Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Τακτοποίηση του Ροΐδη

Ανδρέ­ας Μ. Ανδρεά­δης
«Ροϊδι­κά με­λε­τή­μα­τα 1911-1934»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια Παν। Μουλ­λάς
ΜΙΕ­Τ, Ιού­λιος 2010
Μέ­χρι τέ­λους στις φι­λο­λο­γι­κές ε­πάλ­ξεις πα­ρέ­μει­νε ο Πα­να­γιώ­της Μουλ­λάς. Πέ­θα­νε βρά­δυ Σαβ­βά­του, 11 Σε­πτεμ­βρίου 2010. Η εί­δη­ση του θα­νά­του του έ­φθα­σε σε ε­μάς ταυ­τό­χρο­να με το τε­λευ­ταίο βι­βλίο του. Ο ί­διος θα πρέ­πει να πρό­λα­βε να το πιά­σει στα χέ­ριά του, δε­δο­μέ­νου ό­τι ο κο­λο­φώ­νας φέ­ρει η­με­ρο­μη­νία Ιού­λιο 2010, ε­νώ τα προ­λε­γό­με­να, Ιού­νιο 2009. Με τον 19ο αιώ­να ξε­κί­νη­σε ο Μουλ­λάς και με τον 19ο τερ­μά­τι­σε. Το πρώ­το βι­βλίο του, που εί­χε εκ­δο­θεί το 1974, ή­ταν για τον Πα­πα­δια­μά­ντη, «Α. Πα­πα­δια­μά­ντης Αυ­το­βιο­γρα­φού­με­νος». Εί­χαν προ­η­γη­θεί οι με­τα­φρά­σεις Λου­κια­νού και Φλω­μπέρ. Το τε­λευ­ταίο ή­ταν για τον Ροΐδη. Επί­σης, το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του, το 1980, ή­ταν για τον Βι­ζυη­νό, τα «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά διη­γή­μα­τα». Αλλά και το ύ­στα­το, που έ­μει­νε η­μι­τε­λές, ή­ταν κι αυ­τό για τον Βι­ζυη­νό. Εκτός αυ­τών, εν­δια­μέ­σως ε­ξέ­δω­σε και άλ­λες με­λέ­τες για τον 19ο αιώ­να. Με­τα­ξύ αυ­τών, και τον ει­σα­γω­γι­κό τό­μο για την «Πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία μας» στη γραμ­μα­το­λο­γία των εκ­δό­σεων Σο­κό­λη. Συ­νή­θως πα­ρα­λεί­πε­ται στην ερ­γο­γρα­φία του, πα­ρό­τι έ­χει πλή­ρη αυ­το­τέ­λεια έρ­γου, ό­πως, άλ­λω­στε, και ο ει­σα­γω­γι­κός τό­μος για την προ­η­γού­με­νη ε­νό­τη­τα της ί­διας γραμ­μα­το­λο­γίας, την «Με­σο­πο­λε­μι­κή πε­ζο­γρα­φία». Άλλω­στε και η δια­τρι­βή του στο Πα­ρί­σι, «Οι ποιη­τι­κοί δια­γω­νι­σμοί του Πα­νε­πι­στη­μίου Αθη­νών 1851-1877», για τον 19ο ή­ταν. Αυ­τό το αρ­χι­κό βι­βλίο δεν εκ­δό­θη­κε πο­τέ στα ελ­λη­νι­κά. Αν δεν σφάλ­λου­με, κα­θώς οι φι­λό­λο­γοι, ό­σο ση­μα­ντι­κό έρ­γο κι αν έ­χουν, έ­να φι­λο­λο­γι­κά άρ­τιο λήμ­μα φαί­νε­ται να μην α­ξιώ­νο­νται. Ού­τε τυ­πω­μέ­νο ού­τε η­λεκ­τρο­νι­κό. Ενδει­κτι­κά, α­ξί­ζει να ε­πι­σκε­φθεί κα­νείς την ι­στο­σε­λί­δα του Ε­ΚΕ­ΒΙ, ό­που τα βι­βλία του Μουλ­λά α­να­κα­τεύο­νται με τις συμ­με­το­χές του σε συλ­λο­γι­κούς τό­μους. Όσο για τα λήμ­μα­τα στις πρό­σφα­τες ε­γκυ­κλο­παί­δειες, α­ντί για πλή­ρη α­να­φο­ρά των βι­βλίων, προ­στί­θε­ται το γνω­στό και αό­ρι­στο, “και πολ­λά άλ­λα”. Το ί­διο γε­νι­κό­λο­γες εί­ναι και οι νε­κρο­λο­γίες. Αν και αυ­τές δι­καιο­λο­γού­νται ως κεί­με­να του ε­πεί­γο­ντος. Υπο­θέ­του­με ό­τι αυ­τή η προ­χει­ρό­τη­τα, τώ­ρα, που το κε­φά­λαιο Παν. Μουλ­λά έ­κλει­σε, θα διορ­θω­θεί, χά­ρις στην πο­λυά­ριθ­μη ο­μά­δα μα­θη­τών, που ευ­τύ­χη­σε να α­πο­κτή­σει.
Ακρι­βώς, με το τε­λευ­ταίο βι­βλίο του ο Μουλ­λάς, δεν τα­κτο­ποιεί μό­νο τα του Ροΐδη, αλ­λά φρο­ντί­ζει και τα κα­τά­λοι­πα ε­νός α­γνο­η­μέ­νου με­λε­τη­τή της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Πρό­κει­ται για τον Κερ­κυ­ραίο Ανδρέα Ανδρεά­δη, α­νι­ψιό του Ροΐδη, α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας του, της Χιώ­τισ­σας Κορ­νη­λίας Ρο­δο­κα­νά­κη. Η για­γιά του Ανδρεά­δη θα πρέ­πει να ή­ταν έ­να α­πό τα πέ­ντε α­δέλ­φια της οι­κο­γέ­νειας Ρο­δο­κα­νά­κη, που εί­χαν την ο­δυ­νη­ρή ε­μπει­ρία να δουν τον πα­τέ­ρα τους, τον άρ­χο­ντα Φρα­γκο­μα­νώ­λη Ρο­δο­κα­νά­κη, α­παγ­χο­νι­σμέ­νο α­πό τους Οθω­μα­νούς, να κρέ­με­ται α­πό το δέ­ντρο, ό­πως πα­ρα­στα­τι­κά διη­γεί­ται ο Ανδρεά­δης στο πρώ­το με­λέ­τη­μά του. Πά­ντως, ως α­ξιό­λο­γος συγ­γρα­φέ­ας και με­λε­τη­τής πρέ­πει να κα­τα­χω­ρη­θεί ο Ανδρεά­δης, πα­ρό­λο που με το χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας α­σχο­λή­θη­κε πε­ριο­δι­κά. Πιο συ­στη­μα­τι­κά, ό­μως, κι­νή­θη­κε στο χώ­ρο του θεά­τρου, α­σχέ­τως αν οι θε­α­τρι­κές κρι­τι­κές του, οι πε­ρισ­σό­τε­ρες με το ψευ­δώ­νυ­μο Αλκ., μέ­νουν κα­τα­χω­νια­σμέ­νες στην ε­φη­με­ρί­δα «Εστία», ό­που συ­νερ­γα­ζό­ταν ως θε­α­τρι­κός κρι­τι­κός.
Ο Ανδρεά­δης διέ­πρε­ψε ως οι­κο­νο­μο­λό­γος. Με δυο δι­πλώ­μα­τα α­πό το Πα­νε­πι­στή­μιο του Πα­ρι­σιού, της νο­μι­κής και των πο­λι­τι­κών και οι­κο­νο­μι­κών ε­πι­στη­μών, α­ρί­στευ­σε στη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του και συ­μπλή­ρω­σε τις σπου­δές του στην Αγγλία. Δέ­κα χρό­νια έ­μει­νε στο ε­ξω­τε­ρι­κό, ό­πως και ο Μουλ­λάς. Εκεί­νος, ε­πι­στρέ­φο­ντας το 1902, έ­γι­νε υ­φη­γη­τής και τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα κα­θη­γη­τής της έ­δρας Δη­μό­σιας Οι­κο­νο­μίας, ό­πως συ­νέ­βη και με τον Μουλ­λά κα­τά την ε­πι­στρο­φή του α­πό το Πα­ρί­σι το 1977, ό­ταν ε­ξε­λέ­γη κα­θη­γη­τής νε­ο­ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Θεσ­σα­λι­κής, αρ­χι­κά έ­κτα­κτος και το 1980, τα­κτι­κός. Μό­νο που ο Μουλ­λάς πρό­λα­βε και συ­ντα­ξιο­δο­τή­θη­κε το 2002, ε­νώ ο Ανδρεά­δης πα­ραι­τή­θη­κε το 1934 για λό­γους υ­γείας. Πέ­θα­νε την 29η Μαΐου 1935, το έ­τος που γεν­νή­θη­κε ο Μουλ­λάς. Μια συ­μπτω­μα­τι­κή πα­ραλ­λη­λία των δύο βίων. Ο Μουλ­λάς συ­γκε­ντρώ­νει μεν τα ροϊδι­κά με­λε­τή­μα­τα του Ανδρεά­δη, αλ­λά τον κρί­νει με αυ­στη­ρό­τη­τα. Συ­γκρα­τού­με μια ε­πι­μύ­θιο φρά­ση, που θεω­ρού­με ό­τι ι­σχύει γε­νι­κό­τε­ρα για το έρ­γο του κά­θε με­λε­τη­τή. Του­λά­χι­στον για ό­σους στά­θη­καν ερ­γα­τι­κοί και έ­ντι­μοι. Γρά­φει ο Μουλ­λάς για τον Ανδρεά­δη: «Κά­νει κα­νείς ό,τι μπο­ρεί. Για­τί ε­δώ α­κρι­βώς, σ’ αυ­τό το ση­μείο ό­που η κα­λή θέ­λη­ση ε­νός αν­θρώ­που δια­σταυ­ρώ­νε­ται με τις πνευ­μα­τι­κές του δυ­να­τό­τη­τες, βρί­σκε­ται (και κρί­νε­ται) η προ­σπά­θεια…»
Ο Ανδρεά­δης ή­ταν και έ­νας α­πό τους 38 α­κα­δη­μαϊκούς, που διο­ρί­στη­καν α­πό την κυ­βέρ­νη­ση Πά­γκα­λου, κα­τά την ί­δρυ­ση της Ακα­δη­μίας, το 1926. Ανή­κε στην Τά­ξη Ηθι­κών και Πο­λι­τι­κών Επι­στη­μών. Οι άλ­λες δυο Τά­ξεις ή­ταν των Θε­τι­κών Επι­στη­μών και των Γραμ­μά­των και Κα­λών Τε­χνών, ό­που διο­ρί­στη­κε η τριά­δα των ποιη­τών, Πα­λα­μάς-Δρο­σί­νης-Προ­βε­λέγ­γιος. Στα λο­γο­τε­χνι­κά του με­λε­τή­μα­τα, ο Ανδρεά­δης α­σχο­λή­θη­κε με συγ­γρα­φείς, που εί­χε συ­να­να­στρα­φεί. Επτα­νή­σιους, ό­πως οι Μα­βί­λης, Πο­λυ­λάς, Μαρ­κο­ράς, τον θείο του αλ­λά και τον Βι­κέ­λα, με τον ο­ποίο δια­τη­ρού­σε φι­λι­κή σχέ­ση. Ο Μουλ­λάς πε­ριο­ρί­ζε­ται σε ό­σα δη­μο­σιεύ­μα­τά του α­φο­ρούν τον Ροΐδη, συ­νο­λι­κά εν­νέα. Από αυ­τά, το πρώ­το, μια σκια­γρά­φη­ση της βιο­γρα­φίας της Κορ­νη­λίας Ρο­δο­κα­νά­κη, και το έ­βδο­μο, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται, «Ένας Έλλη­νας ε­φά­μιλ­λος του Ανα­τόλ Φρα­νς. Ο Εμμα­νουήλ Ροΐδης», θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν δυ­σεύ­ρε­τα, α­φού δη­μο­σιεύ­θη­καν στα πρώ­τα τεύ­χη δυο πε­ριο­δι­κών, των «Χια­κών Χρο­νι­κών» το 1911 και του «Le Balkans», που εκ­δι­δό­ταν στην Αθή­να, το 1931. Τα δυο τε­λευ­ταία, «Ο Εμμα­νουήλ Ροΐδης και η Ιτα­λία» και «Ένα λη­σμο­νη­μέ­νο έρ­γο του Ροΐδη», βρί­σκο­νται στη «Νέα Εστία» του 1934. Απο­μέ­νει ο κυ­ρίως κορ­μός, το “βιο­γρα­φι­κό ση­μείω­μα” του Ροΐδη και τέσ­σε­ρα σύ­ντο­μα κεί­με­να, με το γε­νι­κό τίτ­λο «Αντί προ­λό­γου», που συ­νο­δεύουν τα πρώ­τα «Άπα­ντα» του Ροΐδη.
Το 1911, στη «Λο­γο­τε­χνι­κή Βι­βλιο­θή­κη Φέ­ξη», ξε­κι­νά η έκ­δο­ση με τους δυο πρώ­τους τό­μους, στους ο­ποίους συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα διη­γή­μα­τα. Το 1912, α­κο­λου­θεί ο τό­μος «Κρι­τι­καί Με­λέ­ται». Το 1913, έρ­χο­νται οι τρεις ε­πό­με­νοι τό­μοι: «Τα Εί­δω­λα», «Έργα, Με­λέ­ται φι­λο­λο­γι­καί, καλ­λι­τε­χνι­καί, φι­λο­σο­φι­καί», «Πά­ρερ­γα και πα­ρα­λει­πό­με­να». Και το 1914, ο έ­βδο­μος και τε­λευ­ταίος τό­μος, «Το πνεύ­μα του Ροΐδου και διά­φο­ροι πο­λι­τι­καί και δι­πλω­μα­τι­καί με­λέ­ται». Την πρω­το­βου­λία και την ε­πι­μέ­λεια των Απά­ντων την α­να­λαμ­βά­νουν δυο συγ­γε­νείς του Ροΐδη, ο Ανδρεά­δης και ο ε­ξά­δελ­φός του Δη­μή­τρης Πε­τρο­κόκ­κι­νος. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, πε­ραι­τέ­ρω στοι­χεία για τον Πε­τρο­κόκ­κι­νο δεν δί­νο­νται. Εκτός αν πρό­κει­ται για τον με­τέ­πει­τα διευ­θυ­ντή της Εμπο­ρι­κής Τρα­πέ­ζας, γιο του Στέ­φα­νου Πε­τρο­κόκ­κι­νου, με τον ο­μώ­νυ­μο ε­μπο­ρι­κό οί­κο του Λον­δί­νου. Αυ­τά τα πρώ­τα Άπα­ντα α­κο­λου­θούν ει­δο­λο­γι­κή κα­τά­τα­ξη και δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νουν την «Πά­πισ­σα Ιωάν­να». Το 1940, εκ­δό­θη­καν σε τέσ­σε­ρις τό­μους τα Άπα­ντα του Κώ­στα Και­ρο­φύλ­λα και το 1960, του Ε. Π. Φω­τιά­δη. Τέ­λος, το 1978, τα πε­ντά­το­μα, πλή­ρη και σε χρο­νο­λο­γι­κή τά­ξη, του Άλκη Αγγέ­λου.
Στους ε­πι­με­λη­τές των πρώ­των Απά­ντων γί­νε­ται τι­μη­τι­κή μνεία α­πό τον Αγγέ­λου, ε­νώ ο Κλέων Πα­ρά­σχος τους α­φιε­ρώ­νει τη δί­το­μη μο­νο­γρα­φία του «Εμμα­νουήλ Ροΐδης. Η ζωή, το έρ­γο, η ε­πο­χή του», που εκ­δί­δει το 1942 και το 1950. Μά­λι­στα, κα­τά λέ­ξη, η α­φιέ­ρω­ση εί­ναι: «Στον Ανδρέα Ανδρεά­δη και στον Δ. Πε­τρο­κόκ­κι­νο που τό­σα τους χρεω­στούν ό­σοι α­γα­πούν τον Ροΐδη». Ο Πα­ρά­σχος α­να­τρέ­πει τη σει­ρά των ο­νο­μά­των, προ­τάσ­σο­ντας τον Ανδρεά­δη, ο ο­ποίος συγ­γρά­φει τα συ­νο­δευ­τι­κά κεί­με­να, ε­νώ ο Πε­τρο­κόκ­κι­νος θα πρέ­πει να πρω­το­στά­τη­σε στη συ­γκέ­ντρω­ση του υ­λι­κού. Πέ­ραν, πά­ντως, των μνη­μο­νεύ­σεων, ε­κεί­να τα πρώ­τα Άπα­ντα α­πό­μει­ναν στις σπά­νιες εκ­δό­σεις και μα­ζί χά­θη­καν οι πρό­λο­γοι του Ανδρεά­δη. Το βιο­γρα­φι­κό του Ροΐδη κυ­κλο­φό­ρη­σε και ως αυ­το­τε­λές φυλ­λά­διο, έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­το του Ανδρεά­δη. Γε­νι­κώς, ό­μως, τα φυλ­λά­δια έ­χουν α­κό­μη πιο βρα­χύ­βιο βίο. Τα κεί­με­να του Ανδρεά­δη κρί­νο­νται ως ση­μα­ντι­κά α­πό τον Αγγέ­λου, που θεω­ρεί το ε­κτε­τα­μέ­νο βιο­γρα­φι­κό του Ροΐδη ως “το βα­σι­κό­τε­ρο α­πό τα βο­η­θή­μα­τα”, του­λά­χι­στον μέ­χρι τό­τε που γρά­φει τον πρό­λο­γο. Βε­βαίως, α­πό τό­τε έ­χουν πε­ρά­σει τριά­ντα χρό­νια, ω­στό­σο ο Ανδρεά­δης στη­ρί­ζει τη βιο­γρα­φία σε πραγ­μα­το­λο­γι­κά στοι­χεία, που γνω­ρί­ζει α­πό πρώ­το χέ­ρι. Μπο­ρεί να “πα­ρα­μέ­νει κά­πως ελ­λι­πής στο πε­δίο της ερ­μη­νείας”, ό­πως εί­ναι η ά­πο­ψη του Μουλ­λά, εν τέ­λει, ό­μως, οι ερ­μη­νείες έρ­χο­νται και πα­ρέρ­χο­νται.
Εκτός του βιο­γρα­φι­κού στον πρώ­το τό­μο με τα συ­ρια­νά διη­γή­μα­τα, τα κεί­με­να, τα ε­πι­γρα­φό­με­να “α­ντί προ­λό­γου”, δη­μο­σιεύο­νται στον πέ­μπτο, έ­κτο και έ­βδο­μο τό­μο. Μά­λι­στα, στον έ­βδο­μο τό­μο, δη­μο­σιεύο­νται δυο κεί­με­να. Το έ­να, που χω­ρί­ζε­ται σε δυο μέ­ρη, προ­λο­γί­ζει τα “πο­λι­τι­κά άρ­θρα” και τα “άρ­θρα και με­λέ­ται πε­ρί ε­ξω­τε­ρι­κών ζη­τη­μά­τω­ν”, ε­νώ το δεύ­τε­ρο, «Το πνεύ­μα του Ροΐδου». Πα­ρα­τη­ρού­με, δη­λα­δή, ό­τι ο Ανδρεά­δης πε­ριο­ρί­ζε­ται στους το­μείς που πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­τέ­χει. Το τε­λευ­ταίο κεί­με­νο εί­ναι έ­να ε­γκώ­μιο στο πνεύ­μα του Ροΐδη, στο ο­ποίο θεω­ρεί ό­τι ο θείος του ο­φεί­λει τη δη­μο­τι­κό­τη­τά του. Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει το συ­μπέ­ρα­σμα, με το ο­ποίο κα­τα­λή­γει ο Ανδρεά­δης τις ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κές πα­ρεμ­βά­σεις του στα Άπα­ντα: «… ο Ελλη­νι­σμός πλεί­στας ε­πε­τέ­λε­σε προό­δους, και πολ­λά ά­το­πα, κα­θ’ ων ε­ξα­νί­στα­το ο δι­καίως κλη­θείς “προ­δρο­μι­κός” συγ­γρα­φεύς, ε­ξέ­λι­πον. Αλλά τού­το δεν θα ή­το λό­γος δια να παύ­σω­μεν α­να­γι­γνώ­σκο­ντες τον Ροΐδη­ν… ου­δέ δυ­στυ­χώς ήλ­λα­ξαν ε­ντε­λώς και η φύ­σις του Ελλη­νι­κού λα­ού, ό­στις πα­ρά πλεί­στας α­ρε­τάς έ­χει ό­μως το ε­λάτ­τω­μα ό­τι, ε­νώ ά­ρι­στα δια­βλέ­πει το ορ­θόν, α­γω­νί­ζε­ται υ­πέρ αυ­τού... ά­νευ συ­νο­χής και προ­γράμ­μα­τος, με­τ’ α­δρα­νούς α­πεχ­θείας κα­τά των διε­φθαρ­μέ­νων, με­τ’ α­στά­του ευ­με­νείας υ­πέρ των χρη­στώ­ν…» Και συ­νε­χί­ζει, πα­ρα­τη­ρώ­ντας ό­τι “η ι­δέα της συ­ναλ­λα­γής μέ­νει ε­ρι­ζω­μέ­νη εις τα έ­θι­μά μας”. Δεν θα φα­ντα­ζό­ταν, πά­ντως, ό­τι, 100 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, η μεν ι­δέα της συ­ναλ­λα­γής α­ντί να ξε­ρι­ζω­θεί θα εί­χε α­πλώ­σει ρί­ζας πλα­τά­νου, το δε ε­λάτ­τω­μα της α­νο­χής θα εί­χε κα­τα­στεί καρ­κί­νω­μα.
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, ο Μουλ­λάς ε­τοί­μα­σε έ­να βι­βλίο, ό­χι μό­νο φι­λο­λο­γι­κά εν­δια­φέ­ρον αλ­λά και α­ξια­νά­γνω­στο. Επει­δή, α­κρι­βώς, ο Ανδρεά­δης δεν γρά­φει ως φι­λο­λο­γι­κός κρι­τι­κός, οι βιο­γρα­φίες της Κορ­νη­λίας και του υιού της έ­χουν την α­φη­γη­μα­τι­κή γλα­φυ­ρό­τη­τα και τις ποι­κί­λες πα­ρεκ­βά­σεις, που συ­νά­δουν προς έ­να α­νά­γνω­σμα. Τα υ­πό­λοι­πα κεί­με­να, α­κό­μη κι αν γρά­φο­νται σε υ­ψη­λούς τό­νους, ό­πως εί­θι­σται σε κεί­με­να προ­λό­γων και ο­μι­λιών, δια­βά­ζο­νται με εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς συ­γκε­ντρώ­νουν στοι­χεία ά­γνω­στα σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό. Πα­ρά­δειγ­μα, η δη­μο­σιευ­μέ­νη στη «Νέα Εστία» διά­λε­ξη του Ανδρεά­δη, που δό­θη­κε στο Ιτα­λι­κό Ινστι­τού­το, στις 9 Ια­νουα­ρίου 1934, ό­που κα­τα­γρά­φο­νται οι οι­κο­γε­νεια­κοί δε­σμοί του Ροΐδη με την Ιτα­λία. Ξε­κι­νά α­πό το πώς οι Ροΐδη­δες χω­ρί­στη­καν σε δυο κλά­δους, κα­θώς ο έ­νας βρέ­θη­κε στη Χίο και ο άλ­λος στη Ζά­κυν­θο. Από τον πρώ­το κα­τα­γό­ταν ο Ροΐδης, α­πό τον δεύ­τε­ρο, ο “Ντο­τό­ρο Ροΐδης”, γνω­στός α­πό τα πρώ­τα ι­τα­λό­γλωσ­σα σα­τι­ρι­κά του Σο­λω­μού. Και ο Ανδρεά­δης φθά­νει μέ­χρι τις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες, που έ­γρα­ψε ο Ροΐδης, εν­θυ­μού­με­νος την Ιτα­λία.
Ροΐδης - Ανδρεά­δης - Μουλ­λάς και οι τρεις πέ­θα­ναν γύ­ρω στα 70 (68, 69, 75 α­ντι­στοί­χως) και τα τε­λευ­ταία χρό­νια της ζωής τους ή­ταν και τα δυ­σκο­λό­τε­ρα (με πε­ρισ­σό­τε­ρο τυ­χε­ρό τον Ανδρεά­δη, που τα­λαι­πω­ρή­θη­κε κα­νέ­να χρό­νο). Όσο για τον Μουλ­λά, ο­φεί­λει στον Ροΐδη την τε­λευ­ταία φι­λο­λο­γι­κή του ο­δύσ­σεια, με τις κα­λές και τις κα­κές της ώ­ρες.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Σολωμικά και άλλα

«Κον­δυ­λο­φό­ρος»
Τό­μος 8/2009
Εκδό­σεις University Studio Press
Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010

Ο «Κον­δυ­λο­φό­ρος» εί­ναι μια ε­τή­σια έκ­δο­ση α­πο­κλει­στι­κά α­φιε­ρω­μέ­νη στη νεό­τε­ρη ελ­λη­νι­κή φι­λο­λο­γία. Πρό­κει­ται για διά­δο­χο πε­ριο­δι­κό ε­κεί­νου που εί­χε εκ­δώ­σει το 1989 ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, με τίτ­λο, “τον α­νά­λα­φρο γλωσ­σο­δέ­τη” «Μο­λυ­βδο-κον­δυ­λο-πε­λε­κη­τής». Αυ­τός ο πρό­γο­νος του «Κον­δυ­λο­φό­ρου» συ­μπλή­ρω­σε ο­κτώ τεύ­χη μέ­χρι το 2001, που α­νε­στά­λη η κυ­κλο­φο­ρία του. Τα τέσ­σε­ρα πρώ­τα εί­χαν διευ­θυ­ντή σύ­ντα­ξης και ε­πι­με­λη­τή τον ί­διο τον ε­μπνευ­στή του πε­ριο­δι­κού, τον Σαβ­βί­δη, ε­νώ τα τέσ­σε­ρα ε­πό­με­να, που εκ­δό­θη­καν με­τά το θά­να­τό του, μια ο­κτα­με­λή συ­ντρο­φιά φί­λων και μα­θη­τών του. Το 2002 κυ­κλο­φό­ρη­σε το πρώ­το τεύ­χος του «Κον­δυ­λο­φό­ρου» με συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή την ί­δια ο­κτα­με­λή ο­μά­δα. Ου­σια­στι­κά, ε­πρό­κει­το για με­το­νο­μα­σία του προ­η­γού­με­νου πε­ριο­δι­κού, την ο­ποία, το πι­θα­νό­τε­ρο, ε­πέ­βα­λαν ε­ξω­φι­λο­λο­γι­κοί λό­γοι. Σί­γου­ρα, πά­ντως, ό­χι η πρό­θε­ση να ε­ξευ­ρε­θεί έ­νας πε­ρισ­σό­τε­ρο εύ­στο­χος τίτ­λος.
Ο ό­γδοος τό­μος του «Κον­δυ­λο­φό­ρου» –ας ελ­πί­σου­με, αυ­τή τη φο­ρά, ό­χι και ο τε­λευ­ταίος– κυ­κλο­φό­ρη­σε το 2010, α­ντι­στοι­χεί, ό­μως, στο έ­τος 2009. Η συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή, στο ει­σα­γω­γι­κό της ση­μείω­μα πε­ρί «Επε­τείων», το α­φιε­ρώ­νει σε δύο ε­πε­τείους, μια για κά­θε έ­τος, μη α­να­φέ­ρο­ντας μια τρί­τη, πι­θα­νώς και α­να­βάλ­λο­ντας τη συ­γκε­κρι­μέ­νη μνη­μό­νευ­ση για τον ε­πό­με­νο τό­μο του πε­ριο­δι­κού. Έχου­με και λέ­με: Πρώ­τη ε­πέ­τειος, η συ­μπλή­ρω­ση 150 χρό­νων –και μά­λι­στα, σαν σή­με­ρα, στις 2 Οκτω­βρίου 1859– α­πό την έκ­δο­ση των «Ευ­ρι­σκο­μέ­νων» του Διο­νυ­σίου Σο­λω­μού, με την φρο­ντί­δα του μα­θη­τή και φί­λου του Ιά­κω­βου Πο­λυ­λά. Δεύ­τε­ρη ε­πέ­τειος, ο θά­να­τος προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας, στις 3 Ια­νουα­ρίου 1995, της ε­ξέ­χου­σας σο­λω­μί­στριας Ελέ­νης Τσα­ντσά­νο­γλου, στη μνή­μη της ο­ποίας α­φιε­ρώ­νε­ται ο και­νού­ριος τό­μος. Τρί­τη, μη μνη­μο­νευό­με­νη, ε­πέ­τειος, ο θά­να­τος, ε­πί­σης προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας, στις 6 Ιου­νίου 1995, του Σαβ­βί­δη, που, το 2009, αν ζού­σε, θα συ­μπλή­ρω­νε τα ο­γδό­ντα. Και οι δυο θά­να­τοι πρόω­ροι, αν ό­χι α­πό τη βιο­λο­γι­κή ά­πο­ψη, αλ­λά, α­πό την ά­πο­ψη που κυ­ρίως βα­ραί­νει, της μα­χι­μό­τη­τας ε­νός ε­ρευ­νη­τή.
Στον τό­μο προ­τάσ­σο­νται τρία κεί­με­να για τον Σο­λω­μό. «Εν αρ­χή ην ο Σο­λω­μός κα­τά Πο­λυ­λάν (1859). Κα­τό­πιν ο Σο­λω­μός κα­τά Πο­λυ­λά­ν-Πο­λί­την (1948). Ακο­λού­θη­σε η φω­το­γρα­φι­κή α­να­πα­ρα­γω­γή και η τυ­πο­γρα­φι­κή με­τα­γρα­φή των αυ­το­γρά­φων του α­πό τον Πο­λί­τη (1964). Και τώ­ρα έ­χου­με –και θα έ­χου­με, λο­γα­ριά­ζω, του­λά­χι­στον για δυο γε­νεές– τον Σο­λω­μό κα­τά Αλε­ξίου. Κα­νο­νι­κώς ε­χό­ντων των πραγ­μά­των, θα έ­πρε­πε να εί­χε προ­η­γη­θεί η α­να­θεώ­ρη­ση της με­τα­γρα­φής των αυ­το­γρά­φων α­πό την α­ντά­ξια διά­δο­χο του Πο­λί­τη, Ελέ­νη Τσα­ντσά­νο­γλου...», σχο­λία­ζε ο Σαβ­βί­δης, τον Μάϊο του 1994, με α­φορ­μή την έκ­δο­ση, «Ποιή­μα­τα και Πε­ζά» Διο­νυ­σίου Σο­λω­μού α­πό τον Στυ­λια­νό Αλε­ξίου. Ωστό­σο, η συ­νέ­χεια, που σκια­γρα­φεί ο Σαβ­βί­δης, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν εί­ναι τό­σο ο­μα­λή ού­τε οι σχέ­σεις των σο­λω­μι­στών και τό­σο αρ­μο­νι­κές. Η Τσα­ντσά­νο­γλου, ή­δη με τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή της, το 1978, ει­ση­γή­θη­κε και στη συ­νέ­χεια ε­φάρ­μο­σε την α­να­λυ­τι­κή μέ­θο­δο έκ­δο­σης των α­νο­λο­κλή­ρω­των σο­λω­μι­κών έρ­γων. Κα­τά την ε­κτί­μη­ση της συ­ντα­κτι­κής ε­πι­τρο­πής, πρό­κει­ται για μια νέα μέ­θο­δο, τό­σο ση­μα­ντι­κή, ώ­στε να μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί ως αλ­λα­γή του ε­πι­στη­μο­νι­κού πα­ρα­δείγ­μα­τος στη σο­λω­μι­κή έ­ρευ­να. Και ό­πως γνω­ρί­ζου­με, σύμ­φω­να και με τον Καρλ Πό­πε­ρ, που ει­σή­γα­γε την έν­νοια του ε­πι­στη­μο­νι­κού πα­ρα­δείγ­μα­τος, κά­θε αλ­λα­γή του δη­μιουρ­γεί έ­ντο­νες α­ντι­πα­λό­τη­τες.
Μια νεό­τε­ρη σο­λω­μί­στρια, η Κα­τε­ρί­να Τι­κτο­πού­λου, πα­ρου­σιά­ζει έ­να α­νέκ­δο­το σα­τι­ρι­κό ποίη­μα του Σο­λω­μού. Την ύ­παρ­ξή του την εί­χε πρώ­τος ε­πι­ση­μά­νει ο Λί­νος Πο­λί­της το 1954. Εί­κο­σι πέ­ντε χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το εί­χε εκ νέ­ου πα­ρου­σιά­σει η Τσα­ντσά­νο­γλου. Ήταν το 1979, στο πρώ­το μά­θη­μα μιας σει­ράς, με τίτ­λο, «Σά­τι­ρα και πο­λι­τι­κή», ό­που ε­κεί­νη σχο­λία­σε τον σα­τι­ρι­κό πό­λο του σο­λω­μι­κού έρ­γου. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν πρό­κει­ται α­κρι­βώς για ποίη­μα αλ­λά για έ­να η­μι­τε­λές, ό­χι α­πο­σπα­σμα­τι­κό αλ­λά συ­νε­χούς χα­ρα­κτή­ρα, ι­τα­λι­κό πε­ζό, που α­παρ­τί­ζε­ται α­πό 27 α­ριθ­μη­μέ­να “κε­φά­λαια”. Ακρι­βέ­στε­ρα, πρό­κει­ται για σύ­ντο­μες ε­νό­τη­τες. Από το 27ο υ­πάρ­χει μό­νο ο τίτ­λος του. Για ο­λό­κλη­ρο το σύν­θε­μα δεν δί­νε­ται τίτ­λος. Αντ’ αυ­τού, οι με­λε­τη­τές χρη­σι­μο­ποίη­σαν την ε­ναρ­κτή­ρια φρά­ση, η ο­ποία έ­χει α­πο­δο­θεί στα ελ­λη­νι­κά α­πό την Τσα­ντσά­νο­γλου ως «Κλα­δά­κια που στο τέ­λος θα δώ­σου­νε το δέ­ντρο». Σε έμ­με­τρο ελ­λη­νι­κό λό­γο, ο Σο­λω­μός μορ­φο­ποίη­σε μό­νο τα τρία πρώ­τα δί­στι­χα, που α­ντι­στοι­χούν στα τρία πρώ­τα “κε­φά­λαια”. Ο Πο­λυ­λάς τα δη­μο­σίευ­σε στα «Ευ­ρι­σκό­με­να», ε­νταγ­μέ­να στα σα­τι­ρι­κά «Επι­γράμ­μα­τα», με τον τίτ­λο «Εις ψεύ­τη». Μα­ζί δη­μο­σίευ­σε έ­να α­κό­μη δί­στι­χο «Προς τους Επτα­νή­σιους», που, στα σο­λω­μι­κά χει­ρό­γρα­φα, υ­πάρ­χει μό­νο σε έ­να πρώ­το σχε­δία­σμα του συν­θέ­μα­τος και με­τά α­φαι­ρεί­ται.
Η Τι­κτο­πού­λου προσ­διο­ρί­ζει το χρο­νι­κό διά­στη­μα, μέ­σα στο ο­ποίο θα πρέ­πει να γρά­φτη­κε το σύν­θε­μα, α­πό τον Ια­νουά­ριο του 1848 μέ­χρι τον Μάϊο του 1850. Στη συ­νέ­χεια, σχο­λιά­ζει τη δο­μή του, συ­γκρί­νο­ντάς την και με τα γνω­στά σα­τι­ρι­κά του Σο­λω­μού. Τέ­λος, το το­πο­θε­τεί στο ι­στο­ρι­κό-πο­λι­τι­κό πλαί­σιο που το ε­νέ­πνευ­σε: το 1848, ό­ταν οι Επτα­νή­σιοι διεκ­δι­κού­σαν α­πό τον άγ­γλο αρ­μο­στή ε­λευ­θε­ρο­τυ­πία και ε­λεύ­θε­ρη ε­κλο­γή εκ­προ­σώ­πων. Αι­τή­μα­τα, που, σε μια πρώ­τη φά­ση, φά­νη­κε να γί­νο­νται δε­κτά α­πό τη Με­γά­λη Βρε­τα­νία. Όταν, ό­μως, άλ­λα­ξε ο αρ­μο­στής και ήρ­θε έ­νας πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­ντη­ρη­τι­κός, οι με­ταρ­ρυθ­μί­σεις α­να­χαι­τί­στη­καν. Ο ποιη­τής σα­τι­ρί­ζει τό­σο τους “προ­στά­τες” ό­σο και τους “προ­στα­τευό­με­νους”. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι το δί­στι­χο, που τε­λι­κά α­φαί­ρε­σε: «Δυ­στυ­χι­σμέ­νε μου λαέ, κα­λέ και η­γα­πη­μέ­νε, / πά­ντο­τ’ ευ­κο­λο­πί­στευ­τε και πά­ντα προ­δο­μέ­νε». Το σύν­θε­μα δη­μο­σιεύε­ται στον τό­μο α­ντι­κρι­στά, το πρω­τό­τυ­πο και η με­τά­φρα­ση.
Το δεύ­τε­ρο σο­λω­μι­κό κεί­με­νο του τό­μου εί­ναι του Δη­μή­τρη Αγγε­λά­του, τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ανα­πα­ρι­στώ­ντας το υ­ψη­λό» και σχο­λιά­ζει, σε συ­γκρι­τι­κή βά­ση, τον «Κρη­τι­κό» του Σο­λω­μού και τον πί­να­κα «Η Σχε­δία της Μέ­δου­σας» (κα­τά τον με­λε­τη­τή, «Το Ναυά­γιο της Μέ­δου­σας»). Πρό­κει­ται για το γνω­στό­τε­ρο έρ­γο του ρο­μα­ντι­κού γάλ­λου ζω­γρά­φου Τε­ο­ντόρ Ζε­ρι­κώ, που πέ­θα­νε στα 33 του. Το τρί­το κεί­με­νο, του Αλέ­ξη Πο­λί­τη, δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν α­μι­γές σο­λω­μι­κό. Αφο­ρά, ω­στό­σο, μια εν­δια­φέ­ρου­σα πτυ­χή της σο­λω­μι­κής ποίη­σης, αυ­τήν της υ­πο­δο­χής της. Ανι­χνεύει τι κρά­τη­σε α­πό αυ­τήν και πώς το κρά­τη­σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο λαϊκό κοι­νό, του­λά­χι­στον μέ­χρι το 1900, που ο με­λε­τη­τής το­πο­θε­τεί ως ό­ριο της έ­ρευ­νάς του. Όπως φαί­νε­ται, ε­κεί­να που α­γα­πή­θη­καν, ή­ταν τα νε­α­νι­κά του Σο­λω­μού, που με­λο­ποιή­θη­καν νω­ρίς. Τα τρα­γού­δια του, και αυ­τά ό­χι αυ­τού­σια αλ­λά με τις πε­ρι­κο­πές και τις αλ­λα­γές, που θεώ­ρη­σαν α­να­γκαίες οι κα­τά και­ρούς αν­θο­λό­γοι και εκ­δό­τες τους. Συ­μπέ­ρα­σμα, η σο­λω­μι­κή ποίη­ση στά­θη­κε πο­λύ τολ­μη­ρή ό­χι μό­νο για τους συ­γκαι­ρι­νούς του ποιη­τή, αλ­λά και για τους κα­το­πι­νούς, του­λά­χι­στον για μι­σό αιώ­να με­τά το θά­να­τό του.
Στον τό­μο, ε­κτός α­πό τα σο­λω­μι­κά, δη­μο­σιεύο­νται εν­νέα α­κό­μη κεί­με­να ε­πί δια­φό­ρων φι­λο­λο­γι­κών θε­μά­τω­ν: Θί­γε­ται το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα με α­φορ­μή δυο α­νέκ­δο­τες ε­πι­στο­λές του Ιά­κω­βου Πο­λυ­λά και του Αργύ­ρη Εφτα­λιώ­τη προς τον άγ­γλο φι­λό­λο­γο Ουώλ­τερ Ληφ. Πρό­κει­ται για ε­πι­στο­λές, που, με πρό­σχη­μα την κρι­τι­κή του Ληφ για τη με­τά­φρα­ση της «Ιλιά­δας» α­πό τον Πάλ­λη, δεί­χνουν τη δια­φω­νία του Πο­λυ­λά με τις γλωσ­σι­κές ι­δέες του Ψυ­χά­ρη και την ταύ­τι­ση μα­ζί τους του Πάλ­λη. Σχο­λιά­ζε­ται το ποίη­μα «Ελέ­νη» του Σε­φέ­ρη. Πα­ρου­σιά­ζε­ται η πρώ­τη ελ­λη­νι­κή ε­φη­με­ρί­δα. Εκεί­νη η ε­βδο­μα­διαία ε­φη­με­ρί­δα, που ί­δρυ­σε ο Γεώρ­γιος Βε­ντό­της στη Βιέν­νη το 1784 και της ο­ποίας η έκ­δο­ση α­νε­στά­λη ε­π’ αό­ρι­στον α­πό την αυ­στρια­κή λο­γο­κρι­σία. Στο κεί­με­νο της Ίλιας Χατ­ζη­πα­να­γιώ­τη-Sangmeister πα­ρου­σιά­ζο­νται νέες μαρ­τυ­ρίες α­πό γερ­μα­νι­κές πη­γές, που ε­ντό­πι­σε. Σύμ­φω­να με τα και­νού­ρια δε­δο­μέ­να, ο τίτ­λος της ε­φη­με­ρί­δας ή­ταν «Τα­χυ­δρό­μος της Βιέν­νης» και ε­πρό­κει­το για έ­ντυ­πο α­πο­κλει­στι­κά ει­δη­σε­ο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ό­πως και η κα­το­πι­νή «Εφη­με­ρί­δα» των α­δελ­φών Πού­λιου. Το πρώ­το φύλ­λο κυ­κλο­φό­ρη­σε στις 28 Ιου­νίου 1784, το δεύ­τε­ρο, στις 5 Ιου­λίου και το τρί­το και τε­λευ­ταίο, στις 15 Ιου­λίου. Επί­σης πα­ρου­σιά­ζε­ται ο κύ­πριος ποιη­τής Βα­σί­λης Μι­χα­η­λί­δης. Πα­ρα­τί­θε­ται α­νά­λυ­ση του διη­γή­μα­τος του Βι­ζυη­νού, το «Αμάρ­τη­μα της μη­τρός μου». Φω­τί­ζε­ται ο «Κα­πε­τάν Μι­χά­λης» του Νί­κου Κα­ζα­ντζά­κη.
Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία, που τό­σο μας εν­δια­φέ­ρει το πώς μας βλέ­πουν οι Γερ­μα­νοί, α­πο­κτούν δύο με­λέ­τες, που έρ­χο­νται α­πό το Πα­νε­πι­στή­μιο του Μο­νά­χου. Η πρώ­τη, της Μα­ρίας Μπι­ζά, πα­ρου­σιά­ζει εν ε­κτά­σει την υ­πο­δο­χή του έρ­γου του Ρί­τσου στη Γερ­μα­νία. Όπως φαί­νε­ται, οι Δυ­τι­κο­γερ­μα­νοί τον έ­βλε­παν ως πο­λι­τι­κό ποιη­τή, ε­νώ οι Ανα­το­λι­κο­γερ­μα­νοί ως ε­ρω­τι­κό. Αυ­τά μέ­χρι το 1990, για­τί, ά­παξ και ε­νώ­θη­καν, φαί­νε­ται ό­τι α­πό κοι­νού πα­ρα­μέ­ρι­σαν τον πο­λι­τι­κό και ι­δε­ο­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα του έρ­γου του. Η δεύ­τε­ρη με­λέ­τη εί­ναι της Μα­ρι­λί­ζας Μη­τσού και συ­νο­ψί­ζει το θέ­μα της με τον εύ­στο­χο τίτ­λο, «Ρω­μιο­φι­λία ε­να­ντίον Φι­λελ­λη­νι­σμού». Αντι­κεί­με­νο της με­λέ­της εί­ναι η αν­θο­λο­γία «Νε­οέλ­λη­νες ποιη­τές», που τυ­πώ­θη­κε το 1928 στη Λει­ψία, με πρό­λο­γο του νο­μπε­λί­στα Γκέρ­χαρτ Χά­ου­πτμαν. Ανθο­λό­γος και σε έ­να με­γά­λο κομ­μά­τι της με­τα­φρα­στής εί­ναι ο Καρλ Ντή­τε­ρι­χ, μα­θη­τής του Καρλ Κρου­μπά­χε­ρ, που έ­ζη­σε κα­τά δια­στή­μα­τα στην Ελλά­δα, πρώ­τα το 1898 και με­τά, το 1924. Η αν­θο­λο­γία πε­ρι­λαμ­βά­νει 200 ποιή­μα­τα 40 ποιη­τών, με πρε­σβύ­τε­ρο τον Στέ­φα­νο Μαρτ­ζώ­κη, ή­δη α­πο­θα­νό­ντα α­πό το 1913, και νεό­τε­ρο τον Πα­να­γιώ­τη Κα­νελ­λό­που­λο. Με 12 ποιή­μα­τα αν­θο­λο­γεί­ται ο Κα­βά­φης, με 10 ο Πα­λα­μάς, ε­νώ ο μέ­σος ό­ρος εί­ναι 5 ποιή­μα­τα α­νά ποιη­τή. Απου­σιά­ζουν οι Κα­ρυω­τά­κης, Λα­πα­θιώ­της, Με­λα­χροι­νός, Φι­λύ­ρας, προ­βλέ­πε­ται, ό­μως, μια τε­λευ­ταία ο­μά­δα με ποίη­ση γυ­ναι­κών. Κα­τά τη με­λε­τή­τρια, πρό­κει­ται για την πρώ­τη συ­στη­μα­τι­κή πα­ρου­σία­ση της ελ­λη­νι­κής ποίη­σης του δη­μο­τι­κι­σμού στη Γερ­μα­νία. Ο αν­θο­λό­γος πρό­τει­νε την “ρω­μιο­φι­λία” σε μια ο­λοέ­να υ­πο­χω­ρού­σα φι­λελ­λη­νι­κή ε­πο­χή, αλ­λά, ό­πως φαί­νε­ται, μάλ­λον α­πέ­τυ­χε. Εξαι­ρου­μέ­νου του προ­λό­γου του Χά­ου­πτμαν, που μέ­νει προ­σκολ­λη­μέ­νος στο κλα­σι­κό ι­δεώ­δες, η αν­θο­λο­γία ε­πι­χει­ρεί μια “νε­ο­ρο­μα­ντι­κή ο­ριε­ντα­λί­στι­κη προ­σέγ­γι­ση της ελ­λη­νι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας”.
Ο τό­μος συ­μπλη­ρώ­νε­ται με την αλ­λη­λο­γρα­φία Γιώρ­γου Θε­ο­το­κά -Ρό­δη Ρού­φου, σε πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση. Απο­τε­λεί­ται α­πό 35 γράμ­μα­τα, 17 του πρώ­του και 18 του δεύ­τε­ρου, που α­νταλ­λάχ­θη­καν στο διά­στη­μα της δε­κα­ε­τίας 1954-1964. Οι ε­πι­με­λη­τές Δ. Κα­ρα­νί­κα και Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου πι­στεύουν ό­τι έ­να με­γά­λο μέ­ρος της αλ­λη­λο­γρα­φίας λαν­θά­νει. Η αλ­λη­λο­γρα­φία συ­μπλη­ρώ­νε­ται με την ε­κτε­νή βι­βλιο­κρι­σία, σε δυο συ­νέ­χειες, του Αι­μί­λιου Χουρ­μού­ζιου για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ρού­φου «Χρο­νι­κό της Σταυ­ρο­φο­ρίας», η ο­ποία δη­μο­σιεύ­τη­κε στην «Κα­θη­με­ρι­νή», και μια ε­πι­στο­λή του Ρού­φου προς τον κρι­τι­κό. Θεω­ρώ­ντας αυ­στη­ρή την εν λό­γω κρι­τι­κή ο Ρού­φος, διο­χέ­τευ­σε το θυ­μό του σε ε­πι­στο­λή. Τε­λι­κά, ό­μως, δεν την έ­στει­λε, ύ­στε­ρα α­πό συμ­βου­λή του Σε­φέ­ρη, που ε­κτι­μού­σε ό­τι θα ή­ταν μά­ταιος κό­πος.
Απο­τολ­μή­σα­με μια ε­κτε­νή πα­ρου­σία­ση του πε­ριο­δι­κού, που πολ­λοί μπο­ρεί να θεω­ρή­σουν ό­τι δεν έ­χει θέ­ση σε μια σε­λί­δα βι­βλίου. Ωστό­σο, το πε­ριο­δι­κό, με έ­δρα τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, δεν έ­χει ού­τε την κυ­κλο­φο­ρία αλ­λά ού­τε και την υ­πο­δο­χή, που ε­πι­φυ­λάσ­σε­ται στα α­θη­ναϊκά. Ύστε­ρα, η προ­με­τω­πί­δα του φι­λο­λο­γι­κού ε­ντύ­που α­πο­θαρ­ρύ­νει ό­σους ζη­τούν να ε­νη­με­ρω­θούν για τα λο­γο­τε­χνι­κά πράγ­μα­τα. Ελπί­ζου­με η α­να­φο­ρά μας σε ά­πα­ντα τα πε­ριε­χό­με­να του τό­μου κά­πως να τους δε­λεά­σει.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου