» Πα­πα­δια­μά­ντη. Πρό­κει­ται για μια δε­κα­πε­ντά­το­μη έκ­δο­ση της ε­φη­με­ρί­δας «Το Βή­μα». Εντάσ­σε­ται στις εκ­δό­σεις βι­βλίω­ν-προ­σφο­ρών της ε­φη­με­ρί­δας, με τον γε­νι­κό τίτ­λο «Βι­βλιο­θή­κη». Η έκ­δο­ση έ­γι­νε με α­φορ­μή το ε­φε­τι­νό «Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη». Ως γνω­στόν, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, οι προ­σφο­ρές έ­χουν α­πο­δειχ­θεί με­γά­λο κε­φά­λαιο για τις ε­φη­με­ρί­δες, στο βαθ­μό να τεί­νουν να τις υ­πο­κα­τα­στή­σουν. Όλο και συ­χνό­τε­ρα, η ε­πι­λο­γή μιας ε­φη­με­ρί­δας α­πό τον α­να­γνώ­στη δεν γί­νε­ται με κρι­τή­ριο αυ­τήν κα­θ’ ε­αυ­τήν την ε­φη­με­ρί­δα αλ­λά τις προ­σφο­ρές της. Τα βι­βλία-προ­σφο­ρές, εί­τε συ­νο­δεύουν μα­ζί με πρό­σθε­τα έν­θε­τα, CD και DVD το πλή­ρες, δι­πλά­σιας τι­μής, κυ­ρια­κά­τι­κο φύλ­λο, εί­τε πω­λού­νται στα πε­ρί­πτε­ρα, άλ­λο­τε με κου­πό­νια, που προ­σφέ­ρει η ε­φη­με­ρί­δα, συν πρό­σθε­το α­ντί­τι­μο κι άλ­λο­τε α­νε­ξάρ­τη­τα. Αυ­τά τα τε­λευ­ταία παίρ­νουν τη θέ­ση τους δί­πλα στις ε­βδο­μα­διαίες ε­φη­με­ρί­δες και ε­πι­στρέ­φο­νται στο πρα­κτο­ρείο μα­ζί με αυ­τές στο τέ­λος της ε­βδο­μά­δας. Τα δι­καιώ­μα­τα ε­πα­νέκ­δο­σης, που ε­ξα­σφα­λί­ζουν οι ε­φη­με­ρί­δες α­πό τους εκ­δο­τι­κούς οί­κους, δεν ε­πι­τρέ­πουν, στη συ­νέ­χεια, τη διά­θε­σή τους και στα βι­βλιο­πω­λεία.
Κα­τά κα­νό­να, στα βι­βλία-προ­σφο­ρές, το με­ρί­διο της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας εί­ναι μι­κρό, κα­θώς το εν­δια­φέ­ρον ελ­κύουν οι τα­ξι­διω­τι­κοί ο­δη­γοί, τα βι­βλία Τέ­χνης και α­πό τη λο­γο­τε­χνία, η α­φρό­κρε­μα της ξε­νό­γλωσ­σης. Ακό­μη μι­κρό­τε­ρο εί­ναι το κομ­μά­τι της πα­λαιό­τε­ρης ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας, κα­θώς προ­τι­μώ­νται, α­να­λο­γι­κά, οι πο­λυ­δια­βα­σμέ­νοι του με­σο­πο­λέ­μου. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, προ διε­τίας, ά­νοι­ξη 2009, η ε­φη­με­ρί­δα «Το Βή­μα» εί­χε ξε­κι­νή­σει τη «Βι­βλιο­θή­κη Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Γραμ­μα­τείας», με πα­λαιό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους. Η σει­ρά εί­χε δια­φη­μι­στεί ό­τι θα διαρ­κού­σε ο­λό­κλη­ρο το κα­λο­καί­ρι και οι τό­μοι θα κυ­κλο­φο­ρού­σαν σε κα­θη­με­ρι­νή βά­ση ως προ­σφο­ρά, που θα συ­νό­δευε το κα­θη­με­ρι­νό, τό­τε α­κό­μη, φύλ­λο της ε­φη­με­ρί­δας. Τε­λι­κά, η σει­ρά δια­κό­πη­κε στα μέ­σα Ιου­λίου, φθά­νο­ντας στον 56ο τό­μο. Ο εκ­δο­τι­κός οί­κος, α­πό τον ο­ποίον εί­χαν α­γο­ρα­στεί τα δι­καιώ­μα­τα, ή­ταν οι εκ­δό­σεις «Πε­λε­κά­νος», ό­που η συ­γκε­κρι­μέ­νη σει­ρά, με τίτ­λο «Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Γραμ­μα­τεία», φθά­νει τους 172 τό­μους. Σε ε­κεί­νη τη σει­ρά, με­τα­ξύ των βι­βλίων “της πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης”, υ­πάρ­χουν και ο­κτώ τό­μοι του Πα­πα­δια­μά­ντη. Στους 56 τό­μους, που ε­πα­νεκ­δό­θη­καν ως προ­σφο­ρά α­πό το «Βή­μα», συ­μπε­ρι­λή­φθη­καν οι έ­ξι.
Η ε­φε­τι­νή προ­σφο­ρά της ε­φη­με­ρί­δας δεν ε­πι­δέ­χε­ται σύ­γκρι­ση με την προ­πέρ­σι­νη. Τώ­ρα πρό­κει­ται για ε­πα­νέκ­δο­ση ο­λό­κλη­ρου του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έρ­γου. Και μά­λι­στα, ό­χι α­πό μια ο­ποια­δή­πο­τε μη­τρι­κή έκ­δο­ση, αλ­λά α­πό την πε­ντά­το­μη των «Απά­ντων» του εκ­δο­τι­κού οί­κου «Δό­μος», που θεω­ρεί­ται ως η πιο έ­γκρι­τη. Αναμ­φι­βό­λως, α­πο­τε­λεί μια α­πό τις κα­λύ­τε­ρες σει­ρές βι­βλίω­ν–προ­σφο­ρών. Σω­στό δια­μά­ντι α­νά­με­σα στα βι­βλία πε­ρι­πτέ­ρου, που θα ά­ξι­ζε δια­φο­ρε­τι­κή μοί­ρα α­πό ε­κεί­νη της διά­θε­σης των τό­μων μό­νο για μια ε­βδο­μά­δα. Η σει­ρά, πά­ντως, έ­τυ­χε ε­ξαι­ρε­τι­κής προ­βο­λής. Ήδη, α­πό το δι­σέ­λι­δο σα­λό­νι, που α­φιέ­ρω­σε η ε­φη­με­ρί­δα στο φύλ­λο της 15ης Μαΐου, προ­α­ναγ­γελ­λό­ταν ως η α­να­με­νό­με­νη “χρη­στι­κή έκ­δο­ση” των «Απά­ντων». Και έ­τσι συ­νέ­χι­σε να δια­φη­μί­ζε­ται ο­λό­κλη­ρο το κα­λο­καί­ρι. Πα­ρεν­θε­τι­κά, να ση­μειώ­σου­με, ό­τι μο­νί­μως στη δια­φη­μι­στι­κή κα­μπά­νια χρη­σι­μο­ποιεί­το το έ­να α­πό τα δυο χα­ρα­κτι­κά πορ­τραί­τα (ξυ­λο­γρα­φίες) του Πα­πα­δια­μά­ντη, που φι­λο­τέ­χνη­σε ο χα­ρά­κτης Α. Τάσ­σος, χω­ρίς ού­τε μια φο­ρά να α­να­φερ­θεί το ό­νο­μά του.
Βε­βαίως, οι δια­φη­μι­στι­κές κα­τα­χω­ρή­σεις λει­τουρ­γούν πά­ντο­τε δια της με­γα­λη­γο­ρίας. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη, ω­στό­σο, πε­ρί­πτω­ση, ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός του έρ­γου ως “χρη­στι­κή έκ­δο­ση”, την ο­ποία ο­νει­ρεύο­νταν, ε­δώ και χρό­νια, ο εκ­δό­της και ο ε­πι­με­λη­τής της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, ε­πι­κυ­ρώ­θη­κε α­πό τους ί­διους, κα­τά την ε­πί­ση­μη πα­ρου­σία­ση του έρ­γου, που διορ­γά­νω­σε, την 6η Ιου­νίου, ο νέ­ος εκ­δό­της στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής. Και προ­σε­πι­κυ­ρώ­θη­κε, τέσ­σε­ρις μή­νες αρ­γό­τε­ρα, με την τε­λι­κή α­πο­τί­μη­ση της έκ­δο­σης α­πό τον ε­πι­με­λη­τή της σε σχε­τι­κό κεί­με­νο στο «Βή­μα» (9/10). Για την α­κρί­βεια, ό­χι μό­νο την ο­νει­ρεύο­νταν, αλ­λά και την εί­χαν ε­ντά­ξει στο εκ­δο­τι­κό πρό­γραμ­μα του «Δό­μου», ό­πως α­να­φέ­ρε­ται στο «Απάν­θι­σμα Διη­γη­μά­των», που εί­χαν εκ­δώ­σει το 2001. Με βά­ση αυ­τά, α­να­κύ­πτει το ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο πρό­κει­ται πράγ­μα­τι για τη “χρη­στι­κή έκ­δο­ση” της πλέ­ον έ­γκρι­της έκ­δο­σης των «Απά­ντων» Πα­πα­δια­μά­ντη. Δε­δο­μέ­νου ό­τι για μια έκ­δο­ση υ­ψη­λών α­παι­τή­σεων, ό­πως οι χρη­στι­κές εκ­δό­σεις κλα­σι­κών έρ­γων, δεν αρ­κούν οι προ­θέ­σεις. Μια πα­ρό­μοια έκ­δο­ση υ­πό­κει­ται σε ο­ρι­σμέ­νες προ­δια­γρα­φές, οι ο­ποίες α­παι­τούν, πρώ­τα α­π’ ό­λα, ι­κα­νό χρό­νο α­πό τον σχε­δια­σμό τους μέ­χρι την πε­ραίω­σή τους. Η έκ­δο­ση, ό­πως γρά­φτη­κε, έ­γι­νε εν μια νυ­κτί. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να· μή­να Μάρ­τιο έ­κα­νε την πρό­τα­ση ο νέ­ος εκ­δό­της στον πα­λαιό. Από τη στιγ­μή που συμ­φω­νή­θη­κε, το σύ­νο­λο του έρ­γου σχε­διά­στη­κε και υ­λο­ποιή­θη­κε ε­ντός δύο-τριών μη­νών. Ενίο­τε, ό­μως, έ­νας πο­λυ­δύ­να­μος μη­χα­νι­σμός κά­νει θαύ­μα­τα. Ας δού­με, λοι­πόν, με με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή τη συ­γκε­κρι­μέ­νη έκ­δο­ση. Έτσι κι αλ­λιώς, το Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη, του­λά­χι­στον προ­σώ­ρας, δεν έ­χει ευ­τυ­χή­σει σε έ­ντυ­πες εκ­δό­σεις.
Κα­τ’ αρ­χάς, ως προς τον σχε­δια­σμό της σει­ράς, δεν υιο­θε­τή­θη­κε το μι­κρό σχή­μα βι­βλίου τσέ­πης, με μα­λα­κό ε­ξώ­φυλ­λο, ό­πως ε­κεί­νο της προ­πέρ­σι­νης προ­σφο­ράς της «Βι­βλιο­θή­κης Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Γραμ­μα­τείας». Η σει­ρά των «Απά­ντων» εί­ναι σχή­μα­τος λί­γο με­γα­λύ­τε­ρου του κα­θιε­ρω­μέ­νου α­πό τους εκ­δο­τι­κούς οί­κους για βι­βλία πε­ζο­γρα­φίας. Οι τό­μοι εί­ναι χαρ­τό­δε­τοι, αλ­λά με σκλη­ρό ε­ξώ­φυλ­λο, στο ο­ποίο οι εκ­δό­τες κα­τα­φεύ­γουν συ­νή­θως για να δη­μιουρ­γή­σουν ε­ντύ­πω­ση πο­λυ­τε­λούς έκ­δο­σης. Όπως συ­νη­θί­ζε­ται σε πα­ρό­μοιες εκ­δό­σεις, το ε­ξώ­φυλ­λο φέ­ρει κα­λαί­σθη­τη κου­βερ­τού­ρα. Σύμ­φω­να με το προ­τασ­σό­με­νο σε ό­λους τους τό­μους Ση­μείω­μα για την Έκδο­ση, το κεί­με­νο λαμ­βά­νε­ται ως έ­χει α­πό τη μη­τρι­κή έκ­δο­ση, με ο­ρι­σμέ­νες διορ­θώ­σεις γρα­φών, που εί­χαν ει­σαχ­θεί στο «Απάν­θι­σμα Διη­γη­μά­των». Επί­σης, πα­ρα­λεί­πε­ται η στι­χα­ρίθ­μη­ση, ο­πό­τε τυ­χόν λά­θη πε­ριο­ρί­ζο­νται στην α­να­διά­τα­ξη των α­ρά­δων. Και βε­βαίως, μπο­ρούν να πα­ρει­σφρή­σουν στις και­νού­ριες σε­λί­δες πε­ριε­χο­μέ­νων, που α­παι­τή­θη­καν. Σε αυ­τές υ­πάρ­χουν μι­κρές αλ­λα­γές των τίτ­λω­ν: σε έ­ξι πε­ρι­πτώ­σεις, τα πρώ­τα γράμ­μα­τα των λέ­ξεων με­τα­πί­πτουν α­πό κε­φα­λαία σε μι­κρά ή και α­ντι­στρό­φως, το «Φώ­τα Ολό­φω­τα» α­πο­κτά ε­νώ­τιο, το «Πά­σχα Ρω­μέι­κο» δια­λυ­τι­κά, «Η Καλ­λι­κατ­ζού­να» χά­νει το έ­να λάμ­δα, «Το Ιδιό­κτη­το» α­πο­κτά α­νω­φε­ρή, «Στο Χρι­στό στο Κά­στρο» προ­στί­θε­ται κόμ­μα. Δυο α­πό τις αλ­λα­γές έ­χουν υιο­θε­τη­θεί και στο «Απάν­θι­σμα Διη­γη­μά­των». Αν πρό­κει­ται, λοι­πόν, για η­θε­λη­μέ­νες αλ­λα­γές, δε­δο­μέ­νου ό­τι ό­λες, πλην μιας, δια­τη­ρού­νται στον πί­να­κα πε­ριε­χο­μέ­νων του τε­λευ­ταίου τό­μου, θα α­να­με­νό­ταν αι­τιο­λό­γη­ση.
Επί­σης, χά­ριν ευ­χρη­στίας, το κεί­με­νο α­πο­γυ­μνώ­νε­ται α­πό τον φι­λο­λο­γι­κό σχο­λια­σμό της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, του­τέ­στιν πα­ρα­λεί­πο­νται το κρι­τι­κό υ­πό­μνη­μα, το υ­πό­μνη­μα πη­γών, οι πί­να­κες προ­σώ­πων και το­πω­νυ­μίων και τα βι­βλιο­γρα­φι­κά. Δια­σώ­ζε­ται ο γε­νι­κός πί­να­κας πε­ριε­χο­μέ­νων, στον ο­ποίο έ­χει προ­στε­θεί πί­να­κας λοι­πών κει­μέ­νων ε­κτός διη­γη­μά­των και μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Εί­ναι ο κα­νό­νας σε πα­ρό­μοιους πί­να­κες να πα­ρει­σφρύουν πη­δή­μα­τα κα­τά την αλ­φα­βη­τι­κή πα­ρά­θε­ση. Με δε­δο­μέ­νη τη στε­νό­τη­τα χρό­νου, τέσ­σε­ρις α­βλε­ψίες στην πα­ρά­θε­ση και τη σε­λι­δα­ρίθ­μη­ση εί­ναι κα­τόρ­θω­μα.
Η μο­να­δι­κή σω­ζό­με­νη πλη­ρο­φο­ρία σχε­τι­κά με πα­λαιό­τε­ρες δη­μο­σιεύ­σεις ε­νός κει­μέ­νου εί­ναι το έ­τος πρώ­της δη­μο­σίευ­σης στο τέ­λος κά­θε πε­ζού. Δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τό, ως συ­νο­δευ­τι­κό των πε­ζών, λαμ­βά­νε­ται ως έ­χει α­πό τη μη­τρι­κή έκ­δο­ση, δεν υ­πάρ­χει πε­ρι­θώ­ριο λά­θους. Έτσι, ό­μως, μπο­ρεί να ε­πα­να­λη­φθούν τυ­χόν υ­πάρ­χου­σες α­βλε­ψίες. Πα­ρά­δειγ­μα, το διή­γη­μα «Ο Αντί­κτυ­πος του νου» δη­μο­σιεύε­ται και πά­λι με χρο­νο­λο­γία πρώ­της δη­μο­σίευ­σης το 1912. Ωστό­σο, στον πρό­λο­γο του ε­πό­με­νου τό­μου, το λά­θος διορ­θώ­νε­ται σιω­πη­ρά. Εκεί προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι η πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση αυ­τού του η­μι­τε­λούς διη­γή­μα­τος έ­γι­νε σε δυο τμή­μα­τα, το 1910 και το 1929.
Όπως και στη μη­τρι­κή έκ­δο­ση, το κυ­ρίως σώ­μα κά­θε τό­μου συ­μπλη­ρώ­νε­ται με γλωσ­σά­ρι, το ο­ποίο, σε σύ­γκρι­ση με το αρ­χι­κό, εί­ναι συ­νε­πτυγ­μέ­νο. Ενώ, σε μια έκ­δο­ση, που α­πευ­θύ­νε­ται στο πλα­τύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, θα α­να­με­νό­ταν να συμ­βαί­νει α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το. Ο πε­ριο­ρι­σμός δεν α­φο­ρά το πλή­θος των λέ­ξεων ό­σο τις ε­πε­ξη­γή­σεις και τις βι­βλιο­γρα­φι­κές πα­ρα­πο­μπές. Αυ­τές, ω­στό­σο, δεν έ­χουν μό­νο φι­λο­λο­γι­κό εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, εί­ναι α­να­γκαία η διά­κρι­ση της ι­διω­μα­τι­κής χρή­σης α­πό την κα­νο­νι­κή και ε­πί­σης, του σκια­θί­τι­κου ι­διό­λε­κτου α­πό ε­κεί­νο του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ένα πρό­χει­ρο πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι η ερ­μη­νεία του α­δια­φό­ρε­τος ως μα­κα­ρί­της, που, χω­ρίς ε­πε­ξή­γη­ση, εν­δέ­χε­ται να προ­κα­λέ­σει σύγ­χυ­ση σε έ­να νεό­τε­ρο α­να­γνώ­στη. Όσο για το γε­νι­κό γλωσ­σά­ρι της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, φαί­νε­ται ό­τι θεω­ρή­θη­κε φι­λο­λο­γι­κός φόρ­τος.
Ένα βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό μιας πα­ρό­μοιας έκ­δο­σης, ό­ταν, βε­βαίως, πρό­κει­ται για έ­να κλα­σι­κό έρ­γο, ό­που μια χρη­στι­κή έκ­δο­ση πρέ­πει να μέ­νει πι­στή στο πρω­τό­τυ­πο, εί­ναι η πα­ρά­τα­ξη των κει­μέ­νων. Στα «Άπα­ντα» Πα­πα­δια­μά­ντη της έκ­δο­σης του «Δό­μου» α­κο­λου­θεί­ται η χρο­νο­λο­γία πρώ­της δη­μο­σίευ­σης. Δυ­στυ­χώς, η νέα σει­ρά ε­νέ­δω­σε στις συ­νή­θεις ε­μπο­ρι­κές σκο­πι­μό­τη­τες. Ως γνω­στόν, στις σει­ρές των βι­βλίω­ν-προ­σφο­ρών δί­νε­ται ι­διαί­τε­ρο βά­ρος στην ε­πι­λο­γή των πρώ­των τό­μων, δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τοί λει­τουρ­γούν ως κρά­χτης της δια­φη­μι­στι­κής κα­μπά­νιας. Όπως, λοι­πόν, μια σει­ρά βι­βλίων Τέ­χνης προ­βάλ­λει ως δέ­λε­αρ τον Μι­χαήλ Άγγε­λο, έ­τσι και μια σει­ρά της “πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης”, εί­τε πρό­κει­ται για μία, ό­πως η προ­πέρ­σι­νη, χω­ρίς ι­διαί­τε­ρες τυ­πο­τε­χνι­κές α­ξιώ­σεις, εί­τε για την ε­φε­τι­νή, υ­ψη­λών προ­δια­γρα­φών, το δέ­λε­αρ εί­ναι η «Φό­νισ­σα». Σε αυ­τήν, προς συ­μπλή­ρω­ση των σε­λί­δων του πρώ­του τό­μου, προ­στέ­θη­κε το «Χρή­στος Μη­λιό­νης». Η δια­τά­ρα­ξη, ό­μως, της μη­τρι­κής πα­ρά­τα­ξης ε­πε­κτά­θη­κε και στους δυο ε­πό­με­νους τό­μους. Στο δεύ­τε­ρο τό­μο, προ­τι­μή­θη­κε το πε­ζό, στο ο­ποίο, προ δε­κα­ε­τίας, εί­χε στη­ριχ­θεί η “ευ­ρω­παϊκή α­να­βά­πτι­σή” του Πα­πα­δια­μά­ντη, «Τα Ρό­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια», συ­μπλη­ρω­μέ­νο με το «Βαρ­διά­νος στα σπόρ­κα». Ενώ, για τον τρί­το, ε­πι­λέχ­θη­κε το μυ­θι­στό­ρη­μα «Οι Έμπο­ροι των Εθνών», κα­θώς θεω­ρή­θη­κε γνω­στό­τε­ρο του χρο­νο­λο­γι­κά πρώ­του, «Η Με­τα­νά­στις». Κα­τά τα άλ­λα, α­πό τον τέ­ταρ­το τό­μο και ε­φε­ξής α­κο­λου­θεί­ται η σει­ρά των τεσ­σά­ρων πρώ­των τό­μων της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, χω­ρίς, ω­στό­σο, κά­ποια υ­πο­ση­μείω­ση για τη θέ­ση που εί­χαν στην αρ­χι­κή πα­ρά­τα­ξη τα πέ­ντε πε­ζά που προ­τάχ­θη­καν. Εκτε­τα­μέ­νη α­να­διά­τα­ξη έ­γι­νε στα ποιη­τι­κά και στα μη λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να του πέ­μπτου τό­μου.
Ένα α­πό τα desiderata, που λέ­νε οι φι­λό­λο­γοι, μιας α­να­θεω­ρη­μέ­νης ή μιας χρη­στι­κής έκ­δο­σης των «Απά­ντων» Πα­πα­δια­μά­ντη εί­ναι να λη­φθούν υ­πό­ψη τα νέα στοι­χεία, που προέ­κυ­ψαν στο μα­κρύ διά­στη­μα μιας ει­κο­σα­ε­τίας. Όσο α­φο­ρά το κυ­ρίως έρ­γο, η συ­γκο­μι­δή εί­ναι φτω­χή. Προ­στί­θε­ται έ­να διή­γη­μα, «Το Για­λό­ξυ­λο», που ε­ντο­πί­στη­κε πρό­περ­σι α­πό τον Βα­σί­λειο Τω­μα­δά­κη, και γί­νο­νται αλ­λα­γές σε δυο διη­γή­μα­τα α­πό τα δη­μο­σιευ­θέ­ντα με­τά το θά­να­το του Πα­πα­δια­μά­ντη. Στο η­μι­τε­λές «Ο Αντί­κτυ­πος του νου» και στο ο­λο­κλη­ρω­μέ­νο αλ­λά ά­τιτ­λο, που δη­μο­σιευό­ταν με τον “θε­τό” τίτ­λο «Ο Κα­λού­μπας» και ε­δώ α­πο­κτά τον πλα­γίως τεκ­μη­ριω­μέ­νο τίτ­λο, «Το Θε­ο­πό­ντι».
Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες αλ­λα­γές α­φο­ρούν τα μη λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να του Πα­πα­δια­μά­ντη και α­να­φέ­ρο­νται α­να­λυ­τι­κά σε Ση­μείω­μα για τους τό­μους 14 και 15, δη­μο­σιευ­μέ­νο στον 14ο τό­μο. Ως νό­θα α­φαι­ρού­νται έ­ξι α­νυ­πό­γρα­φα δη­μο­σιεύ­μα­τα στην ε­φη­με­ρί­δα «Εφη­με­ρίς», δυο στην ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις», το έ­να α­νυ­πό­γρα­φο και το άλ­λο και με την υ­πο­γρα­φή Πμ., και έ­να στην ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις Εσπε­ρι­νή» με την υ­πο­γρα­φή Πδμ. Αντ’ αυ­τών, προ­στί­θε­νται πέ­ντε νέα ευ­ρή­μα­τα, γνή­σια κα­τά τους ε­ρευ­νη­τές, πα­ρό­λο που τα δυο α­πό αυ­τά φέ­ρουν υ­πο­γρα­φή Α.Π.. Στην πε­ρί­πτω­ση που η πα­τρό­τη­τα συ­νά­γε­ται μό­νο α­πό την υ­πο­γρα­φή, η τεκ­μη­ρίω­ση δεν εί­ναι ε­παρ­κής, δε­δο­μέ­νου ό­τι μπο­ρεί να α­νή­κει σε άλ­λο συ­νερ­γά­τη με τα ί­δια αρ­χι­κά. Όπως και να έ­χει, σε μια α­πό τις πα­ρα­πο­μπές για τα α­πο­δει­κτι­κά στοι­χεία, ο δαί­μων του τυ­πο­γρα­φείου αλ­λοίω­σε τον α­ριθ­μό τεύ­χους α­πό 1799 σε 1709.
Και ε­πα­νερ­χό­μα­στε στην α­να­διά­τα­ξη του πέ­μπτου τό­μου της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, ο ο­ποίος α­πο­τε­λεί­ται α­πό εν­νέα ε­νό­τη­τες. Οι τρεις πρώ­τες, Ποιή­μα­τα, Υμνο­γρα­φή­μα­τα και Σα­τι­ρι­κά, ε­ντάχ­θη­καν στον 14ο τό­μο, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ποιη­τι­κά και άλ­λα κεί­με­να». Μό­νο που τα­ξι­νο­μή­θη­καν σε δυο ε­νό­τη­τες, ό­που τα Σα­τι­ρι­κά εν­σω­μα­τώ­θη­καν στα Υμνο­γρα­φή­μα­τα, με κρι­τή­ριο το ο­μό­τρο­πο της γρα­φής, πα­ρα­βλέ­πο­ντας τη θε­μα­τι­κή α­νο­μοιό­τη­τα. Η τέ­ταρ­τη ε­νό­τη­τα με τα Θρη­σκευ­τι­κά Άρθρα (28, μείον έ­ξι νό­θα συν τρία νέα) α­πο­τέ­λε­σε τον κυ­ρίως κορ­μό του τε­λευ­ταίου τό­μου. Ενώ, οι υ­πό­λοι­πες πέ­ντε ε­νό­τη­τες, Διορ­θω­τι­κά (3), Μου­σι­κο­λο­γι­κά (4), Φι­λο­λο­γι­κά (15, μείον δυο νό­θα), Διά­φο­ρα (12) και Νε­κρο­λο­γίες (9, μείον έ­να νό­θο), δια­μοι­ρά­στη­καν στους δυο τό­μους, με στό­χο να συ­γκε­ντρω­θούν στον τε­λευ­ταίο τό­μο ά­πα­ντα τα θρη­σκευ­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου κεί­με­να. Έτσι, για τον 14ο τό­μο, α­πέ­μει­να­ν: έ­να α­πό τα Διορ­θω­τι­κά, δυο α­πό τα Μου­σι­κο­λο­γι­κά, ό­λα τα Φι­λο­λο­γι­κά πλην του «Η Έννοια του Θε­ού και ο υ­λι­σμός», ό­λα τα Διά­φο­ρα πλην μια σύ­ντο­μης ε­πι­στο­λής και πα­ρα­δό­ξως, ο­λό­κλη­ρη η ε­νό­τη­τα Νε­κρο­λο­γίες, πα­ρό­τι δυο α­να­φέ­ρο­νται σε πρό­σω­πα της Εκκλη­σίας. Άστο­χη δεί­χνει και η τα­ξι­νό­μη­ση αυ­τών των κει­μέ­νων. Αντί του αρ­χι­κού ει­δο­λο­γι­κού κρι­τη­ρίου, προ­τι­μή­θη­κε ε­κεί­νο της έ­κτα­σης κά­θε κει­μέ­νου, με α­πο­τέ­λε­σμα τα κεί­με­να να κα­τα­νε­μη­θούν σε δυο ε­νό­τη­τες: Εκτε­τα­μέ­να Πε­ζά και Διά­φο­ρα Μι­κρά Κεί­με­να. Αυ­τή η κα­τά­τα­ξη δη­μιουρ­γεί α­πί­θα­νες γειτ­νιά­σεις, ό­πως ε­κεί­νη της ευ­τρά­πε­λης “Γνώ­μης δια τον Σού­ρη­ν” με τη νε­κρο­λο­γία για τον Πα­πα-Αδα­μά­ντιο, Οι­κο­νό­μο.
Η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη και­νο­το­μία των νέων «Απά­ντων» εί­ναι η προ­σθή­κη Προ­λο­γι­κού Ση­μειώ­μα­τος σε κά­θε τό­μο και στο τέ­λος, Επί­με­τρου για το συ­νο­λι­κό έρ­γο. Δεν γνω­ρί­ζου­με άλ­λη έκ­δο­ση Απά­ντων με προ­λό­γους δια­φο­ρε­τι­κών προ­σώ­πων σε κά­θε τό­μο. Συ­νή­θως προ­βλέ­πε­ται πρό­λο­γος και ε­πί­με­τρο του ό­λου έρ­γου. Εννοού­με έκ­δο­ση Απά­ντων α­πό κα­νο­νι­κό εκ­δο­τι­κό οί­κο, για­τί, στα βι­βλία-προ­σφο­ρές, ό­λα παί­ζουν. Θα ε­πα­νέλ­θου­με ...
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: Πορτραίτο (ξυλογραφία) του Παπαδιαμάντη. Φιλοτεχνήθηκε από τον χαράκτη Α. Τάσσο για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Σκιαθίτη.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/11/2011

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Τινά ταπεινά περί Σεφέρη

Eνας βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής της τρέ­χου­σας σή­με­ρα λο­γο­τε­χνι­κής πα­ρα­γω­γής σπα­νίως και με­τά με­γά­λης προ­σο­χής κα­τα­φεύ­γει στη χρή­ση του ό­ρου λο­γο­κλο­πή. Κα­τά και­ρούς, ω­στό­σο, τον ε­κτο­ξεύουν ε­να­ντίον κά­ποιου νεό­τε­ρου συγ­γρα­φέα συ­νο­μή­λι­κοι ο­μό­τε­χνοί του, χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νοι, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, α­πό έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, ως ε­μπα­θείς. Αυ­τό, για­τί α­νέ­κα­θεν η κα­θα­ρή κλο­πή στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, αν δεν πρό­κει­ται για κλε­ψί­τυ­πη α­να­πα­ρα­γω­γή α­κέ­ραιου έρ­γου, δύ­σκο­λα α­πο­δει­κνύε­ται. Άπαξ και έ­νας συγ­γρα­φέ­ας α­πο­λαμ­βά­νει της υ­πό­λη­ψης του λο­γο­τέ­χνη, κά­θε εί­δους δά­νεια, πα­ντα­χό­θεν ερ­χό­με­να, θεω­ρού­νται ως θε­μι­τά. Γι’ αυ­τό, εάν κα­μιά φο­ρά τύ­χει και σπά­σει το πό­δι του ο διά­βο­λος και έ­νας συγ­γρα­φέ­ας πα­ρα­πεμ­φθεί στη δι­καιο­σύ­νη για λο­γο­κλο­πή, α­ντί να προ­σπα­θεί να δεί­ξει ό­τι δεν πρό­κει­ται για ι­διο­ποίη­ση ξέ­νης πνευ­μα­τι­κής ι­διο­κτη­σίας, υ­πε­ρα­μύ­νε­ται της λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας του βι­βλίου του. Και ε­πει­δή πα­ρό­μοια α­πό­δει­ξη στο χώ­ρο της τέ­χνης εί­ναι μάλ­λον α­νέ­φι­κτη, ε­πι­κα­λεί­ται την αυ­θε­ντία της κρι­τι­κής, προ­σκο­μί­ζο­ντας βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις α­πό ό­σο το δυ­να­τόν πιο έ­γκρι­τες υ­πο­γρα­φές και έ­ντυ­πα. Όλοι γνω­ρί­ζουν πό­σο αίο­λες εί­ναι πα­ρό­μοιες μαρ­τυ­ρίες, ε­ντού­τοις αυ­τές προ­σφέ­ρουν στο βι­βλίο το status του λο­γο­τε­χνι­κού και ο συγ­γρα­φέ­ας α­θωώ­νε­ται. Οι μό­νες πε­ρι­πτώ­σεις, που μπο­ρεί να κρι­θεί κα­τα­δι­κα­στέ­ος, εί­ναι ό­ταν θί­γο­νται ευ­θέως συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα. Πά­ντως, ο­ποια­δή­πο­τε κα­τά­λη­ξη και να έ­χει δι­κα­στι­κά η υ­πό­θε­ση, α­μαυ­ρώ­νε­ται η υ­πό­λη­ψή του. Όμως, την σή­με­ρον, πα­ρό­μοιες σκιές γρή­γο­ρα α­το­νούν με τη βοή­θεια της δια­φη­μι­στι­κής προ­βο­λής των ε­πό­με­νων έρ­γων του.
Αν, ό­μως, α­νέ­κα­θεν, η κα­τη­γο­ρία της λο­γο­κλο­πής προ­σέ­κρουε στην πε­ρι­πε­πλεγ­μέ­νη σχέ­ση λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας και δα­νείων, πό­σω μάλ­λον, σή­με­ρα, που, με την ε­πι­κρά­τη­ση του με­τα­μο­ντέρ­νου, ό­χι μό­νο αμ­φι­σβη­τή­θη­κε η ι­σχύς του πρω­τό­τυ­που, αλ­λά και κα­το­χυ­ρώ­θη­κε ως κα­νό­νας το μυ­θι­στό­ρη­μα χα­λα­ρής δο­μής και συ­χνά, α­κό­μη χα­λα­ρό­τε­ρης νο­η­μα­τι­κής συ­νο­χής. Αντί, λοι­πόν, έ­νας νου­νε­χής βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής να α­να­φέ­ρε­ται σε λο­γο­κλο­πή, πα­ρου­σιά­ζει τις ό­ποιες ο­μοιό­τη­τες με άλ­λα έρ­γα ε­ντο­πί­ζει, κα­τα­φεύ­γο­ντας στη χρή­ση ό­ρων, που να συ­νά­δουν προς τη δη­μιουρ­γι­κή δια­δι­κα­σία. Βέ­βαια, στο θέ­μα της ο­ρο­λο­γίας παί­ζει ρό­λο και η η­λι­κία του βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή. Ένας με­γα­λύ­τε­ρος ι­χνη­λα­τεί ε­πι­δρά­σεις και υ­παι­νίσ­σε­ται “συ­νο­μι­λίες” με πρό­γο­νους ή και αλ­λο­ε­θνείς σύγ­χρο­νους. Ενώ, έ­νας νεό­τε­ρος υιο­θε­τεί τον φροϋδι­κής ε­μπνεύ­σεως ό­ρο δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, που σαν ο­μπρέ­λα κα­λύ­πτει συ­νει­δη­τές και α­σύ­νει­δες συ­νο­μι­λίες τό­σο των συγ­γρα­φέων ό­σο και των κει­μέ­νων. Με αυ­τήν την κά­πως α­σα­φή γλώσ­σα, πα­ρου­σιά­ζε­ται έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που δα­νεί­ζε­ται αυ­τού­σια χω­ρία αλ­λό­τριων πη­γών, ή και α­πο­τε­λεί­ται εξ ο­λο­κλή­ρου α­πό αυ­τά. Η δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση πε­ρι­γρά­φε­ται συ­νή­θως με πλειά­δα ε­ξε­ζη­τη­μέ­νων ό­ρων, α­πό τον βυ­ζα­ντι­νής κα­τα­γω­γής ό­ρο κέ­ντρω­νας μέ­χρι τους γαλ­λι­κούς πα­στίς και κο­λάζ. Η μο­να­δι­κή δια­κρι­τι­κή ευ­χέ­ρεια του βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή εί­ναι να ε­πι­χει­ρή­σει την α­ντι­δια­στο­λή μιας μο­ντερ­νί­στι­κης σύν­θε­σης, ό­που υ­πει­σέρ­χε­ται η συγ­γρα­φι­κή με­του­σίω­ση, και μιας με­τα­μο­ντέρ­νας, που δη­μιουρ­γεί την αί­σθη­ση της ελ­λι­πούς α­φο­μοίω­σης.
Με ό­λα αυ­τά ως αυ­το­νό­η­τα και δε­δο­μέ­να, πο­λύ α­πο­ρή­σα­με, δια­βά­ζο­ντας στο κα­λο­και­ρι­νό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο» το κεί­με­νο του Τά­σου Γου­δέ­λη πε­ρί “λο­γο­κλο­πίας”. Το τεύ­χος φι­λο­ξε­νεί ε­κτε­νές α­φιέ­ρω­μα στον Πα­πα­δια­μά­ντη, αλ­λά το συ­γκε­κρι­μέ­νο κεί­με­νο δη­μο­σιεύε­ται στην κα­τα­λη­κτι­κή ε­νό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού «Τα Φύλ­λα». Ωστό­σο, θα μπο­ρού­σε να ε­νταχ­θεί στο σώ­μα του α­φιε­ρώ­μα­τος, ό­πως ε­πί­σης και σε ε­κεί­νο του α­νοι­ξιά­τι­κου τεύ­χους, για τον Σε­φέ­ρη, α­φού εί­ναι ο Σε­φέ­ρης που εμ­φα­νί­ζε­ται ως λο­γο­κλό­πος. Αυ­τή τη φο­ρά, ό­χι του Έλιοτ ή του Βαλ­λε­ρύ, ως εί­θι­σται α­πό την ε­πο­χή της βρά­βευ­σής του, πι­θα­νώς και νω­ρί­τε­ρα, αλ­λά του Πα­πα­δια­μά­ντη. Βε­βαίως, ό­πως συμ­βαί­νει και με τον Σαίξ­πη­ρ, πα­ρό­μοιες κα­τη­γο­ρίες ε­λά­χι­στα ε­πη­ρεά­ζουν την πρόσ­λη­ψη του έρ­γου του. Σε έ­να, ό­μως, πε­ριο­ρι­σμέ­νο κοι­νό, α­κό­μη και ό­ταν πα­ρό­μοιες μομ­φές δεν συ­ζη­τού­νται, βα­ραί­νουν. Ιδιαί­τε­ρα, ό­ταν έρ­χο­νται α­πό έ­ναν κρι­τι­κό. Βα­ραί­νουν, μά­λι­στα, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­ταν δη­μο­σιεύο­νται σε τεύ­χη ε­πε­τεια­κών α­φιε­ρω­μά­των για τα 100 χρό­νια α­πό το θά­να­το του Πα­πα­δια­μά­ντη και τα 40 α­πό ε­κεί­νον του Σε­φέ­ρη. Αφιε­ρώ­μα­τα, που προ­σβλέ­πουν, ό­πως δη­λώ­νουν οι εκ­δό­τες, σε “νέες α­να­γνώ­σεις” και ε­πα­νε­κτι­μή­σεις.
Ο Γου­δέ­λης δεν τεκ­μη­ριώ­νει ό­τι ο Σε­φέ­ρης “α­ντέ­γρα­ψε” Πα­πα­δια­μά­ντη. Ου­σια­στι­κά, δεν τον α­πα­σχο­λούν οι δυο πα­λαιό­τε­ροι, αλ­λά έ­νας ο­μή­λι­κός του, ο Νά­σος Βα­γε­νάς. Ει­δι­κό­τε­ρα, ο Βα­γε­νάς ως με­λε­τη­τής του σε­φε­ρι­κού έρ­γου. Στο άρ­θρο του, με τίτ­λο, «Μια πα­ρά­δο­ξη (;) σχέ­ση», πε­ρι­γρά­φει τη σχέ­ση Βα­γε­νά-Σε­φέ­ρη. Ή, ό­πως ο ί­διος συ­νο­ψί­ζει εκ των υ­στέ­ρων, “πε­ρι­γρά­φει τη σχι­ζο­φρε­νι­κή σχέ­ση του θαυ­μα­στή και του ει­δώ­λου του”. Ξε­κι­νά­ει α­πό τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή, που υ­πέ­βα­λε ο Βα­γε­νάς στο Καί­μπριτζ το 1979, «Ο ποιη­τής και ο χο­ρευ­τής. Μια ε­ξέ­τα­ση της ποιη­τι­κής και της ποίη­σης του Σε­φέ­ρη», και κα­τα­λή­γει στο πρό­σφα­το βι­βλίο του, «Κι­νού­με­νος στό­χος». Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, α­πο­ρού­με, για­τί το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “το­μί­διο”, ό­ταν πρό­κει­ται για βι­βλίο 268 σε­λί­δων, ό­που α­να­δη­μο­σιεύο­νται 29 “κρι­τι­κά κεί­με­να”, με­τα­ξύ των ο­ποίων έ­ξι ε­κτε­νείς συμ­με­το­χές σε συλ­λο­γι­κές εκ­δό­σεις και συ­νέ­δρια. Στο βι­βλίο δη­μο­σιεύο­νται και έ­ξι κεί­με­να, που α­φο­ρούν τον Σε­φέ­ρη. Ο Γου­δέ­λης α­να­φέ­ρε­ται σε δυο α­πό αυ­τά, για να ε­πι­κε­ντρω­θεί, τε­λι­κά, σε έ­να. Πρό­κει­ται για μια α­πό τις εί­κο­σι Επι­φυλ­λί­δες του Βα­γε­νά, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται στο βι­βλίο, με τίτ­λο, «Σε­φέ­ρης-Πα­πα­δια­μά­ντης: Ο έ­ρω­τας στην ο­μί­χλη». Σύμ­φω­να με τον Γου­δέ­λη, σε αυ­τήν α­πο­δει­κνύε­ται η “λο­γο­κλο­πία” του Σε­φέ­ρη. Αυ­τήν την “λο­γο­κλο­πία”, ο ί­διος δεν την ε­λέγ­χει ού­τε την αμ­φι­σβη­τεί. Αντι­θέ­τως, την ε­πι­κρο­τεί, κά­νο­ντας λό­γο για “κραυ­γα­λέες ο­μοιό­τη­τες” με­τα­ξύ πρω­τό­τυ­που και “α­ντί­γρα­φου”. Άλλω­στε, ε­κεί­νος εί­ναι που κά­νει χρή­ση του ό­ρου “λο­γο­κλο­πία”. Ο Βα­γε­νάς δια­τεί­νε­ται ό­τι δεί­χνει, “δε­σμούς ό­χι μό­νο συ­ναι­σθη­μα­τι­κούς και ευ­ρύ­τε­ρα δια­κει­με­νι­κούς, αλ­λά –ό­πως δεί­χνουν αρ­κε­τές ει­κό­νες και λε­πτο­μέ­ρειες ει­κό­νων των δυο κει­μέ­νω­ν– σχέ­σεις γε­νε­τι­κής φύ­σεως”. Στο πρό­σφα­το τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού, α­φιε­ρω­μέ­νο στην ξέ­νη ποίη­ση, δη­μο­σιεύε­ται ε­κτε­νής α­πά­ντη­ση του Βα­γε­νά και πα­ράλ­λη­λος σχο­λια­σμός της α­πά­ντη­σής του α­πό τον Γου­δέ­λη. Ο Βα­γε­νάς α­να­σκευά­ζει πει­στι­κά τη μομ­φή πε­ρί “συ­νη­γο­ρίας υ­πέρ του Σε­φέ­ρη, σε βαθ­μό ε­ξι­δα­νι­κευ­τι­κό” και ε­πι­μέ­νει στην α­νάρ­μο­στη χρή­ση της λέ­ξης “λο­γο­κλο­πία”. Ενώ, ο Γου­δέ­λης ε­πα­να­λαμ­βά­νει και ε­παυ­ξά­νει τις αρ­χι­κές δια­πι­στώ­σεις του. Σαν, δη­λα­δή, να α­πα­ξιοί να συ­νε­χί­σει τον διά­λο­γο, που ο ί­διος ξε­κί­νη­σε, α­πα­ντώ­ντας στις εν­στά­σεις του βαλ­λό­με­νου. Αυ­τό προς με­γά­λη α­πο­γοή­τευ­ση των α­να­γνω­στών, που μέ­νουν με τις α­πο­ρίες τους. Με­τα­ξύ άλ­λων, ποια μπο­ρεί να εί­ναι η “λο­γο­κλο­πία” του Σε­φέ­ρη, με την ο­ποία ο Βα­γε­νάς α­σχο­λεί­ται στο με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της δια­τρι­βής του. Όπως και να έ­χει, χά­ρις στις εκ­κρε­μείς α­πο­ρίες μας, εί­χα­με το κέρ­δος μιας δεύ­τε­ρης α­νά­γνω­σης ε­κεί­νης της πρώ­της με­λέ­της, με την ο­ποία εμ­φα­νί­στη­κε το άλ­λο πρό­σω­πο του ποιη­τή Βα­γε­νά, ε­κεί­νο του θεω­ρη­τι­κού της λο­γο­τε­χνίας.
Μέ­νει, ό­μως, α­νοι­κτό το θέ­μα της “λο­γο­κλο­πίας” Σε­φέ­ρη α­πό Πα­πα­δια­μά­ντη. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, η “λο­γο­κλο­πία” α­φο­ρά το πα­πα­δια­μα­ντι­κό διή­γη­μα «Ο έ­ρω­τας στα χιό­νια» και το σε­φε­ρι­κό ποίη­μα «Fog». Τα Χρι­στού­γεν­να του 2005, που εί­χα­με δια­βά­σει την Επι­φυλ­λί­δα Βα­γε­νά, μας εί­χαν γεν­νη­θεί ο­ρι­σμέ­νες α­πο­ρίες. Το κεί­με­νο του Γου­δέ­λη, λό­γω των α­κραίων θέ­σεών του, τις α­να­κί­νη­σε. Τις πα­ρα­θέ­του­με για την α­ξία που μπο­ρεί να έ­χουν οι α­πο­ρίες ε­νός α­να­γνώ­στη.
Κα­τ’ αρ­χάς, ο Βα­γε­νάς ε­πι­ση­μαί­νει τις α­να­λο­γίες στη δο­μή των δυο κει­μέ­νων. Για το διή­γη­μα ε­πι­κα­λεί­ται την “τρια­δι­κή κα­τα­νο­μή” των με­ρών του, που έ­χει προ­τεί­νει ο Γ. Κε­χα­γιό­γλου. Όπως ε­κεί­νος έ­γρα­φε προ τρια­κο­ντα­ε­τίας, “το κεί­με­νο του διη­γή­μα­τος α­πο­τε­λεί­ται α­πό τρία ά­νι­σα μέ­ρη (δια­χω­ρί­ζο­νται με κε­νό διά­στη­μα)”. Ωστό­σο, σε ό­λες τις δη­μο­σιεύ­σεις του, το κεί­με­νο χω­ρί­ζε­ται με κε­νά δια­στή­μα­τα σε πέ­ντε μέ­ρη. Από αυ­τά προ­κύ­πτουν τα τρία του Κε­χα­γιό­γλου δια συ­νε­νώ­σεως πρώ­του και δεύ­τε­ρου, τρί­του και τέ­ταρ­του. Η α­ντί­στοι­χη “τρι­με­ρής α­νά­πτυ­ξη των στρο­φώ­ν” του ποιή­μα­τος “ση­μαί­νε­ται με την ε­πω­δι­κή ε­πα­νά­λη­ψη του στί­χου ε­νός ε­λα­φρού ε­ρω­τι­κού τρα­γου­διού στην αρ­χή του κά­θε μέ­ρους («Πες της το μ’ έ­να γιου­κα­λί­λι»)”. Ο με­λε­τη­τής προ­σθέ­τει ό­τι “α­νά­λο­γα ε­πω­δι­κή εί­ναι η ε­πα­νά­λη­ψη των δη­μο­τι­κό­τρο­πων ε­ρω­τι­κών δι­στί­χων που τρα­γου­δά­ει ο ή­ρωας του διη­γή­μα­τος”. Όχι α­κρι­βώς. Τα δυο συ­νο­λι­κά δί­στι­χα του διη­γή­μα­τος δεν τί­θε­νται στην αρ­χή του κά­θε μέ­ρους της τρια­δι­κής δο­μής. Συ­γκε­κρι­μέ­να, και τα δυο μα­ζί, εν σει­ρά, κλεί­νουν το πρώ­το μέ­ρος της πε­ντα­δι­κής δο­μής, ε­νώ μό­νο του, το πρώ­το, κλεί­νει το τρί­το μέ­ρος της.
Επι­προ­σθέ­τως, πα­ρα­τη­ρεί ό­τι “και στα δυο κεί­με­να οι στί­χοι των τρα­γου­διών α­πευ­θυ­νό­με­νοι προς το α­ντι­κεί­με­νο του πό­θου των πρω­τα­γω­νι­στών τους συ­νο­ψί­ζουν το αί­σθη­μά τους”. Αυ­τό ι­σχύει για το έ­να δί­στι­χο του διη­γή­μα­τος. Όσο για το ποίη­μα, ο στί­χος του τρα­γου­διού, το ο­ποίο παί­ζει έ­νας “φω­νο­γρά­φος”, α­πευ­θύ­νε­ται στον πρω­τα­γω­νι­στή. Όπως πλη­ρο­φο­ρεί η Πο­λί­να Τα­μπα­κά­κη, στην πρω­τό­τυ­πη με­λέ­τη της «Η “μου­σι­κή ποιη­τι­κή” του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη», πρό­κει­ται για έ­να τρα­γού­δι του Φρανκ Κρά­μι­τ, που έ­γι­νε με­γά­λη ε­πι­τυ­χία α­μέ­σως μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1924. Το ποίη­μα, ε­κτός α­πό αγ­γλι­κό τίτ­λο, φέ­ρει ως υ­πό­τιτ­λο τον αγ­γλι­κό τίτ­λο του τρα­γου­διού και συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τον προσ­διο­ρι­σμό «Λον­δί­νο, Χρι­στού­γεν­να 1924», προσ­λαμ­βά­νο­ντας έ­τσι έ­να ε­πι­και­ρι­κό πλαί­σιο. Σύμ­φω­να με τον Ρό­ντρικ Μπή­τόν, ο αρ­χι­κός υ­πό­τιτ­λος ή­ταν «Μια αυ­το­προ­σω­πο­γρα­φία του Λον­δί­νου».
Στη συ­νέ­χεια, ο με­λε­τη­τής ε­πι­ση­μαί­νει “ο­ρι­σμέ­να κοι­νά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στην πε­ρι­γρα­φή της γυ­ναί­κας: «Πο­λυ­λο­γού και ψεύ­τρα» εμ­φα­νί­ζε­ται στο διή­γη­μα, φλύα­ρη και α­να­ξιό­πι­στη «Λό­για για λό­για, κι άλ­λα λό­για» τη βλέ­που­με στο «Fog»”. Εδώ, η α­πο­ρία εί­ναι για­τί α­πο­δί­δει στη γυ­ναί­κα το δεύ­τε­ρο στί­χο του πρώ­του τε­τρά­στι­χου του δεύ­τε­ρου μέ­ρους, που, συ­μπλη­ρω­μέ­νος με το ε­ρω­τη­μα­τι­κό, α­κο­λου­θεί τον πρώ­το, ε­κεί­νον του τρα­γου­διού. Κά­τι σαν ε­ρω­τη­μα­τι­κή α­πά­ντη­ση στην πα­ρό­τρυν­ση του τρα­γου­διού. Ο Μπή­τον ε­ντο­πί­ζει, σε ε­πι­στο­λή του Σε­φέ­ρη προς τον πα­τέ­ρα του, τη φρά­ση, “έ­χω βα­ρε­θεί τα λό­για και λό­για που μέ­νουν μό­νο λό­για”. Εκεί­να τα Χρι­στού­γεν­να, ο Σε­φέ­ρης ή­ταν θυ­μω­μέ­νος με τον πα­τέ­ρα του, για­τί του εί­χε α­πα­γο­ρέ­ψει να πε­ρά­σει τις ε­ορ­τά­σι­μες η­μέ­ρες στο Πα­ρί­σι με την κα­λή του.
Ο Βα­γε­νάς προ­σθέ­τει ό­τι “και στα δυο κεί­με­να η φι­λα­ρέ­σκεια της γυ­ναί­κας δη­λώ­νε­ται με τον γυα­λι­στε­ρό καλ­λω­πι­σμό της (Πα­πα­δια­μά­ντης: «το γυά­λι­σμά της, το βερ­νί­κι και το κοκ­κι­νά­δι της»· Σε­φέ­ρης: «Βλέ­πω τα κόκ­κι­να της νύ­χια / μπρος στη φω­τιά πώς θα γυα­λί­ζουν»)”. Ωστό­σο, οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι δυο στί­χοι του Σε­φέ­ρη, α­πό το τρί­το μέ­ρος του ποιή­μα­τος, το ο­ποίο α­πο­τε­λεί­ται α­πό έ­να μό­νο τε­τρά­στι­χο, πα­ρεμ­βάλ­λο­νται α­νά­με­σα στον πρώ­το στί­χο, ε­κεί­νο του τρα­γου­διού, και το στί­χο, «και τη θυ­μά­μαι με το βή­χα.» Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι αυ­τός ο τε­λευ­ταίος στί­χος δί­νει δια­φο­ρε­τι­κό νό­η­μα σε ο­λό­κλη­ρο το τε­τρά­στι­χο. Σε ε­πι­στο­λή του Σε­φέ­ρη προς την α­δελ­φή του, με η­με­ρο­μη­νία 28 Οκτω­βρίου 1922, υ­πάρ­χει σε πο­λύ­στι­χο ποίη­μα, γραμ­μέ­νο για ε­κεί­νη, ο στί­χος: «το βή­χα σου πά­λι θ’ α­κού­σω μό­νος μου σε ά­δειο τριό­δι». Η Ιωάν­να Τσά­τσου δί­νει την πρό­σθε­τη πλη­ρο­φο­ρία ό­τι της το ξα­νά­στει­λε “α­πό τη Λό­ντρα δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στις 25 Νο­εμ­βρίου του 1924”. Εδώ, ω­στό­σο, η α­πο­ρία εί­ναι κα­τά πό­σο ο πρω­τα­γω­νι­στής του ποιή­μα­τος, ως προ­σω­πείο του ει­κο­σι­τε­τρά­χρο­νου ποιη­τή, τρε­λά ε­ρω­τευ­μέ­νου με δε­κα­ο­χτά­χρο­νη Πα­ρι­ζιά­να, α­να­φέ­ρει τα κόκ­κι­να νύ­χια σαν στοι­χείο φι­λα­ρέ­σκειας και ό­χι γο­η­τείας. Και πά­λι, σύμ­φω­να με τον βιο­γρά­φο του Σε­φέ­ρη, το «Fog» εί­ναι το τε­λευ­ταίο ποίη­μα της ε­νό­τη­τας «Νυ­χτιά­τι­κα», που εί­χε αρ­χί­σει να γρά­φει στο Πα­ρί­σι. Σύμ­φω­να με τις ε­πι­στο­λές του προς την α­δελ­φή του αυ­τά τα ποιή­μα­τα τα σχε­δία­ζε α­πό το χει­μώ­να του 1922.
Ακο­λου­θούν κά­ποια α­πό τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του ά­ντρα, που ο Βα­γε­νάς θεω­ρεί κοι­νά στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, ε­νώ ε­πι­ση­μαί­νει τις συ­μπτώ­σεις στους ρη­μα­τι­κούς τύ­πους, με τους ο­ποίους ε­κεί­νοι α­να­φέ­ρουν πα­ρελ­θο­ντι­κούς έ­ρω­τες και πα­ρο­ντι­κή μο­να­ξιά. Ωστό­σο, κα­τά τον με­λε­τη­τή, τη συ­νο­μι­λία του ποιή­μα­τος με το διή­γη­μα την κα­θι­στά “α­διαμ­φι­σβή­τη­τη” η ο­μοιό­τη­τα δυο ει­κό­νων. “Η πρώ­τη ει­κό­να εί­ναι το πε­ριε­χό­με­νο της «ο­νει­ρι­κό­τη­τας», την ο­ποία βιώ­νουν οι δυο ή­ρωες· η αί­σθη­ση ε­νός βυ­θού, ό­που βρί­σκο­νται ναυα­γι­σμέ­νοι”. Πα­ρό­μοιες ει­κό­νες, ω­στό­σο, υ­πάρ­χουν και σε ε­πι­στο­λές του Σε­φέ­ρη προς τον α­δελ­φό του, αλ­λά και προς την α­δελ­φή του. Από το Πα­ρί­σι, στις 4 Φε­βρουα­ρίου 1923, της γρά­φει: “Εί­μαι ο σκά­φαν­δρος, με κα­τέ­βα­σαν στο βυ­θό του ω­κε­α­νού, βρή­κα τα πο­λύ­τι­μα α­νεί­πω­τα πε­τρά­δια της χα­μέ­νης Ατλα­ντί­δος… Κό­βω το σκοι­νί που με βα­στά και τον α­να­πνευ­στι­κό σω­λή­να, και μέ­νω κά­τω…”
“Η δεύ­τε­ρη ει­κό­να εί­ναι ε­κεί­νη ε­νός μα­ρα­ζω­μέ­νου (Σε­φέ­ρης) / μα­ρα­σμέ­νου (Πα­πα­δια­μά­ντης) και ά­σφαι­ρου ε­ρω­τι­δέα (ε­ρω­τι­δέων), που προ­σπα­θεί, μέ­σα στο λευ­κό το­πίο, να χτυ­πή­σει, σαν να ή­ταν που­λιά, τις καρ­διές / ψυ­χές των αν­θρώ­πω­ν”. Εδώ, η α­πο­ρία εί­ναι διτ­τή. Ο ή­ρωας του Πα­πα­δια­μά­ντη θα μπο­ρού­σε να α­πο­κλη­θεί ε­ρω­τι­δέ­ας, δε­δο­μέ­νου ό­τι υ­πήρ­ξε έ­νας ε­ρω­τύ­λος κα­πε­τά­νιος. Επί­σης, ά­σφαι­ρος, λό­γω η­λι­κίας και μέ­θης. Για τον ή­ρωα, ό­μως, του ποιή­μα­τος δεν υ­πάρ­χουν α­ντί­στοι­χα ε­σω­κει­με­νι­κά στοι­χεία. Όσο για τον ποιη­τή, στο βαθ­μό που προ­βάλ­λει βιώ­μα­τά του, ι­σχύει α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το. Εκεί­να τα χρό­νια της νεό­τη­τας, δεί­χνει σαν α­κρά­τη­τος ε­ρω­τι­δέ­ας. Το δεύ­τε­ρο σκέ­λος της α­πο­ρίας μας α­φο­ρά το πώς πιά­νο­νται το χει­μώ­να τα κοσ­σύ­φια και οι τσί­χλες. Πό­θεν τεκ­μαί­ρε­ται ό­τι ο Σε­φέ­ρης μα­θαί­νει τον τρό­πο α­πό το διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη; Για­τί να μην τον γνώ­ρι­ζε, ό­πως το γνω­ρί­ζουν α­κό­μη ως σή­με­ρα ό­σοι κά­ποιας η­λι­κίας προέρ­χο­νται εξ ε­παρ­χίας; Η ί­δια α­πο­ρία ι­σχύει για την ει­κό­να της νε­α­ρής γυ­ναί­κας της «Έγκω­μης», που ο με­λε­τη­τής πι­στεύει ό­τι προέ­κυ­ψε α­πό πα­πα­δια­μα­ντι­κά υ­λι­κά και συ­γκε­κρι­μέ­να, α­πό την ει­κό­να της Μο­σχού­λας στο «Όνει­ρο στο κύ­μα». Για­τί να μην υ­πο­θέ­σου­με ό­τι ε­δώ ε­μπνέε­ται, ό­πως βέ­βαια και ο Πα­πα­δια­μά­ντης, α­πό το «Άσμα Ασμά­των», το ο­ποίο, μά­λι­στα, με­τέ­φρα­ζε ε­κεί­να τα χρό­νια;
Τέ­λος, μια ε­ξω­κει­με­νι­κή α­πο­ρία. Η συ­γκρι­τι­κή α­νά­γνω­ση του Βα­γε­νά δέ­χε­ται ως αυ­το­νό­η­τη τη γνω­ρι­μία του Σε­φέ­ρη με το έρ­γο του Πα­πα­δια­μά­ντη. Κι αν ό­χι τη γνω­ρι­μία με ο­λό­κλη­ρο το έρ­γο του, σί­γου­ρα τη κα­λή γνώ­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου διη­γή­μα­τος. Εί­ναι, ό­μως, αυ­τή τό­σο αυ­το­νό­η­τη, ό­ταν πρό­κει­ται για τον ει­κο­σι­τε­τρά­χρο­νο Σε­φέ­ρη του 1924; Κα­τ’ αρ­χάς, βρί­σκο­νταν βι­βλία του Πα­πα­δια­μά­ντη στα α­θη­ναϊκά βι­βλιο­πω­λεία της ε­πο­χής και ποια; Θυ­μί­ζου­με ό­τι το διή­γη­μα πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στην «Ακρό­πο­λη», στο φύλ­λο της 1ης Ια­νουα­ρίου 1896. Όπως ορ­θά πα­ρα­τη­ρεί ο Βα­γε­νάς, πα­ρό­λο που εί­ναι και χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο και πρω­το­χρω­νιά­τι­κο και των Φώ­των, λό­γω της δις ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νης ε­πω­δού, «Χρι­στού­γεν­να, Άις-Βα­σί­λης, Φώ­τα», συ­χνά α­που­σιά­ζει α­πό τους τό­μους με τα ε­ορ­τα­στι­κά. Να συ­μπλη­ρώ­σου­με, ω­στό­σο, ό­τι συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στους τό­μους των ε­ρω­τι­κών. Μια πρώ­τη α­να­δη­μο­σίευ­σή του έ­γι­νε στον πρώ­το α­πό τους συ­νο­λι­κά έ­ντε­κα τό­μους του Φέ­ξη, «Η Μά­γισ­σες» του 1912, και δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στα «Πρω­το­χρο­νιά­τι­κα Διη­γή­μα­τα» του Δι­καίου. Απου­σιά­ζει, ω­στό­σο, α­πό τους τό­μους του Ελευ­θε­ρου­δά­κη, που αρ­χί­ζουν να εκ­δί­δο­νται το 1924. Ο Σε­φέ­ρης βρί­σκε­ται μέ­χρι το 1914 στη Σμύρ­νη. Από ε­κεί­νο το κα­λο­καί­ρι και μέ­χρι το κα­λο­καί­ρι του 1918, κα­τοι­κεί στην Αθή­να. Στη συ­νέ­χεια, ζει στο Πα­ρί­σι μέ­χρι το κα­λο­καί­ρι του 1924, που α­να­χω­ρεί για το Λον­δί­νο. Συ­χνά, α­πό το Πα­ρί­σι, ζη­τά­ει α­πό την α­δελ­φή του να του στεί­λει ελ­λη­νι­κά βι­βλία. Όχι, ό­μως, Πα­πα­δια­μά­ντη. Οπό­τε, θα πρέ­πει να υ­πο­θέ­σου­με ό­τι, α­νά­με­σα στα 14 και τα 18, έ­πε­σε στα χέ­ρια του, πι­θα­νώς ε­ντό­πι­σε στην πα­τρι­κή βι­βλιο­θή­κη, το βι­βλιά­ριο του Φέ­ξη ή του Δι­καίου ή και τα δύο, και τα πή­ρε μα­ζί του στο Πα­ρί­σι. Το να λει­τούρ­γη­σε μό­νο α­πό τη δε­ξα­με­νή της μνή­μης, φαί­νε­ται μάλ­λον α­πί­θα­νο. Ύστε­ρα, τί­θε­ται και το ε­ρώ­τη­μα, ποια μπο­ρεί να ή­ταν η γνώ­μη του Σε­φέ­ρη για την πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση, ό­ταν, την ί­δια ε­πο­χή α­πό το Πα­ρί­σι, έ­γρα­φε στην α­δελ­φή του: «Στην ελ­λη­νι­κή, ε­κτός α­πό αι­σθή­μα­τα βου­νί­σια ή χω­ρια­νέϊκα δεν μπο­ρού­με να πού­με τί­πο­τα για την ώ­ρα, γι’ αυ­τό και τα πιο πο­λι­τι­σμέ­να ποιή­μα­τα που έ­χουν γρα­φεί στην ελ­λη­νι­κή μυ­ρί­ζουν μυτ­ζή­θρα...» Στα θε­ρι­στι­κά πυ­ρά της σκλη­ρό­καρ­δης αυ­τής δια­τύ­πω­σης μέ­νει ά­ρα­γε ε­κτός στό­χου ο Πα­πα­δια­μά­ντης; Μι­λά­ει, βέ­βαια, για ποίη­ση, αλ­λά μοιά­ζει α­πί­θα­νο, εάν α­να­λο­γι­στού­με ό­τι θα μπο­ρού­σε, για πα­ρά­δειγ­μα, να τον α­ντι­δια­στεί­λει ως α­να­σχε­τι­κό στοι­χείο.
Επι­λο­γι­κά να ση­μειώ­σου­με το αυ­το­νό­η­το: Σχε­δόν ό­λες μας οι α­πο­ρίες έ­χουν νό­η­μα, ε­φό­σον α­σπα­στού­με την ι­σχύ του βιο­γρα­φι­σμού, ή, έ­στω, ό­τι υ­πάρ­χουν στο βά­θος κά­ποια στοι­χεία βιο­γρα­φι­σμού. Σε α­ντί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση, ό­λα εί­ναι πε­ριτ­τή φι­λο­λο­γία.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/11/2011.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Περί δολοφόνων και “αναγνωρισιμότητας”

Τά­σος Ανα­στα­σίου
«Συ­νε­σταλ­μέ­νος δο­λο­φό­νος»
Εκδό­σεις Κουκ­κί­δα
Αθή­να, Ια­νουά­ριος 2011

Ο τίτ­λος του πρώ­του πε­ζο­γρα­φι­κού βι­βλίου του Τά­σου Ανα­στα­σίου καλ­λιερ­γεί την προσ­δο­κία του α­στυ­νο­μι­κού. Δη­λα­δή, γε­νι­κό­τε­ρα, ε­νός α­να­γνώ­σμα­τος, που να στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό ε­γκλή­μα­τα και την ε­ξι­χνία­σή τους. Στο βι­βλίο, ω­στό­σο, ε­γκλή­μα­τα δεν δια­πράτ­το­νται. Ού­τε ε­γκλή­μα­τα αν­θρω­πο­κτο­νίας ού­τε α­ξιό­ποι­νες πρά­ξεις, που να χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται ως ε­γκλή­μα­τα. Τα μό­να ε­γκλή­μα­τα, που ε­ξι­χνιά­ζο­νται, εί­ναι ο­ρι­σμέ­νες συ­μπε­ρι­φο­ρές, οι ο­ποίες δεί­χνουν κοι­νό­το­πες, αλ­λά θα μπο­ρού­σαν να α­πο­κλη­θούν ε­γκλη­μα­τι­κές, με την τρέ­χου­σα εμ­φα­τι­κή χρή­ση της λέ­ξης, λό­γω των βλα­πτι­κών συ­νε­πειών που έ­χουν για τον α­πο­δέ­κτη τους. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, βε­βαίως, ε­κεί­νο που εν­δια­φέ­ρει δεν εί­ναι ο δρά­στης, μια και αυ­τός εί­ναι εξ αρ­χής γνω­στός, αλ­λά τα αί­τια της συ­μπε­ρι­φο­ράς του. Εδώ, ό­μως, ι­σχύει το κοι­νώς λε­γό­με­νο, ά­βυσ­σος η ψυ­χή του αν­θρώ­που. Πό­σω μάλ­λον, ό­ταν πρό­κει­ται, ό­πως α­πο­κα­λύ­πτει εκ προοι­μίου ο τίτ­λος, για έ­ναν συ­νε­σταλ­μέ­νο δο­λο­φό­νο. Προ­σο­χή, ό­χι έ­ναν δει­λό, ο ο­ποίος φο­βά­ται να α­ντι­με­τω­πί­σει τις δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις, αλ­λά έ­ναν α­να­σφα­λή, που ό­ταν βρί­σκε­ται σε μη οι­κείο πε­ρι­βάλ­λον, ε­νώ­πιον πε­ρισ­σό­τε­ρων αν­θρώ­πων δεν έ­χει ά­νε­ση λό­γων και κι­νή­σεων. Αυ­τός ο δεύ­τε­ρος μπο­ρεί θαυ­μά­σια να α­ντι­με­τω­πί­σει προ­βλη­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις και ό­ταν βρί­σκε­ται μό­νος με τον άλ­λον, τον ο­ποίο θεω­ρεί ως υ­παί­τιο, δεί­χνει το πραγ­μα­τι­κό του πρό­σω­πο.
Τό­τε, αυ­τός ο συ­νε­σταλ­μέ­νος α­πο­βαί­νει πιο ε­πι­κίν­δυ­νος, για­τί οι πρά­ξεις του υ­πο­κι­νού­νται α­πό α­νε­ξι­χνία­στα αι­σθή­μα­τα κα­τω­τε­ρό­τη­τας. Από αυ­τά, που οι ει­δή­μο­νες τα­ξι­νο­μούν στα συ­μπλέγ­μα­τα. Ταυ­τό­χρο­να, εμ­φα­νί­ζε­ται πιο α­πο­φα­σι­σμέ­νος, ι­δίως ό­ταν πρό­κει­ται για ε­γκλη­μα­τι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές στο ε­ρω­τι­κό πε­δίο. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, δρα με πρό­θε­ση και κυ­ρίως, με δό­λο, αιφ­νι­διά­ζο­ντας τον άλ­λο. Μέ­χρι και την ψυ­χι­κή του ι­σορ­ρο­πία μπο­ρεί να κα­τα­στρέ­ψει, αν αυ­τός ο δεύ­τε­ρος εί­ναι έ­να ά­το­μο φύ­σει ή και θέ­σει ευά­λω­το. Έναν πα­ρό­μοιο δο­λο­φό­νο πλά­θει ο Ανα­στα­σίου, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας ψη­φί­δα – ψη­φί­δα τον ε­ρω­τι­κό του δε­σμό με το, α­πό μια ά­πο­ψη, θύ­μα. Με αυ­τόν τον τρό­πο, σκια­γρα­φεί έ­ναν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τύ­πο σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κής συ­νύ­παρ­ξης, που έ­χει ως κα­τά­λη­ξη έ­ναν χω­ρι­σμό, α­ντί­στοι­χης συ­ναι­σθη­μα­τι­κής ι­σορ­ρο­πίας. Η γυ­ναί­κα πε­ρι­γρά­φε­ται ως ά­το­μο καλ­λιερ­γη­μέ­νο και α­πό κα­λή οι­κο­γέ­νεια. Εί­ναι, ό­μως, μια “α­σχη­μο­μού­ρα χο­ντρή”. Προ­σκολ­λά­ται στο σύ­ντρο­φό της α­πό την πρώ­τη νύ­χτα, που, υ­πο­κλέ­πτο­ντάς τον α­πό μια φί­λη, περ­νά­νε μα­ζί και ε­πί μια τριε­τία. Γνω­ρί­ζει δί­πλα του τη δυ­στυ­χία δυο εκ­τρώ­σεων, α­ντί του έγ­γα­μου βίου και της ευ­τυ­χούς α­πό­κτη­σης δυο τέ­κνων. Μέ­χρι που ε­κεί­νος α­πο­φα­σί­ζει να φύ­γει. Αρχι­κά, προ­σπα­θεί να ε­πι­τύ­χει την α­πα­γκί­στρω­σή του κοι­νή συ­ναι­νέ­σει. Εκεί­νη, ό­μως, βρί­σκε­ται σε κα­τά­στα­ση πλή­ρους ψυ­χι­κής ε­ξάρ­τη­σης. Η ε­πι­μο­νή της τον σπρώ­χνει σε βίαια συ­μπε­ρι­φο­ρά και ε­κεί­νη μέ­νει α­δρα­νής σαν να α­πο­λαμ­βά­νει τον ε­ξευ­τε­λι­σμό της. Φα­ντα­σιώ­νε­ται, μά­λι­στα, ό­τι εί­ναι η ί­δια που κα­θο­ρί­ζει τη συ­μπε­ρι­φο­ρά του, σε μια πλή­ρη σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κή α­ντι­στρο­φή. Όταν ορ­θο­φρο­νεί, ω­στό­σο, τον βλέ­πει σαν έ­ναν ε­πηρ­μέ­νο φαλ­λό. Από την πλευ­ρά του, ο “συ­νε­σταλ­μέ­νος δο­λο­φό­νος” φα­ντα­σιώ­νε­ται συμ­βο­λι­κούς φό­νους. Τε­λι­κά, δο­λο­φο­νεί ε­μπρά­κτως τα τε­λευ­ταία γυ­ναι­κεία σκιρ­τή­μα­τα.
Αυ­τός, ό­μως, δεν εί­ναι ο μο­να­δι­κός ή­ρωας του Ανα­στα­σίου, πα­ρά μό­νο ο κε­ντρι­κός χα­ρα­κτή­ρας του ο­μό­τιτ­λου διη­γή­μα­τος, α­φού δεν πρό­κει­ται για μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά, ό­πως δη­λώ­νε­ται και στο ε­ξώ­φυλ­λο, για συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Συ­γκε­κρι­μέ­να, ο­κτώ ε­κτε­νών πε­ζών, τα ο­ποία, έ­τσι ό­πως χω­ρί­ζο­νται σε α­ριθ­μη­μέ­να υ­πο­κε­φά­λαια, δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση μί­νι μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Αυ­τήν την ε­ντύ­πω­ση ε­πι­τεί­νει η α­νά­πτυ­ξη του α­φη­γη­μα­τι­κού ι­στού σε πολ­λα­πλά ε­πί­πε­δα χρό­νου και τό­που. Για πε­ζά πα­ρό­μοιας έ­κτα­σης, ε­πι­στρα­τεύε­ται συ­νή­θως ο ό­ρος νου­βέ­λα, που έ­χει κα­τα­λή­ξει πα­σπαρ­τού, έ­τσι ό­πως δεν προσ­διο­ρί­ζο­νται πρό­σθε­τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά σχε­τι­κά με την πλο­κή και τους χα­ρα­κτή­ρες. Στα ο­κτώ διη­γή­μα­τα, ο συγ­γρα­φέ­ας πολ­λα­πλα­σιά­ζει τους δο­λο­φό­νους. Σχε­δόν ό­λοι τους εμ­φα­νί­ζο­νται συ­νε­σταλ­μέ­νοι, με τις ι­στο­ρίες τους να κα­λύ­πτουν έ­να με­γά­λο φά­σμα κα­θη­με­ρι­νών ε­γκλη­μα­τι­κών συ­μπε­ρι­φο­ρών.
Ένα βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι ο τρό­πος, που πε­ρι­γρά­φο­νται οι συ­μπε­ρι­φο­ρές αυ­τού του τύ­που. Δεν α­πο­τε­λούν πα­ρά α­πό­το­κα των κα­θη­με­ρι­νών σχέ­σεων των η­ρώων, ό­πως αυ­τές κλι­μα­κώ­νο­νται α­πό τη διέ­νε­ξη στην προ­στρι­βή, η ο­ποία, α­νά­λο­γα με την ο­ξύ­τη­τά της, μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε φι­λο­νι­κία ή α­κό­μη και σύ­γκρου­ση. Αν και οι πλέ­ον ε­πώ­δυ­νες συ­μπε­ρι­φο­ρές για τον βαλ­λό­με­νο εί­ναι ε­κεί­νες που μέ­νουν α­να­ντα­πό­δο­τες, χω­ρίς την α­να­κου­φι­στι­κή ε­κτό­νω­ση, με δέ­σμιο το συ­ναι­σθη­μα­τι­κό φορ­τίο να κα­τα­χω­νιά­ζε­ται στα ε­σώ­τε­ρα. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, ως δι­κλεί­δα α­σφα­λείας, λει­τουρ­γεί η διο­χέ­τευ­ση της ε­πι­θε­τι­κό­τη­τας σε τρί­τους. Ο συγ­γρα­φέ­ας εμ­βα­θύ­νει στον ψυ­χι­σμό των η­ρώων του μέ­σα α­πό έ­να σχε­δόν ψυ­χα­να­λυ­τι­κό πρί­σμα. Πα­ρά το ξε­κί­νη­μά του α­πό την ποίη­ση, η γρα­φή του έ­χει μια δο­κι­μια­κή στε­ρεό­τη­τα. Πι­στεύου­με, ω­στό­σο, ό­τι θα κέρ­δι­ζε αν συν­δυα­ζό­ταν με το υ­παι­νι­κτι­κό στοι­χείο της ποίη­σης ή, μάλ­λον, με έ­ναν πυ­κνό­τε­ρο και λι­γό­τε­ρο πε­ρι­φρα­στι­κό λό­γο. Όταν πρά­ξεις και α­ντι­δρά­σεις πε­ρι­γρά­φο­νται με ε­πάρ­κεια, πε­ριτ­τεύουν οι ε­πε­ξη­γή­σεις, που χα­λα­ρώ­νουν την α­φή­γη­ση.
Ο “συ­νε­σταλ­μέ­νος δο­λο­φό­νος” δεν εί­ναι σε ό­λα τα διη­γή­μα­τα ο με­γα­λύ­τε­ρος και ο δυ­να­τό­τε­ρος. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο πρώ­το, εί­ναι έ­νας έ­φη­βος, ε­νώ το τρό­πον τι­νά θύ­μα του εί­ναι ο α­δελ­φός της μη­τέ­ρας του και ο μο­να­δι­κός α­ρι­στε­ρός στο σόϊ της. Η ι­στο­ρία ξε­κι­νά α­πό τις ε­πι­πλή­ξεις του θείου και τα αμ­φί­θυ­μα αι­σθή­μα­τα του α­νι­ψιού για να με­τα­πη­δή­σει στη σύ­γκρου­ση του θείου με έ­ναν άλ­λο συγ­γε­νή, κι αυ­τός θείος, αλ­λά ε­θνι­κό­φρων, ε­νώ στα­θε­ρός πα­ρα­μέ­νει ο “χο­ρός”, τον ο­ποίο σχη­μα­τί­ζει γύ­ρω τους η οι­κο­γέ­νεια, προ­σαυ­ξη­μέ­νη με τους γεί­το­νες. Ως τό­πος δρά­σης, σε αυ­τό το διή­γη­μα, ε­πι­λέ­γε­ται η Άμφισ­σα, ό­που η τα­ρα­χώ­δης ι­στο­ρία της κα­τά την Αντί­στα­ση και τον Εμφύ­λιο χρη­σι­μεύει στην α­φή­γη­ση ως βά­θος πε­δίου. Σε α­ντί­θε­ση με το ο­μό­τιτ­λο διή­γη­μα, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη δυα­δι­κή σχέ­ση, δεί­χνο­ντας τις ψυ­χο­γρα­φι­κές δε­ξιό­τη­τες του συγ­γρα­φέα, ε­δώ υ­πε­ρι­σχύει η ο­πτι­κή του α­φη­γη­τή, η ο­ποία πα­ρα­μέ­νει η ί­δια και σε άλ­λα διη­γή­μα­τα, πα­ρό­τι αλ­λά­ζουν τα προ­σω­πεία του. Εί­ναι αυ­τή του α­ρι­στε­ρού εκ­συγ­χρο­νι­στή, με τις εμ­μο­νές του να δεί­χνουν σαν α­νε­στραμ­μέ­νο εί­δω­λο ε­κεί­νων ε­νός συ­ντη­ρη­τι­κού πα­λαιό­τε­ρου. Κά­πως έ­τσι προ­κύ­πτει το διή­γη­μα, «Το χα­μό­γε­λο του Τούρ­κου», με μια αμ­φί­θυ­μη ο­πτι­κή, πα­ρα­πλή­σια με ε­κεί­νη του Θεό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μά του «Ο πα­λαι­στής και ο δερ­βί­σης». Ο θε­μα­τι­κός πυ­ρή­νας της α­ντι­πα­λό­τη­τας “αν­θέλ­λη­να” και φί­λα κεί­με­νου προς τους με­τα­νά­στες ε­πα­νέρ­χε­ται και σε άλ­λα διη­γή­μα­τα. Πα­ρο­μοίως, η προ­νο­μιού­χος θέ­ση, που δί­νε­ται σή­με­ρα στη νεό­τη­τα έ­να­ντι της γη­ραιάς η­λι­κίας, σε α­ντί­θε­ση με προ­γε­νέ­στε­ρες ε­πο­χές, ε­μπνέει το διή­γη­μα «Πε­ρι­στα­τι­κό με χιό­νι». Σε αυ­τό, ο μα­θη­τής φέρ­νει με τις ε­ρω­τή­σεις του σε δύ­σκο­λη θέ­ση τον κα­θη­γη­τή, ό­πως συμ­βαί­νει και στο μυ­θι­στό­ρη­μα της ε­πί­σης πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νης Βα­σι­λι­κής Πέ­τσα, «Θυ­μά­μαι».
Υπάρ­χουν και ο­ρι­σμέ­να διη­γή­μα­τα, που α­πο­κλί­νουν α­πό την ψυ­χο­γρα­φία των η­ρώων προς μια α­πο­τύ­πω­ση της ελ­λη­νι­κής κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας νε­ο­ρε­α­λι­στι­κού τύ­που. Και σε αυ­τό το πε­δίο, ο Ανα­στα­σίου δεν τα κα­τα­φέρ­νει και ά­σχη­μα, ε­πι­δει­κνύο­ντας χιού­μορ και διεισ­δυ­τι­κό­τη­τα, ό­πως εί­χε πα­ρα­τη­ρή­σει η Ρού­λα Γεωρ­γα­κο­πού­λου, συ­γκρα­τώ­ντας το βι­βλίο του στις ε­πι­λο­γές της. Εμείς, ω­στό­σο, πι­στεύου­με ό­τι θα χρεια­ζό­ταν να τι­θα­σεύ­σει κά­πως τον οί­στρο του, φρο­ντί­ζο­ντας για την οι­κο­νο­μία του συ­νό­λου. Όσο ε­πώ­δυ­νο και να εί­ναι για τον οιον­δή­πο­τε γρά­φο­ντα το α­πο­λέ­πι­σμα του δη­μιουρ­γή­μα­τός του, αυ­τό α­πο­βαί­νει, κα­τά κα­νό­να, προς ό­φε­λός του. Εί­τε, για να α­να­δειχ­θεί σε έ­να διή­γη­μα, ό­πως το «Φελ­λί­νι my ass (ρε!)», το θέ­α­τρο του πα­ρα­λό­γου, που παί­ζε­ται κα­θη­με­ρι­νά στο στή­σι­μο ε­νός ε­ντύ­που, ε­φη­με­ρί­δας ή πε­ριο­δι­κού. Εί­τε, ό­πως στα διη­γή­μα­τα «Οι ε­λευ­θέ­ριοι» και «Η στιγ­μή του κλά­μα­τος», για να προ­βάλ­λουν πιο ξε­κά­θα­ρα οι ι­λα­ρές και τρα­γι­κές ό­ψεις, που εμ­φα­νί­ζουν οι ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις, ε­λευ­θέ­ριες και έγ­γα­μες.
Όπως και να έ­χει, ο Τά­σος Ανα­στα­σίου εί­ναι έ­νας πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος του σω­τή­ριου έ­τους 2011, που ε­ξέ­δω­σε έ­να εν­δια­φέ­ρον βι­βλίο, το ο­ποίο δεν έ­τυ­χε α­ντί­στοι­χης προ­βο­λής. Όπως, ό­μως, συμ­βαί­νει σε ό­λους τους χώ­ρους, έ­τσι και στο χώ­ρο του βι­βλίου, η προ­βο­λή εί­ναι συ­νάρ­τη­ση πλεί­στων ό­σων πα­ρα­γό­ντων. Όσο για το βι­βλίο, αυ­τό κα­θ’ ε­αυ­τό, α­πλώς α­πο­τε­λεί έ­ναν α­πό αυ­τούς. Μέ­νει, μά­λι­στα, ζη­τού­με­νο, αν εί­ναι ο πρω­ταρ­χι­κός. Πιο κα­θο­ρι­στι­κή της λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας του κει­μέ­νου α­πο­βαί­νει η “α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα”, που α­πο­λαμ­βά­νει ο συγ­γρα­φέ­ας. Άλλω­στε, μέ­χρι και στη Βου­λή ή και στα υ­πουρ­γι­κά έ­δρα­να με βά­ση την “α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα” προω­θεί­ται κά­ποιος. Ύστε­ρα, έρ­χε­ται ο εκ­δό­της. Η δι­κή του “α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα”, αλ­λά και τι έ­χει ε­πεν­δύ­σει σε έ­ναν συ­γκε­κρι­μέ­νο συγ­γρα­φέα. Οι με­γά­λοι εκ­δό­τες εκ­δί­δουν πολ­λούς συγ­γρα­φείς. Εκ των πραγ­μά­των, εί­ναι α­να­γκα­σμέ­νοι να πο­ντά­ρουν σε δυο-τρεις. Αυ­τούς θα προ­βάλ­λουν με κα­νο­νι­κή ή και γκρί­ζα δια­φή­μι­ση. Με­τά, έρ­χε­ται το ε­πάγ­γελ­μα του συγ­γρα­φέα. Αν ο συγ­γρα­φέ­ας έ­χει έ­να “χρή­σι­μο για τους συ­ναν­θρώ­πους του ε­πάγ­γελ­μα”, ό­λο και κά­ποιοι ει­δή­μο­νες και ε­ξέ­χο­ντες θα υ­πάρ­ξουν που θα ξε­πλη­ρώ­σουν υ­πο­χρεώ­σεις. Την σή­με­ρον, εί­ναι βα­θιά νυ­χτω­μέ­νοι ό­σοι πι­στεύουν ό­τι έ­νας συγ­γρα­φέ­ας αρ­κεί να γρά­ψει το βι­βλίο του. Πρέ­πει να α­να­πτύ­ξει και τις α­να­γκαίες υ­πο­στη­ρι­κτι­κές δη­μό­σιες σχέ­σεις, για­τί, κα­τά το κοι­νώς λε­γό­με­νο, το έ­να χέ­ρι νί­βει το άλ­λο και τα δυο το πρό­σω­πο. Λα­μπρή α­πό­δει­ξη ό­λων αυ­τών, η πε­ρί­πτω­ση Τά­σου Ανα­στα­σίου. Σχε­τι­κά μι­κρός ο εκ­δο­τι­κός οί­κος, αν δεν α­πα­τώ­με­θα, μό­λις πρό­σφα­τα ει­σήλ­θε στο χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Κα­θη­γη­τής Μέ­σης Εκπαί­δευ­σης ο συγ­γρα­φέ­ας. Ού­τε πο­λι­τι­κός, ού­τε με­γα­λο­για­τρός ή με­γα­λο­ε­πι­χει­ρη­μα­τίας, ού­τε μέ­λος συλ­λό­γων και ε­ται­ρειών, ώ­στε να καλ­λιερ­γή­σει σχέ­σεις με υ­ψη­λά ι­στά­με­νους. Μό­λις έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, που φαί­νε­ται να συ­νι­στά ε­ξαί­ρε­ση στην ομ­φα­λο­σκο­πού­με­νη γε­νιά του ’80, ε­πε­σή­μα­νε το βι­βλίο τού, θέ­λου­με να πι­στεύου­με α­γνώ­στου του, Ανα­στα­σίου. Τε­λι­κά, το μο­να­δι­κό ση­μείο που στά­θη­κε τυ­χε­ρός ο Ανα­στα­σίου, εί­ναι ως προς το χρό­νο έκ­δο­σης του βι­βλίου του. Ετών 35, το 2011, μό­λις που πρό­λα­βε το ό­ριο η­λι­κίας του νέ­ου θε­σμο­θε­τη­μέ­νου κρα­τι­κού βρα­βείου για πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους συγ­γρα­φείς. Τώ­ρα, για­τί, ως ο­ρια­κή η­λι­κία για την πρώ­τη εμ­φά­νι­ση, ε­πι­λέχ­θη­κε ε­κεί­νη των 35 ε­τών και ό­χι των 30 ή και των 40, που ι­σχύει για το πρώ­το θε­σμο­θε­τη­μέ­νο βρα­βείο του εί­δους, τρέ­χα γύ­ρευε. Δεν ευ­τυ­χή­σα­με πο­τέ οι υ­πουρ­γοί Πο­λι­τι­σμού να έ­χουν κά­ποια σχέ­ση με το χώ­ρο του βι­βλίου. Πλην των πρώ­των. Συ­γκε­κρι­μέ­να, του δεύ­τε­ρου στη σει­ρά, Δη­μή­τρη Τσά­κω­να, των τριών βρα­χύ­βιων που τον α­κο­λού­θη­σαν Κων­στα­ντί­νου Τσά­τσου, Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λου, Κων­στα­ντί­νου Τρυ­πά­νη και ε­νός έ­βδο­μου, λί­γο πιο μα­κρό­βιου, του Δη­μή­τριου Νιά­νια. Οι υ­πό­λοι­ποι, εί­τε εν­δια­φέ­ρο­νταν για έ­ναν άλ­λο πο­λι­τι­στι­κό χώ­ρο σε τέ­τοιο βαθ­μό που ο χώ­ρος του βι­βλίου να εμ­φα­νί­ζε­ται ως ο φτω­χός α­δελ­φός, εί­τε α­δια­φο­ρού­σαν συ­νο­λι­κά για τα πο­λι­τι­σμι­κά πράγ­μα­τα, γνω­ρί­ζο­ντας μό­νο α­πό πο­δό­σφαι­ρο. Στην έ­ρευ­να, πό­σα βι­βλία δια­βά­ζουν το χρό­νο, μάλ­λον θα έ­πρε­πε να α­πα­ντή­σουν ου­δέν. Υπάρ­χει, βε­βαίως, και ο Υπουρ­γός, που, ε­πί των η­με­ρών του, ι­δρύ­θη­κε το Εθνι­κό Κέ­ντρο Βι­βλίου. Αυ­τό, ό­μως, εί­ναι μια άλ­λη, με­γά­λη ι­στο­ρία.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου


ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟ­ΠΟ ΤΟΥ

Όπου και να τα­ξι­δέ­ψω η Ελλά­δα με πλη­γώ­νει
ΓΙΩΡ­ΓΟΣ ΣΕ­ΦΕ­ΡΗΣ
«Με τον τρό­πο του Γ.Σ.»
Εις μνή­μην...

Σαν σκό­τω­σαν οι Πραί­το­ρες το α­γέ­νειο παι­δί
–οι ά­φρο­νες γο­νείς του πώς δεν του ’παν
του προ­κομ­μέ­νου τους, γό­νου της κα­λής τά­ξεως,
να μη γυρ­νά σε λά­θος τό­πο λά­θος ώ­ρα;–
o πε­ρι­σπού­δα­στος Παυ­λί­στω­ρ, τρα­νός μας υ­πουρ­γός
–της ε­ξου­σίας μας δό­ξα, αί­μα των Κα­ρα­μαν­λι­δώ­ν–
α­μέ­σως α­πε­φάν­θη, με τη δει­νή του ευ­φρά­δεια,
σ’ αυ­τούς που του ζη­τού­σαν έ­να σχό­λιο:
«Με­μο­νω­μέ­νο ή­ταν το πε­ρι­στα­τι­κόν».
Και πρό­σθε­σε κα­τό­πιν, μει­λί­χιος ό­πως πά­ντα:
«Αν πά­λι γί­νει κά­πως –κά­τι βε­βαίως που α­πεύ­χο­μαι–
τό­τε θα εί­ναι δύο τυ­χαία γε­γο­νό­τα.
Κι αν πά­λι κά­νει ο διά­ο­λος και ε­πα­να­λη­φθεί
τό­τε θα κά­μω λό­γον διά σπά­νια συμ­βά­ντα.
Κι αν ο­λωσ­διό­λου τρε­λα­θούν οι Πραί­το­ρες - άν­θρω­ποι εί­με­θα δα!–
κι έ­χουν πυ­ρο­βο­λή­σει κο­ντά κα­μιά δε­κά­δα,
φρο­νώ πως θα μου γεν­νη­θεί έ­ντο­νη α­νη­συ­χία».
Σο­φό, ό­πως συ­νή­θως, το σχό­λιό του κρί­να­με.
Εξαίφ­νης λί­γες μέ­ρες κα­τό­πιν σ’ ό­νει­ρό του
ο πε­ρι­σπού­δα­στος Παυ­λί­στωρ εί­δε
της Ιστο­ρίας τον άγ­γε­λο με πύ­ρι­νη ρομ­φαία
να πε­ρι­τρι­γυ­ρί­ζει στις έ­ρη­μες ο­δούς
και να φω­τί­ζει ά­γριος την πα­γω­μέ­νη νύ­χτα.
Βα­θέως α­νη­σύ­χη­σε τον υ­πουρ­γό το πράγ­μα·
τι ά­ρα­γε να σή­μαι­νεν ο πυ­ρο­φό­ρος άγ­γε­λος;
Aσφα­λώς ά­σχε­τα εί­ναι τα δύο γε­γο­νό­τα:
To σκο­τει­νό το ε­νύ­πνιο και του νε­α­ρού το α­τύ­χη­μα.
Ωστό­σο προ­σπα­θού­με – και θα ε­ξα­κο­λου­θή­σου­με,
ύ­στε­ρα α­π’ τις δι­κές του, τις αυ­στη­ρές συ­στά­σεις–
κά­ποια ερ­μη­νεία να δώ­σου­με στο ό­νει­ρο ε­κεί­νο.
Ευ­ρι­πί­δης Γα­ρα­ντού­δης
«Ονει­ρεύ­τη­κα τη Genova»
Εκδό­σεις Με­λά­νι, Ιού­λιος 2011

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή", στις 13/11/2011.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Μεταξύ άλλων και Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον

«Οδός Πα­νός»
Τεύ­χος 154
Οκτώ­βριος – Δε­κέμ­βριος 2011

Με α­φιέ­ρω­μα στον Ρό­μπερτ Λούις Στή­βεν­σον α­νοί­γει το χει­μω­νιά­τι­κο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού. Σε χα­λε­πούς και­ρούς, η ρο­μα­ντι­κή φα­ντα­σία του Ρό­μπερτ Λούις Μπάλ­φουρ Στή­βεν­σον, ό­πως εί­ναι το πλή­ρες ό­νο­μά του, με την προ­σθή­κη και του μη­τρι­κού του ε­πω­νύ­μου, εί­ναι ό,τι κα­λύ­τε­ρο. Πα­ρό­τι ως ε­πε­τεια­κό έ­τος Στή­βεν­σον ε­ορ­τά­στη­κε, ό­σο ε­ορ­τά­στη­κε ε­κτός Ελλά­δος α­πό τον αγ­γλό­φω­νο κό­σμο, το 2010, κα­τά το ο­ποίο συ­μπλη­ρώ­θη­καν 160 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Όμως, πέ­ρυ­σι, το πε­ριο­δι­κό τι­μού­σε στα τέσ­σε­ρα τεύ­χη του, Κα­βά­φη, Μπων­τλαί­ρ, Από­στο­λο Καλ­δά­ρα και Ζυ­ράν­να Ζα­τέ­λη. Όπως και να έ­χει, στον Στή­βεν­σον ται­ριά­ζει έ­να χει­μω­νιά­τι­κο τεύ­χος. Στις 13 Νο­εμ­βρίου γεν­νή­θη­κε και το κρύο τον κυ­νη­γού­σε ε­φ’ ό­ρου ζωής, ό­πως θυ­μί­ζει
η λα­ρι­σαία ποιή­τρια Γλυ­κε­ρία Μπασ­δέ­κη στο ει­σα­γω­γι­κό της κεί­με­νο. Κα­τά δια­στή­μα­τα, ω­στό­σο, διέ­φυ­γε α­πό το υ­γρό κρύο του γε­νέ­θλιου Εδιμ­βούρ­γου και άλ­λων βο­ρείων τό­πων και προς το τέ­λος, φαι­νό­ταν να έ­χει ο­ρι­στι­κά γλι­τώ­σει, κα­θώς, στα σα­ρά­ντα του, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στη νή­σο Σα­μόα, α­πο­λαμ­βά­νο­ντας το τρο­πι­κό κλί­μα του νό­τιου Ει­ρη­νι­κού. Αλλά μπο­ρεί να διέ­φυ­γε του κρύου, ό­χι, ό­μως και του Χά­ρο­ντα, που ήρ­θε αιφ­νι­δια­στι­κά με μια ε­γκε­φα­λι­κή αι­μορ­ρα­γία α­ντί με αι­μο­πτύ­σεις και ε­πι­δεί­νω­ση της φυ­μα­τίω­σης, ό­πως τον α­νέ­με­νε α­πό τα χρό­νια της ε­φη­βείας του. Ο Στή­βεν­σον, τε­λι­κά, πα­ρέ­μει­νε παι­δί του χει­μώ­να. Χει­μώ­να γεν­νή­θη­κε και χει­μώ­να πέ­θα­νε, στις 3 Δε­κεμ­βρίου 1894. Ανε­ξαρ­τή­τως, πά­ντως, ε­πε­τείων και ε­πο­χής, ο Στή­βεν­σον, για ό­σους τον έ­χουν δια­βά­σει, εί­ναι πά­ντα ε­πί­και­ρος ή, με άλ­λα λό­για, κλα­σι­κός.
“Από τα παι­δι­κά μου χρό­νια, ο Στή­βεν­σον στά­θη­κε για μέ­να μια α­πό τις μορ­φές της ευ­τυ­χίας”, ι­σχυ­ρι­ζό­ταν ο Μπόρ­χες. Και πράγ­μα­τι, τα παι­διά του 20ου αιώ­να, του­λά­χι­στον ό­σα γεν­νή­θη­καν πριν το Μάη τού ’68 ή, στα κα­θ’ η­μάς, πριν τη Με­τα­πο­λί­τευ­ση, συ­νέ­δε­σαν με τα δι­κά του μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και με­ρι­κών α­κό­μη, γάλ­λων και άγ­γλων συγ­γρα­φέων του 19ου αιώ­να, το ρί­γος της πε­ρι­πέ­τειας, ό­πως το α­πο­λαμ­βά­νει κα­νείς μέ­σα στην α­σφα­λή θαλ­πω­ρή της α­νά­γνω­σης. Ωστό­σο, ο χι­μαι­ρι­κός ο­νει­ρο­πό­λος συγ­γρα­φέ­ας, που ζει σε έ­να κό­σμο φα­ντα­σίας, α­φη­γού­με­νος κα­τά τον πλέ­ον ρε­α­λι­στι­κό τρό­πο ε­ξω­πραγ­μα­τι­κές πε­ρι­πέ­τειες και δί­νο­ντας με αυ­τές υ­πό­στα­ση σε ευ­φά­ντα­στες ρο­μα­ντι­κές συλ­λή­ψεις, δεν εί­ναι πα­ρά η μια πλευ­ρά του ι­διό­τυ­που σκω­τσέ­ζου συγ­γρα­φέα, που υ­πήρ­ξε ο Στή­βεν­σον. Αυ­τή εί­ναι η πλευ­ρά, που έ­λα­βαν υ­πό­ψη οι πρώ­τοι μο­ντέρ­νοι της Γη­ραιάς Αλβιώ­νος και τον υ­πο­βί­βα­σαν σε συγ­γρα­φέα ε­φη­βι­κών βι­βλίων, ε­ξαι­ρώ­ντας τον α­πό το δι­δα­σκό­με­νο “κα­νό­να” της λο­γο­τε­χνίας τους.
Υπάρ­χει ό­μως και η άλ­λη πλευ­ρά, ε­κεί­νη του μο­ντέρ­νου συγ­γρα­φέα, που ε­κτί­μη­σαν ο­ρι­σμέ­νοι συ­γκαι­ρι­νοί του αγ­γλό­φω­νοι συγ­γρα­φείς, ό­πως ο λί­γο με­γα­λύ­τε­ρός του Χέν­ρυ Τζαίη­μς και o κά­πως νεό­τε­ρός του Τζό­ζεφ Κόν­ρα­ντ. Αυ­τοί ή­ταν που τον α­νέ­δει­ξαν. Κα­θιε­ρώ­θη­κε, ω­στό­σο, πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, πε­ρί­που στα χρό­νια που γεν­νιό­νταν τα παι­διά μιας νέ­ας ε­πο­χής, που δεν θα τα συ­γκι­νού­σε ο ρο­μα­ντι­κός ρε­α­λι­σμός του. Αυ­τό, με­τα­φε­ρό­με­νο και πά­λι στα κα­θ’ η­μάς, ση­μαί­νει τα παι­διά, που δεν θα διά­βα­ζαν «Κλασ­σι­κά Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να» και που πο­τέ δεν θα α­να­κά­λυ­πταν «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», «Το μαύ­ρο βέ­λος» ή «Το κλεμ­μέ­νο παι­δί», που εί­ναι το πρώ­το “ε­πει­σό­διο” α­πό το ρο­μα­ντι­κό του μυ­θι­στό­ρη­μα «Οι πε­ρι­πέ­τειες του Νταίη­βι­ντ Μπάλ­φουρ». Κα­τά τα φαι­νό­με­να, ο Μπάλ­φουρ εί­ναι έ­νας ή­ρωας ι­διαί­τε­ρα προ­σφι­λής στον Στή­βεν­σον, για να του δί­νει το ε­πώ­νυ­μο της μη­τέ­ρας του και έ­τσι να τον ο­ρί­ζει εξ αί­μα­τος συγ­γε­νή του. Δυ­στυ­χώς, το δεύ­τε­ρο “ε­πει­σό­διο” α­πό τις πε­ρι­πέ­τειες του Μπάλ­φου­ρ, το «Κα­τριό­να», που ο Στή­βεν­σον έ­γρα­ψε έ­ξι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, δεν πή­ρε τη μορ­φή «Κλασ­σι­κού Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νου». Ευ­τύ­χη­σε, ω­στό­σο, με­τα­φρα­στι­κά στα χέ­ρια του Μπά­μπη Λυ­κού­δη. Όπως και να έ­χει, ό­ταν ο Στή­βεν­σον έ­παιρ­νε τη θέ­ση του στο πάν­θεο της λε­γό­με­νης “σο­βα­ρής λο­γο­τε­χνίας”, οι έ­φη­βοι στην Ελλά­δα διά­βα­ζαν πλέ­ον κό­μι­κς.
Ο μαέ­στρος της α­φή­γη­σης Στή­βεν­σον, που ε­πι­δει­κνύει τη δη­μιουρ­γι­κή του φα­ντα­σία στο χώ­ρο του πα­ρά­δο­ξου, παίρ­νει τη σκυ­τά­λη α­πό τον Έντγκαρ Άλλαιν Πόε. Σαν συ­νη­γο­ρία της φα­ντα­στι­κής τους σκυ­τα­λο­δρο­μίας, θα μπο­ρού­σαν να λη­φθούν τα δια­δο­χι­κά έ­τη, κα­τά τα ο­ποία α­πε­βίω­σε ο πρώ­τος και γεν­νή­θη­κε ο δεύ­τε­ρος, το 1849 και το 1850, α­ντί­στοι­χα. Τη συγ­γρα­φι­κή τους συγ­γέ­νεια ε­δραιώ­νουν πε­ραι­τέ­ρω τα δύο αλ­λη­γο­ρι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που ο Στή­βεν­σον έ­γρα­ψε με­τά «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», «Η πα­ρά­ξε­νη υ­πό­θε­ση του Δρος Τζέ­κυλ και Κου Χάϋντ» και το λι­γό­τε­ρο γνω­στό, «Ο άρ­χο­ντας του Μπάλ­λα­ντρε». Με θέ­μα την ε­πι­κρά­τεια του Κα­λού, α­ντα­γω­νι­στι­κής προς ε­κεί­νη του Κα­κού, συ­νι­στούν πρώ­τες εκ­φάν­σεις εν­νοιών της ψυ­χα­νά­λυ­σης, ό­πως το δι­χα­σμέ­νο Εγώ και η δια­πά­λη Υπε­ρε­γώ και Ασυ­νει­δή­του. Προ­δρο­μι­κές συλ­λή­ψεις, α­φού η ψυ­χα­νά­λυ­ση α­να­δύε­ται με την έκ­δο­ση του δο­κι­μίου του Φρόϋντ «Με­λέ­τες για την Υστε­ρία», που εκ­δό­θη­κε το 1895, έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­το του Στή­βεν­σον.
Σαν συ­μπλή­ρω­μα του μο­ντέρ­νου συγ­γρα­φέα Στή­βεν­σον, υ­πάρ­χει μια λι­γό­τε­ρο γνω­στή στα κα­θ’ η­μάς πτυ­χή του, ε­κεί­νη του αρ­θρο­γρά­φου και δο­κι­μιο­γρά­φου, με τις συ­χνά ρη­ξι­κέ­λευ­θες για την ε­πο­χή του ι­δέες. Να θυ­μί­σου­με ό­τι στη σει­ρά «Στις πη­γές της γνώ­σης» των εκ­δό­σεων PRINTA, την ο­ποία κα­ταρ­τί­ζει ο Εμμα­νουήλ Καρ­τά­κης, εκ­δό­θη­κε το 2005, το «Πε­ρί της η­θι­κής του συγ­γρα­φι­κού ε­παγ­γέλ­μα­τος», και μα­ζί, στη μι­κρό­σχη­μη σει­ρά του μη­τρι­κού εκ­δο­τι­κού οί­κου «ΡΟ­ΕΣ», το «Για τον έ­ρω­τα και το γά­μο». Ορι­σμέ­νες α­πό τις α­πό­ψεις του α­πο­κτούν στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία ι­διαί­τε­ρη ε­πι­και­ρό­τη­τα. Ο θε­τός γιος του, παι­δί της α­με­ρι­κα­νί­δας συ­ζύ­γου του α­πό τον πρώ­το της γά­μο, Λόϋντ Όσμπορν, στην ει­σα­γω­γή του σε μια με­τα­θα­νά­τια έκ­δο­ση ο­ρι­σμέ­νων ε­ξαί­ρε­των ι­στο­ριών, που δι­καίως τιτ­λο­φο­ρή­θη­καν «Νέες χί­λιες και μία νύ­χτες» και εκ­δό­θη­καν σε δύο τό­μους το 1882 και 1884, γρά­φει:
“Ο Στή­βεν­σον μι­σού­σε τον υ­λι­σμό. Θεω­ρού­σε ό­τι ή­ταν ο με­γα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος κι η κα­τά­ρα του πο­λι­τι­σμού μας –αυ­τός ο ά­νε­τος κα­λο­θρεμ­μέ­νος αυ­τά­ρε­σκος υ­λι­σμός ε­να­ντίον του ο­ποίου πά­ντο­τε ε­ξα­πέ­λυε ύ­βρεις. Κα­νέ­νας σο­σια­λι­στής δεν χρη­σι­μο­ποίη­σε τη λέ­ξη μπουρ­ζουα­ζία με πε­ρισ­σό­τε­ρη πε­ρι­φρό­νη­ση α­πό αυ­τόν. Πί­στευε πως τό­σο οι κα­τώ­τε­ρες ό­σο και οι α­νώ­τε­ρες τά­ξεις μπο­ρού­σαν να εν­θου­σιά­ζο­νται ε­ξί­σου με τα υ­ψη­λά ι­δα­νι­κά, αλ­λά πως η μά­ζα της με­σαίας τά­ξης ή­ταν σχε­δόν α­νέλ­πι­δα α­ντα­γω­νι­στι­κή προς την αν­θρώ­πι­νη πρόο­δο. Η α­λό­γι­στη αυ­τα­ρέ­σκειά της, η εκ­με­τάλ­λευ­ση του α­βοή­θη­του, η υ­πο­κρι­τι­κή της η­θι­κο­λο­γία, η κα­τα­πίε­ση των γυ­ναι­κών, η α­νε­λεύ­θε­ρη στά­ση προς την τέ­χνη και τη λο­γο­τε­χνία, ό­λα αυ­τά α­πο­τε­λού­σαν γι’ αυ­τόν μια σει­ρά α­συγ­χώ­ρη­των προ­σβο­λών...” Για πε­ρισ­σό­τε­ρα στην ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση των δύο τό­μων (το 1985 ο πρώ­τος, σε με­τά­φρα­ση Τά­σου Δε­νέ­γρη, δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα ο δεύ­τε­ρος, σε με­τά­φρα­ση Παλ­μύ­ρας Ισμυ­ρί­δου, α­πό τις εκ­δό­σεις Α­ΓΡΑ).
Πι­θα­νώς, αυ­τές οι ι­δέες του Στή­βεν­σον, μα­ζί με το ρο­μα­ντι­σμό του να είλ­κυ­σαν τον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού, ω­θώ­ντας τον να α­φιε­ρώ­σει στον «Ρό­μπερτ Λούις Στή­βεν­σον και το Εδιμ­βούρ­γο του» το τρί­το τεύ­χος του τρέ­χο­ντος έ­τους. Όπου, στο πρώ­το, συ­μπτω­μα­τι­κά ή μη, υ­πάρ­χει α­φιέ­ρω­μα στον Πόε. Το εν­διά­με­σο –δι­πλό τεύ­χος– μοι­ρά­ζε­ται σε δύο γη­γε­νείς τε­θνεώ­τες. “Στον Παύ­λο Σι­δη­ρό­που­λο – 21 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του” και στον Δη­μή­τρη Λα­λέ­τα– έ­ξι μή­νες α­πό το θά­να­τό του. Παί­ζο­ντας με τις η­με­ρο­λο­για­κές συ­μπτώ­σεις, θυ­μί­ζου­με τους πρόω­ρους θα­νά­τους των τεσ­σά­ρων τι­μώ­με­νων α­πό το πε­ριο­δι­κό κα­τά το 2011. Σα­ρά­ντα ε­πτά ε­τών ή­ταν ο Λα­λέ­τας, σα­ρά­ντα τεσ­σά­ρων ο Σι­δη­ρό­που­λος, ε­νώ, ού­τε οι δύο με­γά­λοι της λο­γο­τε­χνίας εί­χαν συ­μπλη­ρώ­σει την πέ­μπτη δε­κα­ε­τία του βίου τους– σα­ρά­ντα ο Πόε, σα­ρά­ντα τεσ­σά­ρων ο Στή­βεν­σον.
Άρα­γε πρό­κει­ται για το πρώ­το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού στον Στή­βεν­σο­ν; Δυ­στυ­χώς, η μνή­μη μας δεν βο­η­θά­ει και οι βι­βλιο­γρα­φή­σεις δεν α­πα­σχο­λούν τους νεό­τε­ρους. Κι ό­μως, έ­να πε­ριο­δι­κό με 31ε­τή συ­νε­χή πα­ρου­σία δι­καιού­ται, αν δεν ε­πι­βάλ­λε­ται να έ­χει, τη βι­βλιο­γρα­φία του. Ήταν το μα­κρι­νό 1981, που έ­μελ­λε να ταυ­τι­στεί με την ά­νο­δο στην ε­ξου­σία του ΠΑ­ΣΟΚ με­τά τη συ­ντρι­πτι­κή νί­κη του στις ε­κλο­γές της 18ης Οκτω­βρίου, ό­που ε­ξα­σφά­λι­σε το 48% των ψή­φων και 172 έ­δρες σε μια τρί­χρω­μη Βου­λή. Εί­χε προ­η­γη­θεί, την 1η Ια­νουα­ρίου 1981, η έ­ντα­ξη της χώ­ρας στην Ευ­ρω­παϊκή Ένω­ση. Εκεί­νο τον Ια­νουά­ριο εμ­φα­νί­στη­καν δύο λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, που α­πο­δείχ­θη­καν σθε­να­ρό­τε­ρα κομ­μά­των και θε­σμών. Το «Οδός Πα­νός» και «Η Λέ­ξη». Εί­ναι δυο α­πό τα με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά α­θη­ναϊκά πε­ριο­δι­κά, που κυ­κλο­φο­ρούν μέ­χρι σή­με­ρα. Ένα τρί­το εί­ναι «Το Δέ­ντρο», που εί­χε προ­η­γη­θεί κα­τά μία τριε­τία. Από μιας αρ­χής, το «Οδός Πα­νός» στά­θη­κε έρ­γο του Γιώρ­γου Χρο­νά, του ο­ποίου η αι­σθη­τι­κή κα­θο­ρί­ζει τη φυ­σιο­γνω­μία του πε­ριο­δι­κού. Ενώ, «Η Λέ­ξη» της διαρ­χίας Θα­νά­ση Νιάρ­χου- Αντώ­νη Φω­στιέ­ρη. «Το Δέ­ντρο» πα­ρου­σία­σε την ι­διαι­τε­ρό­τη­τα να ξε­κι­νή­σει το πρώ­το τεύ­χος, Μάρ­τιο 1978, με έ­ναν εκ­δό­τη, τον Κώ­στα Μαυ­ρου­δή, να προ­στε­θεί στο ε­πό­με­νο δεύ­τε­ρος, ο Μι­χά­λης Γκα­νάς, και στο με­θε­πό­με­νο, τρί­τος, ο Γιάν­νης Πα­τί­λης, αλ­λά, α­πό το φθι­νο­πω­ρι­νό, να ε­πα­νέλ­θει η αρ­χι­κή μο­ναρ­χία, η ο­ποία και κρά­τη­σε μέ­χρι και το 1982, για να προ­κύ­ψει και σε αυ­τό, διαρ­χία εκ­δο­τών. Ένα τέ­ταρ­το εί­ναι το «Πλα­νό­διον», που ξε­κί­νη­σε το 1986 ο Πα­τί­λης, αυ­τή τη φο­ρά, μό­νος του. Απα­ξά­πα­ντες εί­ναι ποιη­τές της γε­νιάς του ’70. Ένας έ­κτος, α­πό την ί­δια ποιη­τι­κή οι­κο­γέ­νεια, εί­ναι ο Κώ­στας Πα­πα­γεωρ­γίου, που ξε­κί­νη­σε το 1982 το «Γράμ­μα­τα και Τέ­χνες», το ο­ποίο, ό­μως, έ­κλει­σε τον κύ­κλο του το 1998. Μάλ­λον δεν έ­χει δο­θεί η α­νά­λο­γη προ­σο­χή σε αυ­τό το ση­μα­ντι­κό πά­ρερ­γο των ποιη­τών της γε­νιάς της αμ­φι­σβή­τη­σης, στο ο­ποίο διο­χέ­τευ­σαν έ­να μέ­ρος της αμ­φι­σβη­τη­τι­κής τους διά­θε­σης.
Η α­πο­ρία, πά­ντως, σχε­τι­κά με την τύ­χη του Στή­βεν­σον στον ελ­λη­νι­κό πε­ριο­δι­κό Τύ­πο πα­ρα­μέ­νει. Σύμ­φω­να με τη μο­να­δι­κή βι­βλιο­γρα­φία για “τεύ­χη –α­φιε­ρώ­μα­τα” πε­ριο­δι­κών της Μάρ­θας Καρ­πό­ζη­λου, δεν υ­πάρ­χει ού­τε έ­να α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος κα­τά τη μα­κριά πε­ρίο­δο 1879-1997. Δη­μο­σιεύο­νται μό­νο σκόρ­πια διη­γή­μα­τά του. Ωστό­σο, τα δη­μο­σιευ­μέ­να διη­γή­μα­τά του, α­πό τις αρ­χές του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να μέ­χρι τις πα­ρα­μο­νές του Β΄ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου, με­τριού­νται στα δά­χτυ­λα του ε­νός χε­ριού, με το πρώ­το, μό­λις στα τέ­λη της δεύ­τε­ρης δε­κα­ε­τίας. Ωστό­σο, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, σε έ­να πε­ριο­δι­κό, ο Στή­βεν­σον έ­χει την τι­μη­τι­κή του. Πρό­κει­ται για το μη­νιαίο, «Φι­λι­κή Εται­ρία», που κυ­κλο­φό­ρη­σε κα­τά το πρώ­το ε­ξά­μη­νο του 1925, χω­ρίς ό­νο­μα εκ­δό­τη, με α­να­φο­ρά μό­νο του ε­πι­με­λη­τή. Εί­ναι ο Φώ­της Κό­ντο­γλου και κα­τ’ ου­σία συ­νι­στά την ψυ­χή του πε­ριο­δι­κού. Σε αυ­τό δη­μο­σίευ­σε σε πέ­ντε συ­νέ­χειες (το τε­λευ­ταίο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού εί­ναι δι­πλό) τη με­τά­φρα­ση μέ­ρους α­πό «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών». Πρό­κει­ται για τα 12 πρώ­τα κε­φά­λαια και την αρ­χή του ε­πό­με­νου (η λά­θος α­ρίθ­μη­ση του δεύ­τε­ρου, που α­να­γρά­φε­ται ως τρί­το, συ­νε­χί­στη­κε και στα ε­πό­με­να, με α­πο­τέ­λε­σμα το η­μι­τε­λές να φέ­ρε­ται ως το δέ­κα­το τέ­ταρ­το). Το γε­γο­νός ό­τι δια­κό­πτε­ται η με­τά­φρα­ση στη μέ­ση κε­φα­λαίου, με την έν­δει­ξη “Έχει συ­νέ­χεια”, δεί­χνει ό­τι η δια­κο­πή έκ­δο­σης του πε­ριο­δι­κού α­πο­φα­σί­στη­κε ξαφ­νι­κά. Ο Αϊβα­λιώ­της Κό­ντο­γλου, γεν­νη­μέ­νος έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­το του Στή­βεν­σον, νιώ­θει στον φα­ντα­στι­κό κό­σμο του Στή­βεν­σον σαν στο σπί­τι του. Ζω­γρά­φος, ε­πω­μι­σμέ­νος με την ει­κο­νο­γρά­φη­ση του τεύ­χους, κο­σμεί με δι­κά του σχέ­δια τη με­τά­φρα­ση. Σε βι­βλίο η με­τά­φρα­ση εκ­δό­θη­κε το 1942 και πι­θα­νο­λο­γεί­ται α­πό την Φρ. Αμπατ­ζο­πού­λου, που γρά­φει το ε­πί­με­τρο της ε­πα­νέκ­δο­σης του 1988, ό­τι έ­γι­νε α­πό την πρώ­τη γαλ­λι­κή με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος.
Μέ­νει η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο εί­ναι η πρώ­τη με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Το σί­γου­ρο εί­ναι ό­τι, μέ­σα στον 19ο αιώ­να, με­τα­φρά­στη­κε μό­νο έ­να βι­βλίο του Στή­βεν­σον και αυ­τό δεν εί­ναι «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», αλ­λά «Η πα­ρά­ξε­νη υ­πό­θε­ση του Δρος Τζέ­κυλ και Κου Χάϋντ», το 1893. Εί­χε προ­η­γη­θεί η δη­μο­σίευ­ση ε­νός διη­γή­μα­τός του. Αν δεν πρό­κει­ται για το πρώ­το, σί­γου­ρα εί­ναι α­νά­με­σα στα πρώ­τα. Τέ­λος, να θυ­μί­σου­με ό­τι ο Στή­βεν­σον, ε­κτός α­πό μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και δο­κι­μιο­γρά­φος, ή­ταν και ποιη­τής. Δυο ποιή­μα­τά του προ­τί­μη­σε να με­τα­φρά­σει έ­να κα­θό­λου τυ­χαίο πρό­σω­πο της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ο Τέλ­λος Άγρας, προς το τέ­λος του Με­σο­πο­λέ­μου.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: Ο κουρ­σά­ρος Φλί­ντ, πρω­τα­γω­νι­στι­κό πρό­σω­πο στο «Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», ό­πως τον α­πέ­δω­σε ως φυ­σιο­γνω­μία ο Φώ­της Κό­ντο­γλου, ει­κο­νο­γρα­φώ­ντας τη με­τά­φρα­ση του ο­μό­τιτ­λου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που μέ­ρος της δη­μο­σίευ­σε σε συ­νέ­χειες στο βρα­χύ­βιο πε­ριο­δι­κό «Φι­λι­κή Εται­ρία». Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι αυ­τό το σχέ­διο α­που­σιά­ζει α­πό την αυ­το­τε­λή με­τά έκ­δο­ση της με­τά­φρα­σης α­πό τον Ι. Ζα­χα­ρό­που­λο. Πρό­κει­ται για εξ­πρε­σιο­νι­στι­κών τό­νων σχέ­διο με με­λά­νι. Μα­ζί με άλ­λα σχέ­δια της ί­διας πε­ριό­δου, ο­ριο­θε­τεί τη στρο­φή του εν­δια­φέ­ρο­ντος του Κό­ντο­γλου α­πό την ει­κο­νο­γρά­φη­ση βι­βλίων α­πο­κλει­στι­κά στη ζω­γρα­φι­κή.


ΣΤΡΑΤΕΜΜΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ

Ρ. Λ. Στήβενσον

Κάτω στο δρόμο, ως πέρα φέγγουν τα φανάρια,
κάθε περπατησιά, στη γειτονιά, σβησμένη,
το γαλανό σκοτάδι αγάλια κατεβαίνει
στους κήπους, στα κρεμάμενα χλωρά κλωνάρια

Στης παραστιάς την κώχη, η φλόγα καταπέφτει,
και τώρα η κόκκινη φωτιά βάφει το δώμα·
ως το ταβάνι πάει, που αντιχτυπά τη ζέστη,
και στων βιβλίων τις ράχες σά να παίζη ακόμα.

Πύργοι, καμπαναριά, ιδές! Στρατός που πηγαίνει,
τόποι που πυρκαγιά τους καίει, και χώρες στάχτη…
Κ’ έπειτα (ως που να ιδή το μάτι μας, που αστράφτει)
σκοτεινιάζει ο στρατός – η αναλαμπή πεθαίνει.

Μα νά την, η λαμπρή σπίθα ξανά γυρίζει,
της πολιτείας το φάντασμα και πάλι αναύει.
Ξαναπαίρνει φωτιά εκεί κάτω, το λαγκάδι
και το στράτεμμα ξαναπροβοδίζει.

–Στάχτες άφτερες, πήτε μου την αλήθεια:
τι παρασταίνει αυτός ο τόπος; τίνος μοιάζει;
και κατά πού ο στρατός πορεύεται έτσι πλήθεια
και ακέρια μέσα στο καμίνι σας βουλιάζει;

Μετάφραση Τέλλου Άγρα


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/11/2011.