Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Έργο μόχθου και αφοσίωσης

Τέλ­λος Άγρας
«Κρι­τι­κά»
Πέ­μπτος Τό­μος, 1
«Δι­κοί μας και ξέ­νοι»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος
Εκδό­σεις Ερμής
Μάιο 2014
Με έ­ναν πέ­μπτο τό­μο ο­λο­κλη­ρώ­νο­νται ά­πα­ντα τα «Κρι­τι­κά» του Τέλ­λου Άγρα. Μό­νο που τα ε­να­πο­μεί­να­ντα α­πό τους προ­η­γού­με­νους τέσ­σε­ρις τό­μους κρι­τι­κά κεί­με­νά του υ­πε­ρέ­βη­σαν την έ­κτα­ση ε­νός τό­μου, που ο­ρί­ζε­ται πε­ρί­που στις 500 σε­λί­δες, και χρειά­στη­καν δυο τό­μοι. Ακρι­βέ­στε­ρα, ο πέ­μπτος χω­ρί­στη­κε σε δυο η­μί­το­μους ί­σης έ­κτα­σης. Και πά­λι, ό­μως, ο Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος, στις ε­πι­λο­γι­κές “ση­μειώ­σεις” του τό­μου, ε­πι­ση­μαί­νει ε­πι­μέ­ρους κεί­με­να ή και ε­νό­τη­τες κει­μέ­νων, που δεν συ­μπε­ριε­λή­φθη­σαν ως δευ­τε­ρεύου­σας ση­μα­σίας. Εκτός α­πό τα λαν­θά­νο­ντα, που δεν μπο­ρεί να α­πο­κλει­στούν, δε­δο­μέ­νου ό­τι ο Άγρας, α­πό αρ­χής μέ­χρι τέ­λους, συμ­με­τεί­χε σε πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός έ­ντυ­πα, κά­θε εί­δους, εί­τε σε μό­νι­μη βά­ση εί­τε με σπο­ρα­δι­κές συ­νερ­γα­σίες. Εί­κο­σι έ­ξι εί­ναι τα χρό­νια πα­ρου­σίας του ως κρι­τι­κός. Από τον Νοέ. του 1918 στο πε­ριο­δι­κό «Βω­μός», μέ­χρι και με­τά θά­να­το, τον Δεκ. του 1944, που δη­μο­σιεύ­τη­κε στη «Νέα Εστία» έ­να τε­λευ­ταίο κεί­με­νο που εί­χε δώ­σει. Σχε­τι­κά με άλ­λους κρι­τι­κούς, μάλ­λον λί­γα ως θη­τεία κρι­τι­κού, πι­θα­νώς και να υ­πο­λεί­πο­νται του μέ­σου ό­ρου, εί­ναι, ό­μως, πολ­λά για αυ­τόν, που εκ­μέ­τρη­σε τον βίον στα 45.
Τη δυ­σκο­λία του έρ­γου την γνώ­ρι­ζε ο ε­πι­με­λη­τής πο­λύ πριν το ξε­κι­νή­σει. Στις “ση­μειώ­σεις” α­να­φέ­ρει, ό­τι η “προ­σπά­θεια ξε­κί­νη­σε πριν α­πό τριά­ντα χρό­νια”, που ση­μαί­νει, δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τές φέ­ρουν η­με­ρο­μη­νία “Οκτώ­βριος 2010”, πως το­πο­θε­τεί την εκ­κί­νη­ση το 1980. Τό­τε, ό­μως, εκ­δό­θη­κε ο πρώ­τος τό­μος των «Κρι­τι­κών». Άρα, η “προ­σπά­θεια” χρο­νο­λο­γεί­ται α­πό πο­λύ νω­ρί­τε­ρα. Η σπερ­μα­τι­κή ι­δέα πι­θα­νώς να προέ­κυ­ψε κα­τά την τριε­τία, “Μάρ­τη 1955-Μάρ­τη 1958”, που έ­γρα­φε τη με­λέ­τη «Ο Τέλ­λος Άγρας και το πνεύ­μα της πα­ρακ­μής». Τε­λι­κά, ο Στερ­γιό­που­λος θα πρέ­πει να νιώ­θει ι­κα­νο­ποίη­ση, κα­θώς τα «Κρι­τι­κά» ή­ταν έ­τοι­μα ε­γκαί­ρως για το ε­πε­τεια­κό 2014. 12 Νοε. 1944 α­πε­βίω­σε ο Άγρας, Νοέ. 2014 α­να­γρά­φει ο κο­λο­φώ­νας του δεύ­τε­ρου η­μί­το­μου. Σε α­ντί­θε­ση, με πα­λαιό­τε­ρη έκ­δο­ση βι­βλίου του Άγρα, που ε­πι­με­λεί­το και η ο­ποία δεν ή­ταν έ­τοι­μη στην ώ­ρα της, για την ε­πέ­τειο, τό­τε, των εί­κο­σι χρό­νων α­πό το θά­να­τό του. Επρό­κει­το για την έκ­δο­ση της τρί­της ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του, «Τρια­ντά­φυλ­λα μια­νής η­μέ­ρας», που του την ε­μπι­στεύ­τη­κε ο ί­διος ο Άγρας στο νο­σο­κο­μείο. “Χω­ρίς να προ­λά­βει να την κα­θα­ρο­γρά­ψει, ού­τε να τα­ξι­νο­μή­σει τα ποιή­μα­τα”. Η κα­θυ­στέ­ρη­ση δεν ή­ταν α­πό ο­λι­γω­ρία του Στερ­γιό­που­λου. Ας ό­ψο­νται οι εκ­δό­τες, που δεν εν­δια­φέ­ρο­νταν, κα­τά την “κου­τσή” αλ­λά νο­μπε­λο­φό­ρα ά­νοι­ξη ε­κεί­νης της δε­κα­ε­τίας, για Άγρα. Πά­λι κα­λά που βρέ­θη­καν οι εκ­δό­σεις Φέ­ξη και πρό­λα­βαν να ο­λο­κλη­ρώ­σουν το τύ­πω­μα Απρ. 1966.
Αντι­θέ­τως, σή­με­ρα, α­ντι­κει­με­νι­κοί πα­ρά­γο­ντες, ό­πως η συ­μπλή­ρω­ση 70 χρό­νων α­πό το θά­να­τό του, αλ­λά και η γε­νι­κό­τε­ρη νοο­τρο­πία, που έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει στο πι­θα­νώς μι­κρό, αλ­λά υ­πο­λο­γί­σι­μο, τμή­μα του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ευ­νοούν τον Άγρα και τη γε­νιά του. Στην γε­νι­κό­τε­ρη α­πώ­θη­ση προς τα μεί­ζο­να, έρ­γα και πρό­σω­πα, που έ­χει προ­κύ­ψει μάλ­λον α­πό α­ντί­δρα­ση, κερ­δί­ζουν οι θεω­ρού­με­νοι ως ήσ­σο­νες. Ο Άγρας, του­λά­χι­στον ως κρι­τι­κός, α­νή­κει στους μεί­ζο­νες, ό­μως ο πέ­μπτος τό­μος υ­πο­τί­θε­ται ό­τι συ­γκε­ντρώ­νει το έ­λασ­σον τμή­μα του έρ­γου του. Αυ­τό, με δε­δο­μέ­νο ό­τι, το 1995, με την έκ­δο­ση του τέ­ταρ­του τό­μου, θεω­ρή­θη­κε πως ο αρ­χι­κός στό­χος, που ή­ταν να πα­ρου­σια­στεί “το κύ­ριο σώ­μα του κρι­τι­κού του έρ­γου”, εί­χε πραγ­μα­τω­θεί. Ευ­τυ­χώς, ο ε­πι­με­λη­τής ε­πα­νήλ­θε και ο εκ­δο­τι­κός οί­κος, πα­ρά την πα­ρέ­λευ­ση ει­κο­σα­ε­τίας, στά­θη­κε και πά­λι πρό­θυ­μος. Έτσι κι αλ­λιώς, πα­ρα­μέ­νει εκ­δο­τι­κός οί­κος μα­κρό­πνοων εγ­χει­ρη­μά­των. Αφού ο­λο­κλή­ρω­σε, αρχές 2014, τα “αυ­το­βιο­γρα­φι­κά” της Πη­νε­λό­πης Δέλ­τα, με το τρί­το­μο μυ­θι­στό­ρη­μα «Ρω­μιο­πού­λες», ήρ­θε η σει­ρά των «Κρι­τι­κών» του Άγρα. Πα­ρό­λο που με συγ­γρα­φείς ό­πως η Δέλ­τα και ο Άγρας, το σύ­νο­λο πά­ντο­τε α­φή­νει υ­πό­λοι­πο. Άλλω­στε υ­πο­λεί­πο­νται και άλ­λες ση­μα­ντι­κές πτυ­χές των κα­τά­λοι­πών τους. Όπως η ε­πι­στο­λι­κή, κα­θώς αμ­φό­τε­ροι στά­θη­καν πλη­θω­ρι­κοί αλ­λη­λο­γρά­φοι. Και βε­βαίως, λεί­πει η βι­βλιο­γρά­φη­σή τους.  
Ας προσ­διο­ρί­σου­με, ό­μως, σε τι α­κρι­βώς συ­νί­στα­ται το τμή­μα των δη­μο­σιευ­μά­των, που τε­λι­κά στε­γά­στη­κε στον πέ­μπτο τό­μο των «Κρι­τι­κών». Όπου, θα πρέ­πει να σχο­λια­στεί το για­τί εί­χε πα­ρα­με­ρι­στεί, δη­λα­δή κα­τά πό­σο ή­ταν α­κρι­βο­δί­καια η θεώ­ρη­σή του ως έ­λασ­σον. Αν και για αυ­τόν τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό α­παι­τεί­ται πε­ραι­τέ­ρω διευ­κρί­νι­ση. Εί­ναι ε­κεί­νο που α­να­φέ­ρε­ται σε ήσ­σο­νες συγ­γρα­φείς και βι­βλία κα­τώ­τε­ρης ποιό­τη­τας ως προς το πε­ριε­χό­με­νό τους ή και μι­κρό­τε­ρης ση­μα­σίας; Ή, ε­κεί­νο που, αυ­τό κα­θ’ ε­αυ­τό, κρί­νε­ται ως κρι­τι­κά υ­πο­δεέ­στε­ρο; Πρω­τί­στως, το δεύ­τε­ρο, κα­θώς ο Στερ­γιό­που­λος, ή­δη α­πό το 1983, που ο­λο­κλη­ρώ­νει την ε­νό­τη­τα των τριών πρώ­των τό­μων, ευαγ­γε­λί­ζε­ται έ­ναν πέ­μπτο για τους νεώ­τε­ρους συγ­γρα­φείς, ι­διαί­τε­ρα με­ρι­κούς της γε­νιάς του ’30. Αυ­τοί έ­μει­ναν ε­κτός, κα­τά το πρώ­το ξε­διά­λεγ­μα, για­τί τα σχε­τι­κά κεί­με­να δεν κρί­θη­καν αρ­κού­ντως ε­κτε­νή, ά­ρα και ο­λο­κλη­ρω­μέ­να. Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ως έ­λασ­σον θεω­ρή­θη­κε ε­κεί­νο, που, λό­γω πε­ριο­ρι­σμέ­νης έ­κτα­σης, δεν ε­πι­τρέ­πει συ­στη­μα­τι­κή α­νά­πτυ­ξη θέ­σεων και ε­πι­χει­ρη­μά­των.
Ευ­κο­λό­τε­ρο, ό­μως, δεί­χνει να α­να­φέ­ρου­με τι θεω­ρή­θη­κε ως “το κύ­ριο σώ­μα του κρι­τι­κού του έρ­γου”. Από την ποίη­ση, τα κεί­με­να για Κα­βά­φη και Πα­λα­μά, που κά­λυ­ψαν τον πρώ­το τό­μο, και τα κεί­με­να για τη δε­κά­δα συγ­γρα­φέων του δεύ­τε­ρου, «Ποιη­τι­κά πρό­σω­πα και κεί­με­να» (κα­τά τη γραμ­μα­το­λο­γι­κή σει­ρά, που δεν εί­ναι ού­τε α­μι­γώς χρο­νο­λο­γι­κή ού­τε μό­νο α­ξιο­λο­γι­κή ως προς τα κεί­με­να: Αρ. Προ­βε­λέγ­γιος, Γ. Δρο­σί­νης, Λ. Μα­βί­λης, Ι. Γρυ­πά­ρης, Μ. Μα­λα­κά­σης, Λ. Πορ­φύ­ρας, Άγ. Ση­μη­ριώ­της, Απ. Με­λα­χρι­νός, Κ. Κα­ρυω­τά­κης, Ν. Λα­πα­θιώ­της). Από την πε­ζο­γρα­φία, κεί­με­να για τους εν­νέα του τρί­του τό­μου, «Μορ­φές και κεί­με­να της πε­ζο­γρα­φίας» (Πα­πα­δια­μά­ντης, Μω­ραϊτί­δης και ε­πτά α­πό τους πα­λαιό­τε­ρους που εμ­φα­νί­στη­καν πριν α­πό τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους και πά­λι, κα­τά γραμ­μα­το­λο­γι­κή σει­ρά: Α. Τραυ­λα­ντώ­νης, Κ. Θε­ο­τό­κης, Π. Νιρ­βά­νας, Ζ. Πα­πα­ντω­νίου, Κ. Χρη­στο­μά­νος, Κ. Χατ­ζό­που­λος, Π. Ρο­δο­κα­νά­κης). Στον τέ­ταρ­το τό­μο, που εκ­δό­θη­κε δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­πως δη­λώ­νει και ο τίτ­λος του, «Γε­νι­κά και ει­δι­κά θέ­μα­τα», συ­γκε­ντρώ­θη­καν οι θεω­ρη­τι­κές α­πό­ψεις του Άγρα.
Προ­φα­νώς, δεν εί­ναι και λί­γοι οι μεί­ζο­νες ποιη­τές και πε­ζο­γρά­φοι, για τους ο­ποίους έ­γρα­ψε ο Άγρας, που πέ­ρα­σαν σε α­να­μο­νή. Για ο­ρι­σμέ­νους α­πό αυ­τούς, ο Άγρας εί­χε δη­μο­σιεύ­σει ε­παρ­κούς έ­κτα­σης κεί­με­να, για πε­ρισ­σό­τε­ρους άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες. Στον πρώ­το η­μί­το­μο, χω­ρι­σμέ­νο σε τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες, κα­τα­χω­ρή­θη­καν τα με­γα­λύ­τε­ρα κεί­με­να. Η πρώ­τη ε­νό­τη­τα πε­ρι­λαμ­βά­νει κεί­με­να για 23 συγ­γρα­φείς συν έ­να ση­μα­ντι­κό για τη “λο­γο­τε­χνι­κή Θεσ­σα­λο­νί­κη”, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1935. Στις “ση­μειώ­σεις”, α­να­με­νό­ταν να ε­ξαρ­θεί η α­ξία του εν λό­γω κει­μέ­νου σχε­τι­κά με την ε­πο­χή του. Αντί αυ­τού, γί­νε­ται α­να­φο­ρά σε “χο­ντρά λά­θη”, χα­ρα­κτη­ρι­σμός που α­φορ­μά­ται α­πό τη ση­με­ρι­νή γνώ­ση των πραγ­μά­των. Σχε­τι­κά με το κεί­με­νο του Άγρα, ο Αλέξ. Αργυ­ρίου σχο­λιά­ζει: “Στο με­λέ­τη­μα «Πρό­σω­πα και κεί­με­να (Μια μα­τιά στη λο­γο­τε­χνι­κή Θεσ­σα­λο­νί­κη)» του Άγρα για πρώ­τη φο­ρά ε­πι­ση­μαί­νε­ται η ι­διαι­τε­ρό­τη­τα των Θεσ­σα­λο­νι­κέων συγ­γρα­φέων. Δεν εί­χε ε­πι­κρα­τή­σει α­κό­μη ο ό­ρος σχο­λή της Θεσ­σα­λο­νί­κης.” Από α­νώ­νυ­μο σχό­λιο στο πε­ριο­δι­κό «Μα­κε­δο­νι­κές Ημέ­ρες», δια­φαί­νε­ται πως μέ­ρος της α­ντί­δρα­σης, που εί­χε τό­τε προ­κα­λέ­σει το συ­γκε­κρι­μέ­νο κεί­με­νο, α­φο­ρά το κα­τά πό­σο οι Θεσ­σα­λο­νι­κείς συγ­γρα­φείς θα α­πο­κα­λού­ντο Ευ­ρω­παίοι, α­στοί ή ε­παρ­χιώ­τες. Ση­μειω­τέ­ον, αυ­τή η ευαι­σθη­σία των Θεσ­σα­λο­νι­κέων μην και χα­ρα­κτη­ρι­στεί η λο­γο­τε­χνία τους ε­παρ­χια­κή συ­νε­χί­στη­κε μέ­χρι και τη δε­κα­ε­τία του ’80.
Ο κά­πως αό­ρι­στος τίτ­λος της πρώ­της ε­νό­τη­τας, «Για δι­κά μας πρό­σω­πα και κεί­με­να», ε­πι­τρέ­πει τη συ­στέ­γα­ση ό­λων των πα­λαιό­τε­ρων, κυ­ρίως ποιη­τών και κά­ποιων πε­ζο­γρά­φων. Ορι­σμέ­νοι υ­πο­λο­γί­ζο­νται ως μεί­ζο­νες και άλ­λοι, ως υ­πο­λει­πό­με­νοι. Αν και η συ­γκε­κρι­μέ­νη διά­κρι­ση εί­ναι συ­νάρ­τη­ση της ε­πο­χής. Αυ­τό φαί­νε­ται και α­πό τον α­ριθ­μό των κει­μέ­νων για ο­ρι­σμέ­νους συγ­γρα­φείς, σή­με­ρα λη­σμο­νη­μέ­νους, αλ­λά και τον ε­γκω­μια­στι­κό τρό­πο α­να­φο­ράς για κά­ποιους άλ­λους, που δεν συ­μπε­ριε­λή­φθη­σαν στις με­τα­πο­λε­μι­κές γραμ­μα­το­λο­γίες και αν­θο­λο­γίες. Όπως, λ.χ., ο Κων­στα­ντι­νο­πο­λί­της Από­στο­λος Μαμ­μέ­λης, που ε­παι­νέ­θη­κε α­πό τους Άγρα και Κλέω­να Πα­ρά­σχο, αλ­λά δια­γρά­φτη­κε α­πό τους με­τα­γε­νέ­στε­ρους. Ανα­σύρ­θη­κε, ω­στό­σο, α­πό τον Γ. Π. Σαβ­βί­δη.
Σε αυ­τό το πρώ­το μέ­ρος, βρί­σκει τη θέ­ση του το κεί­με­νο για τον Κάλ­βο. Σχε­τι­κά σύ­ντο­μο, με τον σμι­κρύ­νο­ντα τη ση­μα­σία του τίτ­λο «Με­ρι­κές ση­μειώ­σεις». Στην ι­σχύου­σα, ω­στό­σο, σή­με­ρα αν­θο­λό­γη­ση των ση­μα­ντι­κό­τε­ρων κει­μέ­νων για τον Κάλ­βο, το­πο­θε­τεί­ται δεύ­τε­ρο, κο­ντά μι­σό αιώ­να με­τά το πρώ­το, του Πα­λα­μά, προ­τασ­σό­με­νο ε­κεί­νων της γε­νιάς του ’30. Δεν θα νοού­ντο «Κρι­τι­κά» Άγρα, χω­ρίς αυ­τό, αλ­λά και χω­ρίς τα κεί­με­να για τους Βη­λα­ρά και Πάλ­λη, που δεί­χνουν εμ­βά­θυν­ση στο γλωσ­σι­κό και ο­ξυ­μέ­νο κρι­τή­ριο στην α­πο­τί­μη­ση του έρ­γου τους. Με­τά έρ­χο­νται τα κεί­με­να του Άγρα για τέσ­σε­ρις πε­ζο­γρά­φους, με πρώ­το, τη νε­κρο­λο­γία για τον ποιη­τή και “τε­λευ­ταίο δι­δά­σκα­λο της νε­ο­ελ­λη­νι­κής η­θο­γρα­φίας”, Χρ. Χρι­στο­βα­σί­λη. Οι βι­βλιο­κρι­σίες για τους Δημ. Βου­τυ­ρά και Διον. Κόκ­κι­νο α­να­δει­κνύουν έ­ναν τρό­πο πα­ρου­σία­σης, που ε­πι­μέ­νει στον α­να­λυ­τι­κό σχο­λια­σμό πλο­κής και προ­σώ­πων και ο ο­ποίος, με την ε­πι­κρά­τη­ση της α­φη­γη­μα­το­λο­γίας, θεω­ρεί­ται πα­ρω­χη­μέ­νος. Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν τα κεί­με­να για τον Ξε­νό­που­λο, ό­που ο Άγρας α­να­σταί­νει, με α­φη­γη­μα­τι­κή γλα­φυ­ρό­τη­τα, το γρα­φείο του, τον άν­θρω­πο, αλ­λά και συ­στή­νει ε­παρ­κώς τον συγ­γρα­φέα.
Τα άλ­λα 16 κεί­με­να α­φο­ρούν ποιη­τές. Οι έ­ξι εμ­φα­νί­στη­καν με­τά το 1900 και α­νή­κουν στους “ε­πι­γό­νους” της πα­λα­μι­κής ποίη­σης. Εδώ, δεν α­κο­λου­θεί­ται η γραμ­μα­το­λο­γι­κή σει­ρά. Προ­τάσ­σε­ται ο Μάρ­κος Τσι­ρι­μώ­κος, λό­γω ε­κτε­νούς α­να­φο­ράς. Συ­νο­λι­κά, ο­κτώ κεί­με­να, η νε­κρο­λο­γία του και ε­πτά βι­βλιο­κρι­σίες, δη­μο­σιευ­μέ­νες την πε­ρίο­δο 1927-1934. Υπάλ­λη­λος στην Εθνι­κή Βι­βλιο­θή­κη α­πό το 1927 ο Άγρας, τον εί­χε διευ­θυ­ντή μέ­χρι την α­πο­χώ­ρη­ση ε­κεί­νου. Ακο­λου­θούν συ­ντο­μό­τε­ρα κεί­με­να για τους Μιχ. Αργυ­ρό­που­λο, Ν. Χα­ντζά­ρα, Ρή­γα Γκόλ­φη, Αι­μι­λία Δάφ­νη, Γ. Αθά­να. Επί­σης, για τους Αλέ­κο Φω­τιά­δη, Μαμ­μέ­λη, Αθ. Κυ­ρια­ζή και την ποιή­τρια και διη­γη­μα­το­γρά­φο Κλ. Δί­πλα-Μα­λά­μου, τους ο­ποίους οι με­τα­πο­λε­μι­κοί γραμ­μα­το­λό­γοι ά­φη­σαν στα πα­ρα­λει­πό­με­να. Η ε­νό­τη­τα συ­μπλη­ρώ­νε­ται με πέ­ντε α­πό τους νε­ο­ρο­μα­ντι­κούς ποιη­τές, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας την τριά­δα του δεύ­τε­ρου τό­μου: Ρώ­μο Φι­λύ­ρα, Πα­ρά­σχο, Ν. Χά­γε­ρ-Μπου­φί­δη, Μ. Πα­πα­νι­κο­λά­ου, Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λο. Το τε­λευ­ταίο κεί­με­νο, εί­ναι η νε­κρο­λο­γία για τον Ανα­στά­σιο Δρί­βα (α­πε­βίω­σε Απρ. 1942), που ε­ντάσ­σε­ται στους νεω­τε­ρι­κούς. Πρώ­τος ο Άγρας, ποιη­τής με “φορ­μα­ρι­σμέ­νους σε τε­χνι­κή”  στί­χους, σχο­λιά­ζει τον α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νο στί­χο του ο­μή­λι­κου φί­λου του.
Στον πρώ­το η­μί­το­μο, οι άλ­λες τρεις ε­νό­τη­τες α­φο­ρούν, η δεύ­τε­ρη, ξε­νό­γλωσ­σα δη­μο­σιεύ­μα­τα για ξέ­νους συν τους Ζαν Μω­ρεάς και Εμπει­ρί­κο και η τέ­ταρ­τη, κεί­με­να φι­λο­λο­γι­κά, ε­πί­λε­κτα κρι­τι­κά και θε­α­τρι­κά. Απο­μέ­νει η τρί­τη ε­νό­τη­τα, με τίτ­λο, «Πρό­σω­πα και κεί­με­να της νεό­τε­ρης πε­ζο­γρα­φίας μας», ό­που συ­γκε­ντρώ­νο­νται βι­βλιο­κρι­σίες για πε­ζο­γρά­φους της γε­νιάς του Με­σο­πο­λέ­μου. Έντε­κα (Θρ. Κα­στα­νά­κης, Η. Βε­νέ­ζης, Τ. Σταύ­ρου, Γ. Θε­ο­το­κάς, Α. Τερ­ζά­κης, Θ. Πε­τσά­λης, Κ. Μπα­στιάς, Γ. Σκα­ρί­μπας, Στ. Ξε­φλού­δας, Αλ. Γιαν­νό­που­λος, Ει­ρή­νη Αθη­ναία), που ε­πι­βιώ­νουν στις γραμ­μα­το­λο­γίες, συν την πε­ρί­πτω­ση του Πέ­τρου Αφθο­νιά­τη. Σε αυ­τούς, θα πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με τον Θεσ­σα­λο­νι­κιό Γιώρ­γο Δέ­λιο, που τον μνη­μο­νεύει στο κεί­με­νο για τη λο­γο­τε­χνία της Θεσ­σα­λο­νί­κης ως “τον πρώ­το κα­τά την α­ξία δό­κι­μο διη­γη­μα­το­γρά­φο” της. Ενώ, για α­κό­μη εν­νέα (Ν. Νι­κο­λαΐδης, Π. Χά­ρης, Π. Πι­κρός, Ν. Κα­τη­φό­ρης, Ε. Αλε­ξίου, Γ. Σφα­κια­νά­κης, Κ. Πα­πά, Τ. Αθα­να­σιά­δης) υ­πάρ­χουν βι­βλιο­κρι­σίες στα ελ­λη­νι­κά και για τέσ­σε­ρις (Φ. Κό­ντο­γλου, Γ. Ν. Άμπο­τ, Κ. Πο­λί­της, Π. Πρε­βε­λά­κης) στα γαλ­λι­κά, οι ο­ποίες το­πο­θε­τού­νται  στον δεύ­τε­ρο η­μί­το­μο.
Εδώ, ως μο­να­δι­κό κρι­τή­ριο, λαμ­βά­νε­ται η έ­κτα­ση μιας βι­βλιο­κρι­σίας. Έτσι, ό­μως, δια­γρά­φε­ται η ση­μα­ντι­κή πα­ρά­με­τρος του χρό­νου δη­μο­σίευ­σής της σχε­τι­κά με την ε­ξε­λι­κτι­κή πο­ρεία ε­νός συγ­γρα­φέα. Εί­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κό­τε­ρη η βι­βλιο­κρι­σία για τον πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο της ε­πο­χής του Άγρα, που σή­με­ρα συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους μεί­ζο­νες, α­πό το ε­κτε­νές με­λέ­τη­μα για τον ση­μα­ντι­κό της ε­πο­χής του, που το ό­νο­μά του βυ­θί­στη­κε στην α­φά­νεια. Όπως πα­ρα­τη­ρεί ο Στερ­γιό­που­λος, θα μπο­ρού­σε να συ­γκρο­τη­θεί τό­μος με τους με­σο­πο­λε­μι­κούς, α­ντί­στοι­χος ε­κεί­νου για τους πα­λαιό­τε­ρους, που θα έ­δι­νε γε­νι­κό­τε­ρη ει­κό­να  για την κρι­τι­κή τους πρόσ­λη­ψη α­πό τον Άγρα. Με βά­ση τους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους της ε­πο­χής του, θα σταθ­μί­ζα­με το κρι­τι­κό του αι­σθη­τή­ριο. Τε­λι­κά, οι με­σο­πο­λε­μι­κοί δεν α­πο­τέ­λε­σαν τό­μο, ού­τε καν μία ε­νό­τη­τα. Μοι­ρά­στη­καν, τα ε­κτε­νέ­στε­ρα στο τρί­το μέ­ρος του πρώ­του η­μί­το­μου και τα υ­πό­λοι­πα στο δεύ­τε­ρο πα­ράρ­τη­μα του δεύ­τε­ρου η­μί­το­μου.
Συ­νο­λι­κά, ο Άγρας πρό­λα­βε να δη­μο­σιεύ­σει κρι­τι­κές για 25 με­σο­πο­λε­μι­κούς, που εί­ναι οι ση­μα­ντι­κοί στους 50 ή 53, που συ­γκρα­τεί μία ση­με­ρι­νή γραμ­μα­το­λο­γία. Ακό­μη να εκ­φρα­στεί θαυ­μα­στι­κά για τον Στρα­τή Δού­κα, να ε­πι­ση­μά­νει το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ν. Γ. Πεν­τζί­κη, που εί­χε εκ­δο­θεί ψευ­δω­νύ­μως, και να μνη­μο­νεύ­σει πολ­λα­πλώς τον Κα­ζα­ντζά­κη. Για τους υ­πό­λοι­πους, ας ό­ψε­ται η “α­δέ­σπο­τη σφαί­ρα” που τον πρό­λα­βε στη γο­νι­μό­τε­ρη πε­ρίο­δο για έ­ναν κρι­τι­κό. Στα ε­κτε­νέ­στε­ρα κεί­με­να, προ­τάσ­σε­ται έ­να θεω­ρη­τι­κό, «Το αυ­ρια­νό μυ­θι­στό­ρη­μα», δη­μο­σιευ­μέ­νο Ιαν. 1936, με α­φορ­μή κεί­με­νο, που εί­χε δη­μο­σιεύ­σει ο Αντρέ­ας Κα­ρα­ντώ­νης, «Το μυ­θι­στό­ρη­μα των νέων», Δεκ. 1935. Αυ­τός ο λό­γος πε­ρί νε­ο­ελ­λη­νι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, την πα­ρά­δο­ση που έ­χει σε σύ­γκρι­ση με την ποίη­ση, κυ­ρίως, τη διά­κρι­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος που γρά­φουν οι συ­νο­μή­λι­κοι του Άγρα και οι νεό­τε­ροί του, συ­νε­χί­ζε­ται με μι­κρές μό­νο δια­φο­ρο­ποιή­σεις μέ­χρι σή­με­ρα. 
Στα «Κρι­τι­κά» του Άγρα και συ­γκε­κρι­μέ­να, στο δεύ­τε­ρο η­μί­το­μο, θα ε­πα­νέλ­θου­με για να σχο­λιά­σου­με το μάλ­λον πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νο εί­δος της βι­βλιο­κρι­σίας.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 5/7/2015.

Θη­ρε­σία και Θε­ο­νύμ­φη

Ρέα Γα­λα­νά­κη
«Η Άκρα Τα­πεί­νω­ση»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Απρ. 2015

Στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ρέ­ας Γα­λα­νά­κη λαν­θά­νει μία αι­σιό­δο­ξη διά­θε­ση, ου­το­πι­κή ή, εν­δε­χο­μέ­νως, ι­δε­ο­λο­γι­κής πα­ρόρ­μη­σης. Από τον τίτ­λο μέ­χρι την κα­τά­λη­ξη του βι­βλίου, η α­να­φο­ρά γί­νε­ται σε πα­ρελ­θό­ντα χρό­νο και ό­χι σε έ­ναν διαρ­κή ε­νε­στώ­τα. Η «Άκρα Τα­πεί­νω­ση» εί­ναι ο ει­κο­νο­γρα­φι­κός τύ­πος της βυ­ζα­ντι­νής τέ­χνης, που πα­ρα­πέ­μπει στην ε­σχά­τη τα­πεί­νω­ση, τον δια του Σταυ­ρού θά­να­το. Σε αυ­τόν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το Θείο Πά­θος, νοού­με­νο, ό­μως, ως προάγ­γε­λος της Ανα­στά­σεως. Σε πρώ­το πλά­νο το­πο­θε­τη­μέ­νο  το στοι­χείο της τα­πεί­νω­σης, υ­πο­θέ­τει ως συ­νο­δευ­τι­κό ε­κεί­νο της δό­ξας. Στην ει­κό­να του κρη­τι­κού α­γιο­γρά­φου της πρώι­μης με­τα­βυ­ζα­ντι­νής πε­ριό­δου Νι­κό­λα­ου Τζα­φού­ρη, ο Ιη­σούς πλαι­σιώ­νε­ται α­πό την Πα­να­γία και τον Ιωάν­νη τον Πρό­δρο­μο. Αν δεν σφάλ­λου­με, η συ­γκε­κρι­μέ­νη ει­κό­να α­νή­κει στις συλ­λο­γές του Μου­σείου Ιστο­ρίας Τέ­χνης της Βιέν­νης και ό­χι, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται, του Βυ­ζα­ντι­νού Μου­σείου Αθη­νών, ό­που βρί­σκε­ται η «Με­τα­μόρ­φω­ση» του Τζα­φού­ρη. Όπως και να έ­χει, έ­νας τό­σο βα­ρύ­νων τίτ­λος εκ­λαμ­βά­νε­ται με ό­λο το φορ­τίο των αλ­λη­γο­ρι­κών συν­δη­λώ­σεών του. Της Ανα­στά­σεως συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης.
Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η “Άκρα Τα­πεί­νω­ση” του α­θη­ναϊκού ά­στεως πραγ­μα­τώ­νε­ται με την πυρ­πό­λη­ση του νε­ο­κλα­σι­κού στη γω­νία των ο­δών Στα­δίου και Χρή­στου Λα­δά, ό­που βρι­σκό­ταν το κι­νη­μα­το­θέ­α­τρο «Αττι­κόν» και στον υ­πό­γειο χώ­ρο, η κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή αί­θου­σα «Απόλ­λων», τη νύ­χτα της 12ης Φεβ. 2012. Η Γα­λα­νά­κη, σε συ­νέ­ντευ­ξή της, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται: “Αι­σθα­νό­μουν ό­τι δεν μπο­ρού­σα να α­σχο­λη­θώ με τί­πο­τε άλ­λο την πε­ρίο­δο αυ­τή πα­ρά μό­νο με ό­σα συ­γκλό­νι­σαν την Ελλά­δα τα τε­λευ­ταία χρό­νια.” Για­τί, ά­ρα­γε, νιώ­θει την ε­πι­τα­κτι­κή α­νά­γκη να γρά­ψει το δι­κό της μυ­θι­στό­ρη­μα της κρί­σης, ε­νό­σω αυ­τή συ­νε­χί­ζε­ται και το α­θη­ναϊκό ά­στυ μέ­νει ε­πί ξύ­λου κρε­μά­με­νο; Στην τρέ­χου­σα ε­πι­και­ρό­τη­τα, κα­μία κα­τα­στρο­φή νε­ο­κλα­σι­κού, ού­τε καν της νε­ο­κλα­σι­κής τρι­λο­γίας του Χάν­σεν, θα ε­δι­καιού­το τον με­γα­λύ­νο­ντα τίτ­λο της “Άκρας Τα­πεί­νω­σης” του α­θη­ναϊκού ά­στεως. Πλην του Παρ­θε­νώ­νος.     
Η Γα­λα­νά­κη έ­χει δεί­ξει ό­τι δεν ε­πεί­γε­ται. Ακο­λου­θεί τους δι­κούς της εκ­δο­τι­κούς ρυθ­μούς, που δεν φαί­νε­ται να αλ­λά­ζουν. 1975, «Πλην εύ­χα­ρις» - 2015, «Η Άκρα Τα­πεί­νω­ση». Δη­λα­δή, 40 χρό­νια, 15 βι­βλία, πε­ρί­που έ­να βι­βλίο α­νά τριε­τία. Η με­τά­βα­ση α­πό την ποίη­ση στο μυ­θι­στό­ρη­μα γί­νε­ται το 1989. Τό­τε, και ό­χι το 1975, εί­πε η ε­πι­στή­θια  φί­λη της α­πό τα πρώ­τα φοι­τη­τι­κά τους χρό­νια, Φρί­ντα Λιάπ­πα, το “Εγεν­νή­θη συγ­γρα­φέ­ας”. Σή­με­ρα πλέ­ον, με έ­ξι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα σε 25 χρό­νια, η Γα­λα­νά­κη έ­χει κα­τα­χω­ρη­θεί στους ε­πι­φα­νέ­στε­ρους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους της πε­ριό­δου με­τά την πτώ­ση του Τεί­χους του Βε­ρο­λί­νου. Για­τί, λοι­πόν, τό­ση βια­σύ­νη για έ­να, εκ πρώ­της ό­ψεως, ε­πι­και­ρι­κό έ­βδο­μο μυ­θι­στό­ρη­μα; Με­τρού­με τρία ι­στο­ρι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, μία μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή τοι­χο­γρα­φία, έ­να ρο­μά­ντσο και έ­να σύγ­χρο­νο μυ­θι­στό­ρη­μα. Για­τί έ­να δεύ­τε­ρο σύγ­χρο­νο και μά­λι­στα, εν θερ­μώ; Ως μό­νη προ­φα­νής α­πά­ντη­ση, δεί­χνει η διά­θε­ση της συγ­γρα­φέως να πα­ρέμ­βει. Δεν μπό­ρε­σε να α­ντι­στα­θεί στην πρό­κλη­ση, με συ­γκε­κρι­μέ­νο στό­χο, κα­τά τα φαι­νό­με­να, διτ­τό. Να υ­πε­ρα­σπι­στεί τη γε­νιά της και το ευ­ρω­παϊκό ι­δεώ­δες, εκ­θέ­το­ντας τη δι­κή της ά­πο­ψη.
Της γε­νιάς του Πο­λυ­τε­χνείου, πρω­το­δη­μο­σιεύει ποιή­μα­τα στο 1ο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Η Συ­νέ­χεια», που α­πο­τε­λού­σε συ­νέ­χεια  στα «Δε­κα­ο­κτώ κεί­με­να». Άρα, η πρώ­τη εμ­φά­νι­ση, που γί­νε­ται Μάρ. 1973, με­τα­ξύ των γε­γο­νό­των Νο­μι­κής και Πο­λυ­τε­χνείου, συ­νι­στά α­φ’ ε­αυ­τής και πο­λι­τι­κή πρά­ξη. Φοι­τή­τρια του Κα­πο­δι­στρια­κού εί­χε προ­λά­βει τη Νε­ο­λαία Λα­μπρά­κη. Στη Με­τα­πο­λί­τευ­ση, συμ­με­τέ­χει στην πε­ριο­δι­κή έκ­δο­ση «Θού­ριος», που ση­μαί­νει την ι­δε­ο­λο­γι­κή συ­μπό­ρευ­ση, κα­τά τη διά­σπα­ση του ΚΚΕ, το 1968, με την ευ­ρω­κο­μου­νι­στι­κή τά­ση, το λε­γό­με­νο ΚΚΕ Εσω­τε­ρι­κού. Στα χρό­νια της τω­ρι­νής κρί­σης, η γε­νιά του Πο­λυ­τε­χνείου, που έ­χει πι­στω­θεί και δια του ο­νό­μα­τός της τη μο­να­δι­κή ε­ξέ­γερ­ση του δεύ­τε­ρου μι­σού του προ­η­γού­με­νου αιώ­να, βρί­σκε­ται, α­φε­νός μεν α­ντι­μέ­τω­πη με τους ε­ξε­γερ­μέ­νους του νέ­ου αιώ­να και α­φε­τέ­ρου, υ­πό­λο­γη για την “Άκρα Τα­πεί­νω­ση” της Ελλά­δος α­πό τους Γραμ­μα­τείς και Φα­ρι­σαίους, τους ταγ­μέ­νους να τη­ρούν αυ­στη­ρά, ό­χι τον ε­βραϊκό νό­μο, ό­πως ε­κεί­νοι που σταύ­ρω­σαν τον Ιη­σού, αλ­λά της Ευ­ρω­παϊκής Ένω­σης, που συ­στή­θη­κε προς υ­πε­ρά­σπι­ση α­ξιών και ι­δα­νι­κών.
Με άλ­λα λό­για, εύ­στο­χος ο τίτ­λος για έ­να ο­πωσ­δή­πο­τε εν­δια­φέ­ρον συγ­γρα­φι­κό εγ­χεί­ρη­μα. Το πρώ­το που θα α­να­με­νό­ταν, εί­ναι το πλά­σι­μο χα­ρα­κτή­ρων, που να μπο­ρούν να πρω­τα­γω­νι­στή­σουν σε αυ­τόν τον πολ­λα­πλό και πο­λύ­ση­μο διά­λο­γο. Κά­τι σαν τους ση­με­ρι­νούς ε­νή­λι­κες, που κά­πο­τε α­πάρ­τι­ζαν την πα­ρέα της Γα­λα­νά­κη στα χρό­νια της Δι­κτα­το­ρίας. Εκεί­νους που, κα­τά ο­μο­λο­γία της, μα­ζεύο­νταν στο “ι­σό­γειο της Τσι­μι­σκή”. Τους στο­χα­στι­κούς, θαρ­ρα­λέ­ους, ε­λευ­θέ­ριους. Επί­σης, α­να­μέ­νο­νταν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κοί πρω­τα­γω­νι­στές, που να στοι­χί­ζο­νται με τους ρο­μα­ντι­κούς ή­ρωες των ι­στο­ρι­κών μυ­θι­στο­ρη­μά­των της. Με­τα­ξύ των άλ­λων, α­να­με­νό­ταν οι γυ­ναί­κες ε­κεί­νης της γε­νιάς να σέρ­νουν τον χο­ρό. Αλλά η συγ­γρα­φέ­ας έ­κα­νε μία δια­φο­ρε­τι­κή ε­πι­λο­γή, που θυ­μί­ζει τους στί­χους του Σε­φέ­ρη:
“Κι ά σου μι­λώ με πα­ρα­μύ­θια και πα­ρα­βο­λές / εί­ναι για­τί τ’ α­κούς γλυ­κό­τε­ρα, κι η φρί­κη / δεν κου­βε­ντιά­ζε­ται για­τί εί­ναι ζω­ντα­νή.” Εί­ναι α­πό τους κα­τα­λη­κτι­κούς στίχους του τε­λευ­ταίου ποιή­μα­τος, «Τε­λευ­ταίος σταθ­μός», της συλ­λο­γής «Ημε­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β΄». Το ποίη­μα φέ­ρει την έν­δει­ξη “Cava dei Tirreni, 5 Οκτω­βρίου ’44”, το λι­μά­νι κο­ντά στο Σα­λέρ­νο της Ιτα­λίας, που ή­ταν ο “τε­λευ­ταίος σταθ­μός” στο τα­ξί­δι του. Βρι­σκό­μα­στε στη φά­ση της ε­πι­στρο­φής των ελ­λη­νι­κών δι­πλω­μα­τι­κών υ­πη­ρε­σιών α­πό την Αί­γυ­πτο στην Ελλά­δα. Ο Σε­φέ­ρης δεν γνώ­ρι­σε τη φρί­κη της Κα­το­χής, αλ­λά μό­νο τις μη­χα­νορ­ρα­φίες πο­λι­τι­κών προ­σώ­πων, γη­γε­νών και συμ­μα­χι­κών. Αι­σιο­δο­ξεί πως ό­λα τε­λείω­σαν. Απο­δεί­χτη­κε ό­τι τα χει­ρό­τε­ρα ή­ταν μπρο­στά του. Και η Γα­λα­νά­κη δεν γνώ­ρι­σε τη φρί­κη της κρί­σης, ού­τε ε­κεί­νης της νύ­χτας που και­γό­ταν για άλ­λη μία φο­ρά η Αθή­να, ού­τε την άλ­λη των ά­στε­γων. Πα­ρα­κο­λου­θεί, ό­μως, ως πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας, ό­σα γί­νο­νται σε πο­λι­τι­κό ε­πί­πε­δο. Και αι­σιο­δο­ξεί, ό­πως ο ποιη­τής τον Οκτ. του ’44. Εί­θε, αυ­τή να μην δια­ψευ­στεί.
Πράγ­μα­τι, η Γα­λα­νά­κη ξε­κί­νη­σε με δυο γυ­ναι­κεία πρό­σω­πα της γε­νιάς του Πο­λυ­τε­χνείου. Ως “δυο ώ­ρι­μες κυ­ρίες” τις πρω­το­πα­ρου­σιά­ζει, που υ­πήρ­ξαν “φοι­τή­τριες ε­πί Χού­ντας”, κα­θη­γή­τριες Μέ­σης Εκπαί­δευ­σης, φι­λό­λο­γος η μία, τε­χνι­κός α­πό­φοι­τος της Σχο­λής Κα­λών Τε­χνών η λί­γο νεό­τε­ρη. Στον πα­ρο­ντι­κό χρό­νο της μυ­θο­πλα­σίας, την 10η Φεβ. 2012, η­μέ­ρα Πα­ρα­σκευή, που ε­ορ­τά­ζει τα γε­νέ­θλιά της η μι­κρό­τε­ρη, εί­ναι πλέ­ον συ­ντα­ξιού­χοι. Ένα δί­δυ­μο, το ο­ποίο θα μπο­ρού­σε να κα­τέ­βει την με­θε­πό­με­νη στη δια­δή­λω­ση για τα και­νού­ρια μέ­τρα, που θα ψη­φί­ζο­νταν, το βρά­δυ ε­κεί­νης της Κυ­ρια­κής, στη Βου­λή. Και ε­κεί, α­ντι­μέ­τω­πες οι δυο γυ­ναί­κες με τα γε­γο­νό­τα, να προ­βλη­μα­τι­στούν για τη γε­νιά τους και τη γε­νιά των παι­διών τους, για τη δι­κή τους ε­ξέ­γερ­ση αλ­λά και ε­κεί­νη των παι­διών τους. Όμως, η συγ­γρα­φέ­ας α­φαί­ρε­σε έ­να μέ­ρος της προ­σω­πι­κό­τη­τάς τους, για να τις κα­τα­στή­σει α­ντη­χεία του δι­κού της λό­γου, που θέ­λει να εί­ναι πα­ρη­γο­ρη­τι­κός σαν πα­ρα­μύ­θι. Αλλά και ι­δε­ο­λο­γι­κά α­πο­κρυ­σταλ­λω­μέ­νος, ό­πως δεί­χνουν κά­ποιες μα­νι­χαϊστι­κές πτυ­χές στο πλά­σι­μο των άλ­λων προ­σώ­πων.
Από τις δυο γυ­ναί­κες κρά­τη­σε τη μνή­μη των νε­α­νι­κών τους χρό­νων και α­κέ­ραιο τον συ­ναι­σθη­μα­τι­κό τους κό­σμο. Τα υ­πό­λοι­πα σκο­τεί­νια­σαν λό­γω ψυ­χο­λο­γι­κών προ­βλη­μά­των. Η μία, πι­θα­νώς με κλη­ρο­νο­μι­κό α­πό τη μη­τρι­κή πλευ­ρά στίγ­μα σχι­ζο­φρέ­νειας, κα­τα­τρύ­χε­ται α­πό φω­νές, η άλ­λη, κα­θη­λω­μέ­νη σε έ­ναν πα­ρελ­θο­ντι­κό χρό­νο, ί­σως και να εμ­φα­νί­ζει συ­μπτώ­μα­τα ά­νοιας. Επι­νό­η­σε, ό­μως, γι’ αυ­τές έ­να φορ­τι­σμέ­νο πα­ρελ­θόν, που το πλά­θει με θραύ­σμα­τα α­πό δι­κές της ε­μπει­ρίες, κά­ποιες α­πό αυ­τές ή­δη χω­νε­μέ­νες σε πα­λαιό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της. Για τη μία, έ­ναν αρ­χαιο­λό­γο πα­τέ­ρα, ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο α­πό μία “ά­τα­κτη” σύ­ζυ­γο, που εμ­φυ­σά στην κό­ρη του το πά­θος για τους ελ­λη­νι­κούς μύ­θους και το κλει­νόν ά­στυ. Και ε­κεί­νη μέ­νει δια βίου α­νύμ­φευ­τη, πι­στή στον “ιε­ρο­φά­ντη” πα­τέ­ρα, έ­νας θη­λυ­κός Τει­ρε­σίας, με το χά­ρι­σμα της προ­φη­τείας. Για την άλ­λη, “έ­ναν μα­κρό­χρο­νο έ­ρω­τα” που “εί­χε θε­ριέ­ψει στα χρό­νια της δι­κτα­το­ρίας” και εί­χε τε­λειώ­σει κά­μπο­σα χρό­νια με­τά, ό­ταν έ­γι­νε ο γά­μος. Φύ­ση καλ­λι­τε­χνι­κή και ρο­μα­ντι­κή, φα­ντα­σιώ­νει πως σαν “νύμ­φη α­νύμ­φευ­τη” α­πέ­κτη­σε τον γιο της, μο­να­δι­κό πλέ­ον ά­ντρα της ζωής της.
Εμφα­νί­ζο­νται σαν “α­λα­φροΐσκιω­τες πλην ά­κα­κες κυ­ρίες”, που συ­νο­μι­λούν με φα­ντά­σμα­τα και ί­σκιους. Έγκλει­στες, αρ­χι­κά σε ά­συ­λο και με­τά τα μέ­τρα α­πο­α­συ­λο­ποίη­σης, σε δια­μέ­ρι­σμα-ξε­νώ­να, υ­πό ε­πι­τή­ρη­ση. Με αυ­τό το μυ­θο­πλα­στι­κό εύ­ρη­μα, η Γα­λα­νά­κη έ­χει την ευ­χέ­ρεια να α­πευ­θυν­θεί σε έ­να πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό, πλά­θο­ντας ή­ρωες οι­κείους σε αυ­τό, παρ­μέ­νους ό­χι α­πό τα πα­ρα­μύ­θια, αλ­λά μάλ­λον α­πό τα σί­ρια­λ, που τα έ­χουν προ πολ­λού υ­πο­κα­τα­στή­σει. Το δί­δυ­μο των η­ρωί­δων θυ­μί­ζει το τη­λε­ο­πτι­κό δί­δυ­μο της δη­μο­φι­λούς σει­ράς «Πα­ρά πέ­ντε». Κα­τ’ αρ­χήν, εί­ναι η σύ­μπτω­ση των ο­νο­μά­των, του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Θη­ρε­σία η σο­φή και Θε­ο­νύμ­φη, του σί­ριαλ Σο­φία και Θε­ο­πού­λα. Ύστε­ρα, η συ­μπε­ρι­φο­ρά τους, ό­ταν α­πο­φα­σί­ζουν να βγού­νε κρυ­φά μό­νες τους, με “καρ­να­βα­λι­κό ντύ­σι­μο”, για να μην τις α­να­γνω­ρί­σουν, που θυ­μί­ζει με­γά­λα παι­διά. Δεί­χνουν “τρε­λές και α­δέ­σπο­τες”, ό­πως και οι δυο η­λι­κιω­μέ­νες γει­τό­νισ­σες του σί­ρια­λ, ό­ταν και ε­κεί­νες παίρ­νουν τους δρό­μους. Κω­μι­κές οι δι­κές τους πε­ρι­πέ­τειες αν και σε χέ­ρια δο­λο­φό­νων, τρα­γι­κές αρ­χι­κά του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού δι­δύ­μου, δεί­χνουν στη συ­νέ­χεια, κα­ρι­κα­του­ρί­στι­κες, ό­ταν δια­βιώ­νουν υ­πό ά­θλιες συν­θή­κες ά­στε­γες και πέ­φτουν θύ­μα­τα ε­νός ντα­βατ­ζή α­στέ­γων και λοι­πών λι­μο­κτο­νού­ντων. Μάλ­λον το λι­γό­τε­ρο α­λη­θο­φα­νές τμή­μα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, αλ­λά, ό­πως λέει και ο ποιη­τής, “η φρί­κη δεν κου­βε­ντιά­ζε­ται”.
Η υ­πό­θε­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό την κυ­ρια­κά­τι­κη έ­ξο­δο των δυο γυ­ναι­κών και τη δια­δή­λω­ση της 12ης Φεβ. 2012. Τρι­με­ρές, προ­βλέ­πε­ται συμ­με­τρι­κά, προ­λο­γι­κό και ε­ξό­διο μέ­ρος, με πέ­ντε κε­φά­λαια έ­κα­στο. Στο  πρώ­το, πα­ρου­σιά­ζε­ται ο θία­σος των η­ρώων, ε­νώ, στο τρί­το,  πε­ρι­γρά­φε­ται η αλ­λα­γή που ε­πήλ­θε ε­κεί­νη τη νύ­χτα στη ζωή τους. Το ε­κτε­νές με­σαίο τμή­μα, με 18 κε­φά­λαια, πα­ρα­κο­λου­θεί την ε­ξέ­λι­ξη των δρα­μα­τι­κών γε­γο­νό­των και τα με­θεόρ­τια, ε­στιά­ζο­ντας στα δια­φο­ρε­τι­κά πρό­σω­πα. Όλους τους ή­ρωες τους γνω­ρί­ζου­με μέ­σα α­πό τον λε­κτι­κά και φρα­στι­κά λεια­σμέ­νο λό­γο του α­φη­γη­τή.
Μι­κρός ο θία­σος, νο­μο­τε­λεια­κά σχε­δια­σμέ­νος. Την ε­πι­τή­ρη­ση των δυο γυ­ναι­κών την έ­χει αναλάβει μία Κρη­τι­κιά χή­ρα, α­πό το χω­ριό Απά­νω Ρί­ζα, σή­με­ρα Επά­νω Βιάν­νου, το ο­ποίο η­ρωι­κά εί­χε α­ντι­με­τω­πί­σει τους Γερ­μα­νούς βο­η­θώ­ντας τους α­ντάρ­τες και σε α­ντι­στοι­χία, με το ί­διο θάρ­ρος ε­ξε­δίω­ξε τους Χρυ­σαυ­γί­τες στην προ­ε­κλο­γι­κή πε­ρίο­δο των πρώ­των ε­κλο­γών του 2012, στις 6 Μαΐου. Από α­ρι­στε­ρή οι­κο­γέ­νεια, κλέ­φτη­κε με α­στυ­νο­μι­κό και α­πέ­κτη­σε “μο­νο­γε­νή κα­να­κά­ρη”, που βγή­κε Χρυ­σαυ­γί­της. Συμ­με­τρι­κά, ο γιος της μίας α­πό τις δυο κυ­ρίες, της Θε­ο­νύμ­φης, αυ­τός γιος πο­λι­τευ­τή, α­πό τους ή­ρωες της γε­νιάς του Πο­λυ­τε­χνείου, που κα­τέ­λη­ξαν πα­μπό­νη­ροι της δια­πλο­κής, βγή­κε “α­νάρ­χας”, α­νά­με­σα σε αυ­τούς που “βά­ζα­νε τις α­νίε­ρες φω­τιές και που κά­να­νε στά­χτη τα κτί­ρια”.
Ο α­φη­γη­τής στέ­κε­ται με­ρο­λη­πτι­κός α­πέ­να­ντι στο δί­δυ­μο. Του ε­νός πα­ρα­θέ­τει μό­νο τις πρά­ξεις, του άλ­λου πα­ρου­σιά­ζει, ως πα­ντε­πό­πτης, εκ των έ­σω, σκέ­ψεις, αμ­φι­τα­λα­ντεύ­σεις, ευ­γε­νή αι­σθή­μα­τα. Έτσι, ο Χρυ­σαυ­γί­της μέ­νει στυ­γνός ρα­τσι­στής, με δο­λο­φο­νι­κά έν­στι­κτα. Αντί­θε­τα, ο “α­νάρ­χας” φα­νε­ρώ­νε­ται ι­δε­ο­λό­γος, εμ­φο­ρού­με­νος α­πό “ε­πα­να­στα­τι­κή πί­στη”, ε­πί­γο­νος έ­στω μα­κρι­νός ε­κεί­νων του Πο­λυ­τε­χνείου. Όμοια με­ρο­λη­πτι­κός δεί­χνε­ται ο α­φη­γη­τής α­πέ­να­ντι στη γε­νιά του Πο­λυ­τε­χνείου, που τη δι­καιώ­νει με έ­να άλ­λο δί­πο­λο. Ο φί­λος του πο­λι­τευ­τή, για­τρός, που έ­χει α­να­λά­βει την ε­πο­πτεία των δυο κυ­ριών, και αυ­τός ε­μπλε­κό­με­νος στο ρέ­ον μαύ­ρο χρή­μα, αλ­λά, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τον εκ των έ­σω, προ­βάλ­λουν κα­θαρ­τή­ριες οι ε­νο­χές. Όμοια προ­βλέ­πο­νται “κα­λοί” και “κα­κοί” στο πε­ρι­θω­ρια­κό χώ­ρο των α­στέ­γων, ό­που ο α­φη­γη­τής κα­τα­φεύ­γει στο νε­ο­λο­γι­σμό του νε­οά­στε­γου, κα­τά το νε­ο­α­στός.
Στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα της Γα­λα­νά­κη, λεί­πουν οι φε­μι­νί­στριες. Υπάρ­χουν μό­νο δυ­να­τές γυ­ναί­κες, δο­τι­κές στην α­γά­πη. Στο πρό­σφα­το, η Κρη­τι­κιά μά­να και στη νεό­τε­ρη γε­νιά, η κοι­νω­νι­κή λει­τουρ­γός. Κό­ρη αυ­τή Και­σα­ρια­νιώ­τη πε­ρι­πτε­ρά, χω­ρι­σμέ­νη με παι­δί, προ­σπα­θεί να στή­σει σπι­τι­κό με τον α­νερ­μά­τι­στο α­ρι­στε­ρό ε­πα­να­στά­τη. Επι­μέ­νει κι ας α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τη μα­ταιό­τη­τα του εγ­χει­ρή­μα­τος. Ο θία­σος συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τη γυ­ναί­κα που κα­θα­ρί­ζει τον ξε­νώ­να-δια­μέ­ρι­σμα. Ως α­να­γνώ­στες, α­πο­ρού­με για την ε­πι­μο­νή των συγ­γρα­φέων στο στε­ρεό­τυ­πο του δει­νο­πα­θού­ντος με­τα­νά­στη. Στο πρό­σφα­το μυθιστόρημα, εμ­φα­νί­ζε­ται το τρί­το κύ­μα, με­τά τους Αλβα­νούς και τους Σλα­βό­φω­νους, οι εξ Αφρι­κής ερ­χό­με­νοι. Κα­τοι­κούν σε έ­να μέ­ρος που α­πο­κα­λεί­ται “κο­τέ­τσι”, αλ­λά δεί­χνει ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό “τις κά­με­ρες γύ­ρω α­πό μία αυ­λή” του Πα­πα­δια­μά­ντη. Από την Αί­γυ­πτο η πα­ρα­δου­λεύ­τρα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, με έ­να α­γο­ρά­κι α­γνώ­στου πα­τρός, που α­κούει στο ό­νο­μα Ισμαήλ. Η συ­μπα­ρά­στα­ση στον με­τα­νά­στη γί­νε­ται α­πο­θεω­τι­κή  στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, ό­που η Αι­γύ­πτια τα­κι­μιά­ζει με έ­ναν Μου­στα­φά και ο α­φη­γη­τής τους πα­ρου­σιά­ζει ως το ε­να­πο­μέ­νον στή­ριγ­μα των δυο κυ­ριών, α­πο­κα­λώ­ντας τους “με­λα­χρι­νή α­γία τριά­δα”.
Επι­κή θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν η πε­ρι­γρα­φή της πο­ρείας κα­τά τη δια­δή­λω­ση, που ε­ξε­λίσ­σε­ται σε δρα­μα­τι­κή, ό­ταν πα­ρα­κο­λου­θεί τα συμ­βά­ντα ε­πί της πλα­τείας Συ­ντάγ­μα­τος, που πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν σκη­νι­κό αρ­χαίας τρα­γω­δίας. Στο διαν­θι­σμέ­νο ύ­φος της α­φή­γη­σης, χά­ρις στο πλή­θος των υ­πο­κο­ρι­στι­κών και των γλα­φυ­ρών προ­σω­πο­ποιή­σεων και πα­ρο­μοιώ­σεων, υ­πε­ρι­σχύει η ποιη­τι­κή ευαι­σθη­σία. Τις ό­ποιες ε­κλαϊκευ­τι­κές ό­ψεις του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τις α­ντι­σταθ­μί­ζουν με το πα­ρα­πά­νω οι πα­ρα­στα­τι­κές αλ­λη­γο­ρίες και οι εκ­φο­βι­στι­κοί μύ­θοι, που λει­τουρ­γούν και ως λαν­θά­νων σύν­δε­σμος με το ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα.  Κο­ρυ­φαίος στέ­κε­ται ο ε­πι­νο­η­μέ­νος μύ­θος, που προ­κύ­πτει α­πό τη συ­νέ­νω­ση του μύ­θου για τη γέ­νε­ση της Ευ­ρώ­πης με ε­κεί­νον για τη γέ­νε­ση του Μι­νώ­ταυ­ρου, και ο ο­ποίος θέ­λει την Ευ­ρώ­πη με­τα­μορ­φω­μέ­νη σε Μι­νώ­ταυ­ρο να ε­πι­βιώ­νει για πά­ντα. Αλλά χω­ρίς τον μύ­θο της θα­νά­τω­σης του Μι­νώ­ταυ­ρου,  πώς θα α­πε­λευ­θε­ρώ­νο­νταν οι Αθη­ναίοι α­πό την κυ­ριαρ­χία της Μι­νωι­κής Κρή­της; Κα­τά συμ­βο­λι­κή προέ­κτα­ση τώ­ρα, πώς ά­ρα­γε οι μα­κρι­νοί  ε­πί­γο­νοι θα α­πε­λευ­θε­ρω­θούν α­πό τον θη­λυ­κό Μι­νώ­ταυ­ρο της Ευ­ρώ­πης; 
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/6/2015.

Θη­ρεύο­ντας το ε­ξαι­ρε­τι­κό

Δέ­σποι­να Μπά­τρη
«Ή ό­λοι ή κα­νείς»
Εκδό­σεις Με­ταίχ­μιο
Φεβ. 2015

Το πρώ­το βι­βλίο της Δέ­σποι­νας Μπά­τρη α­πο­τε­λεί την πρώ­τη πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νη συλ­λο­γή ι­στο­ριών, που κυ­κλο­φό­ρη­σε στα κα­θ’ η­μάς. Αυ­τό, ό­σο του­λά­χι­στον α­να­κα­λού­με μέ­σα στις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες. Οι ι­στο­ρίες το­πο­θε­τού­νται στα τέσ­σε­ρα ση­μεία του ο­ρί­ζο­ντα. Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, σε πέ­ντε ση­μεία, σε πέ­ντε δια­φο­ρε­τι­κές χώ­ρες και σε τρεις η­πεί­ρους. Αντί­στοι­χα, α­πο­μα­κρυ­σμέ­να χρο­νι­κά εί­ναι με­τα­ξύ τους τα συμ­βά­ντα που α­νι­στο­ρού­νται. Σύμ­φω­να με συ­νέ­ντευ­ξη της συγ­γρα­φέως, έ­ναυ­σμα για να γρα­φούν οι ι­στο­ρίες στά­θη­κε η στά­ση ζωής του πα­τέ­ρα της, στον ο­ποίο και α­φιε­ρώ­νει το βι­βλίο. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, μία ι­στο­ρία, γύ­ρω α­πό έ­να α­τύ­χη­μα, ό­που ε­κεί­νος έ­δει­ξε α­ξιο­θαύ­μα­στη αυ­τα­πάρ­νη­ση, σώ­ζο­ντας τη ζωή ε­νός φί­λου του.
Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, αυ­τή η υ­πέρ­βα­ση του προ­σω­πι­κού συμ­φέ­ρο­ντος ή και α­πλώς, της προ­σω­πι­κής ά­νε­σης, χά­ριν ε­νός μέ­λους της οι­κο­γέ­νειας ή α­κό­μη και ε­νός ξέ­νου, γι’ αυ­τήν “ως παι­δί α­πο­τε­λού­σε μυ­στή­ριο”. Έτσι, με­τά α­πό χρό­νια, φαί­νε­ται πως έ­βα­λε στό­χο να α­να­κα­λύ­ψει α­πό πού “πη­γά­ζει αυ­τή η δύ­να­μη αυ­το­θυ­σίας”. Άρχι­σε να α­να­ζη­τά­ει αν­θρώ­πους, που να θέ­τουν ιε­ραρ­χι­κά τον ε­αυ­τό τους σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα προς ό­φε­λος των άλ­λων. Κά­νει λό­γο για “ε­ξαν­τλη­τι­κή έ­ρευ­να”, ώ­στε να γειώ­σει, τρό­πον τι­νά, τις ι­στο­ρίες της, με την “α­να­φο­ρά υ­παρ­κτών προ­σώ­πων και συ­ντε­λε­σμέ­νων γε­γο­νό­τω­ν”. Κά­πως έ­τσι ε­ντό­πι­σε “θυ­σίες κα­θη­με­ρι­νών αν­θρώ­πω­ν” και α­φη­γή­θη­κε τις ι­στο­ρίες τους, πλά­θο­ντας κά­θε φο­ρά έ­ναν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα, που να συν­δια­λέ­γε­ται με το υ­παρ­κτό πρό­σω­πο. Με αυ­τόν τον τρό­πο, η συγ­γρα­φέ­ας δια­τεί­νε­ται πως “φω­τί­ζει” συ­γκε­κρι­μέ­νη κά­θε φο­ρά πτυ­χή του πραγ­μα­τι­κού προ­σώ­που.
Για­τί, ό­μως, α­πο­φά­σι­σε, ει­δι­κά τώ­ρα, να εκ­δώ­σει έ­να βι­βλίο με αυ­τό το θέ­μα; Όπως η ί­δια θέ­λει να το πα­ρου­σιά­ζει, πρό­κει­ται για α­κό­μη έ­να βι­βλίο, που η ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία το ο­φεί­λει εν μέ­ρει στην τρέ­χου­σα κρί­ση. Την ε­πι­θυ­μία της να υ­πο­γραμ­μί­σει την πο­λυ­τι­μό­τη­τα της αυ­τα­πάρ­νη­σης, που φτά­νει στα ό­ρια της αυ­το­θυ­σίας, την συ­σχε­τί­ζει με τον α­το­μι­κι­σμό, που εμ­φα­νί­ζε­ται υ­περ­τρο­φι­κός σε κά­θε δύ­σκο­λη πε­ρίο­δο, έ­να­ντι του φθί­νο­ντος αλ­τρουι­σμού. Η Μπά­τρη δεν το βλέ­πει ως α­να­με­νό­με­νη στά­ση, που υ­πα­γο­ρεύε­ται και α­πό το έν­στι­κτο ε­πι­βίω­σης. Αντι­θέ­τως, πι­στεύει, ό­τι τη λύ­ση στα δύ­σκο­λα δεν τη δί­νει η ε­πι­κέ­ντρω­ση εις ε­αυ­τόν, αλ­λά η υ­πέρ­βα­ση του ε­γώ. Το κα­τά πό­σο τέ­τοιου εί­δους βι­βλία θε­ρα­πεύουν ε­γω­κε­ντρι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές, μέ­νει ζη­τού­με­νο. Το βα­σι­κό εί­ναι πως χαι­ρε­τί­στη­κε α­πό τους πρώ­τους βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές ως α­ξιό­λο­γο, με την πρό­βλε­ψη, μά­λι­στα, ό­τι θα συ­ζη­τη­θεί.
Ας δού­με α­να­λυ­τι­κό­τε­ρα αυ­τές τις ι­στο­ρίες, κα­θώς άλ­λες οι συγ­γρα­φι­κές προ­θέ­σεις και ο συ­χνά ε­ξω­ραϊσμέ­νος τρό­πος πα­ρου­σία­σής τους και άλ­λες οι πραγ­μα­τώ­σεις τους. Κα­τ’ αρ­χήν, με τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό κα­θη­με­ρι­νοί άν­θρω­ποι για ε­κεί­νους που της ε­νέ­πνευ­σαν τις ι­στο­ρίες, δεν εν­νο­εί “αν­θρώ­πους της δι­πλα­νής πόρ­τας”. Εδώ, το κα­θη­με­ρι­νός εί­ναι α­δό­κι­μο, κα­θώς πα­ρα­πέ­μπει σε έ­ναν ο­ποιον­δή­πο­τε ή και μέ­σο κοι­νό χα­ρα­κτή­ρα και ό­χι στις ε­ξαι­ρε­τι­κές πε­ρι­πτώ­σεις χα­ρα­κτή­ρων, ό­πως εί­ναι αυ­τές, που ε­κεί­νη ε­πέ­λε­ξε. Κι αυ­τό, για­τί η “ε­ξαν­τλη­τι­κή έ­ρευ­να”, ό­πως φαί­νε­ται, δεν έ­γι­νε στο κα­θη­με­ρι­νό της πε­ρι­βάλ­λον, αλ­λά στα ε­ξαι­ρε­τι­κά συμ­βά­ντα των ΜΜΕ. Αυ­τό ι­σχύει για τις τέσ­σε­ρις α­πό τις πέ­ντε ι­στο­ρίες, που δια­δρα­μα­τί­ζο­νται ε­κτός Ελλά­δος. Στις δυο α­πό αυ­τές, η α­να­φο­ρά γί­νε­ται σε συ­γκε­κρι­μέ­νο διά­ση­μο υ­παρ­κτό πρό­σω­πο, ε­νώ, στις δυο άλ­λες, πα­ρα­μέ­νει κά­πως αό­ρι­στη. Συ­νά­γε­ται, ω­στό­σο, εμ­μέ­σως, α­πό τα συμ­φρα­ζό­με­να της κά­θε ι­στο­ρίας σε συν­δυα­σμό με την α­ντί­στοι­χη σχε­τι­κή ει­δη­σε­ο­γρα­­φία.
Η συγ­γρα­φέ­ας πι­στεύει πως “η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­ναι πά­ντα πιο εν­δια­φέ­ρου­σα και πρω­τό­τυ­πη α­πό την φα­ντα­σία” αυ­τήν κα­θ’ ε­αυ­τήν. Αυ­τό το ε­πα­λη­θεύουν οι ι­στο­ρίες της, τις ο­ποίες ε­φε­ξής θα α­πο­κα­λού­με διη­γή­μα­τα, ε­φό­σον η ί­δια έ­τσι τις χα­ρα­κτη­ρί­ζει, καί­τοι ε­κτε­νείς, ε­πι­δε­χό­με­νες συ­μπύ­κνω­ση, αλ­λά και μυ­θο­πλα­στι­κό ά­πλω­μα.  Το πρώ­το, λοι­πόν, διή­γη­μα, που, εν μέ­ρει, στη­ρί­ζε­ται σε προ­σω­πι­κές ε­μπει­ρίες, υ­πο­λεί­πε­ται σε εν­δια­φέ­ρον, κυ­ρίως, πά­σχει μορ­φι­κά, δεί­χνο­ντας σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία έλ­λει­ψη α­φη­γη­μα­τι­κής ά­νε­σης. Σε α­ντί­θε­ση με τα άλ­λα τέσ­σε­ρα, που κερ­δί­ζουν τις ε­ντυ­πώ­σεις με την πρω­το­τυ­πία του θέ­μα­τος. Σε αυ­τά, η Μπά­τρη ε­πι­δει­κνύει φα­ντα­σία κα­τά την α­νά­πλα­ση του πρω­το­γε­νούς υ­λι­κού. Τό­ση, μά­λι­στα, που, σε δυο ι­στο­ρίες, υ­περ­βαί­νει τους φραγ­μούς της α­λη­θο­φά­νειας. Όσο για τον α­φη­γη­μα­τι­κό τρό­πο, πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρός. Ενιαία τρι­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση, με δια­δο­χι­κές αλ­λα­γές ο­πτι­κής γω­νίας α­πό το έ­να ή πε­ρισ­σό­τε­ρα υ­παρ­κτά πρό­σω­πα στο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό. Η α­φή­γη­ση χω­ρί­ζε­ται σε μι­κρά τμή­μα­τα, με τίτ­λους στί­χους α­πό τρα­γού­δι ή κά­ποια πα­ρά­με­τρο, που να κα­τα­δει­κνύει την πα­ρέ­λευ­ση του χρό­νου.
Το βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των ι­στο­ριών εί­ναι η  υ­περ­βάλ­λου­σα συ­γκι­νη­σια­κή φόρ­τι­ση. Από μία ά­πο­ψη, οι δρα­μα­τι­κοί τό­νοι εί­ναι α­να­με­νό­με­νοι. Για να α­πο­τε­λέ­σει έ­να γε­γο­νός εί­δη­ση και μά­λι­στα διε­θνούς εμ­βέ­λειας, θα πρέ­πει κα­τά κα­νό­να να εί­ναι τρα­γι­κής υ­φής, η ο­ποία δη­μο­σιο­γρα­φι­κά διο­γκώ­νε­ται προς το τρα­γι­κό­τε­ρο. Αυ­τοί οι υ­ψη­λοί τό­νοι μπο­ρούν να πα­ρα­σύ­ρουν έ­ναν συγ­γρα­φέα, ι­διαί­τε­ρα τον νέο στη συγ­γρα­φι­κή τέ­χνη, προς μία με­λο­δρα­μα­τι­κή α­να­διή­γη­ση. Αν και αυ­τό δεν α­πο­τε­λεί αυ­το­νό­η­τα συγ­γρα­φι­κή α­δυ­να­μία. Μπο­ρεί, συ­νή­θως, να α­πο­δί­δε­ται σε ό,τι α­πο­κα­λεί­ται πα­ρα­λο­γο­τε­χνία, αλ­λά, χά­ρις σε πα­ρό­μοια, τρό­πον τι­νά, μειο­νε­κτή­μα­τα, το βι­βλίο δια­δί­δε­ται “α­πό στό­μα σε στό­μα”, που ση­μαί­νει πως α­ρέ­σει σε έ­να πλα­τύ­τε­ρο, κυ­ρίως γυ­ναι­κείο, κοι­νό. Και οι ι­στο­ρίες της Μπά­τρη, κα­θώς στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό σχέ­σεις ε­ρω­τι­κές ή και οι­κο­γε­νεια­κές, δια­θέ­τουν ε­κεί­νο το εί­δος του πά­θους ή και της α­πελ­πι­σίας, που συ­γκι­νεί.
Το πρώ­το διή­γη­μα εν­σω­μα­τώ­νει την ι­στο­ρία του πα­τέ­ρα της συγ­γρα­φέως και έ­χει ως τίτ­λο τα δι­κά του λό­για, που α­πο­τέ­λε­σαν και τον τίτ­λο του βι­βλίου. Εί­ναι το μό­νο, που το­πο­θε­τεί­ται στην Ελλά­δα. Αν και δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται η πό­λη, θα μπο­ρού­σε να συμ­βαί­νει στην Αθή­να και τα πε­ρί­χω­ρά της, ε­νώ η πα­ρά­πλευ­ρη ι­στο­ρία του πα­τέ­ρα της γυ­ναί­κας που α­πο­τε­λεί τον κε­ντρι­κό χα­ρα­κτή­ρα του διη­γή­μα­τος, δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στην Μα­κρό­νη­σο. Όπως και στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Δη­μή­τρη Φύσ­σα, πρό­κει­ται για εκ­δρο­μή στο νη­σί. Όχι, ό­μως, ό­πως σε ε­κεί­νο, για ε­πί­σκε­ψη στον ι­στο­ρι­κό τό­πο, αλ­λά για κυ­νή­γι. Κα­μιά “δε­κα­ριά ά­το­μα” πη­γαί­νουν εκ­δρο­μή με καΐκι, “ό­λοι νέ­οι, νιό­πα­ντροι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι με μω­ρά παι­διά”. Ανέ­κα­θεν γε­μά­το ο­χιές το νη­σί, τσί­μπη­σαν έ­ναν, την ί­δια ώ­ρα που ση­κώ­θη­κε αέ­ρας. Μπρο­στά στο “μπου­ρί­νι”, ο κα­πε­τά­νιος και ό­λη η ο­μά­δα των εκ­δρο­μέων σταύ­ρω­σαν τα χέ­ρια. Μό­νο ο πα­τέ­ρας, με την α­πει­λή του ό­πλου, έ­δω­σε το σύν­θη­μα, “Ή ό­λοι ή κα­νείς”. Έτσι, γύ­ρι­σαν χω­ρίς α­βα­ρίες, σώ­ζο­ντας και τον φι­δια­σμέ­νο φί­λο τους.
Την ι­στο­ρία την διη­γεί­ται δυο και πλέ­ον δε­κα­ε­τίες αρ­γό­τε­ρα, έ­νας φί­λος του πα­τέ­ρα της γυ­ναί­κας. Εκεί­νη την α­να­κα­λεί σε μία δύ­σκο­λη ώ­ρα. Βρί­σκε­ται στο μαιευ­τή­ριο, έ­χο­ντας γεν­νή­σει έ­να νε­κρό βρέ­φος. Η πε­ρι­γρα­φή της πε­ρι­βάλ­λου­σας χαρ­μό­συ­νης α­τμό­σφαι­ρας έ­να­ντι της δι­κής της θλί­ψης, καί­τοι σχοινοτενής, δεν ε­πι­τυγ­χά­νει να εν­σω­μα­τώ­σει την πα­τρι­κή πε­ρι­πέ­τεια σε μία συ­νειρ­μι­κή δια­δο­χή. Την α­πο­δυ­να­μώ­νει, μά­λι­στα, κα­θώς την ε­ναλ­λάσ­σει με μία πα­λαιό­τε­ρη ι­στο­ρία που συ­νέ­βη στην ί­δια. Τό­τε, α­πό δι­κή της α­μέ­λεια, ο σκύ­λος της εί­χε βρει τρα­γι­κό θά­να­το. Ο τρό­πος που πα­ρα­τί­θε­νται α­να­μνή­σεις και ε­νο­χές, πη­δώ­ντας α­πό τη μία ι­στο­ρία στην άλ­λη, δεί­χνει μη­χα­νι­στι­κός, μό­νο και μό­νο για να φα­νεί η ε­γωι­στι­κή νοο­τρο­πία της γυ­ναί­κας. Όσο για την ε­ξο­μοίω­ση της α­γά­πης προς τον σκύ­λο και το βρέ­φος, έ­χει την ζέ­ση των ση­με­ρι­νών φι­λό­ζωων, σε α­κραία έκ­φαν­ση. Όπως και να έ­χει, το διή­γη­μα δεν κα­τορ­θώ­νει να α­πο­τυ­πώ­σει τη γυ­ναι­κεία ψυ­χο­λο­γία. Πώς εί­ναι δυ­να­τό, πριν με­ρι­κές ώ­ρες να έ­χει χά­σει το βρέ­φος, που κυο­φό­ρη­σε ε­πί εν­νέα μή­νες, και μό­νο με την α­νά­μνη­ση της θαρ­ρα­λέ­ας στά­σης του πα­τέ­ρα της, να αρ­χί­σει να ντύ­νε­ται και να βά­φε­ται, έ­τοι­μη να α­να­χω­ρή­σει α­πό την κλι­νι­κή με τον σύ­ντρο­φό της, που ο­σο­νού­πω θα ερ­χό­ταν να την πά­ρει. Όπου, υ­πο­τί­θε­ται ό­τι ε­κεί­νος, ως πα­τέ­ρας του νε­κρού βρέ­φους, πα­ρέ­μει­νε πα­ντε­λώς α­μέ­το­χος. Ως προς αυ­τό το τε­λευ­ταίο, μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για ε­ντύ­πω­ση, που δη­μιουρ­γεί­ται α­πό τη συγ­γρα­φέα η­θε­λη­μέ­να  ή α­πό α­φη­γη­μα­τι­κή α­δε­ξιό­τη­τα.
Στη σει­ρά πα­ρά­τα­ξης των διη­γη­μά­των στο βι­βλίο, το ε­πό­με­νο διή­γη­μα δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στα βου­νά της Βό­ρειας Αλβα­νίας. Η υ­πό­θε­ση πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό το έ­θι­μο της σό­τας, ά­με­σα συ­σχε­τι­σμέ­νο με το νό­μο του αί­μα­τος. Δη­λα­δή τη βε­ντέ­τα, που α­πα­ντά­ται και στην Κρή­τη και η ο­ποία ο­ρί­ζει, στην πε­ρί­πτω­ση φό­νου ή προ­σβο­λής της τι­μής, η θιγ­μέ­νη οι­κο­γέ­νεια να παίρ­νει εκ­δί­κη­ση. Ρη­τά α­πα­γο­ρεύε­ται η ε­μπλο­κή των γυ­ναι­κών. Στην Αλβα­νία, ω­στό­σο, ελ­λεί­ψει αρ­σε­νι­κών, μια κό­ρη ή α­δελ­φή, που θέ­λει να εκ­δι­κη­θεί, μπο­ρεί να γί­νει σό­τα.  Στα αλ­βα­νι­κά, η λέ­ξη ση­μαί­νει το ψεύ­τι­κο. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ε­κεί­νη κό­βει τα μαλ­λιά της, ντύ­νε­ται αν­δρι­κά και το βα­σι­κό­τε­ρο, ορ­κί­ζε­ται πως δεν θα την αγ­γί­ξει αρ­σε­νι­κό χέ­ρι.
Στην ι­στο­ρία της Μπά­τρη, η με­γα­λύ­τε­ρη α­πό πέ­ντε α­δελ­φές, ό­ταν σκο­τώ­νουν τον πα­τέ­ρα τους για κτη­μα­τι­κή δια­φο­ρά, γί­νε­ται σό­τα και α­να­λαμ­βά­νει ε­πι­κε­φα­λής της οι­κο­γέ­νειας. Υπερ­βαί­νει, ό­μως, το ρό­λο της, φθά­νο­ντας να σκο­τώ­σει τον ά­ντρα που ε­ρω­τεύ­τη­κε και μά­λι­στα, ε­πί τό­που, με­τά τη συ­νεύ­ρε­σή τους. Πρά­ξη που α­πα­ντά­ται μό­νο στο βα­σί­λειο των με­λισ­σών. Ωστό­σο, η δρα­μα­τι­κή ό­σο και γλα­φυ­ρή α­φή­γη­ση το προ­βάλ­λει ως πρά­ξη αυ­τα­πάρ­νη­σης για τις α­δελ­φές της. Η ι­στο­ρία πα­ρου­σιά­ζε­ται α­να­δρο­μι­κά, ό­ταν γε­ρό­ντισ­σα πλέ­ον η σό­τα, α­να­ζη­τά σε πα­λαιό σε­ντού­κι το τε­λευ­ταίο φου­στά­νι, έ­να βυσ­σι­νί, που εί­χε φο­ρέ­σει. Έτσι, ό­μως, α­ντι­πα­ρα­τί­θε­ται μία συ­μπε­ρι­φο­ρά πρω­τό­γνω­ρης α­γριό­τη­τας, που θυ­μί­ζει μαι­νά­δα, σε έ­ναν υ­περ­χει­λί­ζο­ντα συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό, δη­μιουρ­γώ­ντας σύγ­χυ­ση στην ό­ποια α­πό­πει­ρα ψυ­χο­γρά­φη­σης της γυ­ναί­κας. Σε α­ντί­θε­ση με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, που ει­κά­ζου­με πως ε­νέ­πνευ­σε την ι­στο­ρία, ό­που μία θαρ­ρα­λέα σό­τα, που έ­μει­νε γνω­στή ως “η Σό­τα της Τρο­πό­γιας”, θέ­ρι­σε με κα­λάσ­νι­κοφ ε­κεί­νους που εί­χαν σκο­τώ­σει τα α­δέλ­φιά της. Η πρά­ξη της α­πο­τέ­λε­σε εί­δη­ση, για­τί α­φο­ρού­σε βε­ντέ­τα δυο οι­κο­γε­νειών στη γε­νέ­τει­ρα του Σα­λί Μπε­ρί­σα και ε­κεί­νος ή­ταν που την εί­χε ξε­κι­νή­σει πριν κο­ντά εί­κο­σι χρό­νια. Άλλη ι­στο­ρία σό­τας, που να α­πα­σχό­λη­σε ευ­ρύ­τε­ρα τον Τύ­πο, δεν α­να­κα­λού­με.
Ακό­μη πιο βάρ­βα­ρη δεί­χνει η τέ­ταρ­τη ι­στο­ρία, πά­λι με α­δελ­φές, αυ­τή τη φο­ρά, τέσ­σε­ρις Πα­κι­στα­νές. Οι τρεις αυ­το­κτο­νούν για να μπο­ρέ­σει η νεό­τε­ρη, που εί­ναι α­κό­μη σε η­λι­κία γά­μου, να πά­ρει τη λι­γο­στή προί­κα, που έ­χει ε­ξοι­κο­νο­μή­σει ο πα­τέ­ρας τους, και να πα­ντρευ­τεί. Πρά­ξη αυ­το­θυ­σίας, που έρ­χε­ται σε πλή­ρη α­ντί­θε­ση με  τον λι­θο­βο­λι­σμό της δε­κα­ε­ξά­χρο­νης α­νι­ψιάς τους, για­τί α­ντα­πο­κρί­θη­κε στο χα­μό­γε­λο ε­νός ά­ντρα, στον ο­ποίο και πρω­το­στά­τη­σαν. Το πι­θα­νό­τε­ρο, η συγ­γρα­φέ­ας ε­μπνεύ­στη­κε την ι­στο­ρία α­πό τον σχε­τι­κά πρό­σφα­το λι­θο­βο­λι­σμό στην Λα­χό­ρη ε­γκύου α­πό τους συγ­γε­νείς της, που ως εί­δη­ση έ­κα­νε το γύ­ρο του κό­σμου. Ακό­μη, ό­μως, και σε αυ­τές τις κοι­νω­νίες, πα­ρό­μοιες πρω­τό­γο­νες ε­νέρ­γειες τις α­να­λαμ­βά­νουν α­πο­κλει­στι­κά άν­δρες.
Μέ­νουν δυο ι­στο­ρίες, στις ο­ποίες προσ­διο­ρί­ζε­ται ε­πα­κρι­βώς το έ­ναυ­σμα. Πρω­τα­γω­νι­στούν άν­δρες και η α­νά­πλα­σή τους, ε­κτός α­πό την προ­σθή­κη ε­νός μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού προ­σώ­που, ε­κτε­νής, μέ­νει πι­στή ή έ­στω, πα­ρά τις ευ­φά­ντα­στες μυ­θο­πλα­στι­κές προ­σθή­κες, κο­ντά στα συμ­βά­ντα. Η πρώ­τη στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό το αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα στη λί­μνη Ερε­βάν της Αρμε­νίας, που έ­βα­λε ο­ρι­στι­κό τέ­λος στην κα­ριέ­ρα “του πα­γκό­σμιου πρω­τα­θλη­τή κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη στην ε­λεύ­θε­ρη κα­τά­δυ­ση”, Σα­βά­ρς Κα­ρα­πε­τιάν. Στις 16 Σεπ. 1976, έ­να λεω­φο­ρείο με 92 ε­πι­βά­τες βυ­θί­στη­κε στα πα­γω­μέ­να νε­ρά της λί­μνης, ο δύ­της α­πε­γκλώ­βι­σε πε­ρί τους 30, 20 λέ­γε­ται πως ε­πι­βίω­σαν. Ο ί­διος έ­μει­νε α­νά­πη­ρος.
Η δεύ­τε­ρη στη­ρί­ζε­ται στη θαρ­ρα­λέα στά­ση του Πλοιάρ­χου Χα­νς Λάν­γκσ­ντορφ, κυ­βερ­νή­τη “του θω­ρη­κτού τσέ­πης Γκραφ Σπέε”, στη ναυ­μα­χία, που έ­γι­νε στα α­νοι­χτά, έ­ξω α­πό το λι­μά­νι του Μο­ντε­βι­δέο, τον Δεκ. του 1939. Εκεί­νος, α­φού α­πε­λευ­θέ­ρω­σε τους αιχ­μα­λώ­τους και ε­ξα­σφά­λι­σε την τύ­χη του πλη­ρώ­μα­τος, βύ­θι­σε το πλοίο του και αυ­το­κτό­νη­σε. Ο διε­θνής Τύ­πος τον α­πο­κά­λε­σε “Πρί­γκι­πα της Τι­μής” και έ­τσι κα­τα­γρά­φη­κε στην Ιστο­ρία του Β΄ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου. Δε­καέ­ξι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, η πε­ρι­πέ­τειά του έ­γι­νε ται­νία. Η Μπά­τρη πλέ­κει μία ε­ξό­χως συ­γκι­νη­τι­κή εκ­δο­χή, το­νί­ζο­ντας την ο­λι­γο­ψυ­χία του Πλοιάρ­χου μπρο­στά στην αυ­το­κτο­νία, που α­παι­τεί ο κώ­δι­κας τι­μής. Έτσι κα­θι­στά πιο αν­θρώ­πι­νο τον ά­τε­γκτο Γερ­μα­νό στρα­τιω­τι­κό. 
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, στις ι­στο­ρίες της Μπά­τρη υ­πάρ­χει το στοι­χείο του ε­ξαι­ρε­τι­κού, στα μά­τια ό­μως ε­νός Δυ­τι­κού με τη ση­με­ρι­νή νοο­τρο­πία. Χά­ρις σ’ αυ­τό κερ­δί­ζουν το εν­δια­φέ­ρον.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/6/2015.

Φωτογραφία: Ένας α­πό τους ή­ρωες της Μπά­τρη, ο Αρμέ­νιος πα­γκό­σμιος πρω­τα­θλη­τής κο­λύμ­βη­σης Σα­βά­ρς Κα­ρα­πε­τιάν.

Λε­ξι­κο­γρά­φος Κα­βά­φης

Κ. Π. Κα­βά­φη
«Το Λε­ξι­κό πα­ρα­θε­μά­των»
Φιλ. Επιμ. Μι­χά­λης Πιε­ρής
Εκδ. Ίκα­ρος, Φεβ. 2015

Η α­ναγ­γε­λία της ύ­παρ­ξης «Λε­ξι­κού πα­ρα­θε­μά­των» Κα­βά­φη έ­γι­νε α­πό τον Γ. Π. Σαβ­βί­δη στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Νέα Εστία» για την 100ε­τη­ρί­δα α­πό τη γέν­νη­ση του ποιη­τή, στο τεύ­χος της 1ης Νοε. 1963, πλη­ρο­φο­ρεί ο Μι­χά­λης Πιε­ρής, εκ­κι­νώ­ντας την ει­σα­γω­γή του. Ακρι­βέ­στε­ρα, η α­ναγ­γε­λία το­πο­θε­τεί­ται στο ε­πε­τεια­κό 1963, αλ­λά λί­γους μή­νες νω­ρί­τε­ρα. Ο Σαβ­βί­δης την ε­νέ­θε­σε σε υ­πο­ση­μείω­ση ει­σα­γω­γι­κού ση­μειώ­μα­τος στο Γλωσ­σά­ρι για τον «Δω­δε­κά­λο­γο του Γύ­φτου», το ε­νταγ­μέ­νο στον τρί­το τό­μο Απά­ντων Κω­στή Πα­λα­μά, που μό­λις εί­χε κα­ταρ­τί­σει. Εκεί, δεν κά­νει α­πλή μνεία ύ­παρ­ξης του Λε­ξι­κού, αλ­λά προ­βαί­νει σε μία ε­ξαγ­γε­λία, που δεί­χνει ό­λο τον εν­θου­σια­σμό που τό­τε τον δια­κα­τεί­χε. Κα­θώς το Γλωσ­σά­ρι ή­ταν η πρώ­τη του γλωσ­σι­κή με­λέ­τη, σχο­λιά­ζει: “Δεν λο­γα­ριά­ζω ως με­λέ­τη τις «γλώσ­σες» που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στα σχό­λια της λαϊκής έκ­δο­σης του Κα­βά­φη την ο­ποία ε­πι­με­λή­θη­κα για τον «Ίκα­ρο». Ετοι­μά­ζω, ό­μως, την δη­μο­σίευ­ση του α­νέκ­δο­του κα­βα­φι­κού «Λε­ξι­κού», συν­δυα­σμέ­νη με ευ­ρε­τή­ριο λέ­ξεων των ποιη­μά­των του.”
Με την φι­λο­λο­γι­κή α­να­φο­ρά σε «γλώσ­σες», πα­ρα­πέ­μπει στις λε­κτι­κές ι­διο­μορ­φίες του Κα­βά­φη, για τις ο­ποίες πα­ρα­θέ­τει ερ­μή­νευ­μα στις ση­μειώ­σεις της “πρώ­της τυ­πο­ποιη­μέ­νης έκ­δο­σης”, που κυ­κλο­φό­ρη­σε ε­πε­τεια­κά, Ιούν. 1963. Συ­μπτω­μα­τι­κά, την ί­δια η­με­ρο­μη­νία έ­χει και το α­νά­τυ­πο α­πό το Γλωσ­σά­ρι του Πα­λα­μά, που φέ­ρει τον με­τριο­πα­θή χα­ρα­κτη­ρι­σμό “σχε­δία­σμα”. Λί­γο νω­ρί­τε­ρα, ε­ντός του ί­διου έ­τους, ε­πε­τεια­κό και για τον Πα­λα­μά, θα πρέ­πει να κυ­κλο­φό­ρη­σε ο εν λό­γω τρί­τος τό­μος των Απά­ντων του. Στο α­φιέ­ρω­μα Κα­βά­φη της «Νέ­ας Εστίας», το κεί­με­νο του Σαβ­βί­δη φέ­ρει τον τίτ­λο «Το Αρχείο Κ. Π. Κα­βά­φη», συ­νο­δευ­μέ­νος με τον με­τρια­στι­κό υ­πό­τιτ­λο, “Μια πρώ­τη ε­νη­με­ρω­τι­κή έκ­θε­ση”. Ο Σαβ­βί­δης πα­ρα­μέ­νει μεν με­τρη­μέ­νος στους χα­ρα­κτη­ρι­σμούς των πο­νη­μά­των του, ό­μως, α­νυ­πο­μο­νεί να δια­λα­λή­σει το “εά­λω η Πό­λις”. Δεν εί­ναι και μι­κρός ά­θλος, μία δε­κα­ε­τής πο­λιορ­κία. Από το 1953, που γνω­ρί­ζει “τον κλη­ρο­νό­μο του Ποιη­τή”, Αλέ­κο Σε­γκό­που­λο, διεκ­δι­κεί, με το πεί­σμα ε­ρω­τευ­μέ­νου που ζη­τά την χεί­ρα της κα­λής του, την α­νά­θε­ση του Αρχείου Κα­βά­φη, δια­γκω­νι­ζό­με­νος με πεί­σμα έ­τε­ρους μνη­στή­ρες. Ιαν. 1963, παίρ­νει ε­πι­σή­μως το δι­καίω­μα “με­λέ­της και έκ­δο­σης του κυ­ρίως Αρχείου”. Το μι­κρο­φω­το­γρα­φεί ο­λό­κλη­ρο για μή­νες και 28 Απρ. 1963, σπεύ­δει να προ­α­ναγ­γείλει α­πό «Το Βή­μα» την προ­σε­χή “έκ­θε­ση της ε­ξε­ρεύ­νη­σής του”. Αυ­τό α­νω­νύ­μως, σε σύ­ντο­μο πρό­λο­γο, στο άρ­θρο, «Ο Κα­βά­φης, ευ­ρω­παίος και ση­με­ρι­νός», του Κ. Θ. Δη­μα­ρά.
Σε ε­κεί­νη την αρ­χι­κή πε­ρι­γρα­φή του Αρχείου σχο­λιά­ζει α­να­λυ­τι­κά, σε 14 ε­νό­τη­τες, τα “χει­ρό­γρα­φα” του Κα­βά­φη. Στην 9η ε­νό­τη­τα, γρά­φει: “Γλωσ­σι­κές ση­μειώ­σεις – ξε­χω­ρι­στά πρέ­πει να α­να­φερ­θεί το Λε­ξι­κό του Κα­βά­φη, μια χρη­στι­κή συλ­λο­γή α­συ­νή­θι­στων λέ­ξεων ή νε­ο­λο­γι­σμών συ­νο­δευ­μέ­νων α­πό α­πο­κόμ­μα­τα ε­ντύ­πων ή α­ντί­γρα­φα πε­ρι­κο­πών ό­που α­πα­ντούν, με έ­να σχε­δία­σμα κα­τα­το­πι­στι­κής ει­σα­γω­γής.” Πα­ρά τις με­γά­λες προσ­δο­κίες, που εί­χαν γεν­νή­σει αυ­τές οι πρώ­τες μνείες του Λε­ξι­κού, αυ­τό δεν δη­μο­σιεύ­τη­κε, ού­τε καν α­να­φέρ­θη­κε, μέ­χρι το ε­πό­με­νο με­γά­λο ε­πε­τεια­κό έ­τος Κα­βά­φη, το 1983, ό­που συ­μπλη­ρώ­θη­κε 50ε­τη­ρί­δα α­πό τον θά­να­τό του. Τό­τε ε­πα­νήλ­θε με μία “πρό­δρο­μη α­να­κοί­νω­ση”, ό­πως την χα­ρα­κτή­ρι­ζε και την ο­ποία τιτ­λο­φο­ρού­σε, «Ένα Λε­ξι­κό του Κα­βά­φη». Σε αυ­τήν, πα­ρου­σία­σε το “σχε­δία­σμα ει­σα­γω­γής”, που εί­χε ε­τοι­μά­σει ο Κα­βά­φης, δί­νο­ντας υ­πό μορ­φή κα­τα­λό­γου, χω­ρίς τα πα­ρα­θέ­μα­τα, τις 529 λέ­ξεις που το α­πο­τε­λούν.
Κι ό­μως, ε­ντός της εν­διά­με­σης ει­κο­σα­ε­τίας, το Αρχείο δεν εί­χε μεί­νει α­νε­νερ­γό. Εκτός α­πό την τα­κτο­ποίη­σή του, ση­μα­ντι­κές ε­νό­τη­τες α­πό τα α­νέκ­δο­τα χει­ρό­γρα­φα εί­χαν δη­μο­σιο­ποιη­θεί. Το Λε­ξι­κό, ω­στό­σο, φαί­νε­ται να μην πή­ρε σει­ρά προ­τε­ραιό­τη­τας. Από τους πρώ­τους με­τα­πο­λι­τευ­τι­κούς συ­νερ­γά­τες του Σαβ­βί­δη, ο Πιε­ρής, με ι­διαί­τε­ρο το­μέα δρα­στη­ριό­τη­τας, το “νοι­κο­κύ­ρε­μα” του Αρ­χείου, έ­κα­νε “μια πρώ­τη με­τα­γρα­φή των λημ­μά­των και των πα­ρα­θε­μά­των την πε­ρίο­δο 1980-1983”.  Από τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα, μία 30κο­ντα­ε­τία, ο Κα­βά­φης α­πο­τε­λεί για αυ­τόν έ­να α­πό τα θέ­μα­τα έ­ρευ­νας. Δί­πλα σε Σε­φέ­ρη και Κώ­στα Μό­ντη, ο Αλε­ξαν­δρι­νός έ­χει μάλ­λον το με­γα­λύ­τε­ρο “μερ­τι­κό­ν”. Με­τρού­με 45 δη­μο­σιεύ­μα­τα ευ­ρέως φά­σμα­τος, μία συ­να­γω­γή με­λε­τη­μά­των, τη φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια των «Πε­ζών» Κα­βά­φη, κα­θώς και δυο συλ­λο­γι­κών τό­μων. Με αυ­τά ως δε­δο­μέ­να, η έκ­δο­ση του Λε­ξι­κού άρ­γη­σε, που ση­μαί­νει πως αυ­τό, ού­τε για τον Πιε­ρή, εί­χε σει­ρά προ­τε­ραιό­τη­τας.
Εύ­λο­γα γεν­νιέ­ται το διτ­τό ε­ρώ­τη­μα: Μή­πως, τε­λι­κά, το Λε­ξι­κό δεν πα­ρου­σία­ζε το εν­δια­φέ­ρον, που αρ­χι­κά του α­πο­δό­θη­κε; Ή, κα­θό­σον α­νο­λο­κλή­ρω­το, η πα­ρου­σία­σή του α­πο­τε­λού­σε δύ­σκο­λο εγ­χεί­ρη­μα; Στην ει­σα­γω­γή του ο Πιε­ρής, “για τη σχέ­ση του πε­ριε­χο­μέ­νου του Λε­ξι­κού με την ποίη­ση του Κα­βά­φη”, α­να­φέ­ρει ως πα­ρα­δειγ­μα­τι­κές πε­ρι­πτώ­σεις δέ­κα λέ­ξεις, που εν­σω­μα­τώ­θη­καν σε δώ­δε­κα ποιή­μα­τα του κα­νό­να. Δεν γί­νε­ται, ό­μως, σα­φές, αν αυ­τές προέ­κυ­ψαν με­τά α­πό σύ­γκρι­ση με τον «Πί­να­κα λέ­ξεων των 154 ποιη­μά­των», που έ­χει κα­ταρ­τί­σει ο Ξ. Α. Κο­κό­λης, η ο­ποία να α­πέ­δω­σε μό­νο αυ­τήν την πε­ριο­ρι­σμέ­νη σο­δειά (10 ε­πί συ­νό­λου 3.343 λέ­ξεων). Πα­ρό­μοιοι πί­να­κες, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, δεν υ­πάρ­χουν για το υ­πό­λοι­πο ποιη­τι­κό σώ­μα του Κα­βά­φη. Οπό­τε μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο ο Κα­βά­φης κα­τέ­φυ­γε “στις λε­ξι­κο­γρα­φι­κές του προ­σθή­κες”. Με άλ­λα λό­για, πό­σο χρή­σι­μη του φά­νη­κε αυ­τή “η μι­κρή συλ­λο­γή λέ­ξεω­ν”. Αν και ο προσ­διο­ρι­σμός της χρή­σης του Λε­ξι­κού α­πό τον Κα­βά­φη εί­ναι μάλ­λον μία πο­λύ στε­νή θεώ­ρη­ση της α­ξίας του. Όπως και ο πε­ριο­ρι­σμός του ως βοή­θη­μα στο λε­ξι­κο­γρα­φι­κό ερ­γα­στή­ρι του ποιη­τή.
Για τα βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του Λε­ξι­κού, δη­λα­δή το πώς ο Κα­βά­φης ξε­κί­νη­σε, το πό­τε και για πό­σο λει­τούρ­γη­σε ως ε­ρα­σι­τέ­χνης λε­ξι­κο­γρά­φος, ο Πιε­ρής υιο­θε­τεί τις ει­κα­σίες του Σαβ­βί­δη, κα­θώς φαί­νε­ται ό­τι α­πο­δεί­χθη­καν α­κρι­βείς και με­τά τον δι­κό του, εν­δε­λε­χή έ­λεγ­χο. Ας μην πα­ρα­βλέ­που­με, ω­στό­σο, πως το “σχε­δία­σμα ει­σα­γω­γής” του Κα­βά­φη εί­ναι  α­προσ­δό­κη­τα κρυ­πτι­κό. Εκεί γρά­φει: “Η αρ­χή αυ­τής της μι­κρής συλ­λο­γής λέ­ξεων ή­το η ε­πι­θυ­μία να συ­μπλη­ρώ­σω έ­να Λε­ξι­κόν το ο­ποίον με­τα­χει­ρι­ζό­μουν πο­λύ και το ο­ποίον μ’ ε­στά­θη πο­λύ χρή­σι­μον. Ο δια­πρε­πής λό­γιος ο ο­ποίος το εί­χε συν­θέ­σει πε­ριέ­λα­βε στο έρ­γον του πολ­λές λέ­ξεις της δη­μο­τι­κής...” Απο­ρία, ό­χι μό­νο φι­λο­λο­γι­κή, προ­κα­λεί η α­πό­κρυ­ψη ο­νό­μα­τος λε­ξι­κο­γρά­φου  και λε­ξι­κού. Ο Σαβ­βί­δης προ­κρί­νει το «Λε­ξι­κόν της Ελλη­νι­κής Γλώσ­σης» του Σκαρ­λά­του Βυ­ζά­ντιου έ­να­ντι των άλ­λων Λε­ξι­κών του και έ­να­ντι ε­κεί­νων έ­τε­ρων ξέ­νων λο­γίων. “Ο Κα­βά­φης έ­κα­νε συ­στη­μα­τι­κή χρή­ση λε­ξι­κώ­ν”, ό­πως το­νί­ζει ο Πιε­ρής. Στην κα­τάρ­τι­ση του Λε­ξι­κού του, κα­τα­φεύ­γει σε τρία Ελλη­νο­γαλ­λι­κά λε­ξι­κά (Άγγ. Βλά­χου, Νικ. Κο­ντό­που­λου, Felix-Desire Deheque) και το  Glossarium του Du Cange, ε­νώ α­να­φέ­ρει εν πα­ρό­δω άλ­λα ο­κτώ και δυο του­λά­χι­στον α­κό­μη τα έ­χει κα­τά νου, το Ουέ­μπστερ και των Λί­ντε­λ-Σκότ. Δεν πα­ρα­πέ­μπει, ω­στό­σο, στα τέσ­σε­ρα Λε­ξι­κά του Βυ­ζά­ντιου: Ελλη­νο­γαλ­λι­κό, Γαλ­λο­ελ­λη­νι­κό, «Λε­ξι­κόν της κα­θ’ η­μάς ελ­λη­νι­κής δια­λέ­κτου», «Λε­ξι­κόν της Ελλη­νι­κής Γλώσ­σης».
Ως “πρό­τυ­πο” για την συ­μπε­ρί­λη­ψη πα­ρα­θε­μά­των στο λήμ­μα κά­θε λέ­ξης, πέ­ραν του ερ­μη­νεύ­μα­τος, ο Πιε­ρής α­πο­κλί­νει προς το Glossarium του Du Cange. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, προς σύν­δε­ση με τις ελ­λη­νι­κές ε­γκυ­κλο­παί­δειες, θα ή­ταν χρή­σι­μη η α­να­φο­ρά του ε­ξελ­λη­νι­σμέ­νου ο­νό­μα­τος του λε­ξι­κο­γρά­φου Κα­ρό­λου Ντυ Φρεσν, η­γε­μό­να του Κανζ. Πρό­κει­ται για τον Δου­κάγ­γιο, που θεω­ρεί­ται “πα­τήρ των εν τη Δύ­σει βυ­ζα­ντι­νών σπου­δώ­ν”. Το Glossarium εί­ναι έκ­δο­ση του 1688, δέ­κα χρό­νια με­τά α­ντί­στοι­χου λα­τι­νι­κού. Πι­στεύου­με ό­τι προ­κα­λεί σύγ­χυ­ση η α­να­φο­ρά του, στον βι­βλιο­γρα­φι­κό κα­τά­λο­γο, ως Domino Du Cange-Carolo Du Fresne, με πα­ρα­πο­μπή στην έκ­δο­ση, “Vratislaviae 1891”. Η εύ­ρε­ση, πά­ντως, στη βι­βλιο­θή­κη του Κα­βά­φη μίας τό­σο ό­ψι­μης έκ­δο­σής του μάλ­λον α­πο­δυ­να­μώ­νει την υ­πο­ψη­φιό­τη­τά του ως “πρό­τυ­πο”.
Ίσως, ο Κα­βά­φης την ι­δέα ε­νός Λε­ξι­κού με­τά πα­ρα­θε­μά­των να την παίρ­νει α­πό το «Λε­ξι­κόν της κα­θ’ η­μάς ελ­λη­νι­κής δια­λέ­κτου» του Βυ­ζά­ντιου, του ο­ποίου η τρί­τη έκ­δο­ση, του 1874, ή­ταν κο­ντι­νή της πα­ρα­μο­νής του στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Στην οι­κία Φω­τιά­δη, ό­που φι­λο­ξε­νή­θη­κε, θα εί­χε την ευ­και­ρία να ε­ντρυ­φή­σει σε ό­λα τα Λε­ξι­κά Βυ­ζά­ντιου, μέ­χρι στην τρί­το­μη με­λέ­τη του, «Η Κων­στα­ντι­νού­πο­λις». Αυ­τός εί­ναι έ­νας ε­πι­πλέ­ον λό­γος, που προ­κα­λεί έκ­πλη­ξη η α­πο­σιώ­πη­ση της λε­ξι­κο­γρα­φι­κής ερ­γα­σίας ε­νός τό­σο ευ­κλε­ούς προ­γό­νου. Λο­γι­κό­τε­ρο θα μας φαι­νό­ταν τα “χαρ­τά­κια”, με τις “έ­μορ­φες λέ­ξεις” και “τη φρά­ση α­νά­με­σα που βρί­σκε­ται” κα­θε­μιά λέ­ξη, να τα έ­βα­ζε και στα τρία Λε­ξι­κά του Βυ­ζά­ντιου, που θα πρέ­πει να εί­χε σε συ­νε­χή χρή­ση. Χρή­ση, μέ­χρι και α­νά­γνω­ση, α­φού ο Κα­βά­φης συμ­βου­λευό­ταν άλ­λα και ξε­ψά­χνι­ζε λε­ξι­κά ως συλ­λέ­κτης σπά­νιων λέ­ξεων. Ει­δάλ­λως, πώς ε­ξη­γεί­ται ε­κεί­νο το φύλ­λο α­να­φο­ράς με τις 52 λέ­ξεις τις α­ντι­γραμ­μέ­νες α­πό το Ελλη­νο­γαλ­λι­κό Λε­ξι­κό του Deheque. Ή, α­κό­μη, οι 11 λέ­ξεις, οι ση­μειω­μέ­νες στα πε­ρι­θώ­ρια σε­λί­δων του Ελλη­νο­γαλ­λι­κού του Βλά­χου και με­ρι­κές άλ­λες σκόρ­πια κα­τα­γε­γραμ­μέ­νες, που ε­ντό­πι­σε ο Πιε­ρής, ε­μπλου­τί­ζο­ντας τα λήμ­μα­τα του Λε­ξι­κού α­πό 529 σε 561.
Για το πό­τε ο Κα­βά­φης ξε­κί­νη­σε τη συλ­λο­γή λέ­ξεων, προ­τεί­νε­ται ο Αύ­γου­στος του 1891, ό­ταν α­πο­δί­δει στα ελ­λη­νι­κά το μπων­τλαι­ρι­κό σο­νέ­το «Αντι­μι­λή­μα­τα», α­πό τα «Άνθη του κα­κού», συν­θέ­το­ντας το τε­λι­κά “α­πο­κη­ρυγ­μέ­νο”, «Αλλη­λου­χία κα­τά Βω­δε­λαί­ρον». Εκεί, για τη με­τά­φρα­ση της λέ­ξης ambre, κα­τα­φεύ­γει, σύμ­φω­να με τα πα­ρα­θέ­μα­τα, στα βι­βλία α­να­φο­ράς της Βι­βλιο­θή­κης του και ε­πι­λέ­γει το άμ­βα­ρις, που εί­ναι μία α­πό τις θη­σαυ­ρι­σμέ­νες λέ­ξεις. Δεν υ­πάρ­χει πα­ρά­θε­μα α­πό το ελ­λη­νι­κής δια­λέ­κτου Λε­ξι­κό του Βυ­ζά­ντιου, που κα­τα­γρά­φει τα άμ­βα­ρις, ά­μπα­ρη και ά­μπα­ρι. Πι­θα­νώς, πράγ­μα­τι, το άμ­βα­ρις να α­ντι­στοι­χεί σε έ­να α­πό τα πρώ­τα “χαρ­τά­κια”. Γε­νι­κό­τε­ρα, οι λέ­ξεις-λήμ­μα­τα θα μπο­ρού­σαν να χω­ρι­στούν ως προς τη χρο­νο­λό­γη­σή τους σε δυο κα­τη­γο­ρίες. Μία πρώ­τη ο­μά­δα με τα λήμ­μα­τα, ό­που ό­λα τα πα­ρα­θέ­μα­τα αν­τλού­νται α­πό βι­βλία α­να­φο­ράς ή εκ­δό­σεις πριν το 1891, μη βο­η­θώ­ντας στη χρο­νο­λό­γη­σή τους. Και μία δεύ­τε­ρη, με πα­ρα­θέ­μα­τα α­πό με­τα­γε­νέ­στε­ρες πη­γές, ό­που η πιο ό­ψι­μη χρο­νο­λο­γία μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί ως έ­να terminus post quem, το­πο­θε­τώ­ντας την κα­τάρ­τι­ση του λήμ­μα­τος, με τη συρ­ρα­φή πα­ρα­θε­μά­των, με­τά αυ­τήν την η­με­ρο­μη­νία. Στην πε­ρί­πτω­ση, μά­λι­στα, ε­νός μό­νο πα­ρα­θέ­μα­τος α­πό τον Τύ­πο ή και α­πό πρό­σφα­τη έκ­δο­ση, θα μπο­ρού­σε η γρα­φή του λήμ­μα­τος να θεω­ρη­θεί συγ­χρο­νι­κή. Όπως κι αν έ­χει, σε κά­θε λήμ­μα τα εν­διά­με­σα σχό­λια του Κα­βά­φη α­πο­βαί­νουν πο­λύ­τι­μα, τό­σο για τη χρο­νο­λό­γη­σή του ό­σο και για τον κομ­βι­κό ρό­λο που α­πο­δί­δει σε κά­ποια πρό­σω­πα και έρ­γα. Η συ­μπλή­ρω­ση των πα­ρα­θε­μά­των, με βά­ση τις πη­γές, α­πό τον ε­πι­με­λη­τή, εί­ναι ι­διαί­τε­ρα βο­η­θη­τι­κή, ω­στό­σο, τα σχό­λια δεν θα έ­πρε­πε σε κα­μία πε­ρί­πτω­ση να έ­χουν πα­ρα­λη­φθεί.
Κα­τά τη γνώ­μη μας, πά­ντως, η βα­σι­κή δια­φο­ρά με­τα­ξύ των πα­ρα­θε­μά­των και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, των λημ­μά­των του Λε­ξι­κού, α­πό τα γλωσ­σά­ρια, που μπο­ρεί να εί­χε κα­τά νου ο Κα­βά­φης, έ­γκει­ται στη στα­χυο­λό­γη­ση λέ­ξεων α­πό τον Τύ­πο. Αυ­τή, ου­σια­στι­κά, ξε­κι­νά­ει με­τά το πρώ­το τα­ξί­δι του Κα­βά­φη στην Αθή­να, Αύγ. 1901. Εδώ, θα πρέ­πει να μνη­μο­νεύ­σου­με τον Στέ­φα­νο Κου­μα­νού­δη και “τον μο­να­δι­κό θη­σαυ­ρό”, που ε­κεί­νος, κα­τά τον Κ. Θ. Δη­μα­ρά, “ε­δω­ρο­φό­ρη­σε στην νέα ελ­λη­νι­κή παι­δεία” την «Συ­να­γω­γή νέων λέ­ξεων», κα­θώς στη­ρί­χτη­κε κα­τά πο­λύ στον Τύ­πο. Το 1983, ο Σαβ­βί­δης σχο­λία­ζε σχε­τι­κά με το Λε­ξι­κό: “Πι­στεύω πως ο Κα­βά­φης, με τον αυ­το­δί­δα­κτο, πραγ­μα­τι­στι­κό του τρό­πο, συ­νε­χί­ζει – α­σύ­νει­δα, ί­σως – την α­ξε­πέ­ρα­στη προ­σπά­θεια της «Συ­να­γω­γής» του Κου­μα­νού­δη.” Το πό­σο “α­σύ­νει­δα” ε­νερ­γού­σε ο Κα­βά­φης ε­λέγ­χε­ται με βά­ση τις η­με­ρο­μη­νίες: ο Κου­μα­νού­δης α­πε­βίω­σε στις 19 Μαΐ. 1899, στο «Ημε­ρο­λό­γιον Σκό­κου 1900», ό­που δη­μο­σιεύε­ται το ποίη­μα «Κε­ριά» του Κα­βά­φη, υ­πάρ­χει νε­κρο­λο­γία του. Φθι­νό­πω­ρο 1900, κυ­κλο­φό­ρη­σε η «Συ­να­γω­γή» και ο α­πό­η­χος στους φι­λο­λο­γι­κούς κύ­κλους θα κρά­τη­σε του­λά­χι­στον μέ­χρι την ά­φι­ξη του Κα­βά­φη.
Ως προς τις πη­γές, οι δυο συ­να­γω­γές λέ­ξεων Κου­μα­νού­δη-Κα­βά­φη συ­μπί­πτουν σε έ­ξι α­πό τα λε­ξι­κά, στα ο­ποία πα­ρα­πέ­μπουν ή και δέ­κα, εάν στον Κα­βά­φη προ­σθέ­σου­με και τα λε­ξι­κά του Σκαρ­λά­του. Ως προς τις ε­φη­με­ρί­δες, ο Κα­βά­φης αν­τλεί α­πό 10: δυο της Αλε­ξάν­δρειας («Εφη­με­ρίς», «Τα­χυ­δρό­μος»), ε­πτά α­θη­ναϊκές, ό­που, με ε­ξαί­ρε­ση την εφ.  «Αθή­ναι», που ξε­κι­νά­ει το 1902, οι άλ­λες βρί­σκο­νται και στον κα­τά­λο­γο Κου­μα­νού­δη («Ακρό­πο­λις», «Το Άστυ», «Νέ­ον Άστυ» στον Κα­βά­φη, «Εμπρός», «Νέα Ελλάς», «Πα­τρίς», «Σκριπ»), ό­πως και η δέ­κα­τη, η «Νέα Ημέ­ρα» της Τερ­γέ­στης. Δια­φο­ρο­ποιού­νται στα πε­ριο­δι­κά. Ο Κα­βά­φης αν­τλεί α­πό 18 πε­ριο­δι­κά, ό­που μό­νο ο «Παρ­νασ­σός» βρί­σκε­ται στον “κα­τά­λο­γο πε­ριο­δι­κών συγ­γραμ­μά­τω­ν” του Κου­μα­νού­δη. Τέ­λος, α­πό τις 529 λέ­ξεις του Κα­βά­φη οι 55 υ­πάρ­χουν και στον Κου­μα­νού­δη. Μία σύ­μπτω­ση της τά­ξεως του 10%, που δι­πλα­σιά­ζε­ται, αν λη­φθούν υ­πό­ψη οι θε­μα­τι­κά ό­μοιες λέ­ξεις, εί­ναι α­ξιο­ση­μείω­τη, δε­δο­μέ­νης και της γλωσ­σι­κής α­πό­στα­σης του Κου­μα­νού­δη.
Κα­τά τα άλ­λα, ο Κα­βά­φης δεν φαί­νε­ται να πα­ρα­κο­λου­θεί συ­στη­μα­τι­κά ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λούν τα «Πα­να­θή­ναια», α­πό ό­που αν­τλεί πα­ρα­θέ­μα­τα ό­σο διά­στη­μα πα­ρα­μέ­νει συ­νερ­γά­της, 1901-1912. Το ί­διο ι­σχύει και για το «Ημε­ρο­λό­γιον Σκό­κου». Σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις ξε­φυλ­λί­ζει συ­γκε­κρι­μέ­να τεύ­χη πε­ριο­δι­κών. Ή, α­κό­μη, πα­ρα­κο­λου­θεί μία ε­φη­με­ρί­δα για ο­ρι­σμέ­νη πε­ρίο­δο, με κί­νη­τρο τα τρέ­χο­ντα ε­θνι­κά θέ­μα­τα. Όπως, λ.χ., την εφ. «Νέα Ελλάς» ή τα πε­ριο­δι­κά «Ελλη­νι­σμός» και «Κρη­τι­κή Στοά» (Μα­κε­δο­νι­κό, Βαλ­κα­νι­κοί, Με­σο­λυ­μπιά­δα 1906, Κρη­τι­κά). Πριν το 1901, υ­πάρ­χουν δυο πα­ρα­πο­μπές στους ε­τή­σιους τό­μους 1884, 1894, του μη­νιαίου πε­ριο­δι­κού «Παρ­νασ­σός» και στο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο φύλ­λο του 1897 της «Ακρό­πο­λης». Ενώ, σε δυο πε­ριο­δι­κά, φαί­νε­ται να εν­δια­φέ­ρε­ται μό­νο για διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη («Τέ­χνη» Απρ. 1899, «Πε­ριο­δι­κόν μας» Δεκ. 1900). Πά­ντως, με­τά το 1901, κα­τα­λο­γρά­φη­ση των ε­ντύ­πων σύμ­φω­να με τις χρο­νο­λο­γι­κές πα­ρα­πο­μπές, δί­νει σα­φή ει­κό­να αυ­τής της λε­ξι­κο­γρα­φι­κής ε­να­σχό­λη­σης.
Όσο α­φο­ρά τις προ­γε­νέ­στε­ρες του 1901 εκ­δό­σεις βι­βλίων α­να­φο­ράς και πα­λαιό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, οι πη­γές του Κα­βά­φη, στο βαθ­μό που υ­πο­δη­λώ­νουν  αι­σθη­τι­κές προ­τι­μή­σεις, έρ­χο­νται ως αμ­φι­σβή­τη­ση της πα­ρα­τή­ρη­σης του Πέ­τρου Κο­λα­κλί­δη, που διέ­βλε­πε, στο “δού­λε­μα της γλώσ­σας”, “τον α­πο­κλει­σμό λέ­ξεων που α­νή­κουν στη λε­γό­με­νη ποιη­τι­κή πα­ρά­δο­ση”. Υπάρ­χουν πολ­λα­πλά πα­ρα­θέ­μα­τα α­πό βι­βλία, ό­πως «Ερω­τό­κρι­τος», «Διή­γη­σις Απολ­λω­νίου», «Τρα­γού­δια ρω­μαίι­κα» του Πασ­σό­φ, εκ­δό­σεις Σά­θα, Λε­γκράν και Νικ. Πο­λί­τη. Ιδιαί­τε­ρη θέ­ση έ­χουν τα κρη­τι­κά ποιή­μα­τα της συλ­λο­γής Αγα­θάγ­γε­λου Ξη­ρου­χά­κη και κυ­ρίως, τα «Κυ­πρια­κά» του Αγιο­πε­τρί­του Αθα­νά­σιου Σα­κελ­λά­ριου. Την ί­δια ε­ντύ­πω­ση δη­μιουρ­γούν οι ε­πι­λο­γές α­πό πα­λαιό­τε­ρους και συ­γκαι­ρι­νούς του συγ­γρα­φείς.
Όσο για το πό­σο κρά­τη­σε η ε­να­σχό­λη­ση του Κα­βά­φη με το λε­κτι­κό ε­ρά­νι­σμα, ο Σαβ­βί­δης πα­ρα­τη­ρεί ό­τι η προ­σπά­θεια “α­το­νεί με­τά το 1917”, με “πιο ό­ψι­μα χρο­νο­λο­γη­μέ­νο λήμ­μα” α­πό τα «Μυ­στή­ρια της Κε­φα­λο­νιάς» του Λα­σκα­ρά­του, σε α­λε­ξαν­δρι­νή έκ­δο­ση του 1929. Ου­σια­στι­κά, δια­κό­πτε­ται με­τά το 1914, με μό­λις πέ­ντε πα­ρα­θέ­μα­τα στην ε­πό­με­νη τριε­τία. Δη­λα­δή, ό­ταν ο Κα­βά­φης με­τα­το­πί­ζει το κέ­ντρο βά­ρους των εν­δια­φε­ρό­ντων του α­πό την Αθή­να στην κο­σμο­πο­λί­τι­κη Αλε­ξάν­δρεια. Θα λέ­γα­με ό­τι το «Λε­ξι­κό πα­ρα­θε­μά­των» εί­ναι έρ­γο της α­θη­ναϊκής του πε­ριό­δου. Αλλού α­να­λυ­τι­κό­τε­ρα και πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­πί του Λε­ξι­κού. Προ­σώ­ρας μέ­νου­με ευ­γνώ­μο­νες στον Πιε­ρή για το κα­βα­φι­κό α­πο­θη­σαύ­ρι­σμα, που φρό­ντι­σε με α­φο­σίω­ση στον Αλε­ξαν­δρι­νό, αλ­λά και ως χρέ­ος α­πέ­να­ντι στον Δά­σκα­λό του. Πρό­κει­ται ε­πι­πλέ­ον, για μία ση­μα­ντι­κή έκ­δο­ση ως α­πο­χαι­ρε­τι­σμός “στην Αλε­ξάν­δρεια που φεύ­γει”. Στην Αλε­ξάν­δρεια που χά­νου­με, με την τε­λευ­ταία με­τοι­κε­σία των κα­βα­φι­κών κα­τά­λοι­πων.    
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/6/2015.

Η περίπτωση Ρώμου Φιλύρα

Ρώ­μος Φι­λύ­ρας
«Ποιή­μα­τα
Άπα­ντα τα ευ­ρε­θέ­ντα»
Τό­μοι Α΄- Β΄
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου-Α. Ξυ­νο­γα­λά
Εκδ. University Studio Press


Μάρ­τιο 2013, ό­ταν ξε­κι­νού­σε με­τά φα­νών και λα­μπά­δων το Έτος Κα­βά­φη, κυ­κλο­φό­ρη­σαν τα δί­το­μα Άπα­ντα Ρώ­μου Φι­λύ­ρα. Το ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα των ε­πι­με­λη­τών φέ­ρει η­με­ρο­μη­νία Μάιος 2012. Αν η έκ­δο­ση δεν κα­θυ­στε­ρού­σε στο Τυ­πο­γρα­φείο, θα συ­νέ­πι­πτε με την ε­πέ­τειο των 70 χρό­νων α­πό το θά­να­το του Φι­λύ­ρα, στις 9 Σεπ. 1942. Αλλά α­κό­μη κι αν δεν κα­θυ­στε­ρού­σε, ποιος α­πό ε­κεί­νους που παίρ­νουν τις α­πο­φά­σεις για τους ε­πε­τεια­κούς πα­νη­γυ­ρι­σμούς, θα δια­νο­εί­το Έτος Φι­λύ­ρα; Το 2012, εί­χε κη­ρυ­χτεί Έτος Νι­κη­φό­ρου Βρετ­τά­κου. Σε­πτέμ­βριο 2014, ε­νώ τα με­θεόρ­τια του Έτους Κα­βά­φη συ­νε­χί­ζο­νταν, με δρά­σεις προς α­να­ζω­πύ­ρω­ση της δη­μο­φι­λίας του Αλε­ξαν­δρι­νού, εκ­δό­θη­κε ο πρώ­τος τό­μος των Απά­ντων Τέλ­λου Άγρα. Εβδο­μή­ντα χρό­νια α­πό τον θά­να­το του Άγρα, ου­δείς θα σκε­φτό­ταν Έτος Άγρα, κι ας ή­ταν ορ­φα­νό ε­πε­τείου ε­πι­φα­νούς, ό­πως τον α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε σή­με­ρα, το 2014. Αλλά για Άγρα και Φι­λύ­ρα θα συ­ζη­τού­με, ό­ταν δεν υ­πήρ­ξε Έτος Κα­ρυω­τά­κη; Και κα­λά το 1998, που συ­μπλη­ρώ­νο­νταν 70 χρό­νια α­πό την αυ­το­κτο­νία του,  να δο­θεί στον Σο­λω­μό. Το 2008, ό­μως, για­τί να έ­χει το προ­βά­δι­σμα ο Κα­ρα­γά­τσης; Η α­πά­ντη­ση εί­ναι προ­φα­νής. Η γε­νιά του ’30, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ο Κα­βά­φης, εν­δια­φέ­ρει. Ενώ για τη γε­νιά του ’20 υ­πάρ­χει μό­νο, ό­σο υ­πάρ­χει, γραμ­μα­το­λο­γι­κό εν­δια­φέ­ρον.
Τη γε­νιά του ’20 την α­πο­κα­λούν και “γε­νιά του Κα­ρυω­τά­κη”, αι­τιο­λο­γώ­ντας εν μέ­ρει τον πα­ρα­με­ρι­σμό της  με τα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία των ποιη­τών που την α­πο­τε­λούν, ό­που συμ­βάλ­λουν και ό­σα γρά­φουν γι’ αυ­τούς οι ι­στο­ρι­κοί της νε­ο­ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­το­λο­γίας. Αν, ό­μως, το ζη­τού­με­νο εί­ναι η ε­πα­νε­κτί­μη­ση ο­ρι­σμέ­νων ποιη­τών αυ­τής της γε­νιάς, δεν αρ­κεί το “νοι­κο­κύ­ρε­μα” του έρ­γου τους. Απαι­τεί­ται εκ νέ­ου θεώ­ρη­ση των δε­δο­μέ­νων προς α­παλ­λα­γή α­πό την πα­γιω­μέ­νη ει­κό­να που τους α­κο­λου­θεί μέ­χρι σή­με­ρα. Η ό­ποια ε­πα­νε­ξέ­τα­ση προϋπο­θέ­τει την α­πο­φυ­γή για τη γε­νιά πα­ρό­μοιων α­πλο­ποιη­τι­κών ο­νο­μα­σιών. Αυ­τή η πρώ­τη ο­μά­δα ποιη­τών του Με­σο­πο­λέ­μου δεν συ­νο­ψί­ζε­ται ως γε­νιά του ε­νός ποιη­τή, ό­πως, άλ­λω­στε, δεν συ­νο­ψί­ζε­ται η γε­νιά του 1880 ή η γε­νιά του ’30. Ανε­ξάρ­τη­τα αν ο Κα­ρυω­τά­κης, με­τά την αυ­το­κτο­νία του και ως έ­να βαθ­μό χά­ρις σε αυ­τήν, έ­χει α­πο­τι­μη­θεί ως “ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος κι α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τε­ρος”. Όσο για τις πα­ρα­τη­ρή­σεις των Ιστο­ρι­κών, ό­τι πρό­κει­ται για “μια γε­νιά που έ­χει συ­νεί­δη­ση της α­νε­πάρ­κειάς της μπρο­στά στα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα της ζωής” ή που υιο­θέ­τη­σε στά­ση πα­ραί­τη­σης, αυ­τές, ως γε­νι­κευ­μέ­νες δια­τυ­πώ­σεις, δεί­χνουν μάλ­λον ά­στο­χες. Ως προς τι, ό­μως, δια­φέ­ρουν οι εν λό­γω “ποιη­τές της Αθή­νας” και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση το έρ­γο τους α­πό τον Κα­βά­φη, ώ­στε, σή­με­ρα, να μην συ­γκι­νούν, ε­νώ ο Αλε­ξαν­δρι­νός βρί­σκε­ται στο ε­πί­κε­ντρο του εν­δια­φέ­ρο­ντος; Την α­πά­ντη­ση την δί­νει ο ί­διος ο Κα­βά­φης, ό­ταν α­πο­φαί­νε­ται για τους ο­μό­τε­χνούς του της Αθή­νας: “Εί­ναι ρο­μα­ντι­κοί! Ρο­μα­ντι­κοί! Ρο­μα­ντι­κοί!” 
Από μιας αρ­χής, ο ρο­μα­ντι­σμός, α­πό τα Πα­ρί­σια, με­τα­λα­μπα­δεύ­τη­κε στην Αθή­να και ε­δώ ρί­ζω­σε. Η Πρώ­τη Αθη­ναϊκή Σχο­λή εί­ναι αυ­τή των ρο­μα­ντι­κών ποιη­τών. Την δια­δέ­χε­ται η Νέα Αθη­ναϊκή Σχο­λή, που α­ντι­στοι­χεί στη γε­νιά του 1880 και η ο­ποία α­ντι­μά­χε­ται τις υ­περ­βο­λές του ρο­μα­ντι­σμού. Αυ­τή α­πο­βαί­νει μία δυ­να­μι­κή γε­νιά που σβή­νει την προ­η­γού­με­νη. Οι κα­τά Κα­βά­φη ρο­μα­ντι­κοί α­πο­τέ­λε­σαν “την α­θη­ναϊκή σχο­λή του νε­ο­ρο­μα­ντι­σμού και νε­ο­συμ­βο­λι­σμού”. Το πρό­θε­μα “νέ­ο” ε­πι­στρα­τεύε­ται κά­θε φο­ρά που έ­νας πα­λαιό­τε­ρος χα­ρα­κτη­ρι­σμός ε­ξυ­πη­ρε­τεί μεν, αλ­λά α­παλ­λαγ­μέ­νος α­πό τις τυ­χόν αρ­νη­τι­κές φορ­τί­σεις. Πρό­κει­ται, ου­σια­στι­κά, για μία Δεύ­τε­ρη Αθη­ναϊκή Σχο­λή. Αντί­στοι­χα, αυ­τήν τη γε­νιά των νε­ο­ρο­μα­ντι­κών την δια­δέ­χε­ται μία Δεύ­τε­ρη Νέα Αθη­ναϊκή Σχο­λή, που εί­ναι η γε­νιά το ’30. Και πά­λι, μία δυ­να­μι­κή γε­νιά που σβή­νει την προ­η­γού­με­νη. Νο­μο­τε­λεια­κά θα α­να­με­νό­ταν η ε­πό­με­νη να εί­ναι γε­νιά πα­ραι­τη­μέ­νων και ό­χι η πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά. Αλλά φαί­νε­ται πως στην πε­ρί­πτω­σή της στά­θη­κε κα­θο­ρι­στι­κός ο ρό­λος της α­ρι­στε­ρής ι­δε­ο­λο­γίας, που α­πο­τρέ­πει α­παι­σιό­δο­ξες ρο­πές, ε­πι­τάσ­σο­ντας σθέ­νος και μα­χη­τι­κό­τη­τα. Στην έλ­ξη, ω­στό­σο, που α­σκεί σε κά­ποιους αυ­τής της γε­νιάς η ποίη­ση των νε­ο­ρο­μα­ντι­κών, δια­φαί­νε­ται η ρο­μα­ντι­κή τους διά­θε­ση. Στο ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα, ο Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου  ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι τον πρώ­το σπό­ρο για τα Άπα­ντα Ρώ­μου Φι­λύ­ρα τον έ­βα­λε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης. Εκεί­νος εί­χε ε­πι­ση­μά­νει την α­νά­γκη μιας έκ­δο­σης των ποιη­μά­των του Φι­λύ­ρα, κι αυ­τό, κα­θό­λου τυ­χαία, λί­γο με­τά την κυ­κλο­φο­ρία της αν­θο­λο­γίας «Χα­μη­λή φω­νή» του Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη, στην ο­ποία ο Φι­λύ­ρας, ό­πως και ο Με­λα­χρι­νός, αν­θο­λο­γεί­ται με 10 ποιή­μα­τα, ε­νώ ο Άγρας με 17 και ο Κα­ρυω­τά­κης με 15.
Αναμ­φι­βό­λως, οι πρώ­τοι ρο­μα­ντι­κοί και οι με­τέ­πει­τα, οι α­πο­κα­λού­με­νοι νε­ο­ρο­μα­ντι­κοί, α­πέ­χου­ν. Για­τί, ό­μως, ο ρο­μα­ντι­σμός των δεύ­τε­ρων να χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται “άρ­ρω­στος”; Εί­θι­σται να τους πε­ρι­γρά­φουν ως “αυ­τό­χει­ρες, ε­ρα­στές της η­δο­νής και των τε­χνη­τών πα­ρα­δεί­σω­ν”. Αυ­τή η φρά­ση α­πο­δί­δει μία συ­νο­λι­κή ει­κό­να ή μή­πως εί­ναι έ­να στε­ρεό­τυ­πο, που καλ­λιερ­γή­θη­κε α­πό τον βίο και την πο­λι­τεία των γνω­στό­τε­ρων, α­δι­κώ­ντας κά­ποιους α­πό τους κα­λύ­τε­ρους της ο­μά­δας; Συμ­βαί­νει συ­χνά οι α­πο­φάν­σεις για έ­να σύ­νο­λο προ­σώ­πων να στη­ρί­ζο­νται σε έ­να δυο, δια­ση­μό­τε­ρες, πε­ρι­πτώ­σεις. Όλους και ό­λους δυο αυ­τό­χει­ρες με­τρά­ει η γε­νιά. Αλλά και σε αυ­τούς δεν α­ντι­στοι­χεί η αί­γλη του ρο­μα­ντι­κού αυ­τό­χει­ρα, που τους α­πο­δό­θη­κε. Εθε­λού­σια έ­ξο­δος α­πό την πε­νία της Κα­το­χής, ό­πως το πρό­σφα­το κύ­μα αυ­το­κτο­νιών, ή­ταν ε­κεί­νη του Λα­πα­θιώ­τη. Κα­τά μία ερ­μη­νεία, το ί­διο ι­σχύει για την αυ­το­κτο­νία του Κα­ρυω­τά­κη. Έβλε­πε “την ά­βυσ­σο που ερ­χό­τα­ν”, ή­δη α­πό το 1923, που δη­μο­σιεύει το «Τρα­γού­δι της πα­ρα­φρο­σύ­νης». Ιδίοις όμ­μα­σι το δια­πι­στώ­νει το 1926, που ε­πι­σκέ­πτε­ται στο Δρο­μο­καΐτειο τον φί­λο του Ρώ­μο Φι­λύ­ρα. Ει­κά­ζε­ται, πως συ­μπτω­μα­τι­κά, την ί­δια ε­πο­χή, αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’20, “α­γο­ρα­σμέ­νες φί­λες” τους έ­δι­ναν μα­ζί με “τα φευ­γα­λέα χεί­λη” την «Ώχρα σπει­ρο­χαί­τη». Η συ­μπό­ρευ­ση Φι­λύ­ρα-Κα­ρυω­τά­κη ξε­κι­νά­ει α­πό το 1912 και το πε­ριο­δι­κό «Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νος Παρ­νασ­σός», ό­που ο Φι­λύ­ρας, 24χρο­νος, εί­ναι αρ­χι­συ­ντά­κτης και ο Κα­ρυω­τά­κης, 16χρο­νος, α­να­γνώ­στης αρ­χι­κά και με­τά συ­νερ­γά­της, με ποιή­μα­τα που “συ­νο­μι­λού­ν” με ε­κεί­να της πρώ­της συλ­λο­γής του Φι­λύ­ρα, «Ρό­δα στον α­φρό». Ο Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος σχο­λιά­ζει α­να­λυ­τι­κά την έ­κτα­ση της “συ­νο­μι­λίας” τους.
Εκτός α­πό τους δυο αυ­τό­χει­ρες, με­τρη­μέ­νοι εί­ναι και οι “ε­ρα­στές των τε­χνη­τών πα­ρα­δεί­σω­ν” της γε­νιάς, μό­λις δυο, Λα­πα­θιώ­της και Μή­τσος Πα­πα­νι­κο­λά­ου. Πι­θα­νώς, για κά­ποιο διά­στη­μα, να εί­χε ε­ξο­κεί­λει και ο Καί­σαρ Εμμα­νουήλ. Ας μην γε­νι­κεύου­με, με βά­ση το πρό­τυ­πο, που α­πο­τέ­λε­σαν οι κο­ρυ­φαίες πε­ρι­πτώ­σεις των Γάλ­λων ποιη­τών. Ού­τε αυ­τό­χει­ρες, ού­τε “ε­ρα­στές της η­δο­νής”, οι Άγρας και Φι­λύ­ρας. Κα­τά τα άλ­λα, μό­νο ε­πο­χές ά­κρως λο­γο­κρα­τού­με­νες δια­χω­ρί­ζουν τον ρο­μα­ντι­σμό σε υ­γιή και νο­ση­ρό. Αλλά και πά­λι, για­τί ο ρο­μα­ντι­σμός της τριά­δας Κα­ρυω­τά­κη-Άγρα-Φι­λύ­ρα ή­ταν “άρ­ρω­στος”; Γνή­σια ρο­μα­ντι­κοί στά­θη­καν, ό­πως δεί­χνουν πε­ρί­λα­μπρα τα ψευ­δώ­νυ­μα των δυο, που, με αυ­τά, αμ­φό­τε­ροι κα­τα­γρά­φτη­καν στις δέλ­τους της Λο­γο­τε­χνίας. Απόρ­ροια πα­τριω­τι­κού εν­θου­σια­σμού του πρώ­του, γερ­μα­νι­κού ρο­μα­ντι­σμού του δεύ­τε­ρου.
Το αρ­χι­κό ψευ­δώ­νυ­μο του Ιωάν­νη Οι­κο­νο­μό­που­λου ή­ταν “Κο­ριν­θια­κόν κύ­μα”, ε­γκε­κρι­μέ­νο α­πό τον Ξε­νό­που­λο, που κω­δι­κά σή­μαι­νε συμ­με­το­χή στη «Διά­πλα­ση των παί­δων». Αυ­τά το 1901, ό­ταν, 13χρο­νος, βρι­σκό­ταν α­κό­μη στη γε­νέ­τει­ρά του, το Κιά­το Κο­ριν­θίας. Σε α­ντί­θε­ση με τον Άγρα, ε­γκα­τέ­λει­ψε γρή­γο­ρα ψευ­δώ­νυ­μο και πε­ριο­δι­κό. Την ε­πό­με­νη χρο­νιά, με την οι­κο­γε­νεια­κή με­τοι­κε­σία στον Πει­ραιά, γνώ­ρι­σε τον Χιώ­τη Δη­μή­τρη Σύ­ψω­μο, που, το 1884, εί­χε έρ­θει στον Πει­ραιά α­πό τη Σύ­ρο. Το 1902, ή­ταν ή­δη γνω­στός ποιη­τής, με το ψευ­δώ­νυ­μο Λά­μπρος Πορ­φύ­ρας. Δι­κή του ε­πι­νό­η­ση το ψευ­δώ­νυ­μο Ρώ­μος Φι­λύ­ρας, με το ο­ποίο πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε ο Οι­κο­νο­μό­που­λος, μό­λις 14χρο­νος, με το ποίη­μα «Ρο­δό­φυλ­λα», στο «Νου­μά».
Ενώ, το Λά­μπρος Πορ­φύ­ρας εί­ναι μο­νο­σή­μα­ντα σο­λω­μι­κό, το Φι­λύ­ρας πα­ρα­πέ­μπει εις τρι­πλούν στον γερ­μα­νι­κό ρο­μα­ντι­σμό. Στο με­σαιω­νι­κό ποίη­μα «Υπό τας φι­λύ­ρας», ε­ρω­τι­κό τρα­γού­δι του λυ­ρι­κού Βάλ­τερ φον ντερ Φό­γκελ­βαϊντε, στο στο­χα­στι­κό διά­λο­γο του Σίλ­λε­ρ, «Ο πε­ρί­πα­τος υ­πό τας φι­λύ­ρας», και στο ρο­μα­ντι­κό ρο­μά­ντσο του Αλφόν­σου Καρ­ρ, «Υπό τας φι­λύ­ρας». Αυ­τό το τε­λευ­ταίο, έκ­δο­ση του 1832, με­τα­φρά­στη­κε στα ελ­λη­νι­κά το 1884, και πά­λι το 1916, αυ­τήν τη φο­ρά, α­πό τον Πο­λέ­μη. Όσο για το Ρώ­μος, α­πό το Ρέ­μος και Ρω­μύ­λος, φαί­νε­ται να προσ­γειώ­νει το ε­πί­θε­το στα καθ’ η­μάς.
Το με­σαιω­νι­κό τρα­γού­δι α­φη­γεί­ται τον έ­ρω­τα ε­νός ζευ­γα­ριού “unter der linde / an der heide”, με μο­να­δι­κή πα­ρου­σία έ­να α­η­δό­νι. Το πρώ­το ποίη­μα, που δη­μο­σιεύει  ο Φι­λύ­ρας, με το ό­νο­μά του, 11χρο­νος, στο παι­δι­κό πε­ριο­δι­κό «Η Χα­ρά» του Κων­στα­ντί­νου Γα­λά­νη, στο χω­ριό Ψά­ρι του Δή­μου Στυμ­φα­λίας, έ­χει συ­μπτω­μα­τι­κά τον τίτ­λο «Αη­δό­νι». Στον α­στε­ρι­σμό ε­κεί­νου του τρα­γου­διού, με ο­ρί­ζου­σες τη φύ­ση και τον ι­δεό­πλα­στο έ­ρω­τα, κι­νεί­ται το πρώ­το “ποιη­τι­κό βι­βλίο”, που ε­ξέ­δω­σε το 1911. Αυ­τό, μα­ζί με τα άλ­λα πέ­ντε “ποιη­τι­κά βι­βλία”, που ε­ξέ­δω­σε μέ­χρι το 1923, και το πε­ζό, «Ο θε­α­τρί­νος της ζωής», που τυ­πώ­νει το 1916, α­πο­τε­λούν τον πρώ­το τό­μο των Απά­ντων του, που κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό τις εκ­δό­σεις Γκο­βό­στη, το 1939, με ε­κτε­νή ει­σα­γω­γή και ε­πι­μέ­λεια του Αι­μί­λιου Χουρ­μού­ζιου. Στη συ­νέ­χεια, ο Χουρ­μού­ζιος συ­γκέ­ντρω­σε α­δη­μο­σίευ­τα ποιή­μα­τα του Φι­λύ­ρα με την προο­πτι­κή ε­πό­με­νων, ε­νός ή και δυο, τό­μων. Αυ­τή η συ­νέ­χεια δεν πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε, ού­τε τα χει­ρό­γρα­φα, που συ­νέ­λε­ξε, δια­σώ­θη­καν.
Ο Κα­ρά­ο­γλου α­να­φέ­ρει, πως, στις 29 και 31 Αυγ. 1938, δη­μο­σιεύε­ται προ­αγ­γε­λία αν­θο­λο­γίας Φι­λύ­ρα με πρό­λο­γο Μιλ­τιά­δη Μα­λα­κά­ση, που πο­τέ δεν εκ­δό­θη­κε. Ενώ, στις 14 Μαρ. 1939, α­ναγ­γέλ­λε­ται η έκ­δο­ση των Απά­ντων. Τό­τε, υ­πήρ­ξε διά­στα­ση α­πό­ψεων με­τα­ξύ Μα­λα­κά­ση και Χουρ­μού­ζιου. Ο πρώ­τος υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι χρεια­ζό­ταν “ξε­κα­θά­ρι­σμα” της  ποιη­τι­κής πα­ρα­γω­γής του Φι­λύ­ρα, ε­νώ ο δεύ­τε­ρος “πε­ρι­μά­ζε­μα”. Ού­τε τό­τε, πό­σω μάλ­λον σή­με­ρα, στέ­κει η ά­πο­ψη του Μα­λα­κά­ση. Κα­ταρ­χήν συ­γκε­ντρώ­νε­ται έ­να ποιη­τι­κό σώ­μα, κα­τά το δυ­να­τό πλη­ρέ­στε­ρο, και στη συ­νέ­χεια, συ­γκρο­τού­νται αν­θο­λο­γίες. Δε­δο­μέ­νου ό­τι το μεν πρώ­το εί­ναι στα­θε­ρό, ε­νώ η ό­ποια αν­θο­λό­γη­ση εκ­φρά­ζει την κρα­τού­σα αι­σθη­τι­κή ε­κά­στης ε­πο­χής. Η κα­τάρ­τι­ση Απά­ντων και Βι­βλιο­γρα­φιών εί­ναι οι δυο πρω­ταρ­χι­κές και α­πα­ραί­τη­τες φι­λο­λο­γι­κές ερ­γα­σίες, στις ο­ποίες η νε­ο­ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­το­λο­γία υ­στε­ρεί. Από­δει­ξη το πό­σο άρ­γη­σαν τα Άπα­ντα Φι­λύ­ρα. Και πά­λι, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο, πρό­κει­ται για “Άπα­ντα τα ευ­ρε­θέ­ντα”. Οι ε­πι­με­λη­τές, πα­ρά τις ε­πί­μο­χθες προ­σπά­θειες, για τις ο­ποίες ι­δεά­ζουν ει­σα­γω­γι­κά, έ­χουν τη βε­βαιό­τη­τα πως λαν­θά­νουν δη­μο­σιευ­μέ­να ποιή­μα­τα, αλ­λά και α­δη­μο­σίευ­τα αυ­τό­γρα­φα. Στον πρώ­το τό­μο, συ­γκε­ντρώ­νο­νται, σε έ­να πρώ­το μέ­ρος, τα έ­ξι “ποι­ητικά βιβλία” του Φι­λύ­ρα και σε έ­να δεύ­τε­ρο, τα «Πα­ρα­λει­πό­με­να», δη­λα­δή ό­σα δη­μο­σίευ­σε αυ­τήν την πρώ­τη πε­ρίο­δο αλ­λά δεν τα συ­μπε­ριέ­λα­βε στα “ποιη­τι­κά βι­βλία” του. Στον δεύ­τε­ρο τό­μο, συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα δη­μο­σιευ­μέ­να α­πό το 1923 μέ­χρι τον θά­να­τό του και τα ευ­ρε­θέ­ντα α­δη­μο­σίευ­τα. Προ­βλέ­πο­νται ευ­ρε­τή­ρια τίτ­λων και πρώ­των στί­χων, κα­θώς και γλωσ­σά­ρι. Πι­στεύου­με ό­τι θα βο­η­θού­σε και έ­να ευ­ρε­τή­ριο πε­ριο­δι­κών.
Μέ­νει η α­πο­ρία τι α­πό­γι­νε ε­κεί­νη η αν­θο­λο­γία, αλ­λά και πώς συ­νέ­βη, ο ί­διος εκ­δο­τι­κός οί­κος να προ­α­ναγ­γέλ­λει αν­θο­λο­γία Μα­λα­κά­ση και έ­ξι μή­νες με­τά, να εκ­δί­δει Άπα­ντα Χουρ­μού­ζιου. Πι­στεύου­με πως με­ρι­κή α­πά­ντη­ση προ­σφέ­ρουν οι πε­ρι­πέ­τειες που έ­χει ο εκ­δό­της Κώ­στας Γκο­βό­στης με την Ασφά­λεια του με­τα­ξι­κού κα­θε­στώ­τος. Κα­τα­στρο­φή του στοκ των βι­βλίων, ό­που πι­θα­νώς συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται η αν­θο­λο­γία, και δι­κή του φυ­λά­κι­ση. Με την ε­πα­νεκ­κί­νη­ση του εκ­δο­τι­κού οί­κου, μπο­ρεί να εί­χε την έ­μπνευ­ση να πε­ρι­συλ­λέ­ξει το διά­σπαρ­το έρ­γο του Φι­λύ­ρα, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την ε­πα­νέκ­δο­ση των βι­βλίων του, γι’ αυ­τό α­πευ­θύ­νε­ται στον Χουρ­μού­ζιο, συ­νερ­γά­τη του α­πό την ε­πο­χή του πε­ριο­δι­κού «Πρω­το­πό­ροι».
Πο­λύ­τι­μες α­πο­βαί­νουν οι ση­μειώ­σεις, που συ­νο­δεύουν τα ποιή­μα­τα. Εκτός α­πό το σχο­λια­σμό των λε­κτι­κών και φρα­στι­κών πα­ραλ­λα­γών στις δια­δο­χι­κές δη­μο­σιεύ­σεις, α­πο­κα­θί­στα­ται η χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά δη­μο­σίευ­σης των ποιη­μά­των, που ο Φι­λύ­ρας δεν κρα­τά­ει στις ποιη­τι­κές συλ­λο­γές. Για πα­ρά­δειγ­μα, τα ποιή­μα­τα «Το κοι­μή­τη­ρι» και «Στρα­τός», δη­μο­σιευ­μέ­να α­ντι­στοί­χως, το 1904 και το 1907, α­ντα­να­κλούν τα δει­νά της ε­πο­χής. Όσο α­φο­ρά τις χρο­νο­λο­γίες έκ­δο­σης των ποιη­τι­κών συλ­λο­γών του Φι­λύ­ρα, οι πραγ­μα­τι­κές μπο­ρεί να α­πο­κλί­νουν λί­γο των α­να­γρα­φό­με­νων. Για πα­ρά­δειγ­μα, η δεύ­τε­ρη, «Γυ­ρι­σμοί», με χρο­νο­λο­γία 1919, θα πρέ­πει να εκ­δό­θη­κε φθι­νό­πω­ρο 1918, α­φού ο Π. Τα­γκό­που­λος την σχο­λιά­ζει Νοέ. 1918.
Ας κλεί­σου­με ε­δώ, για­τί η πε­ρί­πτω­ση Φι­λύ­ρα, με α­φορ­μή τη δί­το­μη έκ­δο­ση, ε­πι­δέ­χε­ται αρ­κε­τό α­κό­μη σχο­λια­σμό. Εξάλ­λου, δεν φι­λο­δο­ξού­με να κά­νου­με κά­ποιο εί­δος α­να­διά­τα­ξης στα φι­λο­λο­γι­κά πράγ­μα­τα.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/6/2015.

Όλα εί­ναι έ­να λά­θος

Θω­μάς Συ­μεω­νί­δης
«Γί­νε ο ή­ρωάς μου!»
Εκδό­σεις Γα­βριη­λί­δης
Φεβ. 2015

Εί­χε κά­μπο­σο και­ρό να προ­κύ­ψει πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος γέν­νη­μα θρέμ­μα Θεσ­σα­λο­νι­κιός. Το βι­βλίο του Θω­μά Συ­μεω­νί­δη α­πο­τε­λεί ευ­χά­ρι­στη έκ­πλη­ξη, έ­στω κι αν έρ­χε­ται μέ­σω Πα­ρι­σίων. Έτσι κι αλ­λιώς, δε­δο­μέ­νου ό­τι μία αυ­ξα­νό­με­νη ο­μά­δα πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων εί­ναι δι­πλω­μα­τού­χοι α­νώ­τα­των σχο­λών, με με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές σε ι­δρύ­μα­τα η­με­δα­πής και αλ­λο­δα­πής, α­να­μέ­νε­ται να πλη­θαί­νουν, με τη συμ­βο­λή και της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης, οι κά­τοι­κοι ε­ξω­τε­ρι­κού. Ο Συ­μεω­νί­δης θα μπο­ρού­σε να ε­ντα­χθεί στην πρό­σφα­τη πε­ντά­δα πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων πε­ζο­γρά­φων (Α. Πα­πα­ντώ­νης, Χρ. Κυ­θρεώ­της, Λ. Κα­λο­σπύ­ρος, Γ. Τσίρ­μπας, Ι. Ανυ­φα­ντά­κης), γεν­νη­μέ­νων την πε­ρίο­δο 1976-1983, με πρώ­τη εμ­φά­νι­ση μέ­σα στα τε­λευ­ταία  δυο χρό­νια, για τους ο­ποίους ε­πι­κρά­τη­σε η κά­πως τε­τριμ­μέ­νη πρόρ­ρη­ση, των πολ­λά υ­πο­σχό­με­νων. Κα­τά σύ­μπτω­ση, ό­λοι τους τυγ­χά­νουν ε­πι­στή­μο­νες. Στο ση­μείο που δια­φο­ρο­ποιεί­ται ο Συ­μεω­νί­δης α­πό τους λοι­πούς της ο­μά­δας, εί­ναι η μη πα­ρου­σία του σε σχο­λές δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής, λο­γο­τε­χνι­κούς δια­γω­νι­σμούς και δη­μο­σιεύ­σεις βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεων. Δη­λα­δή, του­λά­χι­στον προ­σώ­ρας, α­πέ­χει α­πό το γη­γε­νές λο­γο­τε­χνι­κό γί­γνε­σθαι. Αν και μπο­ρεί να μην πρό­κει­ται για ε­πι­λο­γή, αλ­λά α­πλώς για συ­γκυ­ρια­κή α­πόρ­ροια, κα­θώς αυ­τές οι δρα­στη­ριό­τη­τες σχε­δόν πε­ρι­χα­ρα­κώ­νο­νται α­πό ο­ρι­σμέ­νους λο­γο­τε­χνι­κούς κύ­κλους της Αθή­νας.   
Εί­ναι, πά­ντως, ο δεύ­τε­ρος θε­τι­κός ε­πι­στή­μων, με­τά τον συ­νο­μή­λι­κό του Πα­πα­ντώ­νη, ε­πί­σης κά­τοι­κο ε­ξω­τε­ρι­κού. Μό­νο που οι σπου­δές βιο­λο­γίας του Πα­πα­ντώ­νη κα­θο­ρί­ζουν σε με­γά­λη έ­κτα­ση το μύ­θο του βι­βλίου του, σε α­ντί­θε­ση με την κα­τάρ­τι­ση στην αρ­χι­τε­κτο­νι­κή του Συ­μεω­νί­δη. Αλλά οι δι­κές του με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές, κα­θώς και οι ση­με­ρι­νές ε­να­σχο­λή­σεις του, έ­χουν στρα­φεί σε θεω­ρη­τι­κό ε­πι­στη­μο­νι­κό α­ντι­κεί­με­νο. Όπως και ο ή­ρωας του βι­βλίου του, με­τά τον πρώ­το κύ­κλο σπου­δών στην γε­νέ­τει­ρα, “δι­δά­χτη­κε τις πο­λι­τι­κές και οι­κο­νο­μι­κές ε­πι­στή­μες σε ο­νο­μα­στό πα­νε­πι­στή­μιο της αλ­λο­δα­πής”, που στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, σύμ­φω­να με το βιο­γρα­φι­κό στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου του, εί­ναι το London School of Economics and Political Sciences. Στη συ­νέ­χεια, ε­πα­νέ­καμ­ψε στην η­με­δα­πή, ό­χι πλέ­ον στη Θεσ­σα­λο­νί­κη αλ­λά στην Αθή­να, ό­που εκ­πό­νη­σε με­τα­πτυ­χια­κή δια­τρι­βή στο διε­πι­στη­μο­νι­κό πε­δίο αι­σθη­τι­κής φι­λο­σο­φίας και αρ­χι­τε­κτο­νι­κής και με­τά, α­πο­μα­κρυ­νό­με­νος α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο των θε­τι­κών ε­πι­στη­μών, δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή πά­νω στην αι­σθη­τι­κή θεω­ρία του Τε­ο­ντόρ Αντόρ­νο και συ­γκε­κρι­μέ­να, σχε­τι­κά με τη φι­λο­σο­φι­κή θεώ­ρη­ση α­πό ε­κεί­νον του θε­α­τρι­κού έρ­γου του Σά­μουελ Μπέ­κε­τ, «Το τέ­λος του παι­χνι­διού».
Χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να με το πε­ζο­γρά­φη­μά του, τον ε­φε­τι­νό Ιαν.,  ε­ξέ­δω­σε τη δια­τρι­βή του, με τίτ­λο, «Όλα εί­ναι πα­ρε­ξή­γη­ση», και υ­πό­τιτ­λο, «Η φι­λο­σο­φι­κή ερ­μη­νεία της τέ­χνης ως κρι­τι­κή της ο­ντο­λο­γίας». Τώ­ρα, κα­τά πό­σο η ε­ντρύ­φη­ση σε ζη­τή­μα­τα φι­λο­σο­φι­κής και συ­γκρι­τι­κής αι­σθη­τι­κής, η ο­ποία συ­νε­χί­ζε­ται και με­τά το πέ­ρας της δια­τρι­βής, κα­τά την ή­δη τε­τρα­ε­τή πα­ρα­μο­νή του στην αλ­λο­δα­πή, έ­χει ε­μπο­τί­σει το πε­ζο­γρά­φη­μά του, μέ­νει να συ­ζη­τη­θεί. Η α­πά­ντη­ση δεν εί­ναι αυ­το­νό­η­τη, κα­θώς οι ό­ποιες ε­πιρ­ροές δεν κα­θρε­φτί­ζο­νται εμ­φα­νώς στο μύ­θο, ό­πως συμ­βαί­νει με τη νου­βέ­λα, «Κα­ρυό­τυ­πος», του Πα­πα­ντώ­νη. Από την άλ­λη, δεν συ­νι­στά δευ­τε­ρεύον θέ­μα, ού­τε στεί­ρο φι­λο­λο­γι­σμό. Πα­ρό­μοιος ε­πη­ρε­α­σμός στην πε­ριο­χή του στο­χα­σμού, σε α­ντί­θε­ση με τον ε­μπει­ριο­κρα­τι­κό των θε­τι­κών ε­πι­στη­μών, μπο­ρεί να α­πο­βεί κα­θο­ρι­στι­κός, αλ­λά δυσ­διά­κρι­τος. 
Στα τε­λευ­ταία χρό­νια, εί­χα­με το πα­ρά­δειγ­μα και ε­νός άλ­λου νέ­ου συγ­γρα­φέα, με σπου­δές στη φι­λο­σο­φία και σχε­τι­κή δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή. Του Πά­νου Τσί­ρου, ε­πτά χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρου του Συ­μεω­νί­δη, που ε­ξέ­δω­σε το πρώ­το του βι­βλίο, συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, συ­μπτω­μα­τι­κά, ε­πτά χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Ήδη, το 2013, ε­ξέ­δω­σε δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή, με εμ­φα­νέ­στε­ρη την ε­πί­δρα­ση α­πό το «Tractatus Logic-Philosophicus» του Λού­ντβιχ Βιτ­γκεν­στάιν, που εί­χε α­πο­τε­λέ­σει το α­ντι­κεί­με­νο των με­τα­πτυ­χια­κών σπου­δών του. Όπως και να έ­χει, στο πρώ­το πε­ζό, υ­πε­ρι­σχύουν, κα­τά κα­νό­να, οι προ­σω­πι­κές ε­μπει­ρίες. Ωστό­σο, στο πρώ­το πε­ζό του Συ­μεω­νί­δη, έ­να βα­σι­κό θέ­μα, γύρω από το οποίο στρέφεται μεγάλο μέρος της αφήγησης, είναι η αυτοκτονία. Θέ­μα, που α­πα­σχό­λη­σε τον Μπέ­κετ και το ο­ποίο, πι­θα­νώς, να βρι­σκό­ταν στο πυ­ρή­να της δια­φω­νίας του με τον Αντόρ­νο, ό­πως ο Συ­μεω­νί­δης α­να­πτύσ­σει ει­σα­γω­γι­κά στο δο­κι­μια­κό του βι­βλίο.
Το πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο του Συ­μεω­νί­δη δεν φέ­ρει ει­δο­λο­γι­κό προσ­διο­ρι­σμό. Ανε­ξάρ­τη­τα, ό­μως, του σχε­τι­κά μι­κρού α­ριθ­μού σε­λί­δων, δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ι­στο­ρία ή νου­βέ­λα. Το σύν­θε­το της υ­πό­θε­σης, κυ­ρίως το σα­σπέ­νς που δη­μιουρ­γεί με την ε­ναλ­λα­γή σκη­νών και τό­πων δρά­σης, του δίνουν υπόσταση μυθιστο­ρή­ματος, με στοι­χεία θρίλερ. Εκ πρώ­της ό­ψεως, ψυ­χο­λο­γι­κού θρί­λε­ρ, αν και οι προ­φα­νείς κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κές πα­ρά­με­τροι το κα­θι­στούν το θρί­λερ της κρί­σης. Μό­νο που αυ­τό δεν το­πο­θε­τεί­ται στα χρό­νια της κρί­σης. Πα­ρό­τι ο χρό­νος δρά­σης δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται, υ­πάρ­χουν εν­δεί­ξεις στην πλο­κή πως πρό­κει­ται για την πε­ρίο­δο προ της κρί­σης. Για πα­ρά­δειγ­μα, α­να­φέ­ρο­νται ο­ρι­σμέ­νες πρα­κτι­κές, που με την κρί­ση δεν ε­γκα­τα­λεί­φθη­καν μεν, αλ­λά α­να­γκα­στι­κά, λό­γω της οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας στους ποι­κί­λους δη­μό­σιους ορ­γα­νι­σμούς, πε­ριο­ρί­στη­καν. Μία α­πό αυ­τές, α­φο­ρά τη νο­σο­κο­μεια­κή νο­ση­λεία και εγ­χεί­ρη­ση α­να­σφά­λι­στου με Ασφα­λι­στι­κό Βι­βλιά­ριο άλ­λου προ­σώ­που. Στο βι­βλίο, αυ­τό το άλ­λο πρό­σω­πο εί­ναι ο πα­τέ­ρας, στην πρά­ξη, ω­στό­σο, κα­τα­γρά­φτη­καν πε­ρι­πτώ­σεις, στις ο­ποίες α­σφα­λι­σμέ­νος και α­να­σφά­λι­στος δεν εί­χαν το ί­διο ε­πί­θε­το, ού­τε καν το ί­διο φύ­λο. Το α­λα­λούμ των ελ­λη­νι­κών νο­σο­κο­μείων, που κα­λά κρα­τεί ε­δώ και του­λά­χι­στον δυο δε­κα­ε­τίες, το έ­χει α­πο­δώ­σει σε δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ο Γιώρ­γος Δε­ντρι­νός («Απ’ τα κόκ­κα­λα» και «Μαύ­ρες ο­χιές μας ζώ­σαν»). Εκεί­νος, ό­μως, εί­ναι ορ­θο­πε­δι­κός χει­ρούρ­γος και στα βι­βλία του με­τα­μορ­φώ­νει την α­γα­νά­κτη­σή του σε σα­τι­ρι­κή κω­μω­δία ή και πα­ρω­δία.
Το βι­βλίο του Συ­μεω­νί­δη μπο­ρεί να α­να­φέ­ρε­ται στα προ­πα­ρα­σκευα­στι­κά της κρί­σης χρό­νια, αλ­λά α­νή­κει στη λο­γο­τε­χνία της κρί­σης, λό­γω του ύ­φους μίας α­φή­γη­σης σε πρώ­το πρό­σω­πο, που κα­τορ­θώ­νει να α­πο­δώ­σει την τε­τα­μέ­νη α­τμό­σφαι­ρα της τε­λευ­ταίας πε­ντα­ε­τίας. Κυ­ριο­λε­κτι­κά, καφ­κι­κή. Κε­ντρι­κό πρό­σω­πο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος εί­ναι ο α­φη­γη­τής, που έ­χει δια­φύ­γει στο Πα­ρί­σι, κα­θώς, ως α­νώ­τε­ρο διοι­κη­τι­κό στέ­λε­χος του νο­σο­κο­μείου, ε­μπλέ­κε­ται στην α­πά­τη της εγ­χεί­ρη­σης. Σε πρώ­το πρό­σω­πο ε­κτυ­λίσ­σε­ται ο μο­νό­λο­γός του, χω­ρι­σμέ­νος σε τρία μέ­ρη: “αρ­χή”, “συ­νέ­χεια”, “τέ­λος”. Τα δυο α­κραία μέ­ρη έ­χουν έ­κτα­ση μό­λις μίας σε­λί­δας και ε­στιά­ζουν σε δυο τη­λε­φω­νή­μα­τά του α­πό τον ί­διο πά­ντα πα­ρι­σι­νό θά­λα­μο προς την α­γα­πη­μέ­νη του στην Αθή­να, η ο­ποία τον πλη­ρο­φο­ρεί κά­θε φο­ρά για την κα­τά­στα­ση του εγ­χει­ρι­σμέ­νου. Στην “αρ­χή”, του α­να­κοι­νώ­νει ό­τι κα­τέ­λη­ξε. Στο “τέ­λος”, ε­κεί­νος προ­λα­βαί­νει να α­κού­σει, ό­τι “πή­ρε ε­ξι­τή­ριο”. Ακρι­βέ­στε­ρα, κα­θώς οι μο­νά­δες τε­λειώ­νουν, νο­μί­ζει ό­τι το α­κούει. Οπό­τε, το τέ­λος μέ­νει α­νοι­κτό και η ε­φιαλ­τι­κή πλε­κτά­νη σε βά­ρος του με­τέω­ρη.
“Όλα εί­ναι πα­ρε­ξή­γη­ση”; Ή, “ό­λα εί­ναι λά­θος”, ό­πως ε­πα­να­λαμ­βά­νει έ­νας άλ­λος, που βρέ­θη­κε στην ί­δια πε­ρι­δί­νη­ση. Μό­νο που ε­κεί­νος στά­θη­κε πιο ά­τυ­χος ή και φύ­σει πιο ευαί­σθη­τος, με α­πο­τέ­λε­σμα το σύ­στη­μα να τον ξε­βρά­σει. Ο συγ­γρα­φέ­ας τον πλά­θει στο κα­λού­πι των αυ­το­χεί­ρων της κρί­σης, που δεν ά­ντε­ξαν τις πιέ­σεις. Ο α­φη­γη­τής θα α­ντέ­ξει στο πά­λε­μα με τις ε­νο­χές. Από μία ά­πο­ψη, έ­φται­ξε. Από μία άλ­λη ο­πτι­κή, δεν ή­ταν πα­ρά το πρό­σφο­ρο θή­ρα­μα σε έ­να κυ­νη­γη­τό ε­ξι­λα­στή­ριων θυ­μά­των. Δεν ο­νο­μα­τί­ζε­ται, εί­ναι έ­νας τυ­χών, α­ντι­μέ­τω­πος με την ου­σια­στι­κά α­πρό­σω­πη δύ­να­μη των μη­χα­νι­σμών ε­ξου­σίας, ό­που ι­σχύς και ρό­λοι προ­σώ­πων συγ­χέ­ο­νται. Το έ­γκλη­μά του συ­νί­στα­ται στην εν­δο­τι­κό­τη­τά του, α­πο­δε­χό­με­νος ως αυ­το­νό­η­τες τις τρέ­χου­σες τα­κτι­κές ε­ξεύ­ρε­σης μίας θέ­σης ερ­γα­σίας ή και τους τρό­πους α­νέ­λι­ξης σε αυ­τήν. Ως γνω­στόν, συγ­γε­νι­κές σχέ­σεις και κομ­μα­τι­κές δια­συν­δέ­σεις, στην ι­διό­μορ­φη, ελ­λη­νι­κής κο­πής, στε­νή αλ­λη­λε­ξάρ­τη­ση, κοι­νώς δια­πλο­κή, πο­λύ πέ­ραν των πε­λα­τεια­κών, α­να­γό­με­νες σε ε­θι­μο­τυ­πι­κά φι­λι­κές, ε­μπνέ­ουν ε­δώ και του­λά­χι­στον μία 50ε­τία. Από το «Υπάρ­χει και φι­λό­τι­μο» του Αλέ­κου Σα­κελ­λά­ριου μέ­χρι τα πρό­σφα­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Μά­κη Κα­ρα­γιάν­νη («Το ό­νει­ρο του Οδυσ­σέ­α») και του Νί­κου Πα­να­γιω­τό­που­λου («Τα παι­διά του Κάιν»), που φέρ­νουν στο στό­χα­στρο τη γε­νιά της με­τα­πο­λί­τευ­σης, φθά­νο­ντας στην πα­ρακ­μια­κή Ελλά­δα της δια­φθο­ράς. Κοι­νώς, μέ­χρι τα προ­εόρ­τια της τρέ­χου­σας κρί­σης.
Ο Συ­μεω­νί­δης κα­τορ­θώ­νει να α­πο­δώ­σει σχη­μα­τι­κά αυ­τή τη γε­νι­κευ­μέ­νη κοι­νω­νι­κή κα­τά­στα­ση. Απο­φεύ­γο­ντας το μυ­θι­στό­ρη­μα με υ­πό­θε­ση και χα­ρα­κτή­ρες, α­να­δει­κνύει τα νο­ση­ρά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Η νο­μο­τε­λεια­κά πα­θο­γό­να λει­τουρ­γία του συ­στή­μα­τος α­πο­τυ­πώ­νε­ται στην πυ­ρα­μι­δο­ει­δή σχέ­ση “Υπουρ­γείου”-“Οργα­νι­σμού”, χω­ρίς συ­γκε­κρι­μέ­νη ο­νο­μα­στι­κή α­να­φο­ρά. Ως πα­ρα­δειγ­μα­τι­κός “Οργα­νι­σμός” ε­πι­λέ­γε­ται έ­να νο­σο­κο­μείο, α­φού ε­κεί τα λά­θη κά­ποιων α­νεύ­θυ­νων, που εκ­με­ταλ­λεύο­νται την ι­σχύ της θέ­σης τους, δεν ση­μαί­νουν μό­νο κα­τά­χρη­ση οι­κο­νο­μι­κών πό­ρων, αλ­λά θά­να­το. Στον “Οργα­νι­σμό”, υ­πάρ­χουν δυο α­ντί­πα­λες, αλ­λη­λοϋπο­νο­μευό­με­νες ο­μά­δες, που α­πο­κα­λού­νται κρυ­πτι­κά “πτέ­ρυ­γες”. Με αυ­τό το μυ­θο­πλα­στι­κό εύ­ρη­μα, α­πο­δί­δο­νται οι δυο ο­μά­δες υ­παλ­λή­λων, που δη­μιουρ­γούν σε ό­λα τα δη­μό­σια ι­δρύ­μα­τα οι δι­κομ­μα­τι­κοί διο­ρι­σμοί κα­τά τις ε­κλο­γι­κές ε­ναλ­λα­γές, α­φού η υ­παλ­λη­λι­κή μο­νι­μό­τη­τα α­πο­τρέ­πει το ξε­κα­θά­ρι­σμα. Εύ­στο­χα, η θέ­ση κλει­δί α­πο­δί­δε­ται στον “διευ­θυ­ντή γρα­φείου” του υ­φυ­πουρ­γού, που ο α­φη­γη­τής το­νί­ζει ό­τι θα τον α­να­φέ­ρει ως Υπουρ­γό. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, ο “διευ­θυ­ντής γρα­φείου” ο­νο­μα­τί­ζε­ται, σε α­ντί­θε­ση με τους άλ­λους βα­σι­κούς ή­ρωες, που προσ­διο­ρί­ζο­νται με βά­ση τη θέ­ση που κα­τέ­χουν ή την κα­τά­στα­ση που βρί­σκο­νται, λ.χ., “συμ­βα­σιού­χος”, “ναρ­κω­μέ­νος”. Μά­λι­στα, γι’ αυ­τόν ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­λέ­γει, ό­χι έ­να, αλ­λά δυο η­χη­ρά ο­νό­μα­τα, Κλέ­αρ­χος-Κων­στα­ντί­νος. Αυ­τός εί­ναι ο άν­θρω­πος του κόμ­μα­τος, για τον ο­ποίο ο Σα­κελ­λά­ριος εί­χε πλά­σει το πα­ρω­νύ­μιο Γκρούε­ζας.      
Στο μυθιστόρημα, έχουν πειστικά πλαστεί, το “Συγ­γε­νι­κό Πρό­σω­πο”, που ζη­τά το ρου­σφέ­τι ε­νός διο­ρι­σμού, το “Πο­λι­τι­κό Πρό­σω­πο”, που ε­νερ­γεί δεό­ντως, ο σπιού­νος του Οργα­νι­σμού, σκιά των ερ­γα­ζό­με­νων προς συλ­λο­γή στοι­χείων που θα χρη­σι­μεύ­σουν για την πα­γί­δευ­ση και τη συμ­μόρ­φω­σή τους στις ά­νω­θεν ε­πι­τα­γές. Χά­ρις στην ψη­φια­κή τε­χνο­λο­γία, σή­με­ρα πλέ­ον, υ­πάρ­χει η δυ­να­τό­τη­τα ε­νο­χο­ποίη­σής τους με ει­κο­νι­κά ε­γκλή­μα­τα, ό­πως κλο­πή, σε­ξουα­λι­κή πα­ρε­νό­χλη­ση, μέ­χρι και δια­κί­νη­ση “υ­λι­κού παι­δι­κής πορ­νο­γρα­φίας”. Ακό­μη, τα πρό­σω­πα του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου, που α­πο­δέ­χο­νται τον διο­ρι­σμό τους με εν­θου­σια­σμό, κα­θώς τον α­ντι­με­τω­πί­ζουν ως σπου­δαιο­φα­νή προ­βι­βα­σμό, που ε­ξα­σφα­λί­ζει ά­κο­πα ο­φέ­λη, οι­κο­νο­μι­κά και ε­ξου­σίας. Χω­ρίς υ­περ­βο­λές, αλ­λά με δια­κρι­τό χιού­μο­ρ, πε­ρι­γρά­φε­ται ο δό­λιος τρό­πος κα­τάρ­τι­σης του πε­ρι­βό­η­του Δ.Σ. του “Οργα­νι­σμού”, ώ­στε να ε­πι­τυγ­χά­νε­ται ι­σόρ­ρο­πη εκ­προ­σώ­πη­ση ό­λων των κέ­ντρων ε­ξου­σίας. Οι άν­θρω­ποι των μεν και των δε, το “μά­τι και το χέ­ρι” του Υπουρ­γού, α­κό­μη ο συγ­γε­νής του Υπουρ­γού, τέ­λος, α­πα­ραι­τή­τως, και έ­νας δη­μο­σιο­γρά­φος. Ήδη, α­πό την ε­πο­χή του Σα­κελ­λά­ριου, το­νί­ζε­ται σε κω­μω­δίες και κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ο ρό­λος του Τύ­που. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το Γρα­φείο Τύ­που του νο­σο­κο­μείου ή και του οιου­δή­πο­τε Οργα­νι­σμού εί­ναι ε­κεί­νο που θα α­πο­κρύ­ψει τα κα­κώς κεί­με­να, ε­πι­νοώ­ντας και προ­βάλ­λο­ντας φι­λάν­θρω­πες πρά­ξεις, ε­πι­με­λώς σχε­δια­σμέ­νες, ώ­στε το ό­φε­λος να υ­πο­σκε­λί­ζει τη δα­πά­νη.
Ο κορ­μός του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος που εί­ναι το με­σαίο μέ­ρος, με τον τίτ­λο, “συ­νέ­χεια”, χω­ρί­ζε­ται σε έ­ξι ά­τιτ­λα μέ­ρη, στα ο­ποία  ο μο­νό­λο­γος του α­φη­γη­τή, υ­πό μορ­φή α­πο­λο­γίας, φαί­νε­ται να α­πευ­θύ­νε­ται νο­ε­ρά και κα­τά φα­ντα­σία σε δια­φο­ρε­τι­κούς α­πο­δέ­κτες: τον α­να­γνώ­στη, τον πρό­ε­δρο ε­νός δι­κα­στη­ρίου, μια ό­μορ­φη δη­μο­σιο­γρά­φο, τον σπιού­νο, τον αυ­τό­χει­ρα “συμ­βα­σιού­χο” υ­πάλ­λη­λο ή και εις ε­αυ­τόν. Ανα­λό­γως δια­φο­ρο­ποιεί­ται μορ­φι­κά, ώ­στε να αυ­ξο­μειώ­νε­ται η έ­ντα­ση των αι­σθη­μά­των. Ένας μο­νό­λο­γος, που α­πο­βαί­νει κα­θη­λω­τι­κός, με α­σα­φή τα ό­ρια πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και κα­τα­διω­κτι­κής φα­ντα­σίω­σης.
Από κοι­νω­νιο­λο­γι­κής πλευ­ράς, απο­κτά ενδιαφέρον ο ρόλος, στον καιρό της κρίσης,  που ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­δί­δει στις γυ­ναί­κες. Τρεις α­να­κα­τώ­νο­νται στη ζωή του α­φη­γη­τή. Όλες τους συμ­βι­βα­σμέ­νες με τους τρό­πους που δου­λεύουν οι μη­χα­νι­σμοί. Οι δυο εν­σω­μα­τω­μέ­νες, χω­ρίς ε­νο­χές, ού­τε καν μία κρί­ση αυ­το­συ­νει­δη­σίας. Η τρί­τη α­γω­νί­ζε­ται με τα κάλ­λη της να ε­ξα­σφα­λί­σει θέ­ση. “Οι γυ­ναί­κες εί­ναι σαρ­κο­βό­ρα”, α­πο­φαί­νε­ται ο άν­θρω­πος του Υπουρ­γού. Τέ­λος, ο τίτ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, πα­ρα­πέ­μπει στο α­με­ρι­κα­νι­κής έ­μπνευ­σης κά­λε­σμα, “be my hero”, που έ­χει πολ­λές εκ­δο­χές, ζη­τώ­ντας κά­θε φο­ρά τη συ­μπα­ρά­τα­ξη σε κά­ποια ο­ρι­σμέ­νη συλ­λο­γι­κή προ­σπά­θεια. Εδώ, το απευθύνουν στον αφηγητή, ο κα­τό­πιν αυ­τό­χει­ρας, προ­τρέ­πο­ντάς τον να ση­κώ­σει α­νά­στη­μα στις πιέ­σεις του συ­στή­μα­τος, και η πιο “σαρ­κο­βό­ρα” α­πό τις γυ­ναί­κες που τον πε­ρι­βάλ­λουν, σχε­δόν δια­τάσ­σο­ντάς τον να ε­πω­φε­λη­θεί των πε­ρι­στά­σεων. Πα­ραλ­λαγ­μέ­νο το κά­λε­σμα στο γνω­στό, “be your hero”, ται­ριά­ζει με την κα­τα­λη­κτι­κή στρο­φή του μο­νο­λό­γου, ό­που ο α­φη­γη­τής προ­σπα­θεί να γί­νει ο ή­ρωας του ε­αυ­τού του. Αν, ω­στό­σο, ο τίτ­λος συν­δε­θεί με το ε­ξώ­φυλ­λο, α­πο­κτά ει­ρω­νι­κή χροιά. Πρό­κει­ται για τον πί­να­κα του Γιό­ζεφ Μπόις, «Τσό­χι­νο κου­στού­μι», με τα μα­νί­κια δυ­σα­νά­λο­γα μα­κριά. Σαν να πέ­φτει πο­λύς για τον α­φη­γη­τή ο ρό­λος του δη­μό­σιου υ­παλ­λή­λου, του άλ­λο­τε πο­τέ α­πο­κα­λού­με­νου και δη­μό­σιου λει­τουρ­γού. Δεν εκ­συγ­χρο­νί­ζο­νται μό­νο οι άν­θρω­ποι, αλ­λά και τα λε­κτι­κά σχή­μα­τα που τους α­κο­λου­θούν. Μό­νο που ο εκ­συγ­χρο­νι­σμός ο­δη­γεί κά­πο­τε σε καφ­κι­κά α­διέ­ξο­δα, σαν αυ­τά του Συ­μεω­νί­δη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/5/2015.

Το σύνδρομο του καθρέφτη

Κώ­στας Κα­τσου­λά­ρης
«Νυ­χτε­ρι­νό ρεύ­μα»
Εκδό­σεις Πό­λις
Μάρ­τιος 2015  

Η πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση εί­ναι ό­τι οι και­νού­ριες ι­στο­ρίες του Κώ­στα Κα­τσου­λά­ρη, που α­πορ­ρέ­ουν α­πό συγ­γρα­φές της τε­λευ­ταίας ε­ξα­ε­τίας, το­πο­θε­τού­νται στο οι­κείο κλί­μα των προ­η­γού­με­νων πε­ζών του. Πρό­κει­ται και πά­λι για α­θη­ναϊκές ι­στο­ρίες, ό­πως τα έ­ντε­κα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής «Μι­κρός δα­κτύ­λιος». Και ε­δώ,  μία ι­στο­ρία δια­φεύ­γει ε­κτός των ο­ρίων του “μι­κρού δα­κτυ­λίου”, αυ­τήν τη φο­ρά, ό­μως, δεν με­τα­κι­νεί­ται προς τις “μαύ­ρες συ­νοι­κίες” της πό­λης, αλ­λά προς την Πάρ­νη­θα, το “μαύ­ρο βου­νό”, α­φού λαμ­βά­νει χώ­ρα πέ­ντε χρό­νια με­τά το κα­λο­καί­ρι του 2007, με τους ε­κτε­τα­μέ­νους ε­μπρη­σμούς, που ξε­κί­νη­σαν α­πό τα Δερ­βε­νο­χώ­ρια και κα­τέ­φα­γαν τον με­γα­λύ­τε­ρο Εθνι­κό Δρυ­μό του λε­κα­νο­πε­δίου της Αττι­κής. Ωστό­σο, αυ­τές οι τέσ­σε­ρις ι­στο­ρίες, που δεν θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν διη­γή­μα­τα αλ­λά ού­τε και νου­βέ­λες, δεν κι­νού­νται ε­πί τα αυ­τά. Αντι­θέ­τως, α­φί­στα­νται αι­σθη­τά των έ­ξι βι­βλίων της 15ε­τίας, 1997-2011. Ο εν­διά­με­σος χρό­νος φαί­νε­ται να λει­τούρ­γη­σε δη­μιουρ­γι­κά. Κα­τά μία ά­πο­ψη, ω­στό­σο, η ε­ντύ­πω­ση δια­φο­ρο­ποίη­σης θα μπο­ρού­σε να καλ­λιερ­γεί­ται α­πό την τρέ­χου­σα κρί­ση, την ο­ποία οι ι­στο­ρίες δεί­χνουν να πα­ρα­κο­λου­θούν ε­πο­πτι­κά α­πό τα ση­μεία κο­ρύ­φω­σής της. Πα­ρό­λα αυ­τά, δεν προ­ε­ξάρ­χει η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, δη­λα­δή ά­νερ­γοι, ά­στε­γοι και έ­τε­ροι πε­ρι­θω­ρια­κοί των πρό­σφα­των “α­θη­ναϊκών ι­στο­ριώ­ν” άλ­λων συ­νο­μη­λί­κων του και νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων.
Τα χρο­νο­λο­γι­κά ί­χνη των ι­στο­ριών δια­γρά­φουν “την τρο­χιά της δύ­να­μης του κα­κού, α­πε­ριό­ρι­στα ι­σχυ­ρό­τε­ρη α­πό τη δύ­να­μη του κα­λού”. Αυ­τήν την ο­πτι­κή γω­νία την υ­πο­βάλ­λει η συλ­λο­γι­στι­κή ε­νός πα­ρά­ξε­νου ή­ρωα μίας α­πό τις ι­στο­ρίες, ο ο­ποίος πι­στεύει σε έναν υπε­ραισθητό κόσμο θαυμάτων. Η σκέ­ψη του δεί­χνει σαν α­πο­κύη­μα ε­ξημ­μέ­νης φα­ντα­σίας, ω­στό­σο α­πο­κα­θι­στά σχέ­ση αι­τίας αι­τια­τού στα συμ­βά­ντα της κοι­νω­νι­κής έ­κρη­ξης, εκ­φρά­ζο­ντας το λαϊκό αί­σθη­μα, ό­πως αυ­τό εί­χε ε­ξαρ­χής δια­μορ­φω­θεί. Από την καιό­με­νη Ελλά­δα του 2007, φαί­νε­ται να πε­ρά­σα­με σχε­δόν νο­μο­τε­λεια­κά στον Δεκ. του 2008, που καί­γο­νται τα Εξάρ­χεια, και πα­ρο­μοίως, σχε­δόν σαν να ή­ταν προ­κα­θο­ρι­σμέ­νο, να φτά­νου­με στον Μάι. του 2010 και τον Φεβ. του 2012, ό­ταν πυρ­πο­λεί­ται κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη το κέ­ντρο της Αθή­νας, για να κα­τα­λή­ξου­με στη βύ­θι­ση των δυο τε­λευ­ταίων χρό­νων, ό­που διο­γκω­μέ­νη α­νερ­γία και δια­δο­χι­κές πε­ρι­κο­πές α­μοι­βών ε­πέ­κτει­ναν την πτώ­χευ­ση σε ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα, α­να­τρέ­πο­ντας ι­σόρ­ρο­πες κα­τα­στά­σεις και δη­μιουρ­γώ­ντας νέες σχέ­σεις ε­ξάρ­τη­σης.
Η δια­φο­ρο­ποίη­ση, ω­στό­σο, των ι­στο­ριών δεν ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στην κρί­ση. Μπο­ρεί το σκη­νι­κό της κρί­σης να α­πο­τε­λεί έ­ναν πρό­σφο­ρο τρό­πο για τη συ­ναρ­μο­γή των τριών α­πό αυ­τές, ε­κεί­νο, ό­μως, που κυ­ρίως αλ­λά­ζει εί­ναι ο βα­σι­κός χα­ρα­κτή­ρας στο βι­βλίο. Με­τα­βο­λή, έ­στω και ε­λα­φρά, αλ­λά που α­πο­βαί­νει κα­θο­ρι­στι­κή, α­φού η δι­κή του πε­ριο­ρι­σμέ­νη θέ­α­ση προσ­διο­ρί­ζει το πλαί­σιο των συμ­βά­ντων. Αυ­τός ο πρω­το­πρό­σω­πος α­φη­γη­τής στις τρεις ι­στο­ρίες της κρί­σης θα μπο­ρού­σε, με μι­κρές αλ­λα­γές στα ε­πι­μέ­ρους βιο­γρα­φι­κά της κά­θε ι­στο­ρίας, να προ­βάλ­λει ως έ­να πρό­σω­πο. Για­τί ό­χι, το κε­ντρι­κό σε έ­να τέ­ταρ­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Κα­τσου­λά­ρη. Αντι­στι­κτι­κά και ως συ­νέ­χεια στο πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Το σύν­δρο­μο της Μαρ­γα­ρί­τας», αυ­τό θα μπο­ρού­σε να τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Το σύν­δρο­μο του κα­θρέ­φτη». Ήδη, α­πό δε­κα­ε­τίας, στο τρί­το του μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ο α­ντί­πα­λος», ο κε­ντρι­κός χα­ρα­κτή­ρας βρί­σκε­ται α­ντι­μέ­τω­πος με έ­ναν συ­νο­μι­λη­τή και μέ­σω της αλ­λη­λε­πί­δρα­σής τους προσ­διο­ρί­ζε­ται.
Στις πρό­σφα­τες ι­στο­ρίες, ο α­φη­γη­τής έ­χει και πά­λι α­πέ­να­ντί του έ­ναν Άλλο. Η κου­βέ­ντα τους α­πο­στα­θε­ρο­ποιεί ε­ντός του την τά­ξη των πραγ­μά­των. Αυ­τό το δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο φαί­νε­ται να τον α­πο­διορ­γα­νώ­νει, α­νε­ξάρ­τη­τα του πό­σο στε­νή εί­ναι η σχέ­σης τους – έ­νας μπάρ­μαν, ο ε­πι­στή­θιος φί­λος, η ί­δια η μη­τέ­ρα του. Του φαί­νο­νται ξέ­νοι οι κώ­δι­κες συ­μπε­ρι­φο­ράς και συλ­λο­γι­στι­κής, σύμ­φω­να με τους ο­ποίους ε­κεί­νο λει­τουρ­γεί. Η συ­να­να­στρο­φή μα­ζί του δη­μιουρ­γεί υ­πό­γεια “ρεύ­μα­τα”, που θέ­τουν σε αμ­φι­σβή­τη­ση την ει­κό­να για τον ε­αυ­τό του. Στις σκέ­ψεις του νιώ­θει να α­ντα­να­κλά­ται η α­νοί­κεια ο­πτι­κή του Άλλου. Αυ­τό του δη­μιουρ­γεί κα­τά­στα­ση σύγ­χυ­σης, που α­πο­τυ­πώ­νε­ται στις πα­ρελ­θο­ντι­κές συ­νειρ­μι­κές α­να­δρο­μές του. Όσα α­ντι­λαμ­βα­νό­ταν μέ­χρι πρό­τι­νος ως δε­δο­μέ­νες κα­τα­στά­σεις κλο­νί­ζο­νται και οι εκ­δο­χές πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται. Το τέ­λος κά­θε ι­στο­ρίας μέ­νει α­νοι­κτό. Ο α­φη­γη­τής δεν ε­νο­ποιεί τις κομ­μα­τια­σμέ­νες ει­κό­νες και οι ι­στο­ρίες στα­μα­τούν α­πό­το­μα, στη φά­ση της αμ­φι­σβή­τη­σης.
Ο Κα­τσου­λά­ρης δια­κιν­δυ­νεύει μία α­φή­γη­ση στον α­ντί­πο­δα της τρέ­χου­σας α­φη­γη­μα­τι­κής, που ε­πε­ξη­γεί κα­τα­λε­πτώς τα πραγ­μα­το­λο­γι­κά στοι­χεία, δια­σα­φη­νί­ζο­ντας τον κά­θε ει­δι­κό­τε­ρης φύ­σεως ό­ρο, με το φό­βο της πε­ριο­ρι­σμέ­νης α­ντι­λη­πτι­κό­τη­τας του α­να­γνώ­στη. Ενδει­κτι­κό πα­ρά­δειγ­μα συ­νι­στά η πρώ­τη ι­στο­ρία, που ξε­κι­νά­ει, ό­πως το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μά του, α­πό μπαρ του α­θη­ναϊκού κέ­ντρου, ε­δώ των Εξαρ­χείων, με βά­θος πε­δίου την τρο­μο­κρα­τία. Στην πα­λαιό­τε­ρη ι­στο­ρία, δη­μο­σιευ­μέ­νη το 1998, η α­φή­γη­ση α­φορ­μά­ται α­πό την αμ­φι­λε­γό­με­νη αυ­το­κτο­νία του κα­τα­διω­κό­με­νου α­ναρ­χι­κού Χρι­στό­φο­ρου Μα­ρί­νου. Στην πρό­σφα­τη ι­στο­ρία, υ­πάρ­χουν δυο γρα­φές, με δια­φο­ρε­τι­κό τέ­λος, ό­πως προ­δί­δει και το lapsus στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου. Εκεί­νη της πρώ­της γρα­φής, που εί­χε ως φό­ντο τον χρο­νι­κά κο­ντι­νό της Δεκ. του 2008, και τη δεύ­τε­ρη, με κα­τα­ζη­τού­με­νο α­κό­μη τον Χρι­στό­δου­λο Ξη­ρό.
Αν, ω­στό­σο, δεν έ­χεις δια­βά­σει Λού­κυ Λου­κ, ο­πό­τε και δεν γνω­ρί­ζεις τους α­δελ­φούς Ντάλ­τον, ού­τε έ­χεις α­κου­στά τον α­φε­λή κρε­μα­ντα­λά Άβε­ρε­λ, η πε­ρι­γρα­φή του μπάρ­μαν μέ­νει λει­ψή. Δεν γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή η ει­ρω­νεία του α­φη­γη­τή γύ­ρω α­πό το πα­ρω­νύ­μιο του μπάρ­μαν, που ξέ­πε­σε α­πό Άβελ σε Άβε­ρελ. Αλλά και χω­ρίς αυ­τά, η σκια­γρά­φη­ση της νοο­τρο­πίας του Ασφα­λί­τη και ε­κεί­νου της Αντι­τρο­μο­κρα­τι­κής, ό­πως και οι πε­ρι­γρα­φές του μη­χα­νι­στι­κού τρό­που, που αυ­τές οι Υπη­ρε­σίες προ­γραμ­μα­τί­ζουν τη δρά­ση τους, και του φαύ­λου κύ­κλου, στον ο­ποίο κι­νού­νται α­να­ζη­τώ­ντας ί­χνη και έ­νο­χους, συν­θέ­τουν μία χιου­μο­ρι­στι­κή δια­κω­μώ­δη­ση χω­ρίς σκω­πτι­κές υ­περ­βο­λές. Όπου προ­βάλ­λει και η αμ­φί­ση­μη σχέ­ση διώ­κτη και διω­κό­με­νου. Πα­ράλ­λη­λα, προ­στί­θε­ται το προ­φίλ ε­νός α­κό­μη μπα­ρό­βιου και της ι­διαί­τε­ρης σχέ­σης, που α­να­πτύσ­σει με τον χώ­ρο. Θέ­μα που α­πα­ντά­ται συ­χνά σε α­στυ­νο­μι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και γε­νι­κό­τε­ρα, ι­στο­ρίες κα­τα­σκο­πείας α­με­ρι­κα­νι­κής κο­πής.
Πε­ρισ­σό­τε­ρο κρυ­πτι­κή η δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία της κρί­σης, πα­ρά τον συ­γκε­κρι­μέ­νο χα­ρα­κτή­ρα του τίτ­λου της, «Νε­κρός σκύ­λος τα με­σά­νυ­χτα». Αυ­τός, μα­ζί με το χρο­νο­γρα­φι­κού τύ­που σκη­νι­κό, με το ο­ποίο α­νοί­γει η ι­στο­ρία, προ­δια­θέ­τουν για μία α­φή­γη­ση ε­ξω­στρε­φούς διά­θε­σης, το­πο­θε­τη­μέ­νη στο ρε­α­λι­στι­κό πλαί­σιο της α­πο­διορ­γα­νω­μέ­νης Αθή­νας τη νύ­χτα της 12ης Φεβ. 2012, ό­ταν οι φλό­γες κα­τά­πι­ναν τους κι­νη­μα­το­γρά­φους Αττι­κόν και Απόλ­λων. Ανα­τρέ­πο­ντας τις ό­ποιες προσ­δο­κίες, η ι­στο­ρία κι­νεί­ται σε έ­ναν ι­δε­ο­λο­γι­κό χώ­ρο μάλ­λον δια­νο­η­τι­κό. Για την ει­κό­να της κα­μέ­νης Πάρ­νη­θας, ό­που βρί­σκε­ται το αυ­το­σχέ­διο­νε­κρο­τα­φείο σκύ­λων, η ο­ποία α­πο­τε­λεί το κυ­ρίως σκη­νι­κό, ο Κα­τσου­λά­ρης δα­νεί­ζε­ται την ε­φιαλ­τι­κή α­τμό­σφαι­ρα της ται­νίας «Χα­μέ­νη λεω­φό­ρος» του Ντέ­η­βι­ντ Λι­ντς, ε­παυ­ξά­νο­ντάς την με γη­γε­νή στοι­χεία, που φέρ­νουν προς κλί­μα θρί­λερ. Ωστό­σο, η α­φή­γη­ση ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στον α­φη­γη­τή, τον φί­λο του και την κου­βέ­ντα τους, κα­θ’ ο­δό και στο Κα­τα­φύ­γιο. Προ­φα­νώς και οι δυο α­νή­κουν σε ε­κεί­νους που το­πο­θε­τούν “στην κλί­μα­κα ζωής” τον σκύ­λο στην ί­δια θέ­ση με τον άν­θρω­πο, ει­δάλ­λως δεν θα έ­παιρ­ναν μία τέ­τοια νύ­χτα τα βου­νά για να θά­ψουν έ­ναν σκύ­λο. Ο α­φη­γη­τής εί­ναι έ­νας α­πό τους πο­λυ­πλη­θείς, σή­με­ρα πλέ­ον, Αθη­ναίους κυ­νο­τρό­φους. Εί­χε παι­διό­θεν τον σκύ­λο ως πα­ρη­γο­ρη­τι­κή συ­ντρο­φιά. Ένα τέ­λος στις “σκυ­λο­σχέ­σεις” του έ­βα­λε μό­νο ό­ταν α­πο­φά­σι­σε να γί­νει πα­τέ­ρας.
Πραγ­μα­τι­στής, πα­ρα­δέ­χε­ται πως “δεν θα έ­δι­νε τη ζωή του για τη ζωή ε­νός άλ­λού”. Ωστό­σο, τον κλο­νί­ζει ο ι­δε­α­λι­σμός του φί­λου του, που βά­ζει “στην κλί­μα­κα ζωής” τον άν­θρω­πο στο ίδιο ύψος, όχι μόνο με σύμπαντα τα ζώα, μέ­χρι και τους τερ­μί­τες, αλ­λά και “τα φυ­τά και τα δέ­ντρα”. Εκεί­νος πι­στεύει στη “μυ­στι­κή ζωή των φυ­τώ­ν” και στο φυ­τώ­ριό του, α­ντί λι­πα­σμά­των, δο­κι­μά­ζει για την ευ­δο­κί­μη­σή τους δια­φο­ρε­τι­κά εί­δη μου­σι­κής. Τόσο πολυμαθής που περιγράφεται, μπορεί και να εί­χε δια­βά­σει το δο­κί­μιο «Η με­τα­μόρ­φω­ση των φυ­τών», που ο Γκαί­τε συ­νέ­γρα­ψε, στο “τα­ξί­δι του στην Ιτα­λία”, με­τά την ε­πί­σκε­ψή του στον Βο­τα­νι­κό κή­πο της Πά­ντο­βα. Ο συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει έ­ναν ή­ρωα με μα­θη­μα­τι­κό μυα­λό, που, με­τά την αυ­το­κτο­νία του πα­τέ­ρα του, τό­τε α­κό­μη έ­φη­βος, στρέ­φε­ται στην πα­ρα­ψυ­χο­λο­γία. Κα­τα­τρύ­χε­ται α­πό την ι­δέα, ό­τι ο πα­τρι­κός αυ­το­χει­ρια­σμός ή­ταν πρά­ξη θυ­σίας για το δι­κό του κα­λό. Αυ­τό τον ω­θεί σε προ­σπά­θεια υ­περ­κό­σμιας ε­πι­κοι­νω­νίας μα­ζί του, με δίαυ­λο τα η­λεκ­τρο­μα­γνη­τι­κά ρεύ­μα­τα των δέ­ντρων. Το τι μπο­ρεί να συ­νέ­βη ε­κεί­νη τη νύ­χτα  στην Πάρ­νη­θα δεν το μα­θαί­νει πο­τέ ο α­φη­γη­τής, κα­θώς ο συγ­γρα­φέ­ας δεν δια­κιν­δυ­νεύει κά­ποια ει­κο­το­λο­γι­κή φα­ντα­σίω­ση. Αντ’ αυ­τού, σαν α­ντα­νά­κλα­ση της σχέ­σης ε­κεί­νου με τον θα­νό­ντα, δί­νο­νται συ­μπα­ντι­κές δια­στά­σεις στην προ­σκόλ­λη­ση του α­φη­γη­τή στο νε­ο­γνό του. Αυ­τό το κα­τα­λη­κτι­κό στρογ­γύ­λε­μα, ό­που γί­νε­ται λό­γος για “έ­να συ­νε­κτι­κό σύ­μπαν λου­σμέ­νο στο νό­η­μα”, μάλ­λον α­δι­κεί την ι­στο­ρία, που θα ε­πι­δε­χό­ταν πε­ραι­τέ­ρω ά­πλω­μα.
Η τρί­τη ι­στο­ρία εί­ναι η ο­μό­τιτ­λη του βι­βλίου, ω­στό­σο δεν λαμ­βά­νει χώ­ρα νύ­χτα. Ο τίτ­λος, κά­πως α­πο­μυ­θο­ποιη­τι­κά, προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι α­να­φέ­ρε­ται στο φτη­νό­τε­ρο τι­μο­λό­γιο της ΔΕ­Η για το “νυ­κτε­ρι­νό ρεύ­μα”. Αυ­τό πε­ρι­μέ­νει η χή­ρα μη­τέ­ρα του α­φη­γη­τή για να χρη­σι­μο­ποιή­σει το πλυ­ντή­ριο πιά­των. Εί­ναι η μό­νη ι­στο­ρία, στην ο­ποία μνη­μο­νεύε­ται η οι­κο­νο­μι­κή δυσ­πρα­γία. Αν και πα­ρα­μέ­νει ε­που­σιώ­δης, κα­θώς το θέ­μα της ι­στο­ρίας εί­ναι η σχέ­ση γιου-μη­τέ­ρας και οι αμ­φί­θυ­μες δια­κυ­μάν­σεις της. Ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­δει­κνύε­ται κα­λός πα­ρα­τη­ρη­τής των αν­θρώ­πι­νων με τις ψη­φί­δες που συ­γκε­ντρώ­νει, ε­στιά­ζο­ντας σε κι­νή­σεις, κου­βέ­ντες, α­κό­μη νεύ­μα­τα ή και σιω­πές. Έτσι α­να­δει­κνύο­νται, στις ε­κα­τέ­ρω­θεν συ­μπε­ρι­φο­ρές, τε­χνά­σμα­τα και υ­πο­κρι­τι­κές στά­σεις, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νει­δη­τές. Από τα κα­λύ­τε­ρα πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα γύ­ρω α­πό τη σχέ­ση γιου με υ­πε­ρή­λι­κα μη­τέ­ρα, εί­ναι ε­κεί­να του Τά­σου Κα­λού­τσα. Όπως το «Η ω­ραιό­τε­ρη μέ­ρα της», που εί­ναι το ο­μό­τιτ­λο της τε­λευ­ταίας εν­δια­φέ­ρου­σας συλ­λο­γής του. Εκεί, η μη­τέ­ρα συ­νι­στά το ε­ξαρ­τη­μέ­νο μέ­λος του ζεύ­γους. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, η ι­στο­ρία του Κα­τσου­λά­ρη λει­τουρ­γεί συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, α­φού η κρί­ση φέρ­νει τη συ­ντα­ξιού­χο σε πλε­ο­νε­κτι­κό­τε­ρη θέ­ση α­πέ­να­ντι στον ά­νερ­γο γιο.
Δια­χω­ρί­ζου­με την δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία, κα­θώς δεν το­πο­θε­τεί­ται στο θε­μα­τι­κό τό­ξο της κρί­σης. Τη συ­στέ­γα­ση, ω­στό­σο, δι­καιο­λο­γεί το γε­γο­νός ό­τι κι αυ­τή ε­κτυ­λίσ­σε­ται νύ­χτα, σε μπαρ του α­θη­ναϊκού κέ­ντρου. Το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο, πά­ντως, αυ­τή τη φο­ρά γυ­ναί­κα, εί­ναι “ά­νερ­γη και ά­φρα­γκη”. Πρό­κει­ται για Θεσ­σα­λο­νι­κιά, εκ­κο­λα­πτό­με­νη συγ­γρα­φέα, που βρί­σκε­ται στην Αθή­να για την πα­ρου­σία­ση του πρώ­του της βι­βλίου, μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των α­πό Αθη­ναίο εκ­δό­τη. Στο μπαρ κά­θε­ται “πα­ρέα με κά­ποιον που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι πα­τέ­ρας της”. Ο σκο­πός, ω­στό­σο, δεν εί­ναι πο­νη­ρός αλ­λά ιε­ρός. Εκεί­νη τον ο­ρί­ζει ως συγ­γρα­φι­κή έ­ρευ­να για το θέ­μα της, που εί­ναι οι άν­θρω­ποι. Γι’ αυ­τό και α­κούει υ­πο­μο­νε­τι­κά τον με­σή­λι­κα συ­νο­δό της, πα­ντρε­μέ­νο με τρία τέ­κνα, να της α­φη­γεί­ται μια ι­στο­ρία α­πι­στίας, την ο­ποία και κα­τα­γρά­φει, διαν­θι­σμέ­νη με ό­σα πι­πε­ρά­τα η ί­δια δια­λο­γί­ζε­ται. Στην ι­στο­ρία του θα ταί­ρια­ζε ως τίτ­λος το μό­το του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου του Κα­τσου­λά­ρη, της νου­βέ­λας, «Ο ά­ντρας που α­γα­πού­σε τη γυ­ναί­κα μου»: “Χρειά­ζο­νται τρεις για να γί­νει έ­να παι­δί”. Μό­νο που ε­δώ, αυ­τό το δά­νειο α­πό τον Έντουαρ­ντ Έστλιν Κά­μιν­γκς θα σή­μαι­νε πολ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρα. 
Η ι­στο­ρία συγ­γε­νεύει με τη νου­βέ­λα, ό­χι μό­νο θε­μα­τι­κά, αλ­λά και ως προς τη θυ­μι­κή διά­θε­ση. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, ο α­φη­γη­τής αυ­το­σαρ­κά­ζε­ται και ει­ρω­νεύε­ται. Στην πρό­σφα­τη ι­στο­ρία, το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι μία α­νά­λα­φρη ό­σο και ε­πί­και­ρη σά­τι­ρα των σε­ξουα­λι­κών σχέ­σεων, μέ­σα στο συ­γκε­χυ­μέ­νο το­πίο, που έ­χουν δια­μορ­φώ­σει οι αμ­φί­ση­μες ή και πο­λυ­δύ­να­μες νεό­κο­πες φυ­λε­τι­κές ταυ­τό­τη­τες. Σε α­ντί­θε­ση με την κυ­ρίαρ­χη τά­ση των νεό­τε­ρων, ο Κα­τσου­λά­ρης δια­τη­ρεί τους πλά­γιους υ­παι­νι­κτι­κούς τρό­πους των η­λι­κια­κά με­γα­λύ­τε­ρών του συγ­γρα­φέων. Αυ­τό α­πο­βαί­νει ση­μα­ντι­κό, σε μία ε­πο­χή που ο λό­γος της προ­βαλ­λό­με­νης α­πό τον Τύ­πο λο­γο­τε­χνίας κραυ­γά­ζει.

 Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/5/2015.