Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Στο κατώφλι του Έτους Παπαδιαμάντη

Πριν δέ­κα χρό­νια, κα­θώς α­νέ­τει­λε η νέα χι­λιε­τία, τα ε­πε­τεια­κά έ­τη ή­ταν στις δό­ξες τους. Μό­λις ε­ξέ­πνεε το ε­πε­τεια­κό έ­τος Σε­φέ­ρη, το ο­ποίο εί­χε ε­ορ­τα­στεί με­τά φα­νών και λα­μπά­δων, ό­πως άρ­μο­ζε σε έ­ναν νο­μπε­λί­στα. Ήδη, το Υπουρ­γείο Πο­λι­τι­σμού και το εύ­ρω­στο τό­τε Εθνι­κό Κέ­ντρο Βι­βλίου εί­χαν α­να­κοι­νώ­σει ό­τι το 2001 θα ή­ταν ε­πε­τεια­κό έ­τος Ανδρέα Εμπει­ρί­κου. Μη θέ­λο­ντας, ό­μως, να α­δι­κή­σουν τρεις άλ­λους με­γά­λους της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, εί­χαν, ε­πι­προ­σθέ­τως, α­πο­φα­σί­σει να υ­πο­στη­ριχ­θούν οι­κο­νο­μι­κά οι ε­ορ­τα­σμοί για τις πε­ντη­κο­ντα­ε­τη­ρί­δες α­πό τους θα­νά­τους του Άγγε­λου Σι­κε­λια­νού και του Γρη­γο­ρίου Ξε­νό­που­λου, κα­θώς και η με­γά­λη δι­πλή ε­πέ­τειος του Πα­πα­δια­μά­ντη. Να θυ­μί­σου­με ό­τι οι ε­πέ­τειοι Πα­πα­δια­μά­ντη, δη­λα­δή η συ­μπλή­ρω­ση α­κέ­ραιων δε­κα­ε­τιών α­πό τη χρο­νο­λο­γία γέν­νη­σης και θα­νά­του, εί­ναι πά­ντο­τε δι­πλές, α­φού α­πε­βίω­σε σε στρογ­γυ­λή η­λι­κία, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας τα ε­ξή­ντα. Όσο για με­γά­λες ε­πε­τείους, αυ­τές θεω­ρού­νται τα έ­τη κα­τά τα ο­ποία συ­μπλη­ρώ­νο­νται α­κέ­ραια πολ­λα­πλά­σια της πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας α­ντί της δε­κα­ε­τίας. Εν έ­τει, λοι­πόν, 2001, ε­ορ­τά­ζο­νταν η με­γά­λη ε­πέ­τειος των 150 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­σή του, στις 4 Μαρ­τίου 1851, αλ­λά και η ε­πέ­τειος των 90 χρό­νων α­πό το θά­να­τό του, στις 2 Ια­νουα­ρίου 1911.
Δέ­κα χρό­νια με­τά, κα­θώς οι με­γά­λοι ε­πέ­τειοι Πα­πα­δια­μά­ντη εμ­φα­νί­ζο­νται α­νά ζεύ­γη με δε­κα­ε­τή α­να­με­τα­ξύ τους α­πό­στα­ση, α­να­μέ­νε­ται να ε­ορ­τα­στούν τα 160 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του και η ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα α­πό το θά­να­τό του. Βε­βαίως, το Υπουρ­γείο Πο­λι­τι­σμού και το Ε.ΚΕ.ΒΙ. ε­ξήγ­γει­λαν ή­δη το 2011 ως “Έτος Ελύ­τη”, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι νο­μπε­λί­στες, λό­γω και της διε­θνούς εμ­βέ­λειάς τους, προ­η­γού­νται ό­λων των άλ­λων. Ωστό­σο, εί­ναι σί­γου­ρο, ό­τι, αν δεν φύ­ραι­νε ο κρα­τι­κός κορ­βα­νάς, θα ε­λε­ού­νταν και ε­φέ­τος, ό­πως συ­νέ­βη το 2001, και οι φτω­χοί συγ­γε­νείς. Θυ­μί­ζου­με πρό­χει­ρα, πε­ριο­ρι­ζό­με­νοι στους προ­σφι­λείς μας, ό­τι, το 2011, συ­μπλη­ρώ­νο­νται 100 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Στρα­τή Τσίρ­κα, του Νι­κη­φό­ρου Βρετ­τά­κου και του Νί­κου Γκά­τσου, ε­νώ έ­χου­με και τις με­γά­λες δι­πλές ε­πε­τείους του Πα­πα­δια­μά­ντη και του Κε­φα­λο­νί­τη Ανδρέα Λα­σκα­ρά­του, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται δυο αιώ­νες α­πό τη γέν­νη­σή του και 110 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του, δε­δο­μέ­νου ό­τι κι αυ­τός α­πε­βίω­σε στη στρογ­γυ­λή η­λι­κία των 90 ε­τών.
Αλλά η οι­κο­νο­μι­κή δυσ­πρα­γία του Κρά­τους δεν ση­μαί­νει α­να­γκα­στι­κά ό­τι οι ε­πέ­τειοι δεν θα ε­ορ­τα­στούν. Πα­λαιό­τε­ρα, που δεν τα πε­ρι­μέ­να­με ό­λα α­πό το Δη­μό­σιο, γί­νο­νταν αρ­κε­τά α­ξιό­λο­γα πράγ­μα­τα. Μό­νο τα τε­λευ­ταία χρό­νια, οι ι­διώ­τες κα­λό­μα­θαν με τους κορ­βα­νά­δες και σαν να μαλ­θα­κί­σθη­καν. Για τις ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δες α­πό τη γέν­νη­ση των τριών συγ­γρα­φέων, θα μπο­ρού­σαν να α­να­σκου­μπω­θούν και οι κλη­ρο­νό­μοι των Αρχείων τους, οι εκ­δό­τες τους, κα­θώς και ο­ρι­σμέ­νοι ακ­μαίοι ι­διω­τι­κοί φο­ρείς. Άλλω­στε το ζη­τού­με­νο δεν εί­ναι οι πα­νη­γυ­ρι­σμοί αλ­λά η ου­σια­στι­κή φρο­ντί­δα των τι­μώ­με­νων. Τα ε­πε­τεια­κά έ­τη προ­σφέ­ρουν μια κα­λή ευ­και­ρία για το ά­νοιγ­μα των Αρχείων και την πε­ριε­σκεμ­μέ­νη πα­ρου­σία­ση των πι­θα­νών θη­σαυ­ρών τους. Ο κα­λός κλη­ρο­νό­μος δεν φαί­νε­ται μό­νο στην πε­ρι­φρού­ρη­ση αλ­λά και στην α­νά­δει­ξη ό­σων έ­χουν βρε­θεί στη φύ­λα­ξή του. Σε σχέ­ση με τους δυο πα­λαιό­τε­ρους, Λα­σκα­ρά­το και Πα­πα­δια­μά­ντη, υ­πάρ­χουν ε­νώ­σεις με στό­χο την φρο­ντί­δα τους, ε­κτός α­πό το α­νε­πτυγ­μέ­νο στα κα­θ' η­μάς αί­σθη­μα της ε­ντο­πιό­τη­τας. Οι Κε­φαλ­λή­νιοι, αλ­λά και α­πα­ξά­πα­ντες οι Επτα­νή­σιοι, πο­τέ δεν ο­λι­γώ­ρη­σαν. Όσο α­φο­ρά τον Πα­πα­δια­μά­ντη, πε­ρισ­σό­τε­ροι του ε­νός τό­ποι μπο­ρεί να μην ε­ρί­ζουν για την κα­τα­γω­γή του, αλ­λά η γε­νέ­τει­ρα Σκιά­θος, η γει­το­νι­κή Εύ­βοια και η Αθή­να ως μα­κρο­χρό­νιος τό­πος δια­μο­νής του, έ­χουν κα­τά και­ρούς δεί­ξει ε­μπρά­κτως το εν­δια­φέ­ρον τους. Ύστε­ρα υ­πάρ­χει η Εται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών. Μπο­ρεί, με τα τρέ­χο­ντα μέ­τρα και σταθ­μά, να θυ­μί­ζει κλει­στή λέ­σχη μυη­μέ­νων, έ­τσι ό­πως λει­τουρ­γεί κε­κλει­σμέ­νων των θυ­ρών, α­γνοώ­ντας τα ΜΜΕ, που εί­ναι ο κι­νη­τή­ριος μο­χλός και της πο­λι­τι­στι­κής ζωής του τό­που, πά­ντως λει­τουρ­γεί, ό­πως α­πο­δει­κνύουν και τα δυο συ­νέ­δρια για τον Πα­πα­δια­μά­ντη, που διορ­γά­νω­σε κα­τά τα ε­πε­τεια­κά έ­τη, 1991 και 2001. Άλλω­στε, ζού­με στην ε­πο­χή της η­λεκ­τρο­νι­κής ε­νη­μέ­ρω­σης, ό­που το Δια­δί­κτυο τεί­νει να υ­πο­κα­τα­στή­σει τον Τύ­πο. Ηλεκ­τρο­νι­κώς, λοι­πόν, ό­σοι σερ­φά­ρουν έ­χουν πλη­ρο­φο­ρη­θεί ό­τι ο Δή­μος Σκιά­θου, ή­δη α­πό τον πε­ρα­σμέ­νο Ια­νουά­ριο, στην εκ­δή­λω­ση μνή­μης Πα­πα­δια­μά­ντη, που γί­νε­ται κά­θε χρό­νο την η­μέ­ρα του θα­νά­του του, α­να­κοί­νω­σε ό­τι ε­τοι­μά­ζε­ται για την διορ­γά­νω­ση, μα­ζί με την Εται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών, Συ­νε­δρίου Πα­πα­δια­μά­ντη ε­ντός του 2011. Επί­σης, τον Σε­πτέμ­βριο, προ­στέ­θη­κε, η­λεκ­τρο­νι­κώς πά­ντα, η σχε­τι­κή α­να­κοί­νω­ση της Εται­ρείας, που α­ναγ­γέλ­λει συ­νέ­δριο, πι­θα­νό­τα­τα στη Σκιά­θο, τέ­λη Σε­πτεμ­βρίου αρ­χές Οκτω­βρίου, με θέ­μα, «Πα­πα­δια­μά­ντης με­τα­φρά­ζων και με­τα­φρα­ζό­με­νος». Οπό­τε, ό­σο α­φο­ρά τους ε­ορ­τα­σμούς, αυ­τοί, και εν μέ­σω κρί­σης, θα μπο­ρού­σαν, λί­γο πο­λύ, να ε­ξα­σφα­λι­στούν. Όμως, ό­πως ή­δη πα­ρα­τη­ρή­σα­με, δεν αρ­κούν οι πα­νη­γυ­ρι­σμοί, στους ο­ποίους ε­μπί­μπτουν, εν πολ­λοίς, και τα συ­νέ­δρια, α­κό­μη κι ό­ταν α­φή­νουν, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση Πα­πα­δια­μά­ντη, το στέ­ρεο κα­τά­λοι­πο ε­νός τό­μου πρα­κτι­κών. Κι αυ­τό, για­τί οι ο­μι­λη­τές, ως ε­πί το πλεί­στον, α­να­κε­φα­λαιώ­νουν γνω­στές ερ­γα­σίες ή ε­φαρ­μό­ζουν γε­νι­κές θεω­ρίες σε ε­πι­μέ­ρους πα­ρα­δείγ­μα­τα.
Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, για τον Πα­πα­δια­μά­ντη θυ­μί­ζου­με ό­τι τα δύο προ­η­γού­με­να Συ­νέ­δρια εί­χαν ο­νο­μα­σθεί διε­θνή Συ­νέ­δρια, πα­ρό­τι οι ο­μι­λη­τές εκ της αλ­λο­δα­πής με­τριού­νταν στα δά­χτυ­λα. Επί­σης, κα­τά την πρώ­τη δε­κα­ε­τία της χι­λιε­τίας, ε­πι­κρά­τη­σε, κυ­ρίως, στον Τύ­πο, ο Σκια­θί­της να α­πο­κα­λεί­ται κλα­σι­κός. Πι­θα­νώς, με το σκε­πτι­κό, ό­τι, στον αιώ­να της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης, ό­ταν ό­λες οι χώ­ρες έ­χουν τους κλα­σι­κούς τους συγ­γρα­φείς, χρειά­ζε­ται και η Ελλά­δα έ­ναν. Τώ­ρα, για­τί το χρί­σμα δό­θη­κε στον Πα­πα­δια­μά­ντη, μέ­νει α­σα­φές. Ίσως να συ­νέ­βα­λαν οι κα­τοι­κού­ντες στο Πα­ρί­σι με­λε­τη­τές του, κα­θώς οι Γάλ­λοι, πε­ρισ­σό­τε­ρο των λοι­πών Ευ­ρω­παίων, τι­μούν τους κλα­σι­κούς συγ­γρα­φείς, πα­ρα­λαμ­βά­νο­ντας τη λέ­ξη α­πό την αρ­χαία ελ­λη­νι­κή, ό­που κλα­σι­κός ση­μαί­νει συγ­γρα­φέ­ας κλά­σεως. Για να α­πο­κτή­σει, ό­μως, μια χώ­ρα έ­ναν κλα­σι­κό συγ­γρα­φέα δεν αρ­κεί να υ­πάρ­χει κά­ποιος κο­ρυ­φαίος, α­παι­τεί­ται και α­ντί­στοι­χη φι­λο­λο­γι­κή υ­πο­δο­μή, θέ­μα που δεν φαί­νε­ται να α­πα­σχό­λη­σε. Όπως και να έ­χει, ως κλα­σι­κός ο Πα­πα­δια­μά­ντης, πα­ρα­τασ­σό­με­νος δί­πλα στους γάλ­λους και άγ­γλους κλα­σι­κούς, δεί­χνει μάλ­λον χω­λός, α­κρι­βώς λό­γω έλ­λει­ψης α­ντί­στοι­χης ή και πα­ρα­πλή­σιας φι­λο­λο­γι­κής φρο­ντί­δας.
Δεν υ­πάρ­χει ού­τε καν πλή­ρης ερ­γο­γρα­φία του, ό­πως θύ­μι­σε ο προ διε­τίας τυ­χαίος ε­ντο­πι­σμός ά­γνω­στου πα­πα­δια­μα­ντι­κού διη­γή­μα­τος. Αυ­τό α­κρι­βώς α­ντα­να­κλά ό­τι το έρ­γο του Πα­πα­δια­μά­ντη πα­ρα­μέ­νει α­νοι­χτό. Με άλ­λα λό­για, δεν συ­νι­στά α­κό­μη κλει­στό και πα­γιω­μέ­νο σύ­νο­λο, ό­πως εί­θι­σται να θεω­ρεί­ται. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λει το γε­γο­νός ό­τι το έρ­γο του δη­μο­σιεύ­θη­κε εξ ο­λο­κλή­ρου, ό­σο του­λά­χι­στον ε­κεί­νος ζού­σε, σε ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά κα­τά τις δυο τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες του 19ου αιώ­να και την πρώ­τη του 20ου. Ενώ, τα α­δη­μο­σίευ­τα χει­ρό­γρα­φα διη­γη­μά­των του, αλ­λά­ζο­ντας χέ­ρια, συ­νέ­χι­σαν να δη­μο­σιεύο­νται μέ­χρι και τα μέ­σα του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να. Πρό­κει­ται, δη­λα­δή, για έ­να ευ­ρύ πε­δίο, ό­χι ό­μως και α­χα­νές. Το σύ­νο­λο του γνω­στού έρ­γου του, δη­λα­δή τέσ­σε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και 170 διη­γή­μα­τα, συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας τα με­τά θά­να­το δη­μο­σιευ­μέ­να, πα­ρου­σιά­στη­κε σε 14 ε­φη­με­ρί­δες, 16 πε­ριο­δι­κά και 4 ε­τή­σια η­με­ρο­λό­για. Ενώ, 10 διη­γή­μα­τα πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­καν σε τρία βι­βλία με διη­γή­μα­τά του και δυο βι­βλία για ε­κεί­νον, που εκ­δό­θη­καν με­τά το θά­να­τό του. Αυ­τό το σύ­νο­λο των ε­ντύ­πων εί­ναι ελ­λι­πώς και ε­πι­λε­κτι­κά διε­ρευ­νη­μέ­νο. Για το α­λη­θές του λό­γου, θυ­μί­ζου­με ό­τι το προ­σφά­τως α­να­κα­λυ­φθέν διή­γη­μα ε­ντο­πί­στη­κε σε μια α­πό τις 14 ε­φη­με­ρί­δες, την α­θη­ναϊκή «Πα­τρίς». Και ε­ντο­πί­στη­κε α­πό τον Βα­σί­λειο Τω­μα­δά­κη, ό­χι για­τί α­πο­φά­σι­σε να την α­πο­δελ­τιώ­σει προς χά­ριν του Πα­πα­δια­μά­ντη, γνω­ρί­ζο­ντας πως σε αυ­τήν εί­χε δη­μο­σιευ­τεί «Το μυ­ρο­λό­γι της φώ­κιας», αλ­λά για­τί άλ­λο έ­ψα­χνε και σκό­ντα­ψε στο πα­πα­δια­μά­ντιο διή­γη­μα. Εξυ­πα­κούε­ται ό­τι η κα­τάρ­τι­ση της ερ­γο­γρα­φίας του δεν θα ε­ξαν­τλεί­το στα συ­γκε­κρι­μέ­να έ­ντυ­πα. Αυ­τά, ό­μως, λο­γι­κά, συ­νι­στούν έ­να πρώ­το πε­δίο έ­ρευ­νας.
Αυ­το­νοή­τως δεν υ­πάρ­χει βι­βλιο­γρα­φία Πα­πα­δια­μά­ντη. Άλλω­στε ε­λά­χι­στοι έλ­λη­νες συγ­γρα­φείς δια­θέ­τουν. Κι αυ­τοί, χά­ρις σε δυο τρεις α­φο­σιω­μέ­νους βι­βλιο­γρά­φους, ό­πως ο Γ. Κ. Κα­τσί­μπα­λης και ο Δη­μή­τρης Δα­σκα­λό­που­λος, στον ο­ποίο ο­φεί­λου­με και την πρό­σφα­τη βι­βλιο­γρα­φία Κα­βά­φη. Όσο α­φο­ρά τον Πα­πα­δια­μά­ντη, έ­χου­με μεί­νει στη Βι­βλιο­γρα­φία του Γιώρ­γου Βα­λέ­τα. Όσοι α­κο­λού­θη­σαν, πε­ριο­ρί­στη­καν σε διορ­θώ­σεις και ε­πι­μέ­ρους προ­σθή­κες. Στο προ­η­γού­με­νο Συ­νέ­δριο Πα­πα­δια­μά­ντη, η Βα­σι­λι­κή Λα­μπρο­πού­λου πα­ρου­σία­σε τις βι­βλιο­γρα­φι­κές ερ­γα­σίες για τον Πα­πα­δια­μά­ντη, κα­τα­λή­γο­ντας ό­τι συ­νι­στά έ­να α­πό τα βα­σι­κά φι­λο­λο­γι­κά desiderata. Στην εν­διά­με­ση δε­κα­ε­τία, ε­κτός α­πό τη βι­βλιο­γρά­φη­ση των με­τα­φρά­σεων Πα­πα­δια­μά­ντη, που έ­χει ξε­κι­νή­σει η Λα­μπρι­νή Τρια­ντα­φυλ­λο­πού­λου, δεν γνω­ρί­ζου­με άλ­λη σχε­τι­κή προ­σπά­θεια. Κα­τά τα άλ­λα, μη­ρυ­κά­ζου­με ε­πί 70 έ­τη τα λά­θη του Βα­λέ­τα. Ως φαί­νε­ται μας δια­φεύ­γει ε­δώ κά­τι βα­σι­κό. Ξε­χνά­με ό­τι μέ­χρι να ο­λο­κλη­ρω­θούν τα Άπα­ντα Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου, η πλειο­νό­τη­τα των α­να­γνω­στών μυή­θη­κε στο πα­πα­δια­μα­ντι­κό έρ­γο με τα Άπα­ντα Βα­λέ­τα. Ωστό­σο, έ­νας κα­λός λό­γος δεν πε­ρισ­σεύει, κα­θώς ό­λοι α­νε­ξαι­ρέ­τως οι κα­το­πι­νοί κρί­νουν ό­τι ή­ταν τσα­πα­τσού­λης. Κι ό­μως, ποιος άλ­λος συ­γκέ­ντρω­σε τό­σο με­γά­λο κομ­μά­τι, σκόρ­πιο και δυ­σεύ­ρε­το. Από την άλ­λη, ό­ταν κά­ποιος ση­με­ρι­νός τυ­χαί­νει να κά­νει α­ντί­στοι­χη ερ­γα­σία, συ­χνά πε­ρισ­σό­τε­ρο τσα­πα­τσού­λι­κα, ε­παι­νεί­ται α­πό τους ο­μό­τε­χνους.
Επί­σης, δεν υ­πάρ­χει σχο­λια­σμέ­νη έκ­δο­ση του έρ­γου του. Μπο­ρεί τα Άπα­ντα Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου να συ­νο­δεύο­νται α­πό εν­δε­λε­χές γλωσ­σά­ρι, α­πό το ο­ποίο ό­λοι οι ε­πό­με­νοι, ρη­τά ή άρ­ρη­τα, σι­τί­ζο­νται, αλ­λά μό­νο με γλωσ­σά­ρι δεν κα­λύ­πτο­νται οι ερ­μη­νευ­τι­κές α­παι­τή­σεις ε­νός κλα­σι­κού. Και ε­πει­δή, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, συ­ζη­τεί­ται πο­λύ ο με­τα­φρα­στής Πα­πα­δια­μά­ντης και το πι­θα­νό­τε­ρο, θα συ­ζη­τη­θεί α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο με α­φορ­μή και το α­ναγ­γελ­θέν Συ­νέ­δριο, να θυ­μί­σου­με ό­τι οι με­τα­φρά­σεις του Πα­πα­δια­μά­ντη, πα­ρό­λο που α­πλώ­νο­νται σε α­κό­μη λι­γό­τε­ρα έ­ντυ­πα α­πό ό­σα το πρω­τό­τυ­πο έρ­γο του, πα­ρα­μέ­νουν terra incognita, ή έ­στω, πε­δίο με­ρι­κώς μό­νο χαρ­το­γρα­φη­μέ­νο. Από αυ­τές, μό­λις 14 έ­χουν εκ­δο­θεί αυ­το­τε­λώς σε βι­βλίο στο διά­στη­μα της τε­λευ­ταίας ει­κο­σα­ε­τίας, 1989-2009. Πα­ρό­λα αυ­τά, το ό­ποιο Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο έ­χει η Εται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών (λό­γω μυ­στι­κό­τη­τας δεν α­να­κοι­νώ­νο­νται στον Τύ­πο ού­τε οι αρ­χαι­ρε­σίες της ού­τε τα Διοι­κη­τι­κά της Συμ­βού­λια ού­τε η ορ­γα­νω­τι­κή ε­πι­τρο­πή, που θα κρί­νει ό­σους υ­πο­βάλ­λουν αί­τη­ση συμ­με­το­χής στο Συ­νέ­δριο) α­πο­φά­σι­σε ως θέ­μα του τρί­του Διε­θνούς Συ­νε­δρίου τον με­τα­φρα­στή Πα­πα­δια­μά­ντη. Από την άλ­λη, οι δυο με­τα­φρά­σεις του, «Η Ιστο­ρία της Ελλη­νι­κής Επα­να­στά­σεως» του Τό­μας Γκόρ­ντον και ο «Δρά­κου­λας» του Μπραμ Στόου­κε­ρ, που α­να­μέ­νο­νταν να εκ­δο­θούν, ε­πι­τέ­λους, ε­φέ­τος (η πρώ­τη α­να­μέ­νε­ται ε­δώ και μια δε­κα­ε­τία), α­να­βάλ­λο­νται, ά­γνω­στο για πό­τε, α­φού οι α­ντί­στοι­χοι εκ­δό­τες δεν θεώ­ρη­σαν υ­πο­χρέω­σή τους να κά­νουν κά­ποια σχε­τι­κή α­να­κοί­νω­ση. Δεν θα α­πο­ρού­σα­με, πά­ντως, αν υ­πάρ­ξουν στο Συ­νέ­δριο α­να­κοι­νώ­σεις σχε­τι­κές με τις δύο υ­πό έκ­δο­ση με­τα­φρά­σεις.
Αυ­τές οι λί­γες πα­ρα­τη­ρή­σεις ξε­κι­νούν α­πό τη δι­κή μας α­ντί­λη­ψη πε­ρί κλα­σι­κού συγ­γρα­φέα, η ο­ποία μάλ­λον δεν συμ­φω­νεί με την ε­πι­κρα­τού­σα ά­πο­ψη. Όπως φαί­νε­ται, οι φι­λό­λο­γοι και λοι­ποί με­λε­τη­τές δεν προ­τάσ­σουν την έ­ρευ­να υ­πο­δο­μής. Δε­δο­μέ­νου, ό­μως, του ευ­ρω­παϊκού πλέ­ον προ­φίλ του Πα­πα­δια­μά­ντη, θεω­ρούν το έρ­γο του πρό­σφο­ρο πε­δίο για την ε­φαρ­μο­γή λο­γο­τε­χνι­κών θεω­ριών. Προ­σφά­τως δε, και θεω­ριών με­τα­φρα­σε­ο­λο­γίας. Τώ­ρα, τι λα­γούς βγά­ζουν α­πό το κα­πέ­λο, εί­ναι άλ­λου πα­πά ευαγ­γέ­λιο. Λό­γω, ό­μως, και των η­με­ρών, έ­να άλ­λο θέ­μα προ­η­γεί­ται των ε­πε­τεια­κών ε­τών και του Συ­νε­δρίου Πα­πα­δια­μά­ντη. Το ε­ορ­τα­στι­κό διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, που δη­μο­σιευό­ταν κά­θε Χρι­στού­γεν­να και Πά­σχα, σε ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά, και το ο­ποίο, κα­τά προ­τί­μη­ση, αν­θο­λο­γού­σαν ό­σοι κα­τήρ­τι­ζαν συλ­λο­γές διη­γη­μά­των του. Αυ­τό, λοι­πόν, το τό­σο προ­σφι­λές και ξε­χω­ρι­στό ε­ορ­τα­στι­κό διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη τεί­νει προς τη δύ­ση του, κα­θώς α­να­τέλ­λει το ευ­ρω­παϊκό του ά­στρο. Όπως εί­χα­με την ευ­και­ρία ή­δη να σχο­λιά­σου­με («Ελευ­θε­ρο­τυ­πία», 23.10.2010), τη θέ­ση του ε­ορ­τα­στι­κού διη­γή­μα­τος την κα­τα­λαμ­βά­νει το ε­ρω­τι­κό. Στα προ­εόρ­τια του ε­πε­τεια­κού 2011, κυ­κλο­φο­ρούν, ως τα μο­να­δι­κά και­νού­ρια βι­βλία του Πα­πα­δια­μά­ντη, δυο αν­θο­λο­γίες: «Ερω­τι­κός Πα­πα­δια­μά­ντης» (αν­θο­λό­γος Χρι­στό­φο­ρος Λιο­ντά­κης, εκ­δό­σεις Πα­τά­κη) και «Να εί­χεν ο έ­ρω­τας σαΐτες! Επτά α­γα­πη­τι­κά διη­γή­μα­τα του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη» (αν­θο­λό­γος Κώ­στας Ακρί­βος, εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο). Από την οι­στρή­λα­τη ει­σα­γω­γή της δεύ­τε­ρης αν­θο­λο­γίας συ­γκρα­τού­με τη δια­πί­στω­ση του αν­θο­λό­γου ό­τι στα πα­πα­δια­μα­ντι­κά διη­γή­μα­τα υ­πάρ­χει πο­λύς ί­με­ρος αλ­λά α­που­σιά­ζει “η πε­ρι­γρα­φή έ­στω μιας σκη­νής α­πό ε­ρω­τι­κή κλι­νο­πά­λη”. Με άλ­λα λό­για, ο Πα­πα­δια­μά­ντης ω­χριά μπρο­στά στους σύγ­χρο­νους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους αλ­λά και α­πέ­να­ντι στον ρω­μαίο βιο­γρά­φο Γάϊο Σουη­τώ­νιο, στον ο­ποίο ο­φεί­λε­ται αυ­τή η τό­σο πα­ρα­στα­τι­κή ει­κο­νο­ποίη­ση της πρά­ξης της συ­νου­σίας. Πά­ντως, στο τρέ­χον λε­ξι­λό­γιο την ε­πα­νέ­φε­ρε ο τε­λευ­ταίος βιο­γρά­φος του Πα­πα­δια­μά­ντη, ο Κω­στής Πα­πα­γιώρ­γης, με το βι­βλίο του, «Ίμε­ρος και κλι­νο­πά­λη». Στο πρω­το­χρο­νιά­τι­κο φύλ­λο θα ε­πα­νέλ­θου­με με τα ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη, που δια­θέ­τουν και μι­κρή δό­ση ί­με­ρου.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, σε σκίτσο αγνώστου, δημοσιευμένο στις αρχές της δεκαετίας του ’60, πριν ακόμη αποκτήσει ευρωπαϊκό προφίλ, εξοστρακίζοντας οριστικά κάθε στοιχείο της ανατολικής παράδοσης.

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Οι εκπλήξεις των περιοδικών

Το πιο δυ­σά­ρε­στο με την τρέ­χου­σα οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση εί­ναι ό­τι έ­χει ει­σχω­ρή­σει πα­ντού, εί­τε ως ω­μή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­τε ως αιω­ρού­με­νη α­πει­λή, ε­νώ ο λό­γος γύ­ρω α­πό αυ­τήν τεί­νει να κυ­ριαρ­χή­σει στα κά­θε εί­δους έ­ντυ­πα. Τε­λι­κά, διείσ­δυ­σε α­κό­μη και στο χώ­ρο ε­νός πνευ­μα­τι­κού α­γα­θού, ό­πως το βι­βλίο. Κι αυ­τό, βε­βαίως, αν δώ­σου­με βά­ση στα πα­ρά­πο­να των εκ­δο­τών. Ήδη, πά­ντως, δια­φαί­νο­νται προ­θέ­σεις αλ­λα­γών στην εκ­δο­τι­κή στρα­τη­γι­κή, που εν­δέ­χε­ται να θέ­σουν σε κίν­δυ­νο το λο­γο­τε­χνι­κό βι­βλίο, ως πλέ­ον ευά­λω­το, λό­γω της πε­ριο­ρι­σμέ­νης ζή­τη­σής του. Σαν μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση σε αυ­τήν την α­παι­σιό­δο­ξη ει­κό­να προ­βάλ­λουν, του­λά­χι­στον προ­σώ­ρας, τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά. Συ­νι­στούν μια α­να­γνω­στι­κή ό­α­ση, με φρέ­σκα ποιή­μα­τα, διη­γή­μα­τα, με­λέ­τες και σχο­λιο­γρα­φία γύ­ρω α­πό λο­γο­τε­χνι­κά θέ­μα­τα, τω­ρι­νά και πα­ρελ­θο­ντι­κά. Κα­μιά φο­ρά, ό­μως, και­ρο­φυ­λα­κτούν και στις οά­σεις εκ­πλή­ξεις. Δια­φο­ρε­τι­κής, βε­βαίως, φύ­σεως α­πό τις οι­κο­νο­μι­κές. Στα­χυο­λο­γού­με δύο πα­ρα­δείγ­μα­τα α­πό δύο πρό­σφα­τα τεύ­χη μα­κρό­βιων λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών.
Το πε­ριο­δι­κό «Ευ­θύ­νη», με­τά την α­πο­χώ­ρη­ση του Κώ­στα Τσι­ρό­που­λου α­πό τη θέ­ση του εκ­δό­τη-διευ­θυ­ντή, τε­λι­κά δεν κλεί­νει. Τη σκυ­τά­λη πα­ρα­λαμ­βά­νει ο νεό­τε­ρος ποιη­τής Δη­μή­τρης Αγγε­λής, με τη συ­μπα­ρά­στα­ση πε­ντα­με­λούς ε­πι­τρο­πής (Ηλίας Κε­φά­λας, Κώ­στας Χατ­ζηα­ντω­νίου, Κώ­στας Ανδρου­λι­δά­κης, Νί­κος Μη­λιώ­νης, Βα­σι­λι­κή Τσα­κί­ρη). Αλλά­ζει ο τίτ­λος σε «Νέα Ευ­θύ­νη», η συ­χνό­τη­τα έκ­δο­σης σε δι­μη­νιαία, ε­νώ πα­ρα­μέ­νει ο χα­ρα­κτή­ρας του πε­ριο­δι­κού ι­δεών, χω­ρίς να δια­φο­ρο­ποιεί­ται αι­σθη­τά η διά­τα­ξη της ύ­λης. Επί­σης, δια­τη­ρού­νται σε με­γά­λο βαθ­μό οι ί­διοι συ­νερ­γά­τες. Ακό­μη, το πε­ριο­δι­κό α­να­νεώ­νε­ται ως προς την εμ­φά­νι­ση, ό­που το πρώ­το τεύ­χος ει­κο­νο­γρα­φεί­ται με σχέ­δια του Αλέ­κου Κυ­ρα­ρί­νη.
Η έκ­πλη­ξη, που ε­πι­φυ­λάσ­σει το πρώ­το τεύ­χος, εί­ναι οι ε­πι­στο­λές Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη-Ιωάν­νας Τσά­τσου, που πα­ρου­σιά­ζο­νται ως προ­δη­μο­σίευ­ση α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία τους. Πρό­κει­ται για έ­ναν ελ­λεί­πο­ντα τό­μο, ι­διαί­τε­ρα ση­μα­ντι­κό, στην ή­δη εκ­δο­θεί­σα πο­λύ­το­μη αλ­λη­λο­γρα­φία Σε­φέ­ρη, τον ο­ποίο δεν α­να­λαμ­βά­νει, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν, έ­νας με­λε­τη­τής του Σε­φέ­ρη. Η αλ­λη­λο­γρα­φία έρ­χε­ται ως α­πό­το­κο δι­δα­κτο­ρι­κής δια­τρι­βής, με θέ­μα, «Αυ­το­βιο­γρα­φία και ι­στο­ρία στο έρ­γο της Ιωάν­νας Τσά­τσου», την ο­ποία εκ­πό­νη­σε η με­τα­φρά­στρια στα ι­σπα­νι­κά του βι­βλίου της Τσά­τσου, «Ο α­δελ­φός μου Γιώρ­γος Σε­φέ­ρης», Μάι­λα Γκαρ­θία Αμο­ρός. Όπως πλη­ρο­φο­ρεί η με­λε­τή­τρια στο ει­σα­γω­γι­κό της ση­μείω­μα, το σύ­νο­λο των ε­πι­στο­λών, που τα δυο α­δέλ­φια α­ντάλ­λα­ξαν, α­νέρ­χο­νται σχε­δόν στις 800 και κα­λύ­πτουν πε­ρί τον μι­σό αιώ­να, 1919-1970, με με­γά­λα, ω­στό­σο, χρο­νι­κά κε­νά. Το σώ­μα της αλ­λη­λο­γρα­φίας χω­ρί­ζε­ται σε τρεις πε­ριό­δους: 1919-1924, 1927-1937, 1947-1962. Την με­λε­τή­τρια α­πα­σχο­λεί κυ­ρίως η πρώ­τη πε­ρίο­δος, με συ­νο­λι­κά 232 ε­πι­στο­λές, α­πό τις ο­ποίες δη­μο­σιεύει έ­ξι, τρεις του Σε­φέ­ρη και τρεις της Ιωάν­νας, α­πό την πε­ρίο­δο 9.1.1921-23.3.1922. Αυ­τή η ε­πι­λο­γή εί­χε ως κρι­τή­ριο την Ιωάν­να. Όπως γρά­φει η με­λε­τή­τρια: “Οι ε­πι­στο­λές της Ιωάν­νας α­πό τη Σμύρ­νη το 1919 και το 1921 εί­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κές, προ­κει­μέ­νου να κα­τα­νοή­σου­με κα­λύ­τε­ρα την ποίη­ση και την προ­σω­πι­κό­τη­τά της. Η ε­ξι­δα­νι­κευ­μέ­νη ει­κό­να της Σκά­λας που προ­βάλ­λε­ται συ­χνά στο έρ­γο της, τό­σο στο πε­ζο­γρα­φι­κό ό­σο και στο ποιη­τι­κό, έ­χει την πη­γή της σ' αυ­τήν α­κρι­βώς την πε­ρίο­δο”.
Με κρι­τή­ριο, ό­μως, τον Σε­φέ­ρη, θα λέ­γα­με ό­τι οι ε­πι­στο­λές δεν τον κα­λο­συ­σταί­νουν. Αυ­θόρ­μη­τος, πη­δά­ει α­πό τον έ­ρω­τα μιας Γαλ­λί­δας σε ε­κεί­νον μιας Νορ­βη­γί­δας, εν­θυ­μού­με­νος και την Μέλ­πω των δε­κα­πέ­ντε του Μαΐων. Ζη­τά να του στεί­λει η α­δελ­φή του, πο­λύ Πα­λα­μά. “Όλα του τα έρ­γα”, αν της ή­ταν δυ­να­τόν. “Και Σο­λω­μό, που εί­χε ξε­χά­σει ό­λως διό­λου”. Ενώ πα­ρα­πο­νιέ­ται και μυ­κτη­ρί­ζει την ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα: “Γαλ­λι­κά θα μπο­ρού­σα ί­σως να γρά­ψω μα δε θέ­λω, για­τί α­γα­πώ την Ελλά­δα. Ελλη­νι­κά μου εί­ναι α­δύ­να­το να πω ό,τι θέ­λω για­τί δεν έ­χω­με γλώσ­σα, για να το πι­στέ­ψεις πά­ρε έ­να ο­ποιο­δή­πο­τε γαλ­λι­κό βι­βλίο και προ­σπά­θη­σε να το με­τα­φρά­σεις ελ­λη­νι­κά, θα πει­σθείς πως εί­ναι α­δύ­να­το. Στην ελ­λη­νι­κή, ε­κτός α­πό αι­σθή­μα­τα βου­νί­σια ή χω­ρια­νέϊκα δεν μπο­ρού­με να πού­με τί­πο­τα για την ώ­ρα, γι' αυ­τό και τα πιο πο­λι­τι­σμέ­να ποιή­μα­τα που έ­χουν γρα­φτεί στην ελ­λη­νι­κή μυ­ρί­ζουν μυτ­ζή­θρα…” Ωστό­σο, για έ­ναν συγ­γρα­φέα ό­πως ο Σε­φέ­ρης, τα πά­ντα, φω­τει­νές και σκο­τει­νές πτυ­χές, εν­δια­φέ­ρουν. Όλα αυ­τά, ό­μως, θα ξα­να­συ­ζη­τη­θούν του χρό­νου, που η με­λε­τή­τρια υ­πό­σχε­ται ό­τι θα έ­χει εκ­δο­θεί η αλ­λη­λο­γρα­φία Σε­φέ­ρη-Τσά­τσου. Ελπί­ζου­με να εν­νο­εί στα ελ­λη­νι­κά.
Σε έ­να άλ­λο πε­ριο­δι­κό ε­ντο­πί­ζου­με δη­μο­σίευ­μα που α­φο­ρά έ­τε­ρον ε­πι­φα­νή των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των. Ο λό­γος, α­κό­μη μια φο­ρά, για τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Σε αυ­τήν, ό­μως, την πε­ρί­πτω­ση, α­παι­τεί­ται με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή, για­τί το πα­ρου­σια­ζό­με­νο ως τεκ­μή­ριο εί­ναι α­νώ­νυ­μο και α­πο­δί­δε­ται σε αυ­τόν α­πό τον ευ­ρέ­τη του, δια της εις ά­το­πον α­πα­γω­γής. Αν, ό­μως, και μια στο ε­κα­τομ­μύ­ριο, δεν α­φο­ρά τον Πα­πα­δια­μά­ντη, η δη­μο­σίευ­σή του με­τά α­πο­λύ­του βε­βαιό­τη­τας ως πα­πα­δια­μα­ντι­κού, πι­στεύου­με ό­τι εί­ναι τα­πει­νω­τι­κή α­πέ­να­ντι στην ει­κό­να του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ιδιαί­τε­ρα, κα­θώς ε­πι­λέ­γε­ται να γί­νει στο λυ­καυ­γές του Έτους Πα­πα­δια­μά­ντη.
Αλλά ας πά­ρου­με τα δε­δο­μέ­να με τη σει­ρά. Ανα­φε­ρό­μα­στε στο πε­ριο­δι­κό «Πλα­νό­διον» του Γιάν­νη Πα­τί­λη, που μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σε το 48ο τεύ­χος του. Εί­ναι αυ­τό του μη­νός Δε­κεμ­βρίου, με τη γνω­στή κα­λή συ­ντρο­φιά του πε­ριο­δι­κού σε α­παρ­τία. Πα­ρου­σιά­ζε­ται ε­κτε­νές α­φιέ­ρω­μα στον Αντο­νέν Αρτώ, ε­νώ το τεύ­χος α­νοί­γει με διή­γη­μα της Μα­ρίας Κέ­ντρου-Αγα­θο­πού­λου, που μό­λις ε­ξέ­δω­σε την και­νού­ρια συλ­λο­γή διη­γη­μά­των της, «Η Ευ­ρυ­δί­κη με το τσι­γά­ρο στο μπαλ­κό­νι». Στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες του τεύ­χους, τις α­φιε­ρω­μέ­νες “σε σπά­νια κεί­με­να του πα­ρελ­θό­ντος”, δη­μο­σιεύε­ται κεί­με­νο του Γιώρ­γου Ζε­βε­λά­κη, με τίτ­λο, «Γεώρ­γιος Φι­λά­ρε­τος. Διη­γη­μα­το­γρά­φος και α­ρω­γός του Πα­πα­δια­μά­ντη». Σε αυ­τό δεν πα­ρου­σιά­ζε­ται ο βίος και το έρ­γο του μα­χη­τι­κού δη­μο­σιο­γρά­φου και πο­λι­τι­κού Φι­λά­ρε­του, που υ­πήρ­ξε α­πό τους πρω­το­πό­ρους των α­γώ­νων υ­πέρ της δη­μο­κρα­τίας στην Ελλά­δα, αλ­λά ε­πι­ση­μαί­νο­νται, ό­πως προϊδεά­ζει ο τίτ­λος, δυο πλευ­ρές της προ­σω­πι­κό­τη­τάς του: η α­γνο­η­μέ­νη του διη­γη­μα­το­γρά­φου και η ε­ντε­λώς ά­γνω­στη του α­ρω­γού του Πα­πα­δια­μά­ντη. Στους τρεις τό­μους των Απά­ντων του Φι­λά­ρε­του, που έ­χει εκ­δώ­σει η Βου­λή, δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται διη­γή­μα­τα. Πράγ­μα­τι, ό­σο του­λά­χι­στον γνω­ρί­ζου­με, ο Φι­λά­ρε­τος δεν δη­μο­σίευ­σε διη­γή­μα­τα, πα­ρά μό­νο α­φη­γή­σεις και χρο­νι­κά. Σε αυ­τά, α­κρι­βώς, α­να­φέ­ρε­ται ο με­λε­τη­τής, ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γώ­ντας ό­τι με­ρι­κά συ­νι­στούν γνή­σια διη­γή­μα­τα. Για το α­λη­θές του λό­γου, πα­ρα­θέ­τει σχε­τι­κή α­φή­γη­ση.
Όσο α­φο­ρά το ε­πί­μα­χο, δεύ­τε­ρο σκέ­λος, ορ­μά­ται α­πό έ­να εύ­ρη­μα, που ε­ντό­πι­σε στα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα του Φι­λά­ρε­του. Με­τά το 1922, ο Φι­λά­ρε­τος εί­χε προ­σπα­θή­σει εις μά­την να δη­μιουρ­γή­σει έ­να κόμ­μα αρ­χών. Οι συν­θή­κες, ό­μως, στά­θη­καν α­ντί­ξο­ες κι αυ­τός α­πο­σύρ­θη­κε ο­ρι­στι­κά στην ε­ξο­χι­κή κα­τοι­κία του, στο νεόδ­μη­το τό­τε προά­στιο της Καλ­λι­θέ­ας, ό­που και συ­νέ­γρα­ψε τις «Ση­μειώ­σεις α­πό του 75ου υ­ψώ­μα­τος». Ο τίτ­λος δεν πα­ρα­πέ­μπει σε φυ­σι­κό ύ­ψω­μα, δε­δο­μέ­νου ό­τι μπρο­στά του α­πλω­νό­ταν “κρι­θά­σπαρ­τος πε­διάς φθά­νου­σα μέ­χρι τον Φα­λη­ρι­κόν λι­μέ­να”, αλ­λά στο ύ­ψος της η­λι­κίας του. Ήταν το 1923, που ε­κεί­νος συ­μπλή­ρω­νε τα 75. Σε έ­να ση­μείο, ο Φι­λά­ρε­τος α­να­φέ­ρει τους ποιη­τές Σπυ­ρί­δω­να Βα­σι­λειά­δη και Δη­μή­τριο Πα­παρ­ρη­γό­που­λο και τους α­ντι­δια­στέλ­λει ως προς το πο­λυέ­ξο­δο του βίου τους “ προς άλ­λους συ­να­δέλ­φους των οί­τι­νες προ­ε­τοί­μων να πει­νώ­σι, αλ­λά και να μέ­νω­σιν α­κλό­νη­τοι εις τα αι­θέ­ρια ύ­ψη της ποιή­σεώς των.” Και συ­νε­χί­ζει, “εις εξ αυ­τών, εκ των δη­μο­φι­λε­στέ­ρων και ε­πι­φα­νε­στέ­ρων μοι α­πηύ­θυ­νεν, εις με­τα­γε­νε­στέ­ραν ε­πο­χήν, α­χρο­νο­λό­γη­τον ε­πι­στο­λήν, ην θεω­ρώ α­ξίαν δη­μο­σιεύ­σεως δια τε το ποιη­τι­κόν ύ­φος της και ως ευ­χά­ρι­στον α­νά­μνη­σιν του ευαι­σθή­του και φι­λε­λευ­θέ­ρου ποιη­τού, με­θ’ ου ή­μην φι­λι­κώς συν­δε­δε­μέ­νος”. Με­τά α­πό αυ­τήν την ει­σα­γω­γή, πα­ρα­θέ­τει την ε­πι­στο­λή: «Φί­λε μου! – Αγω­νιώ εκ της α­νά­γκης. Κρυ­φά, κρυ­φά σε το λέ­γω^ ου­δ’ άρ­τος υ­πάρ­χει εις την ορ­φα­νευ­θεί­σαν οι­κο­γέ­νειάν μου… – Δεν εί­σαι πλού­σιος^ εί­σαι κα­λός και με α­γα­πάς. Το η­ξεύ­ρω, διό­τι κ' ε­γώ σ' α­γα­πώ! – Εις την φρι­κτήν θέ­σιν μου σ' εν­θυ­μή­θην, δεν η­ξεύ­ρω διά τι… Εί­μαι ε­ξην­τλη­μέ­νος και δεν έ­χω άλ­λον σή­με­ρον πα­ρά την καρ­δίαν σου. – Δος μοι ό,τι δύ­να­σαι! Θα σε το ε­πι­στρέ­ψω, ό­ταν δυ­νη­θώ…. αλ­λά θα σε το ε­πι­στρέ­ψω. – Θα έλ­θω ο ί­διος σή­με­ρο­ν…Τι υ­πο­φέ­ρω φί­λε μου! Ο φί­λος σου Π...»
Ο Ζε­βε­λά­κης συ­μπε­ραί­νει ό­τι πρό­κει­ται για ε­πι­στο­λή του Πα­πα­δια­μά­ντη, για­τί με­τα­ξύ “των προ­βε­βλη­μέ­νων συγ­γρα­φέων της ε­πο­χής (Ροΐδης, Πα­λα­μάς, Βι­ζυη­νός κ.ά.)” μό­νο αυ­τός ται­ριά­ζει στα συμ­φρα­ζό­με­να. Και α­κό­μη, για­τί, “σχε­δόν σε ό­λες τις ε­πι­στο­λές του, ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­να­φέ­ρε­ται στο πρό­βλη­μα της ε­πι­βίω­σης”. Εδώ, πα­ρα­βλέ­πει ό­τι πρό­κει­ται κυ­ρίως για εν­δοοι­κο­γε­νεια­κές ε­πι­στο­λές, ε­νώ, στις υ­πό­λοι­πες, προς φί­λους, ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­να­φέ­ρε­ται σε α­μοι­βές ερ­γα­σιών του. Όπως και να έ­χει, ορ­μώ­με­νος ο με­λε­τη­τής α­πό την α­να­φο­ρά σε “ορ­φα­νευ­θεί­σαν οι­κο­γέ­νεια”, χρο­νο­λο­γεί την ε­πι­στο­λή ε­ντός του 1895, δη­λα­δή με­τά τον θά­να­το του πα­τέ­ρα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Επι­προ­σθέ­τως, ε­ξαί­ρει το ύ­φος της ε­πι­στο­λής, το ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζει και ως βα­σι­κό κί­νη­τρο για τη δη­μο­σίευ­σή της. Απο­φαι­νό­με­νος ό­τι πλη­σιά­ζει “τη μορ­φή ποιή­μα­τος με α­νι­σο­μή­κεις στί­χους”. Σε αυ­τό το ση­μείο, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται την α­μαρ­τία του. Την ε­πι­στο­λή ή­θε­λε να δη­μο­σιεύ­σει και ο Φι­λά­ρε­τος α­πο­τέ­λε­σε, τρό­πον τι­νά, τη γλά­στρα, που πο­τί­στη­κε χά­ρις στον βα­σι­λι­κό. Πα­ρα­συ­ρό­με­νος, μά­λι­στα, α­πό την λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα της ε­πι­στο­λής, κα­τα­λή­γει με έ­να συ­γκι­νη­τι­κό κρε­σέ­ντο: “Ένας ε­ξαν­τλη­μέ­νος άν­θρω­πος σε α­πό­γνω­ση, υ­πο­φέ­ρει, δι­στά­ζει, αμ­φι­βάλ­λει και εκ­πέ­μπει α­γω­νιώ­δες S.O.S. καί­ριο, εύ­στο­χο, δρα­στι­κό.”
Αν δεν ε­πρό­κει­το για έ­ναν σο­βα­ρό με­λε­τη­τή κι αν το δη­μο­σίευ­μα δεν πα­ρου­σια­ζό­ταν στο συ­γκε­κρι­μέ­νο πε­ριο­δι­κό, που έ­χει στη συ­ντρο­φιά του γνώ­στες του Πα­πα­δια­μά­ντη και τον κο­ρυ­φαίο πε­ρί αυ­τόν ει­δή­μο­να, θα α­πο­σιω­πού­σα­με το εύ­ρη­μα. Τώ­ρα, ό­μως, το δη­μο­σίευ­μα α­πο­κτά δια­φο­ρε­τι­κή βα­ρύ­τη­τα και κα­λό εί­ναι να δια­τυ­πω­θούν κά­ποιες α­πο­ρίες. Κα­τ' αρ­χήν, φαί­νε­ται πα­ρά­δο­ξο να α­να­φέ­ρει κά­ποιος τον Πα­πα­δια­μά­ντη ως ευαί­σθη­το και φι­λε­λεύ­θε­ρο ποιη­τή. Ύστε­ρα, ό­σο α­φο­ρά την ί­δια την ε­πι­στο­λή, προ­κύ­πτουν ο­ρι­σμέ­να ε­ρω­τή­μα­τα: Υπάρ­χουν “τεκ­μή­ρια ε­σω­τε­ρι­κά”, που να δεί­χνουν την πα­πα­δια­μα­ντι­κή πα­τρό­τη­τα; Θυ­μί­ζουν ο τό­νος, το ύ­φος, η προ­σφώ­νη­ση τις πα­πα­δια­μά­ντιες ε­πι­στο­λές; Ήταν, το 1895, τό­σο α­πελ­πι­στι­κή η οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη; Ήταν τό­σο ε­ξαν­τλη­μέ­νος ο σα­ρα­ντα­τε­τρά­χρο­νος τό­τε συγ­γρα­φέ­ας; Και πό­τε α­κρι­βώς ε­ντός του 1895 ε­ξέ­πεμ­ψε το S.O.S; Σύμ­φω­να με το βιο­γρα­φι­κό χρο­νο­λό­γιο του Φώ­τη Δη­μη­τρα­κό­που­λου, στις 2 Ιου­νίου 1895, πε­θαί­νει ο Πα­πα-Αδα­μά­ντιος. Από τον Ιού­λιο μέ­χρι τον Σε­πτέμ­βριο, ο Πα­πα­δια­μά­ντης δια­μέ­νει στη Σκιά­θο. Όταν ε­πι­στρέ­φει, εί­ναι α­κό­μη συ­νερ­γά­της στην ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις». Μά­λι­στα, στο εν λό­γω χρο­νο­λό­γιο, πα­ρα­τί­θε­ται ε­πι­στο­λή του Πα­πα­δια­μά­ντη προς την μη­τέ­ρα του, με η­με­ρο­μη­νία 7 Ιου­νίου 1895, ό­που την πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι ο εκ­δό­της της ε­φη­με­ρί­δας, Βλά­σης Γα­βριη­λί­δης, “του πα­ρε­χώ­ρη­σε πά­σαν ευ­κο­λίαν να ερ­γά­ζε­ται ε­πί τι­νας ε­βδο­μά­δας εις Σκία­θον, λαμ­βά­νων και τα δύο τρί­τα του μι­σθού” του.
“Θα έλ­θω ο ί­διος σή­με­ρο­ν…” γρά­φει ο α­πο­στο­λέ­ας της ε­πι­στο­λής. Τι εν­νο­εί ά­ρα­γε; Δια­τη­ρού­σε ο Φι­λά­ρε­τος το 1895 πο­λι­τι­κό γρα­φείο στην Αθή­να, στο ο­ποίο θα πή­γαι­νε ο Πα­πα­δια­μά­ντης; Ή μή­πως ο α­πο­στο­λέ­ας θα κα­τέ­βαι­νε στην Καλ­λι­θέα, ό­που κα­τοι­κού­σε πλέ­ον μο­νί­μως ο Φι­λά­ρε­τος; Ομο­λο­γού­με ό­τι α­δυ­να­τού­με να φα­ντα­στού­με α­σθμαί­νο­ντα τον Πα­πα­δια­μά­ντη να ε­γκα­τα­λεί­πει τα γρα­φεία της «Ακρο­πό­λεως», να σπεύ­δει στην ο­δό Πα­νε­πι­στη­μίου, έ­μπρο­σθεν της Ακα­δη­μίας, να ε­πι­βι­βά­ζε­ται στον α­τμο­κί­νη­το σι­δη­ρό­δρο­μο του Φα­λή­ρου, να κα­τε­βαί­νει ε­πί της λεω­φό­ρου Θη­σέως, μια στά­ση πριν την Αγία Ελε­ού­σα και α­πό ε­κεί, να το κό­βει με τα πό­δια. Κι ό­λα αυ­τά για να πά­ρει τα δα­νει­κά και α­γύ­ρι­στα, κα­τά τον Φι­λά­ρε­το. Τέ­λος, θα πα­ρα­τη­ρού­σα­με ό­τι η ση­με­ρι­νή ά­πο­ψη για τους “προ­βε­βλη­μέ­νους συγ­γρα­φείς της ε­πο­χής” δεν συ­μπί­πτει α­να­γκα­στι­κά με την συγ­χρο­νι­κή, που εκ­φρά­ζει ο Φι­λά­ρε­τος. Επί­σης, ό­ταν ο Φι­λά­ρε­τος χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον α­πο­στο­λέα έ­ναν “εκ των δη­μο­φι­λε­στέ­ρων και ε­πι­φα­νε­στέ­ρω­ν”, πι­θα­νόν και να υ­περ­βάλ­λει λό­γω α­βρό­τη­τας. Βε­βαίως, πα­ρα­μέ­νει το ε­ρώ­τη­μα, ποιος εί­ναι ο α­πο­στο­λέ­ας, που υ­πο­γρά­φει ως Π. Όπως και να έ­χει, το δη­μο­σίευ­μα εί­ναι ε­πί­και­ρο, α­φού βά­ζει α­πό το πα­ρά­θυ­ρο στο τεύ­χος το ε­σα­εί ζέ­ον θέ­μα της οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

Παρεκκλίνουσες και εκκεντρικές συμπεριφορές

Μι­σέλ Φου­κώ «Οι μη κα­νο­νι­κοί.
Πα­ρα­δό­σεις στο Κο­λέ­γιο
της Γαλ­λίας, 1974-1975»
Με­τά­φρα­ση:
Σω­τή­ρης Σια­μαν­δού­ρας

Εκδό­σεις Εστίας Ιού­λιος 2010

Με­γά­λη, α­προσ­διό­ρι­στη και συ­γκε­χυ­μέ­νη χα­ρα­κτη­ρί­ζει ο Μι­σέλ Φου­κώ την οι­κο­γέ­νεια των “anormaux” - στα ελ­λη­νι­κά α­νώ­μα­λων - στο βι­βλίο του, που πρό­σφα­τα με­τα­φρά­στη­κε και το ο­ποίο προέ­κυ­ψε α­πό την με­τα­γρα­φή των σχε­τι­κών πα­ρα­δό­σεών του στο Κολ­λέ­γιο της Γαλ­λίας. Ο Φου­κώ ε­ξε­λέ­γη κα­θη­γη­τής στο Κολ­λέ­γιο στις 12 Απρι­λίου 1970, κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας την έ­δρα του Ζαν Υππο­λί­τ, που εί­χε πε­θά­νει το προ­η­γού­με­νο έ­τος, σε η­λι­κία 59 ε­τών. Το 1970, ο Φου­κώ ή­ταν 44 ε­τών και κρά­τη­σε την έ­δρα μέ­χρι το θά­να­τό του, στις 25 Ιου­νίου 1984, ό­ταν συ­μπλή­ρω­νε τα 58. Πρό­κει­ται για την έ­δρα της Ιστο­ρίας της φι­λο­σο­φι­κής σκέ­ψης, που, τό­τε, με­το­νο­μά­στη­κε σε Ιστο­ρία των συ­στη­μά­των σκέ­ψης. Ο Φου­κώ άρ­χι­σε να δι­δά­σκει στην με­το­νο­μα­σθεί­σα έ­δρα α­πό τον Ια­νουά­ριο του 1971. Οι πα­ρα­δό­σεις εί­χαν τη μορ­φή δη­μό­σιων δια­λέ­ξεων. Γί­νο­νταν κά­θε Τε­τάρ­τη και διαρ­κού­σαν τρεις μή­νες, δη­λα­δή έως τα τέ­λη Μαρ­τίου. Μέ­χρι το θά­να­τό του, ο Φου­κώ συ­μπλή­ρω­σε δε­κα­τρία χρό­νια πα­ρα­δό­σεων, κα­θώς υ­πήρ­ξε έ­να εν­διά­με­σο κε­νό, το 1977, που α­που­σία­σε με εκ­παι­δευ­τι­κή ά­δεια. Τα κεί­με­να των πα­ρα­δό­σεων α­πο­μα­γνη­το­φω­νή­θη­καν και το 1997 άρ­χι­σε η α­νά α­κα­δη­μαϊκό έ­τος αυ­το­τε­λής έκ­δο­σή τους.
Κά­θε Ιού­νιο ο Φου­κώ δη­μο­σίευε μια σύ­νο­ψη των πα­ρα­δό­σεων της χρο­νιάς στην ε­πε­τη­ρί­δα του Κολ­λε­γίου της Γαλ­λίας. Αυ­τή η α­να­δρο­μι­κή, κα­τά κά­ποιο τρό­πο, πα­ρου­σία­ση του θέ­μα­τος, που τον εί­χε α­πα­σχο­λή­σει στη διάρ­κεια του α­κα­δη­μαϊκού έ­τους, δη­μο­σιεύε­ται, σε κά­θε τό­μο, με­τά τα κεί­με­να των πα­ρα­δό­σεων, τα ο­ποία συ­νο­δεύο­νται α­πό ση­μειώ­σεις, βα­σι­σμέ­νες στις σω­ζό­με­νες ση­μειώ­σεις του ί­διου. Επί­σης, στο τέ­λος κά­θε τό­μου, οι γάλ­λοι ε­πι­με­λη­τές πα­ρα­θέ­τουν έ­να κεί­με­νο, το ο­ποίο το­πο­θε­τεί τις πα­ρα­δό­σεις στο πλαί­σιο του συ­νο­λι­κού έρ­γου του Φου­κώ, δί­νο­ντας, ταυ­τό­χρο­να, τα κρι­τή­ρια και τις λύ­σεις, που ε­κεί­νοι υιο­θέ­τη­σαν κα­τά τη με­τα­γρα­φή τους.
Στα ελ­λη­νι­κά έ­χουν με­τα­φρα­στεί, πριν α­πό χρό­νια το ε­ναρ­κτή­ριο μά­θη­μα του 1970 «Η τά­ξη του λό­γου» και το 2002 οι πα­ρα­δό­σεις του α­κα­δη­μαϊκού έ­τους 1975-76, με τίτ­λο, «Για την υ­πε­ρά­σπι­ση της κοι­νω­νίας». Εφέ­τος, ο πρό­σφα­τος τό­μος α­φο­ρά το προ­η­γού­με­νο α­κα­δη­μαϊκό έ­τος, 1974-75. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι ο τό­μος των πα­ρα­δό­σεων του 1973-74, τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ψυ­χια­τρι­κή δύ­να­μη». Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι του­λά­χι­στον οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι τρεις τό­μοι α­πο­τε­λούν θε­μα­τι­κά μια ε­νό­τη­τα και θα έ­πρε­πε, προς διευ­κό­λυν­ση του Έλλη­να α­να­γνώ­στη, να εί­χαν εκ­δο­θεί σύμ­φω­να με τη χρο­νο­λο­γι­κή διά­τα­ξη των πα­ρα­δό­σεων. Στον πρό­σφα­το τό­μο δεν προ­βλέ­πε­ται κά­ποια ει­σα­γω­γή ή ε­πι­λο­γι­κό ση­μείω­μα ει­δι­κά για την ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση. Ανά­με­σα στο κυ­ρίως έρ­γο του Φου­κώ και τις πα­ρα­δό­σεις υ­πάρ­χει ά­με­ση σχέ­ση. Ει­δι­κά ο πρό­σφα­τος τό­μος συγ­γε­νεύει με την «Ιστο­ρία της τρέ­λας στην κλα­σι­κή ε­πο­χή». Ο γαλ­λι­κός τίτ­λος του α­πο­δό­θη­κε ως «Οι μη κα­νο­νι­κοί», ό­σοι δη­λα­δή πα­ρα­βαί­νουν τον κα­νό­να, που δεν εί­ναι α­κρι­βές συ­νώ­νυ­μο ε­κεί­νων που πα­ρεκ­κλί­νουν α­πό ό,τι θεω­ρεί­ται ο­μα­λό, φυ­σιο­λο­γι­κό. Ωστό­σο, οι α­πα­ξιω­τι­κές συν­δη­λώ­σεις της λέ­ξης α­νώ­μα­λος, την κα­θι­στά, προ­φα­νώς, α­κα­τάλ­λη­λη για τίτ­λο βι­βλίου.
Για να στη­ρί­ξει ο Φου­κώ τις στο­χα­στι­κές του διε­ρευ­νή­σεις πά­νω σε έ­να θέ­μα, χρη­σι­μο­ποιεί την με­θο­δο­λο­γία της αρ­χαιο­λο­γίας, δη­λα­δή προ­χω­ρά συ­γκρί­νο­ντας τους τρό­πους σκέ­ψης δια­φο­ρε­τι­κών πε­ριό­δων. Γι' αυ­τό και το κομ­βι­κό σύγ­γραμ­μά του, που εκ­δί­δει το 1969, το τιτ­λο­φο­ρεί, «Η αρ­χαιο­λο­γία της γνώ­σης». Στο πρό­σφα­το βι­βλίο, δη­μο­σιεύο­νται έ­ντε­κα πα­ρα­δό­σεις. Στο τέ­λος της πρώ­της, προσ­διο­ρί­ζει ως α­ντι­κεί­με­νό τους την αρ­χαιο­λο­γία των τρό­πων και τε­χνι­κών κα­νο­νι­κο­ποίη­σης, κα­θώς και των ε­ξου­σιών, που α­πορ­ρέ­ουν α­πό αυ­τήν. Ωστό­σο, η πρώ­τη πα­ρά­δο­ση δεν α­φο­ρά τους “μη κα­νο­νι­κούς” αλ­λά τις ια­τρο­δι­κα­στι­κές πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νες. Όπως πα­ρα­τη­ρούν οι γάλ­λοι ε­πι­με­λη­τές, το με­γά­λο τα­λέ­ντο του Φου­κώ ή­ταν να συν­δέει δια­γω­νίως, δη­λα­δή πλα­γίως, την ι­στο­ρία με την ε­πι­και­ρό­τη­τα. Και πράγ­μα­τι, ξε­κι­νά τις πα­ρα­δό­σεις δια­βά­ζο­ντας δυο ψυ­χια­τρι­κές γνω­μα­τεύ­σεις: Η πρώ­τη του 1955, α­φο­ρά μια γυ­ναί­κα, που σκό­τω­σε την κό­ρη της, και διε­ρευ­νά­ται η η­θι­κή συ­νε­νο­χή του ε­ρα­στή της. Η δεύ­τε­ρη του 1973 α­φο­ρά τρεις ο­μο­φυ­λό­φι­λους, που κα­τη­γο­ρού­νται για κλο­πή και εκ­βια­σμό. Ο Φου­κώ ε­πι­διώ­κει να δεί­ξει ό­τι αυ­τές οι γνω­μα­τεύ­σεις, που συ­νι­στούν ε­ξου­σια­στι­κό λό­γο, α­φού ε­πη­ρεά­ζουν τις δι­κα­στι­κές α­πο­φά­σεις, εί­ναι κα­τά κα­νό­να, α­στείες στις α­πο­φάν­σεις τους, ό­πως α­πο­δει­κνύουν και τα γέ­λια του α­κρο­α­τη­ρίου του. Με­τά θυ­μί­ζει τον να­πο­λεό­ντειο νό­μο του 1810, που ει­σά­γει τον ψυ­χία­τρο για να διευ­κρι­νι­σθεί κα­τά πό­σο έ­να ά­το­μο που τε­λεί ε­γκλη­μα­τι­κή ε­νέρ­γεια εί­ναι ή ό­χι σε κα­τά­στα­ση πα­ρα­φρο­σύ­νης. Μια θε­τι­κή γνω­μά­τευ­ση σή­μαι­νε ό­τι δεν μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί ως υ­πεύ­θυ­νο της πρά­ξης. Συν τω χρό­νω, ό­μως, η ψυ­χια­τρι­κή πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νη πέ­ρα­σε α­πό την πρά­ξη στη συ­μπε­ρι­φο­ρά του α­τό­μου και α­πό το ί­διο το α­δί­κη­μα στον τρό­πο ύ­παρ­ξης, φτά­νο­ντας να πα­ρου­σιά­ζει αυ­τόν τον τρό­πο ύ­παρ­ξης ως ταυ­τό­ση­μο με το α­δί­κη­μα σε μια γε­νι­κευ­μέ­νη μορ­φή, που α­ντα­να­κλά­ται στη συ­μπε­ρι­φο­ρά του α­τό­μου. Έτσι δη­μιουρ­γή­θη­κε έ­να ψυ­χο­λο­γι­κο­η­θι­κό α­νά­λο­γο του α­δι­κή­μα­τος και η πα­ρά­βα­ση σχη­μα­το­ποιή­θη­κε στο α­ντι­κα­νο­νι­κό στοι­χείο σε σχέ­ση με μια σει­ρά κα­νό­νων, που α­φο­ρούν τη σω­μα­τι­κή διά­πλα­ση, την ψυ­χο­λο­γία, την η­θι­κή κ.ά. Κα­τά μια εύ­στο­χη δια­τύ­πω­ση, ο ψυ­χία­τρος α­πο­φαί­νε­ται στο κα­τά πό­σο έ­να ά­το­μο “έ­μοια­ζε με το έ­γκλη­μά του πριν α­κό­μη το δια­πρά­ξει”. Το αρ­χι­κό ε­ρώ­τη­μα που α­πηύ­θυ­ναν οι δι­κα­στι­κές αρ­χές στον ψυ­χία­τρο, κα­τά πό­σο το ά­το­μο βρι­σκό­ταν σε κα­τά­στα­ση πα­ρα­φρο­σύ­νης, με­τα­το­πί­στη­κε στο ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για έ­να ε­πι­κίν­δυ­νο ά­το­μο.
Η δεύ­τε­ρη πα­ρά­δο­ση ξε­κι­νά με τη δια­πί­στω­ση ό­τι η σύγ­χρο­νη πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νη α­ντι­κα­τέ­στη­σε τον α­μοι­βαίο α­πο­κλει­σμό ια­τρι­κού και δι­κα­στι­κού λό­γου με έ­να “παι­χνί­δι” δι­πλού ια­τρι­κο­δι­κα­στι­κού κα­θο­ρι­σμού. Ένας ψυ­χία­τρος, στο πλαί­σιο της κλι­νι­κής πρα­κτι­κής, δη­λα­δή στο πλαί­σιο μιας διά­γνω­σης α­μι­γώς ε­πι­στη­μο­νι­κής, δεν θα υ­πέ­γρα­φε πο­τέ έ­να κεί­με­νο με την φρα­σε­ο­λο­γία της γνω­μά­τευ­σης στο δι­κα­στή­ριο. Μέ­σα, ό­μως, σε αυ­τό το “παι­χνί­δι”, το υ­πο­γρά­φει, ει­σά­γο­ντας την πε­ρί­φη­μη έν­νοια της δια­στρο­φής, που εμ­φα­νί­στη­κε στο δεύ­τε­ρο μι­σό του 19ου αιώ­να και κα­τα­κυ­ρίευ­σε το λε­ξι­λό­γιό μας. Κα­τά τον Φου­κώ, ο θεω­ρη­τι­κός πυ­ρή­νας της ια­τρο­δι­κα­στι­κής πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νης εί­ναι το δί­πο­λο, δια­στρο­φή - ε­πι­κίν­δυ­νο ά­το­μο, που ε­πέ­τρε­ψε την α­νά­πτυ­ξη μιας ο­λό­κλη­ρης α­λυ­σί­δας ια­τρο­δι­κα­στι­κών πρα­κτι­κών. Τε­λι­κά, η ψυ­χια­τρι­κή πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νη ε­πί ποι­νι­κών ζη­τη­μά­των και τον νό­μο πα­ρα­βιά­ζει και την ψυ­χια­τρι­κή γνώ­ση γε­λοιο­ποιεί. Ου­σια­στι­κά, δεν α­σχο­λεί­ται με κα­τη­γο­ρού­με­νους και α­σθε­νείς, αλ­λά με τους “μη κα­νο­νι­κούς” και τη δια­βάθ­μι­σή τους α­πό τους νορ­μάλ στους α­νώ­μα­λους. Όσο για την ε­ξου­σία της, δεν εί­ναι ού­τε δι­κα­στι­κή ού­τε ια­τρι­κή. Εί­ναι αυ­τή α­κρι­βώς, που ο Φου­κώ α­πο­κα­λεί ε­ξου­σία κα­νο­νι­κο­ποίη­σης. Όπως εξ αρ­χής δη­λώ­νει, το θέ­μα του εί­ναι να δεί­ξει την αρ­χαιο­λο­γία αυ­τής της κα­νο­νι­κο­ποίη­σης. Γι’ αυ­τό και ξε­κι­νά­ει, ό­πως εκ­κι­νεί και την «Ιστο­ρία της τρέ­λας», α­πό το α­γα­πη­μέ­νο του πα­ρά­δειγ­μα, τον α­πο­κλει­σμό των λε­πρών. Συ­γκρί­νει το μο­ντέ­λο της α­πο­βο­λής α­πό την πό­λη των λε­πρών με ε­κεί­νο του ε­γκλει­σμού των προ­σβλη­θέ­ντων α­πό πα­νώ­λη σε πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νες πε­ριο­χές, για να δεί­ξει ό­τι το πρώ­το συ­νι­στά μια πρά­ξη α­πόρ­ρι­ψης, ε­νώ το δεύ­τε­ρο μια πρά­ξη εν­σω­μά­τω­σης μέ­σω της ε­πι­νό­η­σης τε­χνο­λο­γιών ε­γκλει­σμού. Αυ­τές, ό­μως, για να στη­ρι­χτούν έ­χουν α­νά­γκη αυ­τό που α­πο­κα­λεί κα­νο­νι­κο­ποίη­ση.
Στην τέ­ταρ­τη πα­ρά­δο­ση φτά­νει, ε­πι­τέ­λους, στο ψα­χνό του θέ­μα­τος. Ορί­ζει τις τρεις μορ­φές, που συ­γκρο­τούν το πε­δίο της α­νω­μα­λίας. Η πρώ­τη εί­ναι ό,τι α­πο­κα­λεί “αν­θρώ­πι­νο τέ­ρας” και έ­χει ως πλαί­σιο α­να­φο­ράς την πα­ρα­βία­ση του νό­μου. Τη δεύ­τε­ρη μορ­φή την ο­νο­μά­ζει “ά­το­μο προς συμ­μόρ­φω­ση” και θεω­ρεί ό­τι εμ­φα­νί­ζε­ται ή­δη α­πό τον 17ο και 18ο αιώ­να, τους ο­ποίους συ­νη­θί­ζει να α­πο­κα­λεί “κλα­σι­κή ε­πο­χή”. Εδώ, το πλαί­σιο α­να­φο­ράς στε­νεύει, του­λά­χι­στον κα­τά την θεώ­ρη­ση του Φου­κώ, που δεν δί­νει στο “ά­το­μο προς συμ­μόρ­φω­ση” πο­λι­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο. Ενώ, το τέ­ρας ο­ρί­ζε­ται ως προς τη φύ­ση και την κοι­νω­νία, το προς συμ­μόρ­φω­ση ά­το­μο γί­νε­ται α­ντι­λη­πτό στο πλαί­σιο της οι­κο­γέ­νειας και στη συ­νέ­χεια, ε­νός λί­γο ευ­ρύ­τε­ρου κοι­νω­νι­κού πε­ρί­γυ­ρου, δη­λα­δή του σχο­λείου, της γει­το­νιάς κ.λπ. Η δεύ­τε­ρη μορ­φή εί­ναι συ­νη­θέ­στε­ρη και ταυ­τό­χρο­να, δεν εί­ναι ο­ρι­στι­κή αλ­λά ε­πι­δέ­χε­ται διόρ­θω­ση. Γι' αυ­τό και α­πο­τε­λεί το κυ­ρίως α­ντι­κεί­με­νο των σω­φρο­νι­στι­κών μη­χα­νι­σμών. Η τρί­τη μορ­φή και α­πό μια ά­πο­ψη η πλέ­ον εν­δια­φέ­ρου­σα, εί­ναι αυ­τή του “αυ­να­νι­ζό­με­νου”. Νεό­κο­πη μορ­φή για τον 19ο αιώ­να το αυ­να­νι­ζό­με­νο παι­δί, με πλαί­σιο α­να­φο­ράς α­κό­μη στε­νό­τε­ρο, την πυ­ρη­νι­κή οι­κο­γέ­νεια, ά­ντε και τον για­τρό, ως το­πο­τη­ρη­τές του ι­διω­τι­κού χώ­ρου. Ο Φου­κώ κα­τα­λή­γει το πρώ­το στά­διο της αρ­χαιο­λο­γίας της α­νω­μα­λίας, που ε­πι­χει­ρεί, συ­νο­ψί­ζο­ντας ό­τι ο α­νώ­μα­λος του 19ου αιώ­να εί­ναι ο α­πό­γο­νος αυ­τών των τριών μορ­φώ­ν: του τέ­ρα­τος, του α­συμ­μόρ­φω­του και του αυ­να­νι­ζό­με­νου. Πα­ρα­τη­ρεί, ε­πι­προ­σθέ­τως, ό­τι τα ι­δρύ­μα­τα σω­φρο­νι­σμού, πε­ρί τα τέ­λη του 18ου αιώ­να, ε­πι­κε­ντρώ­νουν τη δια­παι­δα­γώ­γη­ση στα θέ­μα­τα της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας και του αυ­να­νι­σμού.
Ένα με­γά­λο μέ­ρος των πα­ρα­δό­σεων α­φιε­ρώ­νε­ται στο “αν­θρώ­πι­νο τέ­ρας”, το φυ­σι­κό και το η­θι­κό, κα­τα­λή­γο­ντας στο λαϊκό τέ­ρας, που εί­ναι αν­θρω­πο­φά­γο, και το βα­σι­λι­κό, που εί­ναι αι­μο­μι­κτι­κό. Με­τά α­πο­πει­ρά­ται το πέ­ρα­σμα α­πό το τέ­ρας στις δύο άλ­λες πα­ρεκ­κλί­νου­σες μορ­φές. Κι αυ­τό το πέ­ρα­σμα γί­νε­ται μέ­σω της ψυ­χια­τρι­κής, η ο­ποία α­πο­κτά την πα­ρεμ­βα­τι­κή κοι­νω­νι­κή της ε­ξου­σία και έρ­χε­ται ως πα­νά­κεια σε κά­θε έ­γκλη­μα, που εμ­φα­νί­ζε­ται ως α­ναί­τιο. Ο Φου­κώ θυ­μί­ζει τον νό­μο του 1874, που θε­σπί­ζει τον αυ­τε­πάγ­γελ­το, δη­λα­δή κα­τό­πιν α­στυ­νο­μι­κής δια­τα­γής, ε­γκλει­σμό. Αυ­τός συ­νί­στα­ται για ά­το­μα ι­κα­νά να δια­σα­λεύ­σουν την τά­ξη ή και να α­πει­λή­σουν τη δη­μό­σια α­σφά­λεια.
Τις ε­πό­με­νες πα­ρα­δό­σεις, ο Φου­κώ τις α­φιε­ρώ­νει στον “αυ­να­νι­ζό­με­νο”. Το αυ­να­νι­ζό­με­νο παι­δί α­ντι­με­τω­πί­στη­κε, αρ­χι­κά, με τις α­ντιαυ­να­νι­στι­κές εκ­στρα­τείες με­τά, με το μυ­στή­ριο της ε­ξο­μο­λό­γη­σης και τις με­θό­δους του, το ο­ποίο δια­δέ­χτη­κε ο έ­λεγ­χος της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας α­πό την οι­κο­γέ­νεια. Ο αυ­να­νι­σμός θεω­ρή­θη­κε α­σθέ­νεια, η ο­ποία, μά­λι­στα, συ­γκέ­ντρω­νε τα συ­μπτώ­μα­τα πλεί­στων ό­σων α­σθε­νειών. Χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ως μια, τρό­πον τι­νά, ο­λο­κλη­ρω­τι­κή α­σθέ­νεια. Μέ­χρι που εμ­φα­νί­στη­καν οι ορ­δές των ψυ­χα­να­λυ­τών, ψυ­χο­λό­γων, ψυ­χο­πα­θο­λό­γων και λοι­πών σχε­τι­κών ει­δη­μό­νων, α­να­κρά­ζο­ντας: «Σε μας! Σε μας το σώ­μα η­δο­νής των παι­διών.» Όσο για την ψυ­χια­τρι­κή, βρή­κε στις α­πο­κλί­σεις του σε­ξουα­λι­κού εν­στί­κτου το κα­τ' ε­ξο­χήν α­ντι­κεί­με­νό της. Πέ­ραν της α­να­πα­ρα­γω­γής προς ε­ξα­σφά­λι­ση της διαιώ­νι­σης του εί­δους, το πλή­θος των άλ­λων πρά­ξεων, που προ­σφέ­ρουν η­δο­νή, τις α­πο­κά­λε­σαν α­νω­μα­λίες, που ο­δη­γούν στον εκ­φυ­λι­σμό.
Στην τε­λευ­ταία του πα­ρά­δο­ση, ο Φου­κώ φέρ­νει ως πα­ρά­δειγ­μα μια υ­πό­θε­ση του 1867, που συ­νέ­βη σε χω­ριό της Γαλ­λίας, κα­τά την ο­ποία ο “τρε­λός” του χω­ριού κα­τη­γο­ρή­θη­κε για βια­σμό ε­νός κο­ρι­τσιού. Με αυ­τήν την α­να­φο­ρά θέ­λει να υ­πο­γραμ­μί­σει τις συ­νέ­πειες που έ­χει η ποι­νι­κο­ποίη­ση της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας των παι­διών. Πε­ρι­στα­τι­κά που πα­λαιό­τε­ρα α­πο­τε­λού­σαν μέ­ρος της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας και τα ο­ποία α­πο­σιω­πού­σαν, με την κα­νο­νι­κο­ποίη­ση του σε­ξουα­λι­κού εν­στί­κτου ο­δη­γού­σαν στον ε­γκλει­σμό του παι­διού στο σω­φρο­νι­στι­κό ί­δρυ­μα και του ε­νή­λι­κα στο ψυ­χια­τρι­κό ά­συ­λο.
Η νέα λει­τουρ­γία της ψυ­χια­τρι­κής φαί­νε­ται να ξε­κι­νά­ει α­πό την α­να­κά­λυ­ψη της παι­δι­κής η­λι­κίας. Σε αυ­τήν βρί­σκει το γό­νι­μο υ­πέ­δα­φος, α­πό το ο­ποίο αν­τλεί την κα­το­πι­νή κα­θο­λι­κή της ι­σχύ. Πα­ρα­με­ρί­ζε­ται η φρε­νο­βλά­βεια και μα­ζί η α­να­φο­ρά σε α­σθέ­νειες. Οι πα­ρά­δο­ξες και α­πο­κλί­νου­σες συ­μπε­ρι­φο­ρές ορ­γα­νώ­νο­νται και πε­ρι­γρά­φο­νται ως σύν­δρο­μα α­νω­μα­λιών. Δη­λα­δή, σαν κά­τι ε­λα­φρώς μυ­στη­ριώ­δες ή του­λά­χι­στον, δυ­σκό­λως ο­ρι­ζό­με­νο, το ο­ποίο υ­πο­κα­θι­στά τα συ­μπτώ­μα­τα μιας α­σθέ­νειας. Τώ­ρα πλέ­ον, το πε­δίο της ψυ­χια­τρι­κής διευ­ρύ­νε­ται σε ό­λους ό­σους δεν πα­ρου­σιά­ζουν συ­μπτώ­μα­τα νό­σου αλ­λά “εκ­κε­ντρι­κές” συ­μπε­ρι­φο­ρές. Ο Φου­κώ δια­τεί­νε­ται ό­τι το πρώ­το σύν­δρο­μο που α­να­κα­λύ­φθη­κε ή­ταν αυ­τό της α­γο­ρα­φο­βίας και α­κο­λού­θη­σε το σύν­δρο­μο της κλει­στο­φο­βίας. Στη συ­νέ­χεια, προέ­κυ­ψαν οι πυ­ρο­μα­νείς, οι κλε­πτο­μα­νείς, οι ε­πι­δει­ξίες. Το 1870 κά­νει την πρώ­τη της εμ­φά­νι­ση ως σύν­δρο­μο στο ψυ­χια­τρι­κό πε­δίο η ο­μο­φυ­λο­φι­λία. Με­τά ήρ­θαν οι μα­ζο­χι­στές και ό­λος αυ­τός ο μι­κρός πλη­θυ­σμός των α­νώ­μα­λων με τη μα­κριά ι­στο­ρία των συν­δρό­μων τους.
Τε­λι­κά, ό­πως ο ί­διος ο Φου­κώ ο­μο­λο­γεί, για τον α­πεί­θαρ­χο ή και α­συμ­μόρ­φω­το δεν μπό­ρε­σε να μι­λή­σει. Εδώ, θα α­να­με­νό­ταν μια υ­πο­ση­μείω­ση που να πλη­ρο­φο­ρεί, αν μί­λη­σε γι’ αυ­τόν σε μια α­πό τις πα­ρα­δό­σεις των κα­το­πι­νών χρό­νων. Άλλω­στε, έ­να α­να­γκαίο συ­μπλή­ρω­μα θα ή­ταν ο κα­τά­λο­γος με τους τίτ­λους α­πό αυ­τούς τους δια­δο­χι­κούς κύ­κλους πα­νε­πι­στη­μια­κών δια­λέ­ξεων.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα: Γκόγια, «Ο Κρόνος καταβροχθίζει ένα από τα παιδιά του», 1821-23 (ελαιογραφία, 146Χ83εκ।, Μαδρίτη, Μουσείο Πράδο).

Συμπληρώματα στον Πικρό ή Μια άγνωστη συνάντηση Πικρού - Ιστράτι

Οκτώ­βριο του 1927 γιορ­τά­ζε­ται στη Μό­σχα η 10η ε­πέ­τειος της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης. Οι γιορ­τές α­πο­κτούν πα­νη­γυ­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Έχουν προ­σκλη­θεί και πα­ρί­στα­νται ε­πι­φα­νείς προ­σω­πι­κό­τη­τες σο­σια­λι­στι­κών και κομ­μου­νι­στι­κών α­πο­κλί­σεων. Εί­ναι κυ­ρίως Ευ­ρω­παίοι. Ανά­με­σα στους Γάλ­λους συγ­γρα­φείς, Ανρύ Μπαρ­μπύς, Φραν­σίς Ζουρ­νταίν και Βα­γιάν Κου­τυ­ριέ, αρ­χι­συ­ντά­κτη της Ου­μα­νι­τέ, βρί­σκε­ται και ο ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής ρου­μά­νος συγ­γρα­φέ­ας Πα­ναΐτ Ιστρά­τι.1 Εντυ­πώ­σεις των γάλ­λων δια­νοου­μέ­νων, κα­θώς και έ­να εν­θου­σιώ­δες άρ­θρο με τίτ­λο «Από το Πα­ρί­σι στη Μό­σχα» του Ιστρά­τι, α­πό τη νεό­κο­πη τό­τε ΕΣ­ΣΔ, δη­μο­σιεύει ο Ρι­ζο­σπά­στης στις 9 Νο­εμ­βρίου 1927. Πρό­κει­ται για α­να­δη­μο­σίευ­ση α­πό την Ου­μα­νι­τέ.
Στο με­τα­ξύ, στην Ελλά­δα, με­τά την πτώ­ση της Δι­κτα­το­ρίας Πα­γκά­λου και την προ­κή­ρυ­ξη ε­κλο­γών (7 Νοε. 1926), με α­πλή α­να­λο­γι­κή, ό­που το Λαϊκό Μέ­τω­πο (= ΚΚΕ) ε­κλέ­γει 10 βου­λευ­τές, σχη­μα­τί­ζο­νται δια­δο­χι­κά δύο οι­κου­με­νι­κές κυ­βερ­νή­σεις υ­πό τον Αλέ­ξαν­δρο Ζαΐμη, με γνω­στή τη δεύ­τε­ρη ως κυ­βέρ­νη­ση Ευ­ρέως Συ­να­σπι­σμού. Πα­ρά την κοι­νο­βου­λευ­τι­κή πα­ρου­σία του Λαϊκού Με­τώ­που, οι διώ­ξεις, ε­ξο­ρίες και φυ­λα­κί­σεις, των α­ρι­στε­ρών συ­νε­χί­ζο­νται. Το για­τί εί­ναι μια άλ­λη, με­γά­λη και ί­σως ε­δώ, πα­ρά­ται­ρη ι­στο­ρία. Εί­ναι, πά­ντως, γνω­στό, ό­τι πριν α­κό­μη α­πό τη Δι­κτα­το­ρία Πα­γκά­λου ο Πέ­τρος Πι­κρός βρί­σκε­ται κα­τά δια­στή­μα­τα έ­γκλει­στος στις φυ­λα­κές, χω­ρίς, ω­στό­σο, να έ­χουν ε­ντο­πι­στεί βι­βλιο­γρα­φι­κά οι α­κρι­βείς χρο­νι­κοί πε­ρίο­δοι φυ­λά­κι­σης. Πα­ρα­μέ­νει, δη­λα­δή, α­σα­φές το πό­τε κά­θε φο­ρά μπαί­νει και πό­τε βγαί­νει. Πά­ντως, η συγ­γρα­φι­κή του δρα­στη­ριό­τη­τα δεν α­να­κό­πτε­ται. Εξα­κο­λου­θεί και μέ­σα α­πό τις φυ­λα­κές να κά­νει σπο­ρα­δι­κές δη­μο­σιεύ­σεις στον Ρι­ζο­σπά­στη, ό­πως και σε ο­ρι­σμέ­να λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα, στο ο­ποίο α­να­φερ­θή­κα­με διε­ξο­δι­κά την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή, εί­ναι η ε­πι­στο­λή του α­πό τις φυ­λα­κές Συγ­γρού, με η­με­ρο­μη­νία 20/2/1928, προς το πε­ριο­δι­κό Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα του Ηρα­κλείου Κρή­της, ως α­πά­ντη­ση στην ψευ­δώ­νυ­μη κρι­τι­κή του Γιώρ­γου Κα­τσί­μπα­λη, που φτά­νει να του κα­τα­λο­γί­ζει λο­γο­κλο­πή α­πό γάλ­λους συγ­γρα­φείς.
Εκεί­νο το έ­τος, μι­λά­με πά­ντα για το 1927, έ­κλει­νε έ­νας αιώ­νας α­πό το θά­να­το του κα­τά το ή­μι­συ ζα­κύν­θιου ποιη­τή Ού­γο Φώ­σκο­λο, στο Λον­δί­νο. Αυ­τό στά­θη­κε α­φορ­μή να γί­νουν αρ­κε­τές φι­λο­λο­γι­κές εκ­δη­λώ­σεις, κυ­ρίως στη Ζά­κυν­θο, και αρ­κε­τά ε­πε­τεια­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα. Ανά­με­σά τους και έ­να στον Ρι­ζο­σπά­στη (27/11), α­ρι­στε­ρό­στρο­φης ο­πτι­κής ως προς την α­πο­τί­μη­ση. Αι­τία ή πρό­σχη­μα ή­ταν, ό­πως αι­τιο­λο­γεί­ται, "ο κού­φιος σω­βι­νι­σμός", που "θο­ρυ­βεί γύ­ρω στ' ό­νο­μα του Φώ­σκο­λου". Υπο­γρά­φε­ται με τα αρ­χι­κά Ν. Κ. και πρό­κει­ται για τον νε­α­ρό τό­τε Νί­κο Κα­τη­φό­ρη. Στο φύλ­λο της ε­πο­μέ­νης πέ­φτει κε­ραυ­νός. Με τίτ­λο, «Γύ­ρω α­π' τις γιορ­τές του Φώ­σκο­λου. Με­ρι­κά πρά­μα­τα στη θέ­ση τους» και σε μορ­φή ε­πι­στο­λής, α­πα­ντά στο δη­μο­σίευ­μα ο Πι­κρός. Μι­λά για “πλά­νες και ό­τι εί­ναι τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κός α­π' ό­τι μας τον πα­ρου­σιά­ζουν οι α­στοί θαυ­μα­στές του κι' ο σ. Ν. Κ., που σ' αυ­τό πά­νω δεν α­πέ­χει διό­λου α­π' τους πρώ­τους”. Την με­θε­πο­μέ­νη, ο Ν. Κ. α­ντα­πα­ντά στον Πι­κρό, μάλ­λον με λε­πτή ει­ρω­νεία, στα ό­ρια της δη­κτι­κό­τη­τας. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός εί­ναι ο τρό­πος που κλεί­νει την α­πα­ντη­τι­κή του ε­πι­στο­λή: “Συν­δέ­ο­ντας το ό­νο­μά μου με τη μπουρ­ζουα­ζία ή με τους α­στούς, μ' αρ­πά­ζει, τρό­πον τι­νά, α­πό τ' αυ­τί και με δεί­χνει στο ελ­λη­νι­κό προ­λε­τα­ριά­το, του ο­ποίου, κα­θώς εί­πα­με, α­νέ­λα­βε την πνευ­μα­τι­κή κη­δε­μο­νία, και φω­νά­ζει: Νά τος ο προ­δό­της...”. Μέ­σα, δη­λα­δή, α­πό τις σε­λί­δες του Ρι­ζο­σπά­στη, με ε­πί­μα­χο θέ­μα τον Φώ­σκο­λο, ξε­σπά­ει φι­λο­λο­γι­κή α­ντι­πα­ρά­θε­ση ή φι­λο­λο­γι­κή κό­ντρα, ό­πως θα λέ­γα­με σή­με­ρα, η ο­ποία, πέ­ρα α­πό τη δια­φο­ρε­τι­κή μαρ­ξι­στο-λε­νι­νι­στι­κή ο­πτι­κή πά­νω στον ελ­λη­νοϊτα­λό ποιη­τή, α­ντα­να­κλά και το ο­ξύ ή, σω­στό­τε­ρα, το μα­χη­τι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο του Πι­κρού, το ο­ποίο φτά­νει να αγ­γί­ζει τα ό­ρια του ε­ρι­στι­κού.
Ο Πι­κρός, στη δρι­μεία ε­πι­στο­λή του πε­ρί Φώ­σκο­λου, κά­νει μνεία και στο πε­ριο­δι­κό Νέα Επι­θεώ­ρη­ση. Όπως φαί­νε­ται, εί­ναι η ε­πο­χή που ε­τοι­μά­ζε­ται η έκ­δο­σή του, για­τί στο φύλ­λο του Ρι­ζο­σπά­στη της 5ης Δε­κεμ­βρίου του ι­δίου έ­τους, συ­να­ντά­με προ­δια­φή­μι­ση: “Την 1η Ια­νουα­ρίου κυ­κλο­φο­ρεί το πρώ­το φύλ­λο της Νέ­ας Επι­θεώ­ρη­σης”. Εκεί, με­τα­ξύ των πε­ριε­χο­μέ­νων, μνη­μο­νεύε­ται και του “Π. Πι­κρού πλα­τειά κρι­τι­κή με­λέ­τη για τον Ού­γο Φώ­σκο­λο με αυ­θε­ντι­κά ντο­κου­μέ­ντα”. Λί­γες η­μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα, στις 18 Δε­κεμ­βρίου, βρί­σκου­με δεύ­τε­ρη δια­φη­μι­στι­κή κα­τα­χώ­ρη­ση, α­κό­μη πιο α­να­λυ­τι­κή: “Σε τρια­ντα­δύο με­γά­λες σε­λί­δες κυ­κλο­φο­ρεί την 1η Γε­νά­ρη η Νέα Επι­θεώ­ρη­ση. Πε­ριέ­χει αρ­κε­τές πρω­τό­τυ­πες με­λέ­τες, κοι­νω­νιο­λο­γι­κή και φι­λο­λο­γι­κή κρι­τι­κή, ση­μειώ­μα­τα, προ­λε­τα­ρια­κή τέ­χνη κλπ.”. Με­τα­ξύ των άλ­λων, “η ε­χτε­νής και λε­πτο­με­ρεια­κή με­λέ­τη του σ. Π. Πι­κρού για τον Ού­γο Φώ­σκο­λο που κο­σκι­νί­ζει ό­λες τις α­στι­κές φλυα­ρίες για τον Ιτα­λό ποιη­τή, του σ. Αντρέα Ζε­βγά για τον Πα­ναΐτ Ιστρά­τι (α­νά­λυ­ση του έρ­γου του) κά­μνουν την ύ­λη του ε­ξαι­ρε­τι­κά εν­δια­φέ­ρου­σα”.
Ο σύ­ντρο­φος Αντρέ­ας Ζε­βγάς δεν εί­ναι άλ­λος α­πό τον γνω­στό με­τά Αι­μί­λιο Χουρ­μού­ζιο, που έ­λυ­νε και έ­δε­νε στις φι­λο­λο­γι­κές σε­λί­δες της Κα­θη­με­ρι­νής. Ας ση­μειω­θεί ό­τι ως Χουρ­μού­ζιος υ­πο­γρά­φει το πρώ­το στα ελ­λη­νι­κά με­τα­φρα­σμέ­νο έρ­γο του Ιστρά­τι, «Κυ­ρά Κυ­ρα­λί­να», που κυ­κλο­φό­ρη­σε στις αρ­χές του ι­δίου έ­τους (1927) α­πό το Βι­βλιο­πω­λείο Ακα­δη­μαϊκόν. Εί­ναι, δη­λα­δή, ε­ξοι­κειω­μέ­νος με το συγ­γρα­φι­κό έρ­γο του ελ­λη­νο­ρου­μά­νου συγ­γρα­φέα. Η δια­φη­μι­ζό­με­νη με­λέ­τη του για τον Ιστρά­τι προ­δη­μο­σιεύε­ται, ό­χι τυ­χαία, σε τρεις συ­νέ­χειες στον Ρι­ζο­σπά­στη, με πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση στο φύλ­λο των Χρι­στου­γέν­νων, 25 Δε­κεμ­βρίου. Στο ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα, πέ­ραν της διευ­κρί­νι­σης ό­τι εί­ναι “α­πό τη Νέα Επι­θεώ­ρη­ση που κυ­κλο­φο­ρεί την 1η του Γε­νά­ρη”, α­ναγ­γέλ­λε­ται η ε­πί­σκε­ψη του Ιστρά­τι στην Ελλά­δα, γυ­ρί­ζο­ντας α­πό την Σο­βιε­τι­κή Ρω­σία, που εί­χε πά­ει για τους ε­ορ­τα­σμούς. Πράγ­μα­τι, στις 30 Δε­κεμ­βρίου φτά­νει στην Αθή­να, α­τμο­πλοϊκώς μέ­σω Οδησ­σού, “ο ε­πα­να­στά­της συγ­γρα­φέ­ας Πα­ναίτ Ιστρά­τι”, ό­πως μας πλη­ρο­φο­ρεί στην πρώ­τη σε­λί­δα ο Ρζο­σπά­στης της ε­πο­μέ­νης. Την με­θε­πο­μέ­νη, Κυ­ρια­κή 1 Ια­νουα­ρίου 1928, δη­μο­σιεύε­ται πρω­το­σέ­λι­δη συ­νέ­ντευ­ξη του ελ­λη­νο­ρου­μά­νου συγ­γρα­φέα. Φέ­ρει τίτ­λο, «Ένας συγ­γρα­φέ­ας που έ­ζη­σε στη σο­βιε­τι­κή α­να­δη­μιουρ­γία». Την υ­πο­γρά­φει ο Αντρέ­ας Ζε­βγάς. Σε δε­σπό­ζου­σα θέ­ση πά­νω α­πό τη συ­νέ­ντευ­ξη δη­μο­σιεύε­ται «Γράμ­μα των φυ­λα­κι­σμέ­νων συ­ντρό­φων μας στον Πα­ναίτ Ιστρά­τι». Όπως διευ­κρι­νί­ζε­ται στο τέ­λος, η ε­πι­στο­λή συ­ντάχ­θη­κε με ε­ντο­λή 18 φυ­λα­κι­σμέ­νων κομ­μου­νι­στών των φυ­λα­κών Συγ­γρού και φέ­ρει υ­πο­γρα­φή Πέ­τρος Πι­κρός. Σε δι­πλα­νό, ί­σης έ­κτα­σης κα­ρέ, δη­μο­σιεύε­ται α­πά­ντη­ση: «Ο Πα­ναΐτ Ιστρά­τι στους ε­ξό­ρι­στους και φυ­λα­κι­σμέ­νους μας».
Την ί­δια η­μέ­ρα που δη­μο­σιεύε­ται η συ­νέ­ντευ­ξη του Ιστρά­τι μα­ζί με τις δύο ε­πι­στο­λές, ε­κεί­νος, σύμ­φω­να με ε­κτε­νές αλ­λά α­νυ­πό­γρα­φο δη­μο­σίευ­μα στον Ρι­ζο­σπά­στη της 3ης Ια­νουα­ρίου 1928, έ­σπευ­σε προς ε­πί­σκε­ψη των 18 κρα­του­μέ­νων στις φυ­λα­κές Συγ­γρού. Συ­νο­δευό­ταν α­πό τον α­ντι­πρό­σω­πο της Εργα­τι­κής Βοή­θειας και α­πό έ­ναν συ­ντά­κτη. Στον φω­το­γρά­φο, που “ε­πρό­κει­το να πά­ρει έ­να γκρούπ των φυ­λα­κι­σμέ­νων μα­ζί με τον Ιστρά­τι”, α­πα­γο­ρεύ­τη­κε η εί­σο­δος. Θερ­μή πε­ρι­γρά­φε­ται η συ­νά­ντη­σή του με τους κρα­τού­με­νους σε υ­πό­στε­γο, στο προ­αύ­λιο των φυ­λα­κών, α­φού του α­πα­γο­ρεύ­τη­κε η ά­νο­δος στους θα­λά­μους, με το πρό­σχη­μα ό­τι χρεια­ζό­ταν ει­δι­κή ά­δεια του Υπουρ­γείου. Στο δη­μο­σίευ­μα κα­τα­γρά­φο­νται λε­πτο­με­ρώς ό­σα ε­λέχ­θη­σαν με­τα­ξύ κρα­του­μέ­νων και Ιστρά­τι. Κα­τά τον α­νώ­νυ­μο συ­ντά­κτη, ο Ιστρά­τι, “κα­τα­πλη­χτι­κά α­πλός, με­γά­λη κι' α­νοι­χτή καρ­διά, με την πρώ­τη θερ­μή χει­ρα­ψία, βρέ­θη­κε α­μέ­σως σύ­ντρο­φος μέ­σα σε συ­ντρό­φους, α­γω­νι­στής μέ­σα σ' α­γω­νι­στές. Με λό­για - συ­νε­χί­ζει - που δεν εί­χαν τί­πο­τα α­π' το συ­νη­θι­σμέ­νο, ψεύ­τι­κο, ξη­ρό κ' ε­πί­ση­μο”, μί­λη­σε στους φυ­λα­κι­σμέ­νους. “Σας γνώ­ρι­σα - ση­μειώ­νει για τον Ιστρά­τι - σας ή­ξαι­ρα πριν α­κό­μα σας δώ. Όπως σας τό­γρα­ψα ή­δη, πα­τώ­ντας στο χώ­μα του πα­τέ­ρα μου, η πρώ­τη μου σκέ­ψη, ο πρώ­τος μου λο­γι­σμός εί­τα­νε για σας, για σας φυ­λα­κι­σμέ­νοι α­γω­νι­στές, της προ­λε­τα­ρια­κής υ­πό­θε­σης, και για τους συ­ντρό­φους μας ε­ξο­ρί­στους.”
Στο πρώ­το μέ­ρος του δη­μο­σιεύ­μα­τος κα­τα­γρά­φο­νται ό­σα εί­πε ο Ιστρά­τι. Εί­ναι λό­για μάλ­λον εν­θαρ­ρυ­ντι­κά προς τους φυ­λα­κι­σμέ­νους. Ανα­φέ­ρε­ται στα προ­σω­πι­κά του βιώ­μα­τα ως φυ­λα­κι­σμέ­νος κι ό­τι πρέ­πει να δεί­ξουν πως ξέ­ρουν να πε­ρι­φρο­νούν τα δε­σμά τους. Όταν τον ρω­τούν για τις ε­ντυ­πώ­σεις του α­πό τη Σο­βιε­τι­κή Ρω­σία, τους α­πα­ντά ό­τι “ε­κεί ε­πά­νω δη­μιουρ­γεί­ται κά­τι α­φά­ντα­στο, κά­τι το θαυ­μά­σιο”. Κι ό­τι έ­να μέ­ρος α­π' ό,τι εί­δε πρό­κει­ται να το εκ­θέ­σει στη με­θαυ­ρια­νή του διά­λε­ξη.2 Η α­να­φο­ρά του στη Σο­βιε­τι­κή Ρω­σία εί­ναι, στο δη­μο­σίευ­μα, ε­κτε­νής και εν­θου­σιώ­δης, για­τί “εί­δα”, λέει, “τό­σα πρά­μα­τα, τό­σο... που α­να­με­τρώ τις δυ­νά­μεις μου, πριν αρ­χί­σω το δύ­σκο­λο έρ­γο της ε­ξι­στό­ρη­σης, για τη θαυ­μα­τουρ­γό ερ­γα­σία του νι­κη­φό­ρου προ­λε­τα­ριά­του”. Με­σο­λα­βούν εκ νέ­ου λό­για εν­θάρ­ρυν­σης, ε­νώ ως κλεί­σι­μο τους ε­πι­φυ­λάσ­σει πά­λι ταύ­τι­ση μα­ζί τους, λέ­γο­ντας, ό­τι “την η­μέ­ρα που θα κα­τα­διωχ­θώ κι' ε­γώ, θα συλ­λη­φθώ και θα με στεί­λουν στη φυ­λα­κή, θα εί­ναι η πιο με­γά­λη τι­μή που μπο­ρεί να μου κά­νει η α­στι­κή τά­ξη”.
“Στα θερ­μά κι' ά­δο­λα λό­για του με­γά­λου προ­λε­τά­ριου δια­νοού­με­νου - ση­μειώ­νε­ται στο α­νυ­πό­γρα­φο δη­μο­σίευ­μα - α­πά­ντη­σε α­πό μέ­ρους των φυ­λα­κι­σμέ­νων ο σ. Πι­κρός.” Η α­πά­ντη­ση, η ο­ποία κα­τα­λαμ­βά­νει το υ­πό­λοι­πο δεύ­τε­ρο μέ­ρος του δη­μο­σιεύ­μα­τος, εί­ναι ε­ξί­σου ε­γκάρ­δια και κι­νεί­ται σε ε­ξί­σου υ­ψη­λό ε­πα­να­στα­τι­κό φρό­νη­μα ή, αν κρα­τή­σου­με α­πο­στά­σεις, στην ί­δια ε­πα­να­στα­τι­κή ρη­το­ρι­κή. “Τα σί­δε­ρα της φυ­λα­κής, α­γα­πη­μέ­νε φί­λε μας - α­πα­ντά ο Πι­κρός - δεν εί­ναι ι­κα­νά να πνί­ξουν τη βα­θειά χα­ρά που νιώ­θου­με με τον ερ­χο­μό σου. Εί­ναι σπά­νιες οι κα­λές στιγ­μές στη φυ­λα­κή. Μια α­π' αυ­τές, κι' η κα­λύ­τε­ρη εί­ναι τού­τη. Δε σου κρύ­βου­με πώς σε βρί­σκου­με α­νώ­τε­ρο α­π' ό,τι σε πε­ρι­μέ­να­με. Πε­ρι­μέ­να­με έ­να φί­λο, και βρί­σκου­με κά­τι ά­πει­ρα α­νώ­τε­ρο· έ­να σύ­ντρο­φο, έ­να συ­να­γω­νι­στή. Δέ­ξου α­πό μέ­ρους ό­λων μας τους θερ­μούς α­δελ­φι­κούς κι' ε­πα­να­στα­τι­κούς μας χαι­ρε­τι­σμούς. Γυρ­νώ­ντας α­π' τη με­γά­λη χώ­ρα, αυ­τό­πτης και α­ψευ­δής μάρ­τυς κι' ε­σύ της με­γα­λειώ­δους σο­σια­λι­στι­κής α­νοι­κο­δό­μη­σης και του α­νι­στό­ρη­του έρ­γου του Ρωσ­σι­κού προ­λε­τα­ριά­του δέ­κα μό­λις χρό­νια με­τά την Οχτω­βρια­νή Επα­νά­στα­ση, γε­γο­νός που ό­μοιο μ' αυ­τό δεν εί­δε άλ­λη φο­ρά η Ιστο­ρία, φυ­σι­κό εί­ναι ο α­πο­τρο­πια­σμός που νοιώ­θεις και που έ­χεις την αν­δρεία να μη τον κρύ­βεις μπρος στην τσα­γκω­φι­κή τρο­μο­κρα­τία που με­τέρ­χε­ται η κυ­ρίαρ­χη τά­ξη της χώ­ρας μας στη ση­με­ρι­νή της ε­πί­θε­ση ε­νά­ντια στην ερ­γα­τιά, στις ορ­γα­νώ­σεις της, στους α­γω­νι­στές της.”
Συ­νε­χί­ζο­ντας ο Πι­κρός, α­να­λύει, με τον ί­διο πά­ντα αιχ­μη­ρό τό­νο, την τρέ­χου­σα τό­τε οι­κο­νο­μι­κή, κοι­νω­νι­κή και κοι­νο­βου­λευ­τι­κή κα­τά­στα­ση, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, την πρό­σφα­τη εκ­δίω­ξη των βου­λευ­τών του Λαϊκού Με­τώ­που α­πό το κοι­νο­βού­λιο. Ανα­φέ­ρε­ται, ε­πί­σης, και στο Μα­κε­δο­νι­κό, ε­πί­μα­χο ε­θνι­κό ζή­τη­μα, που τί­θε­ται α­νοι­χτά ως πο­λι­τι­κό θέ­μα ε­κεί­νη την ε­πο­χή α­πό το ΚΚΕ. Τί­θε­ται, δη­λα­δή, θέ­μα μειο­νο­τή­των και α­πε­λευ­θέ­ρω­σης του Μα­κε­δο­νι­κού Λα­ού, στην Ελλά­δα, τη Βουλ­γα­ρία και τη Σερ­βία. Το δη­μο­σίευ­μα, μας πλη­ρο­φο­ρεί ε­πί­σης, ό­τι “α­πό μέ­ρους της α­γω­νι­ζό­με­νης νε­ο­λαίας και των φυ­λα­κι­σμέ­νων και ε­ξο­ρί­στων νέων α­γω­νι­στών χαι­ρέ­τι­σε και μί­λη­σε στον Ιστρά­τι - ο σ. Λευ­τέ­ρης Απο­στό­λου”.3
Κα­τά το δη­μο­σίευ­μα πά­ντα, ο Ιστρά­τι “υ­πο­σχέ­θη­κε πως με­τά τη διά­λε­ξη, και ε­φο­δια­σμέ­νος πια με την σχε­τι­κή ά­δεια του υ­πουρ­γείου θα πά­ει να πε­ρά­σει μιαν ο­λό­κλη­ρη μέ­ρα μα­ζύ με τους φυ­λα­κι­σμέ­νους μας στη φυ­λα­κή. Φεύ­γο­ντας, α­γκά­λια­σε και φί­λη­σε, για ό­λους, το σ. Πι­κρό και με μια θερ­μή χει­ρα­ψία στον κα­θέ­να ε­πα­νέ­λα­βε τις υ­πο­σχέ­σεις του”.
Όλα τα προ­η­γού­με­να μπο­ρεί να έ­χουν ε­ντο­πι­στεί βι­βλιο­γρα­φι­κά α­πό τους με­λε­τη­τές του Πι­κρού, ω­στό­σο, το τε­λευ­ταίο, δη­λα­δή η συ­νά­ντη­ση Ιστρά­τι - Πι­κρού στη φυ­λα­κές Συγ­γρού διέ­λα­θε. Αυ­τό α­κρι­βώς μας ώ­θη­σε σε πιο ε­κτε­νή α­να­φο­ρά. Εάν, τε­λι­κά, σε μια βι­βλιο­γρα­φία υ­πάρ­χουν ελ­λεί­ψεις, αυ­τές κα­μιά φο­ρά μπο­ρεί να ε­πι­φυ­λάσ­σουν μι­κρές ή και με­γά­λες εκ­πλή­ξεις.

ΣΗ­ΜΕΙΩ­ΣΕΙΣ

1. Υπεν­θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Πα­ναΐτ Ιστρά­τι (Βραΐλα 1884 - Βου­κου­ρέ­στι 1935) εί­χε δι­πλό βα­πτι­στι­κό και δι­πλό ε­πώ­νυ­μο. Κρά­τη­σε, ω­στό­σο, και έ­γι­νε διά­ση­μος με το ε­πώ­νυ­μο της ρου­μά­νας μη­τέ­ρας του, Ζωί­τσας Ιστρά­τι. Κα­τά το πα­τρώ­νυ­μο, ή­ταν Γε­ρά­σι­μος Βαλ­σα­μής ή Βαλτ­ζα­μής. Ο πα­τέ­ρας του, Γεώρ­γιος Βαλ­σα­μής, που πέ­θα­νε νέ­ος, κα­τα­γό­ταν α­πό το χω­ριό Φα­ρα­κλά­τα της Κε­φαλ­λο­νιάς. Επί­σης, το βα­πτι­στι­κό Πα­ναΐτ προέ­κυ­ψε και, τε­λι­κά, ε­πι­κρά­τη­σε με­τά το θά­να­το του με­γά­λου α­δελ­φού του, του Πα­να­γιώ­τη, που πέ­θα­νε σε μι­κρή η­λι­κία και οι γο­νείς του, εις μνή­μην του παι­διού που έ­χα­σαν, τον εί­παν και Πα­να­γιώ­τη - Πα­ναΐτ στα ρου­μά­νι­κα. Να υ­πεν­θυ­μί­σου­με, ε­πί­σης, ό­τι στην Ελλά­δα τα­ξί­δε­ψε τρείς α­κό­μη φο­ρές. Ήλθε πρώ­τη φο­ρά το 1907, ε­πα­νήλ­θε το 1909 και το 1910.
2. Πρό­κει­ται για δύο δια­λέ­ξεις στο θέ­α­τρο Αλά­μπρα, με θέ­μα την πο­ρεία και τα ε­πι­τεύγ­μα­τα της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης. Μί­λη­σαν ο Ιστρά­τι και ο Νί­κος Κα­ζα­ντζά­κης. Οι δύο ο­μι­λη­τές εί­χαν γνω­ρι­στεί λί­γο νω­ρί­τε­ρα στη Σο­βιε­τι­κή Ένω­ση, στις γιορ­τές των δέ­κα χρό­νων της Επα­νά­στα­σης. Οργα­νω­τής ή­ταν ο Εκπαι­δευ­τι­κός 'Όμι­λος, με πρω­το­στά­τη τον πρό­ε­δρό του Δη­μή­τρη Γλη­νό. Οι δια­λέ­ξεις προ­κά­λε­σαν έ­ντο­νες πο­λι­τι­κές α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις και, συγ­χρό­νως, δι­κα­στι­κές α­να­κρί­σεις στους δύο ο­μι­λη­τές και τον ορ­γα­νω­τή. Πα­ράλ­λη­λα, μια ε­πί­σκε­ψη του Ιστρά­τι στο σα­να­τό­ριο Σω­τη­ρία και α­νά­λο­γο άρ­θρο, που δη­μο­σιεύει στον Ρι­ζο­σπά­στη, ό­ξυ­ναν α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο την πο­λι­τι­κή α­τμό­σφαι­ρα. Η υ­πό­θε­ση έ­φτα­σε με ε­πε­ρώ­τη­ση ως τη Βου­λή. Προ­σω­ρι­νά έ­γι­νε τό­τε κά­ποιος συμ­βι­βα­σμός για την πα­ρα­μο­νή του Ιστρά­τι στην Ελλά­δα. Τε­λι­κά, ό­μως, υ­πε­ρί­σχυ­σε η Υπη­ρε­σία Αλλο­δα­πών, που τον ε­ξα­νά­γκα­σε να φύ­γει ως α­νε­πι­θύ­μη­τος, ε­πει­δή ε­θεω­ρεί­το ε­πι­κίν­δυ­νος για τη δη­μό­σια α­σφά­λεια.
3. Ο Λευ­τέ­ρης Απο­στό­λου, ση­μαί­νον στέ­λε­χος της κομ­μου­νι­στι­κής α­ρι­στε­ράς, συ­νυ­πέ­γρα­ψε αρ­γό­τε­ρα, στις 27 Σε­πτεμ­βρίου 1941, σε μυ­στι­κή σύ­σκε­ψη στην Αθή­να, το ι­δρυ­τι­κό κεί­με­νο του Ε­ΑΜ ως εκ­πρό­σω­πος του ΚΚΕ και α­νέ­λα­βε πρώ­τος Γραμ­μα­τέ­ας της μα­ζι­κής αυ­τής ορ­γά­νω­σης. Με­τα­πο­λε­μι­κά ε­κλέ­χτη­κε κα­τ' ε­πα­νά­λη­ψη δή­μαρ­χος στην πό­λη της Μυ­τι­λή­νης.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου


Πέ­τρος Πι­κρός, Πα­ναΐτ Ιστρά­τι
(Φω­το­γρα­φι­κό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α./Μ.Ι.Ε.Τ.)

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Κατσίμπαλης εναντίον Πικρού ή Βουγάς εναντίον Ταραμά

Πέ­τρος Πι­κρός
«Του­μπε­κί»
Ει­σα­γω­γή-ε­πι­μέ­λεια
Χρι­στί­να Ντου­νιά
Εκδό­σεις Άγρα Απρί­λιος 2010

Το «Του­μπε­κί» εκ­δό­θη­κε για πρώ­τη φο­ρά το 1927. Στη στή­λη “Νέα Βι­βλία” του “Δε­κα­πεν­θη­μέ­ρου” της «Νέ­ας Εστίας» κα­τα­χω­ρεί­ται στο τεύ­χος της 1ης Δε­κεμ­βρίου 1927. Δί­νε­ται έ­τσι, αλ­λά κα­τά προ­σέγ­γι­ση, το χρο­νι­κό στίγ­μα έκ­δο­σης του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Στις σε­λί­δες του α­ντι­κα­το­πτρί­ζο­νται οι γε­νι­κό­τε­ρες κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες και, κυ­ρίως, η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα της φυ­λα­κής, των α­στυ­νο­μι­κών τμη­μά­των και των οί­κων α­νο­χής ε­κεί­νης της ε­πο­χής. Η α­φή­γη­ση υιο­θε­τεί την εκ των έν­δον ο­πτι­κή, κα­θώς οι ή­ρωες, ε­γκλη­μα­τίες, πόρ­νες και λοι­ποί, κου­βε­ντιά­ζουν α­να­με­τα­ξύ τους και ε­ξο­μο­λο­γού­νται. Κα­τά τον ί­διο τρό­πο, α­πο­δί­δο­νται α­κό­μη και οι σκέ­ψεις τους, ό­πως η α­να­δρο­μή στο πα­ρελ­θόν του κε­ντρι­κού ή­ρωα, του Αρά­πη, αν και σε τρί­το πρό­σω­πο, τις α­να­μνή­σεις του πα­ρα­κο­λου­θεί. Ανα­σταί­νει πα­ρα­στα­τι­κά τους με­γά­λους δα­σκά­λους, που δί­πλα τους έ­μα­θε την τέ­χνη του ε­γκλή­μα­τος. Ανα­τρέ­χει στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, στις αρ­χές του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να, και α­νι­στο­ρεί τα κα­τορ­θώ­μα­τά τους. “Μά­στο­ρες κι ά­ντρες και πα­λι­κά­ρια” ή­ταν ε­κεί­νοι, που δια­φέ­ντευαν την πο­λί­τι­κη πιά­τσα, ό­πως, α­ντί­στοι­χα, και ο Αρά­πης που μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κά φέ­ρε­ται ως η­γε­τι­κή φυ­σιο­γνω­μία στον α­θη­ναϊκό υ­πό­κο­σμο. Γι' αυ­τό α­κρι­βώς, ο ι­διό­μορ­φος γλωσ­σι­κός τύ­πος, μάλ­λον ο ο­μι­λού­με­νος της ε­πο­χής, τον ο­ποίον α­κο­λου­θεί ο Πι­κρός στην α­φή­γη­ση, α­νά­γε­ται σε βα­σι­κό ή, σω­στό­τε­ρα, σε δο­μι­κό στοι­χείο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Κα­θό­λου τυ­χαίο το ει­σα­γω­γι­κό “ση­μείω­μα” της πρώ­της έκ­δο­σης, στο ο­ποίο ο συγ­γρα­φέ­ας δί­νει “με­ρι­κές ε­ξη­γή­σεις” για τη γλώσ­σα που μι­λού­νε οι ή­ρωες. Εί­ναι η συν­θη­μα­τι­κή γλώσ­σα του ε­γκλη­μα­τία, “μια γλωσ­σι­κή πα­ρα­φυά­δα”, που α­πο­κα­λεί και “του­μπε­κί”. Η κυ­ριο­λε­ξία της λέ­ξης ση­μαί­νει εί­δος κα­πνού, ει­δι­κώς πα­ρα­σκευα­σμέ­νου για ναρ­γι­λέ. Στη με­τα­φο­ρι­κή της, ό­μως, ση­μα­σία, προ­στά­ζει σιω­πή. «Του­μπε­κί και μην αν­θί» εί­ναι το σύν­θη­μα στην πιά­τσα, του­τέ­στιν, «Σώ­πα για να μη μας κα­τα­λά­βουν». Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο συγ­γρα­φέ­ας θυ­μί­ζει ό­τι «Τάγ­μα Του­μπε­κί» στον Α΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο αυ­το­νο­μα­ζό­ταν ο πει­θαρ­χι­κός ου­λα­μός στο Καλ­πά­κι, α­πο­τε­λού­με­νος α­πό ποι­νι­κούς. Η προ­σω­νυ­μία κα­ταρ­γή­θη­κε, ό­ταν με τους ποι­νι­κούς α­να­κα­τώ­θη­καν οι πο­λι­τι­κοί κρα­τού­με­νοι, ο­πό­τε και ε­πι­κρά­τη­σε η ο­νο­μα­σία “Τάγ­μα α­νε­πι­θυ­μή­τω­ν”. Στο τέ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ο συγ­γρα­φέ­ας πα­ρα­θέ­τει γλωσ­σά­ριο, τιτ­λο­φο­ρώ­ντάς το “ο­μό γλωσ­σά­ριο”. Στην ε­πα­νέκ­δο­ση, ο τίτ­λος με­τα­τρά­πη­κε σε “σύ­ντο­μο γλωσ­σά­ριο” και προ­στέ­θη­καν 39 λέ­ξεις, που η ε­πι­με­λή­τρια θεώ­ρη­σε ι­διω­μα­τι­κές, ό­πως, λ.χ., το α­βέρ­τα ή οι ζο­χά­δες, ε­νώ με­ρι­κές άλ­λες τις α­πο­δί­δει με­τά ε­πι­φυ­λά­ξεων, ό­πως τη βλα­σα­ρού ή τους σα­ρα­ντα­κο­ρο­νά­δες. Εδώ, βε­βαίως, ι­σχύει το “δεν ή­ξε­ρες δεν ρώ­τα­γες”. Όπως και να έ­χει, πι­στεύου­με ό­τι το “ο­μό γλωσ­σά­ριο” του Πι­κρού έ­πρε­πε να ε­πα­νεκ­δο­θεί α­ναλ­λοίω­το, α­φού ο ί­διος ε­πι­μέ­νει στο ει­σα­γω­γι­κό “ση­μείω­μα” πως “το ι­διω­μα­τι­κό του­μπε­κί” δεν έ­χει κα­μία σχέ­ση με τη “μά­γκι­κη” γλώσ­σα, που εί­ναι “φτια­χτή”.
Οι ση­με­ρι­νοί συγ­γρα­φείς, για να α­πο­δώ­σουν το ι­διό­λε­κτο των η­ρώων τους, τους μα­γνη­το­φω­νούν, κα­τά κα­νό­να λα­θραίως. Ο Πι­κρός, ό­μως, ε­φάρ­μο­ζε την αρ­χή ε­νός α­πό τους θεω­ρη­τι­κούς του δα­σκά­λους, του Αντρέϊ Λο­ζόφ­σκυ, «Δεν υ­πάρ­χει κα­λύ­τε­ρος δά­σκα­λος α­πό τη ζωή», την ο­ποία και το­πο­θε­τεί ως μό­το του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Κα­τά την πρό­σφα­τη ε­πα­νέκ­δο­ση, το μό­το α­πα­λεί­φθη­κε. Επι­προ­σθέ­τως, αλ­λοιώ­θη­κε ο τίτ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Στο πρω­τό­τυ­πο η λέ­ξη ΤΟΥ­ΜΠΕ­ΚΙ του τίτ­λου α­κο­λου­θεί­ται α­πό α­πο­σιω­πη­τι­κά. Στην ε­πα­νέκ­δο­ση, τα α­πο­σιω­πη­τι­κά θεω­ρή­θη­κε ό­τι πε­ρισ­σεύουν. Επί­σης, δεν δη­μο­σιεύε­ται η φω­το­γρα­φία της πρώ­της έκ­δο­σης. Αντι­κα­θί­στα­ται με μια φω­το­γρα­φία ταυ­τό­τη­τας, προ­σο­μοιά­ζου­σα με ε­κεί­νες, που ο α­φη­γη­τής χλευά­ζει μέ­σα στο βι­βλίο. Κι αυ­τό, για­τί δια­τεί­νε­ται, ό­τι του θυ­μί­ζουν τις φω­το­γρα­φίες στα βι­βλία του Τσε­ζά­ρε Λο­μπρό­ζο, του γνω­στού ι­τα­λού ε­γλη­μα­το­λό­γου, που πρέ­σβευε ό­τι τα α­να­το­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά α­πο­κα­λύ­πτουν τους εκ γε­νε­τής ε­γκλη­μα­τίες.
Ο Πι­κρός γνώ­ρι­σε εκ του σύ­νεγ­γυς τους ή­ρωές του ως τρό­φι­μος των φυ­λα­κών, αλ­λά και κά­νο­ντας ρε­πορ­τάζ για τις ε­φη­με­ρί­δες στις ο­ποίες δού­λευε. Στά­θη­κε έ­νας α­πό τους πρώ­τους πο­λι­τι­κούς κρα­τού­με­νους, ό­πως ε­πί­σης, α­πό τους πρώ­τους δη­μο­σιο­γρά­φους του εί­δους. Προ­φα­νώς, ή­ταν και έ­νας α­πό τους πρώ­τους που έ­γρα­ψαν μυ­θι­στό­ρη­μα τεκ­μη­ρίων, ό­πως α­πο­κα­λού­νται σή­με­ρα τα εν λό­γω μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και ως πρώ­το πα­ρά­δειγ­μα συ­νή­θως α­να­φέ­ρε­ται το «Εν ψυ­χρώ» του Τρού­μαν Κα­πό­τε, κι ας εί­ναι γραμ­μέ­νο 40 χρό­νια με­τά το «Του­μπε­κί». “Εν ψυ­χρώ”, κα­τά μια ά­πο­ψη, γρά­φει και ο Πι­κρός. Ένας κρι­τι­κός α­πό τους λι­γο­στούς που ε­παί­νε­σαν το βι­βλίο, ο Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λος, σχο­λιά­ζει: «Ο Πέ­τρος Πι­κρός κα­τε­βαί­νει... α­πό τη γε­νιά των συ­στη­μα­τι­κών ρε­α­λι­στών. Δεν ξέ­ρει μή­τε την αι­σθη­μα­το­λο­γία, μή­τε την ψευ­το­φι­λο­σο­φία, μή­τε τη γε­νι­κό­τε­ρη ρο­μα­ντι­κή διά­χυ­ση. Κοι­τά­ζει κα­τά­μα­τα την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και τού­τη μο­νά­χα τον εν­δια­φέ­ρει...»
Υπήρ­ξε, ω­στό­σο, και έ­νας, που κα­τη­γό­ρη­σε τον Πι­κρό για λο­γο­κλο­πή α­πό τα γαλ­λι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα της ε­πο­χής. Η κρι­τι­κή δη­μο­σιεύ­θη­κε Ια­νουά­ριο 1928, στο μη­νιαίο πε­ριο­δι­κό «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα», που εκ­δι­δό­ταν στο Ηρά­κλειο Κρή­της, με διευ­θυ­ντή τον Γιάν­νη Μου­ρέλ­λο. Το κεί­με­νο φέ­ρει υ­πο­γρα­φή Γ. ΒΟΥ­ΓΑΣ. Στο ε­πό­με­νο δι­πλό τεύ­χος (Φε­βρ.-Μαρ.) του πε­ριο­δι­κού, δη­μο­σιεύ­θη­κε α­πά­ντη­ση του Πι­κρού. Πρό­κει­ται για ε­πι­στο­λή του, σταλ­μέ­νη α­πό τις Φυ­λα­κές Συγ­γρού, με η­με­ρο­μη­νία 20.2.28. Ο Πι­κρός α­να­φέ­ρει ό­τι δεν γνω­ρί­ζει τον α­πο­στο­λέα “κρι­τι­κό Γ. Βού­γα”. Ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου, στον πρώ­το τό­μο της Ιστο­ρίας του, πα­ρα­τη­ρεί ό­τι “κα­τά πά­σα πι­θα­νό­τη­τα” το Γ. Βου­γάς πρό­κει­ται για ψευ­δώ­νυ­μο. Η ε­πι­με­λή­τρια του τό­μου υιο­θε­τεί τον το­νι­σμό του ί­διου του Πι­κρού, Γ. Βού­γας, σχο­λιά­ζο­ντας ό­τι “εί­ναι μάλ­λον πι­θα­νό να πρό­κει­ται για ψευ­δώ­νυ­μο, του­λά­χι­στον αυ­τό α­φή­νει να εν­νο­η­θεί ο ί­διος ο Πι­κρός στο α­πα­ντη­τι­κό του γράμ­μα”.
Κα­λά ο Πι­κρός, η ί­δια, ό­μως, ή και ο Γιάν­νης Δ. Μπάρτ­ζης στη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του για τον Πέ­τρο Πι­κρό (σχε­τι­κή πα­ρου­σία­ση: «Επο­χή», 16 Απρι­λίου 2006), πώς και δεν α­να­ζή­τη­σαν το πρό­σω­πο πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο; Αλλά και οι πρε­σβύ­τε­ροι, πώς και δεν θυ­μή­θη­καν τον κά­το­χο του ψευ­δω­νύ­μου; Προ­φα­νώς και δεν πα­ρου­σιά­ζου­με την α­πο­κά­λυ­ψή του ως εύ­ρη­μα. Απλώς ε­πω­φε­λού­μα­στε α­πό την ευ­και­ρία για να ε­πα­να­φέ­ρου­με στο προ­σκή­νιο τον Γιώρ­γο Κα­τσί­μπα­λη, προ­σθέ­το­ντας στα βιο­γρα­φι­κά του μία, μέ­χρι σή­με­ρα, λαν­θά­νου­σα ι­διό­τη­τά του, αυ­τή του κρι­τι­κού.
Εν αρ­χή, για ό­σους α­να­ζη­τούν να α­πο­κα­λύ­ψουν ποιος κρύ­βε­ται πί­σω α­πό έ­να ψευ­δώ­νυ­μο, υ­πάρ­χει η “Βί­βλος” του Κυ­ριά­κου Ντε­λό­που­λου. Εκεί το ψευ­δώ­νυ­μο Γιώρ­γος Βου­γάς α­πο­δί­δε­ται στον Γιώρ­γο Κα­τσί­μπα­λη. Απο­τε­λεί, μά­λι­στα, και το μο­να­δι­κό του ψευ­δώ­νυ­μο. Επι­προ­σθέ­τως, ο Ντε­λό­που­λος δί­νει την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι το ψευ­δώ­νυ­μο ε­ντο­πί­στη­κε στο πε­ριο­δι­κό «Πα­ρα­σκή­νια». Λη­σμο­νεί μό­νο να προσ­διο­ρί­σει σε ποιό εκ των δυο πε­ριο­δι­κών, που τιτ­λο­φο­ρού­νται «Τα Πα­ρα­σκή­νια»: Εί­ναι το δε­κα­πεν­θή­με­ρο πε­ριο­δι­κό του η­θο­ποιού Νί­κου Πα­ρα­σκευά, που κυ­κλο­φο­ρεί τα έ­τη 1924-1928, ή μή­πως η “ε­βδο­μα­διαία ε­φη­με­ρί­δα” του θε­α­τρι­κού συγ­γρα­φέα Θεό­δω­ρου Ν. Συ­να­δι­νού, που κυ­κλο­φο­ρεί μια δε­κα­ε­τία αρ­γό­τε­ρα, 1938-1940; Υπάρ­χει, ω­στό­σο, α­πά­ντη­ση. Αυ­τός που ξε­τυ­λί­γει τον μί­το, αν εί­ναι φι­λό­λο­γος, ό­πως οι εν λό­γω δυο με­λε­τη­τές του Πι­κρού, σπεύ­δουν στις βι­βλιο­θή­κες. Για τους μη ε­παγ­γελ­μα­τίες, προ­σφέ­ρε­ται η ε­ξαν­τλη­τι­κή κα­τα­γρα­φή των α­θη­ναϊκών πε­ριο­δι­κών του Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου και της ε­ρευ­νη­τι­κής του ο­μά­δας. Εδώ, ο Γ. Κ. Κα­τσί­μπα­λης και ο Γ. Βου­γάς κα­τα­γρά­φο­νται σε τρία πε­ριο­δι­κά. Το έ­να, χρο­νι­κά τρί­το στη σει­ρά, εί­ναι «Τα Πα­ρα­σκή­νια» του Πα­ρα­σκευά και τα άλ­λα δύο εί­ναι το «Ελλη­νι­κή Ζωή» και το «Ανθρω­πό­της», πε­ριο­δι­κά της διε­τίας 1919-1920.
Απο­μέ­νει μια τε­λευ­ταία πη­γή, ό­ταν α­να­ζη­τού­νται ί­χνη του Κα­τσί­μπα­λη: Η Βι­βλιο­γρα­φία του, κα­ταρ­τι­σμέ­νη α­πό τον Δ. Δα­σκα­λό­που­λο, το 1980. Εκεί α­να­φέ­ρο­νται μό­νο οι συ­νερ­γα­σίες του Κα­τσί­μπα­λη, με το ψευ­δώ­νυ­μο Γ. ΒΟΥ­ΓΑΣ, στο πε­ριο­δι­κό «Τα Πα­ρα­σκή­νια». Και πράγ­μα­τι, στα άλ­λα δύο, ού­τε ε­μείς μπο­ρέ­σα­με να ε­ντο­πί­σου­με τον Κα­τσί­μπα­λη, ε­πω­νύ­μως ή ψευ­δω­νύ­μως, ού­τε τον πα­τέ­ρα Κα­τσί­μπα­λη, που, ε­πί­σης, α­να­φέ­ρε­ται α­πό τον Κα­ρά­ο­γλου στους κα­τα­λό­γους συ­νερ­γα­τών των δυο πε­ριο­δι­κών. Όσο α­φο­ρά «Τα Πα­ρα­σκή­νια», το εν­δια­φέ­ρον ε­ντο­πί­ζε­ται στο εί­δος των συ­νερ­γα­σιών του Γ. Βου­γά. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, και σε αυ­τό το πε­ριο­δι­κό το ψευ­δώ­νυ­μο δί­νε­ται μό­νο με κε­φα­λαιο­γράμ­μα­τα. Για πρώ­τη φο­ρά, εμ­φα­νί­ζε­ται στο τεύ­χος του Δε­κεμ­βρίου 1926, με­τα­φρά­ζο­ντας α­πό­σπα­σμα α­πό το μυ­θι­στό­ρη­μα «Μπέλ­λα» του Ζαν Ζι­ρο­ντού, ό­που προ­τάσ­σει σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό ση­μείω­μα του συγ­γρα­φέα. Στα ε­πό­με­να τεύ­χη, συ­στη­μα­το­ποιεί τη συ­νερ­γα­σία του. Την τιτ­λο­φο­ρεί «Σύγ­χρο­νοι γάλ­λοι συγ­γρα­φείς», προ­τάσ­σει βιο­γρα­φι­κό του συγ­γρα­φέα και με­τά πα­ρα­θέ­τει τη με­τά­φρα­ση ε­νός ή δύο διη­γη­μά­των. Στο τεύ­χος του Οκτω­βρίου 1927, πα­ρου­σιά­ζει με δύο διη­γή­μα­τα τον Φραν­σίς Καρ­κό, που στα “ρο­μά­ντσα” του α­να­σταί­νει τον υ­πό­κο­σμο του Πα­ρι­σιού. Αυ­τός εί­ναι έ­νας α­πό τους δυο συγ­γρα­φείς, τον ο­ποίο μνη­μο­νεύει ο Γ. ΒΟΥ­ΓΑΣ στην κρι­τι­κή του για το «Του­μπε­κί», που δη­μο­σιεύ­θη­κε τρεις μή­νες αρ­γό­τε­ρα, Ια­νουά­ριο 1928. Ο άλ­λος εί­ναι ο Τρι­στάν Μπερ­νάρ. Από τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά τους υ­πο­τί­θε­ται ό­τι α­ντέ­γρα­ψε α­πο­σπά­σμα­τα και έ­κλε­ψε ι­δέες ο Πι­κρός. Τον Ια­νουά­ριο του 1928, ο Βου­γάς των «Πα­ρα­σκη­νίων» πα­ρου­σιά­ζει Βα­λε­ρύ Λαρ­μπώ. Ωστό­σο, ως ου­ρά, ο Κα­ρυω­τά­κης με­τα­φρά­ζει δυο τε­τρά­στι­χα του Καρ­κό, με τίτ­λο, «Στην ω­ραία, φαρ­μα­κε­ρή μου πί­πα...».
Όσο για τον Τρι­στάν Μπερ­νά­ρ, μάλ­λον δεν πρό­λα­βε να τον πα­ρου­σιά­σει, α­φού το πε­ριο­δι­κό δεν βγά­ζει άλ­λο φύλ­λο, με­τά ε­κεί­νο του Ια­νουα­ρίου. Ωστό­σο, λί­γους μή­νες αρ­γό­τε­ρα, δη­μο­σιεύε­ται έ­να διή­γη­μα του Μπερ­νά­ρ, το «Ο Εδμόν­δος», στο πε­ριο­δι­κό του Κω­στή Μπα­στιά, «Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα», στο τεύ­χος της 15ης Νο­εμ­βρίου 1928. Η με­τά­φρα­ση φέ­ρει την υ­πο­γρα­φή Γ. ΒΟΥ­ΓΑΣ. Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι, στο ί­διο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού, στη στή­λη “Το Δε­κα­πεν­θή­με­ρο”, ο Γ. Κ. Κα­τσί­μπα­λης δη­μο­σιεύει άρ­θρο για τον γλύ­πτη Μ. Τό­μπρο. Με α­φορ­μή έκ­θε­σή του στην Αθή­να, το κα­λο­καί­ρι του 1928, ε­κεί­νος σχο­λιά­ζει τον σχε­δια­στή Τό­μπρο, α­να­φε­ρό­με­νος στην πα­ρα­μο­νή του Τό­μπρου στο Πα­ρί­σι και την ε­κεί α­να­γνώ­ρι­σή του. Με άλ­λα λό­για, και στα δύο δη­μο­σιεύ­μα­τα ο Κα­τσί­μπα­λης στη­ρί­ζε­ται στην γαλ­λι­κή του σκευή.
Και ερ­χό­μα­στε στο κρί­σι­μο ε­ρώ­τη­μα. Αρκεί αυ­τή η σύ­μπτω­ση για να ταυ­τί­σου­με τον Γ. ΒΟΥ­ΓΑ των «Πα­ρα­σκη­νίων» και των «Ελλη­νι­κών Γραμ­μά­των» με ε­κεί­νον στα «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα» της ί­διας πε­ριό­δου; Ένα αρ­νη­τι­κό δε­δο­μέ­νο εί­ναι ό­τι ο Δα­σκα­λό­που­λος κα­τα­γρά­φει μό­νο το πρώ­το πε­ριο­δι­κό. Αυ­τό, ό­μως, θα μπο­ρού­σε να ση­μαί­νει ό­τι α­πλώς δεν α­πο­δελ­τιώ­νει τα άλ­λα δύο, α­φού, άλ­λω­στε, του δια­φεύ­γουν και οι συ­νερ­γα­σίες σε αυ­τά, που ο Κα­τσί­μπα­λης υ­πο­γρά­φει με το ό­νο­μά του. Εκτός α­πό το άρ­θρο του για τον Τό­μπρο, δη­μο­σιεύε­ται με το ό­νο­μά του στα «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα», στο τεύ­χος του Μαΐου 1927, η με­τά­φρα­ση ποιή­μα­τος του άγ­γλου ποιη­τή W. H. Davies. Αυ­τό α­πο­τε­λεί α­πό­δει­ξη ό­τι ο Κα­τσί­μπα­λης ή­ταν α­νά­με­σα στους συ­νερ­γά­τες και αυ­τού του πε­ριο­δι­κού. Όπως φαί­νε­ται, το ψευ­δώ­νυ­μο Γ. ΒΟΥ­ΓΑΣ το εί­χε για ό­σα λο­γά­ρια­ζε ως πά­ρερ­γα, δη­λα­δή με­τα­φρά­σεις πε­ζών αλ­λά και κρι­τι­κές. Στα «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα», Μάρ­τιο 1927, δη­μο­σιεύει κρι­τι­κή για την «Αγγλι­κή Ανθο­λο­γία» του Γλαύ­κου Αλι­θέρ­ση. Αν τον Πι­κρό τον ει­ρω­νεύε­ται, τον Αλι­θέρ­ση τον κα­τα­κε­ραυ­νώ­νει. Μά­λι­στα, στο ί­διο κεί­με­νο χλευά­ζει και τον κρι­τι­κό Άλκη Θρύ­λο, που στά­θη­κε ε­παι­νε­τι­κός στην πα­ρου­σία­ση της εν λό­γω Ανθο­λο­γίας. Πι­στεύου­με ό­τι το ύ­φος των κρι­τι­κών α­πο­τε­λεί έ­να πρό­σθε­το στοι­χείο ό­τι πρό­κει­ται για τον Κα­τσί­μπα­λη.
Στο α­πα­ντη­τι­κό του κεί­με­νο, ο Πι­κρός ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι δεν γνω­ρί­ζει αν πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Γ. Βού­γας “κρύ­βε­ται ή ό­χι κα­νείς α­π' τους γνω­στό­τα­τους ά­σπον­δους φί­λους και κα­λο­θε­λη­τάς”. Κα­τά πό­σο αυ­τός ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός ι­σχύει και για τον Κα­τσί­μπα­λη μέ­νει ζη­τού­με­νο. Επί­σης, δεν εί­ναι γνω­στό, αν ο Πι­κρός και ο Κα­τσί­μπα­λης εί­χαν γνω­ρι­στεί στο Πα­ρί­σι ή την Αθή­να. Στην αλ­λη­λο­γρα­φία, πά­ντως, Κα­τσί­μπα­λη-Σε­φέ­ρη, ο Πι­κρός δεν α­να­φέ­ρε­ται. Η αλ­λη­λο­γρα­φία τους ξε­κι­νά­ει Δε­κέμ­βριο 1924, αλ­λά την πε­ρίο­δο, που κυ­ρίως εμ­φα­νί­ζε­ται ο Κα­τσί­μπα­λης στον πε­ριο­δι­κό Τύ­πο ως Γ. ΒΟΥ­ΓΑΣ, φθι­νό­πω­ρο 1926-φθι­νό­πω­ρο 1928, δεν υ­πάρ­χουν ε­πι­στο­λές. Γί­νε­ται, ω­στό­σο, μια α­να­φο­ρά στο πε­ριο­δι­κό «Πρω­το­πό­ροι», και μά­λι­στα, σε τεύ­χη πριν τον Δε­κέμ­βριο του 1931, ό­ταν το διηύ­θυ­νε α­κό­μη ο Πι­κρός. Σε υ­στε­ρό­γρα­φο της ε­πι­στο­λής με η­με­ρο­μη­νία 18 Δε­κεμ­βρίου 1931 και με α­φορ­μή την έκ­δο­ση του βι­βλίου του Κα­ρα­ντώ­νη για τον Σε­φέ­ρη, ο Κα­τσί­μπα­λης γρά­φει: «... Κοι­τά­ζο­ντας κα­τά τύ­χη τους «Πρω­το­πό­ρους» σή­με­ρα (που μου έ­στει­λες) βρή­κα στο άρ­θρο πε­ρί Μαχ­μούτ (;) Τούρ­κου ποιη­τή τη φρά­ση “οι ο­μορ­φο­νιοί της ά­δο­λης ποίη­σης” - φαί­νε­ται πως πει­ρά­χτη­κε πο­λύ το σφυ­ρο­δρέ­πα­νο μ' ό­λη αυ­τή τη φα­σα­ρία. Ο Τα­ρα­μάς εί­ναι έ­να πι­κρο­χο­λο­μη­ρυ­κα­στι­κό και κου­φός ο ά­θλιος.» Να υ­πο­θέ­σου­με ό­τι στη συν­θη­μα­τι­κή γλώσ­σα των δυο φί­λων, ο Τα­ρα­μάς εί­ναι ο Πι­κρός; Όπως και να έ­χει, ας θυ­μί­σου­με την ε­τυ­μο­λο­γία της λέ­ξης βου­γάς, η ο­ποία ως μπου­γάς α­πα­ντά­ται και στις λα­τι­νο­γε­νείς γλώσ­σες. Ση­μαί­νει τον ταύ­ρο, του­τέ­στιν το αρ­σε­νι­κό μη ευ­νου­χι­σμέ­νο βό­δι. Εάν με αυ­τό κα­τά νου ε­πέ­λε­ξε ο Κα­τσί­μπα­λης το ψευ­δώ­νυ­μό του, τό­τε, σί­γου­ρα, ως κρι­τι­κός θυ­μί­ζει ταύ­ρο εν υα­λο­πω­λείω.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Υ.Γ. Άλλο θέ­μα, πά­λι πε­ρί Πι­κρού, την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή.

Φωτο 1 - Γ. Κ. Κατσίμπαλης
Φωτο 2 - Π. Πικρός

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Εκατονταετηρίδα ενός παραμυθιού

Π. Σ. Δέλτα
«Παραμύθι χωρίς όνομα»
Επίμετρο: Μαρίζα Ντεκάστρο
Χρονολόγιο: Αλ. Π. Ζάννας
Εκδόσεις: Βιβλιοπωλείον
της Εστίας
Ιούλιος 2010

Σε α­ντί­θε­ση με τους ση­με­ρι­νούς συγ­γρα­φείς παι­δι­κών βι­βλίων, η Πη­νε­λό­πη Δέλ­τα, πα­ρό­λο που έ­γρα­ψε για χρό­νια “παι­δι­κές σε­λί­δες”, ό­πως η ί­δια α­πο­κα­λού­σε κά­ποια α­πό τα βι­βλία της, δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν πο­λυ­γρά­φος. Δώ­δε­κα βι­βλία ό­λα κι ό­λα, ε­ξέ­δω­σε· μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, διη­γή­μα­τα και τρεις με­λέ­τες. Όταν πέ­θα­νε, στις 2 Μαΐου 1941, σε η­λι­κία 67 ε­τών, ά­φη­σε στο αρ­χείο της, ε­κτός α­πό η­με­ρο­λό­για και ε­πι­στο­λές, και τρία έ­τοι­μα βι­βλία. Συ­στη­μα­τι­κά θα πρέ­πει να άρ­χι­σε να γρά­φει κά­που στα μέ­σα του 1908, ό­ταν ε­πέ­στρε­ψε ο­ρι­στι­κά στο σύ­ζυ­γο και τις τρεις κό­ρες της, που ε­κεί­νη την ε­πο­χή κα­τοι­κού­σαν στην Φραν­κφούρ­τη. Ο Στέ­φα­νος Δέλ­τα εί­χε ε­πε­κτεί­νει στην Κε­ντρι­κή Ευ­ρώ­πη τις ε­μπο­ρι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες του οί­κου ε­μπο­ρίας βάμ­βα­κος Χω­ρέ­μη-Μπε­νά­κη, του ο­ποίου εί­χε γί­νει με το γά­μο του βα­σι­κό στέ­λε­χος. Θυ­μί­ζου­με ό­τι η Πη­νε­λό­πη, κό­ρη του Εμμα­νουήλ Μπε­νά­κη και της Βιρ­γι­νίας Χω­ρέ­μη, εί­χε πα­ντρευ­τεί τον Δέλ­τα α­πό συ­νοι­κέ­σιο στα 21 της και μέ­χρι τα 26 της εί­χε α­πο­κτή­σει τις τρεις κό­ρες της, προ­δια­γρά­φο­ντας ου­σια­στι­κά τα του βίου της. Η οι­κο­γέ­νεια έ­μει­νε στην Φραν­κφούρ­τη μέ­χρι τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους. Τό­τε έ­κλει­σε το γρα­φείο της Κε­ντρι­κής Ευ­ρώ­πης και ο Δέλ­τα ε­πέ­στρε­ψε στα Κε­ντρι­κά στην Αλε­ξάν­δρεια. Στην Φραν­κφούρ­τη, η Δέλ­τα έ­γρα­ψε τα τρία πρώ­τα της βι­βλία: «Για την πα­τρί­δα», «Πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς ό­νο­μα», «Τον και­ρό του Βουλ­γα­ρο­κτό­νου». Τα τύ­πω­σε στο τυ­πο­γρα­φείο του Γ. Σ. Βε­λώ­νη στο Λον­δί­νο. Αντι­στοι­χούν έ­να α­νά έ­τος, 1909-1910-1911, ό­πως έ­κα­νε και τις κό­ρες της.
Το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της Δέλ­τα, το «Πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς ό­νο­μα», ε­πα­νεκ­δό­θη­κε ε­φέ­τος, με τη συ­μπλή­ρω­ση ε­κα­τό χρό­νων α­πό την πρώ­τη του έκ­δο­ση. Πρό­κει­ται για την 25η μο­νο­το­νι­κή έκ­δο­ση, με­τρώ­ντας α­πό την πρώ­τη μο­νο­το­νι­κή του 1992. Μέ­χρι τό­τε εί­χαν κυ­κλο­φο­ρή­σει 27 εκ­δό­σεις σε πο­λυ­το­νι­κό. Από την πέ­μπτη έκ­δο­ση και με­τά, α­πό τον εκ­δο­τι­κό οί­κο της Εστίας, με ει­κο­νο­γρά­φη­ση της Μα­ρίας Πα­πα­ρη­γο­πού­λου. Στην εν­διά­με­ση σχε­δόν ει­κο­σα­ε­τία, κυ­κλο­φό­ρη­σαν μό­λις δυο πρό­σθε­τες εκ­δό­σεις σε πο­λυ­το­νι­κό. Θυ­μί­ζου­με ό­τι το 1991, με τη συ­μπλή­ρω­ση πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας α­πό το θά­να­τό της και την α­πο­δέ­σμευ­ση των δι­καιω­μά­των, εί­χε γε­μί­σει η α­γο­ρά με βι­βλία της, που ε­ξέ­δι­δαν εκ του προ­χεί­ρου και βε­βαίως, σε μο­νο­το­νι­κό, πλεί­στοι ό­σοι εκ­δο­τι­κοί οί­κοι. Η πλημ­μυ­ρί­δα, ευ­τυ­χώς, α­να­κό­πη­κε με την αλ­λα­γή του νό­μου και τη με­τά­θε­ση του ο­ρίου των δι­καιω­μά­των στην ε­βδο­μη­κο­ντα­ε­τία. Ωστό­σο, ο εκ­δο­τι­κός οί­κος της Εστίας ε­γκαι­νία­σε κι αυ­τός το μο­νο­το­νι­κό και ε­φέ­τος, εν ό­ψει της προ­σε­χούς α­πο­δέ­σμευ­σης, το 2011, και της ε­περ­χό­με­νης πλημ­μυ­ρί­δας, αν υ­πο­θέ­σου­με ό­τι θα εκ­δη­λω­θεί και πά­λι το ί­διο εκ­δο­τι­κό εν­δια­φέ­ρον, προ­τεί­νει συ­μπλη­ρω­μέ­νες μο­νο­το­νι­κές εκ­δό­σεις, με ε­πί­με­τρο και χρο­νο­λό­γιο. Εντός του 2010 κυ­κλο­φό­ρη­σα­ν: «Η ζωή του Χρι­στού», που εί­χε πρω­το­εκ­δο­θεί το 1925, με ε­πί­με­τρο Τε­ρέ­ζας Πε­σμα­ζό­γλου, ο «Μά­γκας» του 1935, με ε­πί­με­τρο Βα­σί­λη Πε­σμα­ζό­γλου και το «Πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς ό­νο­μα», το ο­ποίο κρί­θη­κε, ό­πως φαί­νε­ται, ως α­μι­γώς παι­δι­κό και το ε­πί­με­τρο α­να­τέ­θη­κε στην Μα­ρί­ζα Ντε­κά­στρο, ει­δι­κευ­μέ­νη στο παι­δι­κό βι­βλίο.
Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, η ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα αυ­τού του βι­βλίου ε­ορ­τά­στη­κε. Πρώ­τον, με την ε­πα­νέκ­δο­ση, ε­νώ η περ­σι­νή ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα του πρώ­του βι­βλίου της Δέλ­τα δεν έ­τυ­χε α­ντί­στοι­χης ε­πα­νέκ­δο­σης. Και δεύ­τε­ρον, με το α­νέ­βα­σμά του στην Παι­δι­κή Σκη­νή του Εθνι­κού Θεά­τρου. Ένα με­γά­λο μέ­ρος α­πό αυ­τές τις τι­μές τις ο­φεί­λει στον τίτ­λο του. Πώς να προ­κό­ψει, την σή­με­ρον, το πρώ­το της βι­βλίο, τιτ­λο­φο­ρού­με­νο «Για την πα­τρί­δα», ό­ταν οι ση­με­ρι­νοί συγ­γρα­φείς και λοι­ποί στο χώ­ρο του βι­βλίου φο­βού­νται α­κό­μη και να α­να­φέ­ρουν τη λέ­ξη πα­τρί­δα, ό­χι να την βά­λουν σε τίτ­λο βι­βλίου. Κι αυ­τό, πα­ρό­τι, ε­σχά­τως, οι πο­λι­τι­κοί άν­δρες την πι­πι­λί­ζουν σαν κα­ρα­μέ­λα. Πά­ντως, την μα­κράν ε­πι­βίω­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου βι­βλίου την εί­χε προ­φη­τέ­ψει ο Αλέ­ξαν­δρος Δελ­μού­ζος, τό­τε που α­γω­νι­ζό­ταν να στή­σει στο Βό­λο το «Ανώ­τε­ρον Δη­μο­τι­κόν Παρ­θε­να­γω­γείον». “Σε­βα­στή μου Κυ­ρία Δέλ­τα”, της έ­γρα­φε στις 14 Δε­κεμ­βρίου 1910, ο τίτ­λος εί­ναι πο­λύ ε­πι­τυ­χη­μέ­νος. “Για­τί, αν και το θέ­μα του εί­ναι παρ­μέ­νο α­πό τη ζωή μας και για τη ζωή μας, μό­λα ταύ­τα έ­χει τό­ση γε­νι­κό­τη­τα, ώ­στε κά­θε πε­σμέ­νος λαός θα το πά­ρει για δι­κό του”. Ως “πε­σμέ­νος λαός” φαί­νε­ται ό­τι νιώ­θουν οι ση­με­ρι­νοί Έλλη­νες με τις τρέ­χου­σες συν­θή­κες και το θυ­μή­θη­καν. Όπως κά­θε έρ­γο, έ­τσι και το «Πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς ό­νο­μα», α­παι­τού­σε, για τις α­νά­γκες μιας σύγ­χρο­νης πα­ρά­στα­σης, δια­σκευή, ό­χι, ό­μως, και να του αλ­λά­ξου­νε τα φώ­τα.
Το αλ­λη­γο­ρι­κό πα­ρα­μύ­θι της Δέλ­τα το­πο­θε­τεί­ται στο Βα­σί­λειο των Μοι­ρο­λα­τρών. Με­τά το θά­να­το του Βα­σι­λιά Συ­νε­τού Α΄ α­νέ­λα­βε ο γιος του, ο Βα­σι­λιάς Αστό­χα­στος, με σύ­ζυ­γο την Βα­σί­λισ­σα Πα­λά­βω και κό­ρες, την Πι­κρό­χο­λη, την Ζη­λιώ και την μι­κρή Ει­ρή­νη. Ο γιος του δεν ο­νο­μα­τί­ζε­ται, εί­ναι το Βα­σι­λό­που­λο, που στο τέ­λος, θα γί­νει ο Βα­σι­λιάς Συ­νε­τός Β΄. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η Δέλ­τα έ­χει ε­πι­νοή­σει ο­νό­μα­τα δη­λω­τι­κά του χα­ρα­κτή­ρα των η­ρώων. Για τις δυο κα­κές α­δελ­φές, αρ­χι­κά, εί­χε δια­λέ­ξει το Οκνή­ρω και Πο­νή­ρω, που, ό­μως, δεν ά­ρε­σαν στον Μα­νό­λη Τρια­ντα­φυλ­λί­δη, σύμ­βου­λό της, μα­ζί με τον Αργύ­ρη Εφτα­λιώ­τη, στα πρώ­τα συγ­γρα­φι­κά της εγ­χει­ρή­μα­τα. Επί της βα­σι­λείας του Αστό­χα­στου δια­δρα­μα­τί­ζε­ται η ι­στο­ρία, ό­ταν η πό­λη εί­ναι ε­ρει­πω­μέ­νη και η γύ­ρω πε­διά­δα α­καλ­λιέρ­γη­τη. Όμως, “τα πυ­κνά δά­ση έ­με­ναν στη θέ­ση τους, ξε­χα­σμέ­να και α­δού­λευ­τα, κρύ­βο­ντας κά­τω α­πό το φου­ντω­μέ­νο τους φύλ­λω­μα ο­λό­κλη­ρον κό­σμο πε­τα­λού­δες, μα­μού­νια και μέ­λισ­σες, που χαί­ρο­νταν α­νε­νό­χλη­τα τα μυ­ρω­δά­τα α­γριο­λού­λου­δα”. Εκεί έ­στει­λε το Βα­σι­λό­που­λο η Γνώ­ση, που πα­ρου­σιά­στη­κε στο δρό­μο του με τη μορ­φή κο­πέ­λας. Του εί­πε: “Άκου­σε τι θα σου πουν τα που­λιά και τα δέ­ντρα και τα λου­λού­δια και τα έ­ντο­μα. Να ή­ξε­ρες ε­κεί πό­σες α­λή­θειες μα­θαί­νει κα­νείς, πό­σα πα­ρα­δείγ­μα­τα βρί­σκει…” Και πράγ­μα­τι, α­πό το δά­σος πή­ρε το Βα­σι­λό­που­λο τα πρώ­τα μα­θή­μα­τα για την α­να­γέν­νη­ση της χώ­ρας του. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, να θυ­μί­σου­με ό­τι και στο α­να­γνω­στι­κό, «Τα Ψη­λά βου­νά», που ε­ξέ­δω­σε, το 1918, ο Ζα­χα­ρίας Πα­πα­ντω­νίου, ο δά­σκα­λος, στο ύ­παι­θρο, πη­γαί­νει τα παι­διά για μά­θη­μα.
Κα­τά τη δια­σκευή, το Βα­σί­λειο της Μοι­ρο­λα­τρίας πα­ρου­σιά­ζε­ται ως α­πο­μει­νά­ρι μιας μελ­λο­ντο­λο­γι­κής κα­τα­στρο­φής, με τα δέ­ντρα κα­μέ­να και τσε­κου­ρε­μέ­να. Αυ­τό γί­νε­ται, λέει, για να προ­σαρ­μο­στεί το έρ­γο στις προσ­λαμ­βά­νου­σες των ση­με­ρι­νών παι­διών, που προέ­κυ­ψαν α­πό τον κι­νη­μα­το­γρά­φο ή και τα κα­μέ­να της Αττι­κής και της λοι­πής χώ­ρας. Τα δέ­ντρα, πά­ντως, τα υ­πο­δύο­νται η­θο­ποιοί, οι ο­ποίοι και α­φη­γού­νται τα πε­ρα­σμέ­να τους με­γα­λεία, ό­ταν φού­ντω­ναν και λου­λού­δια­ζαν. Αυ­τό το θε­α­τρι­κό εύ­ρη­μα στο­χεύει, λέει, να δώ­σει το α­πα­ραί­τη­το οι­κο­λο­γι­κό μή­νυ­μα. Πα­ρα­πλη­σίως, α­ντι­κα­τέ­στη­σαν τη σκη­νή που η Γνώ­ση συμ­βου­λεύει το Βα­σι­λό­που­λο με μια πα­ρά­στα­ση κου­κλο­θέ­α­τρου, κα­θό­σον το ση­με­ρι­νό εκ­παι­δευ­τι­κό σύ­στη­μα δεν α­νέ­χε­ται ού­τε υ­πο­ψία δι­δα­κτι­σμού. Και βε­βαίως, ού­τε την πα­ρα­μι­κρή χροιά πα­τριω­τι­κών αι­σθη­μά­των. Γι’ αυ­τό και το Βα­σι­λό­που­λο πρέ­πει να δί­νει την ε­ντύ­πω­ση ε­νός νέ­ου που α­γω­νί­ζε­ται, κά­τι σαν Δον Κι­χώ­της. Επ’ ου­δε­νί λό­γω, “μια δυ­να­τή ψυ­χή που μπο­ρεί να τρα­βή­ξει πί­σω της το πιο α­πο­χαυ­νω­μέ­νο κο­πά­δι, φθά­νει να πι­στεύει και να το θέ­λει η ψυ­χή αυ­τή”.
Απο­ρού­με, ό­ταν α­πορ­ρί­πτο­νται οι α­πό­ψεις, στις ο­ποίες στη­ρί­χτη­κε ο συγ­γρα­φέ­ας γρά­φο­ντας το έρ­γο του, ό­ταν α­πα­λεί­φε­ται ο­λο­σχε­ρώς το ι­στο­ρι­κό και μα­ζί, το ι­δε­ο­λο­γι­κό στίγ­μα του έρ­γου, ως προς τι το α­νέ­βα­σμά του; Μό­νο και μό­νο για να λει­τουρ­γή­σει ως κρά­χτης σε γο­νείς, κη­δε­μό­νες και δι­δα­κτι­κό προ­σω­πι­κό το ό­νο­μα μιας Πη­νε­λό­πης Δέλ­τα; Αντί να βα­σα­νί­ζο­νται α­πο­δε­δειγ­μέ­να τα­λα­ντού­χοι συγ­γρα­φείς με δια­σκευές, για­τί δεν γρά­φουν και­νού­ρια αλ­λη­γο­ρι­κά πα­ρα­μύ­θια, σύμ­φω­να με τις δι­κές τους παι­δα­γω­γι­κές α­πό­ψεις. Η Δέλ­τα, τους “στο­χα­σμούς πε­ρί της α­να­τρο­φής των παι­διώ­ν” τους δη­μο­σίευ­σε νω­ρίς. Ήδη, α­πό το 1911, στο «Δελ­τίο του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου». Όμως, η παι­δα­γω­γι­κή, ό­πως άλ­λω­στε, ό­λες οι ε­πι­στή­μες, πο­ρεύε­ται με μο­ντέ­λα, και το μο­ντέ­λο της γε­νιάς της Δέλ­τα έ­χει προ πολ­λού α­πορ­ρι­φθεί ως α­να­χρο­νι­στι­κό.
Όπως και να έ­χει, το ι­στο­ρι­κό στίγ­μα του «Πα­ρα­μυ­θιού χω­ρίς ό­νο­μα» έ­χει το εν­δια­φέ­ρον του. Στις α­να­μνή­σεις της, η Δέλ­τα ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι “ζω­γρα­φί­ζει στο πρό­σω­πο του α­γο­ριού αρ­χη­γού τον Νε­οέλ­λη­να που θα έ­σω­ζε τον τό­πο”. Στο ε­πί­με­τρο η Ντε­κά­στρο υ­πο­πτεύε­ται ό­τι η Δέλ­τα α­να­φέ­ρε­ται στον Ελευ­θέ­ριο Βε­νι­ζέ­λο, α­πο­φθέγ­γε­ται, ό­μως, ό­τι κρυμ­μέ­νος στο Βα­σι­λό­που­λο εί­ναι ο α­γα­πη­μέ­νος της Ίων Δρα­γού­μης. Κα­τ’ ου­σίαν, ό­λη αυ­τή η μεσ­σια­νι­κή πνοή πη­γά­ζει α­πό τον α­τυ­χή πό­λε­μο του ’97. Ωστό­σο, μέ­νει α­νοι­χτό τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει για την Δέλ­τα “η σω­τη­ρία του τό­που” στα τέ­λη του 1909 και τους πρώ­τους μή­νες του 1910, ε­πο­χή που το γρά­φει. Θυ­μί­ζου­με ό­τι τη νύ­χτα της 14ης προς την 15η Αυ­γού­στου 1909 εκ­δη­λώ­θη­κε το στρα­τιω­τι­κό κί­νη­μα στο Γου­δί. Ενώ, στις 28 Δε­κεμ­βρίου του ί­διου έ­τους, κα­τό­πιν προ­σκλή­σεως του Στρα­τιω­τι­κού Συν­δέ­σμου, ήρ­θε ο Βε­νι­ζέ­λος στην Αθή­να. Στις 8 Αυ­γού­στου 1910 έ­γι­ναν ε­κλο­γές για Ανα­θεω­ρη­τι­κή Βου­λή. Το βι­βλίο θα πρέ­πει να τυ­πώ­θη­κε ε­κεί­νο τον Σε­πτέμ­βριο, για­τί, στις 9 Οκτω­βρίου, γρά­φει στον Δελ­μού­ζο: “…Σας στέλ­νω σή­με­ρα έ­να τό­μο του και­νού­ριου βι­βλίου που τυ­πώ­θη­κε τε­λευ­ταίως, «Πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς Όνο­μα». Δεν σας στέλ­νω πε­ρισ­σό­τε­ρα, για­τί δεν τα εκ­δί­δω· σαν το δια­βά­σε­τε θα κα­τα­λά­βε­τε, ί­σως, για­τί κά­θο­νται στην α­πο­θή­κη χί­λιοι τό­μοι α­ντί να που­λη­θού­ν: μου λέ­νε πολ­λοί πως θα πα­ρε­ξη­γη­θώ, πως θα το πά­ρει ο κό­σμος για α­ντι­βα­σι­λι­κό, πρά­μα που δε σκέ­φθη­κα σαν το έ­γρα­ψα. Και τώ­ρα δεν εί­ναι οι πε­ρι­στά­σεις για α­ντι­βα­σι­λι­κά βι­βλία, δεν μπο­ρούν πα­ρά κα­κό να κά­μου­ν…” Ο Δελ­μού­ζος της α­πα­ντά με κα­θυ­στέ­ρη­ση, στις 14 Δε­κεμ­βρίου, εν­θου­σια­σμέ­νος με το βι­βλίο, αλ­λά και πα­ρα­τη­ρώ­ντας ε­πι­γραμ­μα­τι­κά: “…το βι­βλίο Σας εί­ναι α­ντιΓεωρ­γι­κώ­τα­το και μα­ζί φι­λο­βα­σι­λι­κώ­τα­το… Υπο­θέ­τω… πως αν βγει έ­ξω, θα κα­τα­σχε­θεί…” Ενδια­μέ­σως, στις 28 Νο­εμ­βρίου, έ­γι­ναν ε­κλο­γές, δί­νο­ντας α­πό­λυ­τη πλειο­ψη­φία στο Κόμ­μα των Φι­λε­λευ­θέ­ρων του Βε­νι­ζέ­λου. Το βι­βλίο, πά­ντως, θα πρέ­πει να κυ­κλο­φό­ρη­σε αρ­χές Δε­κεμ­βρίου για­τί, στις 16 Δε­κεμ­βρίου, ο Βλά­σης Γα­βριη­λί­δης πα­ρα­τη­ρεί στην ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις» σκω­πτι­κά ό­τι δεν πι­στεύει πως ο Βα­σι­λεύς Αστό­χα­στος συμ­βο­λί­ζει τον Βα­σι­λέα Γεώρ­γιο, ο ο­ποίος, δό­ξα σοι ο Θεός, δεν πει­νά­ει. Και προ­σθέ­τει: “Οπωσ­δή­πο­τε το Βα­σί­λειον του Πα­ρα­μυ­θιού συμ­βο­λί­ζει την Ελλά­δα. Και το Βα­σι­λό­που­λο εί­ναι η Επα­νά­στα­σις…”
Τε­λειώ­νο­ντας, ας ση­μειώ­σου­με ό­τι ο Πα­λα­μάς, Ιού­λιο του 1910, που δια­βά­ζει το χει­ρό­γρα­φο, αι­σιο­δο­ξεί: “Το «Πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς ό­νο­μα», κα­θώς το διά­βα­σα τις μέ­ρες τού­τες των ε­θνι­κών κα­τα­κε­φα­λιών που τρώ­με, α­πό δω κι α­πό κει, α­πό φί­λους και ο­χτρούς, και διώ­χτες και προ­στά­τες, έ­χει κά­τι τι το προ­φη­τι­κό”. Εί­θε να εμ­φυ­σή­σει και στους νέ­ους α­να­γνώ­στες την ί­δια αι­σιό­δο­ξη διά­θε­ση. Θυ­μί­ζου­με ό­τι η αρ­χι­κή ει­κο­νο­γρά­φη­ση και το αρ­χι­κό ε­ξώ­φυλ­λο, ρο­μα­ντι­κής πνοής, ή­ταν του συ­ρια­νού ζω­γρά­φου Δη­μή­τρη Κων­στα­ντι­νί­δη.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φω­το: Άγγε­λος Αντω­νό­που­λος, «Προ­θή­κη . Από την ο­μα­δι­κή έκ­θε­ση ζω­γρα­φι­κής με θέ­μα «Ήταν κά­πο­τε η Πη­νε­λό­πη Δέλ­τα...», που ορ­γά­νω­σε το Κολ­λέ­γιο Αθη­νών το 2006.

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Ανατρεπτική κωμωδία

Joe Orton «Loot»
Με­τά­φρα­ση Τώ­νια Ράλ­λη
Εκδό­σεις SCRIPTA
Αθή­να, 2010

Το μαύ­ρο χιού­μορ και η μαύ­ρη κω­μω­δία φέ­ρο­νται ως γεν­νή­μα­τα του Με­σο­πο­λέ­μου, τα ο­ποία γνώ­ρι­σαν ι­διαί­τε­ρη άν­θη­ση στις πρώ­τες με­τα­πο­λε­μι­κές δε­κα­ε­τίες. Σή­με­ρα δεν φαί­νε­ται να ευ­δο­κι­μούν στον ί­διο βαθ­μό, πα­ρό­τι οι κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες γί­νο­νται ό­λο και ευ­νοϊκό­τε­ρες. Πε­ρισ­σό­τε­ρο α­νε­βαί­νουν στο θέ­α­τρο ή γυ­ρί­ζο­νται ται­νίες τα πα­λαιό­τε­ρα έρ­γα του εί­δους πα­ρά γρά­φο­νται και­νούρ­για. Η λε­γό­με­νη μαύ­ρη, κά­πο­τε και σκο­τει­νή, κω­μω­δία ε­πι­στρα­τεύει το μαύ­ρο χιού­μο­ρ, που συ­νή­θως κα­τα­λή­γει συ­νώ­νυ­μο του νο­ση­ρού χιού­μορ ή και του αρ­ρω­στη­μέ­νου α­στείου. Στρέ­φε­ται, κα­τά προ­τί­μη­ση, γύ­ρω α­πό σο­βα­ρά κοι­νω­νι­κά ζη­τή­μα­τα, που δεν ε­πι­δέ­χο­νται α­στεϊσμούς, πα­ρα­βιά­ζο­ντας τα κοι­νω­νι­κά τα­μπού. Πλά­θει ή­ρωες κυ­νι­κούς, οι ο­ποίοι έρ­χο­νται α­ντι­μέ­τω­ποι με άλ­λους, που βρί­σκο­νται στα ό­ρια της α­πό­γνω­σης. Ως προ­δρο­μι­κές εκ­φάν­σεις της μαύ­ρης κω­μω­δίας θεω­ρού­νται ο­ρι­σμέ­νες α­πό τις πιο σκο­τει­νές σαιξ­πη­ρι­κές κω­μω­δίες. Γνω­στό­τε­ροι θε­α­τρι­κοί συγ­γρα­φείς, που κα­τα­πιά­στη­καν με την μαύ­ρη κω­μω­δία, εί­ναι ο Ζαν Ανούι­γ, ο Ζαν Ζε­νέ, ο Χά­ρολ­ντ Πί­ντερ. Στους βα­σι­κούς εκ­προ­σώ­πους του εί­δους συ­γκα­τα­λέ­γε­ται και ο λι­γό­τε­ρο γνω­στός βρε­τα­νός θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας Τζο Όρτον, του ο­ποίου ο βίος και η πο­λι­τεία θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λέ­σουν και θέ­μα μαύ­ρης κω­μω­δίας.
Γεν­νη­μέ­νος ο Όρτον στο Λέ­στερ της Αγγλίας, την 1η Ια­νουα­ρίου του 1933, σπού­δα­σε με υ­πο­τρο­φία η­θο­ποιός στη Βα­σι­λι­κή Ακα­δη­μία Δρα­μα­τι­κής Τέ­χνης. Στη δε­κα­ε­τία του '50 ή­ταν έ­νας ω­ραίος ά­ντρας, που έ­κα­νε μπό­ντι μπίλ­ντιν­γκ και α­ντί να κρύ­βει, ό­πως ε­πέ­βα­λαν τα τό­τε κοι­νω­νι­κά ή­θη, την ο­μο­φυ­λο­φι­λία του, ε­κεί­νος την ε­πι­δεί­κνυε. Μά­λι­στα, με τη συ­μπε­ρι­φο­ρά του δεν προ­κα­λού­σε μό­νο τον κοι­νω­νι­κό πε­ρί­γυ­ρο του Λον­δί­νου ε­κεί­νης της ε­πο­χής αλ­λά και τον σύ­ντρο­φό του, έ­ναν με­γα­λύ­τε­ρο κα­τά δέ­κα χρό­νια συμ­φοι­τη­τή του στην Ακα­δη­μία, με τον ο­ποίο συμ­βίω­νε με­τά την α­πο­φοί­τη­σή του. Ως η­θο­ποιοί φαί­νε­ται ό­τι δεν εί­χαν ι­διαί­τε­ρη τύ­χη, γι' αυ­τό και ε­πι­δό­θη­καν στο α­πό κοι­νού γρά­ψι­μο μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Και πά­λι, ό­μως, α­νε­πι­τυ­χώς. Ένα πα­ρά­ξε­νο χό­μπι ά­νοι­ξε τον δρό­μο του Όρτον προς τη μαύ­ρη κω­μω­δία. Ο βαν­δα­λι­σμός βι­βλίων. Δα­νεί­ζο­νταν βι­βλία λο­γο­τε­χνίας α­πό τη Δη­μό­σια Βι­βλιο­θή­κη και τα ε­πέ­στρε­φαν με ε­ξώ­φυλ­λα μαϊμού­δες. Δη­λα­δή, α­ντι­κα­θι­στού­σαν τις κα­θώς πρέ­πει φω­το­γρα­φίες του ε­μπρο­σθό­φυλ­λου και το σο­βα­ρό κεί­με­νο του ο­πι­σθό­φυλ­λου με άλ­λα πορ­νο­γρα­φι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου. Τε­λι­κά, συ­νε­λή­φθη­σαν και δι­κά­στη­καν για κα­τα­στρο­φή 70 βι­βλίων. Η ποι­νή δεν ή­ταν με­γά­λη, μια ε­ξά­μη­νη φυ­λά­κι­ση. Ωστό­σο, στά­θη­κε αρ­κε­τή, ώ­στε, α­φε­νός μεν, να χω­ρι­στεί για λί­γο το δί­δυ­μο, του­λά­χι­στον συγ­γρα­φι­κά, και α­φε­τέ­ρου, να δει ο Όρτον, μέ­σα α­πό τη δια­φθο­ρά των α­στυ­νο­μι­κών και δι­κα­στι­κών Αρχών, την άλ­λη πλευ­ρά της φι­λε­λεύ­θε­ρης χώ­ρας του. Όπως ο ί­διος γρά­φει: “Εί­χα α­νέ­κα­θεν μια α­σα­φή ε­ντύ­πω­ση ό­τι υ­πήρ­χε κά­που κά­τι σά­πιο. Η φυ­λα­κή μου α­πε­κά­λυ­ψε έ­να καρ­κί­νω­μα. Σαν η κοι­νω­νία, ό­μοια με γριά πόρ­νη, να σή­κω­σε τα φου­στά­νιά της. Η α­πο­φο­ρά ή­ταν α­νυ­πό­φο­ρη.” Στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 1960, ξε­κί­νη­σε η σύ­ντο­μη αλ­λά θε­α­μα­τι­κή στα­διο­δρο­μία του ως θε­α­τρι­κού συγ­γρα­φέα. Τρία έρ­γα α­πο­τέ­λε­σαν την κο­ρω­νί­δα. Ανέ­βη­καν και ξα­να­νέ­βη­καν στο θέ­α­τρο, με­τα­φρά­στη­καν, γυ­ρί­στη­καν ται­νίες: «Τα γού­στα του κυ­ρίου Σλό­αν», «Το πλιά­τσι­κο», «Τι εί­δε ο μπάτ­λερ». Ωστό­σο, στην ακ­μή της η­λι­κίας του αλ­λά και της δό­ξας του, ήρ­θε το τέ­λος. Ένα ά­γριο έ­γκλη­μα, με δρά­στη τον σύ­ντρο­φό του, με τον ο­ποίο ε­ξα­κο­λου­θού­σε να συμ­βιώ­νει. Στις 9 Αυ­γού­στου 1967, τον σκό­τω­σε με εν­νέα σφυ­ριές στο κε­φά­λι. Ει­κά­ζε­ται ό­τι ο φί­λος του πρό­λα­βε και πέ­θα­νε πρώ­τος, α­φού προ­τί­μη­σε για την αυ­το­κτο­νία του μια γε­ρή δό­ση υ­πνω­τι­κών χα­πιών.
Αυ­τή, εν συ­ντο­μία, εί­ναι η μαύ­ρη κω­μω­δία της ζωής του. Όσο για τις μαύ­ρες κω­μω­δίες που έ­γρα­ψε, ε­φέ­τος ξα­να­θυ­μη­θή­κα­με δύο α­πό αυ­τές. Τον Ια­νουά­ριο α­νέ­βη­κε το «Τι εί­δε ο Μπάτ­λερ», σε ε­ναλ­λασ­σό­με­νο ρε­περ­τό­ριο με τη «Δω­δε­κά­τη νύ­χτα» του Σαίξ­πη­ρ, και την ά­νοι­ξη, «Το πλιά­τσι­κο». Αυ­τό το τε­λευ­ταίο, το 1965, που α­νέ­βη­κε για πρώ­τη φο­ρά εί­χε κερ­δί­σει και έ­να ε­ξέ­χον τό­τε αγ­γλι­κό βρα­βείο για το κα­λύ­τε­ρο θε­α­τρι­κό έρ­γο. Στην Αθή­να, ε­φέ­τος, α­νέ­βη­κε με τον τίτ­λο «Loot» α­πό τον θία­σο «Νο­σταλ­γία», που συ­μπλη­ρώ­νει δε­κα­ε­τή πα­ρου­σία. Η σκη­νο­θε­σία ή­ταν του δί­δυ­μου των θια­σαρ­χών Γιώρ­γου Σί­μω­να και Τώ­νιας Ράλ­λη, στην ο­ποία ο­φεί­λο­νταν και τα σκη­νι­κά. Σε δι­κή της με­τά­φρα­ση εκ­δό­θη­κε το έρ­γο σε μό­λις 500 α­ντί­τυ­πα, και ως συ­νο­δευ­τι­κό του θε­α­τρι­κού α­νε­βά­σμα­τος. Οι πα­ρα­στά­σεις, ό­μως, α­νε­βαί­νουν και κα­τε­βαί­νουν, ε­νώ η έκ­δο­ση ε­νός θε­α­τρι­κού κει­μέ­νου πα­ρα­μέ­νει μια α­πό­λαυ­ση, ε­σα­εί πρό­σφο­ρη για την κα­ταλ­λη­λό­τε­ρη ώ­ρα α­νά­γνω­σης.
Να θυ­μί­σου­με ό­τι, πέ­ρυ­σι, ε­πα­νεκ­δό­θη­κε α­πό τις εκ­δό­σεις Αστάρ­τη μια πα­λαιό­τε­ρη με­τά­φρα­ση του έρ­γου, ε­κεί­νη του 1982, των Τό­νυ Γουλφ και Κώ­στα Τσια­νά­κου. Επί­σης, υ­πάρ­χουν οι πο­λύ κα­λές με­τα­φρά­σεις των Παύ­λου Μά­τε­σι και Ερρί­κου Μπε­λιέ, που, δυ­στυ­χώς, δεν έ­χουν εκ­δο­θεί σε βι­βλίο. Έγι­ναν, η πρώ­τη για το α­νέ­βα­σμα α­πό τον Αντώ­νη Αντύ­πα το 1989 και η δεύ­τε­ρη για το α­νέ­βα­σμα α­πό τον Γιώρ­γο Μι­χα­λα­κό­που­λο και τον Πέ­τρο Φι­λιπ­πί­δη, αρ­χές του 1997. Και οι δύο με­τα­φρα­στές α­πέ­δω­σαν τον τίτ­λο ως λε­η­λα­σία.
Σε μια πρώ­τη μορ­φή του θε­α­τρι­κού κει­μέ­νου, «Το πλιά­τσι­κο» εί­χε τον τίτ­λο «Επι­κή­δεια παι­χνί­δια», που δί­νει μια συ­νο­λι­κό­τε­ρη ει­κό­να ό­σων συμ­βαί­νουν ε­πί σκη­νής. Όπου τη λέ­ξη παι­χνί­δια θα πρέ­πει να την ε­κλά­βου­με με την έν­νοια του γκρο­τέ­σκο. Δί­πρα­κτο το έρ­γο, δια­δρα­μα­τί­ζε­ται εξ ο­λο­κλή­ρου μέ­σα σε έ­να δω­μά­τιο σπι­τιού, σύγ­χρο­νου της ε­πο­χής που γρά­φτη­κε το έρ­γο, δη­λα­δή της δε­κα­ε­τίας του 1960. Στη μέ­ση του δω­μα­τίου δε­σπό­ζει έ­να φέ­ρε­τρο. Η κυ­ρία του σπι­τιού πέ­θα­νε με­τά μα­κρό­χρο­νη α­σθέ­νεια. Ανα­μέ­νε­ται ο άν­θρω­πος του γρα­φείου κη­δειών για τη με­τα­φο­ρά του στην εκ­κλη­σία. Δί­πλα στο φέ­ρε­τρο κά­θε­ται ο θλιμ­μέ­νος σύ­ζυ­γος, έ­τοι­μος για την κη­δεία. Πι­στός κα­θο­λι­κός, ό­πως, κα­τά κα­νό­να, ό­λοι οι Ιρλαν­δοί, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως το πρό­τυ­πο του έ­ντι­μου και σε­βα­στού πο­λί­τη. Μο­να­δι­κή του έ­γνοια τα τρια­ντά­φυλ­λα και η ποι­κι­λία τους, που κο­σμούν τα στε­φά­νια της νε­κρής. Για τις α­νά­γκες της κω­μω­δίας, εμ­φα­νί­ζε­ται α­γα­θός και εύ­πι­στος.
Σε α­ντί­στι­ξη, τον πε­ρι­βάλ­λουν δυο ε­γκλη­μα­τι­κές υ­πάρ­ξεις. Ο γιος του και η νο­σο­κό­μα, που εί­χε προσ­λά­βει για τη σύ­ζυ­γό του. Ο νε­α­ρός δεί­χνει σαν μια δι­χα­σμέ­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα. Χά­ρις στην κα­λή του α­να­τρο­φή, α­δυ­να­τεί να ψευ­σθεί, ε­νώ, λό­γω κα­κών συ­να­να­στρο­φών, διά­γει έ­κλυ­το βίο. Δεί­χνει να ά­γε­ται και να φέ­ρε­ται α­πό τον ε­ρα­στή του, που εί­ναι υ­πάλ­λη­λος σε γρα­φείο κη­δειών. Έναν κυ­νι­κό και α­δί­στα­κτο τύ­πο, που χρη­σι­μο­ποιεί το ε­πάγ­γελ­μά του ως προ­κά­λυμ­μα για τις πα­ρα­νο­μίες του. Η νο­σο­κό­μα εί­ναι η σα­τα­νι­κή φι­γού­ρα της κω­μω­δίας. Θα­να­τώ­νει συ­στη­μα­τι­κά τους α­σθε­νείς της και ε­πι­προ­σθέ­τως, τους συ­ζύ­γους της, που φτά­νουν τους ε­πτά στο πα­ρόν της α­φή­γη­σης. Το πέ­μπτο πρό­σω­πο, που α­πο­βαί­νει και το πρω­τα­γω­νι­στι­κό, εί­ναι ο α­στυ­νό­μος, έ­νας ε­πι­θεω­ρη­τής της Σκότ­λα­ντ Γιάρ­ντ, που έρ­χε­ται στο σπί­τι για να ε­ξι­χνιά­σει τη λη­στεία μιας Τρά­πε­ζας. Συ­μπτω­μα­τι­κά, δια­πράχ­θη­κε την βρα­διά που ξε­νυ­χτού­σαν τη νε­κρή, ε­νώ η Τρά­πε­ζα βρι­σκό­ταν α­κρι­βώς δί­πλα στο γρα­φείο κη­δειών. Από ε­κεί α­νοίχ­θη­κε το λα­γού­μι για να ει­σβάλ­λουν στην Τρά­πε­ζα, ε­νώ, για τα μπά­ζα, χρη­σι­μο­ποιή­θη­καν ά­δεια φέ­ρε­τρα.
Στον πυ­ρή­να των φαρ­σι­κών δρώ­με­νων βρί­σκο­νται τα κλο­πι­μαία και το λεί­ψα­νο, τα ο­ποία, στην προ­σπά­θεια α­πό­κρυ­ψης των χρη­μά­των, συ­νε­χώς αλ­λά­ζουν α­να­με­τα­ξύ τους θέ­ση. Ο Όρτον προ­κα­λεί, θί­γο­ντας τα ιε­ρά και ό­σια του κοι­νού. Κα­τ' αρ­χήν, πα­ρου­σιά­ζει έ­να ζευ­γά­ρι ο­μο­φυ­λό­φι­λων, που κου­βε­ντιά­ζει ε­πί σκη­νής τη σχέ­ση του αλ­λά και τις ε­τε­ρο­φυ­λο­φι­λι­κές δια­θέ­σεις αμ­φο­τέ­ρων. Ένας δεύ­τε­ρος στό­χος εί­ναι η α­στυ­νο­μία, που δια­κω­μω­δεί­ται με ξε­τύ­λιγ­μα της συλ­λο­γι­στι­κής του α­στυ­νο­μι­κού ε­πι­θεω­ρη­τή. Ενώ, μέ­σα α­πό τη στά­ση του α­φε­λούς Ιρλαν­δού, χλευά­ζε­ται η ε­μπι­στο­σύ­νη, που τρέ­φουν οι πο­λί­τες στην α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα αλ­λά και τις με­θό­δους, τις ό­χι πά­ντο­τε νο­μό­τυ­πες, της α­στυ­νο­μίας. Ένας άλ­λος στό­χος, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­νίε­ρος, α­φού σο­κά­ρει και έ­ναν ση­με­ρι­νό θε­α­τή ή α­κό­μη και α­να­γνώ­στη, εί­ναι ο ο­φει­λό­με­νος σε­βα­σμός στους νε­κρούς. Για­τί, στον κο­ντά μι­σό αιώ­να που έ­χει πα­ρέλ­θει, μπο­ρεί η α­στυ­νο­μία να έ­χει χά­σει, σχε­δόν ο­λο­σχε­ρώς, την υ­πό­λη­ψή της και η ο­μο­φυ­λο­φι­λία να α­πο­λαμ­βά­νει πε­ρί­που πλή­ρη ι­σο­τι­μία με την ε­τε­ρο­φυ­λο­φι­λία, ό­μως η σο­ρός του νε­κρού πα­ρα­μέ­νει κά­τι το ιε­ρό. Ωστό­σο, ο συγ­γρα­φέ­ας, μέ­σα α­πό τα δει­νο­πα­θή­μα­τα του τα­ρι­χευ­μέ­νου, για τις α­νά­γκες μιας ω­ραίας κη­δείας, λει­ψά­νου, προ­βάλ­λει την μα­ταιό­τη­τα της ό­λης ιε­ρο­τε­λε­στίας. Ένα βα­σι­κό στοι­χείο για την ε­πι­τυ­χία της σά­τι­ρας του Όρτον εί­ναι η γλώσ­σα. Δα­νεί­ζε­ται α­τά­κες α­πό λαϊκά θεά­μα­τα ή και δια­φη­μι­στι­κά σλό­γκαν και α­να­τρέ­πει το νό­η­μά τους αλ­λά­ζο­ντας ο­ρι­σμέ­νες λέ­ξεις ή και α­πλώς α­να­δια­τάσ­σο­ντάς τες.
Ο Όρτον πλά­θει ή­ρωες κα­κούς ό­σο και κω­μι­κούς. Υπε­ρι­σχύει, ω­στό­σο, η αί­σθη­ση της θλι­βε­ρής κα­ρι­κα­τού­ρας. Πα­ρά τις α­στείες σκη­νές και τις πα­ρε­ξη­γή­σεις που δη­μιουρ­γεί η αμ­φι­ση­μία των δια­λό­γων, το γέ­λιο εί­ναι μό­νο πρό­σκαι­ρο. Ίσως, για­τί ο θρίαμ­βος των κα­κο­ποιών, με την αρ­ρα­γή συ­μπα­ρά­στα­ση του ε­πι­κε­φα­λής της α­στυ­νο­μίας, δεν α­πο­τε­λεί μό­νο μια α­ντι­συμ­βα­τι­κή α­να­τρο­πή του χά­πι ε­ντ, αλ­λά α­ντα­να­κλά, σή­με­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ, την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τε­λι­κά, πρό­κει­ται για έ­να έρ­γο α­να­τρε­πτι­κό, με ά­φθο­νο πι­κρί­ζον χιού­μορ.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Λεζάντα 2ης φωτογραφίας: Η μακέττα σκηνικού του Σάββα Χαρατσίδη για το έργο του Τζο Όρτον, «Το πλιάτσικο», που ανέβηκε το 1989 στο Απλό Θέατρο με τίτλο «Λεηλασία»