Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Ο Λεγκράν και οι επτά επιστολογράφοι του



Γιάν­νης Πα­πα­κώ­στας
«Ο EMILE LEGRAND
και η Ελλη­νι­κή Βι­βλιο­γρα­φία
Αρχεια­κή με­λέ­τη»
Εκδό­σεις Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη
Νοέ. 2011

Μια αλ­λη­λο­γρα­φία πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, ό­ταν γνω­ρί­ζου­με τα πρό­σω­πα των αλ­λη­λο­γρά­φων. Εμείς, ό­μως, δη­λα­δή έ­να κά­πως ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, πό­σο μπο­ρεί να γνω­ρί­ζου­με τον γάλ­λο ελ­λη­νι­στή και βι­βλιο­γρά­φο Εμίλ Λε­γκρά­ν; Σε μια κα­θο­λι­κού χα­ρα­κτή­ρα κλί­μα­κα α­πα­ντή­σεων,  μή­πως η ε­πι­κρα­τέ­στε­ρη α­πά­ντη­ση θα ή­ταν  κα­θό­λου; Αλλά μή­πως και γνω­ρί­ζου­με τι εί­δους βι­βλιο­γρα­φία εί­ναι αυ­τή η «Ελλη­νι­κή Βι­βλιο­γρα­φία», ό­πως α­πο­δό­θη­κε στα ελ­λη­νι­κά ο τίτ­λος της; Πό­σω μάλ­λον να την έ­χου­με φυλ­λο­με­τρή­σει; Αλλά και πού να την βρεις να την πε­ριερ­γα­στείς; 
Προ­χω­ρώ­ντας τώ­ρα στους αλ­λη­λο­γρά­φους· πό­σο γνω­ρί­ζου­με τον ι­στο­ριο­δί­φη Κων­στα­ντί­νο Σά­θα, ο ο­ποίος θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί ο γνω­στό­τε­ρος με­τα­ξύ των συ­νο­λι­κά ε­πτά ε­πι­στο­λο­γρά­φων του Λε­γκράν, των ο­ποίων ε­πι­στο­λές δη­μο­σιεύο­νται στο βι­βλίο; Όσο για τα ο­νό­μα­τα των υ­πο­λοί­πων,  ού­τε που τα έ­χου­με α­κού­σει, α­σχέ­τως εάν τρία α­πό αυ­τά α­ντι­στοι­χούν σε δύο ε­πι­φα­νείς βυ­ζα­ντι­νο­λό­γους και έ­ναν Πα­τριάρ­χη Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως. Άλλω­στε, κα­νέ­να α­πό τα α­να­φε­ρό­με­να ο­νό­μα­τα δεν κα­τα­χω­ρεί­ται στις ε­γκύ­κλιες σπου­δές, ού­τε έ­χει φτά­σει πο­τέ να α­πο­τε­λεί πτυ­χή της γε­νι­κό­τε­ρης παι­δείας μας. 
Συ­νε­πώς, η αλ­λη­λο­γρα­φία του Λε­γκράν  μπο­ρεί να χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό τους ει­δή­μο­νες ως ση­μα­ντι­κό έρ­γο, α­φού α­φο­ρά την κυο­φο­ρία μιας θε­με­λιώ­δους για τις νε­ο­ελ­λη­νι­κές σπου­δές βι­βλιο­γρα­φίας, αλ­λά εκ προοι­μίου στε­ρεί­ται  α­να­γνω­στών. Έχου­με, μά­λι­στα, την ε­ντύ­πω­ση ό­τι δεν θα α­πο­κτού­σε α­να­γνώ­στες ού­τε εάν ή­ταν ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στή αυ­τή η τε­ρά­στιας έ­κτα­σης βι­βλιο­γρα­φία, που συ­νέ­τα­ξε ο γάλ­λος ελ­λη­νι­στής. Κι αυ­τό για­τί το σκε­πτι­κό με το ο­ποίο κα­ταρ­τί­στη­κε μάλ­λον δεν συμ­φω­νεί με τα ση­με­ρι­νά κρι­τή­ρια α­ξιο­λό­γη­σης. Κα­λύ­πτει μεν τα βι­βλία α­πό τέσ­σε­ρις αιώ­νες τουρ­κο­κρα­τίας, δη­λα­δή α­πό την εμ­φά­νι­ση της τυ­πο­γρα­φίας μέ­χρι το 1790, αλ­λά με τον ό­ρο, έ­νας του­λά­χι­στον α­πό τους συ­ντε­λε­στές τού κα­τα­γρα­φό­με­νου βι­βλίου –του­τέ­στιν συγ­γρα­φέ­ας, ε­πι­με­λη­τής, εκ­δό­της–  να εί­ναι Έλλη­νας ή ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής, με σχε­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα σε αυ­τήν την πε­ρίο­δο. Ανε­ξάρ­τη­τα α­πό τη γλώσ­σα του βι­βλίου. Αυ­τό, με­θερ­μη­νευό­με­νο, α­πο­κλείει μια έκ­δο­ση, λ.χ., Αρι­στο­τέ­λη ή Ευ­ρι­πί­δη, που ε­πι­με­λή­θη­καν και ε­ξέ­δω­σαν ξέ­νοι, ε­νώ συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει πλή­θος εκ­κλη­σια­στι­κών βι­βλίων.    
Υπάρ­χει, ω­στό­σο, και η ά­πο­ψη, ό­τι μια αλ­λη­λο­γρα­φία, αυ­τή κα­θ’ ε­αυ­τή ως α­νά­γνω­σμα, μπο­ρεί να α­να­πτύ­ξει τη δι­κή της δυ­να­μι­κή, δε­δο­μέ­νου ό­τι δεν α­παι­τεί το γνω­στι­κό πε­δίο, που χρειά­ζε­ται η α­νά­γνω­ση του κυ­ρίως έρ­γου των αλ­λη­λο­γρά­φων. Στο γε­γο­νός, άλ­λω­στε, ό­τι μπο­ρεί να κι­νή­σει το εν­δια­φέ­ρον ε­νός νεό­τε­ρου και μη ει­δι­κού α­να­γνω­στι­κού κοι­νού, έ­γκει­ται μέ­ρος της α­ξίας μιας αλ­λη­λο­γρα­φίας. Για να ε­πι­τευχ­θεί, ό­μως, αυ­τό, α­παι­τού­νται ο­ρι­σμέ­νες προϋπο­θέ­σεις. Κα­τ’ αρ­χήν, η αλ­λη­λο­γρα­φία να εί­ναι αμ­φί­πλευ­ρη, ώ­στε να α­να­πτύσ­σε­ται διά­λο­γος με­τα­ξύ των δυο αλ­λη­λο­γρά­φων, ο ο­ποίος, σε α­ντί­θε­ση με την μο­νό­πλευ­ρη και συ­να­κό­λου­θα μο­νο­λο­γι­κή ε­πι­στο­λο­γρα­φία, δί­νει μια ει­κό­να, έ­στω και πε­ρί δια­γραμ­μά­των, του θέ­μα­τος.  Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, αυ­τό εί­ναι α­δύ­να­το, α­φού, ό­πως φαί­νε­ται, σε κα­νέ­να α­πό τα αρ­χεία των αλ­λη­λο­γρά­φων του Λε­γκράν δεν δια­σώ­θη­καν ε­πι­στο­λές του, ού­τε ο ί­διος ή­ταν τό­σο συ­στη­μα­τι­κός ώ­στε να κρα­τά­ει α­ντί­γρα­φο. Πα­ρό­λο που αυ­τό το τε­λευ­ταίο, θα α­να­με­νό­ταν. Αν ό­χι α­ντί­γρα­φο, του­λά­χι­στον κά­ποια ση­μείω­ση εις ε­αυ­τόν, ό­λο και θα πρέ­πει να κρα­τού­σε, δε­δο­μέ­νου ό­τι ζη­τού­σε κεί­με­να και πλη­ρο­φο­ρίες ταυ­τό­χρο­να α­πό έ­να πλή­θος προ­σώ­πων. Ποιος γνω­ρί­ζει αν δεν υ­πάρ­χει έ­να πα­ρό­μοιο μνη­μό­νιο στο Αρχείο του; Κα­τά κα­νό­να, για να ε­ντο­πι­σθεί το ο­τι­δή­πο­τε, α­παι­τεί­ται ο ε­ρευ­νών να έ­χει συ­γκε­κρι­μέ­νη ει­κό­να του ζη­τού­με­νου.
Μια δεύ­τε­ρη προϋπό­θε­ση θα ή­ταν να πρό­κει­ται του­λά­χι­στον για έ­να α­κέ­ραιο ε­πι­στο­λι­κό σώ­μα. Αυ­τή η προϋπό­θε­ση εν μέ­ρει πλη­ρού­ται.  Οι ε­πι­στο­λο­γρά­φοι εί­ναι ε­πτά και α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία του κα­θε­νός σώ­ζε­ται έ­να με­γα­λύ­τε­ρο ή μι­κρό­τε­ρο τμή­μα, μέ­χρι το ε­λά­χι­στο της μιας ε­πι­στο­λής. Ωστό­σο, τα πέ­ντε α­πό τα ε­πι­στο­λι­κά σώ­μα­τα, των τεσ­σά­ρων Ελλή­νων ε­πι­στο­λο­γρά­φων και του ε­νός Πο­λω­νού, που εί­ναι και το κυ­ρίως σώ­μα, κα­λύ­πτουν, χω­ρίς να ε­πι­κα­λύ­πτο­νται, την μα­κριά χρο­νι­κή πε­ρίο­δο συγ­γρα­φής της «Ελλη­νι­κής Βι­βλιο­γρα­φίας», δη­λα­δή α­πό το 1869 μέ­χρι το 1910. Πα­ρα­δό­ξως, μά­λι­στα, φαί­νε­ται να σώ­ζε­ται σε ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, η ε­ναρ­κτή­ρια ε­πι­στο­λή. Με αυ­τό το α­τού, αν ο ε­πι­με­λη­τής ή­θε­λε να ελ­κύ­σει έ­να κά­πως πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό, θα χρεια­ζό­ταν να πα­ρου­σιά­σει τα πρό­σω­πα, πρω­τί­στως τον Λε­γκράν, που εί­ναι ο βα­σι­κός αλ­λά βου­βός συ­νο­μι­λη­τής, αλ­λά και να α­πο­κα­τα­στή­σει τον α­να­με­τα­ξύ τους διά­λο­γο, με πλη­ρο­φο­ρίες ε­κτός αλ­λη­λο­γρα­φίας, ό­πως το ποιες ή­ταν κά­θε φο­ρά οι α­ντι­δρά­σεις του πα­ρα­λή­πτη σε ό­σα του έ­γρα­φαν. Δη­λα­δή, κα­τά πό­σο έ­πρατ­τε σύμ­φω­να με τις συ­στά­σεις και διορ­θώ­σεις, που του έ­κα­ναν, το πώς α­ντι­με­τώ­πι­ζε τις τυ­χόν α­παι­τή­σεις, που πρό­βα­λαν, ή και τις κρί­σεις, που δια­τύ­πω­ναν.
Από τον πε­ρα­σμέ­νο Μάϊο, που δια­βά­σα­με για το υ­πό εκ­κό­λα­ψη βι­βλίο του Γιάν­νη Πα­πα­κώ­στα, πε­ρι­μέ­να­με με εν­δια­φέ­ρον να μά­θου­με πε­ρισ­σό­τε­ρα για τον γάλ­λο ελ­λη­νι­στή και το μνη­μειώ­δες έρ­γο του. Τε­λι­κά, πρό­κει­ται, σύμ­φω­να και με τον υ­πό­τιτ­λο, για μια “αρ­χεια­κή με­λέ­τη”, που έ­χει κα­ταρ­τι­σθεί με τέ­τοιο τρό­πο, ώ­στε να α­πο­βεί πο­λύ­τι­μη για έ­ναν ευ­ρύ κύ­κλο με­λε­τη­τών, δη­λα­δή για ό­λους ε­κεί­νους που ε­ντρυ­φούν ή και χρη­σι­μο­ποιούν ως βα­σι­κό βοή­θη­μα την «Ελλη­νι­κή Βι­βλιο­γρα­φία» του Λε­γκράν. Τό­σο το πρώ­το μέ­ρος της με­λέ­της, το ει­σα­γω­γι­κό στην αλ­λη­λο­γρα­φία, ό­σο και τα υ­πο­σε­λί­δια φι­λο­λο­γι­κά σχό­λια συ­ντάχ­θη­καν, έ­χο­ντας κα­τά νου αυ­τό το κοι­νό, που έ­χει την ευ­χέ­ρεια να κα­τα­φεύ­γει στις αρ­χεια­κές πη­γές. Οι υ­πό­λοι­ποι θα πρέ­πει να αρ­κε­στούν στις α­πό­ψεις  πε­ρί των προ­σώ­πων και των κι­νή­τρων τους, ό­πως τις συ­νο­ψί­ζει ο ε­πι­με­λη­τής. Για τα πρό­σω­πα, ω­στό­σο, ε­κεί­νης της ε­πο­χής, την α­ξία τους και τις με­τα­ξύ τους δια­φο­ρές, κα­λό εί­ναι να δια­μορ­φώ­νο­νται κρί­σεις α­πό πρω­το­γε­νείς πη­γές.
Το πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι ο κε­ντρι­κός ή­ρωας αυ­τής της α­φή­γη­σης, ο Αι­μί­λιος Λε­γράν­διος, ό­πως ο ί­διος φέ­ρε­ται να εί­χε ε­ξελ­λη­νί­σει το ό­νο­μά του. Για τα βιο­γρα­φι­κά του δί­νο­νται δυο βα­σι­κές πα­ρα­πο­μπές: Σε κεί­με­νο του μα­θη­τή και δια­δό­χου του Υμπέρ Περ­νώ, εν­σω­μα­τω­μέ­νο στον τε­λευ­ταίο τό­μο της «Ελλη­νι­κής Βι­βλιο­γρα­φίας», τον ο­ποίο ε­πι­με­λή­θη­κε ε­κεί­νος με­τά το θά­να­το του Λε­γκράν. Και σε α­νέκ­δο­τη δα­κτυ­λο­γρα­φη­μέ­νη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του 1974 στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Σορ­βό­νης της Μα­ριάν­νας Δή­τσα. Ενώ, δεν δί­νο­νται  ε­παρ­κείς πλη­ρο­φο­ρίες, ό­πως γί­νε­ται για τους λι­γό­τε­ρο ή και κα­θό­λου γνω­στούς ε­πι­στο­λο­γρά­φους του. Για πα­ρά­δειγ­μα, α­πό τις πλη­ρο­φο­ρίες που πα­ρα­τί­θε­νται, μα­θαί­νου­με την η­με­ρο­μη­νία γέν­νη­σης του Λε­γκραν (30 Δεκ. 1841), αλ­λά μό­νο την χρο­νο­λο­γία θα­νά­του, ε­νώ εί­ναι γνω­στή η η­με­ρο­μη­νία (14 Νοε. 1914), χω­ρίς ι­διαί­τε­ρη α­να­φο­ρά στις συν­θή­κες θα­νά­του του, που συ­νή­θως έ­χουν ά­με­ση σχέ­ση με την τύ­χη των κα­τά­λοι­πων. Επί­σης, ό­τι φοί­τη­σε στο Λύ­κειο Caen, που ως ο­νο­μα­σία δεν λέει τί­πο­τα στον τυ­χό­ντα έλ­λη­να α­να­γνώ­στη. Ποιος γνω­ρί­ζει ό­τι το εν λό­γω ί­δρυ­μα εί­ναι έ­να α­πό τα πρώ­τα κα­θο­λι­κά λύ­κεια της Γαλ­λίας; Γι’ αυ­τό, α­κρι­βώς, και ε­πι­λέ­χτη­κε α­πό την οι­κο­γέ­νεια Λε­γκράν, που τον προό­ρι­ζε για το ιε­ρα­τι­κό ε­πάγ­γελ­μα. Μπο­ρεί μεν ε­κεί­νος να το ε­γκα­τέ­λει­ψε νω­ρίς, αλ­λά στην ε­κεί δια­μο­νή του ό­φει­λε το εν­δια­φέ­ρον του για τον νεό­τε­ρο ελ­λη­νι­σμό. Ακό­μη, ό­τι τα­ξί­δε­ψε στην Αθή­να και αλ­λού στην Ευ­ρώ­πη, χω­ρίς, ό­μως, α­να­φο­ρά χρο­νο­λο­γιών, που θα μπο­ρού­σαν να α­πο­βούν βο­η­θη­τι­κές κα­τά την α­νά­γνω­ση των ε­πι­στο­λών.    
Με­γα­λύ­τε­ρη εί­ναι η α­πο­γοή­τευ­ση ε­κεί­νου του φι­λο­πε­ρίερ­γου α­να­γνώ­στη, που  μπο­ρεί να μην εί­χε την τύ­χη να πε­ριερ­γα­στεί το βι­βλιο­γρα­φι­κό κο­λοσ­σό του Λε­γκράν, αλ­λά έ­τυ­χε να φυλ­λο­με­τρή­σει ή και να δια­βά­σει ε­πι­λε­κτι­κά κά­ποια α­πό τα βι­βλία του Σά­θα. Αυ­τός ήλ­πι­ζε να μά­θει πε­ρισ­σό­τε­ρα, κα­θώς τον κέρ­δι­σε ο πλού­τος των στοι­χείων και η ζω­ντά­νια της α­φή­γη­σης. Εδώ, η κύ­ρια πη­γή του Πα­πα­κώ­στα εί­ναι οι 80 ε­πι­στο­λές Σά­θα προς Δη­μή­τριο Βι­κέ­λα, που βρί­σκο­νται α­νέκ­δο­τες στο Αρχείο του δεύ­τε­ρου. Κά­θε φο­ρά που αν­τλεί μια πλη­ρο­φο­ρία, α­να­φέ­ρει ό­τι πρό­κει­ται για ά­γνω­στη ή, κα­τά πα­ραλ­λα­γή, α­δη­μο­σίευ­τη ε­πι­στο­λή, ε­νίο­τε πα­ρα­θέ­τει και ε­πί­μα­χο α­πό­σπα­σμα. Ας μας ε­πι­τρα­πεί να χα­ρα­κτη­ρί­σου­με αυ­τήν την τα­κτι­κή ως το κι­νέ­ζι­κο μαρ­τύ­ριο της στα­γό­νας. Και δεν εί­ναι η πρώ­τη φο­ρά. Σε πρό­σφα­το δη­μο­σίευ­μά του, εί­χε πα­ρου­σιά­σει με­ρι­κές ε­πι­στο­λές του εκ­δό­τη Γεωρ­γίου Κασ­δό­νη προς Βι­κέ­λα, χω­ρίς να α­να­φέ­ρει το συ­νο­λι­κό α­ριθ­μό και το χρο­νι­κό τους ά­νοιγ­μα. Ολό­κλη­ρο σύλ­λο­γο έ­στη­σε ο Βι­κέ­λας. Απο­ρού­με, για­τί αυ­τά τα πο­λύ­τι­μα ε­πι­στο­λι­κά σώ­μα­τα, που τα ο­φεί­λου­με στην ευ­τα­ξία και προ­νο­η­τι­κό­τη­τά του, να μην έ­χουν εκ­δο­θεί σε μια σει­ρά τό­μων. 
Οι ε­πι­στο­λές Σά­θα προς Βι­κέ­λα φαί­νε­ται να α­πο­τε­λούν προ­α­παι­τού­με­νο των ε­πι­στο­λών του προς Λε­γκράν. Ει­δάλ­λως, οι σχέ­σεις Λε­γκρά­ν-Σά­θα μέ­νουν θο­λές, α­δι­κώ­ντας αμ­φό­τε­ρους και κυ­ρίως τον Σά­θα. Ση­μειω­τέ­ον ό­τι πρό­κει­ται για τον μο­να­δι­κό α­πό τους ε­πι­στο­λο­γρά­φους του Λε­γκράν, που εί­ναι ο­μή­λι­κός του και την πε­ρίο­δο της αλ­λη­λο­γρα­φίας τους, του­λά­χι­στον στο πρώ­το τμή­μα των 38 ε­πι­στο­λών, γραμ­μέ­νων στα ελ­λη­νι­κά και χω­ρίς με­γά­λα χρο­νι­κά κε­νά, α­πό τον Ιού­νιο 1869 μέ­χρι τον Νοέμ­βριο 1872, ο Λε­γκράν δεν εί­χε αρ­χί­σει να δι­δά­σκει στο Πα­νε­πι­στή­μιο. Άρα, θα μπο­ρού­σαν να θεω­ρη­θούν, α­πό κά­θε ά­πο­ψη, ως ι­σό­τι­μοι, κα­θώς αμ­φό­τε­ροι μό­λις ξε­κι­νού­σαν. Ο Πα­πα­κώ­στας δια­βε­βαιώ­νει ό­τι, σύμ­φω­να με τις πη­γές του, ο Λε­γκράν εκ­φρα­ζό­ταν υ­πο­τι­μη­τι­κά για το έρ­γο του Σά­θα. Το για­τί μέ­νει με­τέω­ρο.     
Κα­τά τα άλ­λα, ό­σο α­φο­ρά την έκ­δο­ση της αλ­λη­λο­γρα­φίας, ι­σχύει η αρ­χή, ό­τι το κα­λό πράγ­μα αρ­γεί να γί­νει. Η “αρ­χεια­κή με­λέ­τη” τυ­πώ­θη­κε Νοέ. 2011. Πα­ρου­σιά­ζει έ­να ε­πι­στο­λι­κό σώ­μα 160 γραμ­μά­των α­πό τα κα­τά­λοι­πα του Λε­γκράν, που, με το θά­να­τό του, έ­μει­ναν στον Περ­νώ. Το 1903, ο δεύ­τε­ρος ή­ταν 33 ε­τών. Πέ­θα­νε το 1946. Ένα χρό­νο νω­ρί­τε­ρα, πή­γε στο Πα­ρί­σι ως υ­πό­τρο­φος του γαλ­λι­κού κρά­τους ο Στα­μά­της Κα­ρατ­ζάς, τό­τε νέ­ος δι­δά­κτο­ρας. Ο Περ­νώ του ε­μπι­στεύ­τη­κε το εν λό­γω ε­πι­στο­λι­κό σώ­μα προς έκ­δο­ση. Εκεί­νος, με τη σει­ρά του, δε­κα­ε­τίες αρ­γό­τε­ρα, το ε­μπι­στεύ­τη­κε, και πά­λι προς έκ­δο­ση, σε έ­ναν άλ­λο νέο δι­δά­κτο­ρα, τον Πα­πα­κώ­στα. Στο προοί­μιο της έκ­δο­σης, αυ­τός δεν προσ­διο­ρί­ζει τη χρο­νο­λο­γία. Πά­ντως ο Κα­ρατ­ζάς πέ­θα­νε το 1986, αλ­λά, λό­γω προ­βλη­μά­των υ­γείας, εί­χε ε­γκα­τα­λεί­ψει το Πα­νε­πι­στή­μιο α­πό το 1975. 
Στο προοί­μιό του, ο Πα­πα­κώ­στας προσ­διο­ρί­ζει ό­τι δεν πρό­κει­ται για προ­σω­πι­κή αλ­λη­λο­γρα­φία αλ­λά για ε­πι­στη­μο­νι­κό διά­λο­γο. Κι αν ό­χι α­κρι­βώς για διά­λο­γο, για μια σει­ρά α­πό μο­νο­λό­γους, που α­ντα­να­κλούν  το πώς γι­νό­ταν τό­τε η έ­ρευ­να γε­νι­κό­τε­ρα, και πέ­ραν του συ­γκε­κρι­μέ­νου πα­ρα­δείγ­μα­τος της κα­τάρ­τι­σης α­πό τον Λε­γκράν της Βι­βλιο­γρα­φίας του. Ο Πα­πα­κώ­στας α­να­δει­κνύει αυ­τό “το ρεύ­μα ι­δεώ­ν” με­τα­ξύ Ανα­το­λής και Δύ­σης, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τις έ­ρευ­νες των ε­πι­στο­λο­γρά­φων. Οι ε­πι­στο­λι­κοί μο­νό­λο­γοι δια­τάσ­σο­νται ως ε­ξής: 41 ε­πι­στο­λές Σά­θα, στο διά­στη­μα 1869-1880, α­πό Αθή­να, Βιέν­νη, Βε­νε­τία, Πα­ρί­σι, με κε­νό το διά­στη­μα 1872-1877, κα­τά το ο­ποίο συ­να­ντή­θη­καν στο Πα­ρί­σι και συ­νερ­γά­στη­καν. Η αλ­λη­λο­γρα­φία τους ξε­κι­νά, ό­πως και ό­λες οι άλ­λες, κα­τά πα­ρό­τρυν­ση κοι­νού γνω­στού. Ανταλ­λάσ­σουν πλη­ρο­φο­ρίες και συ­χνά ο έ­νας σχο­λιά­ζει βι­βλίο του άλ­λου, ε­νώ αλ­λη­λο­κα­λύ­πτουν α­νά­γκες σε α­γο­ρές βι­βλίων. Ο Σά­θας του α­ντι­γρά­φει του­λά­χι­στον δυο έρ­γα και του υ­πο­δει­κνύει με­τά ε­πι­μο­νής τα α­ξιό­λο­γα προς έκ­δο­ση, ό­πως τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα του Κο­λο­κο­τρώ­νη και τη γραμ­μα­τι­κή του Νι­κό­λα­ου Σο­φια­νού. Αντι­θέ­τως, τον α­πο­τρέ­πει να α­να­τυ­πώ­σει κά­ποια άλ­λα, ό­πως την φυλ­λά­δα του Σπα­νού. Εδώ, ο ε­πι­με­λη­τής πα­ρα­τη­ρεί ό­τι ο Σά­θας α­ντι­με­τω­πί­ζει τον Λε­γκράν ι­σό­τι­μα, αν ό­χι α­πό θέ­ση υ­πε­ρο­χής, χω­ρίς να λαμ­βά­νει υ­πό­ψη του την ε­πι­στη­μο­νι­κή πρόο­δο ε­κεί­νου. Θα λέ­γα­με ό­τι εκ­φρά­ζε­ται με το κύ­ρος κά­ποιου που γνω­ρί­ζει έ­να θέ­μα α­πό πρώ­το χέ­ρι και τα κεί­με­να εξ αυ­το­ψίας, αλ­λά και με την υ­πε­ρο­χή της ελ­λη­νι­κής ως μη­τρι­κής γλώσ­σας. Απο­ρού­με για­τί χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον Σά­θα ως κά­ποιον που δεν ά­σκη­σε κα­νέ­να ε­πάγ­γελ­μα, με κρι­τή­ριο ό­τι η πη­γή της χρη­μα­το­δό­τη­σής του ή­ταν το κρά­τος.  Με αυ­τήν τη λο­γι­κή, και σή­με­ρα, ε­ρευ­νη­τής θα πρέ­πει να θεω­ρεί­ται μό­νο ο ορ­γα­νι­κά ε­νταγ­μέ­νος σε έ­να ί­δρυ­μα ή ο χρη­μα­το­δο­τού­με­νος α­πό αυ­τό. 
Ακο­λου­θούν 18 ε­πι­στο­λές του Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τη Βα­σί­λειου Γεωρ­γιά­δη, α­πό το Μό­να­χο, την πε­ρίο­δο Ιουν. 1882-Απρ. 1883. Τό­τε με­τα­πτυ­χια­κός φοι­τη­τής ο Γεωρ­για­δης - εί­ναι ο κα­τό­πιν Πα­τριάρ­χης Βα­σί­λειος ο Γ΄- γρά­φει ε­κτε­νείς ε­πι­στο­λές, στις ο­ποίες πε­ρι­γρά­φει βι­βλία, πολ­λά α­πό τα ο­ποία και τού α­ντι­γρά­φει. Εί­ναι μό­λις πέ­ντε χρό­νια νεό­τε­ρος του Λε­γκράν, αλ­λά ο τό­νος των ε­πι­στο­λών εί­ναι αυ­τός του ευ­πει­θούς μα­θη­τού. Έπο­νται οι 14 ε­πι­στο­λές του πη­λιο­ρεί­τη δά­σκα­λου και ιε­ρέα Αθα­νά­σιου Πα­πα­δό­που­λου Κε­ρα­μέως, α­πό Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και Ιε­ρο­σό­λυ­μα, την πε­ρίο­δο Δεκ. 1884- Δεκ. 1887.  Δε­κα­πέ­ντε χρό­νια νεό­τε­ρος ο Κε­ρα­μεύς, 28 ε­τών το 1884, α­ντι­γρά­φει κυ­ρίως Μη­ναία και πε­ρι­γρά­φει εκ­κλη­σια­στι­κά βι­βλία, ό­πως και ο Γεωρ­γιά­δης. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, οι ε­πι­στο­λές του έ­χουν έ­ναν τό­νο οι­κειό­τη­τας. Ο τέ­ταρ­τος έλ­λη­νας ε­πι­στο­λο­γρά­φος εί­ναι ο ε­πί­σης Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­της Βα­σί­λειος Μυ­στα­κί­δης, 16 χρό­νια νεό­τε­ρος του Λε­γκράν, 30 ε­τών το 1888, ό­ταν αρ­χί­ζει η αλ­λη­λο­γρα­φία τους, που εί­ναι και η με­γα­λύ­τε­ρη α­πό τις σω­ζό­με­νες, φθά­νο­ντας 49 ε­πι­στο­λές μέ­χρι το 1890. Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες σταλ­μέ­νες α­πό τη Γερ­μα­νία, ό­που βρι­σκό­ταν ως με­τα­πτυ­χια­κός φοι­τη­τής, ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στο Αρχείο του ελ­λη­νι­στή θε­ο­λό­γου του 16ου αιώ­να, Μαρ­τί­νου Κρού­σιου. Πο­λυ­λο­γά και μί­ζε­ρο τον βρί­σκει ο ε­πι­με­λη­τής. Μάλ­λον πο­λύ πρό­θυ­μος φαί­νε­ται σε ε­μάς, ό­πως και ο έ­τε­ρος με­τα­πτυ­χια­κός, ο Γεωρ­γιά­δης. Εί­ναι δύο φι­λό­τι­μοι α­ντι­γρα­φείς, που ε­πι­μέ­νουν στην πι­στή έκ­δο­ση των έρ­γων.
Γε­νι­κό­τε­ρα, δη­μιουρ­γεί­ται η ε­ντύ­πω­ση ό­τι οι ε­πι­στο­λο­γρά­φοι έ­χουν ως βα­σι­κό κί­νη­τρο την προ­βο­λή των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των στον ευ­ρω­παϊκό χώ­ρο, γι’ αυ­τό και νιώ­θουν υ­πό­χρε­οι α­πέ­να­ντι στον γάλ­λο ελ­λη­νι­στή και, α­πό μια στιγ­μή και με­τά, πα­νε­πι­στη­μια­κό. Εκεί­νος, α­πό την πλευ­ρά του, στο Πα­ρί­σι ή και στην ε­ξο­χή, κα­τήρ­τι­ζε με βά­ση τις πλη­ρο­φο­ρίες  και τις α­ντι­γρα­φές τους τα δελ­τία της Βι­βλιο­γρα­φίας. Σε αυ­τά, α­νέ­φε­ρε τη βι­βλιο­θή­κη, αλ­λά ό­χι πά­ντο­τε τον ε­ρευ­νη­τή. Η μνεία ε­ξαρ­τιό­ταν α­πό τη θέ­ση που κα­τεί­χε. Ένας με­τα­πτυ­χια­κός, τό­τε ό­πως και σή­με­ρα, δεν μνη­μο­νεύε­ται. Ορι­σμέ­νες α­πό τις αλ­λη­λο­γρα­φίες φαί­νε­ται να δια­κό­πτο­νται λό­γω οι­κο­νο­μι­κού αι­τή­μα­τος του ε­ρευ­νη­τή. Κά­ποια πράγ­μα­τα ό­πως φαί­νε­ται δεν αλ­λά­ζουν. Σε αυ­τά θα πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με την δι­χό­νοια, που φαί­νε­ται να υ­πάρ­χει α­να­με­τα­ξύ  κά­ποιων ε­πι­στο­λο­γρά­φων. Ενώ, ο­μα­δι­κά πυ­ρά ε­ξα­πο­λύουν ε­να­ντίον του Μα­νουήλ Γε­δεών, στα ο­ποία προ­στί­θε­ται και η α­ντι­πά­θεια του Λε­γκράν, κα­θώς φαί­νε­ται ό­τι ο Γε­δεών, α­πό μιας αρ­χής, του εί­χε ζη­τή­σει α­μοι­βή για την ό­ποια βοή­θεια στην έ­ρευ­να. Όπως και να έ­χει, δεν δί­νο­νται α­κρι­βείς πλη­ρο­φο­ρίες για τις σχέ­σεις αυ­τών των δυο, πα­ρά μό­νο ό­τι ή­ταν και ο Γε­δεών α­νά­με­σα στους ε­πι­στο­λο­γρά­φους του Λε­γκράν. 
 Πέ­ρα α­πό τις ε­πι­μέ­ρους πα­ρα­τη­ρή­σεις, εν­δε­χο­μέ­νως μεμ­ψί­μοι­ρες, η έκ­δο­ση της αλ­λη­λο­γρα­φίας εί­ναι άρ­τια, τό­σο ως ε­πι­στο­λι­κό σώ­μα ό­σο και ως αρ­χεια­κή με­λέ­τη. Ενδει­κτι­κό της προ­σε­κτι­κής ε­πι­μέ­λειας εί­ναι ο υ­πο­μνη­μα­τι­σμός, ο ο­ποίος δεν ε­ξαν­τλεί­ται στην α­πλή λημ­μα­το­γρά­φη­ση, αλ­λά συ­χνά προ­κύ­πτει α­πό αρ­χεια­κή έ­ρευ­να. Σε αυ­τό πρέ­πει να συ­νυ­πο­λο­γι­στεί και η συμ­βο­λή του Ιδρύ­μα­τος Ου­ρά­νη, που συ­μπε­ριέ­λα­βε στο εκ­δο­τι­κό του πρό­γραμ­μα την α­ντιε­μπο­ρι­κή αυ­τή έκ­δο­ση. Εκεί­νο, πά­ντως, που κα­θί­στα­ται σα­φές α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία Λε­γκράν εί­ναι ό­τι αυ­τή η μνη­μειώ­δης Βι­βλιο­γρα­φία δεν ο­φεί­λε­ται α­πο­κλει­στι­κά σε έ­να πρό­σω­πο. Ένα  πο­σο­στό της, το ο­ποίο μέ­νει α­διευ­κρί­νι­στο, προέ­κυ­ψε μέ­σα α­πό συλ­λο­γι­κό μόχ­θο. Εκεί­νος, ε­κτός α­πό ε­μπνευ­στής και συ­στη­μα­τι­κός ε­ρα­νι­στής λημ­μά­των ο ί­διος,  κρα­τά θέ­ση μό­νι­μου συ­ντο­νι­στή και αυ­στη­ρού ε­λε­γκτή στο τε­λι­κό ά­θροι­σμα του λημ­μα­το­λο­γίου.  Πί­σω του, ό­μως, στοι­χί­ζο­νται, δη­λω­μέ­να ή ό­χι, α­κό­μη κά­ποια πρό­σω­πα. Εξ αυ­τών, το πό­σο α­κρι­βώς συ­νέ­βαλ­λε ο κα­θέ­νας συ­νι­στά έ­να ζη­τού­με­νο, το ο­ποίο ί­σως να μη μά­θου­με πο­τέ. 


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/5/2012.