Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Αμφιταλάντευση ή στροφή της γραφής

Ηρώ Νι­κο­πού­λου
«Ασφα­λής πό­λη»
Εκδ. Γα­βριη­λί­δης
Ιούν. 2015
 
Η Ηρώ Νι­κο­πού­λου συ­νι­στά μία δύ­σκο­λα τα­ξι­νο­μού­με­νη πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέα. Αυ­τό, βέ­βαια, δεν ο­φεί­λε­ται στο ό­τι ξε­κί­νη­σε με σπου­δές στην Σχο­λή Κα­λών Τε­χνών α­ντί κά­ποιου τμή­μα­τος της Φι­λο­σο­φι­κής. Ού­τε ό­τι α­σχο­λεί­ται ταυ­τό­χρο­να με τη ζω­γρα­φι­κή. Άλλω­στε, ή­δη α­πό την ε­φη­βεία, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, έ­γρα­φε στί­χους και ζω­γρά­φι­ζε. Με μι­κρή χρο­νι­κή δια­φο­ρά έ­κα­νε την πρώ­τη της ε­πί­ση­μη εμ­φά­νι­ση στους δυο χώ­ρους. Στα δέ­κα ο­κτώ ε­ξέ­δω­σε την πρώ­τη ποιη­τι­κή της συλ­λο­γή, «Ο μύ­θος του ο­δοι­πό­ρου», στα εί­κο­σι συμ­με­τεί­χε, για πρώ­τη φο­ρά, σε ο­μα­δι­κή έκ­θε­ση. Το πρό­βλη­μα ε­νός πι­θα­νού γραμ­μα­το­λό­γου, που α­κό­μη δεν μας έ­χει προ­κύ­ψει, θα βρί­σκε­ται στις με­τα­στρο­φές, που η Νι­κο­πού­λου, κα­τά και­ρούς, α­πο­πει­ρά­ται και στους δυο χώ­ρους, ι­διαί­τε­ρα σε αυ­τόν της λο­γο­τε­χνίας.
Λέ­γο­ντας με­τα­στρο­φές στη λο­γο­τε­χνία, δεν α­να­φε­ρό­μα­στε στο πέ­ρα­σμα α­πό την ποίη­ση στην πε­ζο­γρα­φία, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, δεν έ­χει πά­ρει ο­ρι­στι­κή μορ­φή, α­φού συ­νε­χί­ζει να εκ­δί­δει ποιη­τι­κές συλ­λο­γές. Ού­τε στις με­τα­το­πί­σεις ε­ντός του πε­ζο­γρα­φι­κού πε­δίου, για τις ο­ποίες συ­χνά δί­νε­ται α­πό τους σχο­λια­στές του πε­ζο­γρα­φι­κού της έρ­γου α­να­κρι­βής ει­κό­να. Λ.χ., στις σε­λί­δες για την Νι­κο­πού­λου, που α­φιε­ρώ­νει το πε­ριο­δι­κό, «Ο Σί­συ­φος», α­να­φέ­ρε­ται πως “υ­πήρ­ξε στα­δια­κή ε­γκα­τά­λει­ψη της με­γά­λης φόρ­μας και σχε­δόν ο­λο­κλη­ρω­τι­κή προ­σχώ­ρη­σή της στην μι­κρή φόρ­μα του διη­γή­μα­τος”. Όταν η σχέ­ση της Νι­κο­πού­λου με τη με­γά­λη φόρ­μα αρ­χί­ζει και τε­λειώ­νει με το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό της βι­βλίο. Πρό­κει­ται για το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Σαν σε κα­θρέ­φτη», που ε­ξέ­δω­σε το 2003. Φτά­νει τις 215 σε­λί­δες, ω­στό­σο, α­πό την κρι­τι­κή έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στεί νου­βέ­λα.
Οι ου­σια­στι­κές με­τα­στρο­φές θεω­ρού­με πως α­φο­ρούν τον τρό­πο γρα­φής. Το 2007, για την πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των της, «Ομε­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια», ξε­χω­ρί­ζα­με ως πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα διη­γή­μα­τα, αυ­τά με “φευ­γά­τους” ή­ρωες, στα ο­ποία υ­πε­ρι­σχύει της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας το υ­πε­ραι­σθη­τό στοι­χείο. Σε α­ντι­δια­στο­λή με ό­σα ορ­γα­νώ­νο­νται ορ­θο­λο­γι­στι­κά, σε αυ­τά τα πε­ρι­γράμ­μα­τα μό­λις που σχε­διά­ζο­νται, ε­νώ η έμ­φα­ση δί­νε­ται στα συ­ναι­σθή­μα­τα. Αυ­τήν την α­φη­γη­μα­τι­κή α­φαί­ρε­ση την α­πο­δί­δα­με τό­τε στη μα­τιά της ζω­γρά­φου. Με­ρι­κά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, η ι­σορ­ρο­πία φαί­νε­ται να αλ­λά­ζει, κα­θώς εί­ναι η ρε­α­λι­στι­κή ο­πτι­κή της πε­ζο­γρά­φου, που πα­ρεμ­βαί­νει στις λι­τές ζω­γρα­φι­κές συν­θέ­σεις, ει­σά­γο­ντας ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρα πα­ρα­στα­τι­κά στοι­χεία. Η ί­δια η συγ­γρα­φέ­ας θεω­ρεί ό­τι “η στρο­φή στη γρα­φή της” ξε­κι­νά­ει πο­λύ νω­ρί­τε­ρα. Το 1999, με την τρί­τη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή «Ανέ­μου». Ενδιά­με­σα, υ­πάρ­χει μία δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή, το 1993, «Χει­με­ρι­νοί μορ­φα­σμοί». Έτσι κι αλ­λιώς, ό­μως, η δε­κα­ε­τία του ’90, εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νη στη ζω­γρα­φι­κή.
Αυ­τή “η στρο­φή στη γρα­φή της” ε­ξαρ­τά­ται, ως έ­να βαθ­μό, α­πό τις ε­πι­δρά­σεις που, κά­θε φο­ρά, δέ­χε­ται. Σε συ­νέ­ντευ­ξή της, α­να­φέ­ρει τον Νά­σο Νι­κό­που­λο, ως τον πρώ­το που την μύη­σε στην ποίη­ση. Ποιη­τής της πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κής γε­νιάς ο Νι­κό­που­λος, γεν­νη­μέ­νος το 1926, α­πε­βίω­σε σχε­τι­κά νω­ρίς, το 1991. Πα­ρά τις δώ­δε­κα ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, που ε­ξέ­δω­σε σε διά­στη­μα τρια­κο­ντα­ε­τίας, πα­ρα­μέ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στός ως θεω­ρη­τι­κός και κρι­τι­κός του θεά­τρου. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λει η θη­τεία του, κα­τά την πρώ­τη με­τα­πο­λι­τευ­τι­κή δε­κα­ε­τία, στην ε­φη­με­ρί­δα, «Αυ­γή», ό­που, μα­ζί με τον νεό­τε­ρό του, Λέ­αν­δρο Πο­λε­νά­κη, κά­λυ­πταν τη κρι­τι­κή θεά­τρου. Την πρώ­τη συλ­λο­γή του, «Έξο­δος α­πό τη νη­νε­μία», την ε­ξέ­δω­σε, ό­ταν η Νι­κο­πού­λου ή­ταν μω­ρό, ε­νώ την προ­τε­λευ­ταία, «Έαρ το ερ­χό­με­νον», την ί­δια χρο­νιά με τη δι­κή της πρώ­τη συλ­λο­γή. Εκεί­νος, κοι­νω­νι­κός ποιη­τής, με “τα τραύ­μα­τα της ήτ­τας”, δεν ε­νέ­δω­σε στην α­πο­θάρ­ρυν­ση και την αμ­φι­σβή­τη­ση. Εκεί­νης οι πρώ­τες δυο συλ­λο­γές, σύμ­φω­να με πα­λαιό­τε­ρη α­πο­τί­μη­ση, που την τα­ξι­νο­μού­σε στη γε­νιά της δε­κα­ε­τίας του ’80, με­τα­φέ­ρουν “την προ­σω­πι­κή της α­γω­νία και α­βε­βαιό­τη­τα μέ­σα σ’ έ­να κλί­μα πε­σι­μι­σμού, ό­που ο θά­να­τος εί­ναι συ­νε­χώς πα­ρό­ν”.
Θα πα­ρου­σία­ζε εν­δια­φέ­ρον η σύ­γκρι­ση των δυο πρώ­των συλ­λο­γών της με τις δυο ε­πό­με­νες, αυ­τές, σε α­πό­στα­ση δε­κα­ε­τίας με­τα­ξύ τους: το 1999, «Ανέ­μου», το 2009, «Μη με ψά­χνε­τε ε­δώ». Όπως και να έ­χει, στο γύ­ρι­σμα του αιώ­να, θα μπο­ρού­σε να το­πο­θε­τη­θεί η αλ­λα­γή του λο­γο­τε­χνι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος α­πό το ο­ποίο δέ­χε­ται ε­πι­δρά­σεις στην πε­ραι­τέ­ρω δια­μόρ­φω­ση της γρα­φής της. Από την πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή  γε­νιά περ­νά στη γε­νιά της αμ­φι­σβή­τη­σης, ό­που, και πά­λι, βρί­σκε­ται σε σχέ­ση μα­θη­τείας. Αυ­τήν τη φο­ρά, η η­λι­κια­κή α­πό­στα­ση με τον μέ­ντο­ρα εί­ναι μι­κρό­τε­ρη, υ­πάρ­χει, ό­μως, με­τα­ξύ τους δια­φο­ρά συγ­γρα­φι­κής ω­ρί­μαν­σης κο­ντά ει­κο­σα­ε­τίας. Και αυ­τός ο δεύ­τε­ρος, εί­ναι μύ­στης της ποίη­σης, δια­πνέε­ται, ό­μως, α­πό ι­διά­ζου­σα “διά­θε­ση α­να­τρο­πής και αυ­τοϋπο­νό­μευ­σης”. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, με τις Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, σχο­λιά­ζε­ται η ε­πιρ­ροή του δι­δά­σκο­ντα στον μα­θη­τή, κα­θώς πα­ρα­τη­ρού­νται υ­φο­λο­γι­κές ε­πιρ­ροές, ε­νώ οι ό­ποιες εν­δοοι­κο­γε­νεια­κές συγ­γρα­φι­κές συ­μπτώ­σεις ε­λά­χι­στα α­πα­σχο­λούν. Πι­θα­νώς, για­τί λαν­θά­νει η ά­πο­ψη πως μπο­ρεί να θι­γεί το νεό­τε­ρο μέ­λος, αν δια­γνω­στούν ε­πι­δρά­σεις στο έρ­γο του, α­κό­μη και ό­ταν αυ­τές στέ­κο­νται ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κές. 
Στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού στην Νι­κο­πού­λου, που προ­α­να­φέ­ρα­με, ο σχο­λια­σμός του πε­ζο­γρα­φι­κού της έρ­γου ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται με την πα­ρα­τή­ρη­ση, πως, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, την α­πα­σχο­λεί “η πο­λύ μι­κρή φόρ­μα, το μι­κρο­διή­γη­μα”. Δεν γνω­ρί­ζου­με στις πό­σες λέ­ξεις ή σε­λί­δες οι θεω­ρη­τι­κοί του εί­δους τρα­βά­νε τη δια­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή, ω­στό­σο, εί­μα­στε της γνώ­μης, ό­τι πα­ρό­μοιες δια­κρί­σεις δεί­χνουν προ­κρού­στειες. Ήδη, πά­ντως, α­πο­τε­λούν ι­διαί­τε­ρο μά­θη­μα σε κά­ποιες Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, με τον ει­σα­γό­με­νο τίτ­λο “μπον­ζάι-ι­στο­ρίες”. Ακό­μη μία α­με­ρι­κα­νι­κή ε­πι­νό­η­ση, του­λά­χι­στον στη μορ­φή που καλ­λιερ­γεί­ται στα κα­θ’ η­μάς, για την ο­ποία έ­να τμή­μα του γη­γε­νούς λο­γο­τε­χνι­κού χώ­ρου ε­πι­δει­κνύει μάλ­λον με­γα­λύ­τε­ρο φα­να­τι­σμό α­πό τους ί­διους τους ε­πι­νο­η­τές της.
Στην πε­ρί­πτω­ση της Νι­κο­πού­λου, ε­μείς θα πα­ρα­με­ρί­ζα­με πα­ρό­μοιους δια­χω­ρι­σμούς. Άλλω­στε, δεν εί­ναι ευ­κρι­νές εκ του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, κα­τά πό­σο οι προ­σπά­θειες να γρά­ψει διή­γη­μα μι­κρής έ­κτα­σης συ­νι­στούν α­πόρ­ροια του λο­γο­τε­χνι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντός της ή δι­κή της α­νά­γκη έκ­φρα­σης. Αν κρί­νου­με α­πό την “μπον­ζάι-ι­στο­ρία” της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, «Τα γε­νέ­θλια», η πλά­στιγ­γα κλί­νει υ­πέρ της πρώ­της εκ­δο­χής. Θα ή­ταν προ­τι­μό­τε­ρο, πά­ντως, η διη­γη­μα­τι­κή της σο­δειά να α­ντι­με­τω­πι­στεί ως σύ­νο­λο: τρεις συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, σε λι­γό­τε­ρο α­πό δε­κα­ε­τία. Συ­νο­λι­κά 60 διη­γή­μα­τα, ό­που, ό­σο α­φο­ρά την έ­κτα­σή τους, ση­μειώ­νου­με, ως μία πρώ­τη έν­δει­ξη, σε­λί­δες έ­να­ντι α­ριθ­μού διη­γη­μά­τω­ν: 130 σε­λί­δες η πρώ­τη, με 18 διη­γή­μα­τα, γύ­ρω στις 175, αλ­λά μι­κρό­τε­ρου σχή­μα­τος, οι δυο άλ­λες, με 20 και 22 διη­γή­μα­τα, α­ντι­στοί­χως. Θα δια­χω­ρί­ζα­με τις δυο τε­λευ­ταίες, ε­κεί­νη του 2013, με τίτ­λο, «Ελλη­νι­στί: ο γρί­φος (σχέ­σεις αί­μα­τος)», και την πρό­σφα­τη, κα­θώς θε­μα­τι­κά και μορ­φι­κά δεν δια­φο­ρο­ποιού­νται, α­ντι­θέ­τως δεί­χνουν ως μία ε­νό­τη­τα. Άλλω­στε, έ­χουν εκ­δο­θεί ε­ντός μιας τριε­τίας, πα­ρέ­χο­ντας το ση­με­ρι­νό στίγ­μα της πε­ζο­γρά­φου.
Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, πι­θα­νώς ως α­μυ­ντι­κή τα­κτι­κή α­πέ­να­ντι στο μυ­θι­στό­ρη­μα, οι συγ­γρα­φείς ε­πι­διώ­κουν στα διη­γή­μα­τα μίας συλ­λο­γής θε­μα­τι­κή ε­νό­τη­τα, α­κό­μη και βε­βια­σμέ­νη. Αυ­τήν την ε­νό­τη­τα προ­σπα­θούν να την προ­βάλ­λουν με τα “πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία”: τίτ­λο, υ­πό­τιτ­λο, α­φιε­ρώ­σεις και κυ­ρίως, το κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου. Σε έ­να δο­κί­μιο, ε­πι­διώ­κε­ται η ε­στία­ση σε έ­να θέ­μα και η σφαι­ρι­κή ε­ξάν­τλη­σή του. Σε μία συ­γκέ­ντρω­ση διη­γη­μά­των, ό­μως, πα­ρό­μοια τα­κτι­κή προσ­δί­δει προ­γραμ­μα­τι­κό, συ­χνά και μη­χα­νι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα, λει­τουρ­γώ­ντας δε­σμευ­τι­κά, ό­πως πε­ρί­που ο πε­ριο­ρι­σμός του α­ριθ­μού των λέ­ξεων στη συγ­γρα­φή ε­νός διη­γή­μα­τος. Στις συλ­λο­γές της Νι­κο­πού­λου, ω­στό­σο, η θε­μα­τι­κή ε­νό­τη­τα προ­κύ­πτει α­πό εν­δια­φέ­ρον για τις δια­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις. Ήδη, α­πό τις πρώ­τες α­φη­γη­μα­τι­κές της α­πό­πει­ρες, προ­σπα­θεί να συλ­λά­βει ψυ­χι­κές δια­θέ­σεις και τραυ­μα­τι­κές ε­μπει­ρίες, σκια­γρα­φώ­ντας, α­κό­μη και ε­λά­χι­στες, φευ­γα­λέες σω­μα­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις.
Ο υ­πό­τιτ­λος της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής, “σχέ­σεις αί­μα­τος”, δη­λω­τι­κός της εξ αί­μα­τος συγ­γέ­νειας, δεί­χνει να πα­ρα­πέ­μπει στην οι­κο­γέ­νεια ως “στύ­λο” της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας. Εδώ, ό­μως, πρό­κει­ται για την οι­κο­γέ­νεια στην α­στι­κή μορ­φή της, την α­πο­κα­λού­με­νη πυ­ρη­νι­κή, γο­νείς και τέ­κνα. Τα διη­γή­μα­τα ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται, σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά, σε εν­δοοι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις, που α­πο­βαί­νουν τραυ­μα­τι­κές. Κυ­ρίως με­τα­ξύ γο­νέα και τέ­κνου, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση μό­νο α­φο­ρούν και τις εξ αγ­χι­στείας σχέ­σεις με­τα­ξύ δυο συ­ζύ­γων. Συ­νή­θως, ο άλ­λος γο­νέ­ας εί­ναι τό­σο α­δύ­να­μος, ώ­στε η πα­ρου­σία του να α­πο­βαί­νει σκιώ­δης. Έτσι μέ­νει μία δι­πο­λι­κή σχέ­ση, σα­δι­στι­κή, κά­πο­τε, έως σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κή. Από το πρώ­το διή­γη­μα της πρώ­της συλ­λο­γής μέ­χρι το τε­λευ­ταίο της πρό­σφα­της, η Νι­κο­πού­λου ε­πα­νέρ­χε­ται στη σχέ­ση μη­τέ­ρας-κό­ρης. Προ­βάλ­λει ως μία σχέ­ση κα­τα­πίε­σης, α­ντα­γω­νι­σμού, α­δια­φο­ρίας, κα­τά κα­νό­να συ­γκρου­σια­κή, σχε­δόν πο­τέ τρυ­φε­ρή, κα­θώς την πε­ρι­γρά­φει α­πό την ο­πτι­κή γω­νία του παι­διού, της έ­φη­βης, της με­τέ­πει­τα ψυ­χι­κά προ­βλη­μα­τι­κής.
Τε­λι­κά, πρό­κει­ται για έ­ναν υ­πό­τιτ­λο ει­ρω­νι­κό. Το ί­διο ι­σχύει για τον τίτ­λο της πρό­σφα­της, τρί­της συλ­λο­γής, “α­σφα­λής πό­λη”, ό­που οι νο­ση­ρές σχέ­σεις δεν πε­ριο­ρί­ζο­νται στην οι­κο­γέ­νεια, αλ­λά ε­πε­κτεί­νο­νται στους κα­τοί­κους της πό­λης. Κα­τά το ο­πι­σθό­φυλ­λο, δεν πρω­τα­γω­νι­στούν οι ψυ­χι­κά α­σθε­νείς αλ­λά οι “α­να­σφα­λείς”,  που προ­σβλέ­πουν στο μελ­λο­ντι­κό ό­ρα­μα μίας “άλ­λης πό­λης”. Μό­νο που ο σκλη­ρός κό­σμος των ι­στο­ριών δεν α­φή­νει την πα­ρα­μι­κρή χα­ρα­μά­δα για πα­ρό­μοια αι­σιο­δο­ξία. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αυ­τό το κλί­μα α­παν­θρω­πιάς α­πα­ντά­ται ό­λο και συ­χνό­τε­ρα στις ι­στο­ρίες νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων. Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, ε­κτός α­πό τις ι­στο­ρίες, που ε­στιά­ζουν σε κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις, υ­πάρ­χουν και με­ρι­κές γύ­ρω α­πό ε­πα­φές και τυ­χαία συ­να­πα­ντή­μα­τα μέ­σα στο πλή­θος. Ιστο­ρίες, με ε­φα­ψίες σε συ­νω­στι­σμέ­να με­τα­φο­ρι­κά μέ­σα, με­τα­νά­στες θύ­μα­τα της εγ­χώ­ριας βίας, νοή­μο­να σκυ­λιά. Αυ­τές συγ­γε­νεύουν με πα­λαιό­τε­ρα διη­γή­μα­τα συγ­γρα­φέων της γε­νιάς του ’80.
Στα και­νού­ρια διη­γή­μα­τα, πα­ρα­μέ­νει κυ­ρίαρ­χη η σχέ­ση με το γο­νέα, σπρωγ­μέ­νη πε­ραι­τέ­ρω σε ό­ρια α­ντι­ζη­λίας, μί­σους αλ­λά και ε­ξάρ­τη­σης. Ενώ, α­πα­σχο­λεί και η σχέ­ση δυο γυ­ναι­κών, ό­που, στο κέ­λυ­φος της φι­λίας, βλα­σταί­νει αρ­πα­κτι­κή διά­θε­ση. Ερω­τι­κές σχέ­σεις, ου­σια­στι­κά, δεν υ­πάρ­χουν, α­φού, και ό­ταν πα­ρει­σφρέ­ουν, κα­τα­κλύ­ζο­νται α­πό τον γυ­ναι­κείο ε­γω­κε­ντρι­σμό. Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η ψυ­χο­γρά­φη­ση της σχέ­σης κα­θη­γη­τή-μα­θη­τή, με τον έρ­πο­ντα ε­ρω­τι­σμό, που κα­τα­λή­γει σε α­προ­κά­λυ­πτα σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κές εκ­δη­λώ­σεις. Κα­τά τα άλ­λα, η Νι­κο­πού­λου, με α­πο­κα­θη­λω­τι­κή διά­θε­ση, βάλ­λει και τον έ­τε­ρο “στύ­λο” της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας, την εκ­κλη­σία. Γε­νι­κό­τε­ρα, στα ι­σχυ­ρά ση­μεία των διη­γη­μά­των της Νι­κο­πού­λου, εί­ναι η ε­πι­λο­γή του τίτ­λου και η κα­τα­λη­κτι­κή α­να­τρο­πή των προσ­δο­κιών. Στο διή­γη­μα, «Συ­σκη­νία», γύ­ρω α­πό το α­νίε­ρο πά­θος ε­νός κλη­ρι­κού, συν­δυά­ζο­ντας την λε­κτι­κή αμ­φι­ση­μία με την αμ­φι­θυ­μία των αι­σθη­μά­των, κα­τορ­θώ­νει έ­να ει­ρω­νι­κό διή­γη­μα. Στα κα­λύ­τε­ρα της συλ­λο­γής, αλ­λά και της συ­νο­λι­κής διη­γη­μα­τι­κής σο­δειάς της κα­τά την ε­πο­χή της κρί­σης, θα ε­ντάσ­σα­με το «Η Κα­τά­λΥψη», που θα πρέ­πει να συ­μπε­ρι­λη­φθεί α­πό τα πρώ­τα στην αν­θο­λο­γία με διη­γή­μα­τα του Πο­λυ­τε­χνείου, που κά­πο­τε θα κα­ταρ­τι­στεί. Ακό­μη, το α­κρο­τε­λεύ­τιο διή­γη­μα, «Ικο­νίου 22», για τον τρό­πο, που αι­σθη­το­ποιεί α­φη­γη­μα­τι­κά τη βου­βή θλί­ψη του κο­ρι­τσιού και τα κρα­τή­μα­τα της ψυ­χής του, ό­ταν αυ­τό έρ­χε­ται α­ντι­μέ­τω­πο με την μη­τρι­κή βία.
Τέ­λος, να ση­μειώ­σου­με, ό­τι ε­κεί­νο που μας ώ­θη­σε σε α­να­ζή­τη­ση της συγ­γρα­φι­κής πο­ρείας της Νι­κο­πού­λου, πα­ρό­τι δεν δια­θέ­του­με κα­λή ε­πο­πτεία του αμ­φί­πλευ­ρου έρ­γου της, εί­ναι η ποιο­τι­κή δια­φο­ρά με­τα­ξύ των διη­γη­μά­των της πρό­σφα­της συλ­λο­γής. Σχε­τι­κά με­γά­λη, σαν να μά­χο­νται κα­τά τη σύλ­λη­ψη και γρα­φή τους α­ντίρ­ρο­πες προ­αι­ρέ­σεις.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/11/2015.
Φωτογραφία:  Η έτερη επίδοση της Νικοπούλου. Αυτή στη ζωγραφική.