Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

Ο κατά Γιατρομανωλάκη παπανδρεϊσμός

Γιώρ­γης Για­τρο­μα­νω­λά­κης «Το χρο­νι­κό
του Δα­ρείου»
Εκδό­σεις Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα
Οκτώ­βριος 2008

Η πα­παν­δρεϊκή πε­ρίο­δος, συ­νο­λι­κά μια δε­κα­ε­τία και κά­τι μή­νες, χω­ρι­σμέ­νη σε δυο πε­ριό­δους, την θριαμ­βευ­τι­κή πρώ­τη, την α­πο­κα­λού­με­νη και ο­κτα­ε­τία της Αλλα­γής, και την ο­λι­γό­χρο­νη δεύ­τε­ρη, της ε­πα­νό­δου στην ε­ξου­σία, μα­ζί με την εν­διά­με­ση τε­τρα­ε­τία, ό­που και η δε­κά­μη­νη α­κρο­α­μα­τι­κή δια­δι­κα­σία, προ­σφέ­ρε­ται για μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή εκ­με­τάλ­λευ­ση, κα­θώς θα μπο­ρού­σε να τρο­φο­δο­τή­σει ποι­κί­λα λο­γο­τε­χνι­κά και πα­ρα­λο­γο­τε­χνι­κά εί­δη, α­πό το πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα μέ­χρι την ε­ρω­τι­κή μυ­θι­στο­ρία ή και το δι­κα­στι­κό θρί­λερ. Κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, δε­δο­μέ­νης και της θε­α­τρι­κό­τη­τας, που χα­ρα­κτή­ρι­ζε τους πο­λι­τι­κούς ε­κεί­νων των χρό­νων, με πρώ­το και σε α­πό­στα­ση καλ­λί­τε­ρο τον Ανδρέα Πα­παν­δρέ­ου, εν­δεί­κνυ­ται και για φάρ­σα, που θα α­νέ­πτυσ­σε πε­ραι­τέ­ρω τα ουκ ο­λί­γα ε­πι­θεω­ρη­σια­κά νού­με­ρα, που εί­χε εμ­πνεύ­σει κα­τά τη διάρ­κειά της. Προ­πα­ντός, εί­ναι μια πε­ρίο­δος κα­τάλ­λη­λη, ό­πως, άλ­λω­στε, και ο­ρι­σμέ­νες άλ­λες του πρό­σφα­του πο­λι­τι­κού βίου μας, για την καλ­λιέρ­γεια της σά­τι­ρας, εί­δους που δυ­στυ­χώς, δεν αν­θεί στα κα­θ’ η­μάς, πα­ρά μό­νο σε χον­δρο­ει­δείς εκ­φάν­σεις, πα­ρό­λο που θα μπο­ρού­σε να συ­νι­στά το ε­θνι­κό λο­γο­τε­χνι­κό μας προϊόν.
Από μια, ό­μως, δια­φο­ρε­τι­κή ο­πτι­κή, η, εν λό­γω, πα­παν­δρεϊκή πε­ρίο­δος α­ντεν­δεί­κνυ­ται για δια­κω­μώ­δη­ση, μια και οι πρω­τα­γω­νι­στές της, πλην των τεσ­σά­ρων α­πο­θα­νό­ντων και με­ρι­κών α­πό­μα­χων, ε­ξα­κο­λου­θούν να βρί­σκο­νται στο πο­λι­τι­κό προ­σκή­νιο και μά­λι­στα, ε­τοι­μά­ζο­νται για νέο γύ­ρο πρω­τα­γω­νι­στι­κών ρό­λων. Ύστε­ρα, ό­πως και κα­τά τη δη­μο­σίευ­ση αλ­λη­λο­γρα­φιών και λοι­πών προ­σω­πι­κών ντο­κου­μέ­ντων ε­νός α­πο­θα­νό­ντος, α­πο­τρε­πτι­κή δια­γρά­φε­ται και η ύ­παρ­ξη συγ­γε­νών και δη, πρώ­του βαθ­μού, που τυγ­χά­νουν και κρα­ταιοί. Με άλ­λα λό­για, ο ε­πί­δο­ξος σα­τι­ρι­στής θα πρέ­πει να έ­χει πε­ρίσ­σευ­μα τόλ­μης, για­τί, ό­πως λέει και ο λαός, δεν γί­νε­ται ο­με­λέ­τα, αν δεν σπά­σεις αυ­γά. Οπό­τε ο Γιώρ­γης Για­τρο­μα­νω­λά­κης, πα­ρό­λο που δια­θέ­τει την α­παι­τού­με­νη αιχ­μη­ρή γρα­φί­δα, α­πεκ­δύε­ται το ρό­λο του νέ­ου Ροΐδη, δι­στά­ζο­ντας να στή­σει έ­να γνή­σιο σα­τι­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, α­πό αυ­τά που προ­σφέ­ρουν α­πό­λαυ­ση σε α­ρι­στο­κρά­τες και πλη­βείους της α­νά­γνω­σης. Αντ’ αυ­τού, προ­κρί­νει την πο­λι­τι­κή πα­ρω­δία, ε­στιά­ζο­ντας στην ι­δε­ο­λο­γία και το ύ­φος της πα­παν­δρεϊκής ε­πο­χής και συ­να­κό­λου­θα, της, ει­σέ­τι εν ε­νερ­γεία, πο­λι­τι­κής σχο­λής που δη­μιούρ­γη­σε. Επι­προ­σθέ­τως, α­πέ­χει μιας κα­θα­ρό­αι­μης μυ­θο­πλα­σίας, συν­θέ­το­ντας την πα­ρω­δία ό­χι ε­νός μυ­θι­στο­ρή­μα­τος αλ­λά ε­νός πο­λι­τι­κής υ­φής συγ­γράμ­μα­τος. Όπου, υ­πο­τι­θέ­με­νος συγ­γρα­φέ­ας του εί­ναι έ­νας υ­ψη­λό­βαθ­μος του κόμ­μα­τος, που, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, δεν κα­ζά­ντι­σε αλ­λά έ­μει­νε δια βίου α­φο­σιω­μέ­νος στον Αρχη­γό. Ένας α­γνός ι­δε­ο­λό­γος, με­τα­ξύ των πολ­λών, που το ΠΑ­ΣΟ­Κ, ό­πως λέ­γε­ται, προ­σπο­ρί­στη­κε α­πό τη λε­βε­ντο­μάν­να Αρι­στε­ρά. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, και για τις α­νά­γκες της πα­ρω­δίας, α­φε­λής και α­πο­νή­ρευ­τος α­φη­γη­τής.
Εκ πρώ­της ό­ψεως, δε­δο­μέ­νου αυ­τού του θε­μα­τι­κού πλαι­σίου, εκ­πλήσ­σει έ­να ε­ξώ­φυλ­λο, με πί­να­κα της Σού­ζαν Χέρ­μπερ­τ, μο­να­δι­κής με­λε­τή­τριας και ζω­γρά­φου με ει­δί­κευ­ση στις γά­τες, στον ο­ποίο ει­κο­νί­ζο­νται έ­νας ιπ­πό­της γά­τος και τρεις πρι­γκι­πι­κές γα­τού­λες. Ήδη, ό­μως, στην πρώ­τη σε­λί­δα, ε­ξη­γεί­ται η ε­πι­λο­γή, η ο­ποία και δια­σα­φη­νί­ζε­ται πε­ραι­τέ­ρω στο πέ­μπτο κε­φά­λαιο. Σε­βό­με­νος ο συγ­γρα­φέ­ας την μα­κρά ευ­ρω­παϊκή πα­ρά­δο­ση, που θέ­λει το μυ­θι­στό­ρη­μα να ξε­κι­νά με την εύ­ρε­ση πα­λαιού χει­ρο­γρά­φου, ε­πι­νο­εί έ­να φυλ­λά­διο αι­γυ­πτιώ­τη ι­στο­ρι­κού, στο ο­ποίο α­πο­κα­λύ­πτε­ται πως στην Πε­λο­πόν­νη­σο, κα­τά την πρω­το­ελ­λα­δι­κή πε­ρίο­δο, υ­πήρ­χε αυ­τόχ­θων φυ­λή με το­τέμ τον Άνδρα-Γά­το, ά­κρως ε­ρω­τι­κό ό­πως η α­ντί­στοι­χη γα­τό­μορ­φη αι­γυ­πτια­κή θεό­τη­τα. Ευ­φυέ­στα­τη ι­δέα, κα­θώς δια­κω­μω­δεί την προ­σή­λω­ση των Ελλή­νων στις αρ­χαίες ρί­ζες τους, α­νυ­ψώ­νο­ντας, ταυ­τό­χρο­να, τον γε­νέ­θλιο τό­πο των Πα­παν­δρέ­ου και πλεί­στων άλ­λων ε­πι­φα­νών σε πρώ­τη πο­λι­τι­στι­κή κοι­τί­δα. Μό­νο που ε­μάς πε­ρισ­σό­τε­ρο μας προ­βλη­μά­τι­σαν οι ρί­ζες αυ­τής κα­θε­αυ­τής της έ­μπνευ­σης. Στις ε­πό­με­νες, ό­μως, σε­λί­δες, που ο Αρχη­γός δω­ρί­ζει γρα­βά­τες στους συ­ντρό­φους του προς συ­μπλή­ρω­ση του βε­στια­ρίου τους, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ή­ταν λαϊκά παι­διά, λύ­θη­κε η α­πο­ρία μας, κα­θώς μας ήρ­θε στο νου το δη­μο­φι­λές ά­σμα της ε­πο­χής, “εί­ναι γά­τα εί­ναι γά­τα / ο ψη­λός με τη γρα­βά­τα.” Όπως και να έ­χει, ο Αρχη­γός α­να­κα­λύ­πτει στο πα­λαιό φυλ­λά­διο μια φι­λο­σο­φι­κή θεώ­ρη­ση που τον εκ­φρά­ζει, τον προϊστο­ρι­κό “γα­τα­νι­σμό”, και την υιο­θε­τεί αυ­θω­ρεί και πα­ρα­χρή­μα, κα­θι­στώ­ντας ταυ­τό­χρο­να θεό­πε­μπτο το κί­νη­μά του. Από την πλευ­ρά του, δό­λιος ο συγ­γρα­φέ­ας, α­φε­νός μεν ε­πι­τυγ­χά­νει μια ά­κρως ε­πι­θυ­μη­τή συ­νή­χη­ση με τον σα­τα­νι­σμό, α­φε­τέ­ρου α­πο­φεύ­γει να σπι­λώ­σει τον πά­ντο­τε ιε­ρό σο­σια­λι­σμό και τα πα­ρά­γω­γά του, δια της α­να­φο­ράς τους σε πα­ρω­δία. Πά­ντως, ο ί­διος ι­σχυ­ρί­στη­κε σε συ­νέ­ντευ­ξή του, πως ξε­κί­νη­σε να γρά­φει μια ι­στο­ρία με γά­τες, ως πο­λι­τι­κή αλ­λη­γο­ρία α­λά Τζώρτζ Όργουε­λ, στην πο­ρεία ό­μως άλ­λα­ξε γνώ­μη ή και μπο­ρεί να μη του βγή­κε.
Όπως και να έ­χει, στο α­πυ­ρό­βλη­το μέ­νει, ε­κτός του σο­σια­λι­σμού, και η οι­κο­γέ­νεια Πα­παν­δρέ­ου, α­φού α­φαι­ρεί­ται α­πό το βίο και την πο­λι­τεία του Αρχη­γού ο­τι­δή­πο­τε, ε­κεί­να τα χρό­νια, σκαν­δά­λι­σε το πα­νελ­λή­νιο και κα­τ΄ ε­πέ­κτα­ση, θα προ­σφε­ρό­ταν για δια­κω­μώ­δη­ση. Ο ή­ρωας του βι­βλίου εί­ναι α­νύ­πα­ντρος και ά­κλη­ρος, με πολ­λές, κα­τά και­ρούς, ε­ρω­μέ­νες, ό­πως άλ­λω­στε ο κά­θε γο­η­τευ­τι­κός και ε­πι­φα­νής άν­δρας, αλ­λά με μία και μο­να­δι­κή α­γα­πη­μέ­νη. Αυ­τή η ε­κλε­κτή της καρ­διάς του, πλα­σμέ­νη κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­ση της τρί­της συ­ζύ­γου που ευ­τύ­χη­σε να α­πο­κτή­σει ο Ανδρέ­ας Πα­παν­δρέ­ου, δε­δο­μέ­νης της πα­ραλ­λαγ­μέ­νης μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κά οι­κο­γε­νεια­κής κα­τά­στα­σης του Αρχη­γού, κα­τα­λή­γει α­πο­κα­θαρ­μέ­νη του ψό­γου, πως ξε­μυά­λι­σε πα­ντρε­μέ­νο και δη, οι­κο­γε­νειάρ­χη, προ­βάλ­λο­ντας ως η ι­δα­νι­κή σύ­ντρο­φος στον Αγώ­να αλ­λά και στην κλί­νη. Μά­λι­στα, το μυ­θι­στό­ρη­μα α­νοί­γει με το πάρ­τυ των γε­νε­θλίων της, ό­που ο συγ­γρα­φέ­ας εν­δί­δει στον πει­ρα­σμό και δια­σώ­ζει έ­να μο­να­δι­κό πραγ­μα­τι­κό εν­στα­ντα­νέ: Η η­ρωί­δα ταΐζει τον Αρχη­γό, με α­ση­μέ­νιο κου­τα­λά­κι, το πρώ­το κομ­μά­τι α­πό την τούρ­τα. Των γε­νε­θλίων στο μυ­θι­στό­ρη­μα, τη γα­μή­λια, τον Ιού­λιο του 1989. Ασή­μα­ντη η δια­φο­ρά, α­φού με­ταγ­γί­ζε­ται το με­γα­λείο και η συ­γκί­νη­ση μιας στιγ­μής, που χα­ρά­χτη­κε στο συλ­λο­γι­κό υ­πο­συ­νεί­δη­το. Ακό­μη και το ό­νο­μα της η­ρωί­δας ε­ξυ­ψώ­νει ο συγ­γρα­φέ­ας, κα­θώς φαί­νε­ται πως α­κρο­βά­τη­σε συ­νειρ­μι­κά α­πό το Δή­μη­τρα στον Δη­μή­τρη Ρο­δό­που­λο, λό­γω και του ε­πε­τεια­κού έ­τους Κα­ρα­γά­τση, για να κα­τα­λή­ξει στο Μί­τια.
Κα­τά τα άλ­λα, ό­λοι οι ή­ρωες α­να­φέ­ρο­νται με τα συ­νω­μο­τι­κά πα­ρω­νύ­μια, που εί­χαν τον και­ρό της πα­ρα­νο­μίας, μια και το κί­νη­μα, τό­σο το φα­ντα­στι­κό ό­σο άλ­λω­στε και το πραγ­μα­τι­κό, εκ­κο­λά­φθη­κε στα χρό­νια της ε­πτα­ε­τούς Δι­κτα­το­ρίας. Έτσι προέ­κυ­ψε και το Δα­ρείος για τον Αρχη­γό. Αναμ­φι­βό­λως, εύ­στο­χο, α­φού και οι δυο, ο Ανδρέ­ας Πα­παν­δρέ­ου και ο Δα­ρείος ο Μέ­γας, και για την α­να­συ­γκρό­τη­ση της χώ­ρας μόχ­θη­σαν και Αυ­λή ευ­νοου­μέ­νων δη­μιούρ­γη­σαν πέ­ριξ αυ­τών, πέ­ραν του γε­γο­νό­τος, πως και οι δυο ευ­τύ­χη­σαν να α­πο­κτή­σουν γιους και με­τα­ξύ αυ­τών, τον προ­νο­μιού­χο διά­δο­χο. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, ό­πως ή­δη α­να­φέ­ρα­με, το συ­γκε­κρι­μέ­νο κοι­νό ση­μείο α­πα­λεί­φε­ται στην μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή εκ­δο­χή. Ενώ, για να το­νι­στεί η ο­μοιό­τη­τα του ή­ρωα με τον Δα­ρείο, έ­να ό­νει­ρο προ­α­ναγ­γέλ­λει και τη δι­κή του ά­νο­δο στην ε­ξου­σία. Ωστό­σο, τε­λι­κά, πι­στεύου­με πως το πα­ρω­νύ­μιο α­πο­βαί­νει α­τυ­χές. Και θα συμ­φω­νή­σει μα­ζί μας ο συγ­γρα­φέ­ας, α­φού, στο ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μά του, το­νί­ζει πως έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα πρέ­πει να εί­ναι συ­νε­πές προς την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που το ί­διο δη­μιουρ­γεί. Όμως ο ή­ρωας, α­γω­νί­ζε­ται για ό,τι α­πο­κα­λεί “ελ­λη­νο­ποίη­ση” του Έθνους ή, κα­τά μια δια­φο­ρε­τι­κή δια­τύ­πω­ση, “την ε­πι­στρο­φή των Ελλή­νων στην Ελλά­δα”, ει­ση­γού­με­νος, ού­τε λί­γο ού­τε πο­λύ, την α­να­γρα­φή, δί­πλα στο ό­νο­μα κά­θε χω­ριού και πό­λης της λέ­ξης Ελλάς. Πώς, λοι­πόν, θα ή­ταν πο­τέ δυ­να­τόν έ­νας τέ­τοιος ελ­λη­νό­φρων η­γέ­της –Ελλη­να­ράς κα­τά την τρέ­χου­σα λα­λου­μέ­νη– να ε­πι­λέ­ξει ως πα­ρω­νύ­μιο το Δα­ρείος; Αδό­κι­μο δεί­χνει α­κό­μη και στο πλαί­σιο της πα­ρω­δίας, ό­που θα ταί­ρια­ζε πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο κά­τι σαν το Μέ­γας Αλέ­ξαν­δρος ή, α­κό­μη καλ­λί­τε­ρα, το Κο­λο­κο­τρώ­νης, που δια­σώ­ζει και την πελο­ποννήσια ε­ντο­πιό­τη­τα του Αρχη­γού.
Όπως και να ο­νο­μά­ζε­ται ο ή­ρωας, Δα­ρείος ή Κο­λο­κο­τρώ­νης, το “χρο­νι­κό” του α­παρ­τί­ζε­ται α­πό εί­κο­σι ε­πτά σχε­τι­κά σύ­ντο­μα κε­φά­λαια πρω­το­πρό­σω­πης α­νι­στό­ρη­σης, στα ο­ποία προ­στί­θε­νται α­κό­μη τρία, πα­ρέμ­βλη­τα ως ι­ντερ­μέ­δια, σε τρι­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση, που πα­ρα­κο­λου­θούν τη δι­κή του ο­πτι­κή γω­νία. Αυ­τά δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση πα­ρω­δίας ε­σω­τε­ρι­κού μο­νό­λο­γου, με στό­χο, να σκια­γρα­φη­θεί η οίη­ση αλ­λά και η μο­να­ξιά που βιώ­νει έ­νας η­γέ­της, τα μά­λα τρι­φυ­λός και ο­λί­γον φι­λό­μου­σος. Όσο για το κυ­ρίως σώ­μα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, πα­ρό­λο που ε­πι­γρά­φε­ται χρο­νι­κό, ού­τε τη χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά των συμ­βά­ντων κρα­τεί ού­τε στις αι­τιώ­δεις σχέ­σεις τους δί­νει την πα­ρα­μι­κρή προ­σο­χή, κα­θώς ο γρά­φων φαί­νε­ται να κα­τέ­χε­ται α­πό έ­ναν λα­τρευ­τι­κό οί­στρο. Γι’ αυ­τό και διη­γεί­ται με συ­νε­χή πι­σω­γυ­ρί­σμα­τα την ά­νο­δο του Δα­ρείου στην Εξου­σία, φθά­νο­ντας μέ­χρι το θά­να­τό του σε πο­λύ βα­θιά γε­ρά­μα­τα, ε­νώ μό­λις που μνη­μο­νεύει την πτώ­ση του κι­νή­μα­τος, πι­θα­νώς και μη θέ­λο­ντας να μαυ­ρί­σει τις ψυ­χές των χι­λιά­δων ο­πα­δών του.
Ο Για­τρο­μα­νω­λά­κης, με τη γνω­στή παι­γνιώ­δη διά­θε­ση, πλά­θει κά­τι σαν η­ρωι­κό πα­ρα­μύ­θι, με κα­κές μά­γισ­σες, το Πα­λά­τι και τη Χού­ντα, και δρά­κους, την Δε­ξιά και την Αρι­στε­ρά, ό­που τα σλό­γκαν του ΠΑ­ΣΟΚ και η φρα­σε­ο­λο­γία του φαί­νε­ται σαν να πυ­ρο­δο­τούν τα κω­μι­κά κα­τορ­θώ­μα­τα του Αρχη­γού και των συ­ντρό­φων του. Όσο για το κρι­τι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο του συγ­γρα­φέα, αυ­τό φαί­νε­ται να βρί­σκει διέ­ξο­δο στα α­κρω­νύ­μια, τα ο­ποία πλη­θαί­νουν α­πό κε­φά­λαιο σε κε­φά­λαιο, γι’ αυ­τό και στο τέ­λος του βι­βλίου α­να­γκά­ζε­ται να πα­ρα­θέ­σει σχε­τι­κό κα­τά­λο­γο, μην και χά­σει ο α­να­γνώ­στης τον μπού­σου­λα. Ένα παι­χνί­δι, που, πι­θα­νώς, και να μην βρει α­πή­χη­ση στις η­μέ­ρες μας, που η μνή­μη έ­χει ε­πι­κίν­δυ­να βρα­χυν­θεί. Για πα­ρά­δειγ­μα, το κί­νη­μα α­πό το ο­ποίο προήλ­θε το κόμ­μα του “γα­τα­νι­σμού”, δεν α­πο­κα­λεί­ται ΠΑΚ ή έ­στω, κά­τι πα­ρα­πλή­σιο, αλ­λά ΠΑΑ­Μ, μάλ­λον ως ε­πί­τα­ση του άλ­λο­τε πο­τέ ΠΑΜ. Επί­σης, ε­κεί­νο το πα­λαιό προσ­διο­ρι­στι­κό ε­πί­θε­το, πα­νελ­λή­νιος, που συ­νη­θι­ζό­ταν και προ­σώ­ρας συ­νε­χί­ζει να χρη­σι­μο­ποιεί­ται στα πά­σης φύ­σεως αρ­κτι­κό­λε­ξα, στο μυ­θι­στό­ρη­μα έ­χει α­ντι­κα­τα­στα­θεί α­πό το πα­νε­θνι­κός. Το δί­χως άλ­λο, η­θε­λη­μέ­νος α­να­χρο­νι­σμός, α­φού, ως γνω­στόν, πο­λύ αρ­γό­τε­ρα προέ­κυ­ψε η πρε­μού­ρα των ε­θνι­κι­σμών. Με άλ­λα λό­για, ο Για­τρο­μα­νω­λά­κης, έ­νας δια­νοού­με­νος συγ­γρα­φέ­ας, φι­λο­τε­χνεί μια πα­ρω­δία για πε­ριο­ρι­σμέ­νο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Πα­ρα­δό­ξως, και πα­ρά την υ­περ­βο­λή, που ε­πι­βάλ­λει η πα­ρω­δία, ο Αρχη­γός μέ­νει μα­κράν της κα­ρι­κα­τού­ρας. Ένας υ­πέ­ρο­χος ε­ρα­στής και Μεσ­σίας, ό­πως και το πρό­τυ­πό του για με­γά­λη με­ρί­δα γη­γε­νών. Αντι­θέ­τως, τα βέ­λη της συγ­γρα­φι­κής χλεύης στρέ­φο­νται ε­να­ντίον του ελ­λη­νι­κού λα­ού, για­τί πο­θεί χα­ρι­σμα­τι­κούς η­γέ­τες. Λες και αυ­τός ο έρ­μος δεν δι­καιού­ται μιας ε­λά­χι­στης α­ντα­μοι­βής για την, έ­τσι και αλ­λιώς, δε­δο­μέ­νη ε­ξα­πά­τη­σή του.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου