Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Το ερυθρόν ανθύλλιον

Β. Μ. Γκάρ­σι­ν
«Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι»
Με­τά­φρα­ση:
Δημ. Β. Τρια­ντα­φυλ­λί­δης
Εκδό­σεις Πό­λις
Μάρ­τιος 2014    

Στη με­τά­φρα­ση ε­νός πε­ζού, κα­τά κα­νό­να, δεν δί­νε­ται η α­νά­λο­γη ση­μα­σία. Κι ό­μως, το με­τά­φρα­σμα εί­ναι αυ­τό που δια­βά­ζου­με. Για τη λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα του πρω­τό­τυ­που στη­ρι­ζό­μα­στε α­να­γκα­στι­κά στις α­πό­ψεις των ο­μό­γλωσ­σων του συγ­γρα­φέα. Ιδίως, ό­ταν πρό­κει­ται για μία γλώσ­σα ό­πως τα ρω­σι­κά, που λι­γο­στοί, του­λά­χι­στον α­να­λο­γι­κά με τους αγ­γλο­μα­θείς ή και γαλ­λο­μα­θείς, κα­τέ­χουν στο βαθ­μό να εί­ναι σε θέ­ση να ε­κτι­μή­σουν το ύ­φος. Γι’ αυ­τό το λό­γο εί­ναι ευ­πρόσ­δε­κτες οι πέ­ραν της μίας με­τα­φρά­σεις στην πε­ρί­πτω­ση α­ξιό­λο­γων έρ­γων. Πό­σω μάλ­λον ό­ταν πρό­κει­ται για έ­να διή­γη­μα, που α­νή­κει στην πα­ρα­κα­τα­θή­κη των κλα­σι­κών, ό­πως «Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι» του Βσέ­βο­λο­ντ Μι­χαή­λο­βι­τς Γκάρ­σιν. Δυ­στυ­χώς, μό­νο ε­πι­λε­κτι­κά γνω­ρί­ζου­με τις προ­η­γού­με­νες α­πο­δό­σεις του, κα­θώς οι ε­κά­στο­τε με­τα­φρα­στές και ε­πι­με­λη­τές δεν δί­νουν το ι­στο­ρι­κό τους. Δεν α­ξιο­λο­γούν να μνη­μο­νεύ­σουν ού­τε καν την πρώ­τη με­τά­φρα­ση. 
Πά­ντως, το εν λό­γω διή­γη­μα έ­χει α­πό πο­λύ νω­ρίς με­τα­φρα­στεί στα κα­θ’ η­μάς και δη­μο­σιευ­θεί σε πε­ριο­δι­κά. Επί­σης, έ­χει, κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη, συ­μπε­ρι­λη­φθεί σε συλ­λο­γές διη­γη­μά­των του Γκάρ­σιν, ό­που συ­νή­θως προ­τάσ­σε­ται και με αυ­τό τιτ­λο­φο­ρεί­ται η συλ­λο­γή. Μία, πι­θα­νώς, α­πό τις πρώ­τες, με έ­ξι διη­γή­μα­τα και τίτ­λο, «Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι και άλ­λα διη­γή­μα­τα», κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1921, σε με­τά­φρα­ση Άννας Στα­μα­τε­λά­του, χω­ρίς να προσ­διο­ρί­ζε­ται α­πό ποια γλώσ­σα έ­γι­νε η με­τά­φρα­ση. Ενώ, στην τε­λευ­ταία συλ­λο­γή με αυ­τόν τον τίτ­λο, του 2006, η με­τά­φρα­ση της Τά­νιας Ια­κώ­βου-Ραχ­μα­τού­λι­να εί­ναι α­πό το πρω­τό­τυ­πο. Όπως και μία α­πό τις πρώ­τες με­τα­πο­λε­μι­κές, της Κο­ρα­λίας Μα­κρή. Μό­νο που σε αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη, το προ­βά­δι­σμα δί­νε­ται σε έ­τε­ρο διή­γη­μα α­πό τα συ­νο­λι­κά τέσ­σε­ρα, που συ­στε­γά­ζο­νται, με τον τίτ­λο, «Καλ­λι­τέ­χνες». Στην έκ­δο­ση του 2006, πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται τα έ­ξι ε­κεί­νης του 1921 («Τέσ­σε­ρις μέ­ρες», «Ένα πο­λύ σύ­ντο­μο ρο­μά­ντζο», «Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι», «Ένα πε­ρι­στα­τι­κό», «Νά­ντιαζ­ντα Νι­κο­λά­γιεβ­να», «Το πα­ρα­μύ­θι του βα­τρά­χου και του ρό­δου») και α­κό­μη τρία («Attalea princeps», «Αυ­τό που δεν έ­γι­νε», «Το σι­νιά­λο»), σε  αυ­τά, η με­τα­πο­λε­μι­κή προ­σθέ­τει μό­νο έ­να, το ο­μό­τιτ­λο. Έτσι, α­πό τα εί­κο­σι διη­γή­μα­τα, που ο Γκάρ­σιν φέ­ρε­ται να έ­χει συ­νο­λι­κά δη­μο­σιεύ­σει, ε­μείς γνω­ρί­ζου­με δη­μο­σιευ­μέ­να στη γλώσ­σα μας μό­λις τα μι­σά.  
Στην πρό­σφα­τη έκ­δο­ση, το διή­γη­μα δη­μο­σιεύε­ται μό­νο του. Ίσως εί­ναι η πρώ­τη ελ­λη­νι­κή του α­πό­δο­ση, που αυ­το­νο­μεί­ται σε βι­βλίο. Του α­ξί­ζει, κα­θώς πρό­κει­ται για μία α­πό τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ι­στο­ρίες τρέ­λας της πα­λαιό­τε­ρης ρω­σι­κής λο­γο­τε­χνίας, η ο­ποία, ως γνω­στόν, έ­χει να ε­πι­δεί­ξει την ε­κλε­κτό­τε­ρη σο­δειά αυ­τής της ι­διά­ζου­σας θε­μα­τι­κά πε­ριο­χής. «Το κόκ­κι­νο λου­λου­δι», δη­μο­σιευ­μέ­νο για πρώ­τη φο­ρά το 1883, το­πο­θε­τεί­ται σε έ­να ευ­ρύ φά­σμα πα­ρό­μοιων ι­στο­ριών, που θα μπο­ρού­σε να ο­ριο­θε­τη­θεί με δυο α­πό τα γνω­στό­τε­ρα πε­ζά με ή­ρωες ψυ­χω­τι­κούς, «Το η­με­ρο­λό­γιο ε­νός τρε­λού» του Γκό­γκο­λ, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1835, και το «Θά­λα­μος Νο 6» του Τσέ­χωφ, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1892, που α­πο­τέ­λε­σε στρο­φή στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του συγ­γρα­φέα του. Στο διή­γη­μα του Τσέ­χωφ υ­πάρ­χουν ε­πι­δρά­σεις α­πό «Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι». Και τα δυο δια­δρα­μα­τί­ζο­νται σε έ­να ψυ­χια­τρι­κό ά­συ­λο, μό­νο που στου Τσέ­χωφ η έμ­φα­ση δί­νε­ται στην κοι­νω­νι­κή κρι­τι­κή. Κα­τά κα­λή σύ­μπτω­ση, τα δυο διη­γή­μα­τα μπο­ρούν να δια­βα­στούν πα­ράλ­λη­λα, κα­θώς το «Θά­λα­μος Νο 6» ε­πα­νεκ­δό­θη­κε πρό­σφα­τα σε με­τά­φρα­ση Άρη Αλε­ξάν­δρου. Επε­τεια­κή έκ­δο­ση για τα πε­νή­ντα χρό­νια α­πό την πρώ­τη έκ­δο­ση της εν λό­γω με­τά­φρα­σης του διη­γή­μα­τος. 
Ο Γκάρ­σιν α­φιε­ρώ­νει το διή­γη­μά του “στη μνή­μη του Ιβάν Σερ­γκέ­γιε­βι­τς Τουρ­γκέ­νιε­φ”, που τον γνώ­ρι­ζε και μά­λι­στα, σε μία κρί­σι­μη για ε­κεί­νον πε­ρίο­δο εί­χε βρει κα­τα­φύ­γιο στο κτή­μα του. Έτσι έ­χου­με εμ­μέ­σως μία α­κρι­βέ­στε­ρη χρο­νο­λό­γη­ση της πρώ­της δη­μο­σίευ­σης του διη­γή­μα­τος, για την ο­ποία δεν δί­νε­ται ού­τε το έ­ντυ­πο ού­τε η α­κρι­βής η­με­ρο­μη­νία. Ο Τουρ­γκέ­νιεφ α­πε­βίω­σε στις 3 Σεπ. 1883, σε η­λι­κία 65 ε­τών. Οπό­τε το διή­γη­μα θα πρέ­πει να δη­μο­σιεύ­τη­κε προς το τέ­λος ε­κεί­νης της χρο­νιάς, που α­να­φέ­ρε­ται ως μία α­πό τις λί­γες ευ­τυ­χι­σμέ­νες στο σύ­ντο­μο βίο του Γκάρ­σιν. Με μία δεύ­τε­ρη α­φιέ­ρω­ση συ­μπλη­ρώ­νε­ται η ά­λυ­σος α­πό­τι­σης φό­ρου τι­μής α­νά­με­σα στους τρεις Ρώ­σους διη­γη­μα­το­γρά­φους, τον πρε­σβύ­τε­ρο κα­τά μία και πλέ­ον γε­νιά Τουρ­γκέ­νιεφ και τους δυο νεό­τε­ρους. Ο Τσέ­χω­φ, πέ­ντε χρό­νια μι­κρό­τε­ρος του Γκάρ­σιν, ό­ταν ε­κεί­νος πε­θαί­νει, α­φιε­ρώ­νει στη μνή­μη του έ­να διή­γη­μά του. 
Συμ­με­τρι­κά, στο ευ­ρω­παϊκό στε­ρέω­μα της διη­γη­μα­το­γρα­φίας, πέ­ντε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος του Γκάρ­σιν ο Γάλ­λος διη­γη­μα­το­γρά­φος Γκυ ντε Μω­πασ­σάν, συμ­βα­δί­ζει μα­ζί του. Με έ­να χρό­νο δια­φο­ρά δη­μο­σιεύουν το πρώ­το τους διή­γη­μα. Να θυ­μί­σου­με πως ο Μω­πασ­σάν εί­ναι συ­νο­μή­λι­κος της δι­κής μας δυά­δας, Βι­ζυη­νού - Πα­πα­δια­μά­ντη. Για ό­σους τους γο­η­τεύουν οι συ­μπτώ­σεις, αυ­τοί οι τρεις γεν­νή­θη­καν σε διά­στη­μα δυο ε­τώ­ν: Βι­ζυη­νός 8 Μαρ. 1849, Μω­πασ­σάν 24 Ιουλ. 1850, Πα­πα­δια­μά­ντης 4 Μαρ. 1851. Ο Μω­πασ­σάν, ό­πως και ο Γκάρ­σιν, έ­γρα­ψε με­ρι­κά ε­κλε­κτά διη­γή­μα­τα με θέ­μα την τρέ­λα. Σε α­ντί­θε­ση με τον Βι­ζυη­νό, ε­πί­σης νο­σού­ντα, που δεν ά­φη­σε ι­στο­ρίες τρέ­λας. Γε­νι­κό­τε­ρα στα κα­θ’ η­μάς, πα­ρό­τι δεν έ­λει­ψαν οι κα­τά και­ρούς θα­μώ­νες του Δρο­μο­καΐτειου, αυ­τοί “οι ω­ραίοι τρε­λοί”, με­ρι­κοί α­πό τους ο­ποίους έ­γρα­ψαν α­πό τις ω­ραιό­τε­ρες ι­στο­ρίες, δεν ά­φη­σαν ι­στο­ρίες τρέ­λας. Με­τα­ξύ Γκάρ­σιν και Βι­ζυη­νού, έ­να κοι­νό ση­μείο εί­ναι ο μι­κρός α­ριθ­μός διη­γη­μά­των τους. Γύ­ρω στα εί­κο­σι ο Ρώ­σος, ό­λα σε έ­κτα­ση διη­γή­μα­τος. Πέ­ντε ο Βι­ζυη­νός, αλ­λά ε­κτε­νή, θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ριστούν νου­βέ­λες. Όπως και να έ­χει, και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, έ­νας τό­μος αρ­κεί.
Αλλά ποιος εί­ναι αυ­τός ο μάλ­λον ά­γνω­στος σή­με­ρα Ρώ­σος συγ­γρα­φέ­ας, που η ι­στο­ρι­κός της ρω­σι­κής λο­γο­τε­χνίας Ρουθ Τσέρ­νο­βα χα­ρα­κτη­ρί­ζει, στο α­πό­σπα­σμα που ε­πι­λέ­γε­ται ως ε­πί­με­τρο του πρό­σφα­του βι­βλια­ρίου, ως “ε­λάσ­σο­να κλα­σι­κό”; Κι αυ­τός έ­νας ψυ­χα­σθε­νής. Όχι θύ­μα α­φρο­δί­σιου νο­σή­μα­τος ό­πως οι Βι­ζυη­νός και Μω­πασ­σάν, αλ­λά  λό­γω κλη­ρο­νο­μι­κό­τη­τας, α­πό την πλευ­ρά του πα­τέ­ρα του. Κα­τά μία εκ­δο­χή, ή­ταν πα­ρών, ο­κτώ ε­τών, ό­ταν ε­κεί­νος αυ­το­κτό­νη­σε. Οι μα­νιο­κα­τα­θλι­πτι­κές κρί­σεις άρ­χι­σαν να εμ­φα­νί­ζο­νται α­πό νω­ρίς, ή­δη α­πό την ε­φη­βεία. Οι πε­ρίο­δοι ε­γκλει­σμού σε ψυ­χια­τρι­κά ι­δρύ­μα­τα ε­ναλ­λάσ­σο­νταν με δια­στή­μα­τα κα­νο­νι­κού βίου, κα­τά τα ο­ποία έ­γρα­φε μα­νιω­δώς. Το γρά­ψι­μο, ό­μως, τον α­να­στά­τω­νε, τα­ρά­ζο­ντας  την ευαί­σθη­τη ι­σορ­ρο­πία του. 
Τα πρώ­τα του δη­μο­σιεύ­μα­τα εί­ναι τε­χνο­κρι­τι­κά άρ­θρα και ποιή­μα­τα. Ο Γκάρ­σιν, γεν­νη­μέ­νος το 1855, στά­θη­κε έ­νας μύ­θος για τους νεό­τε­ρους. Ο πρω­το­πό­ρος Ρώ­σος θε­α­τράν­θρω­πος Μέ­γερ­χολ­ντ, εί­κο­σι χρό­νια μι­κρό­τε­ρος του Γκάρ­σιν, άλ­λα­ξε το βα­πτι­στι­κό του, υιο­θε­τώ­ντας το δι­κό του. Γιος α­ξιω­μα­τι­κού ο Γκάρ­σιν, καί­τοι νε­α­ρός υ­πήρ­ξε ει­ρη­νι­στής, κα­τε­τά­γη ε­θε­λο­ντής, ως χρέ­ος στη μνή­μη του α­ξιω­μα­τι­κού πα­τέ­ρα του, στον ρω­σο­τουρ­κι­κό πό­λε­μο του 1877-78. Αί­σθη­ση προ­κά­λε­σε έ­να α­πό τα πρώ­τα διη­γή­μα­τά του, «Οι τέσ­σε­ρις μέ­ρες», ό­που ο ή­ρωάς του μέ­νει πλη­γω­μέ­νος στο πε­δίο της μά­χης ε­πί τέσ­σε­ρις η­μέ­ρες. Στον ε­σω­τε­ρι­κό μο­νό­λο­γο, α­ντα­να­κλώ­νται τα βιώ­μα­τα του συγ­γρα­φέα, που πλη­γώ­θη­κε σε μία α­πό τις τε­λευ­ταίες μά­χες ε­κεί­νου του Πο­λέ­μου, μέ­νο­ντας ε­πί τό­που α­βοή­θη­τος, πρό­σω­πο με πρό­σω­πο με τον Οθω­μα­νό στρα­τιώ­τη, που εί­χε πέ­σει νε­κρός α­πό δι­κή του σφαί­ρα. 
Ο Γκάρ­σιν μό­λις που πρό­λα­βε να συ­μπλη­ρώ­σει τα 33. Στις 19 Μαρ. 1888, στην Αγία Πε­τρού­πο­λη, πη­δά­ει στο κλι­μα­κο­στά­σιο, α­πό το κε­φα­λό­σκα­λο του δια­με­ρί­σμα­τός του στον πέ­μπτο ό­ρο­φο. Απο­βιώ­νει πέ­ντε η­μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα. Τό­σο η αυ­το­κτο­νία του ό­σο και η πί­στη του στο κα­λό και το ω­ραίο γο­η­τεύουν τη ρω­σι­κή δια­νό­η­ση στο γύ­ρι­σμα προς τον 20ό αιώ­να  Η διά­χυ­τη α­παι­σιο­δο­ξία στα διη­γή­μα­τά του α­πη­χεί τα αι­σθή­μα­τα των πρώ­των Ρώ­σων σο­σια­λι­στών. Ενστερ­νι­ζό­με­νοι οι Να­ρό­ντνι­κοι, ό­πως α­πο­κα­λού­νται, μαρ­ξι­στι­κές ι­δέες, ε­πε­δίω­ξαν α­γρο­τι­κή κι­νη­το­ποίη­ση, αλ­λά προ­σέ­κρου­σαν στην πα­θη­τι­κό­τη­τα των μου­ζί­κων. Στα διη­γή­μα­τα, πο­λι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές α­να­φο­ρές μέ­νουν λαν­θά­νου­σες στις πα­ρα­μυ­θι­κής υ­φής αλ­λη­γο­ρίες. Με α­πο­τέ­λε­σμα, κα­μία ερ­μη­νεία τους να μην εί­ναι τε­λε­σί­δι­κη, ό­πως και κα­μία ε­ξι­στό­ρη­ση της ζωής του α­ξιό­πι­στη. Για τον βίο και το έρ­γο του υ­πάρ­χουν πα­ρα­πλή­σιες, κά­πο­τε και α­ντι­κρουό­με­νες εκ­δο­χές, κά­τι που φαί­νε­ται εν μέ­ρει στον πρό­λο­γο και το ε­πί­με­τρο της πρό­σφα­της έκ­δο­σης.  
«Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι» εί­ναι τυ­πι­κό του εί­δους διη­γή­μα­τος και του τύ­που του ε­σω­τε­ρι­κού μο­νό­λο­γου, που ο Γκάρ­σιν καλ­λιέρ­γη­σε. Ο ή­ρωάς του θυ­μί­ζει τον Δον Κι­χώ­τη, που ε­κλαμ­βά­νει τους α­νε­μό­μυ­λους για γί­γα­ντες και χυ­μά­ει ε­να­ντίον τους με α­κό­ντιο και α­σπί­δα. Αυ­τός ε­πι­τί­θε­ται σε δυο κα­τα­κόκ­κι­να λου­λού­δια, που εί­χαν φυ­τρώ­σει στον κή­πο του ψυ­χια­τρείου, κα­θώς σε αυ­τά βλέ­πει εν­σω­μα­τω­μέ­νο ό­λο το κα­κό της αν­θρω­πό­τη­τας. Αυ­το­προ­σώ­πως τον Αρι­μάν, τον θεό του θα­νά­του στη ζω­ρο­α­στρι­κή λα­τρεία, που φέ­ρε­ται ως μια μυ­στη­ριώ­δης ό­σο και τρο­μα­κτι­κή ύ­παρ­ξη, ε­χθρι­κή προς τον Θεό. Για τον ε­αυ­τό του, φα­ντα­σιώ­νει πως εί­ναι ο α­να­με­νό­με­νος Μεσ­σίας, ο αν­δρείος, που θα α­φα­νί­σει το κα­κο­ποιό πνεύ­μα. Εί­ναι έ­τοι­μος να θυ­σια­στεί. Με­τά την πρώ­τη μά­χη, ξε­ρι­ζώ­νο­ντας το έ­να λου­λού­δι, πέ­φτει ε­ξαν­τλη­μέ­νος. Συ­νέρ­χε­ται και συ­νε­χί­ζει. Το κό­ψι­μο ε­νός τρί­του λου­λου­διού, που μό­λις έ­χει προ­βάλ­λει, γί­νε­ται νύ­χτα, ό­ταν ο φύ­λα­κας α­πο­κοι­μιέ­ται. Η πε­ρι­γρα­φή του ά­θλου του εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κή. Κα­τορ­θώ­νει να λύ­σει τα δε­σμά του, που ση­μαί­νει να α­παλ­λα­γεί α­πό τον ζουρ­λο­μαν­δύα. Να πε­ρά­σει μέ­σα α­πό το κα­γκε­λό­φρα­κτο πα­ρά­θυ­ρο, να πη­δή­ξει τον φρά­χτη, γρα­τσου­νι­σμέ­νος να κό­ψει το άν­θος και να ε­πι­στρέ­ψει. Το άλ­λο πρωί, στο νε­κρό πλέ­ον πρό­σω­πό του έ­χει α­πο­τυ­πω­θεί ο θρίαμ­βος του νι­κη­τή. Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι εί­ναι το τρό­παιο μίας μά­χης, νο­ε­ρής μεν αλ­λά, ό­χι γι’ αυ­τό, λι­γό­τε­ρο ά­γριας. Κα­τά μία αλ­λη­γο­ρι­κή α­νά­γνω­ση, εί­ναι έ­νας ε­πα­να­στά­της, δέ­σμιος, που υ­φί­στα­ται βα­σα­νι­στή­ρια. Άλλω­στε, η νο­ση­λεία στα ψυ­χια­τρι­κά ά­συ­λα ε­κεί­νης της ε­πο­χής α­κο­λου­θού­σε τις κα­τα­σταλ­τι­κές με­θό­δους της φυ­λα­κής. 
Η α­ξία του διη­γή­μα­τος ε­ντο­πί­ζε­ται στη δύ­να­μη της υ­πο­βο­λής που δια­θέ­τει η α­φή­γη­ση. Πέ­ραν της σημασίας που έ­χει ως μαρ­τυ­ρία για το πώς έ­νας ψυ­χω­τι­κός συ­νει­δη­το­ποιεί την α­σθέ­νειά του. Λ.χ., πε­ρι­γρά­φει τη σύ­ντο­μη α­να­λα­μπή διαύ­γειας κα­τά το πρωι­νό ξύ­πνη­μα, προ­τού κα­τα­κλυ­σθεί α­πό τους ε­ρε­θι­σμούς των ε­ξω­γε­νών ε­ντυ­πώ­σεων, που ε­πα­να­φέ­ρουν την κα­τά­στα­ση της πα­ρά­νοιας. Ακό­μη, αι­σθη­το­ποιεί τις τε­ρά­στιες σω­μα­τι­κές δυ­νά­μεις, οι ο­ποίες δα­πα­νώ­νται με την υ­πε­ρε­νερ­γη­τι­κό­τη­τα, που προ­κα­λεί μία ψυ­χω­τι­κή κρί­ση. Τέ­λος, α­να­συ­σταί­νει κα­τά μο­να­δι­κό τρό­πο την α­πο­πνι­κτι­κή α­τμό­σφαι­ρα του ψυ­χια­τρι­κού α­σύ­λου, α­νυ­πό­φο­ρα κα­τα­πιε­στι­κή, ό­πως ε­κεί­νη που ε­πι­κρα­τεί σε χώ­ρους βα­σα­νι­σμού.
Η νέα με­τά­φρα­ση δεν ε­πι­διώ­κει την αυ­το­λε­ξεί α­πό­δο­ση αλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο φρο­ντί­ζει την αι­σθη­τι­κή της α­φή­γη­σης. Η προ­σπά­θεια εκ­συγ­χρο­νι­σμού κά­ποιων ό­ρων ξε­νί­ζει. Λ.χ., α­να­φέ­ρε­ται ό­τι “ο Γκάρ­σιν γεν­νή­θη­κε στην ε­παρ­χία Μπαχ­μού­τσκι” α­ντί σε κω­μό­πο­λη της πε­ρι­φέ­ρειας του Αι­κα­τε­ρί­νοσ­λα­β, το ση­με­ρι­νό Ντνι­προ­πε­τρόφ­σκ της Δυ­τι­κής Ου­κρα­νίας, στις ό­χθες του Δνεί­πε­ρου, που τό­τε α­πο­κα­λεί­το Μι­κρο­ρω­σία. Εκεί το­πο­θε­τεί­ται το ψυ­χια­τρι­κό ί­δρυ­μα του διη­γή­μα­τος, ο­πό­τε έ­νας γη­γε­νής θα έ­πρε­πε να α­πο­κλη­θεί Μι­κρο­ρώ­σος και ό­χι “χα­χό­λος”, που δεν κυ­ριο­λε­κτεί και φέ­ρει κα­κό­ση­μη φόρ­τι­ση. Επί­σης η αμ­φι­τα­λά­ντευ­ση του για­τρού, αν θα πρέ­πει να χο­ρη­γή­σει μορ­φί­νη ή χλω­ρά­λη, δεν θα έ­πρε­πε να α­πα­λει­φθεί. Ού­τε, ό­μως, η χλω­ρά­λη να α­πο­δο­θεί ως χλω­ρο­φόρ­μιο, ό­πως γί­νε­ται σε άλ­λες με­τα­φρά­σεις. Δεί­χνει τα αλ­λο­τι­νά φαρ­μα­κευ­τι­κά μέ­σα, ό­ταν η χλω­ρά­λη χρη­σι­μο­ποιεί­το ως η­ρε­μι­στι­κό. Ύστε­ρα, το γλωσ­σι­κό ύ­φος του με­τα­φρά­σμα­τος το μο­λύ­νουν κά­ποιες λέ­ξεις ξέ­νες προς τα συμ­φρα­ζό­με­να της ε­πο­χής. Λ.χ., η φρά­ση “ο­ρι­σμέ­νοι που α­κο­λου­θού­σαν βελ­τιω­μέ­νη δια­τρο­φή, έ­τρω­γαν χω­ρι­στά” δεν α­πο­δί­δει τη δια­φο­ρε­τι­κή με­τα­χεί­ρι­ση των α­σθε­νών με βά­ση τα τα­ξι­κά τους χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και τα χρή­μα­τα που διέ­θε­ταν οι οι­κείοι τους. 
Στις διάφορες μεταφράσεις, οι α­πο­δό­σεις του τίτ­λου ποι­κίλ­λουν. Το ε­πί­θε­το α­πο­δί­δε­ται ως κόκ­κι­νο, ε­ρυ­θρό ή και ά­λι­κο και το ου­σια­στι­κό ως λου­λού­δι ή και άν­θος. Ο γο­η­τευ­τι­κό­τε­ρος τίτ­λος εί­ναι ε­κεί­νος της πρώ­της ελ­λη­νι­κής με­τά­φρα­σης του διη­γή­μα­τος, χά­ρις στη ρο­μα­ντι­κή του α­χλή. Ο Γκάρ­σιν α­πο­βιώ­νει στις 24 Μαρ. 1888, στις 8 Μαΐ. δη­μο­σιεύε­ται στην ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις», «Το ε­ρυ­θρόν αν­θύλ­λιον», σε με­τά­φρα­ση Θεό­δω­ρου Βελ­λια­νί­τη. Φοι­τη­τής τό­τε ο Βελ­λια­νί­της, μό­λις εί­χε ε­πι­στρέ­ψει  α­πό τη Ρω­σία κι εί­χε ξε­κι­νή­σει να γρά­φει στην ε­φη­με­ρί­δα του Γα­βριη­λί­δη πε­ρί ρω­σι­κής φι­λο­λο­γίας και να με­τα­φρά­ζει ρω­σι­κά έρ­γα, έμ­με­τρα και πε­ζά. Από τους Πα­ξούς η οι­κο­γέ­νεια Βελ­λια­νί­τη, κα­τα­χω­ρη­μέ­νη στο Λί­μπρο ντ’ Όρο, με τον παπ­πού Μι­χαήλ να στα­διο­δρο­μεί στον ρω­σι­κό στρα­τό. Έτσι, ο Πει­ραιώ­της Βελ­λια­νί­της βρέ­θη­κε παι­δί οι­κο­γε­νεια­κώς στην Οδησ­σό και α­πέ­κτη­σε η λο­γο­τε­χνία μας έ­ναν ά­ρι­στο με­τα­φρα­στή α­πό την ρω­σι­κή στην ελ­λη­νι­κή. Ο ε­πό­με­νος και πρε­σβύ­τε­ρος στην η­λι­κία με­τα­φρα­στής, ο Σκυ­ρια­νός Αγα­θο­κλής Κων­στα­ντι­νί­δης, με­τοί­κη­σε α­πό την Ρω­σία στην Αθή­να τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Εί­ναι ο πρώ­τος, που με­τα­φρά­ζει και δη­μο­σιεύει στο πε­ριο­δι­κό, «Εκλε­κτά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα», χει­μώ­να 1892, το έ­τε­ρο γνω­στό­τε­ρο διή­γη­μα του Γκάρ­σιν, «Τέσ­σα­ρες η­μέ­ραι ε­πί του πε­δίου της μά­χης». Αλλά ποιος έ­χει α­κου­στά και ποιος έ­χει πο­τέ α­σχο­λη­θεί με τον Μι­κρο­ρώ­σο Γκάρ­σιν και τους Έλλη­νες ο­μη­λί­κους με­τα­φρα­στές του! Αυ­τά θεω­ρού­νται φι­λο­λο­γι­κή πε­ριτ­το­λο­γία χω­ρίς κα­νέ­να στις μέ­ρες μας α­ντί­κρι­σμα. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/5/2014.