Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Μεταθανάτιος Κουμανταρέας

Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας
«Η σει­ρή­να της ε­ρή­μου»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Νοέμ­βριος 2015


Σαν σή­με­ρα, του Αγίου Νι­κο­λά­ου, πριν έ­να χρό­νο, σχο­λία­ζαν οι ε­φη­με­ρί­δες “το τρα­γι­κό τέ­λος του Μέ­νη Κου­μα­ντα­ρέ­α”. Εί­χε α­πο­χω­ρή­σει βιαίως πε­ρί την 11η μ.μ. της Πα­ρα­σκευής, 5 Δεκ. 2014. Ο Τύ­πος, εν­δια­μέ­σως, μάλ­λον λη­σμό­νη­σε την εν λό­γω υ­πό­θε­ση, για την ο­ποία τό­σος θό­ρυ­βος εί­χε γί­νει. “Οι δί­κες στην Ελλά­δα αρ­γούν, τρε­νά­ρου­ν”, ό­πως σχο­λιά­ζει έ­νας α­πό τους ή­ρωες του και­νού­ριου βι­βλίου του. Κυ­κλο­φό­ρη­σε αρ­χές Νο­εμ. 2015 και πα­ρου­σιά­στη­κε στις 12 του ι­δίου μη­νός. Πέ­ρυ­σι, στις 10 Νο­εμ. 2014, εί­χε πα­ρου­σια­στεί το μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Ο θη­σαυ­ρός του χρό­νου», τυ­πω­μέ­νο Οκτ., ε­κεί­νο σε 6000 α­ντί­τυ­πα. Ενώ, στις 3 Δεκ. 2014, έ­γι­νε η πα­ρου­σία­ση της πρώ­της, α­πό τις αλ­λη­λο­γρα­φίες του, που εκ­δι­δό­ταν, της «Νε­α­νι­κής αλ­λη­λο­γρα­φίας 1954-1960», με τον Βα­σί­λη Βα­σι­λι­κό. Στις πα­ρου­σιά­σεις και των δυο βι­βλίων, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας ή­ταν α­νά­με­σα στους ο­μι­λη­τές. Στη δεύ­τε­ρη, α­να­φέρ­θη­κε σε α­πο­θα­νό­ντες και ζώ­ντες φί­λους, για πα­ρελ­θο­ντι­κές κα­τα­στά­σεις, με­ρι­κές ή­δη γνω­στές α­πό ψι­θυ­ρι­στές, σε εκ­δο­χές, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο, πα­ραλ­λαγ­μέ­νες. Οι πα­ρό­ντες δεν σκαν­δα­λί­στη­καν, για­τί ή­ταν ο στε­νός κύ­κλος των α­πο­κα­λού­με­νων πνευ­μα­τι­κών αν­θρώ­πων. Έτσι κι αλ­λιώς, οι δια­νοού­με­νοι α­ρέ­σκο­νται να εμ­φα­νί­ζο­νται ως άν­θρω­ποι με α­νοι­χτό μυα­λό. Κά­ποιοι α­πό αυ­τούς, ω­στό­σο, πα­ρα­ξε­νεύ­τη­καν. Τι ώ­θη­σε τον Κου­μα­ντα­ρέα να ξα­νοι­χτεί σε προ­σω­πι­κές ι­στο­ρίες; Διαί­σθη­ση, ή­ταν η εκ των υ­στέ­ρων α­πά­ντη­ση. Πα­ρο­μοίως, για το προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, που σχο­λιά­στη­κε ου­σια­στι­κά με­τά τον θά­να­τό του, οι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές, πολ­λά μυ­θο­πλα­στι­κά συμ­βά­ντα και πρό­σω­πα, τα ε­ξέ­λα­βαν α­μι­γώς αυ­το­βιο­γρα­φι­κά, α­πο­δί­δο­ντας την α­πο­κά­λυ­ψή τους σε διαί­σθη­ση ε­πι­κεί­με­νου κιν­δύ­νου.
“Δεν ζη­τού­σα τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το να προ­σπα­θώ να ζω σύμ­φω­να με ό,τι πιο α­λη­θι­νό ή­θε­λε να βγει α­πό μέ­σα μου.” Γρά­φει ο Χέρ­μαν Έσσε, στον πρό­λο­γο του αυ­το­βιο­γρα­φι­κού «Ντέ­μιαν», το πρώ­το βι­βλίο, που με­τέ­φρα­σε ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας. Η με­τά­φρα­ση κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1961, έ­να χρό­νο πριν το θά­να­το του Έσσε, που συ­νέ­πε­σε με το πε­ζο­γρα­φι­κό ξε­κί­νη­μα του με­τα­φρα­στή. Το 1962, εκ­δό­θη­κε η πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του, «Τα μη­χα­νά­κια». Εξαρ­χής, α­πο­τέ­λε­σε α­ναμ­φι­σβή­τη­το γε­γο­νός ό­τι “ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας εί­χε το χά­ρι­σμα του α­φη­γη­τή”, α­πο­φαί­νο­νται οι γραμ­μα­το­λό­γοι. Στα 54 έ­τη, που έ­δω­σε το συγ­γρα­φι­κό πα­ρών, του φε­τι­νού συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου, με­τρού­με 24 βι­βλία. Ας μην κά­νου­με, ό­μως, το λά­θος, να α­πο­κα­λέ­σου­με το και­νού­ριο βι­βλίο “το κύ­κνειο ά­σμα” του, ό­πως α­να­γρά­φε­ται στο ο­πι­σθό­φυλ­λο και ό­πως ο­ρι­σμέ­νοι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές εί­χαν χαι­ρε­τή­σει το προ­η­γού­με­νο. Διό­λου α­πί­θα­νο, να υ­πάρ­ξει του­λά­χι­στον έ­να α­κό­μη. Το 25ο, που, αν εκ­δο­θεί ε­ντός του ε­πό­με­νου έ­τους, η συγ­γρα­φι­κή πα­ρου­σία του Κου­μα­ντα­ρέα θα στρογ­γυ­λέ­ψει στα 55 χρό­νια. Αυ­τό θα έ­χει πρό­δη­λο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα, α­φού θα προ­κύ­ψει κα­τό­πιν συρ­ρα­φής ση­μειώ­σεων α­πό η­με­ρο­λό­για και ό­νει­ρα. Στο και­νού­ριο βι­βλίο, η α­φή­γη­ση εν­σω­μα­τώ­νει πολ­λές ε­νύ­πνιες σκη­νές, ε­ρω­τι­κής έκ­στα­σης και α­γω­νιώ­δους κα­τα­δίω­ξης. Στην συ­στη­μα­τι­κή κα­τα­γρα­φή ο­νεί­ρων, τον εί­χε πα­ρο­τρύ­νει φί­λη του ψυ­χα­να­λύ­τρια, ο­πό­τε, πι­θα­νώς να υ­πάρ­χουν πρα­κτι­κά συ­νε­δριών. Όλα αυ­τά θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λέ­σουν έ­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, προ­κλη­τι­κό, μα­κράν, ό­μως, του σκαν­δα­λο­θη­ρι­κού, δί­πλα σε ε­κεί­νο «Το φο­βε­ρό βή­μα» του Κώ­στα Τα­χτσή.
Στην πλειά­δα των με­τα­πο­λε­μι­κών λο­γο­τε­χνών, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας, ί­σως να εί­χε τον πλέ­ον μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό βίο. Μπο­ρεί ο Τα­χτσής να βρί­σκε­ται πλη­σιέ­στε­ρα στην ει­κό­να του “κα­τα­ρα­μέ­νου συγ­γρα­φέ­α”, αλ­λά σε ε­κεί­νον α­που­σιά­ζει ο δυϊσμός, τύ­που “Δό­κτωρ Τζέ­κι­λ-Μί­στερ Χάυ­ντ”.  Δη­λα­δή, το δί­πο­λο, καλ­λιερ­γη­μέ­νος α­στός - “κα­τα­ρα­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας”. Στο και­νού­ριο βι­βλίο, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας έ­χει δώ­σει μορ­φι­κά ι­κα­νο­ποιη­τι­κή λύ­ση στον α­ντι­κα­το­πτρι­σμό α­νά­με­σα σε αυ­τές τις δυο περ­σό­νες. Ο μύ­θος, ω­στό­σο, μέ­νει σαν έ­να με­τέω­ρο βή­μα μπρο­στά σε ό­σα, α­κό­μη σή­με­ρα, α­πο­τε­λούν σκάν­δα­λο. Πι­θα­νώς, φο­βή­θη­κε την ο­λο­κλή­ρω­σή του, ή, και α­πλώς, δεν του προέ­κυ­ψε, έ­τσι ό­πως μοι­ρα­ζό­ταν α­νά­με­σα στα δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Όπως και να έ­χει, “το φο­βε­ρό βή­μα” του Κου­μα­ντα­ρέα δεν προέ­κυ­ψε α­κό­μη. Ίσως, να υ­περ­βαί­νει σε σε­λί­δες ε­κεί­νο του Τα­χτσή, που πλη­σιά­ζει τις 400.
Ανά­λο­γα με το βά­θος χρό­νου των σω­ζό­με­νων η­με­ρο­λο­γίων του, το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό βι­βλίο του θα εί­χε το πρό­σθε­το εν­δια­φέ­ρον της α­φη­γη­μα­τι­κής α­πει­κό­νι­σης μιας συγ­γρα­φι­κής πα­ρέ­ας. Προ­σώ­ρας, μέ­νει στα λο­γο­τε­χνι­κά α­πό­κρυ­φα ο βίος και η πο­λι­τεία της πα­ρέ­ας “του γα­λα­κτο­πω­λείου της Ομο­νοίας”. Άλλοι έ­φυ­γαν νω­ρίς α­πό την ε­πά­ρα­το και άλ­λοι βιαίως, άλ­λοι α­μέ­λη­σαν τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά τους και άλ­λων α­πω­λέ­σθη­σαν ή και λαν­θά­νουν. Τε­λευ­ταία, άρ­χι­σαν να α­σθε­νούν και κά­ποιοι νεό­τε­ροί  τους, που τους α­γά­πη­σαν και θα μπο­ρού­σαν να φρο­ντί­σουν τα κα­τά­λοι­πά τους. Για πα­ρό­μοιες συν­θε­τι­κές α­να­δι­φή­σεις, οι κλη­ρο­νό­μοι εί­ναι α­νε­παρ­κείς. Πά­ντως, “τις νυ­χτε­ρι­νές του πε­ρι­δια­βά­σεις στην πλα­τεία της Ομο­νοίας”, τον, άλ­λο­τε πο­τέ, “ομ­φα­λό της Αθή­νας”, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας τις έ­χει α­φη­γη­θεί σε πα­λαιό­τε­ρο κεί­με­νό του, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1979.
“Ξέ­ρω, ό­τι οι ψυ­χές των δι­κών μου υ­πάρ­χουν κά­που, σαν έ­να νε­φέ­λω­μα, το ο­ποίο εί­ναι μία πα­ρα­κα­τα­θή­κη. Και νο­μί­ζω το πράγ­μα που πρέ­πει να έ­χου­με πά­ρα πο­λύ ι­σχυ­ρό στη ζωή εί­ναι η μνή­μη, για­τί αυ­τό κρα­τά­ει ό­λο τον κό­σμο ζω­ντα­νό...” Αυ­τά έ­λε­γε χρό­νια πριν σε έ­ναν μι­κρό­τε­ρο ε­κεί­νης της πα­ρέ­ας. Τό­τε, που, για να γρά­ψεις α­κό­μη και μία βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, χρεια­ζό­ταν μνή­μη. Πριν την ε­ξο­βε­λί­σει η μνή­μη του υ­πο­λο­γι­στή, ό­που πα­τάς έ­να κου­μπί και ό,τι βγαί­νει, ε­σύ το γρά­φεις. “Προ­τού μας σα­ρώ­σουν οι ά­νε­μοι της τρί­της χι­λιε­τίας”, για να δα­νει­στού­με έ­να δι­κό του μό­το. Εί­ναι α­πό τη δεύ­τε­ρη συ­να­γω­γή κει­μέ­νων του, «Η μέ­ρα για τα γρα­πτά κι η νύ­χτα για το σώ­μα», που εί­χε τυ­πω­θεί, Μάρ. 1999, στον προ­η­γού­με­νο εκ­δό­τη του. Στο και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα, α­να­φέ­ρε­ται έ­να εκ­δο­τι­κό δί­πο­λο: ο «Πρε­βε­ζά­νος» και ο «Πα­ρα­γιός». Δη­λα­δή, ό­πως ε­πε­ξη­γεί ο ή­ρωάς του, “ο σο­βα­ρός εκ­δο­τι­κός οί­κος και ο άλ­λος, που εκ­δί­δει ό­λες αυ­τές τις ζα­βλα­κω­μέ­νες που νο­μί­ζουν ό­τι εί­ναι συγ­γρα­φείς”. Στην ο­νο­μα­σία του δεύ­τε­ρου, η α­κου­στι­κή πα­ρή­χη­ση δεί­χνει προς συ­γκε­κρι­μέ­νη κα­τεύ­θυν­ση, κα­θώς ο συ­χνά καυ­στι­κός σχο­λια­σμός της τρέ­χου­σας ε­πι­και­ρό­τη­τας υ­πο­φώ­σκει ε­ντέ­χνως σε ο­λό­κλη­ρο το βι­βλίο. Σε α­ντί­θε­ση, η ο­νο­μα­σία του πρώ­του εκ­δο­τι­κού οί­κου α­πο­δί­δε­ται στην α­γά­πη προς τον Κα­ρυω­τά­κη του εκ­δό­τη, ο ο­ποίος και ε­μπλέ­κε­ται στη μυ­θο­πλα­σία. Να θυ­μί­σου­με πως η τε­λευ­ταία συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση Κα­ρυω­τά­κη εί­ναι του «Πα­τά­κη».  Όσο για τον Κου­μα­ντα­ρέα, τα 24 βι­βλία του πα­ρου­σιά­στη­καν σε πρώ­τη έκ­δο­ση α­πό πέ­ντε εκ­δό­τες. Τα 17 στον Κέ­δρο, ε­νώ τα τρία τε­λευ­ταία πή­ραν θέ­ση δί­πλα στα ά­πα­ντα Κα­ρυω­τά­κη.     
Προέ­χει, ό­μως, ο σχο­λια­σμός του και­νού­ριου βι­βλίου, το ο­ποίο ο συγ­γρα­φέ­ας δεν χα­ρα­κτη­ρί­ζει μυ­θι­στό­ρη­μα. Πι­θα­νώς, για­τί δεν έ­γι­νε το τε­λι­κό φι­νί­ρι­σμα. Δεν α­πο­κλείε­ται, ό­μως, να ή­θε­λε να καλ­λιερ­γή­σει αί­σθη­ση αυ­το­βιο­γρα­φίας “στις σω­στές δό­σεις”, ό­πως το­νί­ζει ο ή­ρωάς του, ε­πί­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας. Άλλω­στε, ού­τε το προ­η­γού­με­νο φέ­ρει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό μυ­θι­στό­ρη­μα. Βε­βαίως, το κα­θη­λώ­νει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα το ε­ξώ­φυλ­λο, που ο ί­διος εί­χε υιο­θε­τή­σει και το ο­ποίο τον ει­κο­νί­ζει μα­ζί με την σύ­ζυ­γό του, Λι­λή, δια χει­ρός της α­νι­ψιάς της, Αντι­γό­νης Πα­σί­δη. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μέ­νει η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο θα ά­ρε­σε στην Λι­λή Κου­μα­ντα­ρέα η ε­μπλο­κή της στη μυ­θο­πλα­σία, ό­ταν, μά­λι­στα, δη­λώ­νε­ται ευ­θέως με το ε­ξώ­φυλ­λο. Όσο για το και­νού­ριο βι­βλίο, αυ­τό βρέ­θη­κε, ε­πι­προ­σθέ­τως, και α­τιτ­λο­φό­ρη­το. “Σει­ρή­να της ε­ρή­μου”, α­πο­κα­λεί ο ή­ρωας “την πιο καλ­λί­φω­νη και ω­ραία” α­πό “τις γυ­ναί­κες – ο­πτα­σίες”, τις “τσί­τσι­δες” στους α­ντι­κα­το­πτρι­σμούς της ε­ρή­μου, κά­που στην Βό­ρεια Αφρι­κή. Μέ­χρι την τε­λευ­ταία σε­λί­δα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που γρά­φει ο ε­πί­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας, ή­ρωάς του, ε­κεί­νος α­να­ζη­τά­ει τον τίτ­λο. Το υ­πο­γρά­φει με ψευ­δώ­νυ­μο, που προ­κύ­πτει α­πό τον α­να­γραμ­μα­τι­σμό του Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας, ε­νώ α­κούει «Ντον Τζιο­βά­νι». Πι­θα­νόν, το ί­διο να ά­κου­γε και ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας, α­να­ζη­τώ­ντας έ­ναν α­κό­μη εύ­στο­χο και πα­ρα­πλα­νη­τι­κό τίτ­λο.
Από μία ά­πο­ψη, ο συ­γκε­κρι­μέ­νος εί­ναι πα­ρα­πλα­νη­τι­κός. Η λέ­ξη σει­ρή­να εμ­φα­νί­ζε­ται συ­χνά σε τίτ­λο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που εί­ναι, σχε­δόν πά­ντο­τε, έ­να ε­ρω­τι­κό ρο­μά­ντσο. Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, α­πό “τα ροζ ρο­μά­ντσα” των εκ­δό­σεων «Πα­ρα­γιός», που α­να­φέ­ρο­νται σε ε­τε­ρο­φυ­λό­φι­λους έ­ρω­τες. Εδώ, ό­μως, ο έ­ρω­τας εί­ναι ο­μο­φυ­λό­φι­λος, α­πο­γέρ­νο­ντας, ό­πως και στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο, προς “την παι­δο­φι­λία”, κα­τά τα λε­γό­με­να του ί­διου πά­ντο­τε ή­ρωα. Δεν πρό­κει­ται για “γκέι ζευ­γά­ρια”, ό­πως “τα δυο εγ­γλε­ζά­κια”, που συμ­με­τέ­χουν στην α­πο­στο­λή της α­φρι­κά­νι­κης ε­ρή­μου, αλ­λά για τον έ­ρω­τα με­σή­λι­κων προς ε­φή­βους. Κα­θώς, μά­λι­στα, το­πο­θε­τεί­ται στα χρό­νια της πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κής Αθή­νας, αυ­τοί εί­ναι με­λα­ψοί. Ένας μαύ­ρος Άδω­νις, σε α­ντι­στοι­χία με τη μαύ­ρη Αφρο­δί­τη, α­να­δύε­ται α­πό τις αι­σθη­σια­κές πε­ρι­γρα­φές των μυών και μό­νο του α­γο­ριού. Αυ­τές, ό­μως, ε­ξαν­τλού­νται στο κάλ­λος του σώ­μα­τος, ε­νώ η α­φή­γη­ση α­να­δι­πλώ­νε­ται ως προς την η­λι­κία. Δεν πρό­κει­ται πε­ρί ε­φή­βου, α­πλώς, ο νε­α­ρός μι­κρό­δει­χνε. Αντι­θέ­τως, οι πε­ρι­γρα­φές α­πό κρυ­φο­κοί­ταγ­μα στα α­πό­κρυ­φα ση­μεία της “Σει­ρή­νας της ε­ρή­μου” δια­πο­τί­ζο­νται α­πό γνή­σιο ε­ρω­τι­σμό, που σπα­νί­ζει στην γη­γε­νή πε­ζο­γρα­φία, σο­βα­ρή ή ροζ.
Από το 1982, με το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ο ω­ραίος λο­χα­γός», εμ­φα­νί­ζε­ται στην πε­ζο­γρα­φία του Κου­μα­ντα­ρέα η ο­μο­φυ­λο­φι­λία. Μά­λι­στα, εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στο «Νώε», συ­νται­ριά­ζε­ται, ό­πως και στο πρό­σφα­το, η α­να­ζή­τη­ση της σε­ξουα­λι­κής ταυ­τό­τη­τας με ε­κεί­νη της συγ­γρα­φι­κής. Μό­νο που ε­κεί, τα φα­ντα­στι­κά στοι­χεία του μύ­θου πε­ριο­ρί­ζουν την σε­ξουα­λι­κή α­να­ζή­τη­ση. Αντι­θέ­τως, το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα ε­μπλου­τί­ζε­ται με έ­ναν ε­πί­και­ρο σχο­λια­σμό γύ­ρω α­πό τα ε­ρω­τι­κά, ό­που και συ­νο­μι­λεί με πε­ζά νεό­τε­ρων. Θε­μα­τι­κά πλη­σιέ­στε­ρο εί­ναι το τε­λευ­ταίο βι­βλίο του Χρή­στου Βού­που­ρα, «7 θυ­μοί». Στα δυο βι­βλία, η πα­ρα­πλή­σια πε­ρι­γρα­φή της μου­σουλ­μα­νι­κής η­θι­κής, ό­που το­νί­ζε­ται το στε­νό οι­κο­γε­νεια­κό δέ­σι­μο, αλ­λά και η ρο­πή του νε­α­ρού στην κλο­πή πο­λύ­τι­μου α­ντι­κει­μέ­νου α­πό τον προ­στά­τη του, που τον φι­λο­ξε­νεί, α­πο­κτά υ­πό­στα­ση μαρ­τυ­ρίας για αυ­τήν την ο­μά­δα νεό­κο­πων με­τα­να­στών.
Σε α­ντί­θε­ση με τον με­λαγ­χο­λι­κό τό­νο του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου, αυ­τό δια­θέ­τει ι­λα­ρό χα­ρα­κτή­ρα, α­πο­τε­λώ­ντας ε­ξαί­ρε­ση στα βι­βλία του Κου­μα­ντα­ρέα, α­πό ό­που, κα­τά κα­νό­να, λεί­πουν οι α­νά­λα­φρες νό­τες. Σε αυ­τό, συμ­βάλ­λουν οι α­να­φο­ρές ο­νο­μά­των υ­παρ­κτών προ­σώ­πων. Πα­ρά­δειγ­μα, δευ­τε­ρα­γω­νι­στής ή­ρωας, ο­νό­μα­τι “Νιάρ­χος, το α­ει­κί­νη­το”. Επί­σης, ι­διαί­τε­ρα ε­πι­τυ­χη­μέ­να εί­ναι τα γε­λοιο­γρα­φι­κά πορ­τρέ­τα του Εβραίου εκ­δό­τη Αβραάμ και του μπον βι­βέρ Θα­νά­ση Θα­να­σού­λη, που το κε­φά­λι του θυ­μί­ζει Ίψεν, αλ­λά, λό­γω ο­νό­μα­τος, γέρ­νει και προς Θα­νά­ση Βέγ­γο. Στις δέλ­τους του ελ­λη­νι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου, έ­μει­νε το alter ego του Βέγ­γου, ο πο­λυ­τε­χνί­της ή­ρωας, που ά­κου­γε στο ό­νο­μα Θα­νά­σης Θα­να­σού­λας, πρω­τα­γω­νι­στής κω­μι­κής σει­ράς ται­νιών, που ε­ξα­κο­λου­θούν να προ­βάλ­λο­νται. Εύ­στο­χες εί­ναι οι πα­ρα­τη­ρή­σεις του Κου­μα­ντα­ρέα για την ση­με­ρι­νή Αθή­να, “λί­κνο θεών και δι­κή του κού­νια”, αλ­λά και οι σκέ­ψεις του γύ­ρω α­πό “το με­γά­λο κύ­μα νε­ο­λα­τρείας” ή “τα γύ­ναια”, έ­τσι που ε­πι­δει­κνύο­νται. Όπως σχο­λιά­ζει ο α­φη­γη­τής, “δεν εί­ναι πα­ρά­ξε­νο, ύ­στε­ρα α­πό έ­να τέ­τοιο θέ­α­μα, που οι ά­ντρες γί­νο­νται αρ­σε­νο­κοί­τες.” Η στο­χα­στι­κή του διά­θε­ση διο­χε­τεύε­ται σε α­τά­κες και ζωη­ρές στι­χο­μυ­θίες. Αλλά και πα­ρα­τη­ρή­σεις, ό­πως ε­κεί­νη για τις σχο­λές δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής, που “και μό­νο ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός δη­μιουρ­γι­κή προ­δί­δει τον φι­λο­λο­γι­κό ε­ρα­σι­τε­χνι­σμό”.
Στον γρή­γο­ρο ρυθ­μό του βι­βλίου, συμ­βάλ­λει η μορ­φή: 26 κε­φά­λαια μοι­ρα­σμέ­να σε δυο α­φη­γη­τές, ε­ναλ­λά­ξ, μο­νά ο έ­νας, ζυ­γά ο άλ­λος. Alter ego ο έ­νας του άλ­λου, αμ­φό­τε­ροι του συγ­γρα­φέα. “Και οι δυο εί­χαν ξε­κι­νή­σει να γί­νουν συγ­γρα­φείς.” Ο έ­νας κα­τέ­λη­ξε “χαρ­το­πό­ντι­κας, το πρωί σε εκ­δο­τι­κό οί­κο και το α­πό­γευ­μα σε ε­φη­με­ρί­δα”. Ο άλ­λος, “διερ­μη­νέ­ας στην έ­ρη­μο” με­τα­ξύ Άγγλων και ντό­πιων, “free lance σε ε­φη­με­ρί­δα και ρα­διό­φω­νο”, εί­χε την πο­λυ­τέ­λεια να χα­ζεύει. Ο πρώ­τος α­γω­νιά να α­κο­λου­θή­σει  τον δεύ­τε­ρο στο πε­δίο της συγ­γρα­φής, τε­λι­κά, ό­μως, το σα­σπέ­νς κο­ρυ­φώ­νε­ται με το κυ­νη­γη­τό τους σε γνω­στά στέ­κια της Αθή­νας, στο δί­πο­λο: Κο­λω­νά­κι – Φω­κίω­νος Νέ­γρη.
Σε α­ντί­θε­ση με το βι­βλίο, το “ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα” της Αλε­ξάν­δρας Τρά­ντα, ε­πί­σης α­νι­ψιάς της Λι­λής Κου­μα­ντα­ρέα, με τον πέν­θι­μο τό­νο του, προ­δια­θέ­τει, α­ντί­στοι­χα, τον α­να­γνώ­στη. Αν το “ση­μείω­μα” κρι­νό­ταν α­να­γκαίο ως “χρο­νι­κό” της έκ­δο­σης, θα μπο­ρού­σε να πά­ρει ε­πι­λο­γι­κή θέ­ση. Όπως και να έ­χει, και μό­νο το τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο, με την α­φρι­κα­νι­κή α­νε­μο­θύελ­λα, τους “κοκ­κι­νό­κω­λους” Άγγλους και τις σει­ρή­νες της ε­ρή­μου, δί­νει σα­φή αί­σθη­ση του κα­λού α­φη­γη­τή, που βρι­σκό­ταν σε με­γά­λη φόρ­μα, πέ­ρυ­σι τέ­τοιο και­ρό.  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
 Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/12/2015.