Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

Διερευνήσεις της γυναικείας καλλιτεχνικής ταυτότητας

Πρακτικά Ημερίδας
«Η γυναικεία εικαστική
και λογοτεχνική παρουσία
στα περιοδικά λόγου και τέχνης (1900-1940)»
Επιμέλεια Σοφία Ντενίση
Εκδόσεις Gutenberg
Μάιο 2008

Σε διημερίδα γύρω από το Φύλο, που έγινε πέρυσι τέτοια εποχή, η δεύτερη ημέρα, όπως και θα αναμενόταν, ήταν αφιερωμένη στο “δεύτερο φύλο” και συγκεκριμένα, στην παρουσία των γυναικών στα περιοδικά λόγου και τέχνης, που κυκλοφόρησαν κατά τις πρώτες τέσσερις δεκαετίες του 20ου αιώνα. Οι συνολικά έξι εισηγήσεις αυτού του δεύτερου σκέλους της διημερίδας συγκεντρώνονται στον τόμο των Πρακτικών, με εισαγωγή της Σοφίας Ντενίση, η οποία και διευθύνει τα σχετικά ερευνητικά προγράμματα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών πάνω σε αυτό το θέμα και τα οποία ξεκίνησαν το 2005. Στο πλαίσιο αυτών των προγραμμάτων, μετά μακρόχρονη έρευνα, επιλέχθηκαν 130 περιοδικά λόγου και τέχνης, που εκδίδονταν στην Ελλάδα, την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια, με κριτήριο τη μεγαλύτερη ή μικρότερη, σε αυτά, γυναικεία παρουσία. Να θυμίσουμε πως η βιβλιογραφία Χ. Λ. Καράογλου καταγράφει, μόνο για την Αθήνα, 258 περιοδικά. Τα 130 που προκρίθηκαν, αποδελτιώθηκαν και συνάχθηκαν πληροφορίες για τις συνεργάτριές τους. Στα Πρακτικά δίνεται η λίστα των περιοδικών κατά αλφαβητική σειρά, αν και πιστεύουμε πως θα χρειαζόταν κι ένας δεύτερος, χρονολογικός κατάλογος, που θα απέβαινε χρήσιμος σε όσες επιμέρους έρευνες περιορίζουν το χρονικό πλαίσιο.
Στην πρώτη εισήγηση, η Ντενίση τονίζει την παντελή έλλειψη ιστοριών της γυναικείας γραφής, θυμίζοντας πως οι ιστορίες τόσο της τέχνης όσο και της λογοτεχνίας περιορίζονται σε καμιά δεκαριά ονόματα. Σε αυτό το σημείο νομίζουμε πως υπερβάλλει, καθώς υπάρχουν ιστορίες, όπως, λ.χ., η ιστορία του Νίκου Παππά, που αφιερώνουν ιδιαίτερο κεφάλαιο στις γυναίκες δημιουργούς, υπερβαίνοντας κατά πολύ τον κατάλογο των δέκα ονομάτων. Αλλά και μια πρόσφατή γραμματολογία, όπως αυτή του Σοκόλη, συγκρατεί περισσότερες συγγραφείς, πόσω μάλλον που η Ντενίση λησμονεί και κάποιες πολύ γνωστές, όπως, για παράδειγμα, την Έλλη Αλεξίου. Ύστερα, μάλλον αδικεί ορισμένες συγγραφείς, με τον ισχυρισμό πως μνημονεύονται κυρίως ως σύζυγοι, θυγατέρες και ερωμένες. Όπου, η προσωνυμία ερωμένη για την Σοφία Λασκαρίδου, θα λέγαμε πως συνιστά σχεδόν ύβρι για έναν έρωτα όπως ο δικός της και του Περικλή Γιαννόπουλου. Η Ντενίση αναλαμβάνει να δείξει το ξεκίνημα των γυναικείων διεκδικήσεων, γι’ αυτό και περιορίζεται στις δυο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και κυρίως, στην περιβόητη «Εφημερίδα των Κυριών», που ξεκίνησε να εκδίδει η Καλλιρρόη Παρρέν, εικοσιεξαετίς, το 1887, και την κράτησε μάχιμη κοντά ένα τρίτο του αιώνα. Με την ευκαιρία, μνημονεύει κι αυτή τη διαμάχη του Ροΐδη με τις “γράφουσες” Ελληνίδες, που είχαμε σχολιάσει, με αφορμή τη μελέτη της Ειρήνης Ριζάκη. Όπου και υποστηρίζαμε πως δεν ήταν παρά μια ακόμη αντιπαράθεση, που πυροδοτήθηκε από την αντίθεση δυο ανδρών, του Ροΐδη και του Ξενόπουλου.
Ακολουθούν οι δυο εισηγήσεις που καλύπτουν το χώρο της τέχνης. Της Έλενας Χαμαλίδη για τις εικαστικούς στην καμπή του 19ου προς τον 20ο αιώνα και κατά το μεσοπόλεμο, όπου το κυρίως βάρος δίνεται στις δυο γνωστότερες, την Θάλεια Φλωρά-Καραβία και την Σοφία Λασκαρίδου. Και της Βασιλικής Σαρακατσιάνου για την κριτική υποδοχή της γυναικείας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Όπως αναφέρει και η Ριζάκη, τόσο στην τέχνη όσο και στη λογοτεχνία, η ομορφιά και η χάρις μιας δημιουργού, εκείνα τα χρόνια, βάραιναν κατά την κρίση του έργου τους. Πάντως, για να είμαστε ειλικρινείς, μια κάποια ευαισθησία για τις “εύμορφες” την δείχνουν οι κριτές όλων, ανεξαιρέτως, των εποχών.
Κατά την απογευματινή συνεδρία, η λογοτεχνία μονοπώλησε το ενδιαφέρον των τριών ομιλητριών. Η Μαρία Νικολοπούλου σχολιάζει την κριτική που ασκείται στην γυναικεία λογοτεχνική παραγωγή, κυρίως τα αυτοτελή έργα αλλά και τα κείμενα που δημοσιεύονται στα περιοδικά της τεσσαρακονταετίας. Η Πέρσα Αποστολή διακρίνει εκείνα τα περιοδικά, που οι γυναίκες μετέχουν καθοριστικά ως εκδότριες, διευθύντριες ή έστω μέλη της συντακτικής επιτροπής τους. Εισαγωγικά αναφέρεται στην “εφημερίδα” της Παρρέν και παραθέτει έναν κατάλογο με αντίστοιχες προσπάθειες κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όπου, κατά κύριο λόγο, πρόκειται για περιοδικά που απευθύνονται στο γυναικείο κοινό. Στη συνέχεια, ξεδιαλέγει είκοσι δυο περιοδικά από τα 130, όπου οι γυναίκες έχουν το πρόσταγμα. Επτά από αυτά δεν συμπληρώνουν χρόνο, έξι φτάνουν τη διετία, ενώ μερικά μακροημερεύουν, όπως η «Ιόνιος Ανθολογία» της Μαριέττας Μινώτου, μάλλον λόγω της επτανήσιας εντοπιότητας και όχι χάρις στη διευθύντριά του, ή ακόμη, ο «Παντογνώστης», η «Αλεξανδρινή Τέχνη» και οι «Νέοι Πρωτοπόροι», στα οποία, όμως, οι γυναίκες δεν παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο κι ας κρατούν για ένα μικρό διάστημα τη διεύθυνση. Σε αντίθεση με το κωνσταντινουπολίτικο περιοδικό, «Βοσπορίς», που εκδίδεται από το 1899 μέχρι το Μάρτιο του 1907, ίσως και το 1908, με ιδιοκτήτρια την Κορνηλία Πρεβεζιώτου. Η μελετήτρια συντάσσει ένα χορταστικό λήμμα για την Πρεβεζιώτου και ένα δεύτερο για την Αρτεμισία Λανδράκη, που υπήρξε εκδότρια του βραχύβιου περιοδικού των Χανίων «Σπινθήρ». Τέλος, η Ματρώνα Παλαιού ασχολείται με ορισμένες πεζογράφους, που εμφανίζονται στα περιοδικά λόγου και τέχνης από τις αρχές του αιώνα μέχρι το 1922. Παραδόξως, αναφέρει πως μελέτησε 53 περιοδικά από τα 130, ενώ ο αρχικός πίνακας δίνει 64 γι’ αυτήν την περίοδο.
Από τα Πρακτικά φαίνεται η σημασία που έχουν τα συγκεκριμένα ερευνητικά προγράμματα, τα οποία και συνεχίζονται, πολιορκώντας πλείστα όσα ενδιαφέροντα ερωτήματα.

Μ. Θεοδοσοπουλου