Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Εξό­ρι­στος Βάρ­να­λης (Επε­τεια­κή μνεία)

Κώ­στας Βάρ­να­λης
«Αϊ-Στρά­της
Θυ­μή­μα­τα ε­ξο­ρίας»
Ει­σα­γω­γή-ε­πι­μέ­λεια-σχό­λια
Ηρα­κλής Κα­κα­βά­νης
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Σε­πτέμ­βριος 2014

Αν δια­τη­ρεί­το έως σή­με­ρα ο θε­σμός των ε­πε­τεια­κών ε­τών, ο Κώ­στας Βάρ­να­λης θα μπο­ρού­σε να εί­χε α­πο­τε­λέ­σει τον τι­μώ­με­νο του 2014. Ή, έ­στω, μία υ­πο­ψη­φιό­τη­τα βα­ρύ­νου­σα, κα­θώς πρό­κει­ται για δι­πλή ε­πέ­τειο, ό­πως οι πρό­σφα­τες Πα­πα­δια­μά­ντη και Κα­βά­φη. Με­θαύ­ριο κλεί­νουν 40 χρό­νια α­πό τον θά­να­τό του, ε­νώ, στις 14/2/2014, συ­μπλη­ρώ­θη­καν 130 α­πό τη γέν­νη­σή του. Να ση­μειώ­σου­με, πως, ό­σο α­φο­ρά το έ­τος γέν­νη­σης, αυ­τό άλ­λα­ξε δυο φο­ρές, πριν ο­ρι­στι­κο­ποιη­θεί. Στα πα­λαιό­τε­ρα βιο­γρα­φι­κά του, μέ­χρι το 1974, α­να­φέ­ρε­ται ως έ­τος γέν­νη­σης το 1884, κα­τά βε­βαίω­ση του ί­διου. Ωστό­σο, σε ε­πι­στο­λή του προς τον Γιώρ­γο Βα­λέ­τα, γραμ­μέ­νη το 1973, διορ­θώ­νει: “Πρέ­πει να γεν­νή­θη­κα το 1883, για­τί βα­φτί­στη­κα στις 14 του Φλε­βά­ρη του 1884”. Με βά­ση αυ­τό το δε­δο­μέ­νο, τα βιο­γρα­φι­κά του σε με­τα­γε­νέ­στε­ρες εκ­δό­σεις α­να­φέ­ρουν το 1883. Αν και, μέ­χρι σε α­φιε­ρώ­μα­τα του 1984, μνη­μο­νεύε­ται α­κό­μη ως γεν­νη­θείς το 1884. Στα κα­τά­λοι­πά του, ό­μως, η Θε­α­νώ Μι­χα­η­λί­δου, στην ο­ποία η Να­νά Καλ­λια­νέ­ση (Κέ­δρος) εί­χε α­να­θέ­σει α­πό το 1981 την τα­κτο­ποίη­σή τους, ε­ντό­πι­σε το πι­στο­ποιη­τι­κό βά­πτι­σης, με η­με­ρο­μη­νία γέν­νη­σης την 14η Φε­βρουα­ρίου 1884 και βά­πτι­σης την 13η Μαΐου 1884. Μπο­ρεί το μνη­μο­νι­κό lapsus του Βάρ­να­λη να εί­ναι α­σή­μα­ντο, ω­στό­σο αυ­τή η μι­κρή χρο­νο­λο­γι­κή α­να­κρί­βεια πή­γε μπρος πί­σω το έ­τος γέν­νη­σης, δη­μιουρ­γώ­ντας στους α­κρι­βο­λο­γού­ντες σύγ­χυ­ση.
Όπως και να έ­χει, το εν­δε­χό­με­νο να μην του α­φιέ­ρω­ναν ε­πε­τεια­κά το 2014, μάλ­λον δεν θα ο­φει­λό­ταν σε αυ­τήν τη σύγ­χυ­ση, δη­λα­δή στο κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για μο­νή ή δι­πλή ε­πέ­τειο. Από­δει­ξη ό­τι το 2014 με­τρά­ει τον τε­λευ­ταίο μή­να του, χω­ρίς, ου­σια­στι­κά, μνεία της ε­πε­τείου. Εκτός α­πό μία τι­μη­τι­κή εκ­δή­λω­ση, με­μο­νω­μέ­νες ο­μι­λίες και την έκ­δο­ση γραμ­μα­το­σή­μου, που θα προέ­κυ­πτε και χω­ρίς ε­πέ­τειο, κα­θώς τι­μή­θη­κε μια τε­τρά­δα συγ­γρα­φέων (Βάρ­να­λης, Σα­μα­ρά­κης, Τσίρ­κας, Δι­δώ Σω­τη­ρίου). Οπό­τε η έκ­δο­ση ε­νός βι­βλίου, εν μέ­ρει αυ­το­βιο­γρα­φι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου εν μέ­ρει ε­ρευ­νη­τι­κού, α­πο­κτά ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σία. Εί­ναι το δεύ­τε­ρο βι­βλίο για τον Βάρ­να­λη του Ηρα­κλή Κα­κα­βά­νη. Προ­η­γή­θη­κε, το 2012, «Ο ά­γνω­στος Βάρ­να­λης και 19 α­δη­μο­σίευ­τα ποιή­μα­τά του». Κα­τά τα άλ­λα, οι με­τά θά­να­το μνη­μο­νεύ­σεις δεν εί­ναι μό­νο ζή­τη­μα πνευ­μα­τι­κού α­να­στή­μα­τος, αλ­λά και ι­σχύος αυ­τών που το ε­πι­χει­ρούν. Δη­λα­δή, κλη­ρο­νό­μοι, κά­το­χοι του αρ­χείου, με­λε­τη­τές, συ­ντο­πί­τες ή άλ­λες συγ­γε­νι­κές ο­μά­δες που τον διεκ­δι­κούν.
Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, η κλη­ρο­νό­μος, που εί­ναι η θε­τή κό­ρη του, έ­κα­νε το κα­θή­κον της, ε­να­πο­θέ­το­ντας το 2001 το Αρχείο του στη Γεν­νά­δειο Βι­βλιο­θή­κη. Με τη σει­ρά της, η Βι­βλιο­θή­κη, το 2010, δη­μο­σίευ­σε α­να­λυ­τι­κό κα­τά­λο­γο του Αρχείου. Με­λε­τη­τές άν­τλη­σαν υ­λι­κό και προ­σθέ­το­ντας στοι­χεία, προέ­κυ­ψαν τέσ­σε­ρα βι­βλία. Όσο για συ­ντο­πί­τες, ου­δείς τό­πος ε­ρί­ζει γι’ αυ­τόν. Ού­τε η γε­νέ­τει­ρά του, “ο Πύρ­γος της Μαύ­ρης Θά­λασ­σας”, το ση­με­ρι­νό Μπουρ­γκάς της Βουλ­γα­ρίας, ού­τε οι τό­ποι, που, κα­τά και­ρούς, υ­πη­ρέ­τη­σε ως εκ­παι­δευ­τι­κός, διέ­μει­νε μό­νι­μα ή πα­ρα­θέ­ρι­ζε τα κα­λο­καί­ρια, ό­πως η Αί­γι­να, α­γα­πη­μέ­νος του τό­πος για μι­σό και πλέ­ον αιώ­να, αλ­λά και τό­πος που ευ­νό­η­σε τη συγ­γρα­φή. Υπάρ­χουν, ό­μως, άλ­λοι δε­σμοί, κά­πο­τε, πο­λύ ι­σχυ­ρό­τε­ροι της ε­ντο­πιό­τη­τας. “Στο φέ­ρε­τρο του Κώ­στα Βάρ­να­λη α­κου­μπού­σε ο­λό­κλη­ρη η ΚΝΕ με κραυ­γα­λέα πα­νό, α­νά­με­σα στα ο­ποία το: «Βάρ­να­λης ο ποιη­τής του προ­λε­τα­ριά­του», ό­ταν ο ό­ρος «προ­λε­τα­ριά­το» στο έρ­γο του α­πα­ντά ά­πα­ξ”, σχο­λιά­ζει ο Αλέξ. Αργυ­ρίου. Πα­ρά τον τό­νο ει­ρω­νείας στην πα­ρα­τή­ρη­ση, ο συ­γκε­κρι­μέ­νος ι­δε­ο­λο­γι­κός χώ­ρος ε­ξα­κο­λου­θεί να τον τι­μά. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, το μό­νο α­φιέ­ρω­μα πε­ριο­δι­κού εί­ναι ε­κεί­νο του 2010 στο κο­μου­νι­στι­κής κα­τεύ­θυν­σης  «Θέ­μα­τα Παι­δείας», το μό­νο συ­νέ­δριο διορ­γα­νώ­νε­ται το 2011 α­πό το ΚΚΕ, δυο βι­βλία ο­φεί­λο­νται στον Κα­κα­βά­νη, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό μία ει­κο­σα­ε­τία διορ­θω­τή του «Ρι­ζο­σπά­στη». Τέ­λος, ε­φέ­τος, μία μό­νη εκ­δή­λω­ση έ­γι­νε στο Αρι­στο­τέ­λειο με πρω­το­βου­λία της Λέ­σχης Πο­λι­τι­σμού Αναι­ρέ­σεις, όρ­γα­νου κο­μου­νι­στι­κής νε­ο­λαίας. Κι ό­μως, η ποίη­σή του α­γα­πή­θη­κε α­πό τον κό­σμο μίας ευ­ρύ­τε­ρης Αρι­στε­ράς. Ο ί­διος ή­ταν ι­δε­ο­λο­γι­κά ε­νταγ­μέ­νος, ό­χι ό­μως και στε­νά κομ­μα­τι­κά.
Πριν 40 χρό­νια, στο θά­να­τό του, α­πο­λάμ­βα­νε γε­νι­κό­τε­ρης α­πο­δο­χής. Τό­τε, ό­λες οι ε­φη­με­ρί­δες, α­νε­ξαρ­τή­τως ι­δε­ο­λο­γι­κής κα­τεύ­θυν­σης, τον εί­χαν τι­μή­σει και του­λά­χι­στον έ­ξι πε­ριο­δι­κά δη­μο­σίευ­σαν α­φιέ­ρω­μα, με πλέ­ον πο­λυ­σέ­λι­δο ε­κεί­νο της «Νέ­ας Εστίας» του Πέ­τρου Χά­ρη. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, υ­πήρ­ξαν τέσ­σε­ρα ε­πε­τεια­κά α­φιε­ρώ­μα­τα σε πε­ριο­δι­κά, τα δυο λο­γο­τε­χνι­κά. Ακό­μη και σε αυ­τά, ό­μως, ο Βάρ­να­λης που ε­πι­βιώ­νει, εί­ναι μάλ­λον ο ι­δε­ο­λό­γος α­γω­νι­στής πα­ρά ο λο­γο­τέ­χνης. Όλα αυ­τά ση­μαί­νουν, ά­ρα­γε, ό­τι δι­καιώ­νε­ται ο Γ.Π.Σαβ­βί­δης, ό­ταν, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, το 1989, σχο­λία­ζε, ό­τι “τον κα­τά­πιε το κόμ­μα”; Ή, κα­τά την κομ­ψό­τε­ρη δια­τύ­πω­ση του Κώ­στα Στερ­γιό­που­λου, δη­λώ­νουν πως “πλή­ρω­σε το φό­ρο ό­λων των στρα­τευ­μέ­νω­ν”; Πά­ντως, στο βαθ­μό που τον πλή­ρω­σε, το κό­στος δεν α­φο­ρά τό­σο την υ­στε­ρο­φη­μία του και τις με­τα­θα­νά­τιες εκ­δη­λώ­σεις τι­μής και μνή­μης, αλ­λά, κυ­ρίως, τυ­χόν α­βα­ρίες στο λο­γο­τε­χνι­κό του έρ­γο. 
Δια­βά­ζο­ντας την κρι­τι­κή του Αργυ­ρίου για τον ποιη­τή Βάρ­να­λη της πρώ­της πε­ριό­δου “πριν να α­σπα­στεί τον κο­μου­νι­σμό”, που τον ε­ξε­τά­ζει σε συ­γκρι­τι­κή βά­ση με τον συ­νο­μή­λι­κό του Σι­κε­λια­νό, προ­κύ­πτουν κά­ποια ε­ρω­τή­μα­τα. Αν ο 35χρο­νος Βάρ­να­λης, με­τέω­ρος σε “μία αι­σθη­σια­κά ε­ξημ­μέ­νη α­να­πα­ρά­στα­ση του αρ­χαίου κό­σμου”, με “την τε­λειό­τη­τα των εν­δε­κα­σύλ­λα­βών του”, δεν εί­χε πά­ρει το 1919 την υ­πο­τρο­φία του Υπουρ­γείου Παι­δείας για σπου­δές στην Αι­σθη­τι­κή και την Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Λο­γο­τε­χνία στο Πα­ρί­σι, δεν εί­χε α­κού­σει ε­κεί, σαν άλ­λος Σα­ού­λ, μέ­σα α­πό ευ­ρω­παϊκά α­ντη­χεία τα τύ­μπα­να της Οχτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης, δεν εί­χε συγ­χρω­τι­στεί με τον Αλε­ξαν­δρι­νό Γιάν­νη Κε­φαλ­λη­νό, θερ­μό ο­πα­δό του Σκλη­ρού, και δεν εί­χε α­να­βλέ­ψει, τι θα α­πο­γι­νό­ταν; Θα έ­με­νε στά­σι­μος ή θα ε­ξε­λισ­σό­ταν ποιη­τι­κά; Στο λήμ­μα της Πά­πυ­ρος Λα­ρούς Μπρι­τάν­νι­κα, η ε­τυ­μη­γο­ρία εί­ναι ξε­κά­θα­ρη: “Ο Βάρ­να­λης δε φέρ­νει κα­μιά σπου­δαία α­να­νέω­ση στη μορ­φή του πα­ρα­δο­σια­κού στί­χου.” Αν, ό­μως, δεν εί­χε το νου του στο πε­ριε­χό­με­νο πα­ρά στη φόρ­μα, αν δεν έ­θε­τε προ­γραμ­μα­τι­κούς στό­χους στην ποιη­τι­κή του, αν η σα­τι­ρι­κή του μα­τιά δεν ή­ταν μο­νό­ση­μη, πό­σο ά­ρα­γε θα α­να­νέω­νε μορ­φι­κά το στί­χο του; 
Πα­ρό­μοιες α­πο­ρίες έ­χουν ου­το­πι­κή διά­στα­ση. Εξα­λεί­φουν το μο­να­δι­κό δυ­να­μι­κό, που δια­θέ­τουν βι­βλία, ό­πως «Το φως που καίει», «Σκλά­βοι πο­λιορ­κη­μέ­νοι», ή το κύ­κνειο «Οργή λα­ού». Το σί­γου­ρο εί­ναι ό­τι ο καλ­λιερ­γη­μέ­νος ελ­λη­νο­κε­ντρι­κός Βάρ­να­λης θα πρέ­πει να χρειά­στη­κε με­γά­λη αυ­το­πει­θαρ­χία για να με­τα­στρα­φεί στον κοι­νω­νι­κό ποιη­τή που “ζη­τού­σε την α­λή­θεια σ’ ό,τι μά­θαι­νε και την έ­λε­γε στα πλή­θη”. Και μά­λι­στα, με αι­σιο­δο­ξία, αυ­τός έ­νας φύ­σει α­παι­σιό­δο­ξος. Από την άλ­λη, και με αυ­τό το δρό­μο που ε­πέ­λε­ξε, λό­γω χα­ρα­κτή­ρα και κα­τα­βο­λών, θα μπο­ρού­σε να εί­χε δια­φο­ρε­τι­κή ε­ξέ­λι­ξη. Αν μη τι άλ­λο, να ο­λο­κλη­ρώ­σει έ­να έρ­γο με­γα­λύ­τε­ρης έ­κτα­σης. Να μη μεί­νει στην πο­λε­μι­κή του «Σο­λω­μού χω­ρίς με­τα­φυ­σι­κή». Η συγ­γρα­φι­κή του πο­ρεία θα ή­ταν πο­λύ πιο γό­νι­μη, αν δεν εί­χε να α­ντι­με­τω­πί­σει έ­να δι­πλά αρ­νη­τι­κό πε­δίο. Από τη μία, το κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο και α­πό την άλ­λη, το γλωσ­σι­κό στη βρά­ση του. Στα χρό­νια της πνευ­μα­τι­κής ακ­μής, που έ­νας ποιη­τής δη­μιουρ­γεί, ε­κεί­νος εί­χε να α­ντι­με­τω­πί­σει, πρώ­τα, τους γλωσ­σι­κούς δι­χα­σμούς και στη συ­νέ­χεια, τις αυ­ταρ­χι­κές μορ­φές δια­κυ­βέρ­νη­σης, συ­χνά δι­κτα­το­ρι­κές, της δε­κα­ε­τίας του ’30. 
Ως σχο­λάρ­χης Αργα­λα­στής Πη­λίου, το 1911, βρέ­θη­κε κα­τη­γο­ρού­με­νος στα Αθεϊκά του Βό­λου, πα­ρό­λο που δεν δί­δα­ξε στο Ανώ­τε­ρο Παρ­θε­να­γω­γείο. Τε­λι­κά, δεν κά­θι­σε στο ε­δώ­λιο δί­πλα στον Δελ­μού­ζο και τον Σα­ρά­τση, για­τί α­πο­δεί­χθη­κε μό­νο μαλ­λια­ρός και ό­χι ά­θε­ος, του­λά­χι­στον ό­χι εκ συ­στά­σεως. Αντι­θέ­τως, στα Μα­ρασ­λεια­κά, το 1925, εί­χε πρώ­το ρό­λο, α­φού και στην Παι­δα­γω­γι­κή Ακα­δη­μία δί­δα­ξε, και το σύγ­γραμ­μά του, «Το φως που καίει», ή­ταν αυ­τό που έ­δω­σε το έ­ναυ­σμα. Αυ­τή τη φο­ρά, πλή­ρω­σε με την ο­ρι­στι­κή του α­πό­λυ­ση, στην ο­ποία, εν μέ­ρει συ­νέ­τει­νε ο ί­διος, μη α­πο­δε­χό­με­νος τη δυ­σμε­νή με­τά­θε­ση, με­τά την ε­ξά­μη­νη παύ­ση. Τον πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο τού τον αρ­νεί­ται η Μαρία Ρεπούση στην εκτενή μελέτη της. Την γο­η­τεύει πε­ρισ­σό­τε­ρο η νε­α­ρή κα­θη­γή­τρια της Ακα­δη­μίας Ρό­ζα Ιμβριώ­τη, που τολ­μά­ει μία λι­γό­τε­ρο πα­τριω­τι­κή ερ­μη­νεία του 1821, ό­πως η ί­δια τόλ­μη­σε του 1922, πα­ρά ο πε­νη­ντά­ρης Βάρ­να­λης που “του ά­ρε­σαν οι κο­πε­λού­δες”.
Αλλά ας α­φή­σου­με τη διή­γη­ση της ζωής του Βάρ­να­λη σε ε­κεί­νον που θα την α­πο­τολ­μή­σει και που δεν θα έρ­χε­ται ού­τε α­πό ι­δε­ο­λο­γι­κό χώ­ρο ού­τε α­πό φε­μι­νι­στι­κό. Ας πε­ριο­ρι­στού­με στο και­νού­ριο βι­βλίο με τα δη­μο­σιεύ­μα­τα του Βάρ­να­λη. Κυ­κλο­φο­ρεί ε­πτά χρό­νια με­τά το «Φέιγ βο­λάν της Κα­το­χής», ό­που συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα χρο­νο­γρα­φή­μα­τά του α­πό ε­κεί­να τα χρό­νια στην η­με­ρή­σια ε­φη­με­ρί­δα «Πρωία» των α­δελ­φών Πε­σματ­ζό­γλου. Τα μό­λις στε­γα­σθέ­ντα δη­μο­σιεύ­μα­τά του εί­ναι αυ­το­βιο­γρα­φι­κά, α­πό την πρωι­νή ε­φη­με­ρί­δα «Ανε­ξάρ­τη­τος» των α­δελ­φών Πουρ­νά­ρα, που χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν “φι­λερ­γα­τι­κή, φι­λα­γρο­τι­κή και α­ντι­φα­σι­στι­κή”. Ο Βάρ­να­λης αρ­χί­ζει να δη­μο­σιεύει με τη μορ­φή ε­πι­φυλ­λί­δων τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του στις 17 Φε­βρουα­ρίου 1935. Αφορ­μή στά­θη­κε το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Νέ­οι Πρω­το­πό­ροι» στο δεύ­τε­ρο τεύ­χος, Φε­βρουά­ριο 1935, για τα πε­νή­ντα χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Όπως ο ί­διος σχο­λιά­ζει ει­σα­γω­γι­κά: “Όσο σω­στές και να εί­ναι οι βιο­γρα­φι­κές πλη­ρο­φο­ρίες, που δί­νου­νε, δεν ε­ξαν­τλούν την... ι­στο­ρία μου. Αφή­νω που με­ρι­κές εί­ναι και λα­θε­μέ­νες. Γι’ αυ­τό α­πο­φά­σι­σα να ι­στο­ρή­σω μο­νά­χος μου τα διά­φο­ρα πε­ρι­στα­τι­κά της ζωής μου και μά­λι­στα της ψυ­χο­λο­γι­κής και πνευ­μα­τι­κής μου ε­ξε­λί­ξεως...”. Ο Βάρ­να­λης συ­νέ­χι­σε μέ­χρι την 11η Αυ­γού­στου 1935, ο­λο­κλη­ρώ­νο­ντας την α­φή­γη­σή του, με γε­νι­κό τίτ­λο, μάλ­λον της σύ­ντα­ξης της ε­φη­με­ρί­δας, «Τριά­ντα χρό­νια ελ­λη­νι­κής ζωής – Τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα ε­νός με­γά­λου μας λο­γο­τέ­χνου». 
Με τον τίτ­λο «Φι­λο­λο­γι­κά α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα», σε ε­πι­μέ­λεια Κώ­στα Πα­πα­γεωρ­γίου, εκ­δό­θη­καν Ια­νουά­ριο 1998. Εκεί, ο Πα­πα­γεωρ­γίου πα­ρα­θέ­τει σε υ­πο­ση­μείω­ση την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι ο Βάρ­να­λης ε­πα­νήλ­θε με μία δεύ­τε­ρη σει­ρά ε­πι­φυλ­λί­δων, που δη­μο­σιεύ­τη­καν α­πό τις 29 Δε­κεμ­βρίου 1935 έως τις 10 Ια­νουα­ρίου 1936. Όπως πα­ρα­τη­ρεί, αυ­τή η δεύ­τε­ρη ο­μά­δα δη­μο­σιευ­μά­των, λό­γω “του α­πό­λυ­τα συ­γκε­κρι­μέ­νου τους θέ­μα­τος, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λέ­σει το πε­ριε­χό­με­νο ε­νός ξε­χω­ρι­στού βι­βλίου”. Έστω και με κα­θυ­στέ­ρη­ση 17 ε­τών, η πρό­τα­σή του πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε. Κα­θό­λου εύ­θυ­μο, ό­πως το πρώ­το, α­φού α­φο­ρά τον ε­κτο­πι­σμό του στον Άγιο Ευ­στρά­τιο α­πό τις 20 Οκτω­βρίου έως τις 25 Δε­κεμ­βρίου 1935. Τα εν­θυ­μή­μα­τα της ε­ξο­ρίας δεν ο­λο­κλη­ρώ­θη­καν στον «Ανε­ξάρ­τη­το». Συ­νε­χί­στη­καν, με τρία δη­μο­σιεύ­μα­τα στον «Ρι­ζο­σπά­στη», Φε­βρουά­ριο-Μάρ­τιο 1936. Αι­τία η ε­χθρι­κή προς το ΚΚΕ αρ­θρο­γρα­φία του «Ανε­ξάρ­τη­του»  τις πα­ρα­μο­νές των ε­κλο­γών της 26ης Ια­νουα­ρίου 1936, που έ­φε­ρε την ορ­γι­σμέ­νη α­ντε­πί­θε­ση του Κόμ­μα­τος α­πό τον «Ρι­ζο­σπά­στη». Διε­ξο­δι­κή α­να­φο­ρά στη σύ­γκρου­ση, που προ­κά­λε­σε την α­πο­χώ­ρη­ση του Βάρ­να­λη, πα­ρα­θέ­τει ο Κα­κα­βά­νης στο Πα­ράρ­τη­μα του βι­βλίου. 
Ο γε­νι­κός τίτ­λος των ε­πι­φυλ­λί­δων εί­ναι «Με τους ε­ξό­ρι­στους στα νη­σιά του θα­νά­του. Μια ζωή φρί­κης και η­ρωι­σμού». Ωστό­σο, ως τίτ­λος του βι­βλίου προ­βάλ­λει εμ­βλη­μα­τι­κά, με κόκ­κι­να κε­φα­λαιο­γράμ­μα­τα, το το­πω­νύ­μιο, Αϊ-Στρά­της, ο πιο “διά­ση­μος” τό­πος ε­ξο­ρίας. Η πρώ­τη ε­πι­φυλ­λί­δα τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Η ελ­λη­νι­κή Σι­βη­ρία του 1935». Αν εί­ναι πο­τέ δυ­να­τόν, το νη­σά­κι με τις γρα­φι­κές πα­ρα­λίες, που, σή­με­ρα, δια­φη­μί­ζε­ται ως θέ­ρε­τρο ι­δα­νι­κό για ή­ρε­μες δια­κο­πές. Μά­λι­στα, το λήμ­μα Άγιος Ευ­στρά­τιος στις νεό­τε­ρες ε­γκυ­κλο­παί­δειες α­πο­σιω­πά αυ­τήν τη δυ­σά­ρε­στη προ­η­γού­με­νη χρή­ση του τό­που. Κι ό­μως, την ση­μα­το­δο­τεί το ό­νο­μά του. Ο Όσιος Ευ­στρά­τιος, ο ε­πι­λε­γό­με­νος θαυ­μα­τουρ­γός, βρέ­θη­κε ε­κεί ως ε­ξό­ρι­στος του ει­κο­νο­μά­χου αυ­το­κρά­το­ρα Λέ­ο­ντα του Αρμε­νίου. Ενώ, ο Βάρ­να­λης, ε­πί α­ντι­βα­σι­λείας Γεωρ­γίου Κον­δύ­λη. Εί­χε ε­κτο­πι­στεί  μα­ζί του και ο Δη­μή­τρης Γλη­νός, προ­λη­πτι­κά, “ί­να α­πο­τρα­πή ού­τω ο κίν­δυ­νος της δια­σα­λεύ­σεως της τά­ξεως”. Συ­νε­λή­φθη Πέ­μπτη 17 Οκτω­βρίου. Μία ε­βδο­μά­δα νω­ρί­τε­ρα, ο Κον­δύ­λης εί­χε ε­ξα­να­γκά­σει σε πα­ραί­τη­ση τον Τσαλ­δά­ρη, που α­ντι­τασ­σό­ταν στην ε­πι­στρο­φή του Γεωρ­γίου Β΄, και εί­χε κα­ταρ­γή­σει την Αβα­σί­λευ­τη Δη­μο­κρα­τία, ε­πα­να­φέ­ρο­ντας την Βα­σι­λευο­μέ­νη. Επι­λο­γή, που πλή­ρω­σε α­κρι­βά. Επα­νερ­χό­με­νος ο Βα­σι­λέ­ας, στις 25 Νο­εμ­βρίου, τά­χθη­κε υ­πέρ της α­μνη­στίας των κι­νη­μα­τιών της 1ης Μαρ­τίου. Ο Κον­δύ­λης δια­φώ­νη­σε και κα­θαι­ρέ­θη­κε. Χρι­στού­γεν­να του 1935, ο Βάρ­να­λης ε­πέ­στρε­ψε στην Αθή­να, πα­ρό­λο που τα μέ­τρα του Βα­σι­λέα δεν προέ­βλε­παν τους ε­κτο­πι­σμέ­νους βά­σει του βε­νι­ζε­λι­κού Ιδιώ­νυ­μου. Ήρθε, ό­μως, η Δια­μαρ­τυ­ρία Γάλ­λων Δια­νοου­μέ­νων, με πρώ­τη υ­πο­γρα­φή αυ­τή του Ρο­μαίν Ρο­λάν, και ο Βα­σι­λεύς δυ­σα­ρε­στή­θη­κε μεν, αλ­λά ε­νέ­δω­σε. Όχι βε­βαίως, ως προς το αί­τη­μα της γε­νι­κής α­μνη­στίας, πα­ρά μό­νο ό­σο α­φο­ρού­σε τους ε­πι­φα­νείς. Γι’ αυ­τό και η πρώ­τη ε­πι­φυλ­λί­δα του Βάρ­να­λη δεν εί­ναι εν­θύ­μη­μα α­πό τον τό­πο ε­ξο­ρίας, αλ­λά κα­ταγ­γε­λία για την Ει­δι­κή Ασφά­λεια, την Γε­νι­κή Ασφά­λεια και ό­λες “τις ε­πι­τρο­πές α­σφα­λείας που ε­κτό­πι­ζαν τον ο­ποιο­δή­πο­τε σή­κω­νε κε­φά­λι ως ε­πι­κίν­δυ­νο κο­μου­νι­στή”, ζη­τώ­ντας την κα­τάρ­γη­ση του “νό­μου πε­ρί ι­διώ­νυ­μου α­δι­κή­μα­τος”, βά­σει του ο­ποίου ο Άγιος Ευ­στρά­τιος έ­μει­νε για χρό­νια τό­πος ε­κτο­πί­σεων.
Από τις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 1920, το νη­σί, μα­ζί με τρία-τέσ­σε­ρα άλ­λα, ε­πι­λέ­γε­ται ως τό­πος ε­ξο­ρίας. Βα­σι­κά πλε­ο­νε­κτή­μα­τα ε­πι­λο­γής, ό­πως και των υ­πο­λοί­πων, εί­ναι η μι­κρή έ­κτα­ση και η μο­να­χι­κή θέ­ση του στο μέ­σο του Αρχι­πε­λά­γους.  Επί Πα­γκά­λου, το 1925, οι ε­κτο­πι­σθέ­ντες πλη­θαί­νουν. Ωστό­σο, ε­πι­σή­μως, α­νοί­γει με το δια­βό­η­το Ιδιώ­νυ­μο, το 1929. Η προ­σέ­λευ­ση κο­ρυ­φώ­νε­ται κα­τά την με­τα­ξι­κή πε­ντα­ε­τία. Το 1941, εν α­να­μο­νή των Γερ­μα­νών, οι α­πο­χω­ρού­ντες το­πο­τη­ρη­τές δεν ε­λευ­θε­ρώ­νουν τους ε­ξό­ρι­στους, ού­τε οι κα­τα­κτη­τές το κλεί­νουν. Θα κα­ταρ­γη­θεί με την Απε­λευ­θέ­ρω­ση, αλ­λά μό­νο για δυό­μι­σι χρό­νια. Άνοι­ξη 1947, α­νοί­γει ε­σπευ­σμέ­νως, με την προ­σε­κτι­κά ε­πι­λεγ­μέ­νη ο­νο­μα­σία, Στρα­τό­πε­δο Πει­θαρ­χη­μέ­νης Δια­βίω­σης Εκτο­πι­σμέ­νων. Σε χρο­νι­κό βά­θος πλη­σιά­ζει την τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τία, κα­θώς ο τε­λευ­ταίος ε­ξό­ρι­στος α­να­χω­ρεί αρ­χές 1963.
Τα εν­θυ­μή­μα­τα του Βάρ­να­λη εί­ναι έ­να ο­δοι­πο­ρι­κό στον τό­πο, ό­πως τον έ­ζη­σε ε­κεί­νο το φθι­νό­πω­ρο του Με­σο­πο­λέ­μου. Αφή­γη­μα αι­σιό­δο­ξης πνοής, πα­ρά τις α­ντί­ξο­ες συν­θή­κες και την τα­λαι­πω­ρία που συ­νε­πά­γο­νταν, για­τί γρά­φε­ται με την ο­πτι­κή και τον εν­θου­σια­σμό του κο­μου­νι­στή, που θέ­λει να δια­φω­τί­σει και να προ­σφέ­ρει. Πε­ρι­γρά­φει τη ζωή στο νη­σί, δί­νο­ντας με­γα­λύ­τε­ρη έμ­φα­ση στον τρό­πο λει­τουρ­γίας της κολ­λε­χτί­βας. Πρω­ταρ­χι­κό μέ­λη­μα η ορ­γά­νω­ση της ο­μα­δι­κής ζωής. Δεν μέ­νουν ά­ερ­γοι, διορ­γα­νώ­νουν δια­λέ­ξεις, θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις, προ­λε­τα­ρια­κές γιορ­τές, φτιά­χνουν ε­φη­με­ρί­δες του τοί­χου. Τις α­να­μνή­σεις του τις συ­μπλη­ρώ­νουν μαρ­τυ­ρίες α­πό συ­νε­ξό­ρι­στους, κα­θώς και η αλ­λη­λο­γρα­φία με τη σύ­ζυ­γό του, την ποιή­τρια Δώ­ρα Μοά­τσου. Σε έ­να τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, ο Κα­κα­βά­νης σχο­λιά­ζει δια­φω­τι­στι­κά τα δυο ποιή­μα­τα, που γρά­φτη­καν στον Αϊ-Στρά­τη.
Η πε­ρί­πτω­ση του Βάρ­να­λη ως ε­ξό­ρι­στου εί­ναι μό­νο δειγ­μα­το­λη­πτι­κή και κα­θό­λου α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή σε χρο­νι­κή διάρ­κεια, εάν τη συ­γκρί­νου­με με τις χι­λιά­δες άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις προ­σώ­πων της Αρι­στε­ράς, κυ­ρίως α­φα­νών, που κα­τά κύ­μα­τα ή και με­μο­νω­μέ­να ε­κτο­πί­ζο­νταν στα χρό­νια του Με­σο­πο­λέ­μου σε μι­κρά νη­σιά, ό­πως Γαύ­δος, Ανά­φη, Αμορ­γός κ.ά. Πα­ρεν­θε­τι­κά να ση­μειώ­σου­με ε­δώ, ό­τι η σχε­τι­κή βι­βλιο­γρα­φία σε πρω­το­γε­νείς πη­γές, δη­λα­δή μαρ­τυ­ρίες, αλ­λά και σε με­λέ­τες, α­να­λο­γι­κά προς ε­κεί­νες της με­τα­πο­λε­μι­κής πε­ριό­δου, εί­ναι πε­ριο­ρι­σμέ­νη. Από τις πρω­το­γε­νείς σε μορ­φή βι­βλίου, ση­μειώ­νου­με μό­νο δύο, τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες και χρο­νι­κά πα­λαιό­τε­ρες: Στά­βρος Τσα­κί­ρης, «Μέ­ρες και νύ­χτες στη Γαύ­δο» (νου­βέ­λα), 1934 και Γ. Ζάρ­κος, «Ομά­δα συμ­βίω­σης πο­λι­τι­κών ε­ξο­ρί­στων Ανά­φης», 1947. Η βι­βλιο­γρα­φι­κή κα­τα­γρα­φή ε­μπλου­τί­ζε­ται με­τά το ’74, χω­ρίς, ω­στό­σο, να υ­περ­βαί­νει μο­νο­ψή­φιο α­ριθ­μό. Σ’ αυ­τόν προ­στί­θε­ται τώ­ρα και το βι­βλίο του Κα­κα­βά­νη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/12/2014.

Φωτο: Ο Βάρ­να­λης σε φω­το­γρα­φι­κό πορ­τρέ­το του 1914.

Ακραίες συ­μπε­ρι­φο­ρές

Νί­κη Ανα­στα­σέ­α
«Τα ά­γρια πε­ρι­στέ­ρια»
 Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Οκτώ­βριος 2014

Στην ο­μά­δα των συγ­γρα­φέων, που έ­κα­ναν την πρώ­τη τους εμ­φά­νι­ση στη λο­γο­τε­χνία σε μέ­ση η­λι­κία, ε­ντός της τε­λευ­ταίας ει­κο­σα­ε­τίας, η Νί­κη Ανα­στα­σέα δια­κρί­νε­ται με την α­φο­σίω­ση στη συγ­γρα­φι­κή ε­να­σχό­λη­ση που ε­πι­δει­κνύει. Τώ­ρα, που οι πε­ρισ­σό­τε­ροι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι έ­χουν θη­τεία σε σχο­λή δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής, θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν αυ­το­δί­δα­κτη. Ακο­λού­θη­σε τη δι­κή της μέ­θο­δο, δια­βά­ζο­ντας λο­γο­τε­χνία κα­τά μό­νας και ό­χι ευ­και­ρια­κά. Εκ του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, κρί­νε­ται ως συγ­γρα­φέ­ας συ­στη­μα­τι­κή και μη ε­πα­να­παυό­με­νη. Φαί­νε­ται να βά­ζει ψη­λά τον πή­χυ των προσ­δο­κιών, σχε­διά­ζο­ντας μυ­θο­πλα­στι­κά εγ­χει­ρή­μα­τα σε δια­λο­γι­κή σχέ­ση με γνω­στά έρ­γα κλα­σι­κών συγ­γρα­φέων. Από το 1997 μέ­χρι σή­με­ρα, έ­χει εκ­δώ­σει τέσ­σε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και την πρό­σφα­τη συλ­λο­γή έ­ξι ι­στο­ριών, που θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν νου­βέ­λες. 
Θεω­ρού­με το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα, του 2006, «Επι­κράν­θη: δια χει­ρός Αλέ­ξη Ρα­ζή», που συ­νο­μι­λεί με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ντο­στο­γιέφ­σκυ, «Οι δαι­μο­νι­σμέ­νοι», ως το πιο φι­λό­δο­ξο. Ενώ, το ε­πό­με­νο, με­τά τρία χρό­νια, «Οι μι­κρές α­πο­λαύ­σεις του κυ­ρίου Ευαγ­γε­λι­νού», με την υ­φή α­στυ­νο­μι­κού και τη χροιά αλ­λό­κο­της ι­στο­ρίας, δεί­χνει σαν μία α­πό­πει­ρα α­νοίγ­μα­τος προς έ­να πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό. Δεν γνω­ρί­ζου­με την α­γο­ρα­στι­κή α­πή­χη­ση των δυο βι­βλίων, πά­ντως η κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή στά­θη­κε μάλ­λον υ­πο­το­νι­κή. Για πα­ρά­δειγ­μα, ού­τε καν ε­πι­ση­μάν­θη­κε το κέ­ντη­μα των δι­πλών προ­σω­πείων α­λά Πεσ­σόα, που η συγ­γρα­φέ­ας έ­χει έ­ντε­χνα εν­θέ­σει στο δεύ­τε­ρο. Αντι­θέ­τως, η κρι­τι­κή, του­λά­χι­στον η συ­στη­μι­κή, που α­πο­νέ­μει και τα βρα­βεία, ε­παί­νε­σε το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Αυ­τή η αρ­γή μέ­ρα προ­χω­ρού­σε», και το πρό­σφα­το, «Πο­λύ χιό­νι μπρο­στά στο σπί­τι». Το πρώ­το α­πέ­σπα­σε το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, το 1998. Νεό­τευ­κτο τό­τε, ή­ταν η δεύ­τε­ρη χρο­νιά α­πο­νο­μής του. Ενώ, το πρό­σφα­το, του 2012, τι­μή­θη­κε με το κρα­τι­κό βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος και ε­κεί­νο του «Ανα­γνώ­στη», με­τε­ξέ­λι­ξη του βρα­βείου «Δια­βά­ζω». 
Τα δυο αυ­τά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στις οι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις και ε­ντά­σεις, το πρώ­το στην Ξάν­θη της πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κής πε­ριό­δου, ε­νώ το δεύ­τε­ρο, στη σύγ­χρο­νη α­θη­ναϊκή κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Η έ­ντα­ση των εν­δοοι­κο­γε­νεια­κών συ­γκρού­σεων θυ­μί­ζει τον μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό κό­σμο του Φώ­κνερ. Πρό­κει­ται για μια συ­νο­μι­λία κει­μέ­νων ή και μυ­θι­στο­ρη­μά­των, πε­ρισ­σό­τε­ρο ή λι­γό­τε­ρο λαν­θά­νου­σα, που ε­πε­κτεί­νε­ται στους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους και την ο­ποία η συγ­γρα­φέ­ας δεν ζη­τά να α­πο­κρύ­ψει. Εντέ­χνως θα μπο­ρού­σε, κα­θώς ο κο­ρυ­φαίος α­με­ρι­κα­νός συγ­γρα­φέ­ας, στον αγ­γλό­φω­νο χώ­ρο και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση στον ευ­ρω­παϊκό, έ­χει υ­πο­σκε­λι­στεί α­πό τα με­τα­μο­ντέρ­να εγ­χει­ρή­μα­τα των ση­με­ρι­νών. Όσο για τις με­τα­φρά­σεις στα ελ­λη­νι­κά, που κι αυ­τές έ­χουν α­ραιώ­σει, μό­νο σε γε­νι­κές γραμ­μές, ό­πως εί­ναι ο προσ­διο­ρι­σμός του τύ­που του α­φη­γη­τή, δί­νουν αί­σθη­ση του ύ­φους, ο­πό­τε και συ­νι­στούν ο­λι­σθη­ρή βά­ση για α­πο­φάν­σεις πε­ρί ο­μοιό­τη­τας, ε­πιρ­ροής ή α­κό­μη και μί­μη­σης.
Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, η κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή ε­νός βι­βλίου φαί­νε­ται να ε­πη­ρεά­ζει αρ­κε­τούς συγ­γρα­φείς ό­σο α­φο­ρά την κα­τεύ­θυν­ση που α­κο­λου­θούν στη συ­νέ­χεια. Θα λέ­γα­με ό­τι αυ­τό συμ­βαί­νει και στην πε­ρί­πτω­ση της Ανα­στα­σέα. Με­τά την θερ­μή υ­πο­δο­χή του τε­λευ­ταίου μυ­θι­στο­ρή­μα­τός της, πλέ­κει τις πρό­σφα­τες ι­στο­ρίες της στον ί­διο καμ­βά. Αν και η ί­δια πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι η αρ­χι­κή μορ­φή, του­λά­χι­στον μίας ι­στο­ρίας, ή­ταν γραμ­μέ­νη πα­λαιό­τε­ρα. Όπως και να έ­χει, οι τέσ­σε­ρις α­πό τις έ­ξι ι­στο­ρίες ξε­τυ­λί­γο­νται μέ­σα στο κέ­λυ­φος της οι­κο­γέ­νειας. Σύμ­φω­να με το κει­με­νά­κι του ο­πι­σθόφυλ­λου, α­φο­ρούν “αν­θρώ­πους στα ό­ρια της α­ντο­χής τους, γυ­ναί­κες και ά­ντρες που φτά­νουν στα ά­κρα”. Η δια­τύ­πω­ση, α­φε­νός μεν δεν φαί­νε­ται να ι­σχύει για το σύ­νο­λο και α­φε­τέ­ρου, προ­κα­τα­λαμ­βά­νει, προ­σα­να­το­λί­ζο­ντας τις πολ­λα­πλές δυ­να­τές ερ­μη­νείες των πρά­ξεων, προς μία, κι αυ­τή μάλ­λον λαν­θα­σμέ­νη, κα­τεύ­θυν­ση. Στις δυο ι­στο­ρίες, που προ­τάσ­σο­νται στο εν λό­γω κει­με­νά­κι, ο εν­δοοι­κο­γε­νεια­κός εμ­φύ­λιος ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται με έ­να έ­γκλη­μα. 
Ο τίτ­λος της πρώ­της, «Εί­παν πως ή­ταν α­τύ­χη­μα», προϊδεά­ζει για την κα­τά­λη­ξη, υ­πο­νο­μεύο­ντας το ό­ποιο σα­σπέ­νς καλ­λιερ­γεί ο πρω­το­πρό­σω­πος εις ε­αυ­τόν λό­γος του θύ­τη. Πρό­κει­ται για έ­ναν ευ­κα­τά­στα­το ε­πι­χει­ρη­μα­τία, με α­κί­νη­τα και το­κο­γλυ­φι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, που ε­πέ­λε­ξε ως σύ­ζυ­γο μία ό­μορ­φη νε­α­ρά, την ο­ποία έ­βα­λε σε χρυ­σό κλου­βί, ε­λέγ­χο­ντας και ρυθ­μί­ζο­ντας πλή­ρως τη ζωή της. Πα­λαιό­τε­ρα, προ γυ­ναι­κείας χει­ρα­φέ­τη­σης, κά­τι τέ­τοιο α­πα­ντιό­ταν συ­χνά, αλ­λά και σή­με­ρα συμ­βαί­νει, α­φού ο ρό­λος του δια­κο­σμη­τι­κού α­ντι­κεί­με­νου έ­χει κι αυ­τός τα πλε­ο­νε­κτή­μα­τά του, κυ­ρίως με τη βο­λή που προ­σφέ­ρει. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη ι­στο­ρία, η γυ­ναί­κα κά­πο­τε α­γα­να­κτεί, φθά­νο­ντας σε αυ­το­κα­τα­στρο­φι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά ως μό­νη ά­μυ­να ή και εκ­δί­κη­ση. Δεν κά­νει άλ­λο απ’ το να κα­τα­λή­γει σε α­πω­θη­τι­κό κή­τος. Εκεί­νος, α­ντι­θέ­τως, δεν φθά­νει στα ό­ρια της α­ντο­χής του. Πα­ρα­μέ­νει έ­νας ε­γω­μα­νής, που α­πο­φα­σί­ζει να μην χα­ρα­μί­σει άλ­λο τη ζωή του. Πι­στεύου­με ό­τι αυ­τή η συ­ζυ­γι­κή φα­γω­μά­ρα θα εί­χε δια­φο­ρε­τι­κή έ­ντα­ση, αν δεν πα­ρου­σιά­ζο­νταν τό­σο μο­νο­λι­θι­κοί οι χα­ρα­κτή­ρες των δυο συ­ζύ­γων και δεν δι­νό­ταν αυ­τή η σαρ­κο­βό­ρα, χω­ρίς δια­κυ­μάν­σεις, μορ­φή στη σύ­γκρου­σή τους, που κρα­τά μία ει­κο­σα­ε­τία. 
Η ε­γκλη­μα­τι­κή πρά­ξη στη δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία έ­χει πα­πα­δια­μα­ντι­κό ά­ρω­μα. Όπως στη «Φό­νισ­σα», η Φρα­γκο­γιαν­νού πνί­γει την εγ­γο­νή της για να την α­παλ­λά­ξει α­πό την κα­κή τύ­χη των θη­λυ­κών, ε­δώ η μά­να δη­λη­τη­ριά­ζει τον ναρ­κο­μα­νή γιο της για να του δώ­σει έ­να στοι­χειω­δώς α­ξιο­πρε­πές τέ­λος. Σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο, «Κά­τι που να α­ξί­ζει να σω­θεί», η μά­να πι­στεύει ό­τι, πα­ρά την πλή­ρη κα­τά­πτω­σή του, του έ­χει α­πο­μεί­νει “μια στα­λιά αν­θρω­πιάς”. Η ι­στο­ρία, ό­πως και το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα, ξε­κι­νά­ει α­πό έ­να συμ­βάν, που θα μπο­ρού­σε να κα­τα­χω­ρη­θεί στο α­στυ­νο­μι­κό δελ­τίο. Και πά­λι, ξε­δι­πλώ­νε­ται έ­νας πρω­το­πρό­σω­πος εις ε­αυ­τόν λό­γος, με έν­θε­τα, σαν να ε­πι­πλέ­ουν α­κέ­ραια στην ψυ­χι­κή α­να­τα­ρα­χή, τα λό­για κα­τη­γο­ρίας που εκ­στο­μί­στη­καν μέ­σα στο οι­κο­γε­νεια­κό πε­ρι­βάλ­λον, και με α­να­δρο­μές, που κου­βα­λούν ό­λο το άγ­χος πρω­το­βου­λιών και πρά­ξεων ό­ταν αυ­τές τε­λέ­σθη­καν. Σε α­ντί­θε­ση, ό­μως, με τον προ­η­γού­με­νο, του συ­ζύ­γου, αυ­τός εί­ναι α­πό τους ε­ντε­λέ­στε­ρους των τε­λευ­ταίων χρό­νων. Και α­να­κα­λού­με αρ­κε­τούς εν­δια­φέ­ρο­ντες, κα­θώς πολ­λοί νεό­τε­ροι συγ­γρα­φείς έ­χουν ε­πι­δο­θεί στο εί­δος.       
Ωστό­σο, η πιο ε­ρε­θι­στι­κή ι­στο­ρία, τό­σο α­πό πλευ­ράς πε­ριε­χο­μέ­νου ό­σο και μορ­φής, εί­ναι η δεύ­τε­ρη στη σει­ρά πα­ρά­τα­ξης της συλ­λο­γής. Κα­τ’ αρ­χήν, κι­νεί­ται θε­μα­τι­κά σε ελ­λι­πώς χαρ­το­γρα­φη­μέ­να ψυ­χι­κά το­πία. Υπάρ­χουν άν­θρω­ποι, που δυ­σκο­λεύο­νται να α­πο­δε­χτούν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ό­ταν την ε­κλαμ­βά­νουν ως α­πει­λη­τι­κή ή και α­πλώς ε­χθρι­κή. Τό­τε, δια­φεύ­γουν προς μία άλ­λη, φα­ντα­σια­κή, μέ­σα στην ο­ποία ε­πι­βιώ­νουν, α­πο­δί­δο­ντάς της υ­πό­στα­ση πραγ­μα­τι­κής. Κλι­νι­κά χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται ψυ­χω­σι­κοί και ο μό­νος τρό­πος προ­σέγ­γι­σής τους εί­ναι η α­πο­δο­χή της δι­κής τους τά­ξης πραγ­μά­των. Στο πρό­σφα­το βι­βλίο του Δ. Σω­τά­κη, «Η α­νά­στα­ση του Μάι­κλ Τζάκ­σον», πλά­θε­ται έ­νας πα­ρό­μοιος ή­ρωας. Η συ­νη­θέ­στε­ρη, ό­μως, πε­ρί­πτω­ση αγ­χω­τι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, που μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει μέ­χρι την πα­ρά­νοια, εί­ναι αυ­τή του θα­νά­του προ­σφι­λούς. Η μη α­πο­δο­χή του τε­τε­λε­σμέ­νου ση­μαί­νει την ο­λί­σθη­ση στην ψευ­δαί­σθη­ση, πως αυ­τός ε­ξα­κο­λου­θεί να υ­πάρ­χει.
Η Ελεάν­να Βλα­στού, στο περ­σι­νό πρώ­το της βι­βλίο, «Εξα­φα­νί­σεις», που δεν προ­σέ­χθη­κε ό­σο του α­ντι­στοι­χού­σε, έ­χει έ­να διή­γη­μα, ό­που πεν­θού­σα σύ­ζυ­γος ε­πι­βιώ­νει συ­νο­μι­λώ­ντας με τον α­πο­θα­νό­ντα σαν να εί­ναι πα­ρών, ε­τοι­μά­ζο­ντας το φα­γη­τό που του ά­ρε­σε. Το διή­γη­μα έ­χει τη μορ­φή μο­νο­λό­γου. Ενώ, η ι­στο­ρία της Ανα­στα­σέα στή­νε­ται σαν θε­α­τρι­κό δυο προ­σώ­πων. Κα­λο­δου­λε­μέ­νο, έ­τοι­μο για τη σκη­νι­κή του πα­ρου­σία­ση. Εδώ, έ­να η­λι­κιω­μέ­νο ζευ­γά­ρι χά­νει κό­ρη και εγ­γο­νή. Η γυ­ναί­κα κα­τα­φέρ­νει να ε­πι­ζή­σει, δια­γρά­φο­ντας το γε­γο­νός του θα­νά­του τους. Ο σύ­ζυ­γος α­πο­δέ­χε­ται τη φα­ντα­σίω­σή της και συ­μπράτ­τει, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο της ι­στο­ρίας, «Μό­νο και μό­νο ε­πει­δή σ’ α­γα­πάω». Έτσι, ό­μως, ό­πως ε­κτυ­λίσ­σο­νται τα γε­γο­νό­τα, φαί­νε­ται πως νιώ­θει κι αυ­τός κα­λύ­τε­ρα με το α­νά­χω­μα της αυ­τα­πά­της. Ού­τε ε­κεί­νη έ­χει α­νά­γκη φαρ­μα­κευ­τι­κής υ­πο­στή­ρι­ξης ού­τε ε­κεί­νος συν­θλί­βε­ται α­πό τον πό­νο. Δεν έ­χουν, πά­ντως, με­τα­κυ­λή­σει στην πα­ρά­νοια. Έχουν ε­πί­γνω­ση της ψευ­δαι­σθη­σια­κής κα­τά­στα­σης που έ­χουν δη­μιουρ­γή­σει, αλ­λά εν­δί­δουν. Η Ανα­στα­σέα κα­τορ­θώ­νει να δώ­σει αυ­τήν την εύ­θραυ­στη ι­σορ­ρο­πία, α­πο­φεύ­γο­ντας τους δρα­μα­τι­κούς τό­νους.
Σε μία άλ­λη ι­στο­ρία της συλ­λο­γής, «Η προ­σβο­λή», αυ­τή ε­κτός οι­κο­γε­νεια­κού κύ­κλου, η υ­πό­θε­ση, του­λά­χι­στον ό­σο α­φο­ρά τα πρό­σω­πα και την α­να­με­τα­ξύ τους σχέ­ση, θυ­μί­ζει το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Θεό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη, «Το μυ­στι­κό της Έλλης». Μία ζω­ντο­χή­ρα στα 45 προσ­λαμ­βά­νει αλ­λο­δα­πό για δου­λειές στον κή­πο. Τον ε­ρω­τεύε­ται, αλ­λά α­πο­κα­λύ­πτε­ται ό­τι ε­κεί­νος εί­ναι πα­ντρε­μέ­νος. Στου Γρη­γο­ριά­δη, αυ­τό δεν στέ­κε­ται ε­μπό­διο στη σχέ­ση τους, ε­δώ, η έκ­βα­ση εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κή. Η γυ­ναί­κα τον εκ­δι­κεί­ται. Στην κα­τα­λη­κτι­κή σκη­νή, στέ­κει, “πί­σω α­πό την τρα­βηγ­μέ­νη κουρ­τί­να, σαν μο­να­χι­κό κε­ρί μέ­σα στην κά­σα του πα­ρα­θύ­ρου”. Εί­ναι αυ­τή η σκη­νή που φέρ­νει στο νου την δε­σποι­νί­δα Έμι­λυ Γκρήρ­σον του Φώ­κνερ. Τε­λι­κά, οι δυο κα­λύ­τε­ρες ι­στο­ρίες της νέ­ας συλ­λο­γής της Ανα­στα­σέα έ­χουν α­πό­η­χους α­πό την πρώ­τη και πιο γνω­στή ι­στο­ρία του, «Ένα ρό­δο για την Έμι­λυ». Την Έμι­λυ α­πό αρ­χο­ντι­κή οι­κο­γέ­νεια του α­με­ρι­κα­νι­κού Νό­του, που ε­ρω­τεύε­ται έ­ναν υ­πο­δεέ­στε­ρο Γιάν­κη. Εκεί­νος δεν θέ­λει γά­μο, ε­κεί­νη τον δη­λη­τη­ριά­ζει, αλ­λά δεν α­πο­δέ­χε­ται το θά­να­τό του. Συμ­βιώ­νει με τον νε­κρό του μέ­χρι τέ­λους. Τη νύ­χτα α­γκα­λιά στο κρε­βά­τι, τη μέ­ρα δί­πλα του, στη­μέ­νη στο πα­ρά­θυ­ρο. 
Η συλ­λο­γή συ­μπλη­ρώ­νε­ται με δυο α­κό­μη ι­στο­ρίες. Η μία, «Με­τα­ξω­τός φα­νο­στά­της», δεί­χνει θε­μα­τι­κά πα­ρά­ται­ρη. Εί­ναι ο ε­σω­τε­ρι­κός μο­νό­λο­γος μιας με­σή­λι­κος η­θο­ποιού, ό­πως ξε­δι­πλώ­νε­ται την η­μέ­ρα της πρε­μιέ­ρας. Εί­ναι μία κα­λή κα­ρα­τε­ρί­στα, που της δί­νε­ται η ευ­και­ρία ε­νός πρω­τα­γω­νι­στι­κού ρό­λου. Ένας δεύ­τε­ρος γυ­ναι­κείος λό­γος, που η Ανα­στα­σέα δεί­χνει τις δυ­να­τό­τη­τές της, α­πο­τυ­πώ­νο­ντας τον πα­νι­κό της η­θο­ποιού. Στο μό­νο ση­μείο, που θα μπο­ρού­σε να σκο­ντά­ψει μία ψυ­χα­να­λυ­τι­κής διά­θε­σης α­νά­γνω­ση εί­ναι το ευ­τυ­χές τέ­λος. Πα­ρό­μοιοι φό­βοι εί­ναι τό­σο βα­θιά ρι­ζω­μέ­νοι, που συ­νή­θως ο­δη­γούν σε πρά­ξεις αυ­το­χει­ρια­σμού ή, συ­χνό­τε­ρα, σε ά­τα­κτη υ­πο­χώ­ρη­ση. Έναν πα­ρό­μοιο ή­ρωα πλά­θει ο Βαγ­γέ­λης Χατ­ζη­γιαν­νί­δης στο πρό­σφα­το μυθιστόρημά του, «Το ε­λά­χι­στο ί­χνος». Ακό­μη έ­να βι­βλίο, που δεν έ­τυ­χε της α­νά­λο­γης κρι­τι­κής α­πο­δο­χής. 
Η άλ­λη ι­στο­ρία, που εί­ναι η κα­τα­λη­κτι­κή του βι­βλίου, α­φο­ρά οι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις και μά­λι­στα δί­πο­λα, που θα μπο­ρού­σαν να ο­δη­γή­σουν σε εν­δοοι­κο­γε­νεια­κούς εμ­φύ­λιους. Όπως η νε­α­ρή χή­ρα, με κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο παι­δί, η ο­ποία ε­ρω­τεύε­ται κά­ποιον που την θέ­λει, αλ­λά χω­ρίς το παι­δί. Ή α­κό­μη, η νε­α­ρή χή­ρα, που συμ­βιώ­νει με τη γε­ρο­ντο­κό­ρη κου­νιά­δα. Όλα, ό­μως, βαί­νουν ει­ρη­νι­κά, κα­τα­λή­γο­ντας με την ευ­φρό­συ­νη διά­θε­ση μιας ροζ ι­στο­ρίας. Άνι­σες οι ι­στο­ρίες ή, μή­πως, ι­στο­ρίες για ό­λα τα γού­στα; Όπως και να έ­χει, συ­στε­γά­ζο­νται σε μία συλ­λο­γή με ό­μορ­φο τίτ­λο, αλ­λά μάλ­λον ξέ­νο προς αυ­τές ή ά­κρως υ­παι­νι­κτι­κό σε βαθ­μό α­συ­σχέ­τι­στου.   


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/12/2014.

Φωτ: Έργο του Λου­σιέν Φρόυ­ντ.

Ευ­γε­νή, α­νε­μπό­δι­στα, ποιη­τι­κά

Γιάν­νης Κο­ντός
«Μυ­στι­κά το­πία.
Κεί­με­να για πρό­σω­πα,
για τη ζω­γρα­φι­κή, 
για το θέ­α­τρο, για βι­βλία.»
Εκδό­σεις Τό­πος
Απρί­λιος 2014

Στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου, ο Γιάν­νης Κο­ντός, σε φω­το­γρα­φία του Δη­μή­τρη Γέ­ρου, με ε­κεί­νο το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό χα­μό­γε­λο, ό­λο γλύ­κα, αλ­λά συ­νά­μα, μια ι­δέα ει­ρω­νι­κό, μάλ­λον πε­ρι­παι­κτι­κό. Σε υ­πο­δε­χό­ταν κα­θι­σμέ­νος στο γρα­φείο του, στον πέ­μπτο ό­ρο­φο Γ. Γεν­να­δίου 3, χω­ρίς τυ­πι­κό­τη­τες, με μια θερ­μή οι­κειό­τη­τα, που σε έ­κα­νε να νιώ­θεις πως εί­σαι και συ άν­θρω­πος του χώ­ρου. Το βιο­γρα­φι­κό, χω­ρίς η­με­ρο­μη­νία γεν­νή­σεως. Όχι για­τί την κρύ­βει, έ­τσι κι αλ­λιώς, σφύ­ζει α­πό νε­α­νι­κό­τη­τα, με τα φου­λά­ρια και τα φο­βε­ρά κα­σκόλ του να α­νε­μί­ζουν. Αλλά για­τί α­ρέ­σκε­ται παι­χνι­διά­ρι­κα να δη­λώ­νει, ό­τι γεν­νή­θη­κε ό­ταν δη­μο­σιεύ­τη­κε το πρώ­το του ποίη­μα, το 1965. Ή, ό­ταν εκ­δό­θη­κε το πρώ­το του βι­βλίο, το 1970. Άλλω­στε, ή­δη α­πό την πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση, δη­μιουρ­γεί­ται η βε­βαιό­τη­τα πως πα­ρό­μοιος άν­θρω­πος μό­νο ποιη­τής θα μπο­ρού­σε να εί­ναι. Πε­ρισ­σό­τε­ρο α­κρι­βή βιο­γρα­φι­κά, τον θέ­λουν να σπου­δά­ζει οι­κο­νο­μι­κά, να ερ­γά­ζε­ται ως α­σφα­λι­στής, με­τά να λο­ξο­δρο­μεί ως βι­βλιο­πώ­λης, γω­νία Σό­λω­νος και Ομή­ρου. Το ό­νο­μα του κα­τα­στή­μα­τος «Ηνίο­χος», με τον ί­διο να πα­ρα­μέ­νει η­νίο­χος μό­νο στην ποίη­ση και στα πε­ρί αυ­τήν “μυ­στι­κά το­πία”.
Πέ­ρυ­σι, ε­πε­τεια­κά, συ­γκέ­ντρω­σε σε έ­ναν τό­μο “το έ­χει του”, 14 ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, που εί­ναι “το στά­ρι” σα­ρά­ντα χρό­νων, 1970-2010. Εφέ­τος, εκ­δί­δει το τρί­το βι­βλίο του, με κεί­με­να βιω­μα­τι­κά, που για ε­κεί­νον ση­μαί­νει κεί­με­να για την τέ­χνη, με πρώ­τη την τέ­χνη του λό­γου, και τους αν­θρώ­πους της. Εί­ναι το τρί­το ο­δό­ση­μο με­τά το δί­το­μο «Τα ευ­γε­νή μέ­ταλ­λα». Αυ­τές οι εκ­δό­σεις, ά­τυ­πης α­πο­γρα­φής φί­λων και εμ­μο­νών, το­πο­θε­τού­νται α­νά δε­κα­ε­τία: 1994, 2005, 2014. Πα­ρό­μοια με τα βι­βλία-ο­δό­ση­μα της συγ­γρα­φι­κής πο­ρείας, που εκ­δί­δει ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας. Τα και­νού­ρια κεί­με­να εί­ναι γραμ­μέ­να στο διά­στη­μα της εν­διά­με­σης δε­κα­ε­τίας και τα­ξι­νο­μού­νται σε πέ­ντε ε­νό­τη­τες, με δυο ποιή­μα­τα, ως ει­σα­γω­γή και ως ε­πί­με­τρο. Ο κοι­νός τίτ­λος των  δυο προ­η­γού­με­νων βι­βλίων ή­ταν ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό τον τίτ­λο ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του Ζή­ση Οι­κο­νό­μου, «Η ε­πο­ποιία των α­γε­νών με­τάλ­λων».  Μό­νο που η α­παι­σιό­δο­ξη ο­πτι­κή του πα­λαιό­τε­ρου ποιη­τή, ε­δώ α­να­τρέ­πε­ται σε αι­σιό­δο­ξη κα­τά­φα­ση. Από τον ί­διο τίτ­λο εί­χα­με φτιά­ξει και ε­μείς την ε­πι­γρα­φή της βι­βλιο­πα­ρου­σία­σης του πρώ­του τό­μου, το μα­κρι­νό 1994. «Επο­ποιία ευ­γε­νών με­τάλ­λων», ή­ταν ο δι­κός μας τίτ­λος, με υ­πέρ­τιτ­λο, “πο­λυ­χρω­μία της ό­ρα­σης και της μνή­μης”. Τό­τε, για τα βι­βλία που μας ά­ρε­σαν, γρά­φα­με με εν­θου­σια­σμό. Στην εν­διά­με­ση ει­κο­σα­ε­τία, η αν­θυ­γιει­νή ε­να­σχό­λη­ση με την βι­βλιο­κρι­τι­κή τον κού­ρε­ψε δρα­στι­κό­τε­ρα και α­πό τα ε­πί Τρόι­κας οι­κο­νο­μι­κής φύ­σεως κου­ρέ­μα­τα. Θύ­μα ή θή­της ο κρι­τι­κός εί­ναι και θέ­μα ο­πτι­κής γω­νίας. Ο Κο­ντός γρά­φει, “Αχ, αυ­τοί οι κρι­τι­κοί, αυ­τοί οι νε­κρο­θά­φτες”, α­πο­δί­δο­ντας τη φρά­ση στον Να­πο­λέ­ο­ντα Λα­πα­θιώ­τη. Ωστό­σο, πα­ρό­λο που ου­δείς α­γα­πά τους νε­κρο­θά­φτες, ό­λοι μάλ­λον συμ­φω­νούν ό­τι εί­ναι α­πα­ραί­τη­τοι. Αλλά και δύ­στυ­χοι, κα­θώς τους βδε­λύσ­σο­νται, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν κά­νουν κα­λά τη δου­λειά τους. 
Στη δεύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα του και­νού­ριού του βι­βλίου, ό­που συ­γκε­ντρώ­νει τα δη­μο­σιευ­μέ­να κεί­με­να για βι­βλία, ο ί­διος σχο­λιά­ζει ως ο­μό­τε­χνος έρ­γα φί­λων. Στα 25 κεί­με­να, τα 12 α­φο­ρούν βι­βλία ποιη­τών της γε­νιάς του, κυ­ρίως ποιη­τι­κά (Ν. Χατ­ζι­δά­κι, Δ. Πο­τα­μί­τη, Κ. Μαυ­ρου­δή, Π. Πα­μπού­δη, Γ. Μαρ­κό­που­λου, Κ. Πα­πα­γεωρ­γίου, Γ. Βαρ­βέ­ρη), α­κό­μη μυ­θι­στό­ρη­μα του Γ. Μα­νιώ­τη και τέσ­σε­ρα βι­βλία ευ­ρέ­ος φά­σμα­τος του στε­νό­τε­ρου α­πό τους φί­λους, του Θ. Θ. Νιάρ­χου. Φι­λε­ται­ρι­κά εί­ναι και τα κεί­με­να για με­γα­λύ­τε­ρους (Κ. Μουρ­σε­λά, Γ. Μι­χα­η­λί­δη, Λ. Πα­πα­δό­που­λο) ή και νεό­τε­ρους (Ν. Δαβ­βέ­τα, Δ. Κο­σμό­που­λο). Σε ό­λα, έ­νας κρι­τι­κής διά­θε­σης α­να­γνώ­στης θα εύ­ρι­σκε ό­τι πε­ρισ­σεύει ο εν­θου­σια­σμός. Θα πρό­σθε­τε πως έ­τσι ο έ­παι­νος α­πο­δυ­να­μώ­νε­ται. Αυ­τή, ό­μως, εί­ναι συ­νή­θης α­βα­ρία του θε­τι­κού σκέ­πτε­σθαι. Όπως και να έ­χει, σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ο τρό­πος  γρα­φής πεί­θει ό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν εν­θου­σια­σμό α­νό­θευ­τα πη­γαίο. Από την άλ­λη, εί­ναι εμ­φα­νές πως ο ποιη­τής α­πο­δί­δει κα­λύ­τε­ρα ως αι­σθη­τής σε υ­ψη­λούς τό­νους. Την ο­μά­δα των φί­λιων προ­σώ­πων συ­μπλη­ρώ­νουν, ό­πως και στους προ­η­γού­με­νους τό­μους, οι “με­γά­λοι” α­πό τους πα­λαιό­τε­ρους, ό­πως ο “φί­λος” Ρί­τσος, οι δυο Νο­μπε­λί­στες και ο Κα­βά­φης.   
Ο Κο­ντός, α­πό τα “ευ­γε­νή μέ­ταλ­λα” μέ­χρι τα “μυ­στι­κά το­πία”, δια­τη­ρεί α­κέ­ραια την κα­θα­ρό­τη­τα των αι­σθη­μά­των. Με την ί­δια προ­σή­λω­ση, συ­μπλη­ρώ­νει τα εκ­θέ­μα­τα μνή­μης. Όπως ο Τά­κης Σι­νό­που­λος το­πο­θε­τού­σε πέ­τρες, α­κρο­κέ­ρα­μα, α­στε­ρίες  στην αυ­λή του. Ο Πύρ­γειος ποιη­τής εί­ναι, α­κό­μη μία φο­ρά, α­πό τους πρώ­τους που α­να­φέ­ρο­νται, στο πρώ­το κεί­με­νο, το α­φιε­ρω­μέ­νο στη Να­νά Καλ­λια­νέ­ση και τον αλ­λο­τι­νό «Κέ­δρο». Τον εκ­δο­τι­κό οί­κο, που ί­δρυ­σε ο Νί­κος Καλ­λια­νέ­σης, μα­ζί με τη σύ­ζυ­γό του Να­νά Στα­μα­τίου, το 1954, άρ­τι α­φι­χθείς στην Αθή­να α­πό τον “πα­ρα­θε­ρι­σμό” του στον Αϊ-Στρά­τη. Τέ­λη του 1976, του ζή­τη­σε η Να­νά να ερ­γα­στεί για τον «Κέ­δρο». Τον Μάιο, εί­χε α­πο­βιώ­σει ο Νί­κος. Το 1988, έ­φυ­γε και η Να­νά. Από παι­δί για την “λά­ντζα”, ό­πως γρά­φει αυ­το­σαρ­κα­ζό­με­νος, α­φού στα πρώ­τα χρό­νια της Με­τα­πο­λί­τευ­σης οι “με­γά­λοι” – Ρί­τσος, Τσίρ­κας, Σι­νό­που­λος, Λει­βα­δί­της, Κοτ­ζιάς – διά­βα­ζαν τα χει­ρό­γρα­φα, πρό­τει­ναν, συμ­βού­λευαν, κα­τέ­λη­ξε στυ­λο­βά­της του οί­κου. Κυ­ρίως για τις εκ­δό­σεις ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, που πα­ρα­μέ­νει ως σή­με­ρα ο βα­σι­κός το­μέ­ας του «Κέ­δρου». Ο Κο­ντός συ­μπλή­ρω­σε 33 έ­τη στη σκιά του «Κέ­δρου», α­πο­χω­ρώ­ντας το 2009. Πι­θα­νώς, το α­πο­χω­ρώ να μην α­πο­δί­δει την ό­ποια κα­τά­στα­ση δη­μιουρ­γή­θη­κε, ό­ταν η δυ­να­μι­κή Κά­τια Λε­μπέ­ση χρειά­στη­κε να α­που­σιά­σει. Όπως και να έ­χει, ή­ταν έ­νας πο­λι­τι­σμέ­νος χω­ρι­σμός, που έ­μει­νε μα­κριά α­πό τον δι­ψα­λέο Τύ­πο. Απώ­λεια για τον συ­γκε­κρι­μέ­νο εκ­δο­τι­κό οί­κο, αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα, για τον εκ­δο­τι­κό χώ­ρο, κα­θώς η με­τοι­κε­σία του σε έ­τε­ρο οί­κο, φαί­νε­ται πως δεν ευο­δώ­θη­κε. 
Ει­κο­νο­πλά­στης ο Κο­ντός, ό­πως ο σκη­νο­θέ­της Ίνγκμαρ Μπέρ­γκμαν, του ο­ποίου την αυ­το­βιο­γρα­φία συ­στή­νει στον α­να­γνώ­στη “να την δια­βά­σει με πά­θος”, η ζω­γρα­φι­κή εί­ναι μέ­ρος της ζωής του, αλ­λά και “ό­λοι μα­ζί ποιη­τές, μου­σι­κοί, καλ­λι­τέ­χνες... η δεύ­τε­ρη κα­τά­στα­ση του κό­σμου”. Η τρί­τη ε­νό­τη­τα του βι­βλίου εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νη στους ζω­γρά­φους. “Από πο­λύ νέο τον τρα­βού­σε η ζω­γρα­φι­κή” και συ­νε­χί­ζει για σα­ρά­ντα χρό­νια “να γρά­φει κεί­με­να (ου­σια­στι­κά ποιή­μα­τα) για ζω­γρά­φους”. Ορι­σμέ­νους, τους φί­λους, τους α­κο­λου­θεί στην πε­ρι­πέ­τεια της δια­δρο­μής τους. Η ει­κα­στι­κή σο­δειά με­τρά­ει κεί­με­να για 17 ζω­γρά­φους, μία γλύ­πτρια, την Να­τα­λία Με­λά, έ­ναν ποιη­τή, τον Ελύ­τη. Ξε­κι­νώ­ντας α­πό τον πρε­σβύ­τη Γιάν­νη Μό­ρα­λη, για την τε­λευ­ταία έκ­θε­σή του, Νοέ.-Δεκ. 2006, με τους δέ­κα και­νού­ριούς του πί­να­κες. Ήταν η δε­κά­τη α­το­μι­κή του έκ­θε­ση, τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, 20 Δε­κεμ­βρίου 2009, α­πε­βίω­σε. Και τον α­ει­θα­λή Πα­να­γιώ­τη Τέ­τση, που κο­λυ­μπά­ει στη θά­λασ­σα της Σίφ­νου και την α­πα­θα­να­τί­ζει. Μέ­χρι τη νεό­τε­ρη Κρη­τι­κιά Ελέ­νη Κα­λο­κύ­ρη και τα κα­ρά­βιά της.
Ένας άλ­λος κό­σμος, αυ­τός του θεά­τρου, ζω­ντα­νεύει στα κεί­με­να της τέ­ταρ­της ε­νό­τη­τας. Το ζω­ντα­νεύει, δεν εί­ναι σχή­μα λό­γου, αλ­λά γε­γο­νός. Όπως ο Κο­ντός δεν γρά­φει για τη λο­γο­τε­χνία ως κρι­τι­κός, ού­τε για τη ζω­γρα­φι­κή ως τε­χνο­κρι­τι­κός, πα­ρο­μοίως, δεν σχο­λιά­ζει μία θε­α­τρι­κή πα­ρά­στα­ση ως κρι­τι­κός, αλ­λά με τον ι­διό­τυ­πο τρό­πο του ά­με­σα ε­μπλε­κό­με­νου συ­ναι­σθη­μα­τι­κά. Συ­χνά ξε­κι­νά­ει σαν να κου­βε­ντιά­ζει έ­να θέ­μα γε­νι­κό­τε­ρου εν­δια­φέ­ρο­ντος. Για πα­ρά­δειγ­μα, το κεί­με­νο για το θε­α­τρι­κό του Βα­σί­λη Κα­τσι­κο­νού­ρη, «Το γά­λα», αρ­χί­ζει με δια­κή­ρυ­ξη αρ­χώ­ν: “Εί­ναι γνω­στές οι θέ­σεις μου για το νε­ο­ελ­λη­νι­κό έρ­γο. Αγω­νί­ζο­μαι, το πι­στεύω και εί­μαι κο­ντά στους αν­θρώ­πους του.” Ενώ, στο «Δια­μά­ντια και μπλουζ», δη­λώ­νει: “Από πά­ντα ή­μου­να θαυ­μα­στής του θεά­τρου της Λού­λας Ανα­γνω­στά­κη. Την έ­βλε­πα σε φω­το­γρα­φίες, την πα­ρα­κο­λου­θού­σα, μέ­χρι που γνωρ­στή­κα­με (1972) και δεν χω­ρί­σα­με πο­τέ.” Σε άλ­λες πα­ρα­στά­σεις, η έμ­φα­ση δί­νε­ται στον σκη­νο­θέ­τη. Γί­νε­ται λό­γος για “τον μά­γο Λευ­τέ­ρη Βο­γιατ­ζή” ή για “τον μά­γο Ευαγ­γε­λά­το”. Ακό­μη, πολ­λα­πλή α­να­φο­ρά στον Γιώρ­γο Μι­χα­η­λί­δη και τις πα­ρα­στά­σεις Τσέ­χωφ.         
Άνθρω­πος της πό­λης ο Κο­ντός, ποιη­τής και πε­ζο­πό­ρος, μα­κράν του πλή­θους των ε­πο­χού­με­νων, πα­ρα­τη­ρεί στο πε­ζο­δρό­μιο “σε μια στα­λί­τσα χώ­μα”, «Ένα φυ­τό του δρό­μου», ό­πως εί­ναι ο τίτ­λος του ει­σα­γω­γι­κού ποιή­μα­τος. Πράγ­μα­τι, πό­σες φο­ρές δεν στέ­κεις α­πο­ρη­μέ­νος “για την α­ντο­χή του, την ε­πι­μο­νή του και τέ­λος πά­ντων που βρί­σκει τον αέ­ρα και α­να­πνέει”. Εί­ναι έ­να αι­σιό­δο­ξο “ά­νοιγ­μα”, ό­πως ται­ριά­ζει σε έ­να α­γα­πη­σιά­ρι­κο βι­βλίο. Αντι­θέ­τως, το “κλεί­σι­μο” εί­ναι πέν­θι­μο, «Ο σκου­πι­διά­ρης ή το πρω­το­γε­νές πλεό­να­σμα της οι­κο­νο­μίας»: “Η νύ­χτα προ­χω­ρά... Πώς περ­νούν οι ώ­ρες;” “Δώ­δε­κα και μι­σή” θα μπο­ρού­σε να εί­ναι μία κα­βα­φι­κή συ­νέ­χεια. 
Η πέ­μπτη ε­νό­τη­τα τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Μο­νό­λο­γοι». Συ­νο­λι­κά δε­κα­τέσ­σε­ρις, γραμ­μέ­νοι στο α­να­με­τα­ξύ Αθή­νας και Με­τα­ξο­χω­ρίου, ό­χι Ηρα­κλείου, αλ­λά Αγιάς Λά­ρι­σας. Εξο­μο­λο­γη­τι­κοί, γε­μά­τοι νο­σταλ­γία, α­πό κά­ποιον που ε­νέ­δω­σε νω­ρίς “στην α­μαρ­τία της ποιή­σεως”. “Όλα άρ­χι­σαν στα δέ­κα με έ­ντε­κά μου α­πό κά­τι σπα­σμέ­νες παι­δι­κές ει­κό­νες που βγαί­να­νε α­πό τα κλα­σι­κά ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να...”, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται. Μι­κρές φρά­σεις κα­τορ­θώ­νουν και α­φη­γού­νται ό­σα χρειά­ζο­νται σε­λί­δες για να εκ­φρα­στούν. Ο Κο­ντός α­κο­λου­θεί τη συμ­βου­λή του Γιώρ­γου Χει­μώ­να: “Γιάν­νη, οι συγ­γρα­φείς δεν πρέ­πει να κά­νουν ψυ­χα­νά­λυ­ση.” Αφή­νε­ται στη λε­κτι­κή με­τω­νυ­μία, ξε­δι­πλώ­νο­ντας τις ει­κό­νες που αυ­τή δη­μιουρ­γεί. “Σε μια α­κρο­θα­λασ­σιά κα­θό­μου­να και φο­βό­μου­να να μπω στη θά­λασ­σα. Με­τά α­πό λί­γο μπή­κα γυ­μνός για πά­ντα και μά­λι­στα περ­πά­τη­σα ε­πί των υ­δά­τω­ν.” Αυ­τοί οι μο­νό­λο­γοι, που θα μπο­ρού­σαν να γρα­φούν σε στί­χους, αλ­λά δό­θη­καν πε­ζό­μορ­φοι, “δρουν σαν ο­ξύ πά­νω στο συ­ναί­σθη­μα” του πα­ρα­λή­πτη τους. Ο Κο­ντός κοι­τά­ζει αυ­τά που γί­νο­νται γύ­ρω του -  “τη μαύ­ρη σα­κού­λα” σκου­πι­διών, τον “άν­θρω­πο στα σκου­πί­δια”, τον νε­κρο­θά­πτη που “χά­θη­κε μια νύ­χτα στο δά­σος” – και βγά­ζει, για μια α­κό­μη φο­ρά, “κραυ­γή δια­μαρ­τυ­ρίας”.
Ωστό­σο, τα α­να­μνη­στι­κά κεί­με­να της αρ­χι­κής ε­νό­τη­τας για τις πρώ­τες γνω­ρι­μίες του ποιη­τή, πιο ε­κτε­νή και πιο α­φη­γη­μα­τι­κά, προ­ε­ξάρ­χουν. Ανα­φέ­ρο­νται σε γνω­στούς δη­μιουρ­γούς, που γνω­ρί­ζου­με μέ­σα α­πό το έρ­γο τους. Εδώ τα κεί­με­να του Κο­ντού δί­νουν ε­ντυ­πώ­σεις α­πό πρώ­το χέ­ρι,  κα­θώς αυ­τά τα πρό­σω­πα σκια­γρα­φού­νται κα­τά την ε­πο­χή της ακ­μής τους. Υπάρ­χουν και δυο κεί­με­να για τον Κα­ρυω­τά­κη. Τον ποιη­τή που α­γά­πη­σε πο­λύ η γε­νιά του Κο­ντού. Με μία πρό­τα­ση α­πο­δί­δει το πώς τον εί­δα­ν: “α­λώ­βη­το, ε­ρω­τι­κό, έ­να γέ­ρο-παι­δί, έ­ναν πρω­το­πό­ρο, έ­ναν μο­να­χό των λέ­ξεων και των ι­δεών, έ­ναν άν­θρω­πο με τρο­με­ρό χιού­μορ, έ­ναν λυ­πη­μέ­νο, έ­ναν υ­πάλ­λη­λο του φό­βου, έ­ναν πε­λιδ­νό μέ­σα στη ζωή, έ­ναν α­πέλ­πι­δα, ρο­μα­ντι­κό και αυ­τό­χει­ρα.” Σαν να θέ­τει σε ε­φαρ­μο­γή τον κα­τα­λη­κτι­κό στί­χο της δε­κά­της ε­βδό­μης ποιη­τι­κής του συλ­λο­γής, «Η στάθ­μη του σώ­μα­τος», Οκτώ­βριο 2010, υ­πα­κούο­ντας σε πα­ρό­τρυν­ση του τε­θνεώ­τος, “Φύ­ση­ξε τον πη­λό μου να ξα­να­γί­νω άν­θρω­πος”. Μέ­νου­με με την πα­λαιό­τε­ρη α­πο­ρία μας, κα­τά πό­σο θα ή­ταν μέ­σα στις δυ­να­τό­τη­τες του ποιη­τή το “γύ­ρι­σμα”  ό­λου αυ­τού του α­να­μνη­στι­κού πλού­του σε κα­θα­ρή α­φή­γη­ση. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/11/2014.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Σε ε­πι­κίν­δυ­να χρό­νια

Δη­μή­τρης Πε­τσε­τί­δης
«Επί τέσ­σε­ρα»
Εκδό­σεις Εστίας
Σε­πτέμ­βριος 2014

Ο Δη­μή­τρης Πε­τσε­τί­δης πα­ρα­μέ­νει πι­στός στο διή­γη­μα. Και μά­λι­στα, στο διή­γη­μα, με τη στε­νό­τε­ρη έν­νοια, που ε­μείς δί­νου­με στον ό­ρο. Γρά­φει διη­γή­μα­τα και ό­χι ι­στο­ρίες. Με τη συμπλήρωση από πρώτης δημοσίευσης 35ετίας στο συγ­γρα­φι­κό στί­βο, μπο­ρεί να του α­πο­δο­θεί ο τίτ­λος του α­μι­γούς διη­γη­μα­το­γρά­φου, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, στά­θη­κε δια βίου ο Τό­λης Κα­ζα­ντζής. Αν και ε­κεί­νος α­σχο­λή­θη­κε με την πε­ζο­γρα­φία σε προ­γε­νέ­στε­ρη ε­πο­χή, ό­ταν η συγ­γρα­φι­κή ή­ταν μάλ­λον με­τε­ρί­ζι πα­ρά στί­βος. Ύστε­ρα α­πε­βίω­σε νω­ρίς, Χρι­στού­γεν­να 1991, στα 53 του. Ποιος ξέ­ρει αν θα έ­με­νε πι­στός στη σύ­ντο­μη φόρ­μα, κα­θώς ή­ταν άν­θρω­πος με έμ­φυ­το το δώ­ρο του λό­γου. Ού­τε Λά­κω­νας ού­τε μα­θη­μα­τι­κός, ό­πως ο Πε­τσε­τί­δης, που δί­νει τα βέλ­τι­στα σε πε­ζά σύ­ντο­μης φόρ­μας. 
Τε­λευ­ταία γί­νε­ται πο­λύς λό­γος για το διή­γη­μα, εκ των πραγ­μά­των, ό­μως, το εί­δος τεί­νει προς σύγ­χυ­ση ταυ­τό­τη­τας. Αντ’ αυ­τού, αν­θεί η α­φή­γη­ση ι­στο­ριών, συ­νή­θως πο­τα­μη­δόν, ά­νευ μέ­τρου και ο­ρίων, δε­δο­μέ­νου ό­τι η οι­κο­νο­μία του πε­ζού λό­γου έ­χει προ και­ρού ε­ξα­λει­φθεί ως κύ­ριο αί­τη­μα της συγ­γρα­φι­κής. Πολ­λοί α­πό ό­σους ε­πι­δί­δο­νται στην α­φή­γη­ση, την συν­δυά­ζουν με την ευ­και­ρια­κή δη­μο­σίευ­ση πα­ρα­κει­μέ­νων. Τα συ­νη­θέ­στε­ρα εί­ναι βι­βλιο­κρι­τι­κές, ε­πι­φυλ­λί­δες, σχο­λια­σμοί, που προ­σφέ­ρουν, χω­ρίς ι­διαί­τε­ρο μό­χθο, ε­πί­χρι­σμα πο­λυ­γρα­φίας. Πα­ρό­μοιες δη­μο­σιεύ­σεις έ­χουν α­πο­δει­χθεί α­πα­ραί­τη­τες για την ε­πι­βίω­ση ε­νός συγ­γρα­φέα, κα­θώς του ε­ξα­σφα­λί­ζουν συ­χνή μνη­μό­νευ­ση στον Τύ­πο, που με­τα­φρά­ζε­ται σε πό­ντους α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τας. Άλλω­στε, βρι­σκό­μα­στε σε μία ε­πο­χή πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νης, που ό­λοι θέ­λουν να έ­χουν ά­πο­ψη για ό­λα, και στην ο­ποία το εν­δια­φέ­ρον δεν το ελ­κύει η ά­πο­ψη του ει­δι­κού, αλ­λά του διά­ση­μου. 
Κα­τά τις εν­δεί­ξεις, ο Πε­τσε­τί­δης δεν έ­χει α­νά­γκη πα­ρό­μοιων πα­ρεμ­βά­σεων στο λο­γο­τε­χνι­κό γί­γνε­σθαι. Εκτός κι αν η αλ­λα­γή εκ­δο­τών – βρί­σκε­ται στον έ­κτο – συ­νι­στά πα­ρά­πλευ­ρη α­πώ­λεια της α­κο­λου­θού­με­νης έως τώ­ρα τα­κτι­κής του. Μια και στους διη­γη­μα­το­γρά­φους, α­μι­γείς ή συμ­φυρ­μα­τι­κούς, συ­νη­θί­ζου­με με κά­θε και­νού­ριο βι­βλίο να κα­τα­γρά­φου­με τη σο­δειά τους, ας κά­νου­με α­πο­γρα­φή και στο δι­κό του βιός. Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, αυ­τό συ­μπο­σού­ται σε 114 διη­γή­μα­τα, στε­γα­σμέ­να σε ε­πτά συλ­λο­γές, μία νου­βέ­λα σε αυ­το­τε­λή έκ­δο­ση και δυο πε­ζά, που έ­χουν μεί­νει ε­κτός βι­βλίων, στην πρώ­τη τους δη­μο­σίευ­ση σε πε­ριο­δι­κό. Σε αυ­τά προ­στί­θε­νται τα 25 της πρό­σφα­της συλ­λο­γής. Αυ­τήν τη φο­ρά, ο τίτ­λος δεν α­ντι­στοι­χεί σε ε­κεί­νον κά­ποιου διη­γή­μα­τος εκ των πε­ριε­χο­μέ­νων στη συλ­λο­γή, ό­πως στις πρώ­τες έ­ξι, που τιτ­λο­φο­ρού­νται α­πό τον τίτ­λο ε­νός α­πό τα διη­γή­μα­τα, εί­τε α­κέ­ραιου («Δώ­δε­κα στο δί­φρα­γκο», «Ο Σα­μπα­τές ζει», «Σε ξέ­νο γή­πε­δο», «Λυσ­σα­σμέ­νες α­λε­πού­δες») εί­τε συ­γκε­κομ­μέ­νου («Το πα­χνί­δι») ή, α­κό­μη, δια συ­γκε­ρα­σμού των τίτ­λων δυο διη­γη­μά­των («Επί­λο­γος στο χιό­νι»). Ού­τε α­πο­δί­δει έ­να κυ­ρίαρ­χο θε­μα­τι­κό μο­τί­βο, ό­πως στην προ­η­γού­με­νη συλ­λο­γή, «Εν οί­κω». Εδώ, α­να­φέ­ρε­ται στη δο­μή της συλ­λο­γής, δη­λώ­νο­ντας την κα­τεύ­θυν­ση, θε­μα­τι­κή ή μορ­φι­κή. Συ­νο­λι­κά, πε­ριέ­χο­νται τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες των ο­κτώ, ε­πτά, τεσ­σά­ρων και έ­ξι διη­γη­μά­των.
“Στην πρώ­τη α­πό αυ­τές ε­πι­μέ­νω στα θέ­μα­τα τα αν­τλη­μέ­να α­πό τις δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις των δε­κα­ε­τιών του ’40 και του ’50, για­τί έ­χω την αί­σθη­ση ό­τι ού­τε η Κα­το­χή ού­τε ο Εμφύ­λιος ε­ξέ­λι­παν α­πό την ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ως τα σή­με­ρα.” Έτσι ξε­κι­νά ο Πε­τσε­τί­δης την πε­ρι­γρα­φή του και­νού­ριού του βι­βλίου σε σχε­τι­κή δη­μο­σιο­γρα­φι­κή έ­ρευ­να. Και ποιος δεν θα συμ­φω­νού­σε μα­ζί του, ι­διαί­τε­ρα ό­σο α­φο­ρά τον Εμφύ­λιο και τον α­ντί­χτυ­πό του. Επί­σης, ό­μως, α­λη­θεύει, ό­τι ο τρό­πος που τον κοι­τά­ζουν οι συγ­γρα­φείς, ό­ταν αυ­τός α­πο­τε­λεί πα­λαιό­τε­ρη θε­μα­το­γρα­φία τους, στην ο­ποία ε­πα­νέρ­χο­νται, έ­χει, ε­δώ και με­ρι­κά χρό­νια, δια­φο­ρο­ποιη­θεί. Στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’80 και τις αρ­χές της ε­πό­με­νης, ο Πε­τσε­τί­δης τα πρώ­τα εμ­φυ­λια­κά του διη­γή­μα­τα τα έ­γρα­φε μάλ­λον μέ­σα α­πό την ο­πτι­κή της Αρι­στε­ράς. Άλλω­στε, μέ­χρι τό­τε, σύμ­φω­να με αυ­τήν εί­χαν γρα­φεί τα γνω­στό­τε­ρα βι­βλία, του­λά­χι­στον τα με­τά την με­τα­πο­λί­τευ­ση. Ένα τέ­ταρ­το του αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, στην ί­δια με­ρί­δα συγ­γρα­φέων, κα­θώς και σε νεό­τε­ρους που α­κο­λού­θη­σαν, έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει η ο­πτι­κή των ί­σων α­πο­στά­σεων. Αν και αυ­τή η έκ­φρα­ση δεν εί­ναι α­κρι­βής. Ηχεί, βε­βαίως, α­κρι­βο­δί­καια και γι’ αυ­τό έ­χει ε­πι­λε­γεί για την πα­ρου­σία­ση της εν λό­γω με­τα­νε­ο­τε­ρι­κής ο­πτι­κής α­πό συγ­γρα­φείς και ι­στο­ρι­κούς, που την με­τέρ­χο­νται. Η βα­σι­κή έ­γνοια εί­ναι να μοι­ρα­στούν, για πα­ρά­δειγ­μα, οι α­γριό­τη­τες, ώ­στε να α­πο­κα­τα­στα­θεί η α­λή­θεια για την πλευ­ρά των ητ­τη­μέ­νων, που ευ­νοή­θη­κε κα­τά­φω­ρα κα­τά την πρώ­τη φά­ση της με­τα­πο­λί­τευ­σης. Με άλ­λα λό­για, να α­να­κτή­σουν τα δί­κιά τους οι νι­κη­τές, ό­πως τα α­πο­λάμ­βα­ναν μέ­χρι και το 1974.  
Στο πρό­σφα­το βι­βλίο του Πε­τσε­τί­δη, η πρώ­τη ε­νό­τη­τα κα­τα­λαμ­βά­νει το έ­να τρί­το των σε­λί­δων, με ο­κτώ α­πό τα πιο κα­λο­δου­λε­μέ­να διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής. Ο ρυθ­μός εί­ναι γρή­γο­ρος, α­φη­γη­μα­τι­κή ευε­λι­ξία δια­κρί­νει τις χρο­νι­κές με­τα­το­πί­σεις και σφι­χτή πλο­κή κα­θο­ρί­ζει τη δο­μή των γε­γο­νό­των. Από διή­γη­μα σε διή­γη­μα υ­πάρ­χει φρο­ντί­δα για ε­ναλ­λα­γές στη μορ­φή, ώ­στε να ε­ναρ­μο­νί­ζε­ται κά­θε φο­ρά με το εν­νοιο­λο­γι­κό φορ­τίο. Οι α­να­φο­ρές στα συμ­φρα­ζό­με­να, κυ­ρίως τα πα­ρελ­θο­ντι­κά, τις ο­ποίες συ­νή­θως οι συγ­γρα­φείς διο­γκώ­νουν ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κά, μην και τρω­θεί η α­να­γνω­σι­μό­τη­τα των βι­βλίων τους, ε­δώ συ­μπυ­κνώ­νο­νται, α­πο­κτώ­ντας μία σχε­δόν κω­δι­κή πε­ριε­κτι­κό­τη­τα. Ο συγ­γρα­φέ­ας, για να το ε­πι­τύ­χει αυ­τό, κα­τα­φεύ­γει στις συν­δη­λώ­σεις των λέ­ξεων, τις ο­ποίες με­τα­χει­ρί­ζε­ται σαν ε­πι­κοι­νω­νια­κά σή­μα­τα. Μό­νο που, ό­ταν γί­νε­ται στρο­φή 180 μοι­ρών στη φο­ρά της ο­πτι­κής, α­παι­τεί­ται ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή στη σή­μαν­ση των λέ­ξεων, κα­θώς, μέ­σω αυ­τών, γί­νο­νται α­ντι­λη­πτά πρό­σω­πα και κα­τα­στά­σεις. Κα­πε­τά­νιοι οι μεν και οι δε. Μαυ­ρο­σκού­φη­δες οι μεν, μαυ­ρο­σκού­φη­δες οι δε. Ποιοι α­κρι­βώς μπο­ρεί να νοού­νται ως δι­κοί μας, ποιοι ως δι­κοί σας; Αρι­στε­ροί α­ντάρ­τες ή δε­ξιοί των πα­ρα­στρα­τιω­τι­κών ορ­γα­νώ­σεων; Έτσι κιν­δυ­νεύει το α­πο­τέ­λε­σμα της πύ­κνω­σης για έ­ναν νεό­τε­ρο α­να­γνώ­στη ή και με­γα­λύ­τε­ρο, ε­λα­φρώς α­νι­στό­ρη­το ή και α­πλώς πο­λι­τι­κά α­διά­φο­ρο, να κα­τα­στεί α­δια­πέ­ρα­στο. Η με­τα­νε­ο­τε­ρι­κή ο­πτι­κή κα­τήρ­γη­σε τους ρό­λους του κα­λού και του κα­κού. Ού­τε κα­λός ού­τε κα­κός, μό­νο ά­σχη­μος. Η ε­νιαία α­φή­γη­ση μυ­θο­πλα­σίας και Ιστο­ρίας, χω­ρίς δια­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή, α­φού αμ­φό­τε­ρες γί­νο­νται α­πο­δε­κτές ως προ­σεγ­γι­στι­κές, το­πο­θε­τεί­ται σε μια πραγ­μα­τί­στι­κη βά­ση, ε­πι­τάσ­σο­ντας έ­κλυ­τους, βίαιους και γε­νι­κώς κα­θάρ­μα­τα. 
Στον πρώ­το σχο­λια­σμό μας, για τη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή του Πε­τσε­τί­δη («Το παι­χνί­δι»), δια­κιν­δυ­νεύα­με ως τίτ­λο μία α­θυ­ρό­στο­μη φρά­ση, “Χε­σ’ τους τους πού­στη­δες”. Την εκ­στο­μί­ζει ο Χρι­στό­φο­ρος, φεύ­γο­ντας, χω­ρίς να χτυ­πή­σει α­κό­μη μία πόρ­τα. Πρώην α­ντάρ­της και δια­φω­τι­στής ο Χρι­στό­φο­ρος, ε­πι­στρέ­φει στην πό­λη του, α­να­ζη­τώ­ντας μάρ­τυ­ρες υ­πε­ρά­σπι­σης για ε­πι­κεί­με­νη δί­κη, με κα­τη­γο­ρία την ε­κτέ­λε­ση συ­νερ­γά­τη των Γερ­μα­νών. Ο Χρι­στό­φο­ρος αρ­νεί­ται να συν­θη­κο­λο­γή­σει για να σώ­σει το κε­φά­λι του. Η φρά­ση δη­λώ­νει, του­λά­χι­στον κα­τά τη δι­κή μας α­νά­γνω­ση, τό­τε, κου­ρά­γιο και τι­μή σε μια ι­δε­ο­λο­γία, που εμ­ψύ­χω­σε την Αντί­στα­ση και εν συ­νε­χεία, την εξ α­νά­γκης ε­μπλο­κή στον Εμφύ­λιο. Χω­ρίς αυ­τήν, ού­τε ρου­θού­νι δεν θα ά­νοι­γε α­πό τους Γερ­μα­νούς, ό­πως λί­γο πο­λύ στην λοι­πή Ευ­ρώ­πη. Σε ε­κεί­νη τη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή, οι τίτ­λοι των διη­γη­μά­των δη­λώ­νουν ευ­θέως τα συμ­βαί­νο­ντα. «Ο Χρι­στό­φο­ρος ήρ­θε για μάρ­τυ­ρες» εί­ναι ο τίτ­λος του εν λό­γω διη­γή­μα­τος.
Μπο­ρεί η με­τα­νε­ο­τε­ρι­κή ο­πτι­κή να α­πα­ντά­ται στο σύ­νο­λο σχε­δόν των ση­με­ρι­νών α­φη­γή­σεων, ω­στό­σο οι τρό­ποι ε­ξαρ­τώ­νται α­πό τις συγ­γρα­φι­κές ευ­χέ­ρειες. Ο Πε­τσε­τί­δης προ­κρί­νει τον ει­ρω­νι­κό. Ήδη, με τους τίτ­λους των νέων διη­γη­μά­των του, φρο­ντί­ζει να υ­πο­σκά­ψει τις α­να­γνω­στι­κές προσ­δο­κίες, εκ­με­ταλ­λευό­με­νος τις πα­λαιι­κές συμ­βά­σεις. Πα­ρά­δειγ­μα το «Κα­λή ό­ρε­ξη, σύ­ντρο­φε», ό­που ο σύ­ντρο­φος εί­ναι α­πό τους τε­λευ­ταίους α­ντάρ­τες που κρύ­βο­νταν σε σπη­λιές, ο ο­ποίος εμ­φα­νί­ζε­ται βίαιος, έ­τοι­μος να σκο­τώ­σει και ά­ο­πλο. Βέ­βαια, παι­ζό­ταν το δι­κό του κε­φά­λι, αλ­λά η α­φή­γη­ση α­φή­νει δια­φο­ρε­τι­κή γεύ­ση. Πα­ρό­μοια αί­σθη­ση δη­μιουρ­γεί και το «Αλλιώ­τι­κος πό­λε­μος». Έχει τη μορ­φή πρω­το­πρό­σω­πης μαρ­τυ­ρίας ε­νε­νη­ντά­χρο­νου σή­με­ρα, ο ο­ποίος υ­πη­ρε­τού­σε τό­τε φα­ντά­ρος στη Σχο­λή Ευελ­πί­δων και ή­ταν πα­ρών στις εκκαθα­ρι­στικές επιχειρήσεις του Κυ­βερ­νη­τι­κού Στρα­τού σε Πάρ­νω­να και Ταΰ­γε­το. Εδώ προ­βάλ­λουν ό­μοια α­νε­λέ­η­τοι οι α­ντάρ­τες.
Σε αυ­τό το διή­γη­μα, υ­πάρ­χει μία α­κό­μη α­να­φο­ρά στη σύλ­λη­ψη α­πό τους χω­ρο­φύ­λα­κες του Πρε­ζε­κέ, που κρυ­βό­ταν τραυ­μα­τι­σμέ­νος σε μια σπη­λιά και τον για­τρο­πό­ρευε έ­νας για­τρός α­πό τον Άγιο Πέ­τρο, ο ο­ποίος εί­χε κα­κό τέ­λος. Στην προ­η­γού­με­νη μνη­μό­νευ­ση του Πρε­ζε­κέ, στο διή­γη­μα, «Κομ­μω­τή­ριον αν­δρών» της συλ­λο­γής «Λυσ­σα­σμέ­νες α­λε­πού­δες», α­ντάρ­τες και κα­πε­τά­νιοι α­πλώς δια­κω­μω­δού­νται ως πα­ντε­λώς α­νι­στό­ρη­τοι, α­φού α­γνοού­σαν α­κό­μη και το ποιος εί­ναι “του αϊτού ο γιος”. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, α­πο­ρού­με για­τί Πρε­ζε­κές και ό­χι Πρε­κε­ζές; Αν πρό­κει­ται για μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή κά­λυ­ψη, δεί­χνει πε­ριτ­τή, αν ό­χι ε­πι­ζή­μια, τώ­ρα που η λο­γο­τε­χνία α­πέ­κτη­σε στά­τους ι­στο­ρι­κού τεκ­μη­ρίου. Πώς θα με­τρή­σου­με τα ε­κα­τέ­ρω­θεν κομ­μέ­να κε­φά­λια, αν δεν κα­τα­γρά­ψου­με ε­κεί­νο του Θύ­μιου Πρε­κε­ζέ δια χει­ρός Κα­τσα­ρέα, ι­στο­ρι­κού αρ­χη­γού των Εθνι­κών Αντι­κομ­μου­νι­στι­κών Ομά­δων Κυ­νη­γών αλ­λά και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού προ­σώ­που, χω­ρίς συ­γκά­λυ­ψη του ο­νό­μα­τος, στο μυ­θι­στό­ρη­μα «Ανά­πλους», και το έ­τε­ρο, του ί­διου του Κα­τσα­ρέα, προς α­ντί­ποι­να λί­γους μή­νες αρ­γό­τε­ρα, δια χει­ρός Πρε­κε­ζέ; Αν δεν σφάλ­λου­με, του Θό­δω­ρου Πρε­κε­ζέ. Ας βο­η­θή­σουν οι λο­γο­τέ­χνες, α­φού, με την κα­λή μνή­μη τους και την α­κό­μη κα­λύ­τε­ρη γρα­φί­δα τους, κα­θο­δη­γούν ο­κνούς πα­νε­πι­στη­μια­κούς. 
Όπως και να έ­χει, οι τίτ­λοι του πρό­σφα­του βι­βλίου υ­πό­σχο­νται ι­στο­ρίες ει­δυλ­λια­κής α­τμό­σφαι­ρας, ε­νώ πρό­κει­ται για ά­γριους, α­ναί­τιους σκο­τω­μούς και βίαιες κα­τα­στά­σεις, ό­πως στο «Κυ­ρια­κά­τι­κη εκ­δρο­μή», ή, για πε­ρι­γρα­φή μιας στα­νι­κής συ­νεύ­ρε­σης κου­νιά­δας και γα­μπρού στο «Δί­κλι­νο δω­μά­τιο με θέα τη θά­λασ­σα». Στην α­να­τρο­πή μύ­θων, έ­να γε­ρό με­ρί­διο έ­χουν και οι γυ­ναί­κες ε­κεί­νων των και­ρών. Στις και­νού­ριες ι­στο­ρίες του Πε­τσε­τί­δη, σε α­ντί­θε­ση προς ε­κεί­νες της πρώι­μης πε­ριό­δου, αυ­τές ε­πι­δει­κνύουν μα­ζο­χι­στι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά, μέ­νο­ντας προ­σκολ­λη­μέ­νες σε “πα­λιαν­θρω­πά­κους”. Άλλες πά­λι, εί­ναι χή­ρες, που δεν τι­μούν τον η­ρωι­κώς πε­σό­ντα ε­θνο­φύ­λα­κα σύ­ζυ­γο, αλ­λά εμ­φα­νί­ζο­νται σε­ξουα­λι­κά πει­να­σμέ­νες, προς αι­σχύ­νη των τέ­κνων τους, ή, α­κό­μη, πά­νε σφαγ­μέ­νες α­πό μα­χαί­ρι α­δελ­φού στρα­τιώ­τη, για­τί ε­πι­ζή­τη­σαν την χει­ρα­φέ­τη­σή τους.
Η α­γριό­τη­τα με­τριά­ζε­ται με κά­ποια μορ­φι­κά τε­χνά­σμα­τα, που με­τα­φέ­ρουν μέ­ρος της ι­στο­ρίας στην πα­ρά­θε­ση ντο­κου­μέ­ντων, ό­πως μία ε­πι­στο­λή α­νι­ψιάς ταγ­μα­τα­σφα­λί­τη που εί­χε σκο­τώ­σει πε­νή­ντα δυο “στην Κα­τά­στα­ση”. Αλή­θεια, πό­σοι α­να­γνώ­στες μπο­ρούν να α­πο­κω­δι­κο­ποιή­σουν σε τι α­να­φέ­ρε­ται ο συγ­γρα­φέ­ας με τον προσ­διο­ρι­σμό “στην Κα­τά­στα­ση”; Άλλα λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο πε­ποιη­μέ­να τεκ­μή­ρια εί­ναι έ­να α­να­κοι­νω­θέν, μία εί­δη­ση ε­φη­με­ρί­δας, μέ­χρι έ­να ο­λό­κλη­ρο διή­γη­μα «Εν Αχλα­διά», υ­πό μορ­φή ε­πι­στο­λής ε­νός ο­νό­μα­τι Δη­μή­τρη προς φί­λο του, ο­νό­μα­τι Θα­νά­ση, που “προ­τί­θε­ται να πε­ρά­σει και α­πό την Αχλα­διά”. Ελλει­πτι­κό το διή­γη­μα, πα­ρα­θέ­τει ε­ντός της ε­πι­στο­λής α­πό­κομ­μα της ε­φη­με­ρί­δας «Εθνι­κός λό­γος», με δη­μο­σιευ­θεί­σα ε­πι­στο­λή η­με­ρο­μη­νίας 5η Απρι­λίου 1946, υ­πο­γε­γραμ­μέ­νη α­πό τους “Εθνι­κό­φρο­νες κατοίκους Αχλα­διάς”. Όπου δί­νε­ται “κα­τά­λο­γος 23 ο­μο­χω­ρίων τους”, που α­πεί­χαν των ε­κλο­γών της 31ης Μαρ­τίου 1946. Το διή­γη­μα κο­ρυ­φώ­νε­ται με το ει­ρω­νι­κό υ­στε­ρό­γρα­φο για την τύ­χη τους.     
Στον δη­μο­σιο­γρα­φι­κό σχο­λια­σμό του βι­βλίου του, ο Πε­τσε­τί­δης πα­ρα­κά­μπτει τις άλ­λες τρεις ε­νό­τη­τες, δια­τυ­πώ­νο­ντας κά­ποιες α­πό­ψεις πε­ρί α­φη­γη­μα­τι­κών τρό­πων. Δεί­χνει σαν να α­ντι­δι­κεί με φα­ντα­στι­κό συ­νο­μι­λη­τή, ό­ταν υ­πο­στη­ρί­ζει ό­τι δεν υ­πάρ­χει δια­φο­ρά με­τα­ξύ πρω­το­πρό­σω­πης και τρι­το­πρό­σω­πης α­φή­γη­σης ή πώς δεν βρί­σκει ά­σχη­μη ι­δέα το κα­τά πα­ραγ­γε­λία διή­γη­μα, α­φού το προ­ε­ξάρ­χον στοι­χείο εί­ναι η τε­χνι­κή, η μορ­φή. Μέ­νει ζη­τού­με­νο για ποιον εί­ναι το προ­ε­ξάρ­χον, για τον συγ­γρα­φέα ή για τον α­να­γνώ­στη; Εκεί­νο, πά­ντως, που α­πο­κο­μί­ζει ο α­να­γνώ­στης εί­ναι ό­τι η μορ­φι­κή ε­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα κά­νει θαύ­μα­τα, κα­θώς κα­τορ­θώ­νει να α­να­δεί­ξει μάλ­λον α­δύ­να­τα διη­γή­μα­τα, που στη­ρί­ζο­νται σε έ­να παι­γνιώ­δες ή και α­νεκ­δο­το­λο­γι­κό εύ­ρη­μα. Για πα­ρά­δειγ­μα, έ­να πε­ρι­στα­τι­κό α­πό την ε­πο­χή που πρυ­τά­νευε το δί­πτυ­χο θρη­σκεία-οι­κο­γέ­νεια ή έ­νας ε­φη­βι­κός έ­ρω­τας, μπο­ρούν να κι­νή­σουν το εν­δια­φέ­ρον α­νά­λο­γα με τον τρό­πο της διή­γη­σης. Σαν ι­δέες, κα­τά τα δι­κά μας γού­στα, υ­στε­ρούν τα διη­γή­μα­τα της τε­λευ­ταίας ε­νό­τη­τας. Πι­θα­νώς, για­τί μας α­πω­θούν οι γνω­ρι­μίες του Δια­δι­κτύου και οι ι­στο­ρίες, ό­χι και λί­γες, που αυ­τές ε­μπνέ­ουν. Ομοίως, οι εκ­τρο­πές των συγ­γρα­φέων προς ε­δά­φη ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας ή και ο­νει­ρι­κά. Τέ­λος, σε έ­ναν δό­κι­μο διη­γη­μα­το­γρά­φο πι­στεύου­με πως δεν ε­πι­τρέ­πε­ται η χα­λα­ρό­τη­τα ού­τε οι πο­μπώ­δεις φρά­σεις, ι­διαί­τε­ρα οι κα­τα­λη­κτι­κές, κά­πως α­σα­φούς νοή­μα­τος. Θεω­ρή­σα­με ό­τι ε­πι­βάλ­λε­ται να ο­λο­κλη­ρώ­σου­με την βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση με αυ­τούς τους αυ­στη­ρούς τό­νους, κα­θώς ο Πε­τσε­τί­δης εί­ναι συ­νερ­γά­της της ε­φη­με­ρί­δας και μπο­ρεί να κα­τη­γο­ρη­θού­με για ευ­με­νή α­ντι­με­τώ­πι­ση. Βε­βαίως, ου­δέ­πο­τε τον συ­να­ντού­με, αλ­λά η ρή­ση για τη γυ­ναί­κα του Καί­σα­ρα αυ­τά ε­πι­τάσ­σει.  


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 23/11/2014.

Φωτογραφία:  Α. Τάσ­σος, «Λε­πτο­μέ­ρεια Εμφυ­λίου Πο­λέ­μου. Ο νε­κρός», χα­ρα­κτι­κό, 1961.

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Στον αστερισμό της γυναικοκρατίας

Χρι­στί­να Κα­ρά­μπε­λα
«Και­ροί τέσ­σε­ρεις»
Εκδό­σεις Πό­λις
Φε­βρουά­ριος 2014

Από πό­σα βι­βλία, τε­λι­κά, άν­τλη­σε έ­μπνευ­ση η Χρι­στί­να Κα­ρά­μπε­λα για το στή­σι­μο του πρώ­του της βι­βλίου; Ή μή­πως α­πό κα­νέ­να, α­φού, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται στις συ­νε­ντεύ­ξεις της, δια­βά­ζει κυ­ρίως κλα­σι­κούς συγ­γρα­φείς; Η αί­σθη­ση προ­μνη­σίας, δη­λα­δή του ή­δη ι­δω­μέ­νου, που εί­χα­με δια­βά­ζο­ντας το μυ­θι­στό­ρη­μά της, μπο­ρεί να εί­ναι α­πο­κύη­μα των δι­κών μας α­να­γνώ­σεων. Ας ξε­κι­νή­σου­με α­πό τον τίτ­λο, που φα­νε­ρώ­νει ταυ­τό­χρο­να και τη δο­μή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Εί­ναι πα­ρεμ­φε­ρής με ε­κεί­νον του προ δε­κα­ε­τίας μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Λί­λας Κο­νο­μά­ρα, «Τέσ­σε­ρις ε­πο­χές-λε­πτο­μέ­ρεια». Εκεί­νης ή­ταν το δεύ­τε­ρο βι­βλίο με­τά το «Μα­κά­ο», που της εί­χε ε­ξα­σφα­λί­σει το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου του έ­τους 2002. Τα δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα συγ­γε­νεύουν ως έ­να βαθ­μό και μορ­φι­κά, κα­θώς, σε αμ­φό­τε­ρα, πα­ρα­τάσ­σο­νται οι λό­γοι δια­φο­ρε­τι­κών προ­σώ­πων. Τριών στης Κο­νο­μά­ρα, τεσ­σά­ρων στο πρό­σφα­το, μάλ­λον έ­ξι αν με­τρή­σου­με και τον έν­δον λό­γο δυο γυ­ναι­κών, που εί­ναι μεν κύ­ρια πρό­σω­πα της μυ­θο­πλα­σίας, αλ­λά έ­χουν ρό­λους μι­κρό­τε­ρης έ­κτα­σης. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα της Κα­ρά­μπε­λα, μά­λι­στα, προς ε­πί­τευ­ξη μίας πλέ­ον ε­πε­ξερ­γα­σμέ­νης μορ­φής, έ­κα­στος λό­γος δεν α­πο­δί­δε­ται μό­νο σε πρώ­το πρό­σω­πο, αλ­λά μέ­ρος του σε δεύ­τε­ρο, ή, συ­χνό­τε­ρα, σε τρί­το. Έτσι, η συγ­γρα­φέ­ας εκ­με­ταλ­λεύε­ται α­κό­μη μία μορ­φή, αυ­τήν του ε­λεύ­θε­ρου πλά­γιου λό­γου, για να προ­βάλ­λει την ψυ­χο­σύν­θε­ση των προ­σώ­πων.   
Η κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση χρή­ση στον τίτ­λο του και­ρού ως συ­νώ­νυ­μου της ε­πο­χής και η ε­πί­τα­ση ση­μα­σίας δια της α­ντι­στρο­φής της θέ­σης ου­σια­στι­κού ε­πι­θέ­του μπο­ρεί να έ­γι­νε α­πό ποιη­τι­κή διά­θε­ση αλ­λά και για να α­πο­φευ­χθεί η σύ­μπτω­ση, ό­χι με το βι­βλίο της Κο­νο­μά­ρα, που, το πι­θα­νό­τε­ρο, η συγ­γρα­φέ­ας να το α­γνοού­σε, αλ­λά με το πα­σί­γνω­στο έρ­γο του Βι­βάλ­ντι. Σε κα­νέ­να, πά­ντως, α­πό τα δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα δεν γί­νε­ται α­να­φο­ρά στο συ­γκε­κρι­μέ­νο έρ­γο. Στην αγ­γλι­κή, ω­στό­σο, με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Κα­ρά­μπε­λα, ό­ταν με το κα­λό έρ­θει η ώ­ρα της, την ταύ­τι­ση του τίτ­λου με το ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα για τη Βε­νε­τία του Βι­βάλ­ντι της Αμε­ρι­κα­νί­δας Λώ­ρελ Κο­ρό­να, «Οι τέσ­σε­ρις ε­πο­χές», δεν θα την α­πο­φύ­γει. Η Κο­νο­μά­ρα δεν εί­χε πα­ρό­μοια έ­γνοια, κα­θώς το μυ­θι­στό­ρη­μά της εκ­δό­θη­κε τέσ­σε­ρα χρό­νια πριν το αμερι­κανικό μπεστ-σέλερ. Όπως και να έ­χει, στο μυ­θι­στό­ρη­μα της Κα­ρά­μπε­λα, την α­κοή των η­ρώων την ευ­φραί­νουν μό­νο οι ή­χοι της φύ­σης. Όσο α­φο­ρά τις δυο Ελλη­νί­δες συγ­γρα­φείς, ε­κτός α­πό την η­λι­κια­κή σύ­μπτω­ση και το εν­δια­φέ­ρον τους για την ξέ­νη λο­γο­τε­χνία – κα­θη­γή­τρια γαλ­λι­κών η Κο­νο­μά­ρα, πτυ­χιού­χος με­τα­φρά­στρια ι­τα­λι­κών η Κα­ρά­μπε­λα – έ­να άλ­λο κοι­νό τους ση­μείο εί­ναι η ι­διαί­τε­ρη α­δυ­να­μία που δεί­χνουν στις μορ­φι­κές κα­τα­σκευές, ό­που συγ­χω­νεύουν ποι­κι­λία α­φη­γη­μα­τι­κών ει­δών, πρω­τό­τυ­πων ή δά­νειων, πι­θα­νώς εν­συ­νεί­δη­των ί­σως ό­μως και α­πο­τέ­λε­σμα κρυ­πτο­μνη­σίας. Επί­σης, θε­μα­τι­κά κι­νού­νται στην ί­δια ευ­ρεία πε­ριο­χή υ­παρ­ξια­κών και κοι­νω­νι­κών προ­βλη­μά­των σε έ­να σύγ­χρο­νο, ρε­α­λι­στι­κό πλαί­σιο. Ωστό­σο, και οι δύο, η Κο­νο­μά­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο στα πρώ­τα της βι­βλία, προ­σπα­θούν να εν­θέ­σουν υ­περ­βα­τι­κά στοι­χεία. Μό­νο που η Κο­νο­μά­ρα δεν ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στο φύ­λο των προ­σώ­πων, ε­νώ η Κα­ρά­μπε­λα, σε αυ­τό το πρώ­το βι­βλίο, δί­νει προ­νο­μιού­χο θέ­ση στη γυ­ναι­κεία διά­στα­ση του κό­σμου, στή­νο­ντας την ά­λυ­σο μιας μη­τριαρ­χίας σε χρο­νι­κό βά­θος τεσ­σά­ρων γε­νεών. 
Εδώ, η α­να­γνω­στι­κή μας προ­μνη­σία α­να­σύ­ρει έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που εί­χε εκ­δο­θεί προ ει­κο­σα­ε­τίας. Το δεύ­τε­ρο της Ευ­γε­νίας Φα­κί­νου, «Το έ­βδο­μο ρού­χο», που πα­ρα­μέ­νει α­νά­με­σα στα κα­λύ­τε­ρά της. Σε αυ­τό, η μη­τριαρ­χι­κή γε­νε­α­λο­γία α­πλώ­νε­ται σε τρεις γε­νιές και α­ντί­στοι­χα, η α­φή­γη­ση μοι­ρά­ζε­ται σε τρεις φω­νές, που ε­ναλ­λάσ­σο­νται. Πά­ντως, και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, της Φα­κί­νου και την πρό­σφα­τη, η χρο­νι­κή α­φε­τη­ρία το­πο­θε­τεί­ται στη Σμύρ­νη, τον και­ρό της Μι­κρα­σια­τι­κής Κα­τα­στρο­φής. Ένα άλ­λο κοι­νό ση­μείο, που προ­σθέ­τει ι­διά­ζου­σα πνοή στην α­φή­γη­ση εί­ναι το μυ­θο­λο­γι­κό υ­πό­στρω­μα. Σε αμ­φό­τε­ρα τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα,  στο συναισθηματικό δεσμό μάνας-κόρης προβάλλει ο μύ­θος της Δή­μη­τρας και της Περ­σε­φό­νης, ό­που, για το Δή­μη­τρα χρη­σι­μο­ποιεί­ται ε­ναλ­λα­κτι­κά το υ­πο­κο­ρι­στι­κό Ρού­λα. Στης Φα­κί­νου, μά­λι­στα, δεν έ­χει δια­κο­σμη­τι­κό ρό­λο, αλ­λά συμ­βάλ­λει στην πλο­κή, κα­θώς η Μι­κρα­σιά­τισ­σα πρό­σφυ­γας, ό­ταν χά­νει την κό­ρη της, ξε­κι­νά­ει τα­ξί­δι στα ί­χνη της συ­νο­νό­μα­τής της θεάς. Στο πρό­σφα­το, προ­βλέ­πο­νται και άλ­λες μορ­φές του Κά­τω Κό­σμου, του­λά­χι­στον ο­νο­μα­στι­κά, μία Ευ­ρυ­δί­κη και έ­νας ή­ρωας, ο­νό­μα­τι Χα­ρι­τό­που­λος, στον ο­ποίο προσ­δί­δο­νται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ψυ­χο­πο­μπού Χά­ρο­ντα. Ωστό­σο, έ­τσι ό­πως πε­ρι­γρά­φε­ται το πα­ρου­σια­στι­κό του, σε συν­δυα­σμό με την α­κα­τα­νί­κη­τη έλ­ξη που α­σκεί σε ο­ρι­σμέ­νες γυ­ναι­κείες υ­πάρ­ξεις, φέρ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο προς τους α­με­ρι­κα­νι­κής κο­πής βρι­κό­λα­κες. Ένα α­κό­μη μυ­θο­λο­γι­κό πρό­σω­πο εί­ναι η Ερα­τώ, προ­στά­τι­δα των ε­ρω­τι­κών σχέ­σεων. Κα­θό­λου τυ­χαία, έ­τσι  ο­νο­μά­ζε­ται η Σμυρ­νιά προ­για­γιά, που εί­ναι η μό­νη της οι­κο­γέ­νειας θερ­μή στα ε­ρω­τι­κά. 
Και για να ο­λο­κλη­ρώ­σου­με την α­νι­χνευ­τι­κή πα­ράλ­λη­λη α­νά­γνω­ση, σε αμ­φό­τε­ρα τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, προ­νο­μιού­χος δίαυ­λος υ­περ­βα­τι­κών δυ­νά­μεων α­πο­βαί­νει η φύ­ση και κυ­ρίως τα δέ­ντρα. Με έ­να μα­γι­κό δέ­ντρο α­νοί­γει και κλεί­νει το μυ­θι­στό­ρη­μα της Φα­κί­νου, προ­σφέ­ρο­ντας με­τα­φυ­σι­κή ή και πα­ρα­μυ­θη­τι­κή διά­στα­ση σε ό­σα συμ­βαί­νουν. Ενώ, η Κα­ρά­μπε­λα δο­κι­μά­ζε­ται στα δύ­σκο­λα, εμ­φα­νί­ζο­ντας την προ­για­γιά ως μία φα­σμα­τι­κή ύ­παρ­ξη, που ε­πι­τυγ­χά­νει σύν­δε­ση με τον κό­σμο των ζω­ντα­νών ε­ντός της οι­κο­γε­νεια­κής οι­κίας και του κτή­μα­τος που την πε­ρι­βάλ­λει. Από μία ά­πο­ψη, το ό­τι ο­νο­μά­ζει την οι­κία πύρ­γο προοι­κο­νο­μεί την ύ­παρ­ξη ε­νός προ­γο­νι­κού φα­ντά­σμα­τος, που να τον στοι­χειώ­νει. Από την άλ­λη, έ­νας πύρ­γος στην ο­δό Χρυ­σαν­θέ­μων στα ό­ρια Μα­ρου­σίου-Χα­λαν­δρίου, πα­ράλ­λη­λος των ο­δών Υα­κίν­θων, Ρό­δων, Κρί­νων, δεν έ­χει τί­πο­τα το ε­ξω­πραγ­μα­τι­κό, κα­θώς σε ο­λό­κλη­ρη την πε­ριο­χή, ι­δίως λί­γο βο­ρειό­τε­ρα, προς στην Κη­φι­σιά, σώ­ζο­νται α­πό τις πρώ­τες δε­κα­ε­τίες του 20ου ο­ξυ­κό­ρυ­φες ε­παύ­λεις, α­πο­κα­λού­με­νες πύρ­γοι. Χτί­στη­καν α­πό πρού­χο­ντες γη­γε­νείς ή Έλλη­νες της δια­σπο­ράς με την προο­πτι­κή του ε­πα­να­πα­τρι­σμού. Ένας α­πό αυ­τούς εί­ναι ο προ­πάπ­πος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που στά­θη­κε προ­νο­η­τι­κός και τον έ­χτι­σε πριν την Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή. Ει­δάλ­λως θα ερ­χό­ταν ως πρό­σφυ­γας, ό­πως οι πολ­λοί, και θα κα­τέ­λη­γε υ­πη­ρέ­της ή κη­που­ρός στον κή­πο του πύρ­γου.  
Σύμ­φω­να με τη μυ­θο­πλα­σία, το φά­ντα­σμα της προ­για­γιάς α­πο­κα­θι­στά πνευ­μα­τι­κή σύν­δε­ση με τις α­πο­γό­νους της, αλ­λά και τους υ­πό­λοι­πους ε­ντός του πύρ­γου και του κή­που, μέ­σω ι­πτά­με­νων ε­πι­στο­λών. Ακό­μη έ­να εύ­ρη­μα α­πό α­με­ρι­κα­νι­κής κο­πής μπεστ-σέλερ, τύπου Χά­ρι Πότ­τερ. Πά­ντως, το μι­κτό κα­θα­ρευου­σιά­νι­κο λε­κτι­κό, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό μίας ε­πο­χής και της α­ντί­στοι­χης η­μι­μά­θειας,  μα­ζί με το πε­ριε­χό­με­νο των ε­πι­στο­λών, νου­θε­σίες που έρ­χο­νται α­πό το υ­περ­πέ­ραν και βγά­ζουν τα ά­πλυ­τα της οι­κο­γέ­νειας στη φό­ρα, δί­νει έ­ναν ευ­τρά­πε­λο τό­νο. Το ί­διο συμ­βαί­νει και με το στοί­χειω­μα του πύρ­γου, που φέρ­νει η πα­ρου­σία του φα­ντά­σμα­τος, κα­θώς αυ­τό γί­νε­ται, σε ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, αι­σθη­τό α­πό κά­ποιον που βρί­σκε­ται σε σε­ξουα­λι­κή διέ­γερ­ση. Αυ­τά μπο­ρούν να ε­κλη­φθούν και ως δά­νεια α­πό μυ­θι­στο­ρή­μα­τα μα­γι­κού ρε­α­λι­σμού. Μό­νο που μέ­νουν εμ­βό­λι­μα, χω­ρίς να δια­πο­τί­ζουν α­φη­γη­μα­τι­κά την μυ­θο­πλα­στι­κή α­τμό­σφαι­ρα. Πα­ρό­λο, ό­μως, που δεν υ­πάρ­χει ο με­τεω­ρι­σμός με­τα­ξύ πραγ­μα­τι­κού και φα­ντα­στι­κού, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός των λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κων μυ­θι­στο­ρη­μά­των, η συγ­γέ­νεια του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Κα­ρά­μπε­λα με ε­κεί­νο της Με­ξι­κά­νας Λά­ου­ρας Εσκι­βέλ, «Σαν νε­ρό για ζε­στή σο­κο­λά­τα», πα­ρα­μέ­νει. Ήταν το πρώ­το βι­βλίο της, που εκ­δό­θη­κε το 1989 και έ­γι­νε μπε­στ-σέ­λερ σε Αμε­ρι­κή και Ευ­ρώ­πη. Στα ελ­λη­νι­κά με­τα­φρά­στη­κε το 1993 α­πό την Κλαί­τη Μπα­ρά­χας, σή­με­ρα γνω­στή ως Κλαί­τη Σω­τη­ριά­δου. Πρό­κει­ται για έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα μα­γι­κού ρε­α­λι­σμού, γυ­ναι­κείας έ­μπνευ­σης, κα­θώς το κυ­ρίως δω­μά­τιο του σπι­τιού εί­ναι η κου­ζί­να και ο δρό­μος των συ­ναι­σθη­μά­των περ­νά­ει α­πό το στο­μά­χι. Λί­γο πο­λύ ό­πως συμ­βαί­νει και στο μυ­θι­στό­ρη­μα της Κα­ρά­μπε­λα. Αντί­στοι­χα, το βι­βλίο της Εσκι­βέλ δεν χω­ρί­ζε­ται σε τέσ­σε­ρις ε­πο­χές αλ­λά σε δώ­δε­κα μή­νες, ό­που το κά­θε κε­φά­λαιο α­νοί­γει με μια πα­ρα­δο­σια­κή με­ξι­κά­νι­κη συ­ντα­γή. 
Στο βι­βλίο της Κα­ρά­μπε­λα, η Σμυρ­νιά προ­για­γιά, η για­γιά Δή­μη­τρα ή Ρού­λα, μέ­χρι η Ευ­ρυ­δί­κη, που έ­χει τη θέ­ση της οι­κο­νό­μου στον πύρ­γο, αλ­λά κύ­ρια α­πα­σχό­λη­σή της εί­ναι η μα­γει­ρι­κή, ό­λες φτιά­χνουν γλυ­κά του κου­τα­λιού α­πό τα φρού­τα του κή­που. Σω­στή τε­λε­τουρ­γία συ­νι­στά η πα­ρα­σκευή τους, με τις μυ­ρω­διές και τις γεύ­σεις να συν­δέ­ουν το πα­ρόν με τα πε­ρα­σμέ­να. Ένας ε­ναλ­λα­κτι­κός τίτ­λος για το μυ­θι­στό­ρη­μα θα ή­ταν «Γλυ­κά του κου­τα­λιού», αλ­λά πρό­λα­βε η Ελέ­νη Ζα­χα­ριά­δου. Με αυ­τόν τον τίτ­λο κυ­κλο­φό­ρη­σε το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της, μία συλ­λο­γή πέ­ντε ι­στο­ριών, το 2003. Εί­χε προ­η­γη­θεί έ­να χρό­νο πριν έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Στους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους του 2002 τα­ξι­νο­μεί­ται η Ζα­χα­ριά­δου, μα­ζί με την Κο­νο­μά­ρα, την βρα­βευ­μέ­νη ε­κεί­νου του έ­τους. Τό­τε, α­κό­μη, εί­χα­με έ­να βρα­βείο για τα πρω­τά­κια. Αυ­τή δέ­κα χρό­νια νεό­τε­ρη, συ­ζη­τή­θη­κε χά­ρις στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο της. Κά­θε ι­στο­ρία και έ­να δια­φο­ρε­τι­κό γλυ­κό του κου­τα­λιού, που α­πο­κτά συμ­βο­λι­κή ση­μα­σία για τη ζωή των η­ρώων. Η πρώ­τη ι­στο­ρία εί­ναι για μια Σμυρ­νιά, που έρ­χε­ται πρό­σφυ­γας, πα­ντρεύε­ται τον βά­ναυ­σο α­φέ­ντη ε­νός α­πό­μα­κρου ελ­λη­νι­κού χω­ριού, και τέ­λος, α­παλ­λάσ­σε­ται α­πό αυ­τόν με γλυ­κό του κου­τα­λιού βύσ­σι­νο. Η Ρού­λα στο μυ­θι­στό­ρη­μα της Κα­ρά­μπε­λα τον ταί­ζει κυ­δω­νό­πα­στο.
Μέ­σα σε μία 25ε­τία α­πό το μυ­θι­στό­ρη­μα της κου­ζί­νας της Εσκι­βέ­λ, του­λά­χι­στον τρία ελ­λη­νι­κά βι­βλία κι­νή­θη­καν στον α­στε­ρι­σμό της κου­ζί­νας: το «Γιά­ντες» της Αμά­ντας Μι­χα­λο­πού­λου, η συλ­λο­γή της Ζα­χα­ριά­δου και το μυ­θι­στό­ρη­μα της Κα­ρά­μπε­λα. Το κα­θέ­να με δια­φο­ρε­τι­κή ε­στία­ση και τη δι­κή του αυ­το­τέ­λεια. Ωστό­σο, το πρό­σφα­το δεί­χνει κα­λει­δο­σκο­πι­κό, έ­τσι που αλ­λά­ζει κέ­ντρο βά­ρους. Το πιο εν­δια­φέ­ρον και κυ­ρίαρ­χο μο­τί­βο εί­ναι η μι­σαν­δρία του χο­ρού των γυ­ναι­κών. Τα αρ­σε­νι­κά εμ­φα­νί­ζο­νται υ­πο­δεέ­στε­ρα, μέ­χρι που θα­να­τώ­νο­νται ό­ταν ε­πι­τε­λούν τον προο­ρι­σμό τους. Για τις πα­λαιό­τε­ρες γε­νιές, αυ­τός ή­ταν η γο­νι­μο­ποίη­ση, για τις νεό­τε­ρες, με την ε­ξέ­λι­ξη της τε­χνο­λο­γίας, χρειά­ζο­νται μό­νο για την ρή­ξη του υ­μέ­να, μην και βρε­θούν παρ­θέ­νες κα­τά την σπερ­μα­τέγ­χυ­ση. Προς το τέ­λος του βι­βλίου, ω­στό­σο, υ­πε­ρι­σχύει το πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νο μο­τί­βο α­να­ζή­τη­σης της γυ­ναι­κείας ταυ­τό­τη­τας, εί­τε δια της μη­τρό­τη­τας εί­τε με έ­να τα­ξί­δι στις οι­κο­γε­νεια­κές ρί­ζες. Έτσι, η τε­λευ­ταία α­πό­γο­νος, η Πέρ­σα, α­πό το Περ­σε­φό­νη, βρί­σκει τον ε­αυ­τό της σε έ­να πα­γκά­κι στην πα­ρα­λία της Σμύρ­νης, α­φού έ­χει ε­πι­σκε­φτεί το σπί­τι που έ­ζη­σαν η προ­για­γιά, η για­γιά και η μά­να της. Την έ­χει κα­τα­κλύ­σει η αί­σθη­ση του deja vu, ό­πως και ε­μάς. Πά­ντως, τε­λι­κά, εί­ναι έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα της κου­ζί­νας με χά­πι-εντ. Λεί­πει, βε­βαίως, το ορ­γα­σμι­κό τέ­λος του με­ξι­κά­νι­κου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, υ­πάρ­χουν ό­μως προς ε­ξι­σορ­ρό­πη­ση ουκ ο­λί­γες σκη­νές με γυ­ναί­κες σε οι­στρη­λα­σία, που α­πο­μυ­ζούν κά­ποιον, φύ­σει ή θέ­σει, μειο­νε­κτι­κό αρ­σε­νι­κό.

   
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/11/2014.

Φωτογραφία:  Έπαυλη στην Κηφισιά, του 1890. Αρχιτεκτονικά, πρόκειται για μορφή γερμανικού πύργου -αγροικίας του 19ου αι.

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Χτες στη ντουλάπα, σήμερα σημαιοφόροι

Δη­μή­τρης Πα­πα­νι­κο­λά­ου
«Σαν κ’ ε­μέ­να κα­μω­μέ­νοι.
Ο ο­μο­φυ­λό­φι­λος Κα­βά­φης
και η ποιη­τι­κή της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Μάιος 2014

Ο Δη­μή­τρης Πα­πα­νι­κο­λά­ου ε­ξο­μο­λο­γεί­ται στην πρώ­τη συ­νέ­ντευ­ξη, που έ­δω­σε μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σε το βι­βλίο του, πως ή­ταν συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νος, για την α­κρί­βεια θυ­μω­μέ­νος, ό­ταν το έ­γρα­φε. Εί­ναι το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του και το πρώ­το στα ελ­λη­νι­κά. Θέ­λη­σε αυ­τό το πρώ­το βι­βλίο στη μη­τρι­κή του γλώσ­σα να εί­ναι για τον Κα­βά­φη, με τον ο­ποίο α­σχο­λεί­ται α­πό δε­κα­ε­τίας. Ου­σια­στι­κά, α­πό τό­τε που αρ­χί­ζει να δι­δά­σκει στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Οξφόρ­δης, ό­που σή­με­ρα εί­ναι α­να­πλη­ρω­τής κα­θη­γη­τής Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Σπου­δών. Στο ί­διο Πα­νε­πι­στή­μιο, στην έ­δρα της Ποίη­σης, δί­δα­ξε με­τά τον πό­λε­μο Κα­βά­φη ο ελ­λη­νι­στής Σέ­σιλ Μώ­ρις Μπά­ου­ρα, ε­πι­κε­ντρώ­νο­ντας τις ο­μι­λίες του στη σχέ­ση του Αλε­ξαν­δρι­νού με το ελ­λη­νι­κό πα­ρελ­θόν. Εκεί­νος ξε­κι­νού­σε α­πό την αρ­χαία ελ­λη­νι­κή ποίη­ση, ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου, κι αυ­τός κλα­σι­κός φι­λό­λο­γος, τον προά­γει σε έ­να πε­δίο ευ­ρύ­τε­ρο του α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κού, προ­τεί­νο­ντας μία “νέα α­νά­γνω­ση” α­πό την πλευ­ρά των σπου­δών φύ­λου και σε­ξουα­λι­κό­τη­τας. Σε αυ­τήν την ε­πι­λο­γή τον ώ­θη­σε η δια­πί­στω­ση, πως κα­νείς δεν έ­χει α­σχο­λη­θεί με τον Κα­βά­φη κά­τω α­πό τη συ­γκε­κρι­μέ­νη ο­πτι­κή. Άλλω­στε, η εν λό­γω έλ­λει­ψη εν­δια­φέ­ρο­ντος α­πό την πλευ­ρά της ελ­λη­νι­κής α­κα­δη­μαϊκής κοι­νό­τη­τας και ευ­ρύ­τε­ρα της ελ­λη­νι­κής κρι­τι­κής, σε συν­δυα­σμό με την α­ντι­με­τώ­πι­ση της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας εί­τε με α­πο­σιώ­πη­ση εί­τε με α­πα­ξίω­ση, εί­ναι αυ­τό που τον θυ­μώ­νει. Το γε­γο­νός ό­τι η πρώ­τη Σχο­λή Σπου­δών Φύ­λου, αν δεν σφάλ­λου­με, προέ­κυ­ψε στις Η­ΠΑ μό­λις το 1989 και στην Ελλά­δα, υ­πό τη μορ­φή Εργα­στη­ρίου του Τμή­μα­τος Κοι­νω­νι­κής Πο­λι­τι­κής της Σχο­λής Πο­λι­τι­κών Επι­στη­μών του Πα­ντείου Πα­νε­πι­στη­μίου το 2006, φαί­νε­ται να μην το συ­νυ­πο­λο­γί­ζει, μάλ­λον πα­ρα­συ­ρό­με­νος α­πό την προ­σω­πι­κή του, προ­νο­μιού­χο ε­μπει­ρία. Εμπλε­κό­με­νος ο ί­διος, κρί­νει μέ­σα α­πό τον δι­κό του χω­ρό­χρο­νο: Λον­δί­νο-αρ­χές 21ου.
Η πε­ρί­πτω­ση του Πα­πα­νι­κο­λά­ου πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον. Γεν­νη­μέ­νος στην Αθή­να 40 χρό­νια με­τά τον θά­να­το του Κα­βά­φη, ο­λο­κλη­ρώ­νει το 1995 πα­νε­πι­στη­μια­κές σπου­δές στο Κα­πο­δι­στρια­κό και στη συ­νέ­χεια σπου­δά­ζει για δυο χρό­νια μου­σι­κή και φλά­ου­το στο Ωδείο Αθη­νών. Ως υ­πό­τρο­φος του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, κά­νει με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές στη συ­γκρι­τι­κή λο­γο­τε­χνία και τη με­τα­φρα­σε­ο­λο­γία στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Οξφόρ­δης. Το 2002 πα­ρου­σιά­ζει δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή, που αρ­γό­τε­ρα α­πο­τέ­λε­σε το πρώ­το του βι­βλίο, με τίτ­λο, «Singing poets: Popular Music and Litterature in France and Greece (1945-1975): Reading Brassens, Ferre, Theodorakis, Savvopoulos». Τα ε­ρευ­νη­τι­κά του εν­δια­φέ­ρο­ντα πα­ρα­μέ­νουν σε διε­πι­στη­μο­νι­κούς το­μείς: συ­γκρι­τι­κή λο­γο­τε­χνία, ελ­λη­νι­κή και ξέ­νη, μου­σι­κή, κι­νη­μα­το­γρά­φος και κυ­ρίως, στην αλ­λη­λε­πί­δρα­ση ό­λων αυ­τών με τις σπου­δές φύ­λου και σε­ξουα­λι­κό­τη­τας. Σή­με­ρα δι­δά­σκει σε με­τα­πτυ­χια­κούς φοι­τη­τές στο International Gender Studies Center του πα­νε­πι­στη­μίου της Οξφόρ­δης. Εκεί­νο που τον φέρ­νει στην ελ­λη­νι­κή ε­πι­και­ρό­τη­τα, καί­τοι μό­νι­μος κά­τοι­κος Αγγλίας, εί­ναι το Αρχείο Κα­βά­φη. Με την αλ­λα­γή ι­διο­κτή­τη του Αρχείου, Δε­κέμ­βριο 2012, ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου α­νέ­λα­βε ε­πι­στη­μο­νι­κός σύμ­βου­λος. Ο τίτ­λος δη­λώ­νει θέ­ση γνω­μο­δο­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ε­νώ, στην πρά­ξη, κα­θώς ο νέ­ος ι­διο­κτή­της δεν α­νή­κει στη χο­ρεία των συγ­γρα­φέων και με­λε­τη­τών, η δι­καιο­δο­σία διευ­ρύ­νε­ται. Ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου φαί­νε­ται να ε­πέ­χει σή­με­ρα τη θέ­ση διευ­θύ­νο­ντα του Αρχείου.
Ωστό­σο, το βι­βλίο του ελ­κύει α­πό μό­νο του την προ­σο­χή, κα­θώς ει­σά­γει στα α­νοί­κεια για τον Έλλη­να α­να­γνώ­στη πε­δία των φυ­λε­τι­κών σπου­δών. Επι­κε­ντρώ­νε­ται στη διτ­τή ι­διό­τη­τα του ο­μο­φυ­λό­φι­λου και ποιη­τή, ε­πι­λέ­γο­ντας ως πρό­τυ­πο πα­ρά­δειγ­μα τον Κα­βά­φη. Το γε­γο­νός ό­τι εί­ναι θυ­μι­κά γραμ­μέ­νο μπο­ρεί να α­πο­τε­λεί μειο­νέ­κτη­μα για έ­να α­κα­δη­μαϊκό σύγ­γραμ­μα, συ­νι­στά ό­μως α­τού για έ­να βι­βλίο, που α­πευ­θύ­νε­ται στο πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό. Με την ευ­θύ­τη­τα ε­νός λό­γου σχε­δόν προ­φο­ρι­κού, σαν ο­μι­λία με διά­σπαρ­τα δο­κι­μια­κής υ­φής μέ­ρη, α­να­ζη­τεί­ται το πώς δια­μορ­φώ­νε­ται στα­δια­κά η σε­ξουα­λι­κή ταυ­τό­τη­τα την ε­πο­χή του Κα­βά­φη και σή­με­ρα. Στην ερ­μη­νεία των τεκ­μη­ρίων, κα­βα­φι­κών ποιη­μά­των και ση­μειω­μά­των, έρ­χε­ται σε ε­πι­κου­ρία η ε­μπει­ρία του σύγ­χρο­νου ο­μο­φυ­λό­φι­λου για το πώς η συ­νει­δη­το­ποίη­ση του κοι­νω­νι­κού φύ­λου ο­δη­γεί σε πο­λι­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα το­πο­θε­τή­σεις ως προς τους μη­χα­νι­σμούς ε­ξου­σίας, κα­τα­πίε­σης και α­ντί­στα­σης. 
Η δο­μή του βι­βλίου δεν εί­ναι χρο­νο­λο­γι­κή, ού­τε α­κρι­βώς θε­μα­τι­κή. Ο πρό­λο­γος και τα πέ­ντε κε­φά­λαια α­φορ­μώ­νται α­πό πα­λαιό­τε­ρες συ­ζη­τή­σεις, τις ο­ποίες συ­νε­χί­ζουν, α­ντι­δι­κώ­ντας με γνω­στές θέ­σεις και δί­νο­ντάς τους νέα τρο­πή. Τα κε­φά­λαια υ­πο­διαι­ρού­νται σε μι­κρό­τε­ρες ε­νό­τη­τες, ε­στια­σμέ­νες σε ε­πι­μέ­ρους πτυ­χές, τις ο­ποίες ση­μα­το­δο­τούν προ­κλη­τι­κοί τίτ­λοι δη­μο­σιο­γρα­φι­κής ευ­θυ­βο­λίας. Σε κά­θε ε­νό­τη­τα ε­πι­λέ­γε­ται ως έ­ναυ­σμα έ­να πα­ρελ­θο­ντι­κό κα­τά­λοι­πο, που μπο­ρεί να εί­ναι δη­μο­σίευ­μα, εκ­δή­λω­ση, αρ­χεια­κό εύ­ρη­μα και κυ­ρίως, στοι­χεία α­πό το κα­βα­φι­κό σώ­μα, στί­χοι ή και ο­λό­κλη­ρα ποιή­μα­τα, προ­σω­πι­κά ση­μειώ­μα­τα. Έτσι η α­φή­γη­ση συμ­βα­δί­ζει με τη ση­με­ρι­νή πε­ρί Κα­βά­φη γνώ­ση.
Με αυ­τήν την υ­φο­λο­γι­κή στρα­τη­γι­κή κερ­δί­ζουν έ­δα­φος οι α­πό­ψεις του με­λε­τη­τή, του­λά­χι­στον ό­σο α­φο­ρά έ­να νεό­τε­ρο κοι­νό, που προ­σέρ­χε­ται παρ­θέ­νο στα κα­βα­φι­κά. Από μια ά­πο­ψη, αυ­τό το κοι­νό εί­ναι και το ζη­τού­με­νο, για­τί για τους πα­λαιό­τε­ρους, η α­πο­δο­χή της “νέ­ας α­νά­γνω­σης” που α­να­πτύσ­σε­ται στο βι­βλίο, θα συ­νι­στού­σε μία ευ­ρύ­τε­ρη, κα­τά Τό­μας Κουν, “αλ­λα­γή πα­ρα­δείγ­μα­τος”. Δεν θα σή­μαι­νε δη­λα­δή,  μό­νο την α­πο­δο­χή στην α­ντι­με­τώ­πι­ση ε­νός λο­γο­τε­χνι­κού έρ­γου ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κών πα­ρα­γό­ντων, αλ­λά θα προϋπέ­θε­τε και μία ε­πα­να­στα­τι­κή α­να­τρο­πή ως προς τις φυ­λε­τι­κές σχέ­σεις. Κά­τι πα­ρό­μοιο, σε πε­ριο­χές των αν­θρω­πι­στι­κών ε­πι­στη­μών, α­παι­τεί στα­δια­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις του κοι­νω­νι­κού και πο­λι­τι­σμι­κού κλί­μα­τος, που δεν έ­χουν α­κό­μη λά­βει τέ­τοια έ­κτα­ση. Σή­με­ρα, τα θέ­μα­τα ταυ­τό­τη­τας και φύ­λου προ­κα­λούν α­νη­συ­χία. Θα πρέ­πει να αλ­λά­ξου­με μα­το­γυά­λια, ό­πως πλα­γίως συ­νι­στά ο Μι­σέλ Φου­κώ, για να δού­με τους “anormaux”, “normaux”. Πα­ρό­μοιες ρι­ζο­σπα­στι­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις μπο­ρεί να προ­κύ­ψουν, δεν α­πο­κλείε­ται ό­μως να πα­ρα­μεί­νουν ου­το­πι­κό ό­ρα­μα μειο­ψη­φίας.
Το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του βι­βλίου, που α­να­φέ­ρε­ται στην πρόσ­λη­ψη του κα­βα­φι­κού έρ­γου, δια­χω­ρί­ζει “ο­μα­λούς και α­νώ­μα­λους”. Ήδη, ό­μως, ο τίτ­λος του βι­βλίου, δη­λώ­νει εμ­φα­τι­κά την ύ­παρ­ξη μιας δια­φο­ρε­τι­κής κοι­νό­τη­τας. Αλιεύε­ται α­πό έ­να κα­βα­φι­κό ση­μείω­μα, με η­με­ρο­μη­νία 15.12.1905, για να ση­μα­το­δο­τή­σει αυ­τήν την και­νο­φα­νή κοι­νό­τη­τα. Σε μία ε­πο­χή που οι ι­δε­ο­λο­γι­κές συλ­λο­γι­κό­τη­τες έ­χουν α­πο­δυ­να­μω­θεί, η έ­ντα­ξη σε μια πα­γκό­σμια κοι­νό­τη­τα α­πο­πνέει αί­σθη­ση α­σφά­λειας. Σύμ­φω­να με τον υ­πό­τιτ­λο του βι­βλίου, ως προ­φή­της και αρ­χη­γέ­της προ­βάλ­λει “ο ο­μο­φυ­λό­φι­λος Κα­βά­φης”. Ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου σχο­λιά­ζει προ­λο­γι­κά ό­τι θεω­ρεί α­κρι­βέ­στε­ρο το “κουήρ Κα­βά­φης”, που α­πο­δί­δε­ται ως αλ­λό­κο­τος. Αρχι­κά, στα αγ­γλι­κά, η λέ­ξη ή­ταν κα­κό­ση­μη, ω­στό­σο υιο­θε­τή­θη­κε προς α­ντι­κα­τά­στα­ση του γκέι, ως αρ­κού­ντως αό­ρι­στη και ά­ρα, προ­σφε­ρό­με­νη για α­να­νο­η­μα­το­δό­τη­ση. Με τη χρή­ση της σε α­κα­δη­μαϊκό ε­πί­πε­δο, ε­πι­διώ­κε­ται η σε­ξουα­λι­κό­τη­τα να μην ταυ­τί­ζε­ται α­πό­λυ­τα με το φύ­λο, αλ­λά να πα­ρα­μέ­νει αό­ρι­στη σε συμ­φω­νία με τις ε­ρω­τι­κές ε­πι­θυ­μίες, που ο­δη­γούν σε η­δο­νές κα­τά μό­νας ή συ­ντρο­φευ­μέ­νες.
Ας ε­πα­νέλ­θου­με, λοι­πόν, στον Κα­βά­φη, ό­χι ό­μως με­μο­νω­μέ­να στον ποιη­τή, ού­τε “βιο­γρα­φί­στι­κα”. Αλλά σε έ­ναν Κα­βά­φη προάγ­γε­λο κοι­νω­νι­κών α­να­τρο­πών, πέ­ραν του πε­δίου της ποίη­σης. Στο διά­λο­γο με τους πα­λαιό­τε­ρους, που α­νοί­γει ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, φαί­νε­ται να μη δί­νει την α­να­λο­γού­σα ση­μα­σία στην πα­ρά­με­τρο του χρό­νου. Πα­ρά­δειγ­μα, η α­να­φο­ρά του στις α­ντι­δρά­σεις που προ­κά­λε­σε το editorial στο α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος του «Journal of the Hellenic Diaspora» για τα 50 χρό­νια α­πό το θά­να­το του Κα­βά­φη. Συ­γκε­κρι­μέ­να, η ε­πι­γραμ­μα­τι­κή α­πό­φαν­ση: «Cavafy is neither “perverse” not “obsessed” nor even “erotic”. Cavafy is gay.», την ο­ποία με­τα­φρά­ζει: «Ο Κα­βά­φης δεν εί­ναι πρό­στυ­χος, ού­τε μο­νο­μα­νής, ού­τε καν ε­ρω­τι­κός. Ο Κα­βά­φης εί­ναι γκέι». Ακρι­βέ­στε­ρα, τα ε­πί­θε­τα θα α­πο­δί­δο­νταν, α­ντί­στοι­χα, ως διε­στραμ­μέ­νος, ι­δε­ο­λη­πτι­κός, ε­ρω­τι­κός και κυ­ρίως, το τε­λευ­ταίο ως ο­μο­φυ­λό­φι­λος. Εν έ­τει 1983, αλ­λά α­κό­μη και μέ­χρι σή­με­ρα, οι δυο λέ­ξεις στα ελ­λη­νι­κά δεν εί­ναι α­κρι­βώς συ­νώ­νυ­μες. 
Στον αγ­γλό­φω­νο κό­σμο, με­τά τον Πό­λε­μο, υιο­θε­τή­θη­κε το γκέι α­κό­μη και σε α­κα­δη­μαϊκό ε­πί­πε­δο, λ.χ., οι σπου­δές φύ­λου αρ­χι­κά α­πο­κα­λού­νταν “σπου­δές γκέι και λε­σβια­κές”, προς α­ντι­κα­τά­στα­ση της λέ­ξης ο­μο­φυ­λό­φι­λος, που εί­χε προσ­λά­βει μία δυ­σά­ρε­στα κλι­νι­κή χροιά, κα­θώς η ο­μο­φυ­λο­φι­λία α­να­γνω­ρι­ζό­ταν ε­πί­ση­μα ως πνευ­μα­τι­κή νό­σος. Αντι­θέ­τως, στα κα­θ’ η­μάς, το μεν ο­μο­φυ­λό­φι­λος ως πα­ραλ­λαγ­μέ­νο α­ντι­δά­νειο του γερ­μα­νι­κού homosexual δια­τη­ρού­σε την ου­δε­τε­ρό­τη­τά του, ε­νώ το γκέι ει­σή­χθη στα πρώ­τα με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά χρό­νια, ως σύν­δρο­μο των μπαρ και της του­ρι­στι­κής ε­πέ­λα­σης. Εξαρ­χής, ε­κτός της κοι­νό­τη­τας των ε­μπλε­κο­μέ­νων, ή­ταν κα­κό­ση­μο. Σε αυ­τό, ό­πως εί­ναι προ­φα­νές και α­πό τις πε­ρι­κο­πές των κει­μέ­νων τους, α­ντέ­δρα­σαν οι Γ. Π. Σαβ­βί­δης, Δ. Μα­ρω­νί­της, Χα­ρί­κλεια Βα­λιέ­ρι κό­ρη του τρι­τό­το­κου Αρι­στεί­δη Κα­βά­φη. Τους ε­νό­χλη­σε το φορ­τίο της λέ­ξης γκέι, ό­πως, α­ντί­στοι­χα, το φορ­τίο της λέ­ξης ο­μο­φυ­λό­φι­λος εί­χε ε­νο­χλή­σει τους νεό­τε­ρους αγ­γλό­φω­νους. Ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου α­να­φέ­ρε­ται στην ι­στο­ρι­κό­τη­τα των ό­ρων, πα­ρα­βλέ­πει ό­μως τις δια­φο­ρε­τι­κές α­πο­χρώ­σεις τους στις δυο γλώσ­σες.
Το βι­βλίο εκ­κι­νεί με τη φρά­ση του Σαβ­βί­δη, «...the erotic poems… earned for Cavafy the ineptly catachrestic label of gay…», που αλ­λοιώ­νε­ται στη με­τά­φρα­ση. Ση­μαί­νει «...η ε­ρω­τι­κή πλευ­ρά  ε­ξα­σφά­λι­σε στον Κα­βά­φη την α­νό­η­τα υ­περ­βο­λι­κή ε­τι­κέ­τα του γκέι...» και ό­χι, «...την α­νάρ­μο­στη και κα­τα­χρη­στι­κή...». Πι­θα­νώς, λε­πτο­μέ­ρειες. Έτσι κι αλ­λιώς, πα­ρα­μέ­νει έ­να ε­φετ­ζί­δι­κο ά­νοιγ­μα. Ωστό­σο, δεν καλ­λιερ­γεί τον διά­λο­γο, α­ντι­θέ­τως του δί­νει ε­ξαρ­χής ε­πι­θε­τι­κό τό­νο. Το ί­διο θα ι­σχυ­ρι­ζό­μα­στε και για το ξε­κί­νη­μα του πρώ­του κε­φα­λαίου, ό­που ο­λό­κλη­ρο το βι­βλίο πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν α­ντί­δρα­ση σε έ­να δη­μο­σίευ­μα, που, κα­τά τη γνώ­μη του με­λε­τη­τή, συ­νι­στά κά­τι σαν ε­πι­το­μή της πα­ρα­δο­σια­κής ελ­λη­νι­κής κα­βα­φι­κής κρι­τι­κής, α­να­δει­κνύο­ντας την ο­μο­φο­βι­κή στά­ση της. Συ­γκε­κρι­μέ­να α­να­φέ­ρε­ται στη φω­το­σει­ρά του ζω­γρά­φου-φω­το­γρά­φου Δη­μή­τρη Γέ­ρου, ό­που ει­κο­νο­γρα­φεί κα­βα­φι­κά ποιή­μα­τα με σκη­νο­θε­τη­μέ­νες α­πό τον ί­διο, βά­σει  συ­γκε­κρι­μέ­νου κά­θε φο­ρά στί­χου ή και ποιή­μα­τος, φω­το­γρα­φίες γνω­στών συγ­γρα­φέων και ει­κα­στι­κών καλ­λι­τε­χνών. Στη ρε­α­λι­στι­κή αυ­τή προσ­γείω­ση της κα­βα­φι­κής ποίη­σης στη σύγ­χρο­νη κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, με τη δη­μό­σια πε­ρί­πτυ­ξη ε­νός ο­μο­φυ­λό­φι­λου ζευ­γα­ριού προς ει­κο­νο­γρά­φη­ση του ποιή­μα­τος «Πο­λυέ­λαιος», εί­χε α­ντι­δρά­σει με καυ­στι­κό άρ­θρο ο Γ. Για­τρο­μα­νω­λά­κης. Από αυ­τό ορ­μώ­με­νος ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου, χω­ρί­ζει τους με­λε­τη­τές σε δυο ο­μά­δες, “τους πα­λια­κούς Κα­βα­φι­στές” και τους “Cavafistas”, που βλέ­πουν τον Κα­βά­φη ως “τον πρω­το­τυ­πι­κό ο­μο­φυ­λό­φι­λο ποιη­τή της νεω­τε­ρι­κό­τη­τας”.   
Βε­βαίως, ο κα­θέ­νας α­ντι­λαμ­βά­νε­ται έ­ναν συγ­γρα­φέα και το έρ­γο του  μέ­σα α­πό τη δι­κή του ο­πτι­κή. Ωστό­σο, οι δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές, ι­δίως ό­ταν τρα­βιού­νται με ύ­φος φα­να­τι­κού φί­λα­θλου, εί­ναι ε­πι­σφα­λείς. Πό­σω μάλ­λον ό­ταν έρ­χο­νται α­πό τον διευ­θύ­νο­ντα το Αρχείο Κα­βά­φη. Ο ί­διος δια­τυ­πώ­νει έ­ντο­να και κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη στο βι­βλίο του πα­ρά­πο­να ό­τι στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία το Αρχείο Κα­βά­φη στά­θη­κε α­πέ­να­ντί του έ­να κλει­στό Αρχείο, δυ­σχε­ραί­νο­ντας την ε­ρευ­νη­τι­κή του ερ­γα­σία. Μό­νο που πα­ρό­μοια πα­ρά­πο­να δια­τυ­πώ­νο­νται α­πό με­λε­τη­τές και με­τά την αλ­λα­γή ι­διο­κτή­τη. Αλλά σε έ­να ι­διω­τι­κό Αρχείο, εί­ναι στη δια­κρι­τι­κή ευ­χέ­ρεια του διευ­θύ­νο­ντα να ε­πι­τρέ­πει την εί­σο­δο ή να την α­πα­γο­ρεύει, προς δια­φύ­λα­ξη του Αρχείου α­πό κα­κή χρή­ση, ό­που θα μπο­ρού­σε να πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και οι α­νε­πι­θύ­μη­τες α­να­δι­φή­σεις. Ο ί­διος δεν εί­χε το χρό­νο να το ε­ρευ­νή­σει, μό­νο σε υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση α­να­φέ­ρο­νται κά­ποια ευ­ρή­μα­τα, με την υ­πό­σχε­ση πως τα ό­ποια άλ­λα ε­ντο­πι­στούν θα στοι­χειο­θε­τή­σουν τα μελ­λο­ντι­κά βι­βλία του πε­ρί Κα­βά­φη. 
Με τη ση­με­ρι­νή ε­πο­πτεία του, προ­χω­ρά­ει σε μία μάλ­λον πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νη υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας. Υπο­στη­ρί­ζει ό­τι ο Κα­βά­φης ορ­γά­νω­σε τι θα α­φή­σει πί­σω του, κρα­τώ­ντας εν­δει­κτι­κά μό­νο τεκ­μή­ρια των εν­δια­φε­ρό­ντων του και ό­χι το σύ­νο­λο χαρ­τιών και βι­βλίων. Το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “αρ­χείο πα­ρα­δειγ­μα­τι­κό”, με την έν­νοια ό­τι πε­ριέ­χει πα­ρα­δείγ­μα­τα ε­νός υ­λι­κού. Συ­μπε­ραί­νει, λ.χ., ό­τι υ­πήρ­χαν πε­ρισ­σό­τε­ροι του ε­νός φά­κε­λοι με α­πο­κόμ­μα­τα γαλ­λι­κών ε­φη­με­ρί­δων γύ­ρω α­πό ο­μο­φυ­λό­φι­λα σκάν­δα­λα στα τέ­λη του 19ου αι., κα­θώς και πε­ρισ­σό­τε­ρες δι­κές του η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις, που κα­τέ­στρε­ψε. Σύμ­φω­να με τον με­λε­τη­τή, κά­τι τέ­τοιο θα έ­δει­χνε πως “στη δια­μόρ­φω­ση της ποιη­τι­κής υ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τας” υ­πήρ­χε “συ­ναί­σθη­ση πα­ρα­δειγ­μα­τι­κό­τη­τας”. Λεί­πουν, ό­μως, τα τεκ­μή­ρια ή κά­ποια μαρ­τυ­ρία για πα­ρό­μοια εκ­κα­θά­ρι­ση. Ο μο­να­δι­κός φά­κε­λος σκαν­δά­λου που ε­ντο­πί­στη­κε, α­φο­ρά την πε­ρί­πτω­ση ε­νός ο­μο­φυ­λό­φι­λου που θεω­ρεί ό­τι οι ε­ρω­τι­κές του ε­μπει­ρίες έ­χουν λο­γο­τε­χνι­κές α­ξιώ­σεις και τις εκ­μυ­στη­ρεύε­ται ε­πι­στο­λι­κά στον Εμίλ Ζο­λά. Πά­νω σε αυ­τό, θα μπο­ρού­σα­με να ι­σχυ­ρι­στού­με πως η πι­θα­νή λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα πα­ρό­μοιων α­φη­γή­σεων ή­ταν αυ­τή που πα­ρα­κί­νη­σε τον Κα­βά­φη να κρα­τή­σει τα συ­γκε­κρι­μέ­να α­πο­κόμ­μα­τα. 
Η υ­πό­θε­ση της ύ­παρ­ξης ε­νός “πα­ρα­δειγ­μα­τι­κού αρ­χείου” αλ­λά και ο τρό­πος, με τον ο­ποίο ο Κα­βά­φης κοι­νο­ποιού­σε τα ποιή­μα­τά του, ε­ναλ­λάσ­σο­ντας φυλ­λά­δια και δη­μο­σιεύ­σεις, α­πο­φεύ­γο­ντας συ­στη­μα­τι­κά την έκ­δο­ση βι­βλίου και κρα­τώ­ντας γε­μά­το με α­νέκ­δο­τα ή και κρυμ­μέ­να το “συρ­τά­ρι” του, ω­θούν τον Πα­πα­νι­κο­λά­ου στη σύλ­λη­ψη μιας ι­διαί­τε­ρης μορ­φής του α­πο­κα­λού­με­νου “the closet syndrome”. Η λέ­ξη σύν­δρο­μο δεν θα πρέ­πει να μας ο­δη­γή­σει στον Φρόυ­ντ, ο ο­ποίος, μη θεω­ρώ­ντας κα­μιάς φύ­σεως α­σθέ­νεια την ο­μο­φυ­λο­φι­λία, δεν α­σχο­λή­θη­κε με το θέ­μα. Το εν λό­γω σύν­δρο­μο προέ­κυ­ψε ό­ψι­μα, στη δε­κα­ε­τία του 1960, και α­φο­ρά τον “κρυ­φό” ο­μο­φυ­λό­φι­λο, που γε­μά­τος ε­νο­χές κρύ­βε­ται στη ντου­λά­πα μέ­χρι που α­πο­φα­σί­ζει να ε­γκα­τα­λεί­ψει την κρυ­ψώ­να του και να “εκ­δη­λω­θεί”. Ακού­στη­κε ως σύν­θη­μα στη φε­τι­νή Pride Parade, που συ­νέ­πε­σε με την κυ­κλο­φο­ρία του βι­βλίου: «Χθες στη ντου­λά­πα, σή­με­ρα στους δρό­μους, αύ­ριο με τα παι­διά μας». Ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου, στη­ρι­ζό­με­νος στον Φου­κώ και τις δια­νοί­ξεις στο πλαί­σιο της “queer theory” σχε­τι­κά με την κοι­νω­νι­κή κα­τα­σκευή του φύ­λου, σκια­γρα­φεί μία “στρα­τη­γι­κή του Κα­βά­φη” α­πό­κρυ­ψης-έκ­θε­σης της ο­μο­φυ­λό­φι­λης ταυ­τό­τη­τάς του.
Ένας, ω­στό­σο, “πα­λια­κός Κα­βα­φι­στής” θα πα­ρα­τη­ρού­σε ό­τι ο Κα­βά­φης ό­χι μό­νο δεν βγή­κε α­πό την ντου­λά­πα αλ­λά η φι­λο­δο­ξία να α­να­γνω­ρι­στεί το έρ­γο του τον έσ­πρω­ξε α­κό­μη βα­θύ­τε­ρα. Σε μία χρο­νο­λο­γι­κή διά­τα­ξη των τεκ­μη­ρίων, στα ο­ποία ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου στη­ρί­ζει τη θεω­ρία του, πρώ­τα έρ­χο­νται τα ση­μειώ­μα­τα του 1897, που α­να­φέ­ρο­νται σε προ­βλή­μα­τα υ­γείας, τα ο­ποία, σύμ­φω­να με τις ε­πι­κρα­τού­σες τό­τε α­πό­ψεις, με­γε­θύ­νο­νται, κα­θώς ε­κλαμ­βά­νο­νται ως κλι­νι­κά συ­μπτώ­μα­τα των κα­τά μό­νας η­δο­νών. Ακο­λου­θούν τα κρυμ­μέ­να ποιή­μα­τα και ση­μειώ­μα­τα, που γρά­φτη­καν ύ­στε­ρα α­πό τα δυο πρώ­τα τα­ξί­δια στην Αθή­να. Όπου, εν­δια­μέ­σως, εί­χε α­πο­βιώ­σει η Χα­ρί­κλεια Κα­βά­φη, οι η­θι­κές α­να­στο­λές εί­χαν χα­λα­ρώ­σει και  οι συ­ντρο­φευ­μέ­νες η­δο­νές μπο­ρεί και να κέρ­δι­ζαν έ­δα­φος. Αργό­τε­ρα, κά­ποια “κρυμ­μέ­να” με­ταμ­φιέ­ζο­νται σε ι­στο­ρι­κά, ε­νώ άλ­λα μέ­νουν α­νέκ­δο­τα ή και “α­τε­λή”. Η α­νι­ψιά του Κα­βά­φη γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «...η ό­λη στά­ση του ή­ταν ε­νός α­ρι­στο­κρά­τη. Οι α­δυ­να­μίες του; Έζη­σα σε μια ε­πο­χή ό­που δεν τις κου­βέ­ντια­ζαν...» Οι σύγ­χρο­νοί του λί­γο πο­λύ γνώ­ρι­ζαν τις προ­τι­μή­σεις του, αλ­λά σέ­βο­νταν το προ­φίλ που ο ί­διος πρό­βα­λε. Το γε­γο­νός ό­τι δεν κα­τέ­στρε­ψε τα τό­τε ε­πι­λή­ψι­μα ί­χνη, που υ­πήρ­χαν στο Αρχείο, ι­δίως τα “α­τε­λή” ποιή­μα­τα, θα μπο­ρού­σε να α­πο­δο­θεί στο λι­γο­ψύ­χι­σμα κά­ποιου που ελ­πί­ζει μέ­χρι την ύ­στα­τη στιγ­μή. Δη­λα­δή, α­να­φύε­ται το ε­ρώ­τη­μα, μή­πως ο με­λε­τη­τής ε­πεν­δύει κα­θ’ υ­περ­βο­λή στην αί­σθη­ση κοι­νό­τη­τας, που εκ­φρά­ζει ο 42χρο­νος, τό­τε ε­ρω­τό­λη­πτος, Κα­βά­φης, με το “σαν κ’ ε­μέ­να κα­μω­μέ­νοι”. Εκτός κι αν πράγ­μα­τι το Αρχείο φυ­λά­ει μυ­στι­κά και ντο­κου­μέ­ντα. 
Σύμ­φω­να, πά­ντως, με τον Πα­πα­νι­κο­λά­ου, η πρώ­τη εκ­δο­χή της “ντου­λά­πας” στο ποιη­τι­κό σώ­μα του Κα­βά­φη βρί­σκε­ται στο ποίη­μα «Τεί­χη», του ο­ποίου τις τύ­χες α­κρο­θι­γώς εί­χα­με α­να­ζη­τή­σει (Επο­χή, 7/9/2014). Η α­να­φο­ρά του εί­ναι η πιο πρό­σφα­τη τύ­χη, που ε­πι­φυ­λά­χθη­κε στο εν λό­γω ποίη­μα, κι αυ­τή ε­πε­τεια­κή, ό­πως ε­κεί­νη του Σι­κε­λια­νού το 1943. Ωστό­σο, δεν το συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει στα 22 ποιή­μα­τα που πα­ρα­θέ­τει στο βι­βλίο του. Συ­νο­λι­κά α­να­φέ­ρο­νται 72 ποιή­μα­τα, 53 “του κα­νό­να”, 14 α­νέκ­δο­τα και πέ­ντε “α­τε­λή”. Τα ε­κτός “του κα­νό­να” μπο­ρεί τα πε­ρισ­σό­τε­ρα να ε­κτι­μώ­νται ως “ποιη­τι­κώς α­δρα­νή”, κα­τα­λαμ­βά­νουν ό­μως κυ­ρίαρ­χη θέ­ση σε αυ­τήν τη “νέα α­νά­γνω­ση”. Τε­λι­κά, το κα­βα­φι­κό σώ­μα, ό­πως το πα­ρου­σιά­ζει η ε­νός και πλέ­ον αιώ­να κα­βο­φο­λο­γία, φέρ­νει στο νου την συρ­τα­ρω­τή Αφρο­δί­τη του Ντα­λί. Ένα συρ­τά­ρι, ου­σια­στι­κά το πρώ­το του τρέ­χο­ντος αιώ­να, εί­ναι αυ­τό του βι­βλίου. 


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/11/2014.

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Πατρίκ Μοντιάνο - 50 χρόνια μετά Σαρτρ

Παρίσι. Έφιππο τμήμα της Βέρμαχτ με φόντο την Αψίδα του Θριάμβου.









“Αρχή σο­φίας ο­νο­μά­των ε­πί­σκε­ψις”, κα­τά τον Αντι­σθέ­νη, που ση­μαί­νει, αν θες να κα­τα­νοή­σεις το εί­δος ε­νός αν­θρώ­που ή και να εμ­βα­θύ­νεις σε μία κα­τά­στα­ση, αλ­λά και σε έ­να τυ­χόν πράγ­μα, α­νέ­τρε­ξε στο ό­νο­μά του και με­τά προ­χώ­ρα. Για­τί, λοι­πόν, το ε­πώ­νυ­μο του ε­φε­τι­νού Νο­μπε­λί­στα, α­πό την σε­φα­ρα­δί­τι­κη οι­κο­γέ­νεια των Μο­διά­νο, να εί­ναι Μο­ντια­νό, κα­τά η­χο­μι­μη­τι­κή α­πό­δο­ση στα ελ­λη­νι­κά του γαλ­λι­κού ε­πι­θέ­του του, και ό­χι Μο­διά­νο ή, έ­στω, Μο­ντιά­νο, αν υιο­θε­τή­σου­με την ε­τυ­μο­λό­γη­σή του α­πό την πό­λη Μο­ντι­λιά­νο, γει­το­νι­κή της Φλω­ρε­ντίας, ό­που κα­τέ­φυ­γαν πολ­λές οι­κο­γέ­νειες με­τά το διωγ­μό τους α­πό την Ισπα­νία; Το ό­νο­μα δια­σώ­ζε­ται στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, χά­ρις σε κά­ποια ε­ξέ­χο­ντα μέ­λη της οι­κο­γέ­νειας, εξ ου η Αγο­ρά Μο­διά­νο, το Γη­ρο­κο­μείο Μο­διά­νο, η Βίλ­λα Μο­διά­νο. Άλλω­στε, ο βρα­βευ­θείς εί­ναι εγ­γο­νός του Ντα­γιάν Γιά­κο­μπ Μο­ντιά­νο και γιος του Αλμπέρ­το Μο­ντιά­νο, αμ­φό­τε­ροι γεν­νη­θέ­ντες στην Θεσ­σα­λο­νί­κη. Με αυ­τό το ό­νο­μα εί­ναι κα­τα­χω­ρη­μέ­νοι στα ελ­λη­νι­κά αλ­λά και τα αι­γυ­πτια­κά αρ­χεία, με­τά την με­τοι­κε­σία τους στην Αλε­ξάν­δρεια. 
Ο μό­νι­μος γραμ­μα­τέ­ας της Σουη­δι­κής Ακα­δη­μίας, Πή­τερ Ένγκλου­ντ, στην α­να­κοί­νω­ση της βρά­βευ­σης, υ­πο­γράμ­μι­σε ό­τι στο έρ­γο του Πα­τρίκ Μο­ντιά­νο κυ­ριαρ­χεί το θε­μα­τι­κό τρί­πτυ­χο^ χρό­νος, μνή­μη, ταυ­τό­τη­τα. Εκεί­νο, ό­μως, που βά­ρυ­νε στην ε­πι­λο­γή εί­ναι το τρί­πτυ­χο^ ο κα­θο­ρι­σμέ­νος χρό­νος της γερ­μα­νι­κής κα­το­χής, η συ­γκε­κρι­μέ­νη μνή­μη των ε­βραϊκών διώ­ξεων, ο ο­ρι­σμέ­νος τό­πος, το Πα­ρί­σι. Επί­σης, ο ί­διος, στην σουη­δι­κή τη­λεό­ρα­ση, α­πο­κά­λε­σε τον βρα­βευ­θέ­ντα “Μαρ­σέλ Πρου­στ της ε­πο­χής μας”, ε­νώ, πέρ­σι, εί­χε χα­ρα­κτη­ρί­σει την Αλίς Μον­ρό “Τσέ­χωφ του Κα­να­δά”. Σε πα­ρό­μοιες α­πο­φάν­σεις εί­ναι προ­φα­νής η διά­θε­ση των θε­σμο­θε­τών να με­γα­λύ­νουν τους νέ­ους Νο­μπε­λί­στες. Όσο για τη συ­γκε­κρι­μέ­νη α­να­φο­ρά στον Πρου­στ, θα λέ­γα­με ό­τι υ­πάρ­χει κά­ποια α­ντι­στοι­χία α­νά­με­σα στο «Ανα­ζη­τώ­ντας τον χα­μέ­νο χρό­νο» και το “έρ­γο εν προό­δω” του Μο­ντιά­νο. Μό­νο που ο δεύ­τε­ρος α­να­ψη­λα­φεί το Πα­ρί­σι της Κα­το­χής και τα με­θεόρ­τιά του. Έτσι, το μό­νο που μπο­ρού­σε να α­να­ζη­τή­σει ή­ταν τον χα­σμα­τώ­δη χρό­νο θη­τών και θυ­μά­των μέ­σα α­πό την ο­πτι­κή των παι­διών των ε­μπλε­κο­μέ­νων, ως ε­νή­λι­κων στις ε­πό­με­νες δυο δε­κα­ε­τίες.  
Σαν έ­να Βρα­βείο Νό­μπελ α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κό, χαι­ρέ­τη­σε ο γαλ­λι­κός Τύ­πος τη βρά­βευ­ση του Μο­ντιά­νο. Οι ε­φη­με­ρί­δες τού α­φιέ­ρω­σαν ο­λο­σέ­λι­δα σα­λό­νια, με φω­το­γρα­φίες και κα­τα­χω­ρή­σεις στα ε­ξώ­φυλ­λα. Στη Λι­μπε­ρα­σιόν, μά­λι­στα, η φω­το­γρα­φία κα­λύ­πτει ο­λό­κλη­ρο το πρω­το­σέ­λι­δο. Του 2007 η φω­το­γρα­φία, κο­λα­κεύει τον τι­μώ­με­νο, που πο­ζά­ρει σε στά­ση σταρ. Η Φι­γκα­ρό προ­τι­μά έ­να κά­πως κω­μι­κό εν­στα­ντα­νέ, που τον δεί­χνει έκ­πλη­κτο, σαν να “του έ­πε­σε το Νό­μπελ στο κε­φά­λι”, ό­πως υ­πο­γραμ­μί­ζει ο τίτ­λος. Ενώ, η Μο­ντ ε­πι­λέ­γει φω­το­γρα­φία α­πό τι­μη­τι­κή εκ­δή­λω­ση του 2010, την ο­ποία στε­φα­νώ­νει με τον τίτ­λο, “ο Μο­ντιά­νο στις δέλ­τους της Ιστο­ρίας”. 
Όπως φαί­νε­ται, ε­φέ­τος, στη Σουη­δι­κή Ακα­δη­μία πα­ρα­κάμ­φθη­καν τα ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια, που, με­τά την πτώ­ση του Τεί­χους, έ­χουν α­πο­βεί κα­θο­ρι­στι­κά στις ε­πι­λο­γές της. Από το 1990 και ύ­στε­ρα, κο­ντά έ­να τέ­ταρ­το του αιώ­να, η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή στρέ­φε­ται ό­λο και συ­χνό­τε­ρα σε γυ­ναί­κες και στους προ­ερ­χό­με­νους α­πό χώ­ρες ε­κτός Ευ­ρώ­πης και Η­ΠΑ. Με­τά, ό­μως, την περ­σι­νή βρά­βευ­ση της Κα­να­δής Αλίς Μον­ρό, μάλ­λον θα ε­κλεί­ψει για με­ρι­κά χρό­νια ο πα­ρά­γων φύ­λο. Επί­σης, και ο δεύ­τε­ρος πα­ρά­γο­ντας έ­χει κα­λυ­φθεί, κα­θώς,  μέ­σα στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία, τα μι­σά πε­ρί­που βρα­βεία δό­θη­καν σε χώ­ρες ε­κτός του α­πο­κα­λού­με­νου Δυ­τι­κού Κό­σμου και μά­λι­στα, το προ­πέρ­σι­νο στον Κι­νέ­ζο Μο Γιαν. Υπήρ­χε, βε­βαίως, σε α­να­μο­νή η Ια­πω­νία με τον Χα­ρού­κι Μου­ρα­κά­μι και η Αφρι­κή με τον Κε­νυά­τη Ngugi wa Thiong’o. 
Ακό­μη, ό­μως, και πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας τους συ­γκε­κρι­μέ­νους πα­ρά­γο­ντες, έ­να γαλ­λι­κό Νό­μπελ πα­ρα­μέ­νει έκ­πλη­ξη. Θυ­μί­ζου­με πως η Γαλ­λία πρω­τεύει σε Νό­μπελ. Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, ω­στό­σο, το ε­φε­τι­νό Νό­μπελ δεν εί­ναι το 15ο, ό­πως κο­μπά­ζουν τα γαλ­λι­κά πρω­το­σέ­λι­δα, αλ­λά το 14ο. Οι Γάλ­λοι με­τρούν στα δι­κά τους και το βρα­βείο του 2000, που δό­θη­κε στον Κι­νέ­ζο, γαλ­λι­κής υ­πη­κοό­τη­τας, Γκάο Ξιν­γκιάν, ό­πως με­τρούν ως α­κέ­ραιο και το μι­σό του 1904 στον Φρε­ντε­ρίκ Μι­στράλ. Αλλά και η δεύ­τε­ρη σε Νό­μπελ χώ­ρα, οι Η­ΠΑ, πα­ρο­μοίως φου­σκώ­νει τα δι­κά της σε 12. Η Γαλ­λία, πά­ντως, πα­ρα­μέ­νει κυ­ρίαρ­χη. Τι­μή­θη­κε με το πρώ­το Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνίας, το 1901, που δό­θη­κε στον ποιη­τή Συ­λί Πρου­ντό­μ, και μέ­χρι το 1964, κα­τεί­χε μα­κράν την πρώ­τη θέ­ση, με την αγ­γλι­κή λο­γο­τε­χνία να ι­σο­φα­ρί­ζει, ε­νώ­νο­ντας τις δυ­νά­μεις Ηνω­μέ­νου Βα­σι­λείου και Η­ΠΑ, αλ­λά και προ­σθέ­το­ντας στην αγ­γλό­φω­νη ο­μά­δα τον βα­ρύ ό­γκο ε­νός Τσώρ­τσιλ. Στη συ­νέ­χεια, ό­μως, πλη­ρώ­νει την άρ­νη­ση του Σαρ­τρ να α­πο­δε­χθεί το Νό­μπελ. Εκεί­νος έ­μει­νε μεν πι­στός στις αρ­χές του πε­ρί ε­λευ­θε­ρίας, αλ­λά η γαλ­λι­κή λο­γο­τε­χνία υ­πέ­στη για μι­σό αιώ­να τη δυ­σμέ­νεια της Σουη­δι­κής Ακα­δη­μίας. Ενώ, μέ­χρι το 1964, βρα­βευό­ταν κα­τά μέ­σο ό­ρο κά­θε ε­ξή­μι­συ χρό­νια, το ε­πό­με­νο Νό­μπελ δό­θη­κε το 1985, και α­παι­τή­θη­κε έ­νας α­δια­φι­λο­νί­κη­τος υ­πο­ψή­φιος, ό­πως ο Κλω­ντ Σι­μόν. Αλλά κι αυ­τός, ε­νώ προ­σφε­ρό­ταν για υ­ψη­λές δια­κρί­σεις α­πό τα τέ­λη του ’60, που ο­λο­κλη­ρώ­νει το «Δρο­μος της Φλά­ντρας», βρα­βεύ­τη­κε στα 72 του, ε­νώ ο συ­νο­μή­λι­κός του Αλμπέρ Κα­μύ εί­χε τι­μη­θεί α­πό το 1957, στα 44 του χρό­νια. Το με­θε­πό­με­νο, του Ζα­ν-Μα­ρί Λε Κλε­ζιό, ήρ­θε 23 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Το ε­φε­τι­νό, λοι­πόν, με­τά μό­λις μία ε­ξα­ε­τία, δεί­χνει σαν έκ­πλη­ξη.       
Την έκ­πλη­ξη με­γα­λώ­νει το προ­φίλ του βρα­βευ­μέ­νου. Σχε­τι­κά νέ­ος, για ό­σους έ­χουν την ε­ντύ­πω­ση πως ι­σχύει μία ά­τυ­πη ιε­ράρ­χη­ση, τύ­που ε­πε­τη­ρί­δας. Ωστό­σο, ο η­λι­κια­κά μέ­σος ό­ρος των μέ­χρι σή­με­ρα βρα­βευ­θέ­ντων εί­ναι τα 64. Ενώ, ο μέ­σος ό­ρος των Γάλ­λων τα 68. Ακρι­βώς, στο μέ­σο ό­ρο βρι­σκό­ταν ο Κλε­ζιό, ε­νώ ο Μο­ντιά­νο, γεν­νη­μέ­νος στις 30 Ιου­λίου 1945, τον έ­χει υ­περ­βεί μό­λις κα­τά έ­να έ­τος. Ως βα­σι­κό­τε­ρο, ό­μως, μειο­νέ­κτη­μα για έ­να βρα­βείο ό­πως το Νό­μπε­λ, προ­βάλ­λει η έλ­λει­ψη α­πό το έρ­γο του μίας ι­δε­ο­λο­γι­κής πα­ρα­μέ­τρου, κα­θώς και η α­που­σία σα­φούς πο­λι­τι­κής ταυ­τό­τη­τας. Του­λά­χι­στον έ­τσι πε­ρι­γρά­φει τον Μο­ντιά­νο ο εκ­δό­της του, ο Αντουάν Γκαλ­λι­μάρ. Πε­ριέρ­γως, δεν α­να­φέ­ρε­ται στην πα­ρά­με­τρο του α­ντι­ση­μι­τι­σμού, που στά­θη­κε για τον συγ­γρα­φέα κι­νη­τή­ριος δύ­να­μη της γρα­φής του. Και μά­λι­στα, στην έ­ρευ­να των πα­ρι­σι­νών αρ­χείων κα­τά τη γερ­μα­νι­κή κα­το­χή προ­η­γή­θη­κε των α­με­ρι­κα­νών ι­στο­ρι­κών, που, στη­ρι­ζό­με­νοι σε αυ­τά, υ­πο­στή­ρι­ξαν την ε­μπλο­κή της Κυ­βέρ­νη­σης του Βι­σύ έ­να­ντι της προ­η­γού­με­νης εκ­δο­χής πε­ρί πα­θη­τι­κής α­ντί­στα­σης. Όπως και να έ­χει, δή­λω­σε έκ­πλη­κτος, κι ας εί­ναι το πρό­σφα­το Νό­μπελ το 40ο του εκ­δο­τι­κού του οί­κου. Μό­νο ο Έλλη­νας εκ­δό­της του Μο­ντιά­νο, ο Νί­κος Γκιώ­νης, φαί­νε­ται να το πε­ρί­με­νε. Ανε­ξάρ­τη­τα αν δεν φρό­ντι­σε να μην τον υ­περ­κε­ρά­σει η ζή­τη­ση ε­νός Νό­μπελ. 
Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, ο Μο­ντιά­νο δεν α­πέ­κτη­σε έ­ναν, αλ­λά, δια­δο­χι­κά, ε­πτά εκ­δό­τες, γε­γο­νός που πι­θα­νώς να δεί­χνει μι­κρή α­να­γνω­σι­μό­τη­τα των βι­βλίων του. Ο κα­θέ­νας α­πό αυ­τούς εκ­δί­δει α­πό έ­να, ε­κτός α­πό τον τε­λευ­ταίο, που με­τρά τέσ­σε­ρα. Το πρώ­το βι­βλίο του Μο­ντιά­νο στα ελ­λη­νι­κά κυ­κλο­φό­ρη­σε το κα­λο­καί­ρι του 1987, χά­ρις στην Ιωάν­να Χατ­ζη­νι­κο­λή, την εκ­δό­τρια που έ­φε­ρε στον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο πλειά­δα Γάλ­λων συγ­γρα­φέων, με κυ­ρίαρ­χα ο­νό­μα­τα την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ και τον Ζακ Λα­κα­ριέρ. Ίσως, η Χατ­ζη­νι­κο­λή να συ­νέ­χι­ζε με τους δι­κούς της ρυθ­μούς, αν δεν εμ­φα­νί­ζο­νταν άλ­λοι εκ­δό­τες πιο εύ­ρω­στοι και με δια­φο­ρε­τι­κά κρι­τή­ρια. Αυ­τό το πρώ­το βι­βλίο ήταν το ένατο του Μοντιάνο, «Η χα­μέ­νη γει­το­νιά», που εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει το 1984. Ακο­λού­θη­σε, το 1988, το έ­κτο βι­βλίο του α­πό τις εκ­δό­σεις Κέ­δρος, «Οδός σκο­τει­νών μα­γα­ζιών», που ε­πι­λέ­χθη­κε χά­ρις στο Βρα­βείο Γκον­κούρ του 1978. Το 1992, οι εκ­δό­σεις Οδυσ­σέ­ας ε­πι­λέ­γουν το πιο πρό­σφα­το, «Άνθη ε­ρει­πίων», του 1991. Ενώ, οι εκ­δό­σεις Λι­βά­νης, το 1995, το τέ­ταρ­το βι­βλίο του, «Η βί­λα της θλί­ψης», του 1975, καθώς αυτό μόλις είχε γυριστεί ταινία, με τίτ­λο «Το ά­ρω­μα της Υβόν­νης». Οι εκ­δό­σεις Κα­στα­νιώ­της, το 1996, προ­τι­μούν το «Κυ­ρια­κές του Αυ­γού­στου», του 1986. Το 1999, οι εκ­δό­σεις Πα­τά­κη ε­πι­λέ­γουν το «Ντό­ρα Μπρού­ντερ» του 1997. Από ε­κεί και ύ­στε­ρα, ε­ντός του 21ου, α­πό τις εκ­δό­σεις Πό­λις, έ­χουν κυ­κλο­φο­ρή­σει τέσ­σε­ρα βι­βλία: το 2002 το «Η μι­κρή Μπι­ζού» του 2001, και συ­νε­χί­ζουν, το 2004 με το «Ήταν ό­λοι τους τό­σο κα­λά παι­διά...» του 1982, το 2005 το «Νυ­χτε­ρι­νό α­τύ­χη­μα» του 2003, και το 2008 το «Στο café της χα­μέ­νης νιό­της» του 2007. 
Δε­δο­μέ­νου ό­τι στο έρ­γο του Μο­ντιά­νο τι­μή­θη­κε η κα­θα­ρή λο­γο­τε­χνία, η χα­μη­λό­φω­νη και υ­παι­νι­κτι­κή, που δεν α­ντι­δι­κεί ού­τε κα­ταγ­γέλ­λει, το πρω­ταρ­χι­κό σε μία με­τά­φρα­ση εί­ναι το τι μπό­ρε­σε να δια­σω­θεί α­πό το ύ­φος, την α­τμό­σφαι­ρα, τον ρυθ­μό. Συ­νο­λι­κά, ε­πτά με­τα­φρα­στές δο­κι­μά­στη­καν. Πέ­ντε (Μπά­μπης Λυ­κού­δης, η με­τα­φρά­στρια και του Λε Κλε­ζιό Λή­δα Παλ­λα­ντίου, Κα­λή Τζώρτ­ζη, Αντώ­νης Κα­ρα­βα­σί­λης, Μα­νώ­λης Κορ­νή­λιος)  με­τέ­φρα­σαν α­πό έ­να βι­βλίο, δύο (Βά­σω Νι­κο­λο­πού­λου, Νί­κη Κα­ρα­κί­τσου-Ντου­ζέ) έ­νω­σαν τις δυ­νά­μεις τους σε τρία, ε­νώ ο Αχιλ­λέ­ας Κυ­ρια­κί­δης με­τέ­φρα­σε τα δυο α­πό τα τέσ­σε­ρα βι­βλία των εκ­δό­σεων Πό­λις, το πρώ­το και το τε­λευ­ταίο. Ευ­τύ­χη­σε στα ελ­λη­νι­κά ο ε­φε­τι­νός Νο­μπε­λί­στας. Οι με­τα­φρά­σεις των βι­βλίων του θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν α­πό μέ­τριες έως πο­λύ κα­λές. Εί­ναι κρί­μα που δεν γνω­ρί­ζει ελ­λη­νι­κά για να το δια­πι­στώ­σει. Το πι­θα­νό­τε­ρο να ό­ρι­ζε ως μό­νι­μο με­τα­φρα­στή του τον Κυ­ρια­κί­δη, που, θαυ­μά­ζο­ντας τον Μο­ντιά­νο για το “πώς γρά­φε­ται έ­νας ε­φιάλ­της”, βρή­κε το πώς με­τα­φρά­ζε­ται. 
Παι­δί ο Μο­ντιά­νο, τη μό­νη άλ­λη γλώσ­σα που μί­λη­σε, πλην των γαλ­λι­κών, ή­ταν τα φλα­μαν­δι­κά. Η μη­τέ­ρα του εί­ναι η Βελ­γί­δα η­θο­ποιός Λουί­ζα Κολ­πέιν, γνω­στή α­κό­μη σή­με­ρα στη χώ­ρα της α­πό τη­λε­ο­πτι­κές σει­ρές του ’70. Γεν­νη­μέ­νη στην Αμβέρ­σα το 1918, ξε­κί­νη­σε την κα­ριέ­ρα της πριν τον Πό­λε­μο στις Βρυ­ξέλ­λες, παί­ζο­ντας σε φλα­μαν­δι­κές ται­νίες και μιού­ζι­καλ. Το 1942 α­να­ζή­τη­σε την τύ­χη της στο Πα­ρί­σι, ό­που γνώ­ρι­σε τον Αλμπέρ­το Μο­ντιά­νο. Πα­ντρεύ­τη­καν στην Απε­λευ­θέ­ρω­ση, α­πέ­κτη­σαν δυο γιους, τον Πα­τρίκ και τον Ρού­ντυ το 1947, που πέ­θα­νε στα δέ­κα του α­πό λευ­χαι­μία, χώ­ρι­σαν στις αρ­χές του ’60. Ο Αλμπέρ­το ξα­να­πα­ντρεύ­τη­κε και α­πε­βίω­σε το 1977, όταν η Λουίζα ήταν τηλεστάρ στη Φλά­ντρα. Ένα γο­νι­κό ζεύ­γος, που θυ­μί­ζει ε­κεί­νο του πρό­σφα­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Χά­ρη Βλα­βια­νoύ «Το αί­μα νε­ρό». Τα βιο­γρα­φι­κά του πα­τέ­ρα Μο­ντιά­νο πα­ρα­μέ­νουν συ­γκε­χυ­μέ­να, με α­ντι­κρουό­με­νες εκ­δο­χές. 
Τα πρώ­τα χρό­νια του γά­μου τους, πά­ντως, ε­κεί­νος εί­ναι έ­νας Εβραίος, που στην Κα­το­χή με πλα­στή ταυ­τό­τη­τα φέ­ρε­ται ως μαυ­ρα­γο­ρί­της και συ­νερ­γά­της των Γερ­μα­νών, ε­νώ ε­κεί­νη, με πέ­ντε ται­νίες πριν τον Πό­λε­μο, α­νυ­πο­μο­νεί να ξε­κι­νή­σει την ε­πό­με­νη, που προ­βάλ­λε­ται το 1949, α­νοί­γο­ντας το δρό­μο για άλ­λες ο­κτώ μέ­χρι τα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’60. Το τε­λευ­ταίο τους μέ­λη­μα ή­ταν τα παι­διά τους. Απού­σα η μη­τέ­ρα, τα α­φή­νει νή­πια στους γο­νείς της και με­τά, σε μια φί­λη της. Ο Πα­τρίκ βρί­σκε­ται ε­σω­τε­ρι­κός σε σχο­λεία, α­πό ό­που κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη δρα­πε­τεύει, πε­ρισ­σό­τε­ρο πε­ρι­πλα­νώ­με­νος στους πα­ρι­σι­νούς δρό­μους πα­ρά κα­θή­με­νος στα θρα­νία. Από την πόρ­τα της Σορ­βό­νης πέ­ρα­σε αλ­λά δεν βγή­κε. Κά­πως έ­τσι του­λά­χι­στον, σκια­γρα­φεί ο ί­διος τα παι­δι­κά και ε­φη­βι­κά του χρό­νια.
Κα­τά μία εκ­δο­χή, α­πό το 1967 μέ­χρι σή­με­ρα, ο Μο­ντιά­νο γρά­φει το ί­διο βι­βλίο, με τον πα­τέ­ρα στον πρώ­το ρό­λο, μέ­χρι που κα­τα­κά­θι­σε ο συ­ναι­σθη­μα­τι­κός φόρ­τος και ήρ­θε η σει­ρά της μη­τέ­ρας. Η με­λέ­τη του έρ­γου του α­πό τον Τιερ­ρύ Λω­ράν, που κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1997, τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Το έρ­γο του Πα­τρίκ Μο­ντιά­νο: έ­να αυ­το­μυ­θι­στό­ρη­μα». Δα­νεί­ζε­ται το νε­ο­λο­γι­σμό, που ει­σή­γα­γε έ­νας άλ­λος γαλ­λο­ε­βραίος συγ­γρα­φέ­ας, ο Σερζ Ντου­μπρόβ­σκι, για το δι­κό του έρ­γο, με­τα­ξύ μυ­θο­πλα­σίας και αυ­το­βιο­γρα­φίας. Ωστό­σο, για το έρ­γο του Μο­ντιά­νο, θεω­ρή­θη­κε μάλ­λον μειω­τι­κός, α­δι­κώ­ντας κα­τά κά­ποιο τρό­πο τη λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τά του. Ο τρό­πος που πα­ραλ­λάσ­σει τα πραγ­μα­τι­κά πρό­σω­πα, με δια­φο­ρε­τι­κές με­τα­μορ­φώ­σεις α­πό βι­βλίο σε βι­βλίο, α­φί­στα­ται μιας μυ­θο­ποιη­μέ­νης βιο­γρα­φίας. Το σί­γου­ρο, ό­μως, εί­ναι πως σε κά­ποια βι­βλία του, ό­πως το «Βι­βλιά­ριο της οι­κο­γέ­νειας» του 1977 και το με­τα­γε­νέ­στε­ρο, «Μία γε­νε­α­λο­γία», του 2005, το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό στοι­χείο υ­περ­τε­ρεί, χω­ρίς να συ­μπί­πτει με την α­κρί­βεια πραγ­μα­τι­κών συμ­βά­ντων. Κα­τά τα άλ­λα, η μορ­φή που δί­νει στην α­φή­γη­ση, α­να­ζη­τώ­ντας τα ί­χνη προ­σώ­πων που ε­ξα­φα­νί­στη­καν, έ­τσι ό­πως α­φορ­μά­ται α­πό πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά, λ.χ., στο «Ντό­ρα Μπρού­ντερ», θα ταί­ρια­ζε στο αυ­το­μυ­θι­στό­ρη­μα ε­νός ε­ρευ­νη­τή αρ­χείων ή ε­νός ι­στο­ρι­κού της ε­βραϊκής γε­νο­κτο­νίας, ε­πι­κε­ντρω­μέ­νου στη γερ­μα­νι­κή κα­το­χή του Πα­ρι­σιού. 
Ο Μο­ντιά­νο δια­θέ­τει μία συγ­γρα­φι­κή φα­ντα­σία δια­φο­ρε­τι­κής γο­νι­μό­τη­τας α­πό ε­κεί­νη του μπε­στσελ­λε­ρί­στα. Πι­θα­νώς για­τί δια­μορ­φώ­θη­κε με το έμ­μο­νο πά­θος της ε­βραϊκής ταυ­τό­τη­τας και μοί­ρας, μη­ρυ­κά­ζο­ντας για χρό­νια την αι­νιγ­μα­τι­κή α­που­σία του πα­τέ­ρα και το θά­να­το ε­νός μι­κρό­τε­ρου α­δελ­φού, τον οποίον δείχνει σαν να τον κουβαλά στη ράχη του. Θυ­μί­ζει το καρ­να­βα­λι­κό Δί­κω­λο στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Γιάν­νη Κιουρ­τσά­κη, «Σαν μυ­θι­στό­ρη­μα», που στη γαλ­λι­κή με­τά­φρα­ση χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε ως τίτ­λος, και για­τί ό­χι, α­φού το βι­βλίο γρά­φτη­κε με α­φορ­μή τον αυ­τό­χει­ρα με­γα­λύ­τε­ρο α­δελ­φό του α­φη­γη­τή. Η βε­ντά­λια της φα­ντα­σίας του Μο­ντιά­νο α­νοί­γει α­πό το πρώ­το του βι­βλίο, «Πλα­τεία του α­στε­ριού», με α­φη­γη­τή που προ­βάλ­λει σαν δι­κό του alter ego, αλ­λά α­κούει στο ό­νο­μα Σλε­μι­λό­βι­τς, τον σκω­πτι­κό ή­ρωα της γί­ντις πα­ρά­δο­σης. Αυ­τός, σε κα­τά­στα­ση πα­ραι­σθη­σια­κού με­τεω­ρι­σμού, παίρ­νει τα δια­φο­ρε­τι­κά προ­σω­πεία, τα ο­ποία κα­τά και­ρούς ο ί­διος εί­χε α­πο­δώ­σει στον πα­τέ­ρα του.
Πα­ραλ­λα­γές του πα­τρι­κού φά­σμα­τος ως “Ασκή­σεις ύ­φους”, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο του βα­σι­κού έρ­γου του Ραιη­μόντ Κε­νώ, που στά­θη­κε προ­στά­της του στην ε­φη­βεία, μέ­χρι που τον ο­δή­γη­σε 23χρο­νο με το πρώ­το του βι­βλίο στον Γκα­λι­μά­ρ, και δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στην εκκλησία, ως κουμπάρος μαζί με τον Αντρέ Μαλρώ. Ωστό­σο, οι “α­σκή­σεις” του Μο­ντιά­νο εί­ναι πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κές. Η συ­νη­θέ­στε­ρη δο­μή που υιο­θε­τεί για να ξε­δι­πλώ­σει την α­να­ζή­τη­ση προ­σώ­πων με θο­λό πα­ρελ­θόν ή άλ­λων που τα ί­χνη τους χά­θη­καν, εί­ναι αυ­τή του α­στυ­νο­μι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, χω­ρίς ψυ­χο­λο­γι­κές εμ­βα­θύν­σεις, ε­πι­μέ­νο­ντας στις λε­πτο­μέ­ρειες και τις σχο­λα­στι­κά α­κρι­βείς συ­ντε­ταγ­μέ­νες του τό­που. 
Έτσι α­να­σταί­νει το Πα­ρί­σι του ’60, σή­με­ρα πλέ­ον έ­να ο­νει­ρι­κό Πα­ρί­σι. Σε αυ­τό πε­ρι­πλα­νιέ­ται “η μι­κρή Μπι­ζού”, α­να­κα­λώ­ντας πα­ρελ­θο­ντι­κά γε­γο­νό­τα, που μέ­νουν σαν να κο­λυ­μπούν στο χρό­νο χω­ρίς συν­δε­τι­κό ειρ­μό. Αλλά και η Λου­κί, ό­πως την α­πο­κα­λεί η μποέ­μι­κη πα­ρέα του Κα­φέ στο ο­ποίο συ­χνά­ζει, του “Κα­φέ της χα­μέ­νης νεό­τη­τας”. Δυο η­ρωί­δες, που κα­τα­τρύ­χο­νται α­πό το φά­σμα της μη­τέ­ρας και δί­νουν τη λύ­ση της αυ­το­χει­ρίας. Το τέ­λος του πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος εί­ναι αι­σιό­δο­ξο, “η μι­κρή Μπι­ζού” ε­πι­βιώ­νει κά­νο­ντας μια και­νού­ρια αρ­χή. Πο­λύ πιο ρε­α­λι­στι­κό το δεύ­τε­ρο, κα­θώς η Λου­κί δρα­σκε­λί­ζει τα κά­γκε­λα του μπαλ­κο­νιού. Πριν πέ­σει ψελ­λί­ζει: “Αυ­τό εί­ναι. Αφή­σου.”. Δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα α­πό τα κα­λύ­τε­ρα δείγ­μα­τα του λο­γο­τε­χνι­κού ύ­φους του Μο­ντιά­νο. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/10/2014.