Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2008

Συγγραφικά και ερωτικά πάθη

Θανάσης Χειμωνάς
"Ραγδαία επιδείνωση"
Εκδόσεις Πατάκη
Φεβρουάριος 2008
Από μια άποψη, εκπλήσσει η απαρέγκλιτη συγγραφική πορεία του Θανάση Χειμωνά. Εδώ και δέκα χρόνια, με εξαίρεση δυο διηγήματα δημοσιευμένα στην εφημερίδα "Τα Νέα" κατά το χρόνο της προθέρμανσης, εκδίδει μυθιστορήματα και μόνο μυθιστορήματα, με θαυμαστή τακτικότητα, κατά μέσο όρο κάθε δυο χρόνια και τέσσερις μήνες, ούτε ολιγοσέλιδα ούτε πολυσέλιδα, κατά μέσο όρο γύρω στις διακόσιες πενήντα σελίδες. Μυθιστορήματα του αθηναϊκού άστεως, αν και συνήθως προβλέπεται ένας αριθμός σελίδων κοσμοπολίτικης πνοής, χωρίς επιρροές, τουλάχιστον ορατές σε εμάς, ξένης λογοτεχνίας, πρωτίστως ψυχολογικού χαρακτήρα και δευτερευόντως κοινωνικού. Ιστορίες που κινούνται σε σταθερό θεματικό πλαίσιο, με ήρωες ενός ορισμένου χαρακτήρα. Ωστόσο, όντας συγγραφέας με μυθοπλαστική φαντασία, επινοεί κάθε φορά μια υπόθεση, ενώ έχει βρει έναν τρόπο, που ίσως εξελιχθεί και σε μανιέρα, να δομεί τα γεγονότα, ώστε να δημιουργείται σασπένς, όπως συμβαίνει σε μυθιστορήματα με πλοκή, μόνο που εδώ η κατάληξη αφήνει εσκεμμένα την αίσθηση του μετέωρου.
Παρά ταύτα, ο Θανάσης Χειμωνάς δεν θα χαρακτηριζόταν συγγραφικά στάσιμος. Το πρόσφατο, πέμπτο μυθιστόρημά του πόρρω απέχει από το πρώτο του 1998. Οι αφηγηματικοί του τρόποι εξελίσσονται αργά αλλά σταθερά, όπως συμβαίνει με τον μουσικό, που ασκείται συστηματικά σε ένα κομμάτι. Πιστεύουμε πως θα μπορούσε να γίνει ένας βιρτουόζος, μόνο που η εύκολη αναγνώριση ήδη από τον πρωτόλειο "Ραμόν" και στη συνέχεια η ευμενής, έως και ενθουσιαστική, υποδοχή των βιβλίων του ενέχουν τον κίνδυνο της μακαριότητας. Αν μέρος από τις θωπείες έρχεται από το οικογενειακό του όνομα, ούτε ο ίδιος θα πρέπει να το συνειδητοποιεί ούτε οι θωπεύοντες. Αυτά είναι επενέργειες ενός συλλογικού υποσυνειδήτου, του οποίου τις εκφάνσεις βλέπουμε όλο και συχνότερα.
Ενδίδοντας, όμως, στις κατακτημένες ευκολίες του, ίσως να μην γράψει το ένα βιβλίο με τα πάθη αυτού του μοναδικού ήρωα, που κυνηγά από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα. Της "ανεξιχνίαστης ψυχής", όπως ο ίδιος τον έχει αποκαλέσει, που επανέρχεται με διαφορετικά προσωπεία^ Ραμόν, ο ανώριμος νεαρός, Μιχάλης Παπανικολάου, ο ασκούμενος δικηγόρος σε φάση κατάθλιψης, Αποστόλης Αργυρόπουλος, ο μανιοκαταθλιπτικός άνεργος, Δημήτρης και Αντώνης Αδάμου, τα δυο αδέλφια, ο ενοχικός μικρός και ο ψυχικά άρρωστος μεγάλος, και τέλος, Βασίλης Οικονόμου, ο συγγραφέας με τις κρίσεις πανικού και την τάση αυτοκτονίας του πρόσφατου. Ο Γιώργος Χειμωνάς έγραφε πως ό,τι αξίζει στον άνθρωπο είναι να έχει να πει μια ιστορία. "Το μοναδικό χρέος που αναγνωρίζω σ' έναν άνθρωπο, είναι ν' αφηγηθεί μια ιστορία" (από το υποδειγματικό "Χρονολόγιο βίου και έργου Γιώργου Χειμωνά" του Ευριπίδη Γαραντούδη, συμπλήρωμα στην προ τριετίας επίτομη έκδοση του έργου του).
Ο Γιώργος Χειμωνάς, παρόλο που πέθανε νωρίς, λίγες ημέρες πριν τα εξηκοστά πρώτα γενέθλιά του (16.3.1939 - 27.2.2000), την είπε την ιστορία που είχε να πει. Μέλλει να φανεί αν ο Θανάσης Χειμωνάς αποφασίσει να διαρρήξει το κουκούλι της πεταλούδας.
Επί του προκειμένου, πέμπτου μυθιστορήματός του, κατ' εξαίρεση μετά αφιερώσεως, ο συγγραφέας υιοθετεί ορισμένα χαρακτηριστικά του τρίτου βιβλίου του, "Ανεξιχνίαστη ψυχή". Ένα επουσιώδες, το γυμνό του εξωφύλλου, πολύ εντυπωσιακότερο αυτή τη φορά, και ένα ουσιαστικό, την τριτοπρόσωπη αφήγηση μετατοπιζόμενης εστίασης. Ενώ, και εδώ, στα περισσότερα κεφάλαια (τα οκτώ από τα συνολικά δεκαοκτώ), η αφήγηση παρακολουθεί την οπτική γωνία μιας γυναίκας, της Έλιας.
Χαλαρή η υπόθεση, στρέφεται γύρω από το ένοχο μυστικό ενός ηλικιωμένου συγγραφέα, για το οποίο, όταν, μετά θάνατον, αποκαλύπτεται, ουδείς ενδιαφέρεται, μια και όλοι κατατρύχονται από τα δικά τους απωθημένα. Το μυθιστόρημα απαρτίζεται από διαδοχικές σκηνές, όπου, στις περισσότερες, η Έλια συνομιλεί με πρόσωπα του στενού της περιβάλλοντος, την οικιακή της βοηθό, τη φίλη της, τον σύντροφό της, τον φίλο του συντρόφου της, τη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, τη θεία της, αδελφή της πεθαμένης μητέρας της, και σε παρελθοντική αναδρομή, την άρρωστη μητέρα της. Να σημειώσουμε πως στις παρελθοντικές αναδρομές όλων των ηρώων πρωτοστατεί μια μητρική φιγούρα.
Σε έξι από τα υπόλοιπα κεφάλαια, η αφήγηση εστιάζει στον σύντροφο της Έλιας, Βασίλη Οικονόμου, συνομήλικο του Θανάση Χειμωνά. Κι αυτός ένας επιτυχημένος συγγραφέας, με δυο μυθιστορήματα στο ενεργητικό του, που έχει αναλάβει να φτιάξει μια ανθολογία με διηγήματα παραβατικής θεματολογίας. Εύρημα που δίνει την ευκαιρία για ένα μορφικό άνοιγμα, με την παράθεση δυο διηγημάτων. Το ένα είναι το παλαιό ημερολόγιο του ηλικιωμένου συγγραφέα, το οποίο θα μπορούσε να εκληφθεί και ως διήγημα. Ενώ, το άλλο το γράφει η φίλη της Έλιας, κι αυτή με συγγραφικές φιλοδοξίες, οιστρηλατούμενη από τον έρωτά της για το σύντροφο της Έλιας. Και τα δυο ένθετα πεζά αφηγούνται νοσηρές ιστορίες πάθους, στα όρια του μακάβριου. Εκκεντρικές συλλήψεις, που υφολογικά δεν διαφοροποιούνται από την κυρίως διήγηση, όπως θα αναμενόταν, τουλάχιστον για το ημερολόγιο, που γράφτηκε στο Παρίσι της δεκαετίας του 1970 ή και νωρίτερα.
Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται μέσα σε τρεις ημέρες, τον πρώτο Αύγουστο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, στην Αθήνα, ακριβέστερα στο Κολωνάκι, όπου και λαμβάνουν χώρα οι ελάχιστες εξωτερικές σκηνές, ενώ, στις άλλες γειτονιές, όπως το Παγκράτι που κατονομάζεται, η δράση παραμένει εντός κλειστών χώρων. Δωμάτια διαμερισμάτων και κλινικών, μια σκηνή σε αυτοκίνητο και μια άλλη, στο Κέντρο Κράτησης Αλλοδαπών, αφού ο Χειμωνάς, σε αυτό το μυθιστόρημα, επανέρχεται στο μεταναστευτικό πρόβλημα. Αν και δεν πρόκειται για την πανσπερμία αλλοδαπών του δεύτερου βιβλίου του, "Σπασμένα ελληνικά", που τόσο ενθουσίασε την κριτική, αλλά μόνο για μια οικιακή βοηθό, που αναφέρεται εξωραϊστικά ως Καυκάσια.
Πιστεύουμε πως ο Χειμωνάς, όπως οι περισσότεροι άλλωστε συγγραφείς αλλά και επιφυλλιδογράφοι, που τους απασχολούν οι μετανάστες -γιατί τι πνευματικοί άνθρωποι θα ήταν, αν δεν τους απασχολούσαν- δεν έχει ουσιαστική επαφή μαζί τους, πέραν των μεμονωμένων ατόμων, που τυχαίνει να εργάζονται στο περιβάλλον του, γι' αυτό και καταλήγει σε στερεότυπα. Σχηματική η συμπεριφορά της Καυκάσιάς του, αρχικά δουλική και μετά επαναστατημένη, με το μίσος που γεννά η εκμετάλλευση. Σταθερά, όμως, έντιμη, κι ας εργάζεται σε σπίτι με πίνακες Ιακωβίδη στους τοίχους και τιμαλφή πεταμένα στις γωνίες.
Γενικότερα, ο Χειμωνάς ξεφεύγει από τις τυποποιημένες εκφράσεις, ιδίως εκείνους τους γραφικούς επιθετικούς προσδιορισμούς, και από τους κοινότοπους χαρακτήρες, όταν περιγράφει καταστάσεις, για τις οποίες έχει προσωπικές εμπειρίες. Λ.χ., η σκιρτώσα από ζωντάνια περιγραφή της πρωινής εξόδου του ηλικιωμένου συγγραφέα, που, συμβάλλοντος του καύσωνα, έμελλε να είναι και η τελευταία του. Τόσο ρεαλιστική που ο αναγνώστης σαν να βλέπει την πλατεία Κολωνακίου, τη δυσχερή, λόγω κυκλοφορίας και έργων, διάβαση, στην αρχή της Πατριάρχου Ιωακείμ, το παρακείμενο Γκούντις και την Εθνική Τράπεζα στην Σκουφά.
Μάλλον επί του πιεστηρίου θα πρέπει να προέκυψε η μετονομασία της Πατριάρχου Ιωακείμ σε οδό Καρνεάδου, έναν σχετικά ήσυχο δρόμο, χωρίς περίπτερο και εν γένει, μακράν των περιγραφομένων, αλλά εντός της τρέχουσας επικαιρότητας. Άλλωστε και στην επόμενη σκηνή, από τη Νεοφύτου Βάμβα ένας εποχούμενος δεν θα ήταν δυνατό να περάσει στην Ηρώδου Αττικού, ενώ, από την πλατεία Κολωνακίου, μέσω Κουμπάρη, δεν έχει παρά να ακολουθήσει τη ροή των αυτοκινήτων. Παρεμπιπτόντως, απορούμε πως ξεφεύγουν από τους διορθωτές παρόμοιες πραγματολογικές λεπτομέρειες. Ίδια απορία είχαμε εκφράσει για τις ταρακουνημένες ημερομηνίες του εκκλησιαστικού έτους στο πρόσφατο μυθιστόρημα του Κώστα Ακρίβου.
Και ερχόμαστε στο ψυχογράφημα των ηρώων, που συνιστά και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του μυθιστορήματος. Κατ' αρχήν, σκιτσάρονται οι δευτερεύοντες ήρωες^ ένας ακόμη επίδοξος συγγραφέας, που αγωνιά για ένα επίκαιρο θέμα, και κάποια γυναικεία πρόσωπα, που δείχνουν ανερμάτιστα, καθώς εγκαταλείπουν τη βολή τους για φρούδες περιπέτειες. Ενώ, με δεξιότητα αναδεικνύεται το ζεύγος των πρωταγωνιστών. Η Έλια, νεαρά από εύπορη νησιωτική οικογένεια, άεργη και ανασφαλής, σχεδόν αγοραφοβική, που έχει αναγάγει τον σύντροφό της σε κέντρο του κόσμου. Και καθώς εκείνος συνεχώς φεύγει, αυτή υποφέρει από το άγχος της εγκατάλειψης, που καταλήγει σε κρίση, όταν μια κατσαρίδα εμφανίζεται στην κουζίνα της. Μόνο με την κατάληξη, που θέλει την Έλια να αναχωρεί, θα διαφωνούσαμε. Πιστεύουμε πως παρόμοιοι χαρακτήρες αφήνονται να εξευτελιστούν αλλά αδυνατούν να διαλύσουν μια σχέση. Πειστικότερη η ταραγμένη ψυχολογία του συντρόφου της, έτσι όπως προβάλλει μέσα από σκόρπιες ψηφίδες^ μια αναδρομή στην εφηβεία, τότε που ένιωσε για πρώτη φορά εντός του το υπαρξιακό κενό, τις κρίσεις πανικού τον μήνα Αύγουστο, όταν ακόμη και οι ψυχίατροι φεύγουν διακοπές, και ακόμη, το στρόβιλο των παραισθήσεων.
Ένας δευτερεύων χαρακτήρας, έτοιμος να πρωταγωνιστήσει στο δικό του μυθιστόρημα ή και νουβέλα, για να θυμηθούμε τα μυθοπλαστικά παίγνια του Αλέξανδρου Κοτζιά. Πάντως, σε αυτό το μυθιστόρημα, το μακρύ πλάνο του τελευταίου κεφαλαίου κλείνει και το πλάνο της ζωής του ήρωα. Τελικά, και μόνο την περιγραφή των συμμετρικών θανάτων, του πρώτου και του τελευταίου κεφαλαίου, αν συγκρατήσουμε, ο Θανάσης Χειμωνάς υπόσχεται πως κάποτε θα πει την ιστορία που έχει να πει.

Μ. Θεοδοσοπούλου