Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Γεύση μιας επετείου

Νά­σος Βα­γε­νάς
«Η Πα­ρα­μόρ­φω­ση
του Κα­ρυω­τά­κη»
Εκδ. Μι­κρή Άρκτος
Νοέ. 2015

 
Το 2016, με­τα­ξύ άλ­λων ε­πε­τείων, πα­ρα­τάσ­σο­νται και δυο ση­μα­ντι­κών λο­γο­τε­χνώ­ν· ε­νός της πε­ζο­γρα­φίας και ε­νός της ποίη­σης. Ως ε­πέ­τειος, βα­ραί­νει αυ­τή του Μι­χαήλ Μη­τσά­κη, κα­θώς πρό­κει­ται για ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα α­πό τον θά­να­τό του. Ως λο­γο­τε­χνι­κό ό­νο­μα, ό­μως, μάλ­λον κερ­δί­ζει ο Κώ­στας Κα­ρυω­τά­κης, με τη συ­μπλή­ρω­ση 120 ε­τών α­πό τη γέν­νη­σή του. Συ­μπτω­μα­τι­κά, σε αυ­τούς τους δυο, σταυ­ρώ­νο­νται οι γεν­νή­σεις με τους θα­νά­τους τους. Το 2018, θα συ­μπλη­ρώ­νο­νται ε­νά­μι­σι αιώ­νας α­πό τη γέν­νη­ση του Μη­τσά­κη (αν δε­χτού­με, ό­πως έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει, το 1868 ως έ­τος γέν­νη­σης και ό­χι το 1863) και 90 έ­τη α­πό την αυ­το­χει­ρία του Κα­ρυω­τά­κη. Κα­τά τα άλ­λα, το 1896, η γέν­νη­ση του Κα­ρυω­τά­κη συ­μπί­πτει με τον “δια­νο­η­τι­κό θά­να­το” του Μη­τσά­κη, τον ο­ποίο ση­μα­το­δο­τεί ο ε­γκλει­σμός του στο Δρο­μο­καΐτειο, στις 17 Απρ. 1896. Υπό μία έν­νοια ό­μως, θα μπο­ρού­σε να εί­χε κι αυ­τός εγ­γρα­φεί στους αυ­τό­χει­ρες της λο­γο­τε­χνίας. Αρκεί, το 1894, η πι­στο­λιά της Πά­τρας να εί­χε συ­ντε­λε­σθεί. Μη έ­χο­ντας, ό­μως, ο Μη­τσά­κης την α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα του αυ­τό­χει­ρα της Πρέ­βε­ζας, συ­νέ­χι­σε το τα­ξί­δι του για την Κέρ­κυ­ρα, έ­γρα­ψε τον «Αυ­τό­χει­ρα» και ε­πέ­στρε­ψε στην Αθή­να. Αυ­τός έ­στει­λε τον «Αυ­τό­χει­ρα» στην ε­φημ. «Ακρό­πο­λη» προς δη­μο­σίευ­ση και οι δι­κοί του τον ί­διο πί­σω στο Άσυ­λο της Κέρ­κυ­ρας.   
Το 1986, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, σε α­να­κοί­νω­σή του στο Επι­στη­μο­νι­κό Συ­μπό­σιο για τον Κα­ρυω­τά­κη, αυ­το­σαρ­κα­ζό­με­νος, α­πο­κα­λεί ε­αυ­τόν “φι­λο­λο­γι­κό χα­φιέ”, σχο­λιά­ζο­ντας: “Τρια­ντά­χρο­νος ο Κα­ρυω­τά­κης, έ­μει­νε α­νύ­πα­ντρος διό­τι ή­ταν συ­φι­λι­δι­κός - ό­πως ο Βι­ζυη­νός ή ο Μη­τσά­κης ή ο Φι­λύ­ρας, οι ο­ποίοι πέ­θα­ναν τρε­λοί.” Πα­ρά μία σφαί­ρα, λοι­πόν, ο έ­νας έ­μει­νε στους τρε­λούς και ο άλ­λος στους αυ­τό­χει­ρες. Κα­τά τα άλ­λα, πέ­ρα­σαν α­πό τα ί­δια μέ­ρη - στα έ­δρα­να της Νο­μι­κής του Αθή­νη­σι, στην Πά­τρα - αλ­λά, με η­λι­κια­κή δια­φο­ρά μίας γε­νιάς, δεν συ­να­ντή­θη­καν. Συ­μπτω­μα­τι­κά, ο Κα­ρυω­τά­κης, και τις δυο φο­ρές, που βρέ­θη­κε στην Πά­τρα - στα 13 και τα 32 του – α­σχο­λεί­το με τον πε­ζό λό­γο. Θα μπο­ρού­σε ά­ρα­γε να εί­χε δια­βά­σει Μη­τσά­κη; Η δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του Κώ­στα Στερ­γιό­που­λου, «Οι ε­πι­δρά­σεις στο έρ­γο του Κα­ρυω­τά­κη», πε­ριο­ρί­ζε­ται στον ποιη­τή. Πιο ε­πί­και­ρη εί­ναι η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο, το 2016, θα μνη­μο­νευ­θούν οι συ­γκε­κρι­μέ­νες ε­πέ­τειοι. Με τα Ιδρύ­μα­τα να υ­πο­λει­τουρ­γούν, διό­λου α­πί­θα­νο να μην μνη­μο­νευ­θεί κα­μία ε­πέ­τειος. Για τις συ­γκε­κρι­μέ­νες, πι­θα­νόν να υ­πάρ­ξουν με­μο­νω­μέ­νες δη­μο­σιεύ­σεις, ί­σως και κά­ποιο α­φιέ­ρω­μα πε­ριο­δι­κού. Κι αυ­τό, αν έ­χει α­πο­μεί­νει σε φι­λό­λο­γους και συγ­γρα­φείς έ­στω και λί­γη α­πό την διά­θε­ση, που εί­χαν ε­πι­δεί­ξει προς τα τέ­λη του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να και τα πρώ­τα χρό­νια του τρέ­χο­ντος, για ξα­να­κοί­ταγ­μα και α­να­θεώ­ρη­ση α­πό­ψεων.
Προ ει­κο­σα­ε­τίας, Δεκ. 1996, στο α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Αντί» για τα ε­κα­τό χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Κα­ρυω­τά­κη, α­να­φέ­ρε­ται, ει­σα­γω­γι­κά, το πό­σο ε­πί­και­ρη εί­ναι η ε­πα­να­νά­γνω­σή του, δε­δο­μέ­νου “του ε­ρευ­νη­τι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος και των ε­πιρ­ροών του στη σύγ­χρο­νη ελ­λη­νι­κή ποίη­ση”. Τό­τε, σε άλ­λο α­φιέ­ρω­μα, ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου εί­χε δη­μο­σιεύ­σει «Μία συλ­λο­γή βι­βλιο­γρα­φίας του Κ. Γ. Κα­ρυω­τά­κη», προς υ­πο­γράμ­μι­ση, ό­πως σχο­λιά­ζει, “της α­δι­καιο­λό­γη­της έλ­λει­ψης α­νά­λο­γης ερ­γα­σίας για έ­ναν ποιη­τή που δεν έ­πα­ψε να με­λε­τά­ται α­πό τις πρώ­τες εμ­φα­νί­σεις του.” Ο Αργυ­ρίου τα­ξι­νο­μεί­ται στους κρι­τι­κούς, για τους ο­ποίους η βι­βλιο­γρα­φι­κή κα­τα­γρα­φή εί­ναι α­να­γκαία για να δο­μή­σουν τη συλ­λο­γι­στι­κή τους. Σε έ­να α­πό τα πα­λαιό­τε­ρα κεί­με­νά του για τον Κα­ρυω­τά­κη πα­ρα­τη­ρεί: “Δυ­στυ­χώς δεν έ­χο­με βι­βλιο­γρα­φία α­πό τον Γιώρ­γο Κα­τσί­μπα­λη για να α­πο­κο­μί­σου­με μια κα­θα­ρή ει­κό­να της πο­ρείας της κρι­τι­κής σκέ­ψης γι’ αυ­τόν.”

Στο ί­διο ση­μείο βρι­σκό­μα­στε και σή­με­ρα, χω­ρίς κα­θα­ρή ει­κό­να ού­τε της πο­ρείας ού­τε του τρέ­χο­ντος στίγ­μα­τος της κρι­τι­κής σκέ­ψης. Εξα­κο­λου­θεί ό­μως και σε ποια έ­κτα­ση να α­πα­σχο­λεί το φαι­νό­με­νο Κα­ρυω­τά­κη; Ισχύει το πα­ρά­δο­ξο του Κα­ρυω­τά­κη, ό­πως το ό­ρι­ζε, προ ει­κο­σα­ε­τίας, ο Νά­σος Βα­γε­νάς, δη­λα­δή το πώς η ώ­ρι­μη ποίη­σή του, με την τε­χνο­τρο­πία της πα­λαιάς, της πριν τη νε­ο­τε­ρι­κή ποίη­σης, κα­τορ­θώ­νει και δί­νει την αί­σθη­ση του και­νούρ­γιου; Μή­πως η κα­τά Βα­γε­νά ι­διο­τυ­πία της ποίη­σής του, “η γεύ­ση να υ­περ­βαί­νει την τε­χνο­τρο­πία”, α­πα­λεί­φο­ντας την πα­λαιό­τη­τά της, α­ντί να ερ­μη­νευ­θεί, πα­ρα­κάμ­φθη­κε με την γε­νι­κό­τε­ρη ε­πί­τα­ση της γεύ­σης; Πα­ρά­δειγ­μα, τα ε­ρω­τι­κά του Κα­βά­φη, που ιε­ραρ­χού­νται βά­ση της ε­λευ­θε­ριό­τη­τας της γεύ­σης, δη­λα­δή του αι­σθή­μα­τος α­πό την ε­μπει­ρία της α­νά­γνω­σης, και ό­χι της ό­ποιας στι­χουρ­γι­κής τους, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­λευ­θε­ρω­μέ­νης. 
Προ­σώ­ρας, α­να­μέ­νο­ντας η ε­πέ­τειος να α­πο­τε­λέ­σει κί­νη­τρο “ε­πα­νεκ­κί­νη­σης”, που θα ξε­θο­λώ­σει το το­πίο, στο 56ο Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Θεσ­σα­λο­νί­κης, προ­βλή­θη­κε η ται­νία του Κύ­πριου σκη­νο­θέ­τη και σε­να­ριο­γρά­φου Κύ­ρου Πα­πα­βα­σι­λείου, «Οι ε­ντυ­πώ­σεις ε­νός πνιγ­μέ­νου», ε­νώ, στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, που κυ­ρίως εν­δια­φέ­ρει, η με­λέ­τη του Βα­γε­νά, «Η πα­ρα­μόρ­φω­ση του Κα­ρυω­τά­κη», κυ­κλο­φό­ρη­σε σε ε­παυ­ξη­μέ­νη (με την προ­σθή­κη δυο με­λε­τών, που σχε­δόν δι­πλα­σιά­ζουν τις σε­λί­δες)  δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση α­πό άλ­λον εκ­δό­τη. Η πρώ­τη, προ δε­κα­ε­τίας, δεν α­πο­τέ­λε­σε έ­ναυ­σμα για συ­ζη­τή­σεις γύ­ρω α­πό την ει­κό­να του Κα­ρυω­τά­κη. Πα­ρό­λο που, τό­τε α­κό­μη, δη­μο­σιεύο­νταν κά­ποιες α­νταλ­λα­γές α­πό­ψεων. Αν και γε­νι­κό­τε­ρα, ι­σχύει η πα­ρα­τή­ρη­ση του Τί­μου Μα­λά­νου: “Δυό ρω­μιοί που, κα­τ’ αρ­χήν, δε συμ­φω­νούν πά­νω σ’ έ­να ζή­τη­μα, εί­ναι μοι­ραίο να μη συμ­φω­νή­σουν πο­τέ, ό­σο και αν συ­νε­χί­σουν τη συ­ζή­τη­σή τους.” Αλλά και μό­νο η συ­ζή­τη­ση, γεν­νά πρό­σθε­τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα, που λει­τουρ­γούν δια­φω­τι­στι­κά. Τα κεί­με­να του Βα­γε­νά, μά­λι­στα, ε­κτός α­πό το εν­δια­φέ­ρον των θε­μά­των, που ε­πι­ση­μαί­νουν ή και α­να­κι­νούν, προ­κα­λούν, και μό­νο με τον α­ντιρ­ρη­τι­κό τους τό­νο, συ­ζή­τη­ση.  

Μία δι­κή μας α­πο­ρία, με­τέω­ρη α­πό την πρώ­τη έκ­δο­ση, α­φο­ρά τον τίτ­λο, κα­θώς έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι λει­τουρ­γεί πα­ρα­πλα­νη­τι­κά. Καλ­λιερ­γεί λαν­θα­σμέ­νες προσ­δο­κίες, δε­δο­μέ­νου ό­τι η πα­ρα­μόρ­φω­ση ως πρώ­τη και κυ­ρίαρ­χη έν­νοια, μο­να­δι­κή, μά­λι­στα, σε έ­να λε­ξι­κό της δη­μο­τι­κής ό­πως του Κρια­ρά, έ­χει την αλ­λα­γή προς το χει­ρό­τε­ρο. Ωστό­σο, η ε­πι­χει­ρού­με­νη α­να­θεώ­ρη­ση της ει­κό­νας του Κα­ρυω­τά­κη ή α­κρι­βέ­στε­ρα, της ποίη­σής του, στην ο­ποία ο Βα­γε­νάς α­να­φέ­ρε­ται, δεν με­τα­βάλ­λει ε­πί τα χεί­ρω το πρό­σω­πο του ποιη­τή, αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, το με­γα­λύ­νει. Οι εν λό­γω α­να­θεω­ρη­τι­κοί δεν α­σκούν αρ­νη­τι­κή κρι­τι­κή, αλ­λά θε­τι­κή, α­νε­ξάρ­τη­τα αν οι ε­πι­ση­μάν­σεις τους μπο­ρεί να α­πο­δει­χθούν με­ρι­κώς ή και εν ό­λω λαν­θα­σμέ­νες. Βε­βαίως, χα­ρα­κτη­ρι­σμοί της μορ­φής θε­τι­κός-αρ­νη­τι­κός εί­ναι συ­νάρ­τη­ση της ε­πο­χής που εκ­φέ­ρο­νται. Όπως, άλ­λω­στε, και ε­κεί­νοι που α­πο­δί­δο­νται στον Κα­ρυω­τά­κη: πο­λι­τι­κός ποιη­τής, α­ρι­στε­ρός, “α­ντιελ­λη­νο­κε­ντρι­κός”. Από την ε­πο­χή του Κα­ρυω­τά­κη και για κο­ντά μι­σό αιώ­να α­πό τον θά­να­τό του, το μεν ελ­λη­νο­κε­ντρι­κός συ­νι­στού­σε έ­παι­νο, το δε α­ρι­στε­ρός ψό­γο. Για να φτά­σου­με σή­με­ρα, που η με­λέ­τη του Βα­γε­νά ε­πα­νεκ­δί­δε­ται, οι έν­νοιες να τρα­μπα­λί­ζο­νται ε­πι­σφα­λώς.

Το 2003, ο Βα­γε­νάς ε­πέ­λε­ξε τον τίτ­λο για μία διά­λε­ξη στο Ίδρυ­μα Τά­κη Σι­νό­που­λου, ε­νταγ­μέ­νη στον δεύ­τε­ρο θε­μα­τι­κό κύ­κλο 2002-2003, με τίτ­λο, «Μα­τιές στη Νεώ­τε­ρη Ελλη­νι­κή Ποίη­ση (1930-1960)», τον ο­ποίο διορ­γά­νω­νε το νεό­τευ­κτο τό­τε Σπου­δα­στή­ριο Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Ποίη­σης, που εί­χε δη­μιουρ­γη­θεί υ­πό τη σκέ­πη του Ιδρύ­μα­τος. Το ε­πό­με­νο έ­τος, η διά­λε­ξη πή­ρε τη μορ­φή σει­ράς ο­κτώ ε­πι­φυλ­λί­δων και το με­θε­πό­με­νο, βι­βλίου. Σε ό­λες αυ­τές τις με­τα­μορ­φώ­σεις, μέ­χρι και την πρό­σφα­τη, ο τίτ­λος πα­ρα­μέ­νει. Ως μό­το του βι­βλίου ε­πι­λέ­γε­ται στί­χος α­πό ε­ρω­τι­κό σαιξ­πη­ρι­κό σο­νέ­το, στο ο­ποίο ο ε­ρω­τευ­μέ­νος ε­κλι­πα­ρεί την κα­λή του, που τον α­πα­τά: O, call me not to justify the wrong. Η με­τα­φο­ρά του στί­χου α­πό τον ε­ρω­τευ­μέ­νο στον με­λε­τη­τή μοιά­ζει δί­ση­μη: τι δεν μπο­ρεί να α­πο­δε­χθεί ο με­λε­τη­τής, την α­δι­κία που γί­νε­ται στον ποιη­τή ή το σφάλ­μα;  Ήδη, ό­μως, α­πό το 1992, που ο Βα­γε­νάς χρη­σι­μο­ποιεί για πρώ­τη φο­ρά τη λέ­ξη πα­ρα­μόρ­φω­ση για έ­ναν ποιη­τή, τό­τε τον Κάλ­βο, έ­χει δώ­σει την α­πά­ντη­ση. Δεν υ­πο­φέ­ρει τη στρέ­βλω­ση της α­λή­θειας, ό­πως αυ­τός την τεκ­μη­ριώ­νει, κα­θώς σε αμ­φό­τε­ρες τις πε­ρι­πτώ­σεις, τό­σο στον Κάλ­βο ό­σο και στον Κα­ρυω­τά­κη, με ό,τι α­πο­κα­λεί πα­ρα­μόρ­φω­ση, α­πό μία ά­πο­ψη, το πρό­σω­πο του ποιη­τή φω­τί­ζε­ται. Στην πε­ρί­πτω­ση του Κάλ­βου, ως ελ­λη­νο­κε­ντρι­κού ποιη­τή, με α­γνό­η­ση των ι­τα­λι­κών έρ­γων του. Αντι­στρό­φως, σε ε­κεί­νη του Κα­ρυω­τά­κη, ως υ­πε­ρε­θνι­κού.

Η διά­λε­ξη του Βα­γε­νά εκ­κι­νεί α­πό τον Σε­φέ­ρη και τη δι­κή του πα­ρα­μόρ­φω­ση α­πό ό­σους “προ­βαί­νουν σε πα­ρα­νά­γνω­ση του έρ­γου του”, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντάς το ελ­λη­νο­κε­ντρι­κό. Το πρώ­το κε­φά­λαιο κα­τα­λή­γει με την προς α­πό­δει­ξη θέ­ση, ό­τι η πα­ρα­νά­γνω­ση του Σε­φέ­ρη φέ­ρει ως “πα­ρά­πλευ­ρες”, τις α­ντί­στοι­χης φύ­σεως πα­ρα­να­γνώ­σεις Κα­βά­φη και Κα­ρυω­τά­κη. Στην πα­ρα­νά­γνω­ση του πρώ­του α­φιε­ρώ­νει το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο του Πα­ραρ­τή­μα­τος, ε­νώ σε ε­κεί­νη του δεύ­τε­ρου, το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο του βι­βλίου, συ­νε­ξε­τά­ζο­ντας ε­κεί την πε­ρί­πτω­ση Εγγο­νό­που­λου. Τε­λι­κά, ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί πως πρό­κει­ται για τρεις ελ­λη­νο­κε­ντρι­κούς ποιη­τές. Δια­φέ­ρει, ω­στό­σο, η έμ­φα­ση με την ο­ποία α­πο­δί­δε­ται ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός. Ο Κα­βά­φης εί­ναι “πραγ­μα­τι­κά ελ­λη­νο­κε­ντρι­κός”, ό­πως και ο Εγγο­νό­που­λος, κα­τά δι­κή του πα­ρα­δο­χή.

Δια­φο­ρο­ποιεί­ται η πε­ρί­πτω­ση του Κα­ρυω­τά­κη, που ε­ξε­τά­ζε­ται πλα­γίως σε δυο συμ­με­τρι­κά κε­φά­λαια, με α­ντί­στοι­χα συμ­με­τρι­κούς τίτ­λους («Μια άλ­λη α­νά­γνω­ση του Κα­ρυω­τά­κη» και «Μια άλ­λη του Σε­φέ­ρη»), ό­που η ποίη­ση ε­νός ε­κά­στου α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται με τον τρό­πο, που οι α­να­θεω­ρη­τι­κοί κρι­τι­κοί διά­βα­σαν την ποίη­ση του άλ­λου. Σε αυ­τά, ο Βα­γε­νάς ε­πι­ση­μαί­νει, σε στί­χους και βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία, του μεν πρώ­του πα­τριω­τι­κά και α­ντι­δρα­στι­κά ί­χνη, του δε δεύ­τε­ρου τον “βα­θύ πο­λι­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα”. Κα­τα­λή­γει με τη δια­πί­στω­ση, πως η λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή του έρ­γου του Κα­ρυω­τά­κη πε­ριο­ρί­ζε­ται “στη δια­τύ­πω­ση α­ντι­σε­φε­ρι­κών αι­σθη­μά­τω­ν”. Ενώ, στο ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο «Ο Κα­ρυω­τά­κης και η γε­νιά του ’30», αμ­φι­σβη­τεί “την κυ­ρίαρ­χη κρι­τι­κή βε­βαιό­τη­τα ό­τι η γε­νιά του ’30 υ­πήρ­ξε ε­χθρι­κή προς την ποίη­ση του Κα­ρυω­τά­κη”. Το εν­δια­φέ­ρον, ό­μως, ε­δώ, δεν έ­γκει­ται τό­σο στα προ­σκο­μι­ζό­με­να τεκ­μή­ρια, ό­σο στην εκ προοι­μίου α­πό­φαν­ση, που ου­σια­στι­κά ε­πα­να­λαμ­βά­νει ε­κεί­νη του προ­η­γού­με­νου κε­φα­λαίου, ό­τι “ο μύ­θος αυ­τός εί­ναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρά­γω­γο της ψυ­χο­λο­γι­κής α­νά­γκης για α­να­κού­φι­ση ό­σων αι­σθά­νο­νται βα­ρειά τη σκιά του Σε­φέ­ρη.”

Ακό­μη και τον ε­κτο­πι­σμό του Τά­κη Πα­πα­τσώ­νη α­πό “τον ρό­λο του ως του πρώ­του Έλλη­να μο­ντερ­νι­στή”, ο Βα­γε­νάς τον α­πο­δί­δει στην αί­γλη που α­πο­λάμ­βα­νε ο Σε­φέ­ρης και η ο­ποία ε­νο­χλού­σε τους α­να­θεω­ρη­τές. Αυ­τοί, στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’80, ό­ταν αρ­χί­ζουν να αλ­λά­ζουν τα κρι­τή­ρια α­ξιο­λό­γη­σης και να προ­τάσ­σο­νται στοι­χεία πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κό­τη­τας και ε­τε­ρό­τη­τας, διέ­γρα­ψαν τον Πα­πα­τσώ­νη και πρό­βα­λαν τον Κα­ρυω­τά­κη. Όχι, ό­μως, σαν αυ­τα­ξία, αλ­λά ως πλέ­ον κα­τάλ­λη­λο να α­πο­τε­λέ­σει “το α­ντί­πα­λο δέ­ος του Σε­φέ­ρη”. Προς α­πό­δει­ξη αυ­τής της στρε­βλω­τι­κής υ­πο­κα­τά­στα­σης, προ­στέ­θη­καν τα δυο με­λε­τή­μα­τα της ε­παυ­ξη­μέ­νης έκ­δο­σης του βι­βλίου. Το συ­ντο­μό­τε­ρο «Ο Κα­ρυω­τά­κης και ο δε­κα­πε­ντα­σύλ­λα­βος», χω­ρίς α­να­φο­ρά πρώ­της δη­μο­σίευ­σης, και το ε­κτε­νές «Ο Τ. Κ. Πα­πα­τσώ­νης και η πρω­το­πο­ρια­κό­τη­τα».

Ο λό­γος του Βα­γε­νά εί­ναι διαυ­γής και αυ­στη­ρά δο­μη­μέ­νος. Πα­ρα­τάσ­σει σει­ρά συλ­λο­γι­σμών, ε­πα­κρι­βώς τεκ­μη­ριω­μέ­νων, με ε­παρ­κώς αι­τιο­λο­γη­μέ­να τα εν­διά­με­σα στά­δια, μη δια­φεύ­γο­ντας ού­τε στιγ­μή α­πό το κοι­νώς α­πο­δε­κτό ως α­λη­θές. Προ­τε­ρή­μα­τα, που τα βρί­σκου­με και στο λό­γο του Αργυ­ρίου. Δια­φέ­ρουν, ω­στό­σο, σε δυο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, κα­τα­γω­γι­κά της παι­δείας τους, τα ο­ποία δια­φο­ρο­ποιούν την πει­στι­κό­τη­τα των λό­γων τους και ως συ­νάρ­τη­ση του α­πο­δέ­κτη. Ο Αργυ­ρίου δί­νει σχε­δόν μα­θη­μα­τι­κή δο­μή στη δια­λε­κτι­κή δια­δι­κα­σία της πο­λιορ­κίας ε­νός θέ­μα­τος, με α­πο­τέ­λε­σμα να ει­σχω­ρεί και σε πιο κρυ­φές πτυ­χές. Γε­γο­νός που μπο­ρεί να ε­κτι­μη­θεί α­πό έ­να πιο ει­δι­κό ε­πί του θέ­μα­τος κοι­νό. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, ως κρι­τι­κός, έ­φε­ρε δια βίου ως μειο­νε­ξία την α­που­σία πα­νε­πι­στη­μια­κού ε­πι­πέ­δου φι­λο­λο­γι­κών σπου­δών. Αυ­τό, συ­χνά, τον ο­δη­γεί σε α­πο­λο­γη­τι­κές αυ­το­α­να­φο­ρές, που λει­τουρ­γούν πα­ρελ­κυ­στι­κά, συ­σκο­τί­ζο­ντας τις α­πο­φάν­σεις. Αντί­θε­τα, ο λό­γος του Βα­γε­νά, χαί­ρει την α­πό κα­θέ­δρας ι­σχύ, σε συν­δυα­σμό με την ά­νε­ση της τρι­βής του δα­σκά­λου. Άρα, εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρης εμ­βέ­λειας. Και ε­πει­δή το ύ­φος εί­ναι ο άν­θρω­πος, η ει­ρω­νεία τους δια­φέ­ρει. Του Αργυ­ρίου κρα­τά τη δια­κρι­τι­κή αιχ­μη­ρό­τη­τα του Αλε­ξαν­δρι­νού των πρώ­των δε­κα­ε­τιών του 20ου. Του Βα­γε­νά, δια­τη­ρεί την ευ­θύ­τη­τα του μη πρω­τευου­σιά­νου και λί­γο α­πό το φι­λο­πό­λε­μο του πο­δο­σφαι­ρι­στή, που έρ­χε­ται α­πό την “πο­δο­σφαι­ρο­μά­να Δρά­μα” της δε­κα­ε­τίας του ’50.

Αυ­τά α­πορ­ρέ­ουν α­πό τα κεί­με­να, ό­πως δεί­χνει, λ.χ., η συ­να­νά­γνω­ση δυο βι­βλίων τους: του Αργυ­ρίου για τον Πα­πα­τσώ­νη (το στερ­νό του, έκ­δο­ση Απρ. 2009, θά­να­τος 22 Μαί. 2009) και το πρό­σφα­το του Βα­γε­νά για τον Κα­ρυω­τά­κη. Συ­μπτω­μα­τι­κά, έ­χουν ως κοι­νό ση­μείο, ό­τι εκ­κι­νούν α­πό δια­λέ­ξεις. Μία α­πο­κλει­στι­κή βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση για το δεύ­τε­ρο θα μπο­ρού­σε να ξε­κι­νή­σει, πα­ρα­φρά­ζο­ντας τον στί­χο του Σι­νό­που­λου: “Εί­μαι έ­νας άν­θρω­πος που έρ­χε­ται συ­νε­χώς α­πό τον Πύρ­γο.” Ο Βα­γε­νάς εί­ναι έ­νας με­λε­τη­τής που έρ­χε­ται συ­νε­χώς α­πό τον Σε­φέ­ρη. Ήδη, στη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του, το 1979, “η εκ­φρα­στι­κή τόλ­μη του Σε­φέ­ρη σε ποιή­μα­τα της πρώ­της συλ­λο­γής του” ε­κτι­μά­ται “ρι­ζο­σπα­στι­κό­τε­ρη α­πό ε­κεί­νη του Κα­ρυω­τά­κη”, ξε­χω­ρί­ζο­ντας, “α­πό την πρώ­τη κιό­λας στιγ­μή, τον ποιη­τή της γε­νιάς του ’30 α­πό τον ποιη­τή της γε­νιάς του ’20”. Ενώ, το πρό­σφα­το βι­βλίο δεί­χνει ως λό­γος υ­πε­ρα­σπι­στι­κός του Σε­φέ­ρη.  Λ.χ., ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως οι ποιη­τές της γε­νιάς του ’30 ό­σες φο­ρές μί­λη­σαν για τον Κα­ρυω­τά­κη ή­ταν “α­πό ε­παι­νε­τι­κοί έως υ­μνη­τι­κοί”, ε­ντο­πί­ζο­ντας στον Σε­φέ­ρη έ­ξι α­να­φο­ρές, “που ό­λες εκ­φρά­ζουν θαυ­μα­σμό”.
Ωστό­σο, ό­πως συμ­βαί­νει σε πα­ρό­μοιες πε­ρι­πτώ­σεις, το συ­μπέ­ρα­σμα ε­ξαρ­τά­ται α­πό την φρά­ση που ε­πι­λέ­γε­ται. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Σε­φέ­ρης, στην α­λε­ξαν­δρι­νή ο­μι­λία του, 10 Ιουν. 1941, χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον Κα­ρυω­τά­κη “ποιη­τή με ε­ξαι­ρε­τι­κή ευαι­σθη­σία και με έρ­γο που λο­γα­ριά­ζει ω­σάν σταθ­μός στη λο­γο­τε­χνία μας”. Αλλά, λί­γο πιο κά­τω, προ­σθέ­τει, “ο Κα­ρυω­τά­κης τρα­γού­δη­σε, με τη χο­ρευ­τι­κή φα­ντα­σία του, τους τρα­γι­κούς γύ­ψους της κά­μα­ράς του”, ό­που εί­ναι ευ­διά­κρι­τος έ­νας τό­νος ει­ρω­νείας, που γνέ­φει προς “μία ποίη­ση χω­ρίς ο­ρί­ζο­ντα”, ό­πως ε­κεί­νη που α­πο­δί­δει στους “κα­ρυω­τα­κι­κούς ποιη­τές”. Ύστε­ρα, υ­πάρ­χουν και α­να­φο­ρές του Σε­φέ­ρη στον Κα­ρυω­τά­κη, ι­διω­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ό­πως οι ε­πι­στο­λι­κές, αρ­κού­ντως α­πορ­ρι­πτι­κές. Στα­χυο­λο­γού­με τη γνώ­μη του για το ποίη­μα του Κα­ρυω­τά­κη, «Εις Ανδρέ­αν Κάλ­βον», που “δια­βά­ζουν το 1931 ε­πει­δή εί­ναι γραμ­μέ­νο σε μια βα­βυ­λω­νι­κή κα­θα­ρεύου­σα και το βρί­σκουν νό­στι­μο. Η νο­στι­μιά ό­μως εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο ψε­γά­δι στην τέ­χνη”. Αλλά και τη σω­ρευ­τι­κή για ό­λους τους στί­χους του Κα­ρυω­τά­κη, που τους βρί­σκει κα­τώ­τε­ρους α­πό το ποίη­μα «Πε­λε­γρί­νος ή το τρα­γού­δι του δει­λι­νού» του α­φα­νούς σή­με­ρα, Κα­λύ­μνιου ποιη­τή, Γιάν­νη Ζερ­βού. Τε­λι­κά, εί­ναι α­πο­ρίας ά­ξιο, για­τί δεν έ­χουν συ­γκε­ντρω­θεί σε βι­βλίο τα με­λε­τή­μα­τα του Βα­γε­νά για την πα­ρα­μόρ­φω­ση του Σε­φέ­ρη, ό­που ο τίτ­λος θα κρα­τού­σε τη δυ­να­μι­κή του. Ένα πα­ρό­μοιο βι­βλίο λεί­πει.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/12/2015.

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

Δεινά γυναικών

Μαί­ρη Μι­κέ
«Κόκ­κι­νες ου­λές»
Εκδ. Ίκα­ρος
Οκτ. 2015

Πλή­θος οι α­πο­χρώ­σεις του μαύ­ρου στο πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο της Μαί­ρης Μι­κέ. Από το μαύ­ρο του α­πό­λυ­του σκο­τα­διού έως “το ε­κτυ­φλω­τι­κό μαύ­ρο” της “α­φέγ­γα­ρης νύ­χτας”. Ού­τε καν α­πο­χρώ­σεις του γκρι, που βρί­σκε­ται μεν κο­ντά στο μαύ­ρο, αλ­λά δια­σκε­δά­ζε­ται με ι­σχνή α­πό­χρω­ση λευ­κού. Επι­στρα­τεύου­με την πρό­σφο­ρη, σε με­τα­φο­ρι­κές χρή­σεις, ση­μειο­λο­γία των χρω­μά­των, κα­θώς, α­νέ­κα­θεν, ση­μα­το­δο­τεί ψυ­χο­λο­γι­κές κα­τα­στά­σεις ή και ευ­ρύ­τε­ρα, πα­ρα­πέ­μπει σε φυ­σι­κά και οι­κο­νο­μι­κο-κοι­νω­νι­κά  φαι­νό­με­να. Ει­δάλ­λως, χω­ρίς τη βοή­θεια των χρω­μά­των, πως να χα­ρα­κτη­ρί­σου­με τις α­ντι­δρά­σεις, που προ­κα­λεί μία πρώ­τη α­νά­γνω­ση των ι­στο­ριών της. Εκτός και αν κα­τα­φύ­γου­με στον πρό­σφα­το νε­ο­λο­γι­σμό της ο­μή­λι­κης συ­να­δέλ­φου της στα πα­νε­πι­στη­μια­κά έ­δρα­να του Αρι­στο­τε­λείου, Βε­νε­τίας Απο­στο­λί­δου, το “μη α­πό­λαυ­ση”, ό­που η σύ­ντα­ξη του αρ­νη­τι­κού μο­ρίου με ο­νο­μα­στι­κό τύ­πο α­ντι­στρέ­φει την έν­νοια της λέ­ξης, δη­λώ­νο­ντας την άρ­νη­σή της. Απηλ­λαγ­μέ­νη, ό­μως, α­πό ποιο­τι­κές συν­δη­λώ­σεις, τις ο­ποίες με­τα­φέ­ρουν τα υ­πάρ­χο­ντα ου­σια­στι­κά, ό­πως, λ.χ., η δυ­σα­ρέ­σκεια. Δε­δο­μέ­νου ό­τι δεν θέ­λου­με, εκ προοι­μίου, να α­πο­φαν­θού­με για το εν­δια­φέ­ρον του συγ­γρα­φι­κού εγ­χει­ρή­μα­τος, πα­ρά μό­νο να το­νί­σου­με το αί­σθη­μα δυ­σφο­ρίας ή και συ­ναι­σθη­μα­τι­κής πίε­σης, που μας κυ­ρίευ­σε στη δο­κι­μα­σία της πρώ­της α­νά­γνω­σης.
Αλλά, πα­ρά τα ό­ποια στε­νό­χω­ρα συ­ναι­σθή­μα­τα, συ­νε­χί­σα­με την α­νά­γνω­ση. Δη­λα­δή, ε­μπί­πτου­με στην πε­ρί­πτω­ση, που η Απο­στο­λί­δου ε­ξε­τά­ζει στο πρό­σφα­το δο­κί­μιό της, «Ζη­τή­μα­τα α­νά­γνω­σης», “ο α­να­γνώ­στης να συ­νε­χί­ζει, διό­τι υ­πάρ­χει κά­ποιος λό­γος, έ­χει κί­νη­τρο”. Μό­νο που ε­κεί­νη, κα­τά την α­νά­πτυ­ξη του θέ­μα­τος, δεν ε­ξαί­ρει την ε­πι­και­ρό­τη­τά του. Πι­θα­νώς να μην πα­ρα­κο­λου­θεί συ­στη­μα­τι­κά την λε­γό­με­νη πε­ζο­γρα­φία της κρί­σης, ο­πό­τε και της δια­φεύ­γει ο ζό­φος που κυ­ριαρ­χεί στις σε­λί­δες της. Αυ­τό το βα­θύ σκο­τά­δι της πα­ντε­λούς ελ­λεί­ψεως αι­σιό­δο­ξων προο­πτι­κών, που έ­χει κα­τα­στή­σει για τον ε­παγ­γελ­μα­τία βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή την “μη α­πό­λαυ­ση” της α­νά­γνω­σης κα­νό­να. Ανα­γκαίο, ό­μως, εί­ναι να αι­τιο­λο­γή­σου­με την δι­κή μας ε­πι­μο­νή, ώ­στε να μην μας α­πο­δο­θεί ως κί­νη­τρο η συγ­γρα­φή μίας α­κό­μη βι­βλιο­πα­ρου­σία­σης. Αν ή­ταν θέ­μα συ­νέ­πειας σε μία ε­βδο­μα­διαία ε­να­σχό­λη­ση, θα εί­χαν σει­ρά ουκ ο­λί­γα βι­βλία, που εκ­δο­τι­κά προ­η­γή­θη­καν και τα ο­ποία έ­χου­με ε­γκα­τα­λεί­ψει σε στά­διο η­μι­τε­λούς α­νά­γνω­σης.
Η α­παι­σιο­δο­ξία μπο­ρεί να ται­ριά­ζει και στο βι­βλίο της Μι­κέ, αλ­λά, σε αυ­τό, ο λό­γος εί­ναι ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κός. Δεν πρό­κει­ται για “μι­κρές κα­θη­με­ρι­νές ι­στο­ρίες”, ό­πως συ­στή­νε­ται στο κεί­με­νο του ο­πι­σθό­φυλ­λου. Οι δι­κές της μαύ­ρες ι­στο­ρίες ε­ξει­κο­νί­ζουν τα αι­σθή­μα­τα και τη ζωή γυ­ναι­κών πα­λαιό­τε­ρων και­ρών. Αν και α­πο­φεύ­γο­νται “α­κρι­βείς χρο­νι­κοί και χω­ρι­κοί προσ­διο­ρι­σμοί”, το βά­θος χρό­νου ο­ρί­ζε­ται πλα­γίως σε ε­κεί­νο της ε­βδο­μη­κο­ντα­ε­τίας, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την ε­μπό­λε­μη δε­κα­ε­τία του ’40. Ενώ, ο τό­πος δεί­χνει προς τη Βό­ρεια Ελλά­δα, με εμ­φα­νέ­στε­ρο ση­μείο τη γε­νέ­τει­ρα της συγ­γρα­φέως, την Κα­βά­λα. Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, ό­μως, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­λων των ι­στο­ριών εί­ναι, ό­τι στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό γυ­ναι­κεία πά­θη. Στο κεί­με­νο του ο­πι­σθό­φυλ­λου, η α­πο­κλει­στι­κή ε­στία­ση στη γυ­ναί­κα α­πο­σιω­πά­ται. Αντ’ αυ­τής, ως κέ­ντρο του εν­δια­φέ­ρο­ντος των ι­στο­ριών, προσ­διο­ρί­ζε­ται “το πά­σχον σώ­μα”. Μό­νο που το σώ­μα, ως δη­λω­τι­κό της έν­σαρ­κης   υ­πό­στα­σης του αν­θρώ­που, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει και τα δυο φύ­λα. Θα α­πο­τε­λού­σε φυ­λε­τι­κή διά­κρι­ση το μο­νο­πώ­λιο ε­νός “πά­σχο­ντος σώ­μα­τος” α­πό το θή­λυ, έ­στω και αν η γυ­ναί­κα, σε άλ­λες ε­πο­χές, ή και σή­με­ρα, σε άλ­λα ση­μεία του πλα­νή­τη, συ­νι­στά δι­πλά “πά­σχον σώ­μα”, κα­θώς, ε­πι­προ­σθέ­τως, υ­φί­στα­ται την αν­δρι­κή ε­ξου­σία.
Όσο α­φο­ρά τις ι­στο­ρίες του βι­βλίου, το γε­γο­νός ό­τι ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στη γυ­ναί­κα μάλ­λον λει­τουρ­γεί σε βά­ρος της α­φη­γη­μα­τι­κής οι­κο­νο­μίας. Σχε­δόν ω­θεί­ται στο άλ­λο ά­κρο, έ­τσι ό­πως ε­ξα­λεί­φει τον άν­δρα α­κό­μη και α­πό ρό­λους δευ­τε­ρα­γω­νι­στή. Ανδρι­κοί χα­ρα­κτή­ρες δεν πλά­θο­νται, σε ο­ρι­σμέ­νες ι­στο­ρίες μό­λις που σκια­γρα­φού­νται, και ε­κεί σχη­μα­τι­κά, α­κο­λου­θώ­ντας  μάλ­λον  τυ­πο­ποιη­μέ­να κοι­νω­νι­κά πρό­τυ­πα,  ό­πως  του άν­δρα δυ­νά­στη ή και βα­σα­νι­στή. Τε­λι­κά, ό­μως, το πό­σο αι­σθη­τή γί­νε­ται αυ­τή η αν­δρι­κή α­που­σία, ε­ξαρ­τά­ται α­πό την ε­πι­λε­χθεί­σα μορ­φή. Αλλιώς λει­τουρ­γεί σε μία ρε­α­λι­στι­κή α­φή­γη­ση κι αλ­λιώς στην α­πο­τύ­πω­ση ε­νός ε­νύ­πνιου ε­φιάλ­τη. Πα­ρά­δειγ­μα, έ­να α­πό τα κα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής, «Η μη­λί­τσα», ό­που η α­φή­γη­ση κε­ντιέ­ται με στί­χους α­πό το ο­μό­τιτ­λο δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι και μά­λι­στα, στα­χυο­λο­γεί α­πό δυο γνω­στές πα­ρα­λο­γές του, την λευ­κα­δί­τι­κη και την μα­κε­δο­νί­τι­κη. Η συγ­γρα­φέ­ας με­τα­πλά­θει τους στί­χους σε πε­ζό λό­γο, με ε­ξαί­ρε­ση έ­ναν στί­χο που χω­νεύει α­κέ­ραιο, κρα­τώ­ντας α­πό το ά­σμα το κου­βέ­ντια­σμα με “τη μη­λιά, μη­λί­τσα, που ’ναι στο γκρε­μό, τα μή­λα φορ­τω­μέ­νη”. Ακό­μη, συ­μπλη­ρώ­νει τα τρα­γου­δι­σμέ­να δρώ­με­να, με νε­κρό­δει­πνο “στα σα­ρά­ντα μνή­μα­τα με α­δέρ­φια και ξα­δέρ­φια”, ε­νώ, πα­ρα­δί­πλα, “το πα­ρά­μνη­μα βα­ρια­να­στε­νά­ζει”. Έτσι, α­πό “την τρε­λή μη­λιά” συν­θέ­τει μία ε­φιαλ­τι­κή κα­τά­βα­ση “στο μαύ­ρο πο­τά­μι του πα­ρελ­θό­ντος”.
Την ί­δια δε­ξιό­τη­τα, α­πρό­σμε­νη για πρω­τό­πει­ρο διη­γη­μα­το­γρά­φο, ε­πι­δει­κνύει στην προ­τασ­σό­με­νη ι­στο­ρία, «Εξό­ρι­στοι ρό­λοι». Όχι μπλε, σω­στό­τε­ρα μαύ­ρος, θα πρέ­πει να ή­ταν ο ο­ρί­ζο­ντας, τέ­λη Γε­νά­ρη ’50, που με­τέ­φε­ραν τις τε­λευ­ταίες ε­ξό­ρι­στες α­πό το Τρί­κε­ρι στην Μα­κρό­νη­σο. Από αυ­τό το χρο­νι­κό ση­μείο, ξε­κι­νά­ει η πρώ­τη ι­στο­ρία, που ση­μα­το­δο­τεί και το πιο μα­κρι­νό ση­μείο “του μαύ­ρου πα­ρελ­θό­ντος”, με “το νη­σί, γυ­μνό φα­λα­κρό”, μό­νο “φρυγ­μέ­νο χώ­μα” και α­ντί για πο­τά­μι, “χεί­μαρ­ρος”, που πλημ­μυ­ρί­ζει, πα­ρα­σέρ­νο­ντας τα πά­ντα, α­κό­μη και τις «Τρωά­δες», την πα­ρά­στα­ση που οι ε­ξό­ρι­στες μο­χθού­σαν να α­νε­βά­σουν. Έτοι­μα τα πρό­σω­πα, Εκά­βη, Ανδρο­μά­χη, Κασ­σάν­δρα, με τα πά­θη τους δρα­μα­το­ποιη­μέ­να α­πό τον Ευ­ρι­πί­δη. Η α­φή­γη­ση τα φέρ­νει στα μέ­τρα των σκο­τω­μών και των μαρ­τυ­ρίων της δε­κα­ε­τίας του ’40.
Στην ε­πό­με­νη ι­στο­ρία, που α­πο­τυ­πώ­νει τη μοί­ρα των γυ­ναι­κών στην με­τεμ­φυ­λια­κή πε­ρίο­δο, ο μύ­θος συ­γκε­ντρώ­νει στο ί­διο πρό­σω­πο πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας κα­κο­τυ­χίες. Όλες χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές της ε­πο­χής, ό­πως της ψυ­χο­κό­ρης, του στα­νι­κού γά­μου, της α­πο­μά­κρυν­σης α­πό τα γε­νέ­θλια χώ­μα­τα. Αυ­τή η τε­λευ­ταία, μά­λι­στα, πα­ρου­σιά­ζε­ται πιο ε­πώ­δυ­νη, κα­θώς η γυ­ναί­κα α­πό κα­μπί­σια, με την α­πο­ξή­ραν­ση α­πό τα έ­λη των Φι­λίπ­πων, βρέ­θη­κε στο α­νοί­κειο θα­λασ­σι­νό πε­ρι­βάλ­λον της Κα­βά­λας, με έ­ναν ξέ­νο άν­δρα. Εύ­στο­χος ο τίτ­λος, «Στε­κά­με­να νε­ρά», α­πο­δί­δει τη ζωή της πα­ντρε­μέ­νης και μη­τέ­ρας. Αν, ό­μως, δι­νό­ταν πνοή στον σύ­ζυ­γο, θα ε­ξι­σορ­ρο­πεί­το κά­πως η κα­θ’ υ­περ­βο­λήν δρα­μα­το­ποιη­μέ­νη α­φή­γη­ση. Αυ­τός συ­στή­νε­ται ως “κα­λο­βαλ­μέ­νος υ­γειο­νο­μι­κός υ­πάλ­λη­λος”, που ε­ρω­τεύ­τη­κε κε­ραυ­νο­βό­λα την δε­κα­ε­πτά­χρο­νη και την πή­ρε με το φου­στά­νι που φο­ρού­σε, ό­πως έ­λε­γαν οι πα­λαιό­τε­ροι. Ανά­με­σα στις με­τρη­μέ­νες κα­λές ψυ­χές στο αρ­σε­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον του βι­βλίου, του α­ντι­στοι­χού­σε πιο ε­νερ­γή συμ­με­το­χή στο μύ­θο, που θα κα­θά­ρι­ζε και τη γρι­φώ­δη κα­τά­λη­ξη.
Κά­ποια δει­νά των γυ­ναι­κών ε­πα­νέρ­χο­νται ως μο­τί­βα ή και κυ­ρίως θέ­μα­τα σε πε­ρισ­σό­τε­ρες ι­στο­ρίες. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, η α­φή­γη­ση σε υ­ψη­λούς τό­νους, χω­ρίς τις δια­κυ­μάν­σεις που κά­θε φο­ρά α­ντι­στοι­χούν στο μέ­γε­θος των τα­λαι­πω­ριών, έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι α­δυ­να­τί­ζει την πει­στι­κό­τη­τά της. Ταυ­τό­χρο­να, α­φαι­ρεί την α­ξία της ως ντο­κου­μέ­ντο μίας ε­πο­χής, που το γυ­ναι­κείο “σώ­μα ή­ταν ε­γκλω­βι­σμέ­νο και πει­θή­νιο σε τε­χνο­λο­γίες ε­ξου­σίας”,  κα­τά τη δο­κι­μια­κής υ­φής φρα­σε­ο­λο­γία στο κεί­με­νο του ο­πι­σθό­φυλ­λου. Για πα­ρά­δειγ­μα, δια­φο­ρε­τι­κή η στε­νο­χώ­ρια της γα­μή­λιας α­να­χώ­ρη­σης α­πό ε­κεί­νη της με­τα­νά­στευ­σης στη Γερ­μα­νία. Όπως στην ι­στο­ρία της κο­πέ­λας α­πό το α­πο­μα­κρυ­σμέ­νο χω­ριό, που εί­χε τα­λέ­ντο στο σχέ­διο και η πα­τρι­κή ε­ξου­σία φά­νη­κε ευ­νοϊκή. Το δι­κό της δρά­μα έ­γκει­ται στην α­πώ­λεια της έ­μπνευ­σης, κα­θώς “η μα­νία της έκ­φρα­σης” ε­ξα­νε­μί­στη­κε στα μο­λυ­βέ­νια σχε­δόν μαύ­ρα βό­ρεια το­πία.
Στη σχε­τι­κά με­γά­λη γκά­μα πε­ρι­πτώ­σεων, που ε­πι­ζη­τά να κα­λύ­ψει η συγ­γρα­φέ­ας, υ­πάρ­χει και ε­κεί­νη της κό­ρης, που πε­τυ­χαί­νει στις σπου­δές, “με έ­ρευ­νες, δια­τρι­βές και δη­μο­σιεύ­σεις”. Της “ώ­ρι­μης ε­πι­στη­μό­νισ­σας”, ό­πως αυ­το­χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται, που α­φη­γεί­ται α­πό τη δι­κή της ο­πτι­κή, αν­τλώ­ντας α­πό το φροϋδι­κό ο­πλο­στά­σιο, τη μη­τρι­κή κα­τα­πίε­ση, που ευ­νου­χί­ζει τον έ­ναν α­δελ­φό, τρέ­πο­ντας σε φυ­γή τον άλ­λο, μέ­χρι τη δι­κή της εκ­γύ­μνα­ση στην πει­θαρ­χία. Η α­φή­γη­ση ζω­ντα­νεύει την α­πο­πνι­κτι­κή οι­κο­γε­νεια­κή α­τμό­σφαι­ρα, με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές λε­πτο­μέ­ρειες, χω­ρίς πλα­τεια­σμούς. Μό­νο που οι θε­μα­τι­κοί πυ­ρή­νες εί­ναι τό­σο χρη­σι­μο­ποιη­μέ­νοι, ώ­στε μία α­κό­μη ρε­α­λι­στι­κή α­νά­πτυ­ξή τους να μην κε­ντρί­ζει το εν­δια­φέ­ρον.
Ύστε­ρα, ό­λες οι με­τα­να­στεύ­σεις στη Γερ­μα­νία δεν ή­ταν το ί­διο ο­δυ­νη­ρές. Λ.χ., άλ­λος ο πό­νος του χω­ρι­σμού της κό­ρης που πά­ει για σπου­δές και άλ­λος της Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τισ­σας, που α­φή­νει πί­σω σύ­ζυ­γο και παι­διά, για να πά­ει γα­ζώ­τρια σε γερ­μα­νι­κή βιο­μη­χα­νία και να βγά­λει τον ε­πιού­σιο της οι­κο­γέ­νειας. Στη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, η α­φή­γη­ση πρέ­πει να κά­νει α­φαί­μα­ξη της συ­γκι­νη­σια­κής φόρ­τι­σης και ό­χι να την ε­πι­τεί­νει α­κό­μη και με τον τίτ­λο, «Ακρω­τη­ρια­σμοί». Αλλά και η θε­μα­τι­κά συμ­με­τρι­κή ι­στο­ρία, της γυ­ναί­κας, που μέ­νει “σε ρη­μαγ­μέ­νες ε­παρ­χίες”, τέ­λη δε­κα­ε­τίας του ’50, για­τρο­πο­ρεύο­ντας τον άρ­ρω­στο ά­ντρα της, “βα­στα­δό­ρο στα κα­πνά”, και α­να­σταί­νο­ντας τα παι­διά τους,  εί­ναι και αυ­τή α­πό τη φύ­ση της τρα­γι­κή. Η ε­πι­πλέ­ον μυ­θο­πλα­στι­κή πλο­κή, με την βιαιο­πρα­γία του Βουλ­γά­ρου στην ε­φη­βεία της γυ­ναί­κας, την ο­ποία ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ε­τοι­μο­θά­να­τη στην κό­ρη της, ο­πό­τε ε­κεί­νη, που έ­χει στα­διο­δρο­μή­σει “στα έν­δο­ξα πα­νε­πι­στη­μια­κά ι­δρύ­μα­τα της Εσπε­ρίας”, με “βου­βό κλά­μα” κα­τα­νό­η­σης σβή­νει τη μη­τρι­κή α­μαρ­τία και φέρ­νει την α­νά­στα­ση, δεί­χνει μεν ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα, προ­σθέ­τει, ό­μως, με­λο­δρα­μα­τι­κές νό­τες.
Οπως και να έ­χει, ο Εμφύ­λιος και τα με­τεμ­φυ­λια­κά χρό­νια κα­λύ­πτο­νται με ι­στο­ρίες ά­με­σα συ­νυ­φα­σμέ­νες με το ι­στο­ρι­κό πλαί­σιο, ε­νώ η ι­στο­ρία για τα χρό­νια της δι­κτα­το­ρίας, με τη γυ­ναί­κα δε­σμώ­τη στο ε­χθρι­κό σόι του συ­ζύ­γου, που ε­ξει­κο­νί­ζε­ται με το τυ­πι­κό δί­δυ­μο πε­θε­ράς-κου­νιά­δας, θα μπο­ρού­σε να συμ­βαί­νει σε ο­ποιο­δή­πο­τε χρό­νο, αρ­κεί ο σύ­ζυ­γος να ή­ταν σε θέ­ση να ε­πι­βάλ­λει πα­ρό­μοιες, της α­ρε­σκείας του, συ­νυ­πάρ­ξεις. Εκεί­νο, ω­στό­σο, που δια­κρί­νει την εν λό­γω ι­στο­ρία, εί­ναι η ευ­φά­ντα­στη κα­τά­λη­ξη, για την ο­ποία προϊδεά­ζει ο τίτ­λος, «Γλυ­κά ζα­χα­ρο­πλα­στείου». Πα­ρα­πλή­σιες κα­τα­λη­κτι­κές ε­πω­δοί υ­πάρ­χουν και σε άλ­λες ι­στο­ρίες. Πρό­κει­ται για αυ­το­χει­ρια­σμούς, που δεί­χνουν γό­νι­μη φα­ντα­σία, κα­θώς η συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­νο­εί υ­περ­ρε­α­λί­ζου­σες α­πο­δρά­σεις α­πό τα ε­γκό­σμια, δί­νο­ντας πνοή σε θε­μα­τι­κά μο­νό­τρο­πες ι­στο­ρίες, ό­που μι­κρές κοι­νω­νίες κα­τα­δι­κά­ζουν πα­ρά­νο­μους ε­ρω­τι­κούς δε­σμούς ή τη συ­ζυ­γι­κή στει­ρό­τη­τα, ε­νώ α­ναι­δείς πι­τσι­ρι­κά­δες χλευά­ζουν αν­θρώ­πους α­νά­πη­ρους, σα­κά­τη­δες και τρε­λούς. Και σε ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, το μέ­νος στρέ­φε­ται ε­νά­ντια στη γυ­ναί­κα, ε­κεί­νη εί­ναι η στεί­ρα, η με­γα­λο­κο­πέ­λα, η α­νή­θι­κη, η τρε­λή. Ενώ, για ε­κεί­νον, υ­πάρ­χουν πά­ντο­τε ε­λα­φρυ­ντι­κά.
Όσο για τις ι­στο­ρίες, που ε­κτυ­λίσ­σο­νται σε έ­ναν πα­ρο­ντι­κό χρό­νο, εί­τε πρό­κει­ται για γη­γε­νή “σκο­τει­νά α­ντι­κεί­με­να του πό­θου” και ο­ρο­θε­τι­κές εκ­δι­δό­με­νες εί­τε για ει­σα­γό­με­να α­πό το βορ­ρά κο­ρί­τσια, και πά­λι τα στε­ρεό­τυ­πα σχή­μα­τα α­πο­δυ­να­μώ­νουν άρ­τια στρω­μέ­νες και α­φη­γη­μέ­νες ι­στο­ρίες. Προ­βλέ­πε­ται, ω­στό­σο, μία α­κρο­τε­λεύ­τια, 17η ι­στο­ρία, με τον δη­λω­τι­κό τίτ­λο, «Μυ­στι­κός νε­κρό­δει­πνος»,  που κα­τα­λή­γει, προς α­να­γνω­στι­κή α­πό­λαυ­ση, σε παν­δαι­σία χρω­μά­των. Στο δεί­πνο, γί­νε­ται α­νά­κλη­ση στη μνή­μη ό­λων των η­ρωί­δων, αυ­το­χεί­ρων και μη. Συ­νο­λι­κά εί­κο­σι, α­φού η μα­κρο­νη­σιώ­τι­κη ι­στο­ρία με­τρά­ει τις τρεις ευ­ρι­πί­δειες και η τε­λευ­ταία, τη συγ­γρα­φέα. Παίρ­νο­ντας αυ­τή τη σκυ­τά­λη α­πό τον μα­κρι­νό πρό­γο­νο, τον Κρη­τι­κό Μπερ­γα­δή, ε­πι­χει­ρεί την κά­θο­δο στον Άδη, πι­στεύο­ντας, ό­πως και ε­κεί­νος, ό­τι η λή­θη των νε­κρών εί­ναι έ­νας άλ­λος θά­να­τος. Η Μι­κέ, με μό­το, που προ­δί­δει τη φι­λο­λο­γι­κή της κα­τα­γω­γή, αι­τιο­λο­γεί την πε­ζο­γρα­φι­κή της δο­κι­μή. Να α­φη­γη­θεί ή­θε­λε, το “πώς τα φάρ­μα­κα της γρα­φής μπο­ρούν την τα­χύ­τη­τα της λή­θης να α­να­κό­ψου­ν”. 
Μέ­νει, ω­στό­σο, ζη­τού­με­νο, κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για έ­να νέο ξε­κί­νη­μα ή για δια­φο­ρε­τι­κής μορ­φής εκ­δή­λω­ση του εν­δια­φέ­ρο­ντος της συγ­γρα­φέως για τα έμ­φυ­λα και φυ­λε­τι­κά προ­βλή­μα­τα, που την α­πα­σχο­λούν α­πό το ξε­κί­νη­μα της πα­νε­πι­στη­μια­κής πο­ρείας της. Από ε­κεί­νο το συ­νέ­δριο του 1991 για τη γυ­ναι­κεία γρα­φή μέ­χρι τα πρό­σφα­τα μα­θή­μα­τα στις Σπου­δές φύ­λου. Δί­νου­με πε­ρισ­σό­τε­ρες πι­θα­νό­τη­τες στο πρώ­το. Γι’ αυ­τό, α­κρι­βώς, θεω­ρή­σα­με α­πα­ραί­τη­το τον σχο­λια­σμό, με α­πο­κλει­στι­κές α­να­φο­ρές  σε ι­σχυ­ρά και α­δύ­να­μα ση­μεία των διη­γη­μά­των
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 13/12/2015
Φωτ. Κ. Μπαλάφα

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Μεταθανάτιος Κουμανταρέας

Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας
«Η σει­ρή­να της ε­ρή­μου»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Νοέμ­βριος 2015


Σαν σή­με­ρα, του Αγίου Νι­κο­λά­ου, πριν έ­να χρό­νο, σχο­λία­ζαν οι ε­φη­με­ρί­δες “το τρα­γι­κό τέ­λος του Μέ­νη Κου­μα­ντα­ρέ­α”. Εί­χε α­πο­χω­ρή­σει βιαίως πε­ρί την 11η μ.μ. της Πα­ρα­σκευής, 5 Δεκ. 2014. Ο Τύ­πος, εν­δια­μέ­σως, μάλ­λον λη­σμό­νη­σε την εν λό­γω υ­πό­θε­ση, για την ο­ποία τό­σος θό­ρυ­βος εί­χε γί­νει. “Οι δί­κες στην Ελλά­δα αρ­γούν, τρε­νά­ρου­ν”, ό­πως σχο­λιά­ζει έ­νας α­πό τους ή­ρωες του και­νού­ριου βι­βλίου του. Κυ­κλο­φό­ρη­σε αρ­χές Νο­εμ. 2015 και πα­ρου­σιά­στη­κε στις 12 του ι­δίου μη­νός. Πέ­ρυ­σι, στις 10 Νο­εμ. 2014, εί­χε πα­ρου­σια­στεί το μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Ο θη­σαυ­ρός του χρό­νου», τυ­πω­μέ­νο Οκτ., ε­κεί­νο σε 6000 α­ντί­τυ­πα. Ενώ, στις 3 Δεκ. 2014, έ­γι­νε η πα­ρου­σία­ση της πρώ­της, α­πό τις αλ­λη­λο­γρα­φίες του, που εκ­δι­δό­ταν, της «Νε­α­νι­κής αλ­λη­λο­γρα­φίας 1954-1960», με τον Βα­σί­λη Βα­σι­λι­κό. Στις πα­ρου­σιά­σεις και των δυο βι­βλίων, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας ή­ταν α­νά­με­σα στους ο­μι­λη­τές. Στη δεύ­τε­ρη, α­να­φέρ­θη­κε σε α­πο­θα­νό­ντες και ζώ­ντες φί­λους, για πα­ρελ­θο­ντι­κές κα­τα­στά­σεις, με­ρι­κές ή­δη γνω­στές α­πό ψι­θυ­ρι­στές, σε εκ­δο­χές, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο, πα­ραλ­λαγ­μέ­νες. Οι πα­ρό­ντες δεν σκαν­δα­λί­στη­καν, για­τί ή­ταν ο στε­νός κύ­κλος των α­πο­κα­λού­με­νων πνευ­μα­τι­κών αν­θρώ­πων. Έτσι κι αλ­λιώς, οι δια­νοού­με­νοι α­ρέ­σκο­νται να εμ­φα­νί­ζο­νται ως άν­θρω­ποι με α­νοι­χτό μυα­λό. Κά­ποιοι α­πό αυ­τούς, ω­στό­σο, πα­ρα­ξε­νεύ­τη­καν. Τι ώ­θη­σε τον Κου­μα­ντα­ρέα να ξα­νοι­χτεί σε προ­σω­πι­κές ι­στο­ρίες; Διαί­σθη­ση, ή­ταν η εκ των υ­στέ­ρων α­πά­ντη­ση. Πα­ρο­μοίως, για το προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, που σχο­λιά­στη­κε ου­σια­στι­κά με­τά τον θά­να­τό του, οι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές, πολ­λά μυ­θο­πλα­στι­κά συμ­βά­ντα και πρό­σω­πα, τα ε­ξέ­λα­βαν α­μι­γώς αυ­το­βιο­γρα­φι­κά, α­πο­δί­δο­ντας την α­πο­κά­λυ­ψή τους σε διαί­σθη­ση ε­πι­κεί­με­νου κιν­δύ­νου.
“Δεν ζη­τού­σα τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το να προ­σπα­θώ να ζω σύμ­φω­να με ό,τι πιο α­λη­θι­νό ή­θε­λε να βγει α­πό μέ­σα μου.” Γρά­φει ο Χέρ­μαν Έσσε, στον πρό­λο­γο του αυ­το­βιο­γρα­φι­κού «Ντέ­μιαν», το πρώ­το βι­βλίο, που με­τέ­φρα­σε ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας. Η με­τά­φρα­ση κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1961, έ­να χρό­νο πριν το θά­να­το του Έσσε, που συ­νέ­πε­σε με το πε­ζο­γρα­φι­κό ξε­κί­νη­μα του με­τα­φρα­στή. Το 1962, εκ­δό­θη­κε η πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του, «Τα μη­χα­νά­κια». Εξαρ­χής, α­πο­τέ­λε­σε α­ναμ­φι­σβή­τη­το γε­γο­νός ό­τι “ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας εί­χε το χά­ρι­σμα του α­φη­γη­τή”, α­πο­φαί­νο­νται οι γραμ­μα­το­λό­γοι. Στα 54 έ­τη, που έ­δω­σε το συγ­γρα­φι­κό πα­ρών, του φε­τι­νού συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου, με­τρού­με 24 βι­βλία. Ας μην κά­νου­με, ό­μως, το λά­θος, να α­πο­κα­λέ­σου­με το και­νού­ριο βι­βλίο “το κύ­κνειο ά­σμα” του, ό­πως α­να­γρά­φε­ται στο ο­πι­σθό­φυλ­λο και ό­πως ο­ρι­σμέ­νοι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές εί­χαν χαι­ρε­τή­σει το προ­η­γού­με­νο. Διό­λου α­πί­θα­νο, να υ­πάρ­ξει του­λά­χι­στον έ­να α­κό­μη. Το 25ο, που, αν εκ­δο­θεί ε­ντός του ε­πό­με­νου έ­τους, η συγ­γρα­φι­κή πα­ρου­σία του Κου­μα­ντα­ρέα θα στρογ­γυ­λέ­ψει στα 55 χρό­νια. Αυ­τό θα έ­χει πρό­δη­λο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα, α­φού θα προ­κύ­ψει κα­τό­πιν συρ­ρα­φής ση­μειώ­σεων α­πό η­με­ρο­λό­για και ό­νει­ρα. Στο και­νού­ριο βι­βλίο, η α­φή­γη­ση εν­σω­μα­τώ­νει πολ­λές ε­νύ­πνιες σκη­νές, ε­ρω­τι­κής έκ­στα­σης και α­γω­νιώ­δους κα­τα­δίω­ξης. Στην συ­στη­μα­τι­κή κα­τα­γρα­φή ο­νεί­ρων, τον εί­χε πα­ρο­τρύ­νει φί­λη του ψυ­χα­να­λύ­τρια, ο­πό­τε, πι­θα­νώς να υ­πάρ­χουν πρα­κτι­κά συ­νε­δριών. Όλα αυ­τά θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λέ­σουν έ­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, προ­κλη­τι­κό, μα­κράν, ό­μως, του σκαν­δα­λο­θη­ρι­κού, δί­πλα σε ε­κεί­νο «Το φο­βε­ρό βή­μα» του Κώ­στα Τα­χτσή.
Στην πλειά­δα των με­τα­πο­λε­μι­κών λο­γο­τε­χνών, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας, ί­σως να εί­χε τον πλέ­ον μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό βίο. Μπο­ρεί ο Τα­χτσής να βρί­σκε­ται πλη­σιέ­στε­ρα στην ει­κό­να του “κα­τα­ρα­μέ­νου συγ­γρα­φέ­α”, αλ­λά σε ε­κεί­νον α­που­σιά­ζει ο δυϊσμός, τύ­που “Δό­κτωρ Τζέ­κι­λ-Μί­στερ Χάυ­ντ”.  Δη­λα­δή, το δί­πο­λο, καλ­λιερ­γη­μέ­νος α­στός - “κα­τα­ρα­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας”. Στο και­νού­ριο βι­βλίο, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας έ­χει δώ­σει μορ­φι­κά ι­κα­νο­ποιη­τι­κή λύ­ση στον α­ντι­κα­το­πτρι­σμό α­νά­με­σα σε αυ­τές τις δυο περ­σό­νες. Ο μύ­θος, ω­στό­σο, μέ­νει σαν έ­να με­τέω­ρο βή­μα μπρο­στά σε ό­σα, α­κό­μη σή­με­ρα, α­πο­τε­λούν σκάν­δα­λο. Πι­θα­νώς, φο­βή­θη­κε την ο­λο­κλή­ρω­σή του, ή, και α­πλώς, δεν του προέ­κυ­ψε, έ­τσι ό­πως μοι­ρα­ζό­ταν α­νά­με­σα στα δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Όπως και να έ­χει, “το φο­βε­ρό βή­μα” του Κου­μα­ντα­ρέα δεν προέ­κυ­ψε α­κό­μη. Ίσως, να υ­περ­βαί­νει σε σε­λί­δες ε­κεί­νο του Τα­χτσή, που πλη­σιά­ζει τις 400.
Ανά­λο­γα με το βά­θος χρό­νου των σω­ζό­με­νων η­με­ρο­λο­γίων του, το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό βι­βλίο του θα εί­χε το πρό­σθε­το εν­δια­φέ­ρον της α­φη­γη­μα­τι­κής α­πει­κό­νι­σης μιας συγ­γρα­φι­κής πα­ρέ­ας. Προ­σώ­ρας, μέ­νει στα λο­γο­τε­χνι­κά α­πό­κρυ­φα ο βίος και η πο­λι­τεία της πα­ρέ­ας “του γα­λα­κτο­πω­λείου της Ομο­νοίας”. Άλλοι έ­φυ­γαν νω­ρίς α­πό την ε­πά­ρα­το και άλ­λοι βιαίως, άλ­λοι α­μέ­λη­σαν τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά τους και άλ­λων α­πω­λέ­σθη­σαν ή και λαν­θά­νουν. Τε­λευ­ταία, άρ­χι­σαν να α­σθε­νούν και κά­ποιοι νεό­τε­ροί  τους, που τους α­γά­πη­σαν και θα μπο­ρού­σαν να φρο­ντί­σουν τα κα­τά­λοι­πά τους. Για πα­ρό­μοιες συν­θε­τι­κές α­να­δι­φή­σεις, οι κλη­ρο­νό­μοι εί­ναι α­νε­παρ­κείς. Πά­ντως, “τις νυ­χτε­ρι­νές του πε­ρι­δια­βά­σεις στην πλα­τεία της Ομο­νοίας”, τον, άλ­λο­τε πο­τέ, “ομ­φα­λό της Αθή­νας”, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας τις έ­χει α­φη­γη­θεί σε πα­λαιό­τε­ρο κεί­με­νό του, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1979.
“Ξέ­ρω, ό­τι οι ψυ­χές των δι­κών μου υ­πάρ­χουν κά­που, σαν έ­να νε­φέ­λω­μα, το ο­ποίο εί­ναι μία πα­ρα­κα­τα­θή­κη. Και νο­μί­ζω το πράγ­μα που πρέ­πει να έ­χου­με πά­ρα πο­λύ ι­σχυ­ρό στη ζωή εί­ναι η μνή­μη, για­τί αυ­τό κρα­τά­ει ό­λο τον κό­σμο ζω­ντα­νό...” Αυ­τά έ­λε­γε χρό­νια πριν σε έ­ναν μι­κρό­τε­ρο ε­κεί­νης της πα­ρέ­ας. Τό­τε, που, για να γρά­ψεις α­κό­μη και μία βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, χρεια­ζό­ταν μνή­μη. Πριν την ε­ξο­βε­λί­σει η μνή­μη του υ­πο­λο­γι­στή, ό­που πα­τάς έ­να κου­μπί και ό,τι βγαί­νει, ε­σύ το γρά­φεις. “Προ­τού μας σα­ρώ­σουν οι ά­νε­μοι της τρί­της χι­λιε­τίας”, για να δα­νει­στού­με έ­να δι­κό του μό­το. Εί­ναι α­πό τη δεύ­τε­ρη συ­να­γω­γή κει­μέ­νων του, «Η μέ­ρα για τα γρα­πτά κι η νύ­χτα για το σώ­μα», που εί­χε τυ­πω­θεί, Μάρ. 1999, στον προ­η­γού­με­νο εκ­δό­τη του. Στο και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα, α­να­φέ­ρε­ται έ­να εκ­δο­τι­κό δί­πο­λο: ο «Πρε­βε­ζά­νος» και ο «Πα­ρα­γιός». Δη­λα­δή, ό­πως ε­πε­ξη­γεί ο ή­ρωάς του, “ο σο­βα­ρός εκ­δο­τι­κός οί­κος και ο άλ­λος, που εκ­δί­δει ό­λες αυ­τές τις ζα­βλα­κω­μέ­νες που νο­μί­ζουν ό­τι εί­ναι συγ­γρα­φείς”. Στην ο­νο­μα­σία του δεύ­τε­ρου, η α­κου­στι­κή πα­ρή­χη­ση δεί­χνει προς συ­γκε­κρι­μέ­νη κα­τεύ­θυν­ση, κα­θώς ο συ­χνά καυ­στι­κός σχο­λια­σμός της τρέ­χου­σας ε­πι­και­ρό­τη­τας υ­πο­φώ­σκει ε­ντέ­χνως σε ο­λό­κλη­ρο το βι­βλίο. Σε α­ντί­θε­ση, η ο­νο­μα­σία του πρώ­του εκ­δο­τι­κού οί­κου α­πο­δί­δε­ται στην α­γά­πη προς τον Κα­ρυω­τά­κη του εκ­δό­τη, ο ο­ποίος και ε­μπλέ­κε­ται στη μυ­θο­πλα­σία. Να θυ­μί­σου­με πως η τε­λευ­ταία συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση Κα­ρυω­τά­κη εί­ναι του «Πα­τά­κη».  Όσο για τον Κου­μα­ντα­ρέα, τα 24 βι­βλία του πα­ρου­σιά­στη­καν σε πρώ­τη έκ­δο­ση α­πό πέ­ντε εκ­δό­τες. Τα 17 στον Κέ­δρο, ε­νώ τα τρία τε­λευ­ταία πή­ραν θέ­ση δί­πλα στα ά­πα­ντα Κα­ρυω­τά­κη.     
Προέ­χει, ό­μως, ο σχο­λια­σμός του και­νού­ριου βι­βλίου, το ο­ποίο ο συγ­γρα­φέ­ας δεν χα­ρα­κτη­ρί­ζει μυ­θι­στό­ρη­μα. Πι­θα­νώς, για­τί δεν έ­γι­νε το τε­λι­κό φι­νί­ρι­σμα. Δεν α­πο­κλείε­ται, ό­μως, να ή­θε­λε να καλ­λιερ­γή­σει αί­σθη­ση αυ­το­βιο­γρα­φίας “στις σω­στές δό­σεις”, ό­πως το­νί­ζει ο ή­ρωάς του, ε­πί­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας. Άλλω­στε, ού­τε το προ­η­γού­με­νο φέ­ρει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό μυ­θι­στό­ρη­μα. Βε­βαίως, το κα­θη­λώ­νει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα το ε­ξώ­φυλ­λο, που ο ί­διος εί­χε υιο­θε­τή­σει και το ο­ποίο τον ει­κο­νί­ζει μα­ζί με την σύ­ζυ­γό του, Λι­λή, δια χει­ρός της α­νι­ψιάς της, Αντι­γό­νης Πα­σί­δη. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μέ­νει η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο θα ά­ρε­σε στην Λι­λή Κου­μα­ντα­ρέα η ε­μπλο­κή της στη μυ­θο­πλα­σία, ό­ταν, μά­λι­στα, δη­λώ­νε­ται ευ­θέως με το ε­ξώ­φυλ­λο. Όσο για το και­νού­ριο βι­βλίο, αυ­τό βρέ­θη­κε, ε­πι­προ­σθέ­τως, και α­τιτ­λο­φό­ρη­το. “Σει­ρή­να της ε­ρή­μου”, α­πο­κα­λεί ο ή­ρωας “την πιο καλ­λί­φω­νη και ω­ραία” α­πό “τις γυ­ναί­κες – ο­πτα­σίες”, τις “τσί­τσι­δες” στους α­ντι­κα­το­πτρι­σμούς της ε­ρή­μου, κά­που στην Βό­ρεια Αφρι­κή. Μέ­χρι την τε­λευ­ταία σε­λί­δα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που γρά­φει ο ε­πί­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας, ή­ρωάς του, ε­κεί­νος α­να­ζη­τά­ει τον τίτ­λο. Το υ­πο­γρά­φει με ψευ­δώ­νυ­μο, που προ­κύ­πτει α­πό τον α­να­γραμ­μα­τι­σμό του Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας, ε­νώ α­κούει «Ντον Τζιο­βά­νι». Πι­θα­νόν, το ί­διο να ά­κου­γε και ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας, α­να­ζη­τώ­ντας έ­ναν α­κό­μη εύ­στο­χο και πα­ρα­πλα­νη­τι­κό τίτ­λο.
Από μία ά­πο­ψη, ο συ­γκε­κρι­μέ­νος εί­ναι πα­ρα­πλα­νη­τι­κός. Η λέ­ξη σει­ρή­να εμ­φα­νί­ζε­ται συ­χνά σε τίτ­λο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που εί­ναι, σχε­δόν πά­ντο­τε, έ­να ε­ρω­τι­κό ρο­μά­ντσο. Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, α­πό “τα ροζ ρο­μά­ντσα” των εκ­δό­σεων «Πα­ρα­γιός», που α­να­φέ­ρο­νται σε ε­τε­ρο­φυ­λό­φι­λους έ­ρω­τες. Εδώ, ό­μως, ο έ­ρω­τας εί­ναι ο­μο­φυ­λό­φι­λος, α­πο­γέρ­νο­ντας, ό­πως και στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο, προς “την παι­δο­φι­λία”, κα­τά τα λε­γό­με­να του ί­διου πά­ντο­τε ή­ρωα. Δεν πρό­κει­ται για “γκέι ζευ­γά­ρια”, ό­πως “τα δυο εγ­γλε­ζά­κια”, που συμ­με­τέ­χουν στην α­πο­στο­λή της α­φρι­κά­νι­κης ε­ρή­μου, αλ­λά για τον έ­ρω­τα με­σή­λι­κων προς ε­φή­βους. Κα­θώς, μά­λι­στα, το­πο­θε­τεί­ται στα χρό­νια της πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κής Αθή­νας, αυ­τοί εί­ναι με­λα­ψοί. Ένας μαύ­ρος Άδω­νις, σε α­ντι­στοι­χία με τη μαύ­ρη Αφρο­δί­τη, α­να­δύε­ται α­πό τις αι­σθη­σια­κές πε­ρι­γρα­φές των μυών και μό­νο του α­γο­ριού. Αυ­τές, ό­μως, ε­ξαν­τλού­νται στο κάλ­λος του σώ­μα­τος, ε­νώ η α­φή­γη­ση α­να­δι­πλώ­νε­ται ως προς την η­λι­κία. Δεν πρό­κει­ται πε­ρί ε­φή­βου, α­πλώς, ο νε­α­ρός μι­κρό­δει­χνε. Αντι­θέ­τως, οι πε­ρι­γρα­φές α­πό κρυ­φο­κοί­ταγ­μα στα α­πό­κρυ­φα ση­μεία της “Σει­ρή­νας της ε­ρή­μου” δια­πο­τί­ζο­νται α­πό γνή­σιο ε­ρω­τι­σμό, που σπα­νί­ζει στην γη­γε­νή πε­ζο­γρα­φία, σο­βα­ρή ή ροζ.
Από το 1982, με το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ο ω­ραίος λο­χα­γός», εμ­φα­νί­ζε­ται στην πε­ζο­γρα­φία του Κου­μα­ντα­ρέα η ο­μο­φυ­λο­φι­λία. Μά­λι­στα, εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στο «Νώε», συ­νται­ριά­ζε­ται, ό­πως και στο πρό­σφα­το, η α­να­ζή­τη­ση της σε­ξουα­λι­κής ταυ­τό­τη­τας με ε­κεί­νη της συγ­γρα­φι­κής. Μό­νο που ε­κεί, τα φα­ντα­στι­κά στοι­χεία του μύ­θου πε­ριο­ρί­ζουν την σε­ξουα­λι­κή α­να­ζή­τη­ση. Αντι­θέ­τως, το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα ε­μπλου­τί­ζε­ται με έ­ναν ε­πί­και­ρο σχο­λια­σμό γύ­ρω α­πό τα ε­ρω­τι­κά, ό­που και συ­νο­μι­λεί με πε­ζά νεό­τε­ρων. Θε­μα­τι­κά πλη­σιέ­στε­ρο εί­ναι το τε­λευ­ταίο βι­βλίο του Χρή­στου Βού­που­ρα, «7 θυ­μοί». Στα δυο βι­βλία, η πα­ρα­πλή­σια πε­ρι­γρα­φή της μου­σουλ­μα­νι­κής η­θι­κής, ό­που το­νί­ζε­ται το στε­νό οι­κο­γε­νεια­κό δέ­σι­μο, αλ­λά και η ρο­πή του νε­α­ρού στην κλο­πή πο­λύ­τι­μου α­ντι­κει­μέ­νου α­πό τον προ­στά­τη του, που τον φι­λο­ξε­νεί, α­πο­κτά υ­πό­στα­ση μαρ­τυ­ρίας για αυ­τήν την ο­μά­δα νεό­κο­πων με­τα­να­στών.
Σε α­ντί­θε­ση με τον με­λαγ­χο­λι­κό τό­νο του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου, αυ­τό δια­θέ­τει ι­λα­ρό χα­ρα­κτή­ρα, α­πο­τε­λώ­ντας ε­ξαί­ρε­ση στα βι­βλία του Κου­μα­ντα­ρέα, α­πό ό­που, κα­τά κα­νό­να, λεί­πουν οι α­νά­λα­φρες νό­τες. Σε αυ­τό, συμ­βάλ­λουν οι α­να­φο­ρές ο­νο­μά­των υ­παρ­κτών προ­σώ­πων. Πα­ρά­δειγ­μα, δευ­τε­ρα­γω­νι­στής ή­ρωας, ο­νό­μα­τι “Νιάρ­χος, το α­ει­κί­νη­το”. Επί­σης, ι­διαί­τε­ρα ε­πι­τυ­χη­μέ­να εί­ναι τα γε­λοιο­γρα­φι­κά πορ­τρέ­τα του Εβραίου εκ­δό­τη Αβραάμ και του μπον βι­βέρ Θα­νά­ση Θα­να­σού­λη, που το κε­φά­λι του θυ­μί­ζει Ίψεν, αλ­λά, λό­γω ο­νό­μα­τος, γέρ­νει και προς Θα­νά­ση Βέγ­γο. Στις δέλ­τους του ελ­λη­νι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου, έ­μει­νε το alter ego του Βέγ­γου, ο πο­λυ­τε­χνί­της ή­ρωας, που ά­κου­γε στο ό­νο­μα Θα­νά­σης Θα­να­σού­λας, πρω­τα­γω­νι­στής κω­μι­κής σει­ράς ται­νιών, που ε­ξα­κο­λου­θούν να προ­βάλ­λο­νται. Εύ­στο­χες εί­ναι οι πα­ρα­τη­ρή­σεις του Κου­μα­ντα­ρέα για την ση­με­ρι­νή Αθή­να, “λί­κνο θεών και δι­κή του κού­νια”, αλ­λά και οι σκέ­ψεις του γύ­ρω α­πό “το με­γά­λο κύ­μα νε­ο­λα­τρείας” ή “τα γύ­ναια”, έ­τσι που ε­πι­δει­κνύο­νται. Όπως σχο­λιά­ζει ο α­φη­γη­τής, “δεν εί­ναι πα­ρά­ξε­νο, ύ­στε­ρα α­πό έ­να τέ­τοιο θέ­α­μα, που οι ά­ντρες γί­νο­νται αρ­σε­νο­κοί­τες.” Η στο­χα­στι­κή του διά­θε­ση διο­χε­τεύε­ται σε α­τά­κες και ζωη­ρές στι­χο­μυ­θίες. Αλλά και πα­ρα­τη­ρή­σεις, ό­πως ε­κεί­νη για τις σχο­λές δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής, που “και μό­νο ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός δη­μιουρ­γι­κή προ­δί­δει τον φι­λο­λο­γι­κό ε­ρα­σι­τε­χνι­σμό”.
Στον γρή­γο­ρο ρυθ­μό του βι­βλίου, συμ­βάλ­λει η μορ­φή: 26 κε­φά­λαια μοι­ρα­σμέ­να σε δυο α­φη­γη­τές, ε­ναλ­λά­ξ, μο­νά ο έ­νας, ζυ­γά ο άλ­λος. Alter ego ο έ­νας του άλ­λου, αμ­φό­τε­ροι του συγ­γρα­φέα. “Και οι δυο εί­χαν ξε­κι­νή­σει να γί­νουν συγ­γρα­φείς.” Ο έ­νας κα­τέ­λη­ξε “χαρ­το­πό­ντι­κας, το πρωί σε εκ­δο­τι­κό οί­κο και το α­πό­γευ­μα σε ε­φη­με­ρί­δα”. Ο άλ­λος, “διερ­μη­νέ­ας στην έ­ρη­μο” με­τα­ξύ Άγγλων και ντό­πιων, “free lance σε ε­φη­με­ρί­δα και ρα­διό­φω­νο”, εί­χε την πο­λυ­τέ­λεια να χα­ζεύει. Ο πρώ­τος α­γω­νιά να α­κο­λου­θή­σει  τον δεύ­τε­ρο στο πε­δίο της συγ­γρα­φής, τε­λι­κά, ό­μως, το σα­σπέ­νς κο­ρυ­φώ­νε­ται με το κυ­νη­γη­τό τους σε γνω­στά στέ­κια της Αθή­νας, στο δί­πο­λο: Κο­λω­νά­κι – Φω­κίω­νος Νέ­γρη.
Σε α­ντί­θε­ση με το βι­βλίο, το “ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα” της Αλε­ξάν­δρας Τρά­ντα, ε­πί­σης α­νι­ψιάς της Λι­λής Κου­μα­ντα­ρέα, με τον πέν­θι­μο τό­νο του, προ­δια­θέ­τει, α­ντί­στοι­χα, τον α­να­γνώ­στη. Αν το “ση­μείω­μα” κρι­νό­ταν α­να­γκαίο ως “χρο­νι­κό” της έκ­δο­σης, θα μπο­ρού­σε να πά­ρει ε­πι­λο­γι­κή θέ­ση. Όπως και να έ­χει, και μό­νο το τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο, με την α­φρι­κα­νι­κή α­νε­μο­θύελ­λα, τους “κοκ­κι­νό­κω­λους” Άγγλους και τις σει­ρή­νες της ε­ρή­μου, δί­νει σα­φή αί­σθη­ση του κα­λού α­φη­γη­τή, που βρι­σκό­ταν σε με­γά­λη φόρ­μα, πέ­ρυ­σι τέ­τοιο και­ρό.  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
 Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/12/2015.

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Παρτίδα σκακιού

Επα­νερ­χό­μα­στε στην α­να­σύν­θε­ση της λο­γο­τε­χνι­κής σχέ­σης Πα­λα­μάς-Κα­βά­φης. Ει­σα­γω­γι­κά, στη σει­ρά των πέ­ντε ε­πι­φυλ­λί­δων στην εφ. «Ελεύ­θε­ρος Λό­γος» του 1924, ο Πα­λα­μάς α­να­φέ­ρει πως δεν πα­ρα­κο­λου­θεί “την κί­νη­ση στα γράμ­μα­τα”. Πα­ρα­πο­νεί­ται πως και “οι άλ­λοι αρ­χί­ζουν να τον λη­σμο­νούν, να τον πα­ρα­με­ρί­ζουν, να τον ξε­γρά­φου­ν”. Πα­ρό­μοια σχό­λια θα μπο­ρού­σαν να ερ­μη­νευ­θούν ως ο α­ντί­χτυ­πος της αυ­ξα­νό­με­νης πα­ρου­σίας του Κα­βά­φη στα α­θη­ναϊκά έ­ντυ­πα. Ήδη, α­πό τον Μάι. του 1922, δη­μο­σιεύει στο περ. «Μού­σα», αλ­λά και σε ε­φη­με­ρί­δες, α­πό τον Ιούλ. του 1923 στο νεό­τευ­κτο «Ελεύ­θε­ρον Βή­μα» και  α­πό τον Δεκ., στον «Ελεύ­θε­ρο Λό­γο». Τέ­λη 1923, αρ­χί­ζει η αλ­λη­λο­γρα­φία του Κα­βά­φη με  τον Μά­ριο Βαϊά­νο. Ιαν. 1924, κυ­κλο­φο­ρεί το πρώ­το τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού του Βαϊά­νου, «Νέα Τέ­χνη». Εξαρ­χής ταγ­μέ­νο να με­γα­λύ­νει τον Αλε­ξαν­δρι­νό, α­ναγ­γέλ­λει για τον Απρί­λιο α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος.
“Αυ­τή εί­ναι μια με­γά­λη χρο­νιά για τον Κα­βά­φη και το έρ­γο του”, σχο­λιά­ζει ο Τσίρ­κας, ει­σα­γω­γι­κά, για το 1924. Αν ό­χι λο­γο­τε­χνι­κά με­γά­λη, σί­γου­ρα πά­ντως, εί­ναι η χρο­νιά που ο Κα­βά­φης κα­θί­στα­ται πρό­σω­πο της ε­πι­και­ρό­τη­τας. Στις 18 Μαρ., δη­μο­σιεύε­ται στον α­λε­ξαν­δρι­νό Τύ­πο “Δια­μαρ­τυ­ρία δια­νοου­μέ­νων. Οι φί­λοι του κ. Κων­στα­ντί­νου Κα­βά­φη”, για υ­βρι­στι­κή ε­πί­θε­ση ε­να­ντίον του, με 37 υ­πο­γρά­φο­ντες. Στις 11 Απρ., δεύ­τε­ρη “δια­μαρ­τυ­ρία λο­γίων και θαυ­μα­στώ­ν” δη­μο­σιεύε­ται, αυ­τήν τη φο­ρά, στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο, με 32 υ­πο­γρα­φές γη­γε­νών. Αυ­τά τα κεί­με­να δια­μαρ­τυ­ρίας κα­τα­λή­γουν κεί­με­να προ­βο­λής, δη­μιουρ­γώ­ντας τους πρώ­τους κα­βα­φι­κούς πυ­ρή­νες, που, στη συ­νέ­χεια, θα συμ­βάλ­λουν στη δη­μιουρ­γία α­ντί­στοι­χων πα­λα­μι­κών.
Σχε­τι­κά, ω­στό­σο, με τις πέ­ντε ε­πι­φυλ­λί­δες, μέ­νει η α­πο­ρία, ποια στά­θη­κε η α­φορ­μή, το 1924, για να α­σχο­λη­θεί ο Πα­λα­μάς και πά­λι με τον Κα­βά­φη, με­τριά­ζο­ντας την ευ­νοϊκή ε­ντύ­πω­ση του πρώ­του, προ τριε­τίας, άρ­θρου του. Για να α­πα­ντη­θεί, α­παι­τεί­ται η χρο­νο­λο­γι­κή πα­ρά­τα­ξη των ψη­φί­δων της σχέ­σης τους. Αν και μό­νο υ­πο­θέ­σεις ε­πι­τρέ­πο­νται, κα­θώς η συ­σχέ­τι­ση αι­τίου-αι­τια­τού πα­ρα­μέ­νει πά­ντο­τε ε­πι­σφα­λής. Στις 3 Απρ. 1924, δη­μο­σιεύ­τη­κε στην εφ. της Αλε­ξάν­δρειας «Τα­χυ­δρό­μος», συ­νέ­ντευ­ξη του Κα­βά­φη στον Ν. Γιο­κα­ρί­νη. Στο τέ­λος, ο Αθη­ναίος δη­μο­σιο­γρά­φος του θέ­τει την ε­ρώ­τη­ση, που μάλ­λον εί­χε ε­ξαρ­χής κα­τά νου, αν δεν ή­ταν αυ­τή που πυ­ρο­δό­τη­σε τη συ­νέ­ντευ­ξη: “Κύ­ριε Κα­βά­φη. Μού εί­παν ό­τι ο κ. Πα­λα­μάς, ως ποιη­τής, δεν έ­χει την ε­κτί­μη­σίν σας.” “Ο κ. Πα­λα­μάς, φί­λε, εί­νε με­γά­λος λυ­ρι­κός ποιη­τής... μα, του Κα­βά­φη δεν του α­ρέ­σει η λυ­ρι­κή ποίη­σις. Η πολ­λή λυ­ρι­κή, η εν­θου­σιώ­δης ποίη­σις δεν με ελ­κύει. Ο Πα­λα­μάς έ­χει πολ­λάς ε­ξάρ­σεις.”  Ήταν η α­πά­ντη­ση του Κα­βά­φη, που θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ει­λι­κρι­νής, κα­θώς α­ντι­κα­θρε­φτί­ζει την αι­σθη­τι­κή του πε­ρί ποίη­σης. Ανε­ξάρ­τη­τα αν οι ευ­θέως δια­τυ­πω­μέ­νες κρί­σεις με­τα­ξύ ο­μό­τε­χνων α­νέ­κα­θεν δεν συ­νη­θί­ζο­νταν. Κα­τά την εκ­δο­χή του Τί­μου Μα­λά­νου, πά­ντως, εί­χε προ­λά­βει ο Βαϊά­νος να ζη­τή­σει α­πό τον Πα­λα­μά, για το α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού του, τη γνώ­μη του για τον Κα­βά­φη, ε­κεί­νος εί­χε αρ­νη­θεί να α­πα­ντή­σει και αυ­τό το εί­χε ή­δη μά­θει ο Κα­βά­φης.
Όσο για την πα­ρά­πλευ­ρη α­πο­ρία, σχε­τι­κά με το τι με­σο­λά­βη­σε με­τα­ξύ 2ης και 3ης ε­πι­φυλ­λί­δας, αρ­χές Ιουλ., και πα­ρα­κάμ­φθη­κε η πε­ραι­τέ­ρω ευ­θεία α­να­φο­ρά στον Κα­βά­φη, μία πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νη υ­πό­θε­ση θα ή­ταν η α­να­δη­μο­σίευ­ση στον α­λε­ξαν­δρι­νό Τύ­πο μέ­ρους της 2ης ε­πι­φυλ­λί­δας του, με τίτ­λο, «Ο Κω­στής Πα­λα­μάς πε­ρί της ποιή­σεως των σύγ­χρο­νων η­δο­νι­στών. Μυ­ρί­ζει Κα­βα­φί­λας». Θα μπο­ρού­σε, ό­μως, να τον α­πέ­τρε­ψαν και μό­νο οι συ­ζη­τή­σεις γύ­ρω α­πό την προ­ε­τοι­μα­σία του εν λό­γω α­φιε­ρω­μα­τι­κού τεύ­χους. Αυ­τό το τεύ­χος της αρ­χι­κά μη­νιαίας «Νέ­ας Τέ­χνης» θα βγει τε­τρα­πλό, Ιούλ.-Οκτ. 1924 και θα κυ­κλο­φο­ρή­σει στο τέ­λος Δεκ. Στις 29 Δεκ. 1924 και 23 Φεβ. 1925, ο Πα­λα­μάς θα δη­μο­σιεύ­σει στον «Ελεύ­θε­ρο Λό­γο» δυο α­κό­μη ε­πι­φυλ­λί­δες, ό­που α­να­φέ­ρε­ται, εν συ­ντο­μία, στον Κα­βά­φη. Σε αυ­τές, η διά­θε­ση εί­ναι ευ­θέως α­πορ­ρι­πτι­κή.
Στην πρώ­τη, μία βι­βλιο­κρι­σία για την τρί­τη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, «Στο γύ­ρι­σμα της ρί­μας», του Ρή­γα Γκόλ­φη, έκ­δο­ση ε­κεί­νης της χρο­νιάς, ό­ταν φτά­νει στο θέ­μα της στι­χουρ­γίας, α­πο­κα­λεί τον Γκόλ­φη “α­ρι­στο­τέ­χνη του πα­τρο­πα­ρά­δο­του στί­χου”, του δε­κα­πε­ντα­σύλ­λα­βου. Σε α­ντι­δια­στο­λή, το­νί­ζει “το ύ­που­λο ξε­κάρ­φω­μα του ε­θνι­κού μας στί­χου στα ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη”, τον ο­ποίο α­να­φέ­ρει ως “τον πρω­το­τυ­πό­τε­ρο α­νά­με­σα στη νέα γε­νιά ερ­γά­τη”. Χα­ρα­κτη­ρι­σμό, που ο Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ως θε­τι­κό. Μάλ­λον ει­ρω­νι­κός δεί­χνει, κα­θώς ε­ντάσ­σει και πά­λι τον Κα­βά­φη στη νέα γε­νιά. Αντι­θέ­τως, τις στι­χουρ­γι­κές πα­ρεκ­κλί­σεις του νε­α­ρού Ήβου Δέλ­του, ο Πα­λα­μάς τις α­πο­δέ­χε­ται, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντάς τον “προι­κι­σμέ­νο μυ­στα­γω­γό”. Πρό­κει­ται για τον Κων. Τσά­τσο, 25ε­τή, με τον ο­ποίο εί­χε α­να­πτύ­ξει σχέ­ση δα­σκά­λου-μα­θη­τή, και μά­λι­στα, πο­λύ θερ­μή, σύμ­φω­να με τις α­να­φο­ρές του Τσά­τσου στην αυ­το­βιο­γρα­φία του. Στη δεύ­τε­ρη, για τον «Οδυσ­σέ­α» του Α. Γε­ρά­νη, ψευ­δώ­νυ­μο του Κα­ζα­ντζά­κη, ε­γκω­μιά­ζο­ντας τον “ε­ντε­κα­σύλ­λα­βο στί­χο στη λύ­ρα του Γε­ρά­νη”, κά­νει λό­γο για “τα ζυ­μα­ρι­κά της Σχο­λής των Κα­βά­φη­δω­ν”.
Κα­τά μία εκ­δο­χή, το κα­βα­φι­κό τεύ­χος της «Νέ­ας Τέ­χνης» έ­φε­ρε το α­φιέ­ρω­μα στον Πα­λα­μά του α­λε­ξαν­δρι­νού περ. «Νέα Ζωή» (7 Απρ. 1926). Η συ­σχέ­τι­ση δεν στε­ρεί­ται υ­πό­στα­σης, κα­θώς ή­ταν και γι’ αυ­τόν το πρώ­το α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος. Φί­λα κεί­με­νος στον Πα­λα­μά ο Φι­λο­λο­γι­κός Σύλ­λο­γος του πε­ριο­δι­κού, εί­χε διορ­γα­νώ­σει τον Ιαν., ο­μι­λίες για τη συ­μπλή­ρω­ση πε­νή­ντα χρό­νων α­πό την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση ποιή­μα­τός του, «Το γιού­λι», στο «Αττι­κόν Ημε­ρο­λό­γιο» του Ει­ρη­ναίου Ασώ­πιου. Ενώ, στην Αθή­να, τα   50χρο­να του έρ­γου του ε­ορ­τά­στη­καν δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με α­φορ­μή την έκ­δο­ση της πρώ­της ποιη­τι­κής του συλ­λο­γής, «Τρα­γού­δια της πα­τρί­δας μου». Στην ε­ναρ­κτή­ρια βρα­διά των ε­ορ­τα­σμών, στην αί­θου­σα του Ελλη­νι­κού Σω­μα­τείου «Αι­σχύ­λος-Αρίων», πα­ρευ­ρέ­θη­κε ο Κα­βά­φης, αλ­λά το ό­νο­μά του πα­ρα­λεί­φθη­κε στον κα­τά­λο­γο που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος. Αυ­τό κα­τήγ­γει­λε σε δη­μο­σίευ­μά του στο περ. της Αλε­ξάν­δρειας «’Ισις» (1 Μαΐ. 1926) ο Α. Γ. Συ­μεω­νί­δης, ο πρώ­τος εκ­δό­της, μα­ζί με την Ρί­κα Σε­γκο­πού­λου, του κα­βα­φι­κού πε­ριο­δι­κού «Αλε­ξαν­δρι­νή Τέ­χνη». Εί­χε προ­η­γη­θεί στο ί­διο πε­ριο­δι­κό, δη­μο­σίευ­μα της Σε­γκο­πού­λου, ό­που μέμ­φε­ται ο­μι­λη­τή ε­κεί­νης της βρα­διάς, για­τί εί­χε α­πο­κα­λέ­σει τον Πα­λα­μά κο­ρυ­φαίο των Ελλή­νων ποιη­τών. Αβι­βλιο­γρά­φη­το το δη­μο­σίευ­μα, α­να­φέ­ρε­ται α­πό τους Μ. Για­λου­ρά­κη και Θ. Σου­λο­γιάν­νη, χω­ρίς να κα­το­νο­μά­ζε­ται ο “πα­λα­μο­λά­τρης” ο­μι­λη­τής.
Εδώ, πα­ρεμ­βάλ­λε­ται μία ψη­φί­δα της σχέ­σης τους, ελ­λι­πώς κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη, αλ­λά ι­διαί­τε­ρα εν­δια­φέ­ρου­σα, κα­θώς α­να­φέ­ρε­ται σε μία δεύ­τε­ρη φο­ρά, που ο Κα­βά­φης δια­τύ­πω­σε ά­πο­ψη για τον Πα­λα­μά. Δεν πρό­κει­ται για συ­νέ­ντευ­ξη, αλ­λά για προ­φο­ρι­κό σχό­λιο, για το ο­ποίο υ­πάρ­χουν του­λά­χι­στον δυο δη­μο­σιο­ποιη­μέ­νες μαρ­τυ­ρίες, που λαν­θά­νουν της Βι­βλιο­γρα­φίας Κα­βά­φη. Ωστό­σο, κα­τα­γρά­φο­νται α­να­φο­ρές τρί­των σε αυ­τές. Στις 18 Φεβ. 1926, στον «Τα­χυ­δρό­μο» της Αλε­ξάν­δρειας, εί­χε δη­μο­σιευ­τεί ε­πι­στο­λή, με την υ­πο­γρα­φή Α. Γ. Σ., ό­που α­να­φέ­ρε­ται διά­λο­γος  Κα­βά­φη-Μα­λά­νου, στο ε­ντευ­κτή­ριο του περ. «Γράμ­μα­τα». Διά­φο­ρα φέ­ρε­ται να ει­πώ­θη­καν ε­κεί πε­ρί Πα­λα­μά, τα ο­ποία, την ε­πο­μέ­νη, με ε­πι­στο­λή στην ε­φη­με­ρί­δα, διέ­ψευ­σε ο εκ­δό­της του πε­ριο­δι­κού, Στέ­φα­νος Πάρ­γας. Συμ­φώ­νη­σε, ω­στό­σο, ό­τι ο Κα­βά­φης εί­πε ό­τι “θεω­ρεί τον Γρυ­πά­ρη και τον Μα­λα­κά­ση ποιη­τάς α­νω­τέ­ρους απ’ τον Πα­λα­μά”.  
Αυ­τή η α­κρι­το­μυ­θία Κα­βά­φη θα μπο­ρού­σε να εί­χε συμ­βάλ­λει στις α­πό­ψεις πε­ρί Κα­βά­φη, που ο Πα­λα­μάς δια­τύ­πω­σε σε συ­νέ­ντευ­ξή του, Ιούλ. 1926, στον κύ­πριο ποιη­τή Λου­κά Χρι­στο­φί­δη. Δη­μο­σιεύ­τη­κε στο περ. της Αλε­ξάν­δρειας «Οθό­νη», 16 Οκτ. 1926. Ο συ­νε­ντευ­ξια­στής υ­πήρ­ξε πιε­στι­κός, στην προ­σπά­θειά του να εκ­μαιεύ­σει την α­πόρ­ρι­ψη του ποιη­τή Κα­βά­φη. Λέ­γε­ται, πως ή­θε­λε να εκ­δι­κη­θεί τον Κα­βά­φη για την πε­ρι­φρό­νη­ση που ε­κεί­νος εί­χε ε­πι­δεί­ξει δη­μο­σίως στο πρό­σω­πό του. Αρχι­κά, ο Πα­λα­μάς υ­πεκ­φεύ­γει την ε­ρώ­τη­ση, κα­τά πό­σο εί­ναι ο Κα­βά­φης ποιη­τής. Τε­λι­κά, ό­μως, α­πο­δέ­χε­ται την αμ­φι­σβή­τη­ση, με την ευ­θύ­βο­λη πα­ρα­τή­ρη­ση: “Μάλ­λον για ρε­πορ­τά­ζ, μοιά­ζουν τα γρα­φτά του, λες και φρο­ντί­ζει να μας δώ­σει Ρε­πορ­τάζ α­πό τους αιώ­νες...” Και συ­νε­χί­ζει, δί­νο­ντας τη δι­κή του αι­σθη­τι­κή πε­ρί ποίη­σης: “Εί­ναι με­ρι­κά α­πό τα ση­μειώ­μα­τά του αυ­τά που παν να μοιά­σουν σκί­τσα ι­δεών, που πρό­κει­ται να γί­νουν κα­λά τρα­γού­δια. Μα που ο ερ­γά­της των τ’ α­φί­νει μό­νο σε σχέ­δια...” 
Σε αυ­τήν την ά­πο­ψη, πα­ρα­μέ­νει, ό­πως δεί­χνει μία δεύ­τε­ρη συ­νέ­ντευ­ξή του, τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα (7 Μαΐ. 1930), στον Γ. Πιε­ρί­δη, δη­μο­σιευ­μέ­νη στην εφ. της Αλε­ξάν­δρειας «Τα­χυ­δρό­μος -Ομό­νοια». Επα­να­λαμ­βά­νει την ε­ντύ­πω­ση πως “μοιά­ζουν σχε­διά­σμα­τα που πά­νε να γί­νουν ποίη­μα.” Κά­τι σαν “κομ­μά­τια α­πό δια­βά­σμα­τα”. Το ί­διο, στην “ει­κό­να της σύγ­χρο­νης ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας”, που σκια­γρα­φεί για τη γαλ­λι­κή ε­φη­με­ρί­δα «Φι­γκα­ρώ», έ­να χρό­νο πριν, 10 Φε­βρ. 1929. Αλλά και σε πο­λύ κα­το­πι­νές ε­πι­στο­λές του: στον Ηρα­κλή Απο­στο­λί­δη (14 Σεπ. 1933) και στον Γλαύ­κο Αλι­θέρ­ση (1 Ιαν. 1935). Ενδια­μέ­σως, στο με­λέ­τη­μά του, που δη­μο­σιεύει σε τρεις συ­νέ­χειες στο «Ελεύ­θε­ρον Βή­μα» (11, 25 Νοε., 13 Δεκ. 1926), ως λό­γο υ­πε­ρα­σπι­στι­κό του στί­χου του κα­νο­νι­κού έ­να­ντι του ε­λεύ­θε­ρου, α­να­φέ­ρει τον Κα­βά­φη δεύ­τε­ρο με­τά τον Σι­κε­λια­νό ως έ­ναν α­πό ε­κεί­νους που καλ­λιέρ­γη­σαν τον ε­λεύ­θε­ρο στί­χο. Μό­νο που ο Σι­κε­λια­νός “γύ­ρι­σε ύ­στε­ρα στις με­λω­δι­κές αρ­μο­νίες”, ε­νώ ο Κα­βά­φης “έ­κα­νε νό­μο την α­ξέ­γνοια­στην α­μορ­φία του στί­χου”.
Από την πλευ­ρά του, ο Κα­βά­φης α­να­φέ­ρει γρα­πτώς το ό­νο­μα Πα­λα­μά μό­νο σε τέσ­σε­ρις ε­πι­στο­λές του προς τον Βαϊά­νο. Με τον βρα­χύ­λο­γο τρό­πο, που υιο­θε­τεί σε ό­λες τις ε­πι­στο­λές του, τον πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι εί­δε στα δυο φύλ­λα του «Ελεύ­θε­ρου Λό­γου», “την πα­ρα­τή­ρη­σιν του Πα­λα­μά πε­ρί της στι­χουρ­γι­κής του (εν άρ­θρω πε­ρί του Ρή­γα Γκόλ­φη)”, και ό­τι “ο Πα­λα­μάς κά­μνει μνείαν του ο­νό­μα­τος του”. Τό­σο ου­δέ­τε­ρα, ό­ταν ο Με­σο­λογ­γί­της κά­νει λό­γο, α­ντι­στοί­χως, για “ξε­κάρ­φω­μα του κα­βα­φι­κού στί­χου” και “ζυ­μα­ρι­κά της Σχο­λής των Κα­βά­φη­δω­ν”. Επί­σης, ό­τι εί­δε τα υ­πο­στη­ρι­κτι­κά γράμ­μα­τα του Κλέω­νος Πα­ρά­σχου και της Άλκη Θρύ­λου στο περ. της Αλε­ξάν­δρειας «Ίσις» (6 και 13 Νοε. 1926), αλ­λά και “την πο­λύ πα­ρά­ξε­νη ε­πι­στο­λή του Πα­λα­μά”, στο «Έθνος» (13 Απρ. 1928), σχε­τι­κά με τον ελ­λη­νο­γάλ­λο συγ­γρα­φέα Κων­στ. Φω­τιά­δη και την συ­νέ­ντευ­ξη ε­κεί­νου στον Σπύ­ρο Με­λά.
Αυ­τή η ε­πι­στο­λή του Πα­λα­μά εί­ναι, χρο­νι­κά, η πρώ­τη α­πό τις ε­πτά ε­πι­στο­λές, στις ο­ποίες α­να­φέ­ρει τον Κα­βά­φη. Το ύ­φος ό­λων, α­νε­ξαρ­τή­τως πα­ρα­λή­πτη, εί­ναι συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νο. Στην ε­πι­στο­λή προς τον διευ­θυ­ντή του «Έθνους», δεν α­γα­να­κτεί τό­σο για την α­πορ­ρι­πτι­κή ά­πο­ψη, που ο Φω­τιά­δης, πα­ρα­κι­νη­μέ­νος α­πό τον Με­λά, εκ­φρά­ζει για τον ί­διο, ού­τε για την ε­πι­γραμ­μα­τι­κή ε­τυ­μη­γο­ρία του: “Εί­ναι ποιη­τής ο Κα­βά­φης, α­λη­θι­νός ποιη­τής.” Αλλά για την πε­ρι­φρο­νη­τι­κή α­να­φο­ρά στους κο­ρυ­φαίους της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας: “Μα δε μι­λά­με γι’ αυ­τούς τους αιώ­νιους χω­ριά­τες με τις φου­στα­νέ­λες και τη στοι­χειώ­δη ψυ­χο­λο­γία, που εί­ναι συ­νή­θως τό­σο πτω­χή.”
Την ί­δια χρο­νιά (3 Ιουλ. 1928), σε ε­πι­στο­λή προς τον Ξε­νό­που­λο, γί­νε­ται ει­ρω­νι­κός: “Όσο και αν εί­σαι, πο­λύ σω­στά για την πνευ­μα­τι­κή σου α­νε­ξαρ­τη­σία και το προς τους νέ­ους λύ­γι­σμά σου, εν­θου­σια­σμέ­νος και ε­σύ με τον Κα­βά­φη... θα ι­δής πως έ­να μπου­κέ­το με­νε­ξέ­δες εί­ναι γο­η­τευ­τι­κό για το ά­ρω­μά του και ό­χι για το μο­ντέρ­νο ύ­φος του.” Αφορ­μή του σχο­λίου στά­θη­κε η πρό­σφα­τη τό­τε ποιη­τι­κή συλ­λο­γή του συμ­βο­λι­στή Γάλ­λου ποιη­τή Χέν­ρυ ντε Ρε­νιέ, «Flamma tenax», συ­νο­μή­λι­κου του Κα­βά­φη. Η ε­πό­με­νη ε­πι­στο­λή προς Ξε­νό­που­λο, με α­να­φο­ρά στον Κα­βά­φη (24 Φεβ. 1930), γί­νε­ται με α­φορ­μή την α­πά­ντη­ση του Ρο­μαίν Ρο­λάν σε σχε­τι­κή ε­ρώ­τη­ση γαλ­λι­κού πε­ριο­δι­κού ό­τι “ο Κω­στής Πα­λα­μάς εί­ναι ο με­γα­λύ­τε­ρος α­πό τους ζω­ντα­νούς ποιη­τές της Ευ­ρώ­πης”. Ο Πα­λα­μάς φαί­νε­ται να φέ­ρει πο­λύ βα­ρέως την α­δια­φο­ρία των γη­γε­νών λο­γο­τε­χνι­κών κύ­κλων για την με­τά­φρα­ση δι­κών του ποιη­μά­των. Ανα­φέ­ρε­ται “στα κο­ντύ­λια των Άλκη­δων Θρύ­λων και των Πέ­τρων Χά­ρη­δω­ν”, που υ­πο­στή­ρι­ζαν πως “μό­νο τα ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη, ό­ταν θα με­τα­φρα­στούν, θα συ­ναρ­πά­σουν την Ευ­ρώ­πη”.
Η τε­λευ­ταία α­ντί­θε­ση στη σχέ­ση τους προέ­κυ­ψε και πά­λι με α­φορ­μή α­φιε­ρω­μα­τι­κά τεύ­χη πε­ριο­δι­κών. Το δεύ­τε­ρο α­φιέ­ρω­μα αμ­φο­τέ­ρων εί­ναι α­πό το ί­διο αι­γυ­πτιώ­τι­κο γαλ­λό­φω­νο πε­ριο­δι­κό, το «Semaine Egyptienne». Και πά­λι, προ­η­γή­θη­κε του Κα­βά­φη (25 Απρ. 1929) και έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα (15 Απρ. 1930), δη­μο­σιεύ­θη­κε του Πα­λα­μά. Ενδια­μέ­σως, δυο ε­πι­στο­λές του Πα­λα­μά δεί­χνουν, πλα­γίως, η πρώ­τη προς τον Γεν. Πρό­ξε­νο  στο Κάι­ρο, Ξε­νο­φώ­ντα Στελ­λά­κη, ευ­θέως, η δεύ­τε­ρη προς τον Γιώρ­γο Κα­τσί­μπα­λη, τον γιο του α­γα­πη­μέ­νου του φί­λου Κων­στα­ντί­νου, πό­σο του στοι­χί­ζει ο πα­ρα­γκω­νι­σμός του. Σε αυ­τήν την πε­ρίο­δο της ζωής του, ο Πα­λα­μάς στε­νο­χω­ριέ­ται, αλ­λά και χαί­ρε­ται σαν μι­κρό παι­δί. Τον εν­θου­σια­σμό του για το δι­κό του α­φιέ­ρω­μα τον δεί­χνει με μία δεύ­τε­ρη ε­πι­στο­λή προς τον Κα­τσί­μπα­λη (23 Απρ. 1930) και την ευ­χα­ρι­στή­ρια προς τον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού, Νί­κο Σταυ­ρι­νό (17 Μαΐ. 1930).
Πρό­θε­σή μας στην α­να­σύν­θε­ση της ι­διό­τυ­πης δια­μά­χης Πα­λα­μά-Κα­βά­φη ή­ταν να δεί­ξου­με, πως η ε­πι­κρα­τού­σα ά­πο­ψη δεν συμ­βα­δί­ζει με τα στοι­χεία που δια­θέ­του­με. Συ­νο­ψί­ζο­ντας, ο Πα­λα­μάς ή­ταν αυ­τός, που πρώ­τος α­νη­σύ­χη­σε,   συ­νει­δη­το­ποιώ­ντας, στην αρ­χή της δε­κα­ε­τίας του ’20, την α­πή­χη­ση του Κα­βά­φη στην Αθή­να. Όσο μά­λι­στα,  αυ­τή η α­πή­χη­ση στους κύ­κλους των δια­νοου­μέ­νων της ε­πο­χής με­γά­λω­νε, τό­σο ε­κεί­νος περ­νού­σε α­πό την ά­μυ­να στην ε­πί­θε­ση. Πά­ντο­τε, ό­μως, α­πό τη θέ­ση του κρι­τι­κού, πα­ρα­μέ­νο­ντας φει­δω­λός στο δη­μό­σιο λό­γο του. Από την πλευ­ρά του, ο Κα­βά­φης, α­πηλ­λαγ­μέ­νος α­πό τις υ­παλ­λη­λι­κές του υ­πο­χρεώ­σεις στην Υπη­ρε­σία Αρδεύ­σεων α­πό τις 31 Μαρ. 1922, έ­να μή­να πριν συ­μπλη­ρώ­σει τα 59, διεκ­δι­κεί με τον τρό­πο του ε­δραίω­ση στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο. Αυ­τό, χω­ρίς συ­νε­ντεύ­ξεις ή αρ­θρο­γρα­φία. Το δι­κό του με­γά­λο α­τού εί­ναι αυ­τό που σή­με­ρα α­πο­κα­λού­με δη­μό­σιες σχέ­σεις. Στην πε­ρί­πτω­σή του, σή­μαι­νε δια­προ­σω­πι­κές ε­πα­φές, ε­πω­φε­λού­με­νος α­πό την ει­κό­να του ι­διόρ­ρυθ­μου α­λε­ξαν­δρι­νού ε­λι­τί­στα, που εί­χε καλ­λιερ­γή­σει. Τε­λι­κά, η α­ντι­πα­ρά­θε­ση Πα­λα­μά-Κα­βά­φη μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο με παρ­τί­δα σκα­κιού πα­ρά με πε­τρο­πό­λε­μο. Βρί­σκο­νται α­ντι­μέ­τω­ποι δυο γκραν με­τρ, ο πα­ρορ­μη­τι­κός Με­σο­λογ­γί­της ε­να­ντίον του συ­γκρα­τη­μέ­νου, αγ­γλι­στί cool, Αλε­ξαν­δρι­νού.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/11/2015.

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Ο Καβάφης του Παλαμά

Το βρά­δυ της Πα­ρα­σκευής, στον Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο Παρ­νασ­σός, για τον ε­ορ­τα­σμό των 150 χρό­νων λει­τουρ­γίας, πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε εκ­δή­λω­ση προς τι­μή του Κω­στή Πα­λα­μά. Ο Γε­ρά­σι­μος Ζώ­ρας α­να­φέρ­θη­κε στη σχέ­ση του ποιη­τή με τον Σύλ­λο­γο και η Δέ­σποι­να Δού­κα στην ε­πι­στο­λι­κή σχέ­ση του με την Λι­λή Πα­τρι­κίου-Ια­κω­βί­δη. Εμείς, και ως α­ντί­στι­ξη σε αυ­τές τις δυο στε­νές σχέ­σεις, θα σχο­λιά­σου­με τη σχέ­ση του με τον Κ. Π. Κα­βά­φη. Πρό­κει­ται για μία σχέ­ση, που δεν υ­πήρ­ξε ού­τε προ­σω­πι­κή ού­τε ε­πι­στο­λι­κή, για την ο­ποία υ­πάρ­χουν στοι­χεία α­πό α­νο­μοιο­γε­νή δη­μο­σιεύ­μα­τα στη διάρ­κεια μίας 15ε­τίας. Συ­γκρο­τού­νται α­πό άρ­θρα, δύο συ­νε­ντεύ­ξεις και ε­πι­στο­λές προς τρί­τους του Πα­λα­μά. Αντί­στοι­χα, του Κα­βά­φη, μία συ­νέ­ντευ­ξη και ε­πι­στο­λές προς τον Μά­ριο Βαϊά­νο. Επί­σης, δη­μο­σιεύ­μα­τα τρί­των. Πα­ρό­τι η σχέ­ση τους έ­χει α­πα­σχο­λή­σει, δεν έ­χει πα­ρου­σια­στεί συ­στη­μα­τι­κά. Ση­μειώ­νου­με δυο σχε­τι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα των Μ. Για­λου­ρά­κη και Θ. Σου­λο­γιάν­νη, στα κα­βα­φι­κά α­φιε­ρώ­μα­τα των πε­ριο­δι­κών «Νέα Εστία» (1963) και «Δια­βά­ζω» (1983), που α­να­φέ­ρο­νται σε “χρο­νι­κό δια­μά­χης”. Λό­γω στε­νό­τη­τας χώ­ρου, θα δώ­σου­με μία συ­ντο­μευ­μέ­νη α­να­σύν­θε­σή της, η ο­ποία, ως έ­να βαθ­μό, δια­φο­ρο­ποιεί την ε­πι­κρα­τού­σα ά­πο­ψη, που εί­ναι φι­λο­πα­λα­μι­κή, αλ­λά ό­χι α­ντι­κα­βα­φι­κή, ρί­χνο­ντας το βά­ρος της α­ντι­πα­ρά­θε­σής τους στην α­διαλ­λα­ξία των θια­σω­τών τους.
Με αυ­τόν τον τρό­πο, την δια­τύ­πω­σε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, σε ε­πε­τεια­κή ε­πι­φυλ­λί­δα στο «Βή­μα» (28 Απρ. 1973): “Ανά­με­σα σε ε­κεί­νους που πρώ­τοι διέ­γνω­σαν την ι­διο­φυΐα του Κα­βά­φη, δι­καίως μνη­μο­νεύο­νται ξε­χω­ρι­στά ο Γρη­γό­ριος Ξε­νό­που­λος και ο Μόρ­γκαν Φόρ­στερ.” Προ­σθέ­το­ντας: “Η γραμ­μα­το­λο­γι­κή δι­καιο­σύ­νη α­παι­τεί, σε τού­τα τα δυο τι­μη­μέ­να ο­νό­μα­τα, να προ­στε­θεί έ­να τρί­το: του με­γά­λου μας ποιη­τή-κρι­τι­κού, που – ά­σχε­το αν αρ­γό­τε­ρα με­ρι­κοί ά­τσα­λοι ο­πα­δοί του κα­βα­φι­κού θιά­σου (ό­πως και κά­ποιοι δι­κοί του, άλ­λω­στε) τον έσ­πρω­ξαν σε ά­χα­ρο πε­τρο­πό­λε­μο με τον Αλε­ξαν­δρι­νό – πρώ­τος διέ­κρι­νε και δια­τύ­πω­σε, ε­ναρ­γέ­στε­ρα και α­πό τους δυο προ­η­γού­με­νους, την βα­σι­κή δο­μή του κα­βα­φι­κού έρ­γου. Ο τρί­τος αυ­τός άν­θρω­πος... ή­ταν βέ­βαια ο Πα­λα­μάς.” Ως καί­ριο θεω­ρεί πα­ρά­θε­μα α­πό ε­πι­φυλ­λί­δα του Πα­λα­μά στην εφ. «Ελεύ­θε­ρος Λό­γος» (30 Ιουν. 1924), το ο­ποίο και α­να­δη­μο­σιεύει. Ήταν η δεύ­τε­ρη α­να­φο­ρά του Πα­λα­μά στον Κα­βά­φη. Ο Σαβ­βί­δης δεν ε­πα­νήλ­θε στη σχέ­ση των δυο ποιη­τών.
Τριά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, και πά­λι με α­φορ­μή κα­βα­φι­κή ε­πέ­τειο, ο Δ. Δα­σκα­λό­που­λος σχο­λία­σε τη σχέ­ση των δυο ποιη­τών στο ί­διο πνεύ­μα με τον Σαβ­βί­δη, φέ­ρο­ντας ως τεκ­μή­ριο για την έ­γκαι­ρη ε­πι­σή­μαν­ση α­πό τον Πα­λα­μά “της ι­διο­τυ­πίας του Αλε­ξαν­δρι­νού”, φρά­ση α­πό βι­βλιο­κρι­σία του στην εφ. «Εμπρός» (4 Δεκ. 1921): Στην Αλε­ξάν­δρεια “υ­πάρ­χει εις ποιη­τής ω­μο­λο­γη­μέ­νης πρω­το­τυ­πίας, ο Κα­βά­φης, ε­ξαι­ρέ­τως τι­μώ­με­νος υ­πό των νέων ε­κεί.” Μάλ­λον χω­ρίς ε­πι­με­λή αυ­το­ψία, α­κο­λου­θώ­ντας ε­σφαλ­μέ­νη α­να­φο­ρά στην συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή βι­βλιο­γρα­φία Πα­λα­μά του Κ. Γ. Κα­σί­νη, την θεω­ρεί ως κα­τα­κλεί­δια κο­ρω­νί­δα.
Στην α­να­σύν­θε­ση της λο­γο­τε­χνι­κής σχέ­σης δύο συγ­γρα­φέων, εί­ναι μάλ­λον α­να­γκαία η α­πο­στα­σιο­ποίη­ση α­πό τα πρό­σω­πα. Ο Σαβ­βί­δης ή­ταν μεν κα­βα­φι­στής, αλ­λά εκ πε­ποι­θή­σεως και εξ α­ντα­να­κλά­σεως μέ­σω Γ. Κ. Κα­τσί­μπα­λη, πα­λα­μι­στής. Ο Δα­σκα­λό­που­λος, ε­πί­σης, εί­ναι κα­βα­φι­στής, αλ­λά μάλ­λον πα­ρέ­μει­νε και εξ α­ντα­να­κλά­σεως μέ­σω Σαβ­βί­δη, πα­λα­μι­στής. Ση­μειώ­νου­με πως, στην ί­δια ερ­μη­νευ­τι­κή γραμ­μή, κι­νεί­ται και ο Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου στην ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νη με­λέ­τη του, «Η α­θη­ναϊκή κρι­τι­κή και ο Κα­βά­φης (1918-1924)», 1985.   
Η πρώ­τη ψη­φί­δα της σχέ­σης τους εί­ναι η εν λό­γω βι­βλιο­κρι­σία, σε στή­λη που κρα­τού­σε τό­τε ο Πα­λα­μάς, υ­πο­γρά­φο­ντας ως W. Με τίτ­λο το ό­νο­μα της κρι­νό­με­νης συγ­γρα­φέως, Μα­ρία Βόλ­του, α­φο­ρά το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της, «Λε­βα­ντι­νι­σμοί!», έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα τα­ξι­διω­τι­κού τύ­που. Ο Πα­λα­μάς πα­ρα­τη­ρεί: “Φαί­νε­ται ως να ε­γρά­φη πο­λύ βια­στι­κά”,  “η γλώσ­σα του εί­ναι α­τη­μέ­λη­τος”. Πιο κα­λο­γραμ­μέ­νο θεω­ρεί το πρώ­το βι­βλίο της, “έ­να τό­μον ποιη­τι­κών και στο­χα­στι­κών πε­ζο­γρα­φη­μά­των υ­πό τον τίτ­λον «Δια­βαί­νο­ντας...» με το ψευ­δώ­νυ­μον Άργα Πη­λεία”, που εί­χε εκ­δώ­σει δυο χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Εκ προοι­μίου, προ­λαμ­βά­νει την α­πο­ρία, για­τί κρί­νει ά­ξια α­να­φο­ράς την Βόλ­του και κρι­τι­κής πα­ρου­σία­σης το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της: Εί­ναι “κό­ρη της Αλε­ξαν­δρείας, κα­θώς μαν­θά­νω, νε­α­ρω­τά­τη θε­ρά­παι­να των Μου­σώ­ν· φέ­ρει ό­νο­μα τα μέ­γι­στα τι­μώ­με­νον εις τον ε­μπο­ρι­κόν κό­σμον της Αι­γύ­πτου, εν­θυ­μί­ζον την λα­μπρο­τά­την κλη­ρο­νο­μίαν, η ο­ποία κα­τά το πα­ρελ­θόν έ­τος, διε­τέ­θη υ­πέρ του Εθνι­κού Πα­νε­πι­στη­μίου· κλη­ρο­νο­μίαν, η ο­ποία τον δια­θέ­την Ηρα­κλή Βόλ­τον αρ­κεί δια να συ­γκα­τα­λέ­ξη με­τα­ξύ των ε­πι­ση­μο­τά­των ε­θνι­κών ευερ­γε­τών.”
Από τη Ζα­γο­ρά Πη­λίου η οι­κο­γέ­νεια Βόλ­του, οι δυο α­δελ­φοί, ο Αλέ­ξαν­δρος και ο Ηρα­κλής, α­σχο­λή­θη­καν με το ε­μπό­ριο βαμ­βα­κιού. Ο Ηρα­κλής α­πε­βίω­σε το 1920, α­φή­νο­ντας ό­λη την πε­ριου­σία του στο Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών. Τον Αλέ­ξαν­δρο, ως ι­δρυ­τι­κό μέ­λος του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου της Αι­γύ­πτου, τον α­να­ζη­τεί ο Σαβ­βί­δης στους “κα­τα­λό­γους δια­νο­μής συλ­λο­γώ­ν” του Κα­βά­φη. Αντ’ αυ­τού, ε­ντο­πί­ζει τε­τρά­κις το ό­νο­μα Βόλ­του, ως Δε­σπ. Βόλ­του, το 1917, ως Μα­ρί­κα Βόλ­του, το 1918, και δις, ως Κα Βόλ­του, το 1926. Φαί­νε­ται πως ο Κα­βά­φης προ­τί­μη­σε να στέλ­νει τα φυλ­λά­διά του στο νεό­τε­ρο μέ­λος της οι­κο­γέ­νειας Βόλ­του, τη Μα­ρία, κό­ρη του ε­τε­ρο­θα­λούς α­δελ­φού τους Πα­να­γιώ­τη, γνω­ρί­ζο­ντας τις συγ­γρα­φι­κές της α­νη­συ­χίες. “Μέ­σον Α. Σε­γκό­που­λου” ση­μειώ­νει, πως θα λά­βει η Μα­ρία το πρώ­το τεύ­χος. Συ­ντο­πί­της της, α­πό την Μιτ­ζέ­λα Αλμυ­ρού Βό­λου, ο Σε­γκό­που­λος, γεν­νη­θείς το 1898, ή­ταν λί­γα μό­νο χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρός της. Η α­νά­γνω­ση του δεύ­τε­ρου βι­βλίου της, που βρέ­θη­κε στη Βι­βλιο­θή­κη Κα­βά­φη, προ­σε­χτι­κή, ό­πως δη­λώ­νουν οι υ­πο­γραμ­μί­σεις, το πι­θα­νό­τε­ρο να πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό το άρ­θρο Πα­λα­μά. 
Η βι­βλιο­κρι­σία δεν κλεί­νει, αλ­λά α­νοί­γει με την μνεία του Κα­βά­φη. Επί­σης, δεν α­πο­τε­λεί με­μο­νω­μέ­νη α­να­φο­ρά, αλ­λά μέ­ρος πε­ρι­γρα­φής της λο­γο­τε­χνι­κής κί­νη­σης στην Αλε­ξάν­δρεια: “Πε­ριο­δι­κά κυ­κλο­φο­ρούν, τα ω­ρί­μου η­λι­κίας «Γράμ­μα­τα», η νε­ο­θα­λής «Σκέ­ψη», βι­βλία εκ­δί­δο­νται, υ­πάρ­χει είς ποιη­τής ω­μο­λο­γη­μέ­νης πρω­το­τυ­πίας, ο Κα­βά­φης, ε­ξαι­ρέ­τως τι­μώ­με­νος υ­πό των νέων ε­κεί, και είς ευ­γε­νής ζη­λω­τής και υ­πο­στη­ρι­κτής των ω­ραίων γραμ­μά­των, ως α­κούω, ο Στέ­φα­νος Πάρ­γας.” Πό­σο, ό­μως, κα­λά γνω­ρί­ζει ο Με­σο­λογ­γί­της το έρ­γο του Αλε­ξαν­δρι­νού; Εξαρ­χής τα ποιή­μα­τά τους γει­το­νεύουν σε α­θη­ναϊκά έ­ντυ­πα, α­πό το «Αττι­κόν Μου­σείο» μέ­χρι το Ημε­ρο­λό­γιο του Σκό­κου. Ύστε­ρα, η τι­μη­τι­κή μνεία στα «Γράμ­μα­τα» και τον εκ­δό­τη τους, Πάρ­γα, δεί­χνει πως έ­χει δια­βά­σει τα ε­κεί δη­μο­σιευ­μέ­να κα­βα­φι­κά ποιή­μα­τα, αν ό­χι τα πρώ­τα, του 1911, σί­γου­ρα ε­κεί­να της τριε­τίας 1917-1919. Ακό­μη, τα ποιή­μα­τα στα τέσ­σε­ρα τεύ­χη του δι­μη­νιαίου περ. «Σκέ­ψη» του Αντώ­νη Κό­μη. Οπό­τε γεν­νιέ­ται το ε­ρώ­τη­μα, για­τί α­πο­φα­σί­ζει τό­τε να μνη­μο­νεύ­σει τον Κα­βά­φη και μά­λι­στα, κα­τά τρό­πο, τι­μη­τι­κό; 
Η ε­πι­σή­μαν­ση α­πό τον Δα­σκα­λό­που­λο του πε­ριο­ρι­στι­κού προσ­διο­ρι­σμού “τι­μώ­με­νος υ­πό των νέων ε­κεί” εί­ναι εύ­στο­χη. Πι­θα­νώς, με την α­να­φο­ρά του ζη­τά­ει να ο­ριο­θε­τή­σει την α­πή­χη­ση Κα­βά­φη μα­κράν του δι­κού του χρό­νου και χώ­ρου. Απο­φεύ­γει, πά­ντως, να δια­τυ­πώ­σει δι­κή του ά­πο­ψη, υιο­θε­τώ­ντας την κύ­ρια ε­πι­σή­μαν­ση του Ξε­νό­που­λου για τον πρω­τό­τυ­πο χα­ρα­κτή­ρα της ποίη­σής του. Δεν πι­στεύου­με, ω­στό­σο, πως εί­ναι το άρ­θρο του Ξε­νό­που­λου, πριν κο­ντά μία ει­κο­σα­ε­τία, που τον πα­ρα­κί­νη­σε, αλ­λά, το πι­θα­νό­τε­ρο, η διά­λε­ξη για τον Κα­βά­φη του Τέλ­λου Άγρα, στις 30 Μαρ. 1921. Το κεί­με­νο της ο­μι­λίας δη­μο­σιεύ­τη­κε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, στον 10ο τό­μο του «Δελ­τίου του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου, Αύγ. 1923. Ο Πα­λα­μάς δεν θα την πα­ρα­κο­λού­θη­σε στην αί­θου­σα του Ελλη­νι­κού Ωδείου. Ωστό­σο η ε­πι­τυ­χία της βρα­διάς εί­χε γί­νει ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στή.
Σύμ­φω­να με τον Ξε­νό­που­λο: “Η φι­λο­λο­γι­κή σά­λα γέ­μι­σε α­σφυ­κτι­κά... μια νέα κο­πέ­λα α­πάγ­γει­λε τα κυ­ριώ­τε­ρα κομ­μά­τια του ποιη­τή μας... Βα­θιά τα αι­σθάν­θη­κε ο κό­σμος και τα κα­τα­χει­ρο­κρό­τη­σε ό­λα. Ένα πλή­θος μά­λι­στα νέ­οι δεν τ’ ά­κου­γαν πρώ­τη φο­ρά. Τα ή­ξε­ραν α­πέ­ξω. Και φεύ­γο­ντας γο­η­τευ­μέ­νοι... έ­λε­γεν ο έ­νας στον άλ­λο: «Ο Κα­βά­φης!... α, τι ποιη­τής!»” Αυ­τοί οι εν­θου­σιώ­δεις θαυ­μα­στές του Κα­βά­φη ή­ταν οι ε­δώ νέ­οι, ό­χι οι ε­κεί. Και δεν ή­ταν μό­νο οι νέ­οι. Δυο α­θη­ναϊκές ε­φη­με­ρί­δες α­πό τις με­γα­λύ­τε­ρες, ο «Ελεύ­θε­ρος Τύ­πος» και η «Πα­τρίς», εί­χαν δη­μο­σιεύ­σει σει­ρά ποιη­μά­των του. Η πρώ­τη ε­πί μία ε­βδο­μά­δα (Μάρ. 1921), η δεύ­τε­ρη, κα­λο­καί­ρι 1921. Τέ­λος, ο Πα­λα­μάς θα εί­χε δια­βά­σει, Νοέ. 1921, στο πε­ριο­δι­κό της Ευ­γε­νίας Ζω­γρά­φου, «Ελλη­νι­κή Επι­θεώ­ρη­σις», τη με­λέ­τη του συ­νο­μή­λι­κου και φί­λου του Άγρα, Από­στο­λου Δρί­βα, γραμ­μέ­νη έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα.
Η δεύ­τε­ρη, σε χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, ψη­φί­δα της σχέ­σης τους, που μνη­μο­νεύει ο Σαβ­βί­δης, α­φο­ρά σει­ρά πέ­ντε ε­βδο­μα­διαίων ε­πι­φυλ­λί­δων (16 Ιουν. - 21 Ιουλ. 1924) του Πα­λα­μά, με τον γε­νι­κό, φροϋδι­κής έ­μπνευ­σης, τίτ­λο «Libido». Ο Πα­λα­μάς ε­στιά­ζει στο θέ­μα του γυ­μνού, εκ­κι­νώ­ντας με ά­πο­ψη πε­ρί του γυ­μνού στη ζω­γρα­φι­κή του α­με­ρι­κα­νού φι­λό­σο­φου και ποιη­τή Ραλφ Γουόλ­ντο Έμερ­σον, κύ­ριου εκ­προ­σώ­που του υ­περ­βα­τι­σμού στη Νέα Αγγλία, κα­τά τον 19ο αι. Σε αυ­τήν, α­ντι­πα­ρα­θέ­τει “τη γύ­μνια των πορ­νο­γρά­φων και των ω­μών πραγ­μα­τι­στώ­ν”. Με­τά α­να­φέ­ρε­ται στη δι­κή του ποίη­ση, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει φι­λο­σο­φι­κή, για να έρ­θει στο θέ­μα του, που εί­ναι η η­δο­νι­κή ποίη­ση του Κα­βά­φη. Επι­λέ­γει, ό­πως σχο­λιά­ζει ο Σαβ­βί­δης, “έ­να α­πό τα πιο σκαν­δα­λώ­δη ε­ρω­τι­κά ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη”. Το ποίη­μα «Να μεί­νει», με χρο­νο­λο­γία γρα­φής Μάρ. 1918 και πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση Απρ. 1924 στο περ. της Αλε­ξάν­δρειας «Αργώ». Ανα­δη­μο­σιεύ­τη­κε στο «Ελεύ­θε­ρον Βή­μα» (9 Ιουν. 1924) και τρεις μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα, στο «Έθνος», σε α­ντι­κα­βα­φι­κό δη­μο­σίευ­μα του Π. Τα­γκό­που­λου. Εί­ναι το πέ­μπτο ε­ρω­τι­κό ποίη­μα δη­μο­σιευ­μέ­νο σε α­θη­ναϊκό έ­ντυ­πο, αλ­λά το πρώ­το σε ε­φη­με­ρί­δα. Επί­σης, το πρώ­το α­πό τα δη­μο­σιευ­μέ­να ε­ρω­τι­κά, με “σάρ­κας γύ­μνω­μα”. Αυ­τές οι πρω­τιές εν­δέ­χε­ται να ερ­μη­νεύουν την ε­πι­λο­γή του και συ­να­κό­λου­θα, την ε­κλο­γή του θέ­μα­τος των ε­πι­φυλ­λί­δων.
Για δεύ­τε­ρη φο­ρά, ο Πα­λα­μάς πε­ριο­ρί­ζει το θέ­μα του Κα­βά­φη “στους νέ­ους ε­κεί” (= Αλε­ξάν­δρεια). Πα­ρα­κά­μπτει, δη­λα­δή, τις α­θη­ναϊκές δη­μο­σιεύ­σεις του ποιή­μα­τος, α­να­σύ­ρο­ντας το α­λε­ξαν­δρι­νό πε­ριο­δι­κό μιας δρά­κας νέων. Έχει, ό­μως προ­τά­ξει τα τεύ­χη δυο άλ­λων ελ­λα­δι­κών νε­α­νι­κών πε­ριο­δι­κών. Στην πρώ­τη ε­πι­φυλ­λί­δα, α­να­φέ­ρει τα «Μα­κε­δο­νι­κά Γράμ­μα­τα» της Θεσ­σα­λο­νί­κης, συ­γκε­κρι­μέ­να, το τεύ­χος Απρ. 1923, ό­που δη­μο­σιεύε­ται η δεύ­τε­ρη συ­νέ­χεια του με­λε­τή­μα­τος του Γ. Βα­φό­που­λου για τον Κα­βά­φη. Αυ­τό, ού­τε καν το μνη­μο­νεύει. Σχο­λιά­ζει σο­νέ­το με τίτ­λο «Πόρ­νη», χω­ρίς να α­να­φέ­ρει ό­νο­μα ποιη­τή, μό­νο πως εί­ναι έρ­γο “αν­θρώ­που γυ­μνα­σμέ­νου στο στί­χο.” Πρό­κει­ται για τον νε­α­ρό τό­τε η­θο­ποιό Κώ­στα Μου­σού­ρη, που ε­πι­δι­δό­ταν και στην ποίη­ση. Στη δεύ­τε­ρη ε­πι­φυλ­λί­δα, πα­ρου­σιά­ζει τεύ­χος (Φεβ.-Μαρ. 1924) της «Μη­νιαίας Επι­θεώ­ρη­σης» του Φι­λο­τε­χνι­κού Ομί­λου Νέων στη Σά­μο. Ανα­δη­μο­σιεύει το ποίη­μα «Από­γευ­μα», και πά­λι χω­ρίς ό­νο­μα ποιη­τή, με “την πα­ρά­κλη­ση προς τους σε­μνούς να τον συγ­χω­ρή­σου­ν”. “Στι­χορ­ρά­πτη” α­πο­κα­λεί τον ποιη­τή του, ε­νώ τον προ­η­γού­με­νο, “στι­χο­πλέ­χτη”, πα­ρα­τη­ρώ­ντας πως “και οι δυο α­να­γαλ­λιά­ζουν μέ­σα στη γύ­μνια”.
Σε αυ­τήν τη νε­α­νι­κή συ­ντρο­φιά, ως τρί­τον, προ­σθέ­τει τον ε­ξη­κο­ντού­τη Κα­βά­φη. Προ­η­γου­μέ­νως, ό­μως, σαν κα­τα­κλεί­δα στα ό­σα έ­γρα­ψε για τα δυο άλ­λα πε­ριο­δι­κά, σχο­λιά­ζει: “Μυ­ρί­ζει κα­βα­φί­λας. Η ό­σφρη­ση ξα­νοί­γει την ό­ρα­ση.” Κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή η συ­γκε­κρι­μέ­νη πα­ρα­γω­γι­κή κα­τά­λη­ξη θη­λυ­κών ου­σια­στι­κών, εκ­φρά­ζει γε­νι­κώς α­πώ­θη­ση, με­τα­ξύ άλ­λων, δυ­σο­σμία. Εδώ, πι­θα­νώς α­πό πα­πού­τσι δεύ­τε­ρης ποιό­τη­τας, αν λαν­θά­νει λο­γο­παί­γνιο με το ε­πί­θε­το του Κα­βά­φη. Το τρί­το πε­ριο­δι­κό εί­ναι το «Αργώ», ό­που πα­ρα­θέ­τει το ποίη­μα χω­ρίς α­να­φο­ρά του τίτ­λου. Μία ει­κα­σία θα ή­ταν πως θέ­λει να α­πο­φύ­γει πα­ρα­πο­μπή στις α­θη­ναϊκές α­να­δη­μο­σιεύ­σεις, αλ­λά και τον α­ντι­κα­βα­φι­κό σχο­λια­σμό του Τα­γκό­που­λου, που εμ­μέ­σως α­πορ­ρί­πτει. Ο δι­κός του, αν δια­βα­στεί με­μο­νω­μέ­νος, ό­πως τον πα­ρα­θέ­τει ο Σαβ­βί­δης, φαί­νε­ται ευ­νοϊκός. Δεί­χνει, μά­λι­στα, με πό­ση προ­σο­χή πα­ρα­κο­λου­θεί τις δη­μο­σιεύ­σεις κα­βα­φι­κών ποιη­μά­των, κα­θώς σχο­λιά­ζει το «Να μεί­νει» σε πα­ραλ­λη­λία με το «Νό­η­σις», δη­μο­σιευ­μέ­νο σε τεύ­χος των «Γραμ­μά­των» του 1917. 
Απο­πει­ρά­ται φροϋδι­κού τύ­που εμ­βά­θυν­ση, α­πο­δί­δο­ντας στον ποιη­τή “κά­ποια ντρο­πή και κά­ποιο σα­ρά­κι για πε­ρι­στα­τι­κά της ζωής του”. Αργο­πο­ρεί την ευ­θεία α­να­φο­ρά στον Κα­βά­φη, κα­τα­λή­γο­ντας πως “το ό­νο­μα του κ. Κα­βά­φη και τα προ­βλή­μα­τα που τυ­χόν γεν­νά ο λό­γος του και ο στί­χος του” τον α­να­γκά­ζουν να συ­νε­χί­σει στην ε­πό­με­νη ε­πι­φυλ­λί­δα. Εκεί, ό­μως, α­να­φέ­ρε­ται στα «Άνθη του Κα­κού» του Μπων­τλέ­ρ, ε­στιά­ζο­ντας στο ποίη­μα «Μια νύ­χτα». Σχε­τι­κά με αυ­τό, υ­πάρ­χει μία πα­ρα­τή­ρη­ση, που πλα­γίως δεί­χνει και τον Κα­βά­φη: “ποίη­μα με θέ­μα ω­μό μας θυ­μί­ζει την «Πόρ­νη» του σον­νε­τί­στα των «Μα­κε­δο­νι­κών Γραμ­μά­των» και ό­λων των ο­μό­τε­χνών του, νεώ­τε­ρων και πρε­σβύ­τε­ρων, θε­ρα­πευ­τών του η­δο­νι­σμού”. Συ­νε­χί­ζει στις ε­πό­με­νες δυο ε­πι­φυλ­λί­δες, με πα­ρα­δείγ­μα­τα και άλ­λων Ευ­ρω­παίων ποιη­τών, το­νί­ζο­ντας το α­να­γκαίο πά­ντρε­μα “η­δο­νι­σμού και ι­δα­νι­σμού”, που, πλα­γίως και χω­ρίς πε­ραι­τέ­ρω α­να­φο­ρά, κα­τα­γρά­φει ως προ­βλη­μα­τι­κό έλ­λειμ­μα της κα­βα­φι­κής ποίη­σης.
Εί­ναι μάλ­λον προ­φα­νής η στρα­τη­γι­κή του Πα­λα­μά και στα δυο δη­μο­σιεύ­μα­τα. Δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση της εν πα­ρό­δω α­να­φο­ράς στην ποίη­ση του Κα­βά­φη, με μία μό­λις φρά­ση στην πρώ­τη και με σύ­ντο­μη πε­ρι­κο­πή στη δεύ­τε­ρη μό­νο ε­πι­φυλ­λί­δα, ε­νώ, εν μέ­ρει η βι­βλιο­κρι­σία και ο­λό­κλη­ρη η σει­ρά των ε­πι­φυλ­λί­δων πα­ρα­κι­νού­νται α­πό την πρό­θε­σή του να ε­πι­ση­μά­νει την πα­ρου­σία του Κα­βά­φη κα­τά έ­ναν συ­γκε­κρι­μέ­νο τρό­πο.
Πα­ρά τις συ­ντο­μεύ­σεις, η α­να­σύν­θε­ση της σχέ­σης Πα­λα­μάς-Κα­βά­φης θα χρεια­στεί συ­νέ­χεια. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/11/2015.

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Αμφιταλάντευση ή στροφή της γραφής

Ηρώ Νι­κο­πού­λου
«Ασφα­λής πό­λη»
Εκδ. Γα­βριη­λί­δης
Ιούν. 2015
 
Η Ηρώ Νι­κο­πού­λου συ­νι­στά μία δύ­σκο­λα τα­ξι­νο­μού­με­νη πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέα. Αυ­τό, βέ­βαια, δεν ο­φεί­λε­ται στο ό­τι ξε­κί­νη­σε με σπου­δές στην Σχο­λή Κα­λών Τε­χνών α­ντί κά­ποιου τμή­μα­τος της Φι­λο­σο­φι­κής. Ού­τε ό­τι α­σχο­λεί­ται ταυ­τό­χρο­να με τη ζω­γρα­φι­κή. Άλλω­στε, ή­δη α­πό την ε­φη­βεία, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, έ­γρα­φε στί­χους και ζω­γρά­φι­ζε. Με μι­κρή χρο­νι­κή δια­φο­ρά έ­κα­νε την πρώ­τη της ε­πί­ση­μη εμ­φά­νι­ση στους δυο χώ­ρους. Στα δέ­κα ο­κτώ ε­ξέ­δω­σε την πρώ­τη ποιη­τι­κή της συλ­λο­γή, «Ο μύ­θος του ο­δοι­πό­ρου», στα εί­κο­σι συμ­με­τεί­χε, για πρώ­τη φο­ρά, σε ο­μα­δι­κή έκ­θε­ση. Το πρό­βλη­μα ε­νός πι­θα­νού γραμ­μα­το­λό­γου, που α­κό­μη δεν μας έ­χει προ­κύ­ψει, θα βρί­σκε­ται στις με­τα­στρο­φές, που η Νι­κο­πού­λου, κα­τά και­ρούς, α­πο­πει­ρά­ται και στους δυο χώ­ρους, ι­διαί­τε­ρα σε αυ­τόν της λο­γο­τε­χνίας.
Λέ­γο­ντας με­τα­στρο­φές στη λο­γο­τε­χνία, δεν α­να­φε­ρό­μα­στε στο πέ­ρα­σμα α­πό την ποίη­ση στην πε­ζο­γρα­φία, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, δεν έ­χει πά­ρει ο­ρι­στι­κή μορ­φή, α­φού συ­νε­χί­ζει να εκ­δί­δει ποιη­τι­κές συλ­λο­γές. Ού­τε στις με­τα­το­πί­σεις ε­ντός του πε­ζο­γρα­φι­κού πε­δίου, για τις ο­ποίες συ­χνά δί­νε­ται α­πό τους σχο­λια­στές του πε­ζο­γρα­φι­κού της έρ­γου α­να­κρι­βής ει­κό­να. Λ.χ., στις σε­λί­δες για την Νι­κο­πού­λου, που α­φιε­ρώ­νει το πε­ριο­δι­κό, «Ο Σί­συ­φος», α­να­φέ­ρε­ται πως “υ­πήρ­ξε στα­δια­κή ε­γκα­τά­λει­ψη της με­γά­λης φόρ­μας και σχε­δόν ο­λο­κλη­ρω­τι­κή προ­σχώ­ρη­σή της στην μι­κρή φόρ­μα του διη­γή­μα­τος”. Όταν η σχέ­ση της Νι­κο­πού­λου με τη με­γά­λη φόρ­μα αρ­χί­ζει και τε­λειώ­νει με το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό της βι­βλίο. Πρό­κει­ται για το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Σαν σε κα­θρέ­φτη», που ε­ξέ­δω­σε το 2003. Φτά­νει τις 215 σε­λί­δες, ω­στό­σο, α­πό την κρι­τι­κή έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στεί νου­βέ­λα.
Οι ου­σια­στι­κές με­τα­στρο­φές θεω­ρού­με πως α­φο­ρούν τον τρό­πο γρα­φής. Το 2007, για την πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των της, «Ομε­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια», ξε­χω­ρί­ζα­με ως πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα διη­γή­μα­τα, αυ­τά με “φευ­γά­τους” ή­ρωες, στα ο­ποία υ­πε­ρι­σχύει της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας το υ­πε­ραι­σθη­τό στοι­χείο. Σε α­ντι­δια­στο­λή με ό­σα ορ­γα­νώ­νο­νται ορ­θο­λο­γι­στι­κά, σε αυ­τά τα πε­ρι­γράμ­μα­τα μό­λις που σχε­διά­ζο­νται, ε­νώ η έμ­φα­ση δί­νε­ται στα συ­ναι­σθή­μα­τα. Αυ­τήν την α­φη­γη­μα­τι­κή α­φαί­ρε­ση την α­πο­δί­δα­με τό­τε στη μα­τιά της ζω­γρά­φου. Με­ρι­κά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, η ι­σορ­ρο­πία φαί­νε­ται να αλ­λά­ζει, κα­θώς εί­ναι η ρε­α­λι­στι­κή ο­πτι­κή της πε­ζο­γρά­φου, που πα­ρεμ­βαί­νει στις λι­τές ζω­γρα­φι­κές συν­θέ­σεις, ει­σά­γο­ντας ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρα πα­ρα­στα­τι­κά στοι­χεία. Η ί­δια η συγ­γρα­φέ­ας θεω­ρεί ό­τι “η στρο­φή στη γρα­φή της” ξε­κι­νά­ει πο­λύ νω­ρί­τε­ρα. Το 1999, με την τρί­τη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή «Ανέ­μου». Ενδιά­με­σα, υ­πάρ­χει μία δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή, το 1993, «Χει­με­ρι­νοί μορ­φα­σμοί». Έτσι κι αλ­λιώς, ό­μως, η δε­κα­ε­τία του ’90, εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νη στη ζω­γρα­φι­κή.
Αυ­τή “η στρο­φή στη γρα­φή της” ε­ξαρ­τά­ται, ως έ­να βαθ­μό, α­πό τις ε­πι­δρά­σεις που, κά­θε φο­ρά, δέ­χε­ται. Σε συ­νέ­ντευ­ξή της, α­να­φέ­ρει τον Νά­σο Νι­κό­που­λο, ως τον πρώ­το που την μύη­σε στην ποίη­ση. Ποιη­τής της πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κής γε­νιάς ο Νι­κό­που­λος, γεν­νη­μέ­νος το 1926, α­πε­βίω­σε σχε­τι­κά νω­ρίς, το 1991. Πα­ρά τις δώ­δε­κα ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, που ε­ξέ­δω­σε σε διά­στη­μα τρια­κο­ντα­ε­τίας, πα­ρα­μέ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στός ως θεω­ρη­τι­κός και κρι­τι­κός του θεά­τρου. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λει η θη­τεία του, κα­τά την πρώ­τη με­τα­πο­λι­τευ­τι­κή δε­κα­ε­τία, στην ε­φη­με­ρί­δα, «Αυ­γή», ό­που, μα­ζί με τον νεό­τε­ρό του, Λέ­αν­δρο Πο­λε­νά­κη, κά­λυ­πταν τη κρι­τι­κή θεά­τρου. Την πρώ­τη συλ­λο­γή του, «Έξο­δος α­πό τη νη­νε­μία», την ε­ξέ­δω­σε, ό­ταν η Νι­κο­πού­λου ή­ταν μω­ρό, ε­νώ την προ­τε­λευ­ταία, «Έαρ το ερ­χό­με­νον», την ί­δια χρο­νιά με τη δι­κή της πρώ­τη συλ­λο­γή. Εκεί­νος, κοι­νω­νι­κός ποιη­τής, με “τα τραύ­μα­τα της ήτ­τας”, δεν ε­νέ­δω­σε στην α­πο­θάρ­ρυν­ση και την αμ­φι­σβή­τη­ση. Εκεί­νης οι πρώ­τες δυο συλ­λο­γές, σύμ­φω­να με πα­λαιό­τε­ρη α­πο­τί­μη­ση, που την τα­ξι­νο­μού­σε στη γε­νιά της δε­κα­ε­τίας του ’80, με­τα­φέ­ρουν “την προ­σω­πι­κή της α­γω­νία και α­βε­βαιό­τη­τα μέ­σα σ’ έ­να κλί­μα πε­σι­μι­σμού, ό­που ο θά­να­τος εί­ναι συ­νε­χώς πα­ρό­ν”.
Θα πα­ρου­σία­ζε εν­δια­φέ­ρον η σύ­γκρι­ση των δυο πρώ­των συλ­λο­γών της με τις δυο ε­πό­με­νες, αυ­τές, σε α­πό­στα­ση δε­κα­ε­τίας με­τα­ξύ τους: το 1999, «Ανέ­μου», το 2009, «Μη με ψά­χνε­τε ε­δώ». Όπως και να έ­χει, στο γύ­ρι­σμα του αιώ­να, θα μπο­ρού­σε να το­πο­θε­τη­θεί η αλ­λα­γή του λο­γο­τε­χνι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος α­πό το ο­ποίο δέ­χε­ται ε­πι­δρά­σεις στην πε­ραι­τέ­ρω δια­μόρ­φω­ση της γρα­φής της. Από την πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή  γε­νιά περ­νά στη γε­νιά της αμ­φι­σβή­τη­σης, ό­που, και πά­λι, βρί­σκε­ται σε σχέ­ση μα­θη­τείας. Αυ­τήν τη φο­ρά, η η­λι­κια­κή α­πό­στα­ση με τον μέ­ντο­ρα εί­ναι μι­κρό­τε­ρη, υ­πάρ­χει, ό­μως, με­τα­ξύ τους δια­φο­ρά συγ­γρα­φι­κής ω­ρί­μαν­σης κο­ντά ει­κο­σα­ε­τίας. Και αυ­τός ο δεύ­τε­ρος, εί­ναι μύ­στης της ποίη­σης, δια­πνέε­ται, ό­μως, α­πό ι­διά­ζου­σα “διά­θε­ση α­να­τρο­πής και αυ­τοϋπο­νό­μευ­σης”. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, με τις Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, σχο­λιά­ζε­ται η ε­πιρ­ροή του δι­δά­σκο­ντα στον μα­θη­τή, κα­θώς πα­ρα­τη­ρού­νται υ­φο­λο­γι­κές ε­πιρ­ροές, ε­νώ οι ό­ποιες εν­δοοι­κο­γε­νεια­κές συγ­γρα­φι­κές συ­μπτώ­σεις ε­λά­χι­στα α­πα­σχο­λούν. Πι­θα­νώς, για­τί λαν­θά­νει η ά­πο­ψη πως μπο­ρεί να θι­γεί το νεό­τε­ρο μέ­λος, αν δια­γνω­στούν ε­πι­δρά­σεις στο έρ­γο του, α­κό­μη και ό­ταν αυ­τές στέ­κο­νται ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κές. 
Στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού στην Νι­κο­πού­λου, που προ­α­να­φέ­ρα­με, ο σχο­λια­σμός του πε­ζο­γρα­φι­κού της έρ­γου ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται με την πα­ρα­τή­ρη­ση, πως, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, την α­πα­σχο­λεί “η πο­λύ μι­κρή φόρ­μα, το μι­κρο­διή­γη­μα”. Δεν γνω­ρί­ζου­με στις πό­σες λέ­ξεις ή σε­λί­δες οι θεω­ρη­τι­κοί του εί­δους τρα­βά­νε τη δια­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή, ω­στό­σο, εί­μα­στε της γνώ­μης, ό­τι πα­ρό­μοιες δια­κρί­σεις δεί­χνουν προ­κρού­στειες. Ήδη, πά­ντως, α­πο­τε­λούν ι­διαί­τε­ρο μά­θη­μα σε κά­ποιες Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, με τον ει­σα­γό­με­νο τίτ­λο “μπον­ζάι-ι­στο­ρίες”. Ακό­μη μία α­με­ρι­κα­νι­κή ε­πι­νό­η­ση, του­λά­χι­στον στη μορ­φή που καλ­λιερ­γεί­ται στα κα­θ’ η­μάς, για την ο­ποία έ­να τμή­μα του γη­γε­νούς λο­γο­τε­χνι­κού χώ­ρου ε­πι­δει­κνύει μάλ­λον με­γα­λύ­τε­ρο φα­να­τι­σμό α­πό τους ί­διους τους ε­πι­νο­η­τές της.
Στην πε­ρί­πτω­ση της Νι­κο­πού­λου, ε­μείς θα πα­ρα­με­ρί­ζα­με πα­ρό­μοιους δια­χω­ρι­σμούς. Άλλω­στε, δεν εί­ναι ευ­κρι­νές εκ του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, κα­τά πό­σο οι προ­σπά­θειες να γρά­ψει διή­γη­μα μι­κρής έ­κτα­σης συ­νι­στούν α­πόρ­ροια του λο­γο­τε­χνι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντός της ή δι­κή της α­νά­γκη έκ­φρα­σης. Αν κρί­νου­με α­πό την “μπον­ζάι-ι­στο­ρία” της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, «Τα γε­νέ­θλια», η πλά­στιγ­γα κλί­νει υ­πέρ της πρώ­της εκ­δο­χής. Θα ή­ταν προ­τι­μό­τε­ρο, πά­ντως, η διη­γη­μα­τι­κή της σο­δειά να α­ντι­με­τω­πι­στεί ως σύ­νο­λο: τρεις συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, σε λι­γό­τε­ρο α­πό δε­κα­ε­τία. Συ­νο­λι­κά 60 διη­γή­μα­τα, ό­που, ό­σο α­φο­ρά την έ­κτα­σή τους, ση­μειώ­νου­με, ως μία πρώ­τη έν­δει­ξη, σε­λί­δες έ­να­ντι α­ριθ­μού διη­γη­μά­τω­ν: 130 σε­λί­δες η πρώ­τη, με 18 διη­γή­μα­τα, γύ­ρω στις 175, αλ­λά μι­κρό­τε­ρου σχή­μα­τος, οι δυο άλ­λες, με 20 και 22 διη­γή­μα­τα, α­ντι­στοί­χως. Θα δια­χω­ρί­ζα­με τις δυο τε­λευ­ταίες, ε­κεί­νη του 2013, με τίτ­λο, «Ελλη­νι­στί: ο γρί­φος (σχέ­σεις αί­μα­τος)», και την πρό­σφα­τη, κα­θώς θε­μα­τι­κά και μορ­φι­κά δεν δια­φο­ρο­ποιού­νται, α­ντι­θέ­τως δεί­χνουν ως μία ε­νό­τη­τα. Άλλω­στε, έ­χουν εκ­δο­θεί ε­ντός μιας τριε­τίας, πα­ρέ­χο­ντας το ση­με­ρι­νό στίγ­μα της πε­ζο­γρά­φου.
Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, πι­θα­νώς ως α­μυ­ντι­κή τα­κτι­κή α­πέ­να­ντι στο μυ­θι­στό­ρη­μα, οι συγ­γρα­φείς ε­πι­διώ­κουν στα διη­γή­μα­τα μίας συλ­λο­γής θε­μα­τι­κή ε­νό­τη­τα, α­κό­μη και βε­βια­σμέ­νη. Αυ­τήν την ε­νό­τη­τα προ­σπα­θούν να την προ­βάλ­λουν με τα “πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία”: τίτ­λο, υ­πό­τιτ­λο, α­φιε­ρώ­σεις και κυ­ρίως, το κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου. Σε έ­να δο­κί­μιο, ε­πι­διώ­κε­ται η ε­στία­ση σε έ­να θέ­μα και η σφαι­ρι­κή ε­ξάν­τλη­σή του. Σε μία συ­γκέ­ντρω­ση διη­γη­μά­των, ό­μως, πα­ρό­μοια τα­κτι­κή προσ­δί­δει προ­γραμ­μα­τι­κό, συ­χνά και μη­χα­νι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα, λει­τουρ­γώ­ντας δε­σμευ­τι­κά, ό­πως πε­ρί­που ο πε­ριο­ρι­σμός του α­ριθ­μού των λέ­ξεων στη συγ­γρα­φή ε­νός διη­γή­μα­τος. Στις συλ­λο­γές της Νι­κο­πού­λου, ω­στό­σο, η θε­μα­τι­κή ε­νό­τη­τα προ­κύ­πτει α­πό εν­δια­φέ­ρον για τις δια­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις. Ήδη, α­πό τις πρώ­τες α­φη­γη­μα­τι­κές της α­πό­πει­ρες, προ­σπα­θεί να συλ­λά­βει ψυ­χι­κές δια­θέ­σεις και τραυ­μα­τι­κές ε­μπει­ρίες, σκια­γρα­φώ­ντας, α­κό­μη και ε­λά­χι­στες, φευ­γα­λέες σω­μα­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις.
Ο υ­πό­τιτ­λος της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής, “σχέ­σεις αί­μα­τος”, δη­λω­τι­κός της εξ αί­μα­τος συγ­γέ­νειας, δεί­χνει να πα­ρα­πέ­μπει στην οι­κο­γέ­νεια ως “στύ­λο” της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας. Εδώ, ό­μως, πρό­κει­ται για την οι­κο­γέ­νεια στην α­στι­κή μορ­φή της, την α­πο­κα­λού­με­νη πυ­ρη­νι­κή, γο­νείς και τέ­κνα. Τα διη­γή­μα­τα ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται, σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά, σε εν­δοοι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις, που α­πο­βαί­νουν τραυ­μα­τι­κές. Κυ­ρίως με­τα­ξύ γο­νέα και τέ­κνου, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση μό­νο α­φο­ρούν και τις εξ αγ­χι­στείας σχέ­σεις με­τα­ξύ δυο συ­ζύ­γων. Συ­νή­θως, ο άλ­λος γο­νέ­ας εί­ναι τό­σο α­δύ­να­μος, ώ­στε η πα­ρου­σία του να α­πο­βαί­νει σκιώ­δης. Έτσι μέ­νει μία δι­πο­λι­κή σχέ­ση, σα­δι­στι­κή, κά­πο­τε, έως σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κή. Από το πρώ­το διή­γη­μα της πρώ­της συλ­λο­γής μέ­χρι το τε­λευ­ταίο της πρό­σφα­της, η Νι­κο­πού­λου ε­πα­νέρ­χε­ται στη σχέ­ση μη­τέ­ρας-κό­ρης. Προ­βάλ­λει ως μία σχέ­ση κα­τα­πίε­σης, α­ντα­γω­νι­σμού, α­δια­φο­ρίας, κα­τά κα­νό­να συ­γκρου­σια­κή, σχε­δόν πο­τέ τρυ­φε­ρή, κα­θώς την πε­ρι­γρά­φει α­πό την ο­πτι­κή γω­νία του παι­διού, της έ­φη­βης, της με­τέ­πει­τα ψυ­χι­κά προ­βλη­μα­τι­κής.
Τε­λι­κά, πρό­κει­ται για έ­ναν υ­πό­τιτ­λο ει­ρω­νι­κό. Το ί­διο ι­σχύει για τον τίτ­λο της πρό­σφα­της, τρί­της συλ­λο­γής, “α­σφα­λής πό­λη”, ό­που οι νο­ση­ρές σχέ­σεις δεν πε­ριο­ρί­ζο­νται στην οι­κο­γέ­νεια, αλ­λά ε­πε­κτεί­νο­νται στους κα­τοί­κους της πό­λης. Κα­τά το ο­πι­σθό­φυλ­λο, δεν πρω­τα­γω­νι­στούν οι ψυ­χι­κά α­σθε­νείς αλ­λά οι “α­να­σφα­λείς”,  που προ­σβλέ­πουν στο μελ­λο­ντι­κό ό­ρα­μα μίας “άλ­λης πό­λης”. Μό­νο που ο σκλη­ρός κό­σμος των ι­στο­ριών δεν α­φή­νει την πα­ρα­μι­κρή χα­ρα­μά­δα για πα­ρό­μοια αι­σιο­δο­ξία. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αυ­τό το κλί­μα α­παν­θρω­πιάς α­πα­ντά­ται ό­λο και συ­χνό­τε­ρα στις ι­στο­ρίες νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων. Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, ε­κτός α­πό τις ι­στο­ρίες, που ε­στιά­ζουν σε κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις, υ­πάρ­χουν και με­ρι­κές γύ­ρω α­πό ε­πα­φές και τυ­χαία συ­να­πα­ντή­μα­τα μέ­σα στο πλή­θος. Ιστο­ρίες, με ε­φα­ψίες σε συ­νω­στι­σμέ­να με­τα­φο­ρι­κά μέ­σα, με­τα­νά­στες θύ­μα­τα της εγ­χώ­ριας βίας, νοή­μο­να σκυ­λιά. Αυ­τές συγ­γε­νεύουν με πα­λαιό­τε­ρα διη­γή­μα­τα συγ­γρα­φέων της γε­νιάς του ’80.
Στα και­νού­ρια διη­γή­μα­τα, πα­ρα­μέ­νει κυ­ρίαρ­χη η σχέ­ση με το γο­νέα, σπρωγ­μέ­νη πε­ραι­τέ­ρω σε ό­ρια α­ντι­ζη­λίας, μί­σους αλ­λά και ε­ξάρ­τη­σης. Ενώ, α­πα­σχο­λεί και η σχέ­ση δυο γυ­ναι­κών, ό­που, στο κέ­λυ­φος της φι­λίας, βλα­σταί­νει αρ­πα­κτι­κή διά­θε­ση. Ερω­τι­κές σχέ­σεις, ου­σια­στι­κά, δεν υ­πάρ­χουν, α­φού, και ό­ταν πα­ρει­σφρέ­ουν, κα­τα­κλύ­ζο­νται α­πό τον γυ­ναι­κείο ε­γω­κε­ντρι­σμό. Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η ψυ­χο­γρά­φη­ση της σχέ­σης κα­θη­γη­τή-μα­θη­τή, με τον έρ­πο­ντα ε­ρω­τι­σμό, που κα­τα­λή­γει σε α­προ­κά­λυ­πτα σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κές εκ­δη­λώ­σεις. Κα­τά τα άλ­λα, η Νι­κο­πού­λου, με α­πο­κα­θη­λω­τι­κή διά­θε­ση, βάλ­λει και τον έ­τε­ρο “στύ­λο” της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας, την εκ­κλη­σία. Γε­νι­κό­τε­ρα, στα ι­σχυ­ρά ση­μεία των διη­γη­μά­των της Νι­κο­πού­λου, εί­ναι η ε­πι­λο­γή του τίτ­λου και η κα­τα­λη­κτι­κή α­να­τρο­πή των προσ­δο­κιών. Στο διή­γη­μα, «Συ­σκη­νία», γύ­ρω α­πό το α­νίε­ρο πά­θος ε­νός κλη­ρι­κού, συν­δυά­ζο­ντας την λε­κτι­κή αμ­φι­ση­μία με την αμ­φι­θυ­μία των αι­σθη­μά­των, κα­τορ­θώ­νει έ­να ει­ρω­νι­κό διή­γη­μα. Στα κα­λύ­τε­ρα της συλ­λο­γής, αλ­λά και της συ­νο­λι­κής διη­γη­μα­τι­κής σο­δειάς της κα­τά την ε­πο­χή της κρί­σης, θα ε­ντάσ­σα­με το «Η Κα­τά­λΥψη», που θα πρέ­πει να συ­μπε­ρι­λη­φθεί α­πό τα πρώ­τα στην αν­θο­λο­γία με διη­γή­μα­τα του Πο­λυ­τε­χνείου, που κά­πο­τε θα κα­ταρ­τι­στεί. Ακό­μη, το α­κρο­τε­λεύ­τιο διή­γη­μα, «Ικο­νίου 22», για τον τρό­πο, που αι­σθη­το­ποιεί α­φη­γη­μα­τι­κά τη βου­βή θλί­ψη του κο­ρι­τσιού και τα κρα­τή­μα­τα της ψυ­χής του, ό­ταν αυ­τό έρ­χε­ται α­ντι­μέ­τω­πο με την μη­τρι­κή βία.
Τέ­λος, να ση­μειώ­σου­με, ό­τι ε­κεί­νο που μας ώ­θη­σε σε α­να­ζή­τη­ση της συγ­γρα­φι­κής πο­ρείας της Νι­κο­πού­λου, πα­ρό­τι δεν δια­θέ­του­με κα­λή ε­πο­πτεία του αμ­φί­πλευ­ρου έρ­γου της, εί­ναι η ποιο­τι­κή δια­φο­ρά με­τα­ξύ των διη­γη­μά­των της πρό­σφα­της συλ­λο­γής. Σχε­τι­κά με­γά­λη, σαν να μά­χο­νται κα­τά τη σύλ­λη­ψη και γρα­φή τους α­ντίρ­ρο­πες προ­αι­ρέ­σεις.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/11/2015.
Φωτογραφία:  Η έτερη επίδοση της Νικοπούλου. Αυτή στη ζωγραφική.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

Οδοιπορίες αναστοχασμού

Ιωάν­να Κα­ρυ­στιά­νη
«Το φα­ράγ­γι»
Εκδ. Κα­στα­νιώ­τη
Οκτ. 2015

Η σχέ­ση συγ­γρα­φέ­α-κρι­τι­κού, ι­δίως α­πό την ο­πτι­κή γω­νία, ό­χι του πρω­τα­γω­νι­στή, αλ­λά του κο­μπάρ­σου, που εί­ναι ο κρι­τι­κός, και ως δια­με­σο­λα­βη­τής, ό­χι πά­ντο­τε α­πα­ραί­τη­τος, συ­χνά και α­νε­πι­θύ­μη­τος, πα­ρα­μέ­νει α­φα­νής. Ου­σια­στι­κά, τον μό­νον, που εν­δια­φέ­ρει αυ­τή η σχέ­ση, εί­ναι τον ί­διο. Μπο­ρεί, ό­μως, και αυ­τόν να τον κα­τα­λά­βει κα­μιά φο­ρά ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κή διά­θε­ση. Το νο­σταλ­γείν αν­θρώ­πι­νον.
Ήταν στο μέ­σον της δε­κα­ε­τίας του ’90, συ­γκε­κρι­μέ­να ά­νοι­ξη 1995, το Ex Libris μό­λις εί­χε σκά­σει μύ­τη στο χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας και α­να­ζη­τού­σε κα­λούς ή και φε­ρέλ­πι­δες διη­γη­μα­το­γρά­φους. Από τις εκ­δό­σεις Κα­στα­νιώ­τη, που στά­θη­καν α­πό τους πρώ­τους τρο­φο­δό­τες μας, ήρ­θε τό­τε το πρώ­το βι­βλίο της Ιωάν­νας Κα­ρυ­στιά­νη, «Η κυ­ρία Κα­τά­κη». Την γνω­ρί­ζα­με ως σκι­τσο­γρά­φο, με υ­πο­γρα­φή το βα­πτι­στι­κό Ιωάν­να. Οι ι­στο­ρίες της μας ά­ρε­σαν, πε­ρισ­σό­τε­ρο οι ή­ρωες που έ­πλα­θε. Τε­λι­κά, δεν σχο­λιά­σα­με το βι­βλίο. Κά­ποιος, μάλ­λον για να μας πα­ρα­κι­νή­σει να γρά­ψου­με, μας πλη­ρο­φό­ρη­σε, α­κρι­βές ή ό­χι, ό­τι έ­πα­σχε α­πό καρ­κί­νο. Η εί­δη­ση μας α­πέ­τρε­ψε. Ανέ­κα­θεν πι­στεύα­με πως έ­νας α­σθε­νής συγ­γρα­φέ­ας ε­πη­ρεά­ζει συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­νά­γνω­ση και κρί­ση.
Έτσι χά­σα­με την ευ­και­ρία να εί­μα­στε α­νά­με­σα στους πρώ­τους, που θα εί­χαν πα­ρου­σιά­σει μία α­πό τις πιο πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νες μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους της ει­κο­σα­ε­τίας. Την α­φορ­μή, για να θυ­μη­θού­με αυ­τήν την πα­λιά ι­στο­ρία, μας την έ­δω­σαν δυο άλ­λοι καρ­κί­νοι. Της ζω­γρά­φου Άννας Πα­λιε­ρά­κη, που οι πί­να­κές της α­πο­τε­λούν δια­κρι­τι­κό στοι­χείο των βι­βλίων της Κα­ρυ­στιά­νη. Από το πρώ­το, με το εξ­πρε­σιο­νι­στι­κό πορ­τρέ­το της “κυ­ρίας Κα­τά­κη”, μέ­χρι το πρό­σφα­το, με πί­να­κα του ’94. Ανθρω­πο­κε­ντρι­κή ζω­γρά­φος, εί­χε πει­θαρ­χή­σει στη θε­μα­τι­κή γκά­μα των μυ­θι­στο­ρη­μά­των της νεό­τε­ρής της συ­ντο­πί­τισ­σας. Εκεί­νος ο καρ­κί­νος στά­θη­κε τε­λε­σί­δι­κος, η Πα­λιε­ρά­κη α­πε­βίω­σε τον περ­σι­νό Απρί­λιο. Ο δεύ­τε­ρος, σε συγ­γρα­φέα μία ει­κο­σα­ε­τία νεό­τε­ρη της Πα­λιε­ρά­κη, ητ­τή­θη­κε και έ­γι­νε μυ­θι­στό­ρη­μα, που κυ­κλο­φό­ρη­σε ταυ­τό­χρο­να με το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα της Κα­ρυ­στιά­νη, δια­φη­μι­ζό­με­νο στον Τύ­πο σε πα­ρά­πλευ­ρες σε­λί­δες Βι­βλίου. Σε ε­μάς, το εν λό­γω μυ­θι­στό­ρη­μα, γέν­νη­σε έ­να διτ­τό ε­ρώ­τη­μα. Πρώ­τα, για τον βαλ­λό­με­νο, ποια εί­ναι η κα­λύ­τε­ρη, α­πό ψυ­χο­λο­γι­κή ά­πο­ψη, α­ντι­με­τώ­πι­ση, η πα­λαιό­τε­ρη, εν κρυ­πτώ και πα­ρα­βύ­στω, ή η ση­με­ρι­νή, “κοι­νω­νι­κά δι­κτυω­μέ­νος”; Και ύ­στε­ρα, για τον άλ­λον, πό­σο βο­η­θά­ει “το χρο­νι­κό του καρ­κί­νου” στο ξέ­νο στή­θος ή μή­πως, μό­νο ε­παυ­ξά­νει τον τρό­μο; Ιδιαί­τε­ρα, του ά­νερ­γου ή και ό­λου “του κό­σμου των τα­πει­νώ­ν”, που δεν έ­χει τη δυ­να­τό­τη­τα της ά­με­σης και κα­τά κα­νό­να, α­πο­τε­λε­σμα­τι­κής ια­τρι­κής πα­ρέμ­βα­σης.
Η Κα­ρυ­στιά­νη, με α­φορ­μή το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μά της, ε­πα­νέ­φε­ρε το θέ­μα των α­νέρ­γων, αλ­λά και την έν­νοια της αν­θρω­πιάς, που τεί­νει προς ο­λι­κή ε­ξα­φά­νι­ση, ε­νώ α­νε­μί­ζουν ση­μαίες οι ρη­το­ρείες αλ­λη­λεγ­γύης. Μπο­ρεί να μην έ­γι­νε η πρώ­τη γυ­ναί­κα πρό­ε­δρος της ελ­λη­νι­κής δη­μο­κρα­τίας, ό­πως συ­ζη­τιό­ταν πριν την ε­κλο­γή προέ­δρου, αρ­χές Φε­βρ., αλ­λά με­τά τις πρό­σφα­τες ε­κλο­γές, της 20ης Σεπ., στις αρ­χές Οκτ., πή­ρε στις ε­φη­με­ρί­δες τη με­ρί­δα του λέ­ο­ντος α­πό τις σε­λί­δες με συ­νε­ντεύ­ξεις δια­ση­μο­τή­των, ε­πι­σκιά­ζο­ντας σχε­δόν ά­πα­ντες τους ε­κλεγ­μέ­νους. Όταν, βε­βαίως, πρό­κει­ται για συγ­γρα­φέα, που μό­λις ε­ξέ­δω­σε βι­βλίο, το πο­λύ ε­γκώ­μιο βλά­πτει σο­βα­ρά την υ­γεία, κυ­ρίως του πο­νή­μα­τός της. Ωστό­σο, στην πε­ρί­πτω­ση της Κα­ρυ­στιά­νη, ό­πως και σε ε­κεί­νες της Μα­ρώς Δού­κα ή της Ρέ­ας Γα­λα­νά­κη, που οι συγ­γρα­φείς εκ­φρά­ζο­νται, πέ­ραν του βι­βλίου, για την γε­νι­κό­τε­ρη κα­τά­στα­ση, οι συ­νε­ντεύ­ξεις υ­πο­κα­θι­στούν έ­ναν ελ­λεί­πο­ντα διά­λο­γο. Γε­γο­νός που ε­λά­χι­στα φαί­νε­ται να το έ­χουν ε­πί­γνω­ση οι συ­νε­ντευ­ξια­στές, δια­φο­ρε­τι­κά δεν θα συ­γκέ­ντρω­ναν τα δη­μο­σιεύ­μα­τα σε έ­να τριή­με­ρο, σαν χά­πε­νιν­γκ συ­να­κό­λου­θο της έκ­δο­σης.
Κα­τά τα άλ­λα, η συ­μπα­ρά­τα­ξη α­πό τους βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές των τριών κρη­τι­κής κα­τα­γω­γής συγ­γρα­φέων και ο συ­νυ­πο­λο­γι­σμός των πρό­σφα­των μυ­θι­στο­ρη­μά­των τους δεί­χνει μη­χα­νι­στι­κός. Συ­νο­μή­λι­κες οι δυο πρώ­τες, α­πό­φοι­τες του Ιστο­ρι­κού της Φι­λο­σο­φι­κής, εμ­φα­νί­ζο­νται αρ­χές της με­τα­πο­λί­τευ­σης στα 27-28, με λο­γο­τε­χνι­κούς τρό­πους της γε­νιάς του ’70 και θε­μα­τι­κό ά­νοιγ­μα προς τους ι­στο­ρι­κούς χρό­νους. Με­ρι­κά χρό­νια νεό­τε­ρη η Κα­ρυ­στιά­νη, εμ­φα­νί­ζε­ται, μέ­σα δε­κα­ε­τίας ’90, κα­βα­ντζα­ρι­σμέ­να τα 40, με τους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων μυ­θι­στο­ριο­γρά­φων ε­κεί­νων των χρό­νων, αλ­λά με δια­φο­ρε­τι­κές θε­μα­τι­κές ε­στιά­σεις. Βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της εί­ναι το προ­φο­ρι­κό στοι­χείο της α­φή­γη­σης, ε­νώ κυ­ρίαρ­χο θέ­μα το ε­κά­στο­τε πα­ρόν ε­νός τμή­μα­τος της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας. Ει­δι­κό­τε­ρα, αυ­τό που α­πο­κα­λεί­ται, λαϊκά στρώ­μα­τα, του­τέ­στιν χα­μη­λό ει­σό­δη­μα, ελ­λι­πής μόρ­φω­ση.
Επί μία ει­κο­σα­ε­τία δεν αλ­λά­ζει ού­τε τα λε­γό­με­να “πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία” των βι­βλίων της, ού­τε τους ή­ρωές της. Ο ί­διος εκ­δό­της, η ί­δια ει­κο­νο­γρά­φος, α­πό την ί­δια κοι­νω­νι­κή τά­ξη οι ή­ρωές της. Εν ο­λί­γοις, δεν εν­δί­δει στις μό­δες. Πι­στή στους Έλλη­νες, δεν α­γιο­ποιεί τον με­τα­νά­στη. Πι­στή στον α­νώ­νυ­μο του πλή­θους, δεν α­να­ζη­τά­ει τους ή­ρωές της στα ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα, ού­τε τους πλά­θει κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­ση ε­πω­νύ­μων. Ακό­μη, αν­θί­στα­ται στη νε­ο­λα­τρεία της ε­πο­χής μας, δια­φο­ρε­τι­κή α­πό τη νε­ο­λα­τρεία του 20ου αιώ­να, που χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε α­πό τους ι­στο­ρι­κούς “ο μα­κρύς αιώ­νας των νέω­ν”.  Πρό­κει­ται μάλ­λον για μία με­τα­νε­ο­τε­ρι­κή εκ­δο­χή, που συν­δυά­ζει τον οι­κο­νο­μι­κό μι­σο­νεϊσμό με την πο­λι­τι­κή έως και πο­λι­τι­στι­κή νε­ο­κρα­τία. Κά­τι α­ντί­στοι­χο, με το “σκο­τώ­νουν τ’ ά­λο­γα ό­ταν γε­ρά­σου­ν”, που ή­ταν ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό το οι­κο­νο­μι­κό κραχ του 1929. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αυ­τή η και­νο­φα­νής νε­ο­λα­τρεία έ­χει πλή­ξει και τον χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας. Μά­στο­ροι πε­ζο­γρά­φοι α­πο­κα­λού­νται πλέ­ον οι κά­τω των σα­ρά­ντα. Κα­λύ­τε­ροι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι χρί­ζο­νται οι γυ­μνα­σιό­παι­δες. Ενώ η τά­ξη των  βι­βλιο­πα­ρου­σια­στών συ­νε­χώς α­να­νεώ­νε­ται. Πρώ­τα θύ­μα­τα εί­ναι οι συγ­γρα­φείς, κα­θώς οι αό­ρι­στες α­να­φο­ρές στο έρ­γο τους συ­χνά φλου­τά­ρουν την ο­λι­κή ει­κό­να, αλ­λά ε­κεί­νοι μέ­νουν ευ­χα­ρι­στη­μέ­νοι, α­φού τα πο­νή­μα­τά τους ε­γκω­μιά­ζο­νται δεό­ντως.
Όπως και να έ­χει, και μό­νο το γε­γο­νός πως η Κα­ρυ­στιά­νη πά­ει α­να­πό­τα­μα στις τρέ­χου­σες μό­δες, α­ξί­ζει ε­παί­νου. Μι­μη­τι­κές οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό αυ­τές τις τά­σεις, ε­ντός και ε­κτός λο­γο­τε­χνίας, γί­νο­νται προς ευ­θυ­γράμ­μι­ση με τον υ­πό­λοι­πο α­με­ρι­κα­νο­ει­δή κό­σμο. Εκεί­νη, στη νε­ο­λα­τρεία α­πα­ντά με ή­ρωες μέ­σης η­λι­κίας και προς τα πά­νω. Σε δυο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, α­πό εν­νέα ι­στο­ρίες η κά­θε μία, και ε­πτά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ο δι­κός τους έν­δον λό­γος ξε­δι­πλώ­νε­ται. Εμείς, μάλ­λον αυ­θαί­ρε­τα, δια­κρί­νου­με τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της στα “σκλη­ρά” και τα “ή­πια”, ό­που, στα πρώ­τα υ­πε­ρι­σχύουν οι νο­ση­ρές σχέ­σεις και η μο­να­ξιά, στα δεύ­τε­ρα οι πά­σης φύ­σεως έ­ρω­τες, ευ­λο­γη­μέ­νοι με το δε­σμό του γά­μου, πα­ρά­νο­μοι ή και κοι­νω­νι­κά α­πο­διο­πο­μπαίοι. Θα ο­μο­λο­γή­σου­με πως, α­πό μιας αρ­χής, ε­κεί­νο που μας στε­νο­χω­ρού­σε στα βι­βλία της ή­ταν η έλ­λει­ψη μέ­τρου. Στα “σκλη­ρά” μέ­να­με με την ε­ντύ­πω­ση πως υ­πε­ρέ­βα­λε σε τρα­χύ­τη­τα, ε­νώ, στα ε­ρω­τι­κά ή και νο­σταλ­γι­κά, σε τρυ­φε­ρό­τη­τα. Μάλ­λον, ό­μως, η συγ­γρα­φέ­ας εκ­φρά­ζει το γού­στο ε­νός κοι­νού με με­γα­λύ­τε­ρες α­ντο­χές στη συ­γκι­νη­σια­κή φόρ­τι­ση. 
Οπως ή­ταν α­να­με­νό­με­νο, και την πο­λύ­πλευ­ρη κρί­ση της τε­λευ­ταίας πε­ντα­ε­τίας, μέ­σα α­πό την ο­πτι­κή γω­νία αυ­τής της η­λι­κια­κής ζώ­νης την σχο­λιά­ζει σε δυο βι­βλία της, που θα τα ε­ντάσ­σα­με στα “τρυ­φε­ρά”. Στη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, «Και­ρός σκε­πτι­κός», που κυ­κλο­φό­ρη­σε Οκτ. 2011, με εν­νέα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κες ι­στο­ρίες α­πό τα πρώ­τα Χρι­στού­γεν­να εν και­ρώ κρί­σης, του 2010, ό­που συ­ντα­ξιού­χος η­ρωί­δα της, α­ντί για έ­λα­το, στό­λι­σε “τον χει­μω­νι­κό βα­σι­λι­κό” ή, αλ­λιώς, α­γιο­ρεί­τι­κο. Και στο πρό­σφα­το, έ­βδο­μο μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­που ε­πτά α­δέλ­φια, η­λι­κίας α­πό 52 έως 72 ε­τών, την Κυ­ρια­κή 11 Μαΐ. 2014, διορ­γα­νώ­νουν πε­ζο­πο­ρι­κή ε­ξόρ­μη­ση στο φα­ράγ­γι της Ασφέ­ντου του δή­μου Σφα­κίων.
Στα πε­ζά, διη­γή­μα­τα και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που α­να­φέ­ρο­νται στην πε­ρίο­δο της κρί­σης, έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει να ε­πι­λέ­γε­ται ως πα­ρο­ντι­κός χρό­νος, η­μέ­ρες συν­δε­δε­μέ­νες με κά­ποια ση­μα­ντι­κά συμ­βά­ντα, ό­πως δια­δη­λώ­σεις ή ε­κλο­γές. Η εκ­δρο­μή των ε­πτά το­πο­θε­τεί­ται μία ε­βδο­μά­δα πριν τις πρό­σφα­τες Δη­μο­τι­κές ε­κλο­γές και δυο πριν α­πό ε­κεί­νες της Ευ­ρω­βου­λής. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη Κυ­ρια­κή δεν α­πο­τε­λεί μέ­ρος της μυ­θο­πλα­σίας. Οποια­δή­πο­τε Κυ­ρια­κή του 2014 κι αν ε­πι­λε­γό­ταν, οι πα­ράλ­λη­λες α­να­δρο­μές των ε­πτά στα πα­ρελ­θο­ντι­κά πά­θη τους δεν θα άλ­λα­ζαν. Η ε­πι­λο­γή μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί μάλ­λον σαν μια αλ­λη­γο­ρία για το δύ­σκο­λο πέ­ρα­σμα, που ση­μα­το­δο­τεί για τη χώ­ρα μία ε­κλο­γι­κή α­να­μέ­τρη­ση, με τις δυο ό­ψεις, της μι­κρής το­πι­κής κλί­μα­κας και της υ­πε­ρε­θνι­κής.
Συ­μπτω­μα­τι­κά ε­πτά κόμ­μα­τα συμ­με­τέ­χουν στη Βου­λή, που προέ­κυ­ψε α­πό τις πρό­σφα­τες ε­κλο­γές. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το κα­θέ­να α­πό τα ε­πτά α­δέλ­φια προ­γραμ­μά­τι­ζε, με την ευ­και­ρία της συ­νο­δοι­πο­ρίας, ε­ξο­μο­λο­γή­σεις και ξο­μπλιά­σμα­τα. Τε­λι­κά, ό­μως, συ­νει­δη­το­ποιούν, κα­θώς α­να­στο­χά­ζο­νται κα­τά μό­νας τα δει­νά τους, πως αυ­τό δεν θα ω­φε­λού­σε. Για το γε­νι­κό­τε­ρο κα­λό, των ί­διων, των συ­ντρό­φων τους, συν των παι­διών και των εγ­γο­νιών τους, ο­μο­νοούν. Μή­πως τα ε­πτά κόμ­μα­τα της Βου­λής θα πρέ­πει να α­κο­λου­θή­σουν το πα­ρά­δειγ­μά τους κυ­ρίως για το κα­λό “του κό­σμου των τα­πει­νώ­ν”; Κα­τά τα άλ­λα, μπο­ρεί τα κόμ­μα­τα της Βου­λής να μην ε­πι­δέ­χο­νται συμ­βο­λι­κές προ­ε­κτά­σεις σχε­τι­κά με το τι μπο­ρεί το κα­θέ­να να εκ­φρά­ζει, ό­μως οι μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κοί ή­ρωες προ­σφέ­ρο­νται.
Όπως ο α­ριθ­μός ε­πτά α­να­λύε­ται συμ­βο­λι­κά σε ά­θροι­σμα του τρία για τα πνευ­μα­τι­κά πράγ­μα­τα και του τέσ­σε­ρα για τα υ­λι­κά, έ­τσι και τα α­δέλ­φια μοι­ρά­ζο­νται στα δυο φύ­λα. Τρία εί­ναι τα θη­λυ­κά, τέσ­σε­ρα τα αρ­σε­νι­κά. Στο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό κό­σμο της Κα­ρυ­στιά­νη, οι γυ­ναί­κες εκ­φρά­ζουν τα με­γά­λα αι­σθή­μα­τα. Κα­τά η­λι­κια­κή πα­ρά­τα­ξη, μια χή­ρα εκ­προ­σω­πεί το α­πό­λυ­το του έ­ρω­τα, μια ζω­ντο­χή­ρα τη νο­σταλ­γία για τον πα­ρά­δει­σο της παι­δι­κής η­λι­κίας και μια γε­ρο­ντο­κό­ρη το με­τα­φυ­σι­κό δέ­ος του θα­νά­του. Αυ­τή η τε­λευ­ταία, η πιο βα­σα­νι­σμέ­νη α­δελ­φή, εί­ναι ζω­γρά­φος, ο­νό­μα­τι Θεώ­νη, έ­νας ρο­μα­ντι­κός χα­ρα­κτή­ρας, ό­πως η ζω­γρά­φος Θε­ο­νύμ­φη στην «Άκρα τα­πεί­νω­ση» της Γα­λα­νά­κη. Αυ­τή γέρ­νει προς το τρα­γι­κό, της Γα­λα­νά­κη δια­σκε­δά­ζε­ται με κω­μι­κές νό­τες.
Στην υ­λι­κή τε­τρά­δα –γη, φω­τιά, νε­ρό, αέ­ρας– θα μπο­ρού­σε α­ντί­στοι­χα να πα­ρα­τα­χθού­ν: Ο πρε­σβύ­τε­ρος α­πό­λυ­τα γήι­νος, φούρ­να­ρης το ε­πάγ­γελ­μα, εί­ναι ο φα­να­τι­κός πε­ζο­πό­ρος των ο­ρέων της δυ­τι­κής Κρή­της και λά­τρης των φα­ραγ­γιών της. Ο δευ­τε­ρό­το­κος, άν­θρω­πος της ε­πα­να­στα­τι­κής φω­τιάς, καί­τοι ι­δε­ο­λό­γος α­ρι­στε­ρός, α­πο­μέ­νει με ε­λά­χι­στα ψι­χία α­ξιο­πρέ­πειας. Ο βε­νια­μίν, δέ­σμιος α­πό τα 23 του με τον ε­φιάλ­τη του νε­ρού, δεν μί­λη­σε πο­τέ για τον λευ­κό καρ­χα­ρία, που σαν άλ­λος Μό­μπι Ντικ κα­τέ­στρε­ψε τη δι­κή του ζωή. Για τον αέ­ρα, ται­ριά­ζει ο “α­χα­μνός” τρι­τό­το­κος, που φέ­ρει το ό­νο­μα του προ­φή­τη Ελι­σαίου, και για­τί ό­χι, α­φού στά­θη­κε υ­πε­ρα­σπι­στής, ό­χι της θρη­σκευ­τι­κής, αλ­λά της ε­ρω­τι­κής του αυ­το­διά­θε­σης.
Μό­νο έ­νας, ε­κτός οι­κο­γέ­νειας, αυ­το­κτο­νεί. Η μυ­θο­πλα­σία α­φή­νει με­τέω­ρη τη δι­καίω­ση της πρά­ξης του με κί­νη­τρο τη διά­σω­ση της α­ξιο­πρέ­πειάς του, ό­πως και την ευό­δω­ση της α­νά­γκης, που οι ή­ρωες εκ­δη­λώ­νουν πλα­γίως, για αν­θρω­πιά. Μή­πως, και στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, οι δυο αυ­τές έν­νοιες σαν με­τέω­ρες δεν μοιά­ζουν; Το αί­σιο, πά­ντως, τέ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που ε­πι­λέ­γει η Κα­ρυ­στιά­νη, εκ­φρά­ζει ή, σω­στό­τε­ρα, υ­πο­δη­λώ­νει, συ­γκε­κρι­μέ­νη τά­ση της κι­νη­μα­τι­κής δια­νό­η­σης. Εί­ναι το ί­διο, με ε­κεί­νο της τε­λευ­ταίας χρι­στου­γεν­νιά­τι­κης ι­στο­ρίας του 2010. Στην ι­στο­ρία, πρό­κει­ται για το τρα­πέ­ζω­μα, που κά­νει το ο­μο­φυ­λό­φι­λο ζευ­γά­ρι των η­ρώων, με­τά συμ­βίω­ση μιας τρια­κο­ντα­ε­τίας, στις δυο μα­νά­δες τους. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η α­φή­γη­ση τε­λειώ­νει με τις προ­ε­τοι­μα­σίες της οι­κο­γε­νεια­κής συ­νε­στία­σης, τις ο­ποίες κά­νει ο Ιτα­λός σύ­ντρο­φος του Ελι­σαίου, για την υ­πο­δο­χή των πε­ζο­πό­ρων στο ε­ξο­χι­κό, που του ά­φη­σε η κρη­τι­κιά μη­τέ­ρα του κα­λού του. Σε αμ­φό­τε­ρες τις πε­ρι­πτώ­σεις, η πε­ρι­γρα­φή υ­περ­χει­λί­ζει τρυ­φε­ρό­τη­τας. Αυ­τή η ει­κό­να, η πιο φω­τει­νή του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού κό­σμου της Κα­ρυ­στιά­νη, ό­ταν το­πο­θε­τεί­ται στην καρ­διά της Κρή­της - της λε­γό­με­νης άλ­λο­τε και “λε­βε­ντο­γέν­νας” - θέ­λει κό­τσια. Σί­γου­ρα πιο γε­ρά, α­πό ό­σο η υ­πε­ρά­σπι­ση της ση­με­ρι­νής κυ­βέρ­νη­σης, που α­πο­πει­ρά­ται η συγ­γρα­φέ­ας στις πρό­σφα­τες  συ­νε­ντεύ­ξεις της. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 8/11/2015.