Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Γύρω από έναν παραμελημένο



Ου­ρα­νία Πο­λυ­καν­δριώ­τη
«Η διά­πλα­ση των Ελλή­νων
Αρι­στο­τέ­λης Π. Κουρ­τί­δης
(1858-1928)»
Ινστι­τού­το Νε­ο­ελ­λη­νι­κών
Σπου­δών Ε.Ι.Ε.
Δε­κέμ­βριος 2011

«Κά­ρο­λος Δί­κε­νς»
Υστε­ρό­γρα­φο Διο­νύ­σης Κα­ψά­λης
Μ.Ι.Ε.Τ.
Δε­κέμ­βριος 2012

Για τα Χρι­στού­γεν­να, το ΜΙΕ­Τ, α­ντί ευ­χη­τή­ριας κάρ­τας, έ­χει κα­θιε­ρώ­σει την α­πο­στο­λή ε­νός βι­βλια­ρίου με πα­λαιά, συ­νή­θως, ά­γνω­στα κεί­με­να, που σχε­τί­ζο­νται με κά­ποια πτυ­χή της πνευ­μα­τι­κής ε­πι­και­ρό­τη­τας. Ήδη, αυ­τά τα βι­βλιά­ρια συ­γκρο­τούν αυ­τό­νο­μη εκ­δο­τι­κή σει­ρά, με τον τίτ­λο, «Αντί ευ­χών». Κα­θώς οι ε­πι­λο­γές κει­μέ­νων και προ­σώ­πων δεν α­κο­λου­θούν τις τρέ­χου­σες μό­δες, α­πο­τε­λούν, κα­τά κα­νό­να, ευ­χά­ρι­στη έκ­πλη­ξη. Ιδιαί­τε­ρα ε­κεί­να, στα ο­ποία α­να­σύ­ρο­νται λό­γιοι, σή­με­ρα πα­ρα­με­ρι­σμέ­νοι, πα­ρό­τι στά­θη­καν θε­με­λιω­τές δια­φο­ρε­τι­κών πλευ­ρών της νε­ο­ελ­λη­νι­κής υ­πό­στα­σης. Πα­ρά­δειγ­μα, ο “Χρο­νο­γρά­φος της Με­γά­λης Εκκλη­σίας, Μα­νουήλ Γε­δεώ­ν”, στον ο­ποίο εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­να δυο ευ­χη­τή­ρια βι­βλιά­ρια, του 2002 και του 2010. Ένα δεύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι ο με­ρι­κά χρό­νια μι­κρό­τε­ρός του, “λό­γιος και παι­δα­γω­γός”, Αρι­στο­τέ­λης Π. Κουρ­τί­δης, τον ο­ποίο πλα­γίως α­να­κα­λεί το βι­βλιά­ριο του 2012. Και αυ­τός Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­της και α­πό­φοι­τος της Με­γά­λης του Γέ­νους Σχο­λής ό­πως ο Γε­δεών. Αμφό­τε­ροι χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν άν­θρω­ποι συ­ντη­ρη­τι­κών ι­δεών και συ­να­κό­λου­θα, το έρ­γο τους κρί­θη­κε α­διά­φο­ρο για τους με­τα­γε­νέ­στε­ρους. 

Στον ειρ­μό του Δια­φω­τι­σμού

Για το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο βι­βλιά­ριο του 2012, ο Διο­νύ­σης Κα­ψά­λης ε­πέ­λε­ξε τον Κά­ρο­λο Ντί­κε­νς ε­πί τη λή­ξει του ε­πε­τεια­κού έ­τους για τα 200 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Τον συ­γκι­νεί και ως “ο­μο­τρά­πε­ζος”, του­λά­χι­στον στη δι­κή του καρ­διά, του Σαίξ­πη­ρ, κα­θώς οι ι­στο­ρίες του Ντί­κε­νς, α­γα­πη­μέ­να α­να­γνώ­σμα­τα της ε­φη­βείας του, δέ­νο­νται με τα σο­νέ­τα του Σαίξ­πη­ρ, προ­σφι­λές με­τα­φρα­στι­κό έρ­γο αλ­λο­τι­νών η­με­ρών, ό­ταν εί­χε την πο­λυ­τέ­λεια να α­σχο­λεί­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο με την ποίη­ση. Αντί χρι­στου­γεν­νιά­τι­κου διη­γή­μα­τος, προ­τι­μή­θη­κε έ­να κεί­με­νο, ό­που α­νι­στο­ρού­νται τα παι­δι­κά και νε­α­νι­κά χρό­νια του Ντί­κε­νς. Κυ­ρίως, η σκλη­ρή δο­κι­μα­σία που πέ­ρα­σε στα δώ­δε­κα, ό­ταν φυ­λα­κί­στη­κε για χρέη ο πα­τέ­ρας του και ε­κεί­νος α­να­γκά­στη­κε να δου­λέ­ψει σε ερ­γο­στά­σιο. “Αυ­τή η ε­μπει­ρία με έ­κα­νε τον συγ­γρα­φέα που εί­μαι σή­με­ρα”, έ­γρα­φε σε έ­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κό του ση­μείω­μα, που α­πο­τέ­λε­σε το έ­ναυ­σμα για το μυ­θι­στό­ρη­μα «Δα­βίδ Κόπ­περ­φηλ­ντ» αλ­λά και για την πρώ­τη βιο­γρα­φία του. Τρί­το­μη αυ­τή, την συ­νέ­τα­ξε ο συ­νο­μή­λι­κος φί­λος του, Τζων Φόρ­στερ. Την ξε­κί­νη­σε δυο χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, το 1872, ό­ταν ο Ντί­κε­νς θα έ­κλει­νε τα ε­ξή­ντα, και μό­λις που πρό­λα­βε να την ο­λο­κλη­ρώ­σει, το 1874, δυο χρό­νια πριν το δι­κό του θά­να­το. Το κεί­με­νο του βι­βλια­ρίου συρ­ρά­πτει α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα δυο πρώ­τα κε­φά­λαια της βιο­γρα­φίας, α­να­πλά­θο­ντάς τα και με τις α­να­γκαίες προ­σθή­κες, ώ­στε να πά­ρει τη μορ­φή σύ­ντο­μου βιο­γρα­φι­κού. Δη­μο­σιεύ­τη­κε σε δυο συ­νέ­χειες, 7 και 14 Ιουν. 1881, στο ε­βδο­μα­διαίο πε­ριο­δι­κό «Εστία». Ο συ­ντά­κτης του υ­πο­γρά­φει με τα αρ­χι­κά Α. Κ..
Στο υ­στε­ρό­γρα­φο του βι­βλια­ρίου, με τίτ­λο, «Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κος Ντί­κε­νς», ο Κα­ψά­λης ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, πως τον εί­χε γο­η­τεύ­σει η υ­πό­θε­ση το αρ­κτι­κό­λε­ξο της υ­πο­γρα­φής να α­νή­κει στον Κουρ­τί­δη, που, στο ξε­κί­νη­μά του, εί­χε δη­μο­σιεύ­σει ποιή­μα­τα με το ψευ­δώ­νυ­μο Βολ­ταί­ρος. Έτσι, θα υ­πήρ­χε υ­πό­γεια σύν­δε­ση α­νά­με­σα στον Ντί­κε­νς και τον συγ­γρα­φέα του κει­μέ­νου, κα­θώς και οι δυο “θα ε­ναρ­μο­νί­ζο­νταν με τον βα­θύ­τε­ρο ειρ­μό του Δια­φω­τι­σμού”. Τον α­πο­γοή­τευ­σε, ό­μως, η αρ­νη­τι­κή ε­τυ­μη­γο­ρία των με­λε­τη­τών. Η Ου­ρα­νία Πο­λυ­καν­δριώ­τη, στην ερ­γο­γρα­φία του Κουρ­τί­δη, που α­πο­τε­λεί το τέ­ταρ­το και τε­λευ­ταίο μέ­ρος της με­λέ­της της, πα­ρό­λο που α­πο­δελ­τιώ­νει το πε­ριο­δι­κό «Εστία», δεν πε­ρι­λαμ­βά­νει το εν λό­γω δη­μο­σίευ­μα. Ως πρώ­το δη­μο­σίευ­μά του κα­τα­γρά­φει έ­να λί­γο με­τα­γε­νέ­στε­ρο με­τά­φρα­σμα, στο τεύ­χος της 26 Ιουλ. 1881, με την υ­πο­γρα­φή Α. Π. Κ.. Να θυ­μί­σου­με, ω­στό­σο, ό­τι, σε ε­κεί­νο το τεύ­χος, δη­μο­σιεύε­ται και το πρώ­το ποίη­μα στο πε­ριο­δι­κό του Δρο­σί­νη, ο ο­ποίος, στην αυ­το­βιο­γρα­φία του, τα «Σκόρ­πια φύλ­λα της ζωής μου», γρά­φει: “Τον Αρι­στο­τέ­λη Κουρ­τί­δη τον βρή­κα πριν α­πό μέ­να στην Εστία, με­τα­φρα­στή διη­γη­μά­των...” Άρα, υ­πήρ­χε προ­η­γού­με­νο δη­μο­σίευ­μα του Κουρ­τί­δη. Έρχε­ται, ό­μως, ο φι­λο­λο­γι­κός ε­πι­με­λη­τής της έκ­δο­σης, Γιάν­νης Πα­πα­κώ­στας, και ση­μειώ­νει ό­τι δεν μπό­ρε­σε να ε­ντο­πί­σει προ­γε­νέ­στε­ρη ε­πώ­νυ­μη συ­νερ­γα­σία του Κουρ­τί­δη, που ση­μαί­νει ό­τι ού­τε αυ­τός του α­πο­δί­δει τα αρ­χι­κά Α. Κ., τα ο­ποία εμ­φα­νί­ζο­νται για πρώ­τη φο­ρά στο δη­μο­σίευ­μα για τον Ντί­κε­νς, αλ­λά ε­πα­νέρ­χο­νται και σε κα­το­πι­νά τεύ­χη. Σύμ­φω­να, πά­ντως, με τον κα­τά­λο­γο συ­ντα­κτών του πε­ριο­δι­κού ε­κεί­νης της πε­ριό­δου, τα αρ­χι­κά δεν συμ­φω­νούν με το ό­νο­μα κα­νε­νός άλ­λου συ­νερ­γά­τη. Οπό­τε, εί­τε α­νή­κουν στον Κουρ­τί­δη εί­τε υ­πάρ­χει συ­ντά­κτης που δεν  χρη­σι­μο­ποίη­σε ο­λό­κλη­ρο το ό­νο­μά του σε κα­νέ­να δη­μο­σίευ­μα. 
Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, ο λό­γος, που οι με­λε­τη­τές δεν α­πο­δί­δουν τα αρ­χι­κά στον Κουρ­τί­δη, εί­ναι η γλώσ­σα του πρω­τό­τυ­που. Σε ε­κεί­νη την πρώ­τη πε­ρίο­δο, αυ­τός με­τέ­φρα­ζε α­πο­κλει­στι­κά α­πό τα γαλ­λι­κά και το πρω­τό­τυ­πο ε­δώ φαί­νε­ται να εί­ναι αγ­γλι­κό. Ωστό­σο, η γαλ­λι­κή με­τά­φρα­ση της βιο­γρα­φίας του Ντί­κε­νς, αν δεν σφάλ­λου­με, α­κο­λού­θη­σε ε­ντός της ί­διας δε­κα­ε­τίας. Ύστε­ρα, στο ελ­λη­νι­κό κεί­με­νο υ­πάρ­χουν ί­χνη του πα­ρα­κα­μπτή­ριου, μέ­σω της γαλ­λι­κής, γλωσ­σι­κού διά­πλου. Θα α­πο­γο­η­τεύ­σου­με, ω­στό­σο, εν μέ­ρει τον Κα­ψά­λη ως προς το έ­τε­ρο ψευ­δώ­νυ­μο του Κουρ­τί­δη, το Βολ­ταί­ρος. Τα ποιή­μα­τα με την υ­πο­γρα­φή Βολ­ταί­ρος στην σα­τι­ρι­κή ε­φη­με­ρί­δα «Ρα­μπα­γάς» μπο­ρεί να εί­ναι δι­κά του, α­φού το δια­βε­βαιώ­νει ο Δρο­σί­νης, το ψευ­δώ­νυ­μο, ό­μως, θα πρέ­πει να ο­φεί­λε­ται στο δί­δυ­μο των εκ­δο­τών, τους ο­μή­λι­κους, εκ Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως ερ­χό­με­νους, Κλεάν­θη Τρια­ντά­φυλ­λο και Βλά­ση Γα­βριη­λί­δη. Το πι­θα­νό­τε­ρο, στον πρώ­το, κα­θώς ο δεύ­τε­ρος, ό­ταν πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται στην ε­φη­με­ρί­δα το ψευ­δώ­νυ­μο, στις 27 Νο­εμ­βρίου 1879, ή­δη ε­τοί­μα­ζε την δι­κή του ε­φη­με­ρί­δα, το «Μη χά­νε­σαι», που κυ­κλο­φό­ρη­σε στις 14 Ιαν. 1880. Το ψευ­δώ­νυ­μο δεν το ε­μπνέει ο Βολ­ταί­ρος, αλ­λά το υ­πο­βάλ­λει η γαλ­λι­κή ε­φη­με­ρί­δα «Le Voltaire». Στην εν λό­γω γαλ­λι­κή ε­φη­με­ρί­δα και τον «Ρα­μπα­γά» δη­μο­σιευό­ταν ταυ­τό­χρο­να, με δια­φο­ρά ε­νός μη­νός στην εκ­κί­νη­ση, το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ζο­λά «Να­νά». Με α­φορ­μή αυ­τό, δη­μο­σιεύ­τη­κε στην πρώ­τη άρ­θρο σχε­τι­κό με την τόλ­μη που χρεια­ζό­ταν μια πα­ρό­μοια δη­μο­σίευ­ση, το ο­ποίο με τις α­να­γκαίες τρο­πο­ποιή­σεις δη­μο­σιεύ­τη­κε και στον «Ρα­μπα­γά» με την υ­πο­γρα­φή Βολ­ταί­ρος. Πά­ντως, και τα 17 σα­τι­ρι­κά-ε­ρω­τι­κά ποιή­μα­τα με την υ­πο­γρα­φή Βολ­ταί­ρος, που δη­μο­σιεύ­τη­καν το πρώ­το ε­ξά­μη­νο του 1880, πε­ρισ­σό­τε­ρο στον Τρια­ντά­φυλ­λο ται­ριά­ζουν. Πι­θα­νό­τε­ρο δεί­χνει ο Κουρ­τί­δης να δα­νεί­στη­κε το ψευ­δώ­νυ­μο μό­νο για το πρω­το­χρο­νιά­τι­κο αρ­θρί­διο του 1882, στο ο­ποίο διεκ­τρα­γω­δού­σε τη φτώ­χεια του, που τον εί­χε φέ­ρει στο ση­μείο να που­λά­ει α­γα­πη­μέ­να του βι­βλία. 
Επι­μέ­νου­με στην πα­τρό­τη­τα του ψευ­δώ­νυ­μου και για έ­ναν ε­πι­πλέ­ον λό­γο. Όπως ει­σα­γω­γι­κά σχο­λιά­ζει η Πο­λυ­καν­δριώ­τη, ο Κουρ­τί­δης, πά­ντα με­τρη­μέ­νος και μάλ­λον κλει­στός ως χα­ρα­κτή­ρας, δεν ά­φη­σε κεί­με­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κά. Ού­τε συ­νε­ντεύ­ξεις του υ­πάρ­χουν. Ακό­μη και στη μια, που του ζη­τή­θη­κε με­τά ε­πι­μο­νής α­πό τον Μή­τσο Χατ­ζό­που­λο, τον ε­πο­νο­μα­ζό­με­νο Μποέ­μ, που εί­χε πά­ρει στη σει­ρά ό­λη ε­κεί­νη τη γε­νιά και με­ρι­κούς α­κό­μη, αρ­νή­θη­κε να α­πα­ντή­σει. “Ό,τι ι­δέ­ας έ­χω, θα τας γρά­ψω προ­σε­χώς ο ί­διος. Ό,τι έ­χω να εί­πω θα τα εί­πω ε­κεί τό­τε.” Ήταν η α­πά­ντη­ση που α­πέ­σπα­σε ο δη­μο­σιο­γρά­φος. Υπάρ­χουν, βε­βαίως, οι α­φη­γή­σεις φί­λων και συ­γκαι­ρι­νών, αλ­λά σε αυ­τές α­να­μι­γνύο­νται κά­πο­τε προ­σω­πι­κές δια­μά­χες, οι ο­ποίες δεν εί­ναι πά­ντο­τε γνω­στές στους με­λε­τη­τές, ώ­στε αυ­τοί να σταθ­μί­σουν α­ντι­στοί­χως κα­τά πό­σο οι εν λό­γω α­νι­στο­ρή­σεις α­πο­τε­λούν α­ξιό­πι­στη μαρ­τυ­ρία. Έτσι, τε­λι­κά, για να χρο­νο­λο­γη­θούν οι με­τα­κι­νή­σεις και άλ­λα συμ­βά­ντα του βίου του μέ­νουν τα δη­μο­σιεύ­μα­τά του, τα ε­νυ­πό­γρα­φα και ε­κεί­να με τα α­σφα­λώς ταυ­τι­σμέ­να ψευ­δώ­νυ­μα.

Μια μο­να­δι­κή με­λέ­τη

Όταν α­να­φε­ρό­μα­στε στους με­λε­τη­τές του Κουρ­τί­δη, ι­σχύει το γνω­στό, οι τέσ­σε­ρις Ευαγ­γε­λι­στές ή­ταν τρεις, οι ε­ξής δυο, ο Ευαγ­γε­λι­στής Λου­κάς. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ως συ­στη­μα­τι­κή με­λε­τή­τριά του προ­βάλ­λει η Πο­λυ­καν­δριώ­τη, η ο­ποία, με­τά δε­κα­πε­ντα­ε­τή ε­να­σχό­λη­ση, ε­ξέ­δω­σε μο­νο­γρα­φία, α­φιε­ρω­μέ­νη σε αυ­τόν και το έρ­γο του. Το έ­ναυ­σμα τής το έ­δω­σε η α­νά­θε­ση α­πό τον Κ. Στερ­γιό­που­λο της συγ­γρα­φής του α­ντί­στοι­χου λήμ­μα­τος για την εν­δε­κά­το­μη σει­ρά «Η πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία μας α­πό τις αρ­χές της ως τον πρώ­το πα­γκό­σμιο πό­λε­μο». Εκ πα­ρα­δρο­μής α­να­φέ­ρει στις “ει­σα­γω­γι­κές ση­μειώ­σεις”, ό­τι η σει­ρά εκ­δό­θη­κε με ε­πι­μέ­λεια του Στερ­γιό­που­λου. Ακρι­βέ­στε­ρα, στη σει­ρά δεν υ­πάρ­χει έ­νας ε­πι­με­λη­τής αλ­λά τέσ­σε­ρις, κα­θώς το με­γά­λο χρο­νι­κό ά­νοιγ­μα των πέ­ντε αιώ­νων κα­τα­νε­μή­θη­κε σε τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες. Ο Στερ­γιό­που­λος α­νέ­λα­βε τους τρεις τό­μους της ει­κο­σα­ε­τίας 1880-1900, ό­που συ­γκρά­τη­σε 28 συγ­γρα­φείς έ­να­ντι των 26 που ε­πέ­λε­ξε ο Ν. Βα­γε­νάς για την πε­ντη­κο­ντα­ε­τία 1830-1880 και των 24 του Γ. Δάλ­λα για την χρο­νι­κή “ου­ρά” 1900-1914. Εί­ναι α­να­με­νό­με­νο, σε κά­θε πε­ρίο­δο, να υ­πάρ­χει ο α­διαμ­φι­σβή­τη­τος κορ­μός συγ­γρα­φέων, αλ­λά και κά­ποιοι πρό­σθε­τοι, κά­τι σαν πα­ρα­κλά­δια, που α­πο­τε­λούν προ­σω­πι­κό στοί­χη­μα ε­κά­στου ε­πι­με­λη­τή. Στις συ­ζη­τή­σι­μες ε­πι­λο­γές του Στερ­γιό­που­λου, θα το­πο­θε­τού­νταν ο Κ. Με­τα­ξάς-Βο­σπο­ρί­της λό­γω ι­σχνό­τη­τας του γνω­στού έρ­γου του, ο Σ. Πα­γα­νέ­λης χά­ρις στη γλώσ­σα και τον ρο­μα­ντι­σμό του, αλ­λά και ο Κουρ­τί­δης ως μο­να­χι­κός εκ­πρό­σω­πος της παι­δι­κής λο­γο­τε­χνίας στην εν λό­γω Γραμ­μα­το­λο­γία. 
Η μο­νο­γρα­φία χω­ρί­ζε­ται σε τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες, ό­που, στην πρώ­τη «Η ζωή και το έρ­γο» και την τέ­ταρ­τη «Εργο­γρα­φία», συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της έ­ρευ­νας. Καί­τοι μα­κρο­χρό­νια, πα­ρα­μέ­νουν κά­ποια κε­νά, τα ο­ποία κα­λύ­πτουν κα­τά προ­σέγ­γι­ση οι σκόρ­πιες α­να­φο­ρές των συ­γκαι­ρι­νών του. Εργα­τι­κός και λι­γο­μί­λη­τος ο Κουρ­τί­δης, φαί­νε­ται ό­τι συ­γκέ­ντρω­νε τη συ­μπά­θεια συ­νο­μή­λι­κων και με­γα­λύ­τε­ρων. Κρί­νο­ντας α­πό μια ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή, η μό­νη κα­κο­τυ­χία του ή­ταν η συ­νά­ντη­σή του στην Αθή­να με τον Ξε­νό­που­λο, τό­σο στον ε­παγ­γελ­μα­τι­κό χώ­ρο ως δια­δο­χι­κοί διευ­θυ­ντές της «Διά­πλα­σης των παί­δων» ό­σο και στον οι­κο­γε­νεια­κό, κα­θώς βρέ­θη­καν να εί­ναι εξ αγ­χι­στείας θείος και α­νι­ψιός. Εννιά χρό­νια νεό­τε­ρός του ο Ξε­νό­που­λος, έ­ζη­σε 23 χρό­νια με­τά το δι­κό του θά­να­το, ο­πό­τε εί­χε την ευ­και­ρία και ό­λο το χρό­νο για πολ­λα­πλές α­φη­γή­σεις και εκ­δο­χές. Στις δια­δο­χι­κές ε­πε­ξερ­γα­σίες της αυ­το­βιο­γρα­φίας του, τον α­πο­κα­λεί ζη­λό­φθο­νο και κα­κοή­θη, ε­νώ, στα ε­πε­τεια­κά και άλ­λα δη­μο­σιεύ­μα­τα, ε­ξαν­τλεί την αυ­στη­ρό­τη­τά του, θέ­λο­ντας να πα­ρου­σια­στεί ως α­ντι­κει­με­νι­κός κρι­τής. Όσο α­φο­ρά γε­γο­νό­τα και χρο­νο­λο­γίες, πα­ρέ­χει κα­τά προ­σέγ­γι­ση πλη­ρο­φό­ρη­ση. Σαν μια δεύ­τε­ρη κα­κο­τυ­χία του Κουρ­τί­δη, προ­βάλ­λει η προ­νο­μιού­χος θέ­ση, που δί­νουν οι ση­με­ρι­νοί με­λε­τη­τές στη μαρ­τυ­ρία του Ξε­νό­που­λου.        
Ού­τε καν το έ­τος γέν­νη­σης του Κουρ­τί­δη φαί­νε­ται να εί­ναι σί­γου­ρο. Το ε­πι­κρα­τέ­στε­ρο εί­ναι το 1858, αλ­λά εν­δέ­χε­ται να εί­ναι και το 1856. Πά­ντως, στην α­ναγ­γε­λία του θα­νά­του του, το βρά­δυ της 11ης προς τη 12η Αυγ. 1928, α­να­φέ­ρε­ται ό­τι ή­ταν 70 ε­τών. Κα­τά τα άλ­λα, πα­ρό­τι συ­μπλή­ρω­σε την ε­γκύ­κλια παι­δεία του στη Με­γά­λη του Γέ­νους Σχο­λή, εγ­γε­γραμ­μέ­νος α­πό το 1867 μέ­χρι το 1875, δεν τεκ­μαί­ρε­ται η η­λι­κία που ξε­κί­νη­σε, κα­θώς δεν υ­πάρ­χουν πλη­ρο­φο­ρίες για το πώς βρέ­θη­κε α­πό το χω­ριό του, το Μυ­ριό­φυ­το της Προ­πο­ντί­δας, στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Χά­σμα πλη­ρο­φό­ρη­σης υ­πάρ­χει και για τα χρό­νια με­τά την α­πο­φοί­τη­σή του, που ε­πέ­στρε­ψε στη Θρά­κη. Αγνο­εί­ται το πού υ­πη­ρέ­τη­σε ως δά­σκα­λος και για πό­σο χρό­νο. Τι έ­κα­νε το δε­κά­μη­νο ε­κεί­νου του ρω­σο­τουρ­κι­κού πο­λέ­μου (Απρ. 1877-Μάρ. 1878), που τό­σο δει­νο­πά­θη­σαν οι Έλλη­νες της Ανα­το­λι­κής Θρά­κης. Στη Νο­μι­κή Σχο­λή της Αθή­νας, πά­ντως, γρά­φτη­κε το 1879, αλ­λά στα Μη­τρώα δεν ε­ντο­πί­στη­κε χρό­νος α­πο­φοί­τη­σης α­πό τη Νο­μι­κή ή άλ­λη Σχο­λή.
Πα­ρό­μοια κε­νά υ­πάρ­χουν και για τα τέσ­σε­ρα χρό­νια των σπου­δών του στη Γερ­μα­νία, ό­που α­να­φέ­ρο­νται πε­ρισ­σό­τε­ροι τό­ποι, με μό­νο σί­γου­ρο το Πα­νε­πι­στή­μιο α­πο­φοί­τη­σης, ε­νώ, ως α­ντι­κεί­με­νο των σπου­δών, προσ­διο­ρί­ζε­ται το κά­πως γε­νι­κό­λο­γο, “παι­δα­γω­γι­κή και φι­λο­σο­φία”. Επί­σης, δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται, αν κά­ποια υ­πο­τρο­φία ή άλ­λη οι­κο­νο­μι­κή στή­ρι­ξη του ε­πέ­τρε­ψε αυ­τές τις σπου­δές. Το μό­νο βέ­βαιο εί­ναι ό­τι ξε­κί­νη­σε το α­κα­δη­μαϊκό έ­τος 1888-89, κα­θώς, ό­ταν πέ­θα­νε ο πα­τέ­ρας του, ή­ταν στη Γερ­μα­νία μα­ζί με τη σύ­ζυ­γό του, που εί­ναι γνω­στό ό­τι πα­ρέ­μει­νε ε­κεί μό­νο τον πρώ­το χρό­νο. Ωστό­σο, η Πο­λυ­καν­δριώ­τη, με βά­ση τα δη­μο­σιεύ­μα­τά του στο πε­ριο­δι­κό «Κλειώ» της Λει­ψίας, υ­πο­θέ­τει ό­τι μπο­ρεί να έ­φυ­γε έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα. Μάλ­λον πα­ρα­βλέ­πει ό­τι το εν λό­γω πε­ριο­δι­κό στη­ρι­ζό­ταν και σε σταλ­μέ­νες α­πό την Ελλά­δα συ­νερ­γα­σίες, ό­πως, α­κρι­βώς, ε­κεί­νες του Κουρ­τί­δη σε ό­λη τη διάρ­κεια του 1887, που φέ­ρουν τον γε­νι­κό τίτ­λο «Αθη­ναϊκά χρο­νι­κά».

Έλλει­ψη παι­δείας

    Ευ­κρι­νέ­στε­ρη δια­γρά­φε­ται η ε­παγ­γελ­μα­τι­κή του στα­διο­δρο­μία με­τά την ε­πι­στρο­φή του, ως κα­θη­γη­τή στα νεό­τευ­κτα Δι­δα­σκα­λεία, ως τα­κτι­κού συ­νερ­γά­τη σε λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, κα­θώς και ως κα­θη­γη­τή δρα­μα­το­λο­γίας στις πρώ­τες Δρα­μα­τι­κές Σχο­λές του Φι­λο­λο­γι­κού Συλ­λό­γου «Παρ­νασ­σός», του Ωδείου και της Βα­σι­λι­κής Δρα­μα­τι­κής Σχο­λής, στων ο­ποίων την ί­δρυ­ση και για ό­σο κρά­τη­σε η βρα­χύ­βια λει­τουρ­γία τους εί­χε ε­νερ­γό συμ­με­το­χή. “Αυ­το­δί­δα­κτο ει­δι­κό του θεά­τρου”, τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει η Πο­λυ­καν­δριώ­τη. Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι, ε­κτός α­πό δά­σκα­λος νέων η­θο­ποιών και πέ­ρα α­πό τους παι­δι­κούς δια­λό­γους που έ­γρα­ψε, συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους πρώ­τους θε­α­τρι­κούς κρι­τι­κούς. Αμε­τά­θε­τος στό­χος του στά­θη­κε “η διά­πλα­ση των Ελλή­νω­ν”. Όπως εύ­στο­χα πα­ρα­τη­ρεί η με­λε­τή­τρια, για τον Κουρ­τί­δη, η έλ­λει­ψη παι­δείας συ­νι­στά την κύ­ρια αι­τία για έ­ναν πο­λι­τι­σμό χα­μη­λής ποιό­τη­τας. Γι αυ­τό και α­σχο­λή­θη­κε με τα παι­δι­κά α­να­γνώ­σμα­τα, κα­θώς και με την εκ­παί­δευ­ση των θη­λέων, που εί­ναι οι αυ­ρια­νές μη­τέ­ρες. 
Και στους δυο αυ­τούς το­μείς, η με­λε­τή­τρια δεν πα­ρα­λεί­πει να το­νί­σει “τις α­γκυ­λώ­σεις του Κουρ­τί­δη σε πα­ρω­χη­μέ­νες πια α­ντι­λή­ψεις”, σε α­ντί­θε­ση με τις ι­δέες του Ξε­νό­που­λου, που δεν πε­ριο­ρι­ζό­ταν στη βελ­τίω­ση αλ­λά προ­χω­ρού­σε στην αμ­φι­σβή­τη­ση των πα­τρο­πα­ρά­δο­των α­ξιών. Συ­ντη­ρη­τι­κή ή, κα­τά άλ­λους, με­τριο­πα­θή στά­ση κρά­τη­σε ο Κουρ­τί­δης και στο γλωσ­σι­κό. Ού­τε δη­μο­τι­κι­στής ού­τε α­κραιφ­νής κα­θα­ρευου­σιά­νος, δια­τή­ρη­σε μια λό­για και προ­σι­τή γλώσ­σα. Έμει­νε σε α­πό­στα­ση α­πό τον Εκπαι­δευ­τι­κό Όμι­λο, αλ­λά συμ­με­τεί­χε στην εκ­παι­δευ­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση του 1917. Ωστό­σο, πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, κα­τά το Α΄ Εκπαι­δευ­τι­κό Συ­νέ­δριο του 1904, στην Αθή­να, ήρ­θε σε α­ντί­θε­ση με τους ορ­γα­νω­τές του, Δρο­σί­νη και Βι­κέ­λα, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας στις ο­μι­λίες και τα άρ­θρα του τους χα­μη­λούς τό­νους. Εξέ­φρα­σε τις α­πό­ψεις του Ελλη­νι­κού Δι­δα­σκα­λι­κού Συλ­λό­γου έ­να­ντι ε­κεί­νων των τριών φι­λεκ­παι­δευ­τι­κών συλ­λό­γων, που το διορ­γά­νω­ναν. Κυ­ρίως υ­πε­ρα­σπί­στη­κε τα αι­τή­μα­τα του έ­ξω Ελλη­νι­σμού, που α­πο­σιω­πή­θη­καν, πα­ρά την τι­μη­τι­κή υ­πο­δο­χή των εκ­προ­σώ­πων του. Η Πο­λυ­καν­δριώ­τη χα­ρα­κτη­ρί­ζει ε­μπα­θή την κρι­τι­κή του Κουρ­τί­δη. Ακρι­βή ει­κό­να πα­ρέ­χει η α­πο­κλει­στι­κά α­φιε­ρω­μέ­νη στο Συ­νέ­δριο, πρό­σφα­τη μο­νο­γρα­φία του Γιάν­νη Πα­πα­κώ­στα.
Πα­ρα­δό­ξως, ε­μπά­θεια του α­πο­δί­δει και στην α­ντι­πα­ρά­θε­σή του με τον Κα­μπού­ρο­γλου, που πα­ρου­σιά­ζει ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς ο Κα­μπού­ρο­γλους στά­θη­κε ο προ­στά­της του ό­ταν πρω­τοήρ­θε στην Αθή­να. Στη με­λέ­τη α­να­φέ­ρε­ται ως ο μο­να­δι­κός που του συ­μπα­ρα­στά­θη­κε. Σαν να λη­σμο­νεί­ται η βοή­θεια του λί­γο με­γα­λύ­τε­ρού του Γα­βριη­λί­δη. Κι αυ­τός Θρα­κιώ­της, α­πό χω­ριό της Προ­πο­ντί­δας, α­πό­φοι­τος της ί­διας Σχο­λής. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι ο Κουρ­τί­δης ξε­κι­νά­ει σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να να συ­νερ­γά­ζε­ται με τα πε­ριο­δι­κά «Ρα­μπα­γάς» και «Η Διά­πλα­σις των παί­δων». Κα­τά την Πο­λυ­καν­δριώ­τη, ο Κα­μπού­ρο­γλους τον σύ­στη­σε το 1880 στον εκ­δό­τη του δεύ­τε­ρου, Νι­κό­λαο Πα­πα­δό­που­λο. Σαν πά­λι να πα­ρα­βλέ­πει ό­τι ο Κουρ­τί­δης ή­ταν συ­νο­μή­λι­κος και συμ­φοι­τη­τής με τον Υδραίο Πα­πα­δό­που­λο, που εί­χε ξε­κι­νή­σει το πε­ριο­δι­κό του τον προ­η­γού­με­νο Φε­βρουά­ριο. Πά­ντως, το 1880, πα­ντρεύ­τη­κε την α­δελ­φή του και α­νέ­λα­βε την αρ­χι­συ­ντα­ξία του πε­ριο­δι­κού. Πα­ρό­τι τα θη­λυ­κά της οι­κο­γέ­νειας Πα­πα­δό­που­λου συ­νέ­δε­σαν δύο με­γά­λους της παι­δι­κής λο­γο­τε­χνίας, τον Κουρ­τί­δη και τον Ξε­νό­που­λο, που ε­ρω­τεύ­τη­κε την δε­κα­ε­ξά­χρο­νη α­νι­ψιά του Πα­πα­δό­που­λου, έ­να πλή­ρες λήμ­μα γι’ αυ­τόν λεί­πει.  
Όπως και να έ­χει, η σύ­γκρου­ση Κουρ­τί­δη-Κα­μπού­ρο­γλου πα­ρα­μέ­νει ε­πί­και­ρη, κα­θώς α­φο­ρά τη σχέ­ση κρι­τι­κού και συγ­γρα­φέα. Ο Κουρ­τί­δης εί­χε την ά­πο­ψη πως έ­να κεί­με­νο, α­φού έ­χει πα­ρα­δο­θεί πια στο κοι­νό, α­κο­λου­θεί το δι­κό του δρό­μο, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τον συγ­γρα­φέα του. Έτσι, ά­σκη­σε αυ­στη­ρή κρι­τι­κή σε θε­α­τρι­κό έρ­γο του φί­λου του. Επει­δή, ό­μως, οι συγ­γρα­φείς, τό­τε ό­πως και σή­με­ρα, αρ­νού­νται, σαν τους φι­λό­στορ­γους γο­νιούς, να α­φή­σουν το πό­νη­μά τους να τα βγά­λει πέ­ρα μό­νο του, ο Κα­μπού­ρο­γλους δεν χει­ρο­δί­κη­σε μεν, αλ­λά υ­πε­ρα­σπί­στη­κε με μα­χη­τι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα το έρ­γο του. Ας συ­γκρα­τή­σου­με α­πό “τον α­μεί­λι­κτο και συ­χνά ι­διαί­τε­ρα καυ­στι­κό κρι­τι­κό” Κουρ­τί­δη, την ε­πω­δό ό­τι “ο συγ­γρα­φέ­ας πρέ­πει να εί­ναι πράγ­μα­τι καλ­λι­τέ­χνης και ό­χι εισ­πρά­κτωρ πο­σο­στώ­ν”.
Τε­λι­κά, ο Κουρ­τί­δης α­πέ­κτη­σε μο­νο­γρα­φία, που θα την ζή­λευε α­κό­μη και ο πο­λυ­μνη­μο­νευό­με­νος Ξε­νό­που­λος. Κα­τά τα άλ­λα, εί­ναι μια α­πό τις λι­γο­στές μο­νο­γρα­φίες που προέ­κυ­ψαν με έ­ναυ­σμα λήμ­μα ε­κεί­νης της προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας ο­λο­κλη­ρω­θεί­σης Γραμ­μα­το­λο­γίας Σοκ­κό­λη.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/2/2013.

Με ένα βιβλίο ξεχνιέμαι



Δεν εί­ναι κα­λή ι­δέα, ού­τε και συ­νη­θί­ζε­ται, έ­νας κρι­τι­κός να σχο­λιά­ζει τα δη­μο­σιεύ­μα­τα άλ­λων κρι­τι­κών, χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι η κρι­τι­κή της κρι­τι­κής δεν θα μπο­ρού­σε να α­πο­βεί ω­φέ­λι­μη και για τις δυο πλευ­ρές. Εμείς, πά­ντως, δεν θα α­πο­τολ­μή­σου­με κά­τι πα­ρό­μοιο, για­τί γνω­ρί­ζου­με εξ ι­δίων πό­σο δυ­σα­ρε­στούν α­κό­μη και οι πιο κα­λο­προ­αί­ρε­τες με ε­παρ­κή ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία κρί­σεις. Θα α­να­φερ­θού­με σε δυο συ­γκε­κρι­μέ­νες ε­πι­σκο­πή­σεις της λο­γο­τε­χνίας του 2012. Εί­ναι της Ελι­σά­βετ Κοτ­ζιά και του Δη­μο­σθέ­νη Κούρ­το­βικ. Και αυ­τό ό­χι για να κρί­νου­με τις ε­πι­λο­γές τους, αλ­λά για­τί μας βο­η­θούν να ε­πι­ση­μά­νου­με ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και να δια­τυ­πώ­σου­με κά­ποιες α­πο­ρίες.

Πα­ρή­γο­ρες δια­πι­στώ­σεις

Η Κοτ­ζιά, στην ε­πι­σκό­πη­ση του πε­ρα­σμέ­νου έ­τους, με τον τίτ­λο, «Η λο­γο­τε­χνία ά­ντε­ξε και το 2012», ξε­κι­νώ­ντας α­πό την τεκ­μη­ρίω­ση, ό­τι οι ελ­λη­νι­κοί τίτ­λοι μυ­θι­στο­ρη­μά­των, συ­νυ­πο­λο­γι­ζό­με­νων εκ­δό­σεων, ε­πα­νεκ­δό­σεων και η­λεκ­τρο­νι­κών εκ­δό­σεων, έ­φθα­σαν στο 2012 τους 519, έ­να­ντι 508 του προ­η­γού­με­νου έ­τους και 401 του 2009, συ­μπε­ραί­νει ό­τι η “λο­γο­τε­χνία δια­θέ­τει πα­ρη­γο­ρη­τι­κή δρά­ση”. Για να συ­νε­χί­σει με την δια­πί­στω­ση, ό­τι “η ε­ξω­τε­ρι­κή ει­κό­να της λο­γο­τε­χνι­κής ζωής μοιά­ζει να μην έ­χει αγ­γι­χτεί α­πό την κρί­ση”, α­φού, ε­κτός α­πό “πλού­σια συ­γκο­μι­δή τίτ­λω­ν”, υ­πάρ­χουν “βρα­βεία, πε­ριο­δι­κά, βι­βλιο­κρι­σίες και βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις”. Απο­ρού­με με αυ­τές τις αι­σιό­δο­ξες δια­πι­στώ­σεις. Εμείς, α­ντι­θέ­τως, έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι, σε ό­λους τους το­μείς, τα λί­γα γί­νο­νται α­κό­μη λι­γό­τε­ρα. 
Τα πέ­ντε λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία ευ­ρύ­τε­ρης α­να­γνώ­ρι­σης, τα ο­ποία α­πο­νέ­μο­νται σε ε­τή­σια βά­ση (Κρα­τι­κά, Ακα­δη­μίας Αθη­νών, του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω», το «Athens Literature Prize» του πε­ριο­δι­κού «(δέ)κα­τα», το «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών» του Ε.ΚΕ.ΒΙ.),  φαί­νε­ται ό­τι θα μεί­νουν τρία, α­φού το πε­ριο­δι­κό «Δια­βά­ζω» στα­μά­τη­σε την κυ­κλο­φο­ρία του και το Ε.ΚΕ.ΒΙ. κα­ταρ­γή­θη­κε. Του­λά­χι­στον τρία μα­κρό­βια λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά («Δια­βά­ζω», «Η Λέ­ξη», «Το Πλα­νό­διον») διέ­κο­ψαν την κυ­κλο­φο­ρία τους και δυο («Νέα Εστία», «Νέα Ευ­θύ­νη») μείω­σαν τη συ­χνό­τη­τα κυ­κλο­φο­ρίας τους. Όσο για τις βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις, έ­τσι ό­πως γί­νο­νται, κα­θί­στα­ται ό­λο και δυ­σχε­ρέ­στε­ρος ο δια­χω­ρι­σμός τους α­πό τις δια­φη­μι­στι­κές κα­τα­χω­ρή­σεις. Απο­μέ­νουν οι βι­βλιο­κρι­σίες, ό­που θα πρέ­πει, πριν α­να­φερ­θού­με στην πυ­κνή ή ό­χι πα­ρου­σία τους, να συμ­φω­νή­σου­με για την αμ­φι­λε­γό­με­νη διά­κρι­ση α­νά­με­σα στην κρι­τι­κή και την πα­ρου­σία­ση. Αν, πά­ντως, πά­ρου­με ως έ­να πρώ­το κρι­τή­ριο τον συ­στη­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα τους, συ­νή­θως σε ε­παγ­γελ­μα­τι­κή βά­ση, τό­τε πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε στις μό­νι­μες στή­λες ε­φη­με­ρί­δων και πε­ριο­δι­κών. Αυ­τές, ό­μως, ό­χι μό­νο δεν πλη­θαί­νουν, αλ­λά τεί­νουν να ε­κλεί­ψουν, ύ­στε­ρα α­πό την κα­τάρ­γη­ση ή και συρ­ρί­κνω­ση των βι­βλια­κών έν­θε­των στις ε­φη­με­ρί­δες, ό­πως και τη δια­κο­πή έκ­δο­σης λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών, που έ­δι­ναν βά­ρος στην πα­ρου­σία­ση βι­βλίων. Ανά­με­σα στις α­πώ­λειες εί­ναι και ε­κεί­νη της ε­βδο­μα­διαίας στή­λης της ί­διας της Κοτ­ζιά στην ε­φη­με­ρί­δα «Η Κα­θη­με­ρι­νή», κα­θώς και η α­ραιό­τε­ρη δη­μο­σίευ­ση της σε­λί­δας βι­βλιο­κρι­τι­κής του Κούρ­το­βικ στο «Βι­βλιο­δρό­μιο», το βι­βλια­κό έν­θε­το της ε­φη­με­ρί­δας «Τα Νέ­α».

Στο ό­νο­μα της κρί­σης

Η συρ­ρί­κνω­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου έν­θε­του, που ή­ταν το πρώ­το που ξε­κί­νη­σε και α­κο­λού­θη­σαν τα «Βι­βλία» του «Βή­μα­τος» και η «Βι­βλιο­θή­κη» της «Ελευ­θε­ρο­τυ­πίας», γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο αι­σθη­τή, έ­τσι ό­πως έ­μει­νε νε­κρο­ζώ­ντα­νο να φθί­νει. Δεν μειώ­θη­καν μό­νο οι σε­λί­δες του. Έχα­σε τη φυ­σιο­γνω­μία του και σε αυ­τό συ­νέ­τει­νε η α­πο­μά­κρυν­ση δυο βα­σι­κών συ­ντα­κτών. Κα­τ’ αρ­χάς, α­πο­χώ­ρη­σε η Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη, που εί­χε α­πό την αρ­χή την ευ­θύ­νη για την κα­τάρ­τι­σή του, κρα­τώ­ντας η ί­δια την τε­λευ­ταία σε­λί­δα, ό­που πα­ρου­σία­ζε γεν­ναιό­δω­ρα και σχε­δόν κα­τά α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα τα και­νού­ρια βι­βλία ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Ταυ­τό­χρο­να, στα­μά­τη­σε να δη­μο­σιεύει ο Κώ­στας Γεωρ­γου­σό­που­λος. Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, η α­που­σία του συ­νο­λι­κά α­πό την ε­φη­με­ρί­δα α­πο­τε­λεί με­γά­λη α­πώ­λεια για τις πο­λι­τι­στι­κές σε­λί­δες εν γέ­νει του Τύ­που. Με την ε­βδο­μα­διαία σε­λί­δα θε­α­τρι­κής κρι­τι­κής, τη σε­λί­δα στο «Βι­βλιο­δρό­μιο» και τα μο­νό­στη­λα, ή­ταν η πιο δυ­να­μι­κή και ω­φέ­λι­μη, ι­δίως για νεό­τε­ρους α­να­γνώ­στες, πα­ρέμ­βα­ση στον κα­θη­με­ρι­νό Τύ­πο. Ο συν­δυα­σμός κρι­τι­κής ο­ξυ­δέρ­κειας και ευ­ρύ­τε­ρης γνώ­σης λο­γο­τε­χνι­κού και θε­α­τρι­κού λό­γου, έ­τσι ό­πως εν­δυ­να­μώ­νο­νταν α­πό την ε­πί τέσ­σε­ρις δε­κα­ε­τίες πα­ρα­κο­λού­θη­ση του γη­γε­νούς θεά­τρου αλ­λά και συ­νο­λι­κά του πνευ­μα­τι­κού βίου, κα­τέ­λη­γε σε έ­να στέ­ρεο φράγ­μα για τις με­τα­μο­ντερ­νί­στι­κες και γε­νι­κό­τε­ρες υ­περ­βο­λές. Εμείς, α­πό τη θέ­ση του α­να­γνώ­στη, α­δυ­να­τού­με να α­ντι­λη­φθού­με τη στρα­τη­γι­κή των αν­θρώ­πων που δια­χει­ρί­ζο­νται τις τύ­χες των ε­φη­με­ρί­δων. Πολ­λά γί­νο­νται εν ο­νό­μα­τι της κρί­σης, αλ­λά, προ­φα­νώς, ό­χι λό­γω αυ­τής, α­φού δεν εί­ναι λί­γες οι πε­ρι­πτώ­σεις, που η α­πο­μά­κρυν­ση συ­ντα­κτών και η α­πί­σχναν­ση έν­θε­των δεν συ­ντε­λεί­ται με οι­κο­νο­μι­κά κρι­τή­ρια.

519 τίτ­λοι

Και ε­πα­νερ­χό­μα­στε στην ε­πι­σκό­πη­ση της Κοτ­ζιά. Κα­λή εί­ναι η αι­σιο­δο­ξία, αλ­λά για να α­πο­βεί ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κή, θα πρέ­πει να ξε­κι­νά­ει α­πό την πα­ρα­τή­ρη­ση του τι πραγ­μα­τι­κά συμ­βαί­νει. Μέ­νει, λοι­πόν, η “πλού­σια συ­γκο­μι­δή τίτ­λω­ν”, ι­διαί­τε­ρα μυ­θι­στο­ρη­μά­των, που την  ο­δή­γη­σε στην “εύ­λο­γη”, ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζει, “υ­πό­θε­ση πως η λο­γο­τε­χνία δια­θέ­τει πα­ρη­γο­ρη­τι­κή δρά­ση”. Σε τι, ό­μως, ο­φεί­λε­ται αυ­τή η “πλού­σια συ­γκο­μι­δή τίτ­λω­ν” μυ­θι­στο­ρη­μά­των, που α­ντι­στοι­χεί σε αύ­ξη­ση της τά­ξης του 29.5% μέ­σα σε μια τριε­τία; Μή­πως αυ­ξή­θη­καν, και λό­γω κρί­σης, οι ε­πα­νεκ­δό­σεις πα­λαιό­τε­ρων ή και νεό­τε­ρων, κα­θώς αυ­τοί οι τε­λευ­ταίοι αλ­λά­ζουν ό­λο και συ­χνό­τε­ρα εκ­δο­τι­κό οί­κο, α­παι­τώ­ντας τη με­τα­κό­μι­ση και των βι­βλίων τους; Μή­πως πολ­λα­πλα­σιά­στη­καν οι πλη­ρω­μέ­νες α­πό τους συγ­γρα­φείς εκ­δό­σεις, κα­θώς ο­ρι­σμέ­νοι εκ­δό­τες ει­δι­κεύο­νται πλέ­ον σε αυ­τές, φρο­ντί­ζο­ντας για την ό­σο το δυ­να­τόν κα­λύ­τε­ρη προώ­θη­σή τους; Αυ­τοί, πά­ντως, οι 118 ε­πι­πλέ­ον τίτ­λοι, ό­ποια αλ­λα­γή και να τους έ­φε­ρε, δεν αρ­κούν για να κα­τα­λή­ξου­με στην πα­ρη­γο­ρη­τι­κή ή ό­ποια άλ­λη δρά­ση της λο­γο­τε­χνίας. Για έ­να πα­ρό­μοιο συ­μπέ­ρα­σμα α­παι­τού­νται δια­φο­ρε­τι­κά α­ριθ­μη­τι­κά δε­δο­μέ­να. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, πό­σα α­πό τα 519 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ε­ξάν­τλη­σαν την πρώ­τη έκ­δο­ση, πό­σα έ­φθα­σαν στην τρί­τη και πό­σα κα­τόρ­θω­σαν να ει­σέλ­θουν στα δέ­κα κο­ρυ­φαία του 2012. Σε δι­σέ­λι­δο του «Βι­βλιο­δρο­μίου» δί­νε­ται ως ε­πι­κε­φα­λί­δα «Το top ten του 2012» και στο συ­νο­δευ­τι­κό άρ­θρο του Μα­νώ­λη Πι­μπλή α­να­φέ­ρο­νται ό­σα βι­βλία υ­πε­ρέ­βη­σαν σε πω­λή­σεις τα 5000 α­ντί­τυ­πα. Με βά­ση αυ­τά τα δε­δο­μέ­να, η πιο εύ­λο­γη υ­πό­θε­ση εί­ναι πως σε και­ρό κρί­σης και α­νερ­γίας, που κα­τα­τρύ­χει ι­διαί­τε­ρα τις γυ­ναί­κες, ι­σχύει πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ το πα­λαιό σλό­γκαν, “Με έ­να βι­βλίο ξε­χνιέ­μαι”.
Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, στην κο­ρυ­φαία δε­κά­δα, εμ­φα­νί­ζο­νται έ­ξι ελ­λη­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, πέ­ντε ε­ρω­τι­κά α­πό τις εκ­δό­σεις Ψυ­χο­γιός και το α­στυ­νο­μι­κό της ντε­τέ­κτιβ - δη­μο­σιο­γρά­φου Αγγε­λι­κής Νι­κο­λού­λη. Ο Πι­μπλής α­να­φέ­ρει, κα­τά φθί­νου­σα σει­ρά πω­λή­σεων, α­κό­μη έ­ξι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα α­πό τις εκ­δό­σεις Ψυ­χο­γιός –στο βαθ­μό που μπο­ρού­με να κρί­νου­με α­πό τους τίτ­λους, κι αυ­τά ε­ρω­τι­κά– στα ο­ποία προ­σθέ­τει έ­να α­κό­μη ε­ρω­τι­κό α­πό άλ­λο εκ­δο­τι­κό οί­κο. Με­τά πα­ρα­θέ­τει με­τα­φρά­σεις ξέ­νων μυ­θι­στο­ρη­μά­των και στη συ­νέ­χεια, ει­σέρ­χε­ται “στην ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία”. Σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία, κα­τα­γρά­φει 17 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα συν έ­να του Γιάν­νη Μα­ρή. Αυ­τό το δι­σέ­λι­δο των μπε­στ σέ­λερ δη­μο­σιεύε­ται δί­πλα στη δι­σέ­λι­δη ε­πι­σκό­πη­ση της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φι­κής πα­ρα­γω­γής του Κούρ­το­βικ. Αν α­να­ζη­τή­σου­με στις ε­πι­σκο­πή­σεις των δυο κρι­τι­κών τα 17 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα που πέ­ρα­σαν το φράγ­μα των 5000 α­ντι­τύ­πων, στης Κοτ­ζιά βρί­σκου­με μό­νο έ­να, το μυ­θι­στό­ρη­μα της Σο­φίας Νι­κο­λαΐδου, που άγ­γι­ξε τα 5000 α­ντί­τυ­πα (ό­πως φαί­νε­ται οι δια­δο­χι­κές εκ­δό­σεις εί­ναι πλέ­ον των 500 α­ντι­τύ­πων έ­να­ντι των 1000 ή 2000 πα­λαιό­τε­ρα)  και στου Κούρ­το­βι­κ, τρία, του Διο­νύ­ση Χα­ρι­τό­που­λου, που έ­φθα­σε τα 11.500 α­ντί­τυ­πα, του Ανδρέα Μή­τσου στα 6000 και της Νι­κο­λαΐδου. 

Δύο κα­τη­γο­ρίες

Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, αυ­τά τα δε­δο­μέ­να μας ο­δη­γούν σε έ­να και μο­να­δι­κό συ­μπέ­ρα­σμα. Ότι εί­ναι και­ρός να στα­μα­τή­σου­με την κα­τά­τα­ξη στην ί­δια ο­μά­δα α­να­γνώ­σμα­τος και λο­γο­τε­χνι­κού βι­βλίου. Για­τί α­δι­κού­με και τα δυο, ό­πως, άλ­λω­στε, συμ­βαί­νει πά­ντο­τε στις ο­μα­δο­ποιή­σεις α­νό­μοιων πραγ­μά­των. Αυ­τές οι δυο κα­τη­γο­ρίες εί­ναι γνω­στό ό­τι έ­χουν δια­φο­ρε­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τα ο­ποία κα­λό εί­ναι να λαμ­βά­νο­νται υ­π’ ό­ψη στις βι­βλιο­κρι­τι­κές και τις βρα­βεύ­σεις, πό­σω μάλ­λον ό­ταν οι α­ρε­τές των μεν προ­σμε­τρώ­νται στα ε­λατ­τώ­μα­τα των δε και α­ντι­στρό­φως. Ει­δάλ­λως, ε­πέρ­χε­ται σύγ­χυ­ση, κι αυ­τή φά­νη­κε σε ό­λη της την έ­κτα­ση, ό­ταν προέ­κυ­ψε το «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών», το ο­ποίο θεώ­ρη­σαν οι θε­σμο­θέ­τες του, ό­τι για να έ­χει κύ­ρος, θα πρέ­πει να α­πο­νέ­με­ται σε βι­βλίο της λο­γο­τε­χνίας, αν ό­χι της υ­ψη­λής, του­λά­χι­στον της ε­λα­φράς. Οπό­τε ο νεό­κο­πος θε­σμός κα­τα­στρα­τη­γή­θη­κε ποι­κι­λο­τρό­πως. Κά­θε χρό­νο δο­κι­μά­στη­κε και έ­νας δια­φο­ρε­τι­κός τρό­πος χει­ρα­γώ­γη­σης, εκ­θέ­το­ντας θε­σμο­θέ­τες και βρα­βευ­μέ­νους, αλ­λά και α­φή­νο­ντας πα­ρα­πο­νε­μέ­νους τους α­γα­πη­μέ­νους των α­να­γνω­στών συγ­γρα­φείς. 
Βε­βαίως, το πρό­βλη­μα πα­ρα­μέ­νει, α­φού δεν δια­θέ­του­με κά­ποια λυ­δία λί­θο της λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας ε­νός βι­βλίου. Για πα­ρά­δειγ­μα, οι δυο ε­πι­σκο­πή­σεις συ­μπί­πτουν μό­νο σε ε­πτά βι­βλία ε­πί συ­νό­λου 22 της Κοτ­ζιά και 23 του Κούρ­το­βι­κ, αλ­λά και σε αυ­τά α­πέ­χουν στην α­ξιο­λό­γη­σή τους. Εν τέ­λει, συμ­φω­νούν μό­νο σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, το πρό­σφα­το του Θεό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη, «Το μυ­στι­κό της Έλλης». Εκεί­νο, που βρί­σκου­με εν­δια­φέ­ρον σε αυ­τήν τη μό­νη σύ­μπτω­ση εί­ναι ό­τι ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στο θέ­μα του εν λό­γω βι­βλίου. Το­νί­ζε­ται πό­σο κα­λά “α­φο­μοιώ­θη­κε το θέ­μα της κρί­σης στον ορ­γα­νι­σμό της ι­στο­ρίας”, πό­σο κα­λά πα­ρου­σιά­ζε­ται “ο α­συ­νή­θι­στα αρ­μο­νι­κός έ­ρω­τας μιας πε­νη­ντά­χρο­νης με έ­ναν κα­τά πο­λύ νεό­τε­ρο ά­ντρα στις υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νες α­θη­ναϊκές συ­νοι­κίες” ή τέ­λος, ό­τι εί­ναι έ­να “συ­γκι­νη­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα”. Πρό­κει­ται για ε­πι­ση­μάν­σεις χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών, που μπο­ρεί να κα­τα­στή­σουν έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ευ­πώ­λη­το, ω­στό­σο δεν ε­δραιώ­νουν το λο­γο­τε­χνι­κό του χα­ρα­κτή­ρα. Μή­πως, ό­ταν δί­νου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο βά­ρος στο θέ­μα, ο­λι­σθαί­νου­με στην ε­ξο­μοίω­ση α­να­γνώ­σμα­τος και λο­γο­τε­χνι­κού βι­βλίου;

Δύ­σκο­λη διά­κρι­ση

Πριν προ­χω­ρή­σου­με, να ση­μειώ­σου­με μια βα­σι­κή δια­φο­ρά α­νά­με­σα στις δυο ε­πι­σκο­πή­σεις. Η Κοτ­ζιά θεω­ρεί το σύ­νο­λο της πε­ζο­γρα­φι­κής πα­ρα­γω­γής, δη­λα­δή μυ­θι­στό­ρη­μα και διή­γη­μα, με α­πο­τέ­λε­σμα, στον ε­πί μέ­ρους σχο­λια­σμό, να υ­πει­σέρ­χε­ται, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, και η μορ­φή, ε­νώ α­πο­δί­δε­ται φό­ρος τι­μής σε έ­να δυο μά­στο­ρες και “στυ­λί­στες”. Αντι­θέ­τως, ο Κούρ­το­βικ πε­ριο­ρί­ζε­ται στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το ο­ποίο, ό­πως έ­χει κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη δη­λώ­σει, θεω­ρεί το κυ­ρίαρ­χο εί­δος. Στην ε­πι­σκό­πη­σή του, μό­νο σε δυο πε­ρι­πτώ­σεις, α­να­φέ­ρε­ται στη μορ­φή, με τις αό­ρι­στες δια­τυ­πώ­σεις, “κα­λο­γραμ­μέ­νο” και “πε­ρί­τε­χνο”. Κα­τά τα άλ­λα, ο σχο­λια­σμός και των δυο κα­τευ­θύ­νε­ται α­πό το θέ­μα, α­φού, ό­μως, προ­η­γου­μέ­νως, έ­χουν προσ­διο­ρί­σει ποια θέ­μα­τα θεω­ρούν α­ξιό­λο­γα. 
Αυ­τή η θε­μα­τι­κή ο­ριο­θέ­τη­ση δεί­χνει α­ντί­στοι­χη με τον πε­ριο­ρι­σμό στα βι­βλία, που μπο­ρούν να εί­ναι υ­πο­ψή­φια για το «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών». Εκεί, κά­ποιος (ε­πι­τρο­πή κρι­τι­κών, Λέ­σχες  Ανά­γνω­σης) α­να­λαμ­βά­νει ρό­λο κη­δε­μό­να του α­να­γνώ­στη, ο­ρί­ζο­ντας το υ­πο­σύ­νο­λο των βι­βλίων α­πό το  ο­ποίο ε­κεί­νος κα­λεί­ται να ε­πι­λέ­ξει. Αντ’ αυ­τού, οι κρι­τι­κοί ο­ρί­ζουν τα ά­ξια μνη­μό­νευ­σης θέ­μα­τα, ό­πως η κρί­ση, οι ι­στο­ρι­κές πε­ρι­πέ­τειες της χώ­ρας, η προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση ή, ως κο­ρω­νί­δα, τα θέ­μα­τα οι­κου­με­νι­κής εμ­βέ­λειας. Έτσι, πα­ρα­με­ρί­ζο­νται τα συ­νή­θη θέ­μα­τα των μπε­στ σέ­λε­ρ, ό­πως ε­ρω­τι­κά,  πε­ρι­πε­τειώ­δη, α­στυ­νο­μι­κά, με σα­σπέ­νς, ε­κτός κι αν ο συγ­γρα­φέ­ας τους φρό­ντι­σε να δέ­σει την ι­στο­ρία του με κά­ποιο μεί­ζον ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός. Με­τά έρ­χε­ται η α­ξιο­λό­γη­ση των προ­κρι­νό­με­νων βά­σει του θέ­μα­τος μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση, πως ε­κτι­μά­ται το ευα­νά­γνω­στο βι­βλίο, που πλη­ροί ο­ρι­σμέ­νες ι­δε­ο­λο­γι­κές προ­δια­γρα­φές, ε­νώ, ως προς τη μορ­φή, δια­θέ­τει τις α­ρε­τές των ευ­πώ­λη­των. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, λό­γω θέ­μα­τος, δεν ε­μπί­πτει σε ε­κεί­να με τη με­γά­λη α­να­γνω­σι­μό­τη­τα. Για­τί μπο­ρεί έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα για τους Βαλ­κα­νι­κούς πο­λέ­μους να εί­ναι ευ­κο­λο­α­νά­γνω­στο αλ­λά θε­μα­τι­κά α­διά­φο­ρο για το με­γά­λο  κοι­νό, που θέ­λει να ξε­χα­στεί με “πε­νή­ντα α­πο­χρώ­σεις” πρά­ξεως σπου­δαίας και “τρεις” ή και δε­κα­τρείς “υ­πο­σχέ­σεις”, ι­δίως σε πε­ρίο­δο ι­σχνών α­γε­λά­δων σε ό­λους τους το­μείς, του ε­ρω­τι­κού συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, το σχε­τι­κό με τους Βαλ­κα­νι­κούς μυ­θι­στό­ρη­μα του Γιαν­νιώ­τη Σπύ­ρου Γό­γο­λου εί­ναι σο­δειά 2011, ό­πως και το σχε­τι­κό με την κρί­ση μυ­θι­στό­ρη­μα του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου. 
Πε­ρί Κρι­τη­ρίων

Επα­να­λαμ­βά­νου­με, μα­κριά α­πό ε­μάς η κρι­τι­κή της κρι­τι­κής, αλ­λά μέ­νει το ε­ρώ­τη­μα: Ο τίτ­λος, που ε­πι­λέ­γει ο Κούρ­το­βι­κ, «Το γά­λα των ι­σχνών α­γε­λά­δων», δεν υ­πό­σχε­ται προ­βο­λή του λο­γο­τε­χνι­κού α­πο­στάγ­μα­τος της χρο­νιάς; Κι ό­μως, ε­κεί­νος το α­πορ­ρί­πτει, ό­που κι αν το βρει. Στο έ­να λό­γω πα­ρω­χη­μέ­νου θέ­μα­τος, στο άλ­λο λό­γω θε­μα­τι­κής ε­πα­νά­λη­ψης, σε έ­να τρί­το για­τί ο συγ­γρα­φέ­ας ε­ξάν­τλη­σε τις πη­γές έ­μπνευ­σής του, που υ­πο­θέ­του­με ό­τι ση­μαί­νει πως κι αυ­τός θε­μα­τι­κά ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται, ε­νώ σε έ­να τέ­ταρ­το βρί­σκει προ­βλη­μα­τι­κή την τε­χνι­κή α­πό­στα­ξης. Τε­λι­κά, κά­νει την έκ­πλη­ξη, προ­τεί­νο­ντας α­ντί για γά­λα κά­τι πιο τερ­ψι­λα­ρύγ­γιο για δια­νοού­με­νους, ε­θι­σμέ­νους στην α­νά­γνω­ση δο­κι­μίων. Κά­τι σαν το φρα­που­τσί­νο, ού­τε γά­λα ού­τε κα­φές, αλ­λά γαρ­γα­λι­στι­κό μίγ­μα. Προ­τεί­νει το μυ­θι­στό­ρη­μα, που κα­ταρ­γεί τα ει­δο­λο­γι­κά στε­γα­νά: “Μυ­θο­πλα­σία, αυ­το­βιο­γρα­φία, δο­κί­μιο, πο­λι­τι­σμι­κή γεω­γρα­φία ή αν­θρω­πο­λο­γία, πο­λι­τι­σμι­κή κρι­τι­κή”, ό­λα σε έ­να. Αυ­τό θεω­ρεί “συ­ναρ­πα­στι­κή προο­πτι­κή για την πε­ζο­γρα­φία μας”. Προο­πτι­κή, ό­χι και τό­σο και­νού­ρια. 
Μπο­ρεί ο κα­θέ­νας να ο­ρί­ζει κρι­τή­ρια και να κά­νει τις ε­πι­λο­γές του, ω­στό­σο ό­λοι και ό­λα ο­ρί­ζο­νται α­πό τη γλώσ­σα. Πριν κο­ντά ε­νά­μι­σι αιώ­να, οι φι­λό­λο­γοι, α­ντί να με­τα­γλωτ­τί­σουν τον λα­τι­νι­κό ό­ρο literatura με τη λέ­ξη γράμ­μα­τα, προ­τί­μη­σαν να πλά­σουν στο πρό­τυ­πο της λέ­ξης καλ­λι­τε­χνία, τον και­νο­φα­νή τό­τε ό­ρο λο­γο­τε­χνία. Εί­ναι, ί­σως, η μό­νη γλώσ­σα που θέ­τει αυ­τόν τον πε­ριο­ρι­σμό, τον ο­ποίο βιά­ζου­με, ό­ταν χρη­σι­μο­ποιού­με τη λέ­ξη λο­γο­τε­χνία α­δια­κρί­τως για ο­ποιο­δή­πο­τε πε­ζό δη­μο­σιεύε­ται. Από την άλ­λη, ας φρο­ντί­σουν βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές και κρι­τι­κοί για την προώ­θη­ση του εν­δε­δειγ­μέ­νου ευα­νά­γνω­στου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Μπο­ρούν, μά­λι­στα, να ξε­κι­νή­σουν α­πό τις λί­στες των ευ­πώ­λη­των, κα­ταρ­γώ­ντας τον προσ­διο­ρι­σμό λο­γο­τε­χνία, τό­σο για τα ελ­λη­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ό­σο και για τα με­τα­φρα­σμέ­να. Ας α­πο­τολ­μή­σουν να α­πο­φαν­θούν ό­τι η τρι­λο­γία της Λον­δρέ­ζας Ερρί­κας Μή­τσε­λ, γνω­στής με το ψευ­δώ­νυ­μο Ε. Λ. Τζέϊμς, «Πε­νή­ντα α­πο­χρώ­σεις», δεν εί­ναι λο­γο­τε­χνία. Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται η ί­δια, εί­ναι οι ε­ρω­τι­κές φα­ντα­σιώ­σεις μιας γυ­ναί­κας, που κλεί­νει ε­φέ­τος τα πε­νή­ντα και έ­χει έ­ναν δε­κα­πε­ντα­ε­τή έγ­γα­μο βίο που συ­νε­χί­ζε­ται και δυο κό­ρες. Εμείς, πά­ντως, προ­τι­μού­με τα α­ντί­στοι­χα βι­κτω­ρια­νά πορ­νο­γρα­φι­κά και στο εί­δος του ε­ρω­τι­κού, δεν θα αλ­λά­ζα­με την Αμε­ρι­κα­νί­δα Μάρ­γκα­ρετ Μή­τσελ και το «Οσα παίρ­νει ο ά­νε­μος» με έ­να Λέ­νας Μα­ντά. Αλλά πε­ρί ο­ρέ­ξεως ου­δείς λό­γος. Ωστό­σο, αν υ­πάρ­ξει και ε­φέ­τος «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών», ας α­φή­σουν οι νέ­οι θε­σμο­θέ­τες ε­λεύ­θε­ρους και ό­χι δια­κρι­τι­κά χει­ρα­γω­γού­με­νους τους α­να­γνώ­στες να δια­λέ­ξουν α­πό ό­λη τη σο­δειά. Ας πα­ρα­δειγ­μα­τι­στούν α­πό τους Βρε­τα­νούς, που α­πέ­νει­μαν το «National Book Award» του 2012 στην Ε. Λ.Τζέϊμς. 

 Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/2/2013.

Αθήνα και πάλι Αθήνα



















Η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας, άλλοτε Κηφισίας, στη συμβολή της με την οδό Κουμπάρη, σε φωτογραφία της δεκαετίας του 1920. Δεξιά, στον αριθμό 17 της Βασ. Σοφίας, η οικία Χαροκόπου-Εμμανουήλ Μπενάκη (σήμερα Μουσείο Μπενάκη), έργο του αρχιτέκτονα Αναστάση Μεταξά. Δίπλα, στον αριθμό 15, η οικία Ράλλη-Σκαραμαγκά (πιθανόν έργο του Αριστοτέλη Ζάχου), είναι από τα τελευταία μέγαρα που κτίστηκαν στην οδό Βασ. Σοφίας. Κατεδαφίσθηκε το 1955 και στη θέση του κτίστηκε πολυώροφο κτήριο, που στεγάζει σήμερα το Υπουργείο Εσωτερικών.

Θα­νά­σης Γιο­χά­λας -
Τό­νια Κα­φετ­ζά­κη 
«Αθή­να 
Ιχνη­λα­τώ­ντας την πό­λη  
με ο­δη­γό την ι­στο­ρία
και τη λο­γο­τε­χνία» 
Εκδό­σεις Βι­βλιο­πω­λείον
της Εστίας 
Δε­κέμ­βριος 2012

Εί­ναι δύ­σκο­λος ο ει­δο­λο­γι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός ε­νός βι­βλίου, ό­πως αυ­τό που συ­νέ­θε­σαν ο Θα­νά­σης Γιο­χά­λας και η Τό­νια Κα­φετ­ζά­κη για την πό­λη της Αθή­νας, α­ξιο­ποιώ­ντας έ­να ποι­κι­λό­μορ­φο και πλού­σιο σε πλη­ρο­φο­ρίες υ­λι­κό. Δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ο­δη­γός της πό­λης, πα­ρό­λο που η δο­μή του κα­τά πε­ριο­χή το ε­ντάσ­σει, εκ πρώ­της ό­ψεως, στους ο­δη­γούς. Στο τε­λι­κό α­πο­τέ­λε­σμα, ό­μως, υ­πε­ρι­σχύει η α­νά­πτυ­ξη των ε­πί μέ­ρους ε­νο­τή­των υ­πό τη μορ­φή λημ­μά­των, που  το φέρ­νει πλη­σιέ­στε­ρα σε έ­ναν τύ­πο ε­γκυ­κλο­παι­δι­κού λε­ξι­κού της πό­λης. Άλλω­στε, τη χρή­ση του βι­βλίου ως ο­δη­γού τη δυ­σχε­ραί­νει το με­γά­λο σχή­μα του και η α­που­σία χαρ­το­γρα­φι­κής ει­κό­νας των συ­νοι­κιών, που δεν υ­πο­κα­θί­στα­ται α­πό την α­να­φο­ρά των ο­δών που τις πε­ρι­κλείουν. Ιδιαί­τε­ρα ό­ταν πρό­κει­ται για τους σκο­λιούς δρο­μί­σκους των πα­λαιών, ε­ξα­φα­νι­σμέ­νων σή­με­ρα, του­λά­χι­στον κα­τ’ ό­νο­μα, συ­νοι­κιών.  
    Αλλά ού­τε για με­λέ­τη πρό­κει­ται, κα­θώς, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, α­παι­τεί­ται, πέ­ραν της συ­γκέ­ντρω­σης του υ­λι­κού, πρω­το­γε­νής έ­ρευ­να και έ­λεγ­χος της α­ξιο­πι­στίας των πη­γών, ι­δίως των πιο πρό­σφα­των. Εί­ναι γνω­στή η τά­ση των νεό­τε­ρων α­θη­ναιο­γρά­φων να ε­πι­λέ­γουν το πα­ρά­δο­ξο πε­ρι­στα­τι­κό και να κα­τα­φεύ­γουν στην κα­θ’ υ­περ­βο­λήν πε­ρι­γρα­φή του, ε­πι­διώ­κο­ντας μάλ­λον τον ε­ντυ­πω­σια­σμό. Από την άλ­λη, ο πλού­τος των α­φη­γή­σεων για το κλει­νόν ά­στυ εί­ναι τό­σο με­γά­λος, που αυ­τή η α­φθο­νία α­πο­τε­λεί μάλ­λον δυ­σχε­ρα­ντι­κό πα­ρά βο­η­θη­τι­κό στοι­χείο. Γι’ αυ­τό και χρειά­ζε­ται προ­σε­κτι­κό ξε­διά­λεγ­μα ε­κεί­νων των ψη­φί­δων, που με την συ­νέ­νω­σή τους θα δώ­σουν γνή­σια ει­κό­να των πα­λαιό­τε­ρων ό­ψεων της πό­λης και ό­χι μια με­τα­γε­νέ­στε­ρη α­ντα­νά­κλα­ση. Εκεί­νο α­πό το ο­ποίο κιν­δυ­νεύει έ­να πα­ρό­μοιο εγ­χεί­ρη­μα εί­ναι ο α­να­γνώ­στης να το α­ντι­με­τω­πί­σει σαν έ­να παι­χνί­δι ε­ρω­τα­πα­ντή­σεων, ό­πως το “trivial pursuit”, που ήρ­θε προ­σφά­τως α­πό την α­με­ρι­κα­νι­κή ή­πει­ρο και πο­λύ α­γα­πή­θη­κε. Προς τα ε­κεί, μά­λι­στα, έ­γει­ρε η δη­μο­σιο­γρα­φι­κή υ­πο­δο­χή του βι­βλίου.  
Εί­ναι το πρώ­το βι­βλίο των δυο συγ­γρα­φέων για την Αθή­να. Κερ­κυ­ραίος ο Γιο­χά­λας, γνώ­ρι­σε την πό­λη ως φοι­τη­τής στα πρώ­τα χρό­νια της Με­τα­πο­λί­τευ­σης. Από την ί­δια ε­πο­χή εί­ναι και οι πρώ­τες ε­ντυ­πώ­σεις της Κα­φετ­ζά­κη, αυ­τή Αθη­ναία αλ­λά αρ­κε­τά νεό­τε­ρη. Όπως α­να­φέ­ρουν στον πρό­λο­γο, χω­ρίς μνή­μες α­πό την Αθή­να πα­λαιό­τε­ρων δε­κα­ε­τιών, συν­θέ­τουν τις δια­δο­χι­κές ει­κό­νες της α­πό τις προ­σι­τές σε αυ­τούς ψη­φί­δες. Αυ­τό προσ­δί­δει μια κα­θο­ρι­στι­κή χροιά στο πό­νη­μά τους. Για πα­ρά­δειγ­μα, η Ομορ­φο­κ­κλη­σιά της συλ­λο­γι­κής μνή­μης α­να­φέ­ρε­ται ως η Όμορ­φη Εκκλη­σιά των σχε­τι­κών με­λε­τών. Ή, α­κό­μη, για να δο­θεί η α­τμό­σφαι­ρα στη γει­το­νιά του Κυ­πριά­δη, ε­πι­λέ­γε­ται α­πό­σπα­σμα α­πό το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ιωάν­νας Κα­ρυ­στιά­νη, «Τα σακ­κιά», που δεν προϊδεά­ζει για την ι­διαι­τε­ρό­τη­τα αυ­τής της μο­να­δι­κής κά­πο­τε κη­πού­πο­λης και θα μπο­ρού­σε να α­να­φέ­ρε­ται σε μια ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη συ­νοι­κία με ο­δω­νύ­μια ο­νό­μα­τα ποιη­τών. Κα­τά τα άλ­λα, οι νεό­τε­ρες πη­γές συ­χνά συμ­φύ­ρουν λά­θη, ό­πως, λ.χ., το ό­τι αυ­τή η πρώ­τη κη­πού­πο­λη δη­μιουρ­γή­θη­κε στο Με­σο­πό­λε­μο α­πό τον ε­πι­χει­ρη­μα­τία Μί­νωα Κυ­πριά­δη. Εκεί­νος, ό­μως, την εί­χε α­γο­ρά­σει στα τέ­λη του 19ου και αρ­χές του Με­σο­πο­λέ­μου, εί­χε πε­θά­νει. Στο Με­σο­πό­λε­μο, την δη­μιούρ­γη­σε ο αρ­χι­τέ­κτο­νας γιος του, Επα­μει­νών­δας Κυ­πριά­δης. 
Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος συγ­γρα­φέ­ας και ε­ρα­σι­τέ­χνης ι­στο­ριο­δί­φης της Αθή­νας εί­ναι ο Γιο­χά­λας, σύμ­φω­να με το βιο­γρα­φι­κό του. Ενώ, για την Κα­φετ­ζά­κη εί­ναι το δεύ­τε­ρο βι­βλίο, με­τά την προ δε­κα­ε­τίας με­λέ­τη της «Προ­σφυ­γιά και λο­γο­τε­χνία. Ει­κό­νες του Μι­κρα­σιά­τη πρό­σφυ­γα στη με­σο­πο­λε­μι­κή πε­ζο­γρα­φία». Ίσως, αν έ­φτια­χνε μό­νη της το βι­βλίο της Αθή­νας, να α­κο­λου­θού­σε την ί­δια με­θο­δο­λο­γία. Δη­λα­δή, να α­να­ζη­τού­σε τις ει­κό­νες της πό­λης στη λο­γο­τε­χνία και να συ­νέ­θε­τε μια λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρι­διά­βα­ση, ό­πως ε­κεί­νη που πρό­τει­νε προ τριε­τίας η συ­νο­μή­λι­κή της Δώ­ρα Μέ­ντη, «Η Αθή­να α­πό τον 19ο στον 20ο αιώ­να. Μια λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρι­διά­βα­ση α­πό την πα­λιά ως τη ση­με­ρι­νή ει­κό­να της πό­λης». Αντ’ αυ­τής, στο βι­βλίο, που συ­νυ­πο­γρά­φει, προ­τάσ­σε­ται η πε­ριή­γη­ση στην πό­λη και σαν προ­σθή­κη –στα ε­κτε­νή λήμ­μα­τα και ό­ταν η ε­πο­πτεία των συγ­γρα­φέων το ε­πι­τρέ­πει– έρ­χε­ται ο “λο­γο­τε­χνι­κός πε­ρί­πα­τος”.  
Αυ­τός ο “πα­ράλ­λη­λος” πε­ρί­πα­τος δια­φέ­ρει α­πό ε­κεί­νον της Μέ­ντη. Κα­τ’ αρ­χάς, δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στα λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να, αλ­λά α­πλώ­νε­ται και σε α­να­γνώ­σμα­τα, ό­πως τα α­στυ­νο­μι­κά του Γιάν­νη Μα­ρή, τα βι­βλία του Δη­μή­τρη Ψα­θά, τα πα­λαιό­τε­ρα μπε­στ σέ­λερ του Φρέ­ντυ Γερ­μα­νού και της Λι­λής Ζω­γρά­φου, ή και κά­ποια πρό­σφα­τα, κα­θώς το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ελέ­νης Πριο­βό­λου, που δια­κρί­θη­κε με το Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών. Όσο για το λο­γο­τε­χνι­κό­τε­ρο τμή­μα του “πε­ρι­πά­του”, αυ­τό, σε σύ­γκρι­ση με το αν­θο­λό­γη­μα της Μέ­ντη, εί­ναι μι­κρό­τε­ρης έ­κτα­σης, κα­θώς οι μνη­μο­νευό­με­νοι συγ­γρα­φείς εί­ναι πε­ρί­που κα­τά δυο τρί­τα λι­γό­τε­ροι. Τα πα­ρα­θέ­μα­τα εί­ναι κυ­ρίως α­πό τα πε­ζά των πα­λαιό­τε­ρων, στα ο­ποία προ­στί­θε­νται και λι­γο­στές α­φη­γή­σεις των ε­πι­φα­νέ­στε­ρων της γε­νιάς του Με­σο­πο­λέ­μου, με προ­ε­ξάρ­χο­ντες τον Θε­ο­το­κά και τον Μυ­ρι­βή­λη. Ου­σια­στι­κά α­που­σιά­ζουν, ε­κτός α­πό δυο τρεις ε­ξαι­ρέ­σεις, ό­πως ο Μ. Κου­μα­ντα­ρέ­ας ή ο Κ. Τα­χτσής, οι με­τα­πο­λε­μι­κοί πε­ζο­γρά­φοι, που οι α­φη­γή­σεις τους θα μπο­ρού­σαν να πλου­τί­σουν τις πιο πρό­σφα­τες ει­κό­νες της πό­λης. Η ου­σια­στι­κή, ό­μως, δια­φο­ρο­ποίη­ση ε­ντο­πί­ζε­ται στην κυ­ριαρ­χία της α­φή­γη­σης. Λι­γό­τε­ροι οι ποιη­τές αλ­λά και α­πό αυ­τούς, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι αν­θο­λο­γού­νται με α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα πε­ζά τους κεί­με­να.  
Με μια μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση, τον Γεώρ­γιο Σου­ρή. Οι στί­χοι του, με τον Φα­σου­λή, τον Πε­ρι­κλέ­το και τον Ρω­μηό, έρ­χο­νται ως διάν­θι­σμα και ε­πω­δός πολ­λών λημ­μά­των, προ­σθέ­το­ντας φαι­δρούς τό­νους, κά­πο­τε ι­διαί­τε­ρα ται­ρια­στούς με τη ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση της πό­λης. Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, προ 130 ε­τών, δη­μο­σιεύο­νται οι στί­χοι: «Χαί­ρε, λοι­πόν, Αθή­να μου, με ό­λη σου τη βρώ­μα, // Χαί­ρε, ω γη των ψο­φι­μιών και των ου­ρο­δο­χείων, // Χαί­ρε, ω πό­λις βρω­με­ρών και λυσ­σα­σμέ­νω σκύ­λων, // Χαί­ρε, ω πό­λις τε­μπε­λιάς, βλα­κείας και μα­λά­κας...». Δυ­στυ­χώς, ο δαί­μων του τυ­πο­γρα­φείου πα­ρεμ­βαί­νει στη μνη­μό­νευ­ση της προ­το­μής του στον κα­τά­λο­γο των γλυ­πτών του Ζαπ­πείου, ό­που α­να­φέ­ρε­ται ό­τι αυ­τή το­πο­θε­τή­θη­κε το 1934. Συ­γκε­κρι­μέ­να, δε­κα­τρία χρό­νια με­τά θά­να­τον, στις 12 Μαΐου 1932, έ­γι­ναν τα α­πο­κα­λυ­πτή­ρια, με τους ε­πι­σή­μους σε α­παρ­τία και τη Φι­λαρ­μο­νι­κή του Δή­μου να α­να­κρούει τον Εθνι­κό Ύμνο. Αλλά και στο λήμ­μα του Πρώ­του Νε­κρο­τα­φείου, τον λη­σμο­νούν, πα­ρό­λο που η προ­το­μή του, α­πό τα κα­λύ­τε­ρα έρ­γα του Νι­κο­λά­ου Γεωρ­γα­ντή, συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στα α­ξιό­λο­γα τα­φι­κά μνη­μεία του Νε­κρο­τα­φείου.  
Κα­τά τα άλ­λα, και αυ­τό το “α­φή­γη­μα” της Αθή­νας, α­πό την Αθή­να ως πρω­τεύου­σα του νε­ο­σύ­στα­του ελ­λη­νι­κού κρά­τους ξε­κι­νά­ει και φθά­νει μέ­χρι σή­με­ρα. Για την πλη­ρό­τη­τα ε­νός ο­δη­γού, προ­στί­θε­ται έ­να πρώ­το κε­φά­λαιο σύ­ντο­μης α­να­δρο­μής στην ι­στο­ρία της πό­λης και πα­ράρ­τη­μα για μια πλη­ρέ­στε­ρη πα­ρου­σία­ση του Δή­μου Αθη­ναίων. Στο ει­σα­γω­γι­κό κε­φά­λαιο, η “λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρι­διά­βα­ση” πρω­το­τυ­πεί, αν­θο­λο­γώ­ντας για την πε­ρίο­δο των Τριά­κο­ντα Τυ­ράν­νων α­πό­σπα­σμα α­πό «Το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ξε­νο­φώ­ντος» του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου, ε­νώ, για την Αθή­να με­τά τον Β΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, στί­χους του Σου­ρή. Ο κυ­ρίως κορ­μός του βι­βλίου α­φιε­ρώ­νε­ται σε δέ­κα πε­ριο­χές της πό­λης, ό­που η σει­ρά πα­ρά­τα­ξης ο­ρί­ζε­ται α­πό τη χρο­νι­κή πα­ρά­με­τρο. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, α­κο­λου­θεί τις με­τα­το­πί­σεις “της καρ­διάς της πό­λης”, α­πό την πα­λαιά πό­λη και τις συ­νοι­κίες γύ­ρω α­πό την Ακρό­πο­λη στο πρώ­το ε­μπο­ρι­κό κέ­ντρο και τη Νεά­πο­λη. Έπο­νται το ά­νοιγ­μα της πό­λης προς τον Πει­ραιά και α­ντί­στοι­χα, προς τα Φά­λη­ρα, τον Υμητ­τό και τα Πα­τή­σια. Όσο πα­λαιό­τε­ρη η πε­ριο­χή, τό­σο υ­πε­ρι­σχύει η α­φή­γη­ση και πε­ριο­ρί­ζε­ται ο λε­ξι­κο­γρα­φι­κός χα­ρα­κτή­ρας. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λει ο μα­κρύ­τε­ρος και πιο ε­πί­λε­κτος λο­γο­τε­χνι­κός πε­ρί­πλους. Μπο­ρεί στην κα­το­πι­νή Αθή­να να μνη­μο­νεύο­νται τό­ποι συ­νά­ντη­σης, ό­πως κα­φε­νεία και τα πρώ­τα α­στι­κά ή και λο­γο­τε­χνι­κά σα­λό­νια, αλ­λά η α­να­φο­ρά ό­σων με­τεί­χαν σε αυ­τά με την πα­ρά­θε­ση ο­νο­μα­στι­κών κα­τα­λό­γων, χω­ρίς α­ντί­στοι­χη α­ξιο­ποίη­ση των λο­γο­τε­χνι­κών κει­μέ­νων, α­πο­δυ­να­μώ­νει αυ­τό το κομ­μά­τι.  
Στη μνη­μό­νευ­ση βιο­γρα­φι­κών στοι­χείων συγ­γρα­φέων και καλ­λι­τε­χνών, θα α­να­με­νό­ταν, πα­ρά τον α­να­γκα­στι­κά ε­πι­λε­κτι­κό της χα­ρα­κτή­ρα, να υ­πάρ­χει μέ­ρι­μνα για μια πιο συ­στη­μα­τι­κή α­να­φο­ρά. Για πα­ρά­δειγ­μα, ε­νώ α­να­φέ­ρο­νται οι δυο δια­δο­χι­κές κα­τοι­κίες Κα­ρα­γά­τση, δεν κα­τα­γρά­φο­νται οι α­ντί­στοι­χες του Τερ­ζά­κη, πα­ρό­λο που βρί­σκο­νται στις ί­διες συ­νοι­κίες. Τον δεύ­τε­ρο τον α­δί­κη­σε και ο δαί­μων του τυ­πο­γρα­φείου, αλ­λά­ζο­ντας το έ­τος του θα­νά­του του. Επί­σης, μια κά­πως α­ξιο­λο­γι­κή κα­τα­γρα­φή θα χρεια­ζό­ταν στα ερ­γα­στή­ρια καλ­λι­τε­χνών και τους διά­φο­ρους ε­παγ­γελ­μα­τι­κούς χώ­ρους. Τό­σα γλυ­πτά του Θω­μά Θω­μό­που­λου α­να­φέ­ρο­νται, θα μπο­ρού­σε να μνη­μο­νεύε­ται και το ερ­γα­στή­ριό του, ό­πως και κά­ποιων νεό­τε­ρων.  
Ση­μα­ντι­κό­τε­ρα τα υ­πάρ­χο­ντα ερ­γα­στή­ρια, ό­πως της Να­τα­λίας Με­λά στην πά­ρο­δο της ο­δού Ηρώ­δου Αττι­κού, την ο­δό Μου­ρού­ζη. Σε αυ­τήν, ο Οδη­γός α­να­φέ­ρει την Πυ­ρο­σβε­στι­κή Υπη­ρε­σία και το Μου­σείο-Αρχείο της Ε.Ρ.Τ., αλ­λά λη­σμο­νεί το Σπου­δα­στή­ριο Νέ­ου Ελλη­νι­σμού, ό­που στε­γά­ζο­νται τα Αρχεία Κ. Θ. Δη­μα­ρά και Γ. Π. Σαβ­βί­δη, και, στην α­πέ­να­ντι πλευ­ρά του δρό­μου, το ερ­γα­στή­ριο της Με­λά α­πό τη δε­κα­ε­τία του ’40. Η κα­η­μέ­νη η Με­λά κα­τα­χω­ρεί­ται στο Ευ­ρε­τή­ριο μα­ζί με τη συ­νο­νό­μα­τη για­γιά της, την Να­τα­λία Δρα­γού­μη-Με­λά. Από την Βι­βλιο­νέτ μέ­χρι τα Ευ­ρε­τή­ρια, οι συ­νο­νό­μα­τοι φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι να συ­στε­γά­ζο­νται. Ύστε­ρα, δεν υ­πήρ­ξαν μό­νο δυο φω­το­γρα­φεία στην Αθή­να. Μπο­ρεί του Φί­λιπ­που Μαρ­γα­ρί­τη να στά­θη­κε το πρώ­το της πό­λης και ε­κεί­νο του Γεωρ­γίου Μπού­κα, έ­να α­πό τα γνω­στά του Με­σο­πο­λέ­μου, αλ­λά υ­πήρ­χαν και άλ­λα ε­ξί­σου διά­ση­μων φω­το­γρά­φων. Για πα­ρά­δειγ­μα, κα­τά τον 19ο αιώ­να, στην ο­δό Ερμού βρί­σκο­νταν τα φω­το­γρα­φεία του Πέ­τρου Μω­ραΐτη, των Αδελ­φών Ρω­μαΐδη και στο Με­σο­πό­λε­μο, ε­κεί­νο της Nelly’s. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως,  η φω­το­γρα­φία ε­ξω­φύλ­λου εί­ναι του Μω­ραΐτη, αλ­λά, στο βι­βλίο, α­να­φέ­ρε­ται μό­νο ο συ­νο­νό­μα­τός του γλύ­πτης, δη­μιουρ­γώ­ντας σύγ­χυ­ση.  
Εδώ, ό­μως, θα πρέ­πει να στα­μα­τή­σου­με τις ε­πι­μέ­ρους πα­ρα­τη­ρή­σεις. Όταν το βι­βλίο εί­ναι έ­τοι­μο, εύ­κο­λα α­σκεί­ται κρι­τι­κή. Το δύ­σκο­λο εί­ναι να στή­σεις έ­να πα­ρό­μοιο βι­βλίο. Υπήρ­χαν του­ρι­στι­κοί ο­δη­γοί, “λο­γο­τε­χνι­κές πε­ρι­δια­βά­σεις”, βι­βλία για ε­πι­μέ­ρους συ­νοι­κίες, α­κό­μη και βι­βλία με πε­ρι­πά­τους σε ο­λό­κλη­ρη την πε­ριο­χή του κέ­ντρου της Αθή­νας, ό­πως του Διο­νύ­ση Ηλιό­που­λου, «Εν Αθή­ναις, Κά­πο­τε... Η Πό­λις και οι Δρό­μοι της διη­γού­νται την Ιστο­ρία τους», που έ­χει πα­ρα­πλή­σια με το πρό­σφα­το δο­μή, ω­στό­σο έ­λει­πε ο με­θο­δι­κός και ε­παυ­ξη­μέ­νος συν­δυα­σμός, που να προ­σφέ­ρει πλού­το πλη­ρο­φο­ριών και να δια­θέ­τει α­φη­γη­μα­τι­κή γλα­φυ­ρό­τη­τα. Κι αυ­τό το κα­τόρ­θω­σαν οι δυο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι ι­στο­ριο­δί­φες της Αθή­νας.  

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/2/2013.