Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Μία δια­μά­χη ε­τών 160


Κων. Ασώπιος


 Κων­στα­ντί­νος Ασώ­πιος
«Τα Σού­τσεια»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Λά­μπρος Βα­ρε­λάς
Εκδό­σεις Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη
Φε­βρουά­ριος 2013

«Τα Σού­τσεια», αυ­τός ο ε­ντυ­πω­τι­κός, λό­γω της ει­ρω­νι­κής του χροιάς, τίτ­λος, μνη­μο­νεύε­ται σχε­δόν σε ό­λες τις Ιστο­ρίες Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας με μία σύ­ντο­μη α­να­φο­ρά στο κε­φά­λαιο για τον Πα­να­γιώ­τη Σού­τσο. Εκεί, προ­η­γεί­ται το κεί­με­νο του Σού­τσου, «Η Νέα Σχο­λή του γρα­φο­μέ­νου λό­γου», το ο­ποίο, α­να­λό­γως με τον ι­στο­ρι­κό, εί­τε χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ου­δέ­τε­ρα “γλωσ­σι­κή με­λέ­τη” εί­τε α­πα­ξιω­τι­κά ως “το πιο πε­ρίερ­γο ντο­κου­μέ­ντο του ποιη­τι­κού ε­ξαρ­χαϊσμού”. Στη συ­νέ­χεια, πά­ντα συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, γί­νε­ται α­να­φο­ρά στην α­πά­ντη­ση που δό­θη­κε στον Σού­τσο, δη­λα­δή στα «Σού­τσεια». Και πά­λι ε­δώ οι χα­ρα­κτη­ρι­σμοί α­ντα­να­κλούν τις ε­κτι­μή­σεις του ι­στο­ρι­κού, α­πό “σχο­λα­στι­κός λί­βελ­λος” μέ­χρι “δείγ­μα σπά­νιας νη­φα­λιό­τη­τας και ο­ξύ­νοιας”. Πά­ντως, χά­ρις στα «Σού­τσεια», μνη­μο­νεύε­ται στις Ιστο­ρίες και ο συ­ντά­κτης του έρ­γου, Κων­στα­ντί­νος Ασώ­πιος, που ε­πέ­χει τη θέ­ση του κρι­τι­κού και θα α­να­με­νό­ταν να χαί­ρει α­νε­ξάρ­τη­του σχο­λια­σμού. Σε μία Ιστο­ρία Ιδεών, μά­λι­στα, θα του α­ντι­στοι­χού­σε και ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο. 
Μπο­ρεί πα­ρό­μοια Ιστο­ρία να αρ­γεί πο­λύ α­κό­μα, ω­στό­σο, η Ιστο­ρία του Κ. Θ. Δη­μα­ρά προ­βλέ­πει την ι­σο­δύ­να­μη α­να­φο­ρά ποιη­τή και κρι­τι­κού. Προ­η­γεί­ται μεν το κε­φά­λαιο του ρο­μα­ντι­σμού και “το πε­ρί­φη­μο γλωσ­σι­κό μα­νι­φέ­στο του Πα­να­γιώ­τη Σού­τσου”, αλ­λά α­κο­λου­θεί κε­φά­λαιο για τους ποιη­τι­κούς δια­γω­νι­σμούς, ό­που βρί­σκει τη θέ­ση του ο κρι­τι­κός Ασώ­πιος και το σύγ­γραμ­μά του. Στην πα­ρου­σία­ση προ­σώ­πων και έρ­γων, ο Δη­μα­ράς α­πο­φεύ­γει να προ­βάλ­λει τις συ­μπά­θειές του, χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι δεν εί­ναι εμ­φα­νές ποια πρό­σω­πα ε­κτι­μά και με ποιων τις ι­δέες στοι­χί­ζε­ται. “Ο πιο με­γά­λος και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό κά­θε Έλλη­να πο­λύ­πλευ­ρος φι­λό­λο­γος του και­ρού ε­κεί­νου”, γρά­φει για τον Ασώ­πιο. Αλλά α­ξιο­λο­γεί και το κεί­με­νο του Σού­τσου ως “το πιο ε­πί­ση­μο και το πιο εν­συ­νεί­δη­το μα­νι­φέ­στο της κα­θα­ρεύου­σας”. Ακό­μη και τη “βιο­γρα­φι­κή ζή­τη­ση” υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται, αρ­κεί αυ­τή να ε­ξη­γεί το για­τί και το πώς, α­ντί να ρέ­πει στο ε­γκώ­μιο ή την α­μαύ­ρω­ση.
Στην α­ντι­πα­ρά­θε­ση Σού­τσου - Ασώ­πιου –για­τί για α­ντι­πα­ρά­θε­ση πρό­κει­ται–  την ο­ποία ο Δη­μα­ράς πα­ρου­σιά­ζει ε­στια­σμέ­νη σε γλωσ­σι­κά και αι­σθη­τι­κά ζη­τή­μα­τα, ο μα­θη­τής του Πα­να­γιώ­της Μουλ­λάς α­φιε­ρώ­νει, το 1974, με­λέ­τη, με τίτ­λο, «Η δια­μά­χη Π. Σού­τσου - Κ. Ασώ­πιου (1853) και η ι­στο­ρι­κή συ­γκυ­ρία». Εκεί, ου­σια­στι­κά πα­ρα­κά­μπτει ή ε­λά­χι­στα μνη­μο­νεύει το κρι­τι­κό σκέ­λος, α­να­δει­κνύο­ντας τη “δια­μά­χη” σε “ι­δε­ο­λο­γι­κό α­γώ­να με ά­με­σους πο­λι­τι­κούς στό­χους”. Δεν προ­χώ­ρη­σε, ό­μως, στη α­να­δη­μο­σίευ­ση των πρω­τό­τυ­πων κει­μέ­νων των δυο πλευ­ρών, ώ­στε ο εν­δια­φε­ρό­με­νος να μπο­ρεί να μορ­φώ­σει γνώ­μη α­πευ­θείας α­πό τα αρ­χι­κά κεί­με­να. Κά­τι που έ­κα­νε έ­νας άλ­λος στε­νός συ­νερ­γά­της του Δη­μα­ρά, ο Άλκης Αγγέ­λου, α­να­δη­μο­σιεύο­ντας τα κεί­με­να μίας προ­η­γού­με­νης γλωσ­σι­κής “δια­μά­χης”, προ­ε­πα­να­στα­τι­κής, με­τα­ξύ Κο­ραή και Πα­να­γιώ­τη Κο­δρι­κά. Το η­μι­τε­λές έρ­γο του Μουλ­λά ο­λο­κλη­ρώ­νει ο τρί­τος (ή μάλ­λον τέ­ταρ­τος, με­τρώ­ντας και τη βρα­χύ­βια θη­τεία του Χρ. Αλε­ξίου, στο α­να­με­τα­ξύ της αιφ­νί­διας α­πο­χώ­ρη­σης του ι­δρυ­τή της σει­ράς Απ. Σα­χί­νη και το διο­ρι­σμό του δια­δό­χου του Β. Αθα­να­σό­που­λου) Γε­νι­κός Φι­λο­λο­γι­κός Επό­πτης της Σει­ράς «Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Βι­βλιο­θή­κη» του Ιδρύ­μα­τος Ου­ρά­νη, Γιάν­νης Πα­πα­κώ­στας. Αυ­τός, ό­μως, α­να­θέ­τει σε έ­ναν νεό­τε­ρο τον ρό­λο του προ­λο­γι­στή. Ρό­λο κα­θο­ρι­στι­κό, κα­θώς, στην εν λό­γω Σει­ρά, η ει­σα­γω­γή προ­τάσ­σε­ται, δια­μορ­φώ­νο­ντας “τις α­να­μο­νές του α­να­γνώ­στη”. Ας μην λη­σμο­νού­με, ό­τι πα­ρό­μοιες εκ­δό­σεις τις χαί­ρε­ται ο μη ει­δι­κός, που δεν έ­χει πρό­σβα­ση στις πη­γές. Αυ­τός βρί­σκε­ται στην ε­ξου­σία του προ­λο­γι­στή, που α­πο­βαί­νει ί­δια α­πό­λυ­τη με ε­κεί­νη του μυ­θι­στο­ριο­γρά­φου ε­πί του α­να­γνώ­στη. Κα­θώς, μά­λι­στα, λεί­πουν για τα ε­μπλε­κό­με­να πρό­σω­πα οι “βιο­γρα­φι­κές ζη­τή­σεις”, που ευαγ­γε­λι­ζό­ταν ο Δη­μα­ράς, ο ση­με­ρι­νός α­να­γνώ­στης θα μορ­φώ­σει γνώ­μη για τον “κα­λό” και τον “κα­κό” της “δια­μά­χης” με βά­ση τις ε­κτι­μή­σεις του προ­λο­γι­στή. 

Εκσυγ­χρο­νι­στι­κή ο­πτι­κή

Ο Λά­μπρος Βα­ρε­λάς α­να­λαμ­βά­νει να πα­ρου­σιά­σει τα δυο έρ­γα και τους συγ­γρα­φείς τους στην ε­κτε­νή, 110 σελ., ει­σα­γω­γή του. Ήδη, με τους τίτ­λους των πρώ­των κε­φα­λαίων, προϊδεά­ζει για την εκ­συγ­χρο­νι­στι­κή χροιά, που θα έ­χουν “τα πολ­λα­πλά αί­τια” της εν λό­γω “δια­μά­χης”. Αν και στη δι­κή του φρα­σε­ο­λο­γία, πρό­κει­ται για “σύ­γκρου­ση” και “α­ντι­πά­λους”. Ή, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο του δευ­τέ­ρου κε­φα­λαίου, “μο­νο­μά­χους”. Ο Μουλ­λάς α­νέ­φε­ρε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ό­τι “η γρα­φή ξε­κα­θα­ρί­ζει προ­σω­πι­κούς λο­γα­ρια­σμούς, ε­κτο­νώ­νει ε­μπά­θειες ή φα­νε­ρώ­νει τραυ­μα­τι­κές ευ­θι­ξίες”. Στο τρί­το κε­φά­λαιο της Ει­σα­γω­γής, με τίτ­λο, «Ξε­κα­θα­ρί­σμα­τα προ­σω­πι­κών λο­γα­ρια­σμών», οι νύ­ξεις του Μουλ­λά τεκ­μη­ριώ­νο­νται με συ­γκε­κρι­μέ­να στοι­χεία. Στο βαθ­μό, βε­βαίως, που α­πο­τε­λεί τεκ­μή­ριο έ­να πα­λαιό­τε­ρο δη­μο­σίευ­μα του Σού­τσου, που στρε­φό­ταν ε­να­ντίον του Ασώ­πιου. Αν πι­στεύου­με ό­τι η ε­να­σχό­λη­ση με την κρι­τι­κή συ­νι­στά λει­τούρ­γη­μα, τό­τε εί­ναι ύ­βρις να α­πο­δώ­σου­με σε μία α­πό τις πρώ­τες ε­ξέ­χου­σες μορ­φές της κρι­τι­κής πα­ρό­μοια κί­νη­τρα ή “τραυ­μα­τι­κές ε­μπει­ρίες”, κα­τά τη δια­τύ­πω­ση του Μουλ­λά. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι αυ­τή η συλ­λο­γι­στι­κή εί­ναι σή­με­ρα κυ­ρίαρ­χη, με τους συγ­γρα­φείς να α­να­ζη­τούν ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά κί­νη­τρα για την ό­ποια κρι­τι­κή ε­ντο­πί­ζει α­δυ­να­μίες στο έρ­γο τους. 
Δεν λεί­πουν οι πη­γές για να στοι­χειο­θε­τη­θεί μία α­κρι­βής πα­ρου­σία­ση του Σού­τσου, τό­σο του λο­γο­τέ­χνη ό­σο και του δη­μό­σιου προ­σώ­που. Ο Βα­ρε­λάς ε­πι­λέ­γει μεν για τον ποιη­τή έ­να ε­γκω­μια­στι­κό α­πό­σπα­σμα αλ­λά α­πό δη­μο­σίευ­μα σα­τι­ρι­κής ε­φη­με­ρί­δας, ε­νώ, για τον πρώ­το και μο­να­δι­κό τό­μο των Απά­ντων του, που κρί­νει ο Ασώ­πιος, δυο φι­λι­κές κρί­σεις, για τις ο­ποίες ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί ό­τι θα πρέ­πει να ή­ταν “στη­μέ­νες”  α­πό τον ί­διο, και μία κα­τα­δι­κα­στι­κή, της ο­ποίας, α­ντι­θέ­τως, υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται την ε­γκυ­ρό­τη­τα του συ­ντά­κτη της. Ακό­μη πιο μο­νό­πλευ­ρη εί­ναι η πα­ρου­σία­ση των άλ­λων δρα­στη­ριο­τή­των του Σού­τσου. Στη­ρι­ζό­με­νος στις “βιο­γρα­φι­κές ζη­τή­σεις” του Γιάν­νη Λέ­φα, δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για έ­ντο­κο δα­νει­σμό, που κα­τέ­λη­ξε, λό­γω θα­νά­του του δα­νειο­λή­πτη και α­δυ­να­μία των κλη­ρο­νό­μων του να α­πο­πλη­ρώ­σουν το χρέ­ος, σε κα­τά­σχε­ση και πλει­στη­ρια­σμό δυο κτη­μά­των, ό­που ο Σού­τσος έ­κα­νε την πρώ­τη προ­σφο­ρά και τα α­πό­κτη­σε. Αφή­νει να εν­νο­η­θεί ό­τι α­δί­κη­σε τους χρεώ­στες του, που ή­ταν μά­λι­στα α­γω­νι­στές του ’21, οι α­δελ­φοί Αι­νιάν. Με άλ­λα λό­για, λί­γο πο­λύ το­κο­γλύ­φος και αυ­τός, ό­πως, κα­λή ώ­ρα, ο Μα­κρυ­γιάν­νης. Αφού, ό­μως, ε­πι­λέ­γει ως πη­γή τον Λέ­φα, λο­γι­κά θα έ­πρε­πε ε­πί­σης να α­να­φέ­ρει, ό­τι αυ­τή η ε­μπο­ρι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα του Σού­τσου ή­ταν μια εν­δοοι­κο­γε­νεια­κή υ­πό­θε­ση, πι­θα­νώς και δια­μά­χη. 
Γνω­στό­τε­ρος ο Λέ­φας για το δί­το­μο έρ­γο «Δη­μο­κρα­τι­κός Στρα­τός στην Πε­λο­πόν­νη­σο» και το «Χι­λιά­δες τέσ­σε­ρις σταυ­ροί στο μαρ­τυ­ρι­κό Μω­ριά», πα­ρου­σία­σε το 1979 δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή στο Πα­νε­πι­στή­μιο Ιωαν­νί­νων για τον Αλέ­ξαν­δρο Σού­τσο και το 1983, μο­νο­γρα­φία για τον μι­κρό­τε­ρο α­δελ­φό του, που βρα­βεύ­τη­κε α­πό την Ακα­δη­μία Αθη­νών. Σε αυ­τήν α­να­φέ­ρε­ται, ό­τι η μι­κρό­τε­ρη α­δελ­φή του Σού­τσου, Λου­κία, εί­χε πα­ντρευ­τεί τον με­γά­λο α­δελ­φό Ανιάν, τον Γεώρ­γιο, που α­πε­βίω­σε και ε­κεί­νη ξα­να­πα­ντρεύ­τη­κε. Η δια­φο­ρά προέ­κυ­ψε με­τά το θά­να­το του κου­νιά­δου τού Σού­τσου με τον α­δελ­φό ε­κεί­νου και την α­νι­ψιά του. Αλλά και ό­ταν α­να­φέ­ρε­ται στον προ­σω­πι­κό βίο του Σού­τσου, λαν­θά­νει ο υ­παι­νιγ­μός, ό­τι δεν στά­θη­κε “σω­στός”, κα­θώς με­τρά τρεις συ­ζύ­γους και η τρί­τη ή­ταν κα­τά πο­λύ νεό­τε­ρή του και πλού­σια. Αφού ό­λα αυ­τά α­να­φέ­ρο­νται για να μορ­φώ­σει ο α­να­γνώ­στης γνώ­μη για τον χα­ρα­κτή­ρα του, θα έ­πρε­πε να α­να­φερ­θεί και η έκ­βα­ση του τρί­του γά­μου του, που δεν τον έ­λυ­σε ο θά­να­τος ό­πως τους δυο προ­η­γού­με­νους, αλ­λά η μοι­χεία της συ­ζύ­γου με τον σύ­ζυ­γο της α­νι­ψιάς του, κό­ρης του α­δελ­φού του. Επί­σης, να μνη­μο­νευ­θεί η στά­ση του α­πα­τη­μέ­νου συ­ζύ­γου, ό­πως την α­φη­γεί­ται, έ­γκυ­ρος μάρ­τυς, ο Αλέ­ξαν­δρος Ρί­ζος Ρα­γκα­βής. 
Αντι­θέ­τως, τον πρε­σβύ­τε­ρο των “μο­νο­μά­χω­ν” τον πα­ρου­σιά­ζει εν συ­ντο­μία με δυο τρεις γραμ­μές, “μα­κα­ρό­νι­κου ύ­φους”. Εκ πρώ­της ό­ψεως θαυ­μα­στι­κές, μό­νο που η ε­πι­λο­γή ο­ρι­σμέ­νων λέ­ξεων υ­πο­σκά­πτει την πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση. Για­τί λέ­ξεις, ό­πως “συ­ντε­χνία” ή “σκλη­ρός πυ­ρή­νας”, έ­χουν σή­με­ρα έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο φορ­τίο, που μέ­νει στην κρί­ση του ι­στο­ρι­κού, το εάν και κα­τά πό­σο α­πο­δί­δουν τις αλ­λο­τι­νές κα­τα­στά­σεις. Κα­τά τα άλ­λα, η πα­ρου­σία­ση δί­νει έμ­φα­ση στα πρό­σω­πα που πε­ρι­βάλ­λουν τους δυο “μο­νο­μά­χους”, τα α­πο­κα­λού­με­να “α­ντί­πα­λες ο­μά­δες”. Πα­ρα­δό­ξως, αυ­τά, πλην δυο τριών ε­ξαι­ρέ­σεων, ο προ­λο­γι­στής φαί­νε­ται να τα θεω­ρεί γνω­στά στον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη. Δια­φο­ρε­τι­κά, δεν ε­ξη­γεί­ται η α­που­σία σχε­τι­κών υ­πο­σε­λί­διων ση­μειώ­σεων. Ού­τε ευ­ρε­τή­ριο προ­βλέ­πε­ται, που α­πο­βαί­νει βο­η­θη­τι­κό, ι­δίως ό­ταν οι πλη­ρο­φο­ρίες για έ­να πρό­σω­πο εί­ναι διά­σπαρ­τες και με ε­πι­κα­λύ­ψεις. Κα­θώς, μά­λι­στα, η α­φή­γη­ση της “δια­μά­χης” στη­ρί­ζε­ται σε με­γά­λα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό δη­μο­σιεύ­μα­τα, μέ­χρι και μία αυ­τού­σια σά­τι­ρα πέ­ντε σε­λί­δων, το βά­ρος του ο­νό­μα­τος των συγ­γρα­φέων τους εί­ναι α­να­γκαίο για να σταθ­μι­στεί η ε­γκυ­ρό­τη­τά τους. Πό­σο γνω­στός εί­ναι ο Ηλίας Σ. Στα­θό­που­λος, που, μα­ζί με τον Ιωάν­νη Ε. Γιαν­νό­που­λο, ε­πη­ρέ­α­σε τον Ασώ­πιο κα­τά τη συγ­γρα­φή του ε­πί­μα­χου έρ­γου; Πε­ρισ­σό­τε­ρο και α­πό τον Ασώ­πιο, αυ­τόν συ­γκρα­τεί ως τον “κα­λό” ο α­να­γνώ­στης, για τον ο­ποίο δί­νε­ται η ό­χι και τό­σο δια­φω­τι­στι­κή πλη­ρο­φο­ρία ό­τι ή­ταν κα­θη­γη­τής ελ­λη­νι­κών και μα­θη­μα­τι­κών.
Για τα πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να, «Η Νέα Σχο­λή» και «Τα Σού­τσεια», που κα­τα­λαμ­βά­νουν 48 και 237 σε­λί­δες α­ντι­στοί­χως, ε­πι­κρα­τεί η ά­πο­ψη, ό­τι σή­με­ρα δια­βά­ζο­νται με­τά δυ­σκο­λίας. Κά­τι πα­ρό­μοιο, ό­μως, ι­σχύει για τα πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να των μέ­σων του 19ου αι., κυ­ρίως τα δο­κι­μια­κά. Το ζη­τού­με­νο εί­ναι, αν πα­ρου­σιά­ζουν εν­δια­φέ­ρον. Ο πρώ­τος, που θα α­να­με­νό­ταν να τα βρί­σκει ά­κρως εν­δια­φέ­ρο­ντα και να φέ­ρει ι­σχυ­ρά υ­πο­στη­ρι­κτι­κά ε­πι­χει­ρή­μα­τα, εί­ναι ο προ­λο­γι­στής. Ει­δάλ­λως, ως προς τι η έκ­δο­ση; Η α­πό­φαν­σή του, “για το αι­σθη­τή­ριο του ση­με­ρι­νού α­να­γνώ­στη «Τα Σού­τσεια», γραμ­μέ­να α­πό έ­ναν πο­λυ­μα­θή κλα­σι­κό φι­λό­λο­γο και πα­νε­πι­στη­μια­κό δά­σκα­λο του 19ου αιώ­να, εί­ναι σχοι­νο­τε­νή και σχο­λα­στι­κά”, λει­τουρ­γεί μάλ­λον α­πο­τρε­πτι­κά στον α­να­γνώ­στη, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, κό­ρε­σε με την Ει­σα­γω­γή τη διά­θε­σή  του για κρι­τι­κή. Εκεί, διά­βα­σε για ό­λα ό­σα σή­με­ρα συ­ζη­τού­νται, τα του ε­θνι­κι­σμού και του αλ­λο­τι­νού με­γα­λοϊδε­α­τι­σμού, και α­κό­μη, για τις τό­τε εκ­φάν­σεις του α­ντι­δυ­τι­κού πνεύ­μα­τος. Όσο για το συ­μπέ­ρα­σμα του προ­λο­γι­στή, ό­τι “οι προ­σω­πι­κές πι­κρίες εί­ναι ο ι­σχυ­ρό­τε­ρος λό­γος της δια­μά­χης” και μά­λι­στα, “κρυμ­μέ­νες πί­σω α­πό διά­φο­ρα ι­δε­ο­λο­γι­κά προ­πε­τά­σμα­τα”, συμ­βα­δί­ζει α­πό­λυ­τα με τον ση­με­ρι­νό α­το­μι­κι­στι­κό τρό­πο του συλ­λο­γί­ζε­σθαι.
Αυ­τές οι πα­ρα­τη­ρή­σεις α­φο­ρούν μό­νο την ο­πτι­κή γω­νία της Ει­σα­γω­γής, που εί­ναι σύμ­φω­νη με τους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους της τρέ­χου­σας ι­στο­ριο­γρα­φίας. Κα­τά τα άλ­λα, ο συ­στη­μα­τι­κός τρό­πος έκ­θε­σης των δια­φο­ρε­τι­κών πλευ­ρών της “δια­μά­χης” φω­τί­ζει το γε­νι­κό­τε­ρο το­πίο: Τους πρώ­τους ποιη­τι­κούς δια­γω­νι­σμούς και το πα­ρεμ­βα­τι­κό ρό­λο του ι­δρυ­τή τους, με ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο για το πώς οι κρι­νό­με­νοι ποιη­τές α­ντι­με­τώ­πι­ζαν τους κρι­τές. Την συ­στρά­τευ­ση Ασω­πι­κών και Κο­ραϊστών. Την α­ντί­θε­ση Φα­να­ριω­τών και Επτα­νη­σίων, αν και αυ­τή δεν ή­ταν στε­νά “το­πι­κι­στι­κή, πα­ρα­τα­ξια­κή ή και ι­δε­ο­λο­γι­κή”. 

Χρο­νο­λο­γι­κός δεί­κτης

Ένας χρο­νο­λο­γι­κός πί­να­κας, τύ­που Δη­μα­ρά, θα ή­ταν βο­η­θη­τι­κός. «Τα Σού­τσεια» εκ­δί­δο­νται 160 χρό­νια με­τά τη “δια­μά­χη” Σού­τσου-Ασώ­πιου και 180 α­πό το θά­να­το του Κο­ραή. Βα­ραί­νουν, ό­μως, ό­πως σε ό­λες τις δια­μά­χες, οι η­λι­κίες των δυο “μο­νο­μά­χω­ν”, τις ο­ποίες ο προ­λο­γι­στής πα­ρα­λεί­πει. Το 1853, ο Ασώ­πιος ή­ταν γύ­ρω στα 65, κα­θώς το έ­τος γεν­νή­σεώς του το­πο­θε­τεί­ται στην πε­ντα­ε­τία 1785-90, και ο Πα­να­γιώ­της Σού­τσος στα 47. Ο πρε­σβύ­τε­ρος των α­δελ­φών Σού­τσων, ο Αλέ­ξαν­δρος, το έ­τε­ρο σκέ­λος του ρο­μα­ντι­κού δι­δύ­μου, συ­μπλή­ρω­νε τα 50. Απε­βίω­σε στα 60, στις 5 Ιου­λίου 1863, δυο μή­νες με­τά τη γέν­νη­ση του Κα­βά­φη. Αμφό­τε­ροι κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τι­κης κα­τα­γω­γής. Μία ο­λωσ­διό­λου λη­σμο­νη­μέ­νη ε­πέ­τειος. Όσο α­φο­ρά τα κεί­με­να που προ­η­γή­θη­καν των ε­πί­μα­χων κει­μέ­νω­ν: Το 1850, ο Ασώ­πιος εκ­δί­δει την «Ιστο­ρία Ελλή­νων ποιη­τών και συγ­γρα­φέων», ό­που υ­πο­βι­βά­ζει τον ρο­μα­ντι­σμό των α­δελ­φών Σού­τσου. Το 1851, ο Πα­να­γιώ­της Σού­τσος εκ­δί­δει τον πρώ­το τό­μο των Απά­ντων του, με­τά προ­λό­γου υ­πε­ρα­σπι­στι­κού της ποιή­σεως της «Νέ­ας Σχο­λής του γρα­φο­μέ­νου λό­γου», σύμ­φω­να με τον τίτ­λο του φυλ­λα­δίου που κυ­κλο­φο­ρεί Αύγ. 1853. Προ­η­γου­μέ­νως, στις 25.3.1853, οι κρι­τές του τρί­του ποιη­τι­κού δια­γω­νι­σμού βρα­βεύουν το «Αρμα­τω­λοί και Κλέ­πται» στη λό­για γλώσ­σα του Γεωρ­γίου Ζα­λό­κω­στα. Το προ­τι­μούν α­πό το «Κό­ριν­να και Πίν­δα­ρος» του δη­μο­τι­κι­στή Γεωρ­γίου Τερ­τσέ­τη, ό­χι λό­γω της αι­σθη­τι­κής υ­πε­ρο­χής του, αλ­λά προς α­πό­δο­ση τι­μής στην ο­μη­ρι­κή γλώσ­σα. Στις 15.4.1853, δη­μο­σιεύε­ται, στην ε­φη­με­ρί­δα «Αιών», άρ­θρο, με τίτ­λο, «Φι­λο­λο­γία» και υ­πο­γρα­φή, “Εξ Ερμου­πό­λεως 5 Απρ., Ι.Σ”. Αυ­τό αμ­φι­σβη­τεί και τους δυο προ­κρι­θέ­ντες ποιη­τές, σε σύ­γκρι­ση με τον Σού­τσο. Από τα τέ­λη Σεπ. 1853, αρ­χί­ζουν να κυ­κλο­φο­ρούν σε φυλ­λά­δια «Τα Σού­τσεια», ε­νώ, σε μορ­φή βι­βλίου, κυ­κλο­φο­ρούν έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα. Ο Ασώ­πιος ξε­κι­νά την α­πά­ντη­σή του κα­τ’ α­ντί­στρο­φη φο­ρά, α­πό το πρό­σφα­το άρ­θρο του Ι.Σ., στη συ­νέ­χεια πα­ρα­θέ­τει κρι­τι­κή του πρώ­του τό­μου των Απά­ντων του Σού­τσου, για να ε­πι­κε­ντρω­θεί τε­λι­κά στο φυλ­λά­διο του 1853.              
Όσο για τον σχοι­νο­τε­νή και σχο­λα­στι­κό λό­γο των δυο “μο­νο­μά­χω­ν”, ό­πως έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στεί, κα­τ’ ου­σία δεν δια­φέ­ρει και πο­λύ α­πό τα ρη­το­ρι­κά σχή­μα­τα ε­νός ση­με­ρι­νού δια­νοού­με­νου. Απου­σιά­ζει, βε­βαίως, α­πό τον ση­με­ρι­νό ο ει­ρω­νι­κός οί­στρος του Ασώ­πιου. Αυ­τός, μα­ζί με τις γλωσ­σι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις και την λε­πτο­με­ρή α­νί­χνευ­ση γλωσ­σι­κών δα­νείων και α­ντι­δα­νείων, κα­θι­στά το κεί­με­νό του α­ξια­νά­γνω­στο. Ύστε­ρα, υ­πάρ­χει και ο υ­πο­μνη­μα­τι­σμός του Ασώ­πιου, που κυ­ριο­λε­κτι­κά “κε­ντά­ει”, δεί­χνο­ντας σπα­νί­ζο­ντα συν­δυα­σμό ευ­ρυ­μά­θειας και κρί­σης.
Το κεί­με­νο του Ασώ­πιου δεν εί­ναι ο μο­να­δι­κός θη­σαυ­ρός που κρύ­βει ο 19ος αιώ­νας. Μό­νο που σή­με­ρα, το εκ­δο­τι­κό εν­δια­φέ­ρον έ­χει πε­ριο­ρι­στεί σε με­τρη­μέ­νους γνω­στούς λο­γο­τέ­χνες. Η Σει­ρά του Ιδρύ­μα­τος Ου­ρά­νη εί­ναι η μό­νη που ε­πι­βίω­σε α­πό την εκ­δο­τι­κή “ά­νοι­ξη” των δε­κα­ε­τιών ’80-’90. Ας ευ­χη­θού­με να συ­νε­χί­σει με  την ί­δια συ­νέ­πεια. Πά­ντως, οι ε­πι­μέ­ρους δι­κές μας πα­ρα­τη­ρή­σεις πη­γά­ζουν α­πό μία δια­φο­ρε­τι­κή α­ντί­λη­ψη της ε­πι­θυ­μη­τής ει­σα­γω­γής για τον συ­γκε­κρι­μέ­νο τό­μο. 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/11/2013.