Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Παπαδιαμάντης - Καβάφης


Στις ε­ορ­τές των Χρι­στου­γέν­νων η μνη­μό­νευ­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη α­πο­τε­λεί πα­ρά­δο­ση, α­σχέ­τως αν αυ­τό μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί ως έμ­με­ση α­πο­δο­χή της α­να­χρο­νι­στι­κής ά­πο­ψης που τον ό­ρι­ζε κά­πο­τε Άγιο των Γραμ­μά­των μας. Αν, μά­λι­στα, η μνη­μό­νευ­ση συν­δυά­ζει τον Πα­πα­δια­μά­ντη με τον Κα­βά­φη, του ο­ποίου το Έτος, λό­γω αρ­γο­πο­ρη­μέ­νου ζή­λου, θα ε­πε­κτα­θεί στο Νέ­ον Έτος, κα­θί­στα­ται και ε­πί­και­ρη. Αλλά, σε έ­να κει­με­νά­κι του Ex Libris, τι να πρω­το­μνη­μο­νεύ­σεις; Τα κοι­νά τους ση­μεία; Τα ση­μεία σύ­μπτω­σης, που α­πρό­σμε­να πα­ρου­σία­σαν τα ε­πε­τεια­κά τους έ­τη, 2011-2013; Ή την α­πί­θα­νη συ­νά­ντη­σή τους στη γει­το­νιά, ό­χι των αγ­γέ­λων, αλ­λά των μπλό­γκε­ρ; Τη λύ­ση μας την έ­δω­σε το φθι­νο­πω­ρι­νό τεύ­χος του κυ­πρια­κού πε­ριο­δι­κού «Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά», με τα κεί­με­να που τους α­φιε­ρώ­νει. Κά­ποια, μά­λι­στα, α­πό τα θέ­μα­τα, που αυ­τά εμ­μέ­σως αγ­γί­ζουν, προ­σφέ­ρουν την ευ­και­ρία μίας α­να­φο­ράς, έ­στω και ε­πί τρο­χά­δην, σε δυο κοι­νω­νι­κά φαι­νό­με­να, δια­φο­ρε­τι­κής μεν φύ­σεως, αλ­λά αμ­φό­τε­ρα κα­θο­ρι­στι­κά για την πο­λι­τι­στι­κή φυ­σιο­γνω­μία του ση­με­ρι­νού Έλλη­να. Πρό­κει­ται για την  αυ­ξα­νό­με­νη σε βά­ρος της φι­λαν­θρω­πίας φι­λο­ζωία, ι­δίως την κυ­νο­φι­λία, και την ο­λοέ­να με­γα­λύ­τε­ρη α­πο­μά­κρυν­ση α­πό τους κλα­σι­κούς, Έλλη­νες και Λα­τί­νους. 

Πε­ρί κυ­νο­φι­λίας

Ξε­κι­νού­με α­πό την τό­σο δια­δε­δο­μέ­νη κυ­νο­φι­λία. Τον τε­λευ­ταίο και­ρό, στην Αθή­να, ο ρυθ­μός ε­ξαν­θρω­πι­σμού των σκύ­λων έ­χει πά­ρει ε­ντυ­πω­σια­κές δια­στά­σεις. Κα­θη­με­ρι­νά εμ­φα­νί­ζε­ται και μία δια­φο­ρε­τι­κή έκ­φαν­ση αυ­τής της, α­πό έ­να ση­μείο και πέ­ρα, α­φύ­σι­κης ε­ξο­μοίω­σης. Πρώ­τα κα­ταρ­γή­θη­καν τα σκυ­λί­σια ο­νό­μα­τα και στη θέ­ση τους εμ­φα­νί­στη­κε ο­λό­κλη­ρο το χρι­στια­νι­κό και αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό φά­σμα των αν­θρώ­πι­νων, με­τά προ­βι­βά­στη­καν στις τα­μπέ­λες των ια­τρείων για μι­κρά ζώα α­πό κα­τοι­κί­δια σε συ­ντρο­φιάς, στη συ­νέ­χεια ήρ­θε ο τρό­πος που οι κά­το­χοί τους α­να­φέ­ρο­νται ή α­πευ­θύ­νο­νται σε αυ­τούς. Από πλευ­ράς στορ­γής και τρυ­φε­ρό­τη­τας, τους συ­μπε­ρι­φέ­ρο­νται ό­πως στα παι­διά τους και τους συ­ντρό­φους τους. Ζουν με αυ­τούς, κα­λύ­πτο­ντας τη­λε­φω­νι­κώς τις ε­πα­φές με φί­λους και γνω­στούς. Στον πε­ρί­πα­το, πε­ρι­μέ­νουν υ­πο­μο­νε­τι­κά με­σο­στρα­τίς ή στο παρ­τέ­ρι του αλ­σύλ­λιου να ο­λο­κλη­ρώ­σουν την α­φό­δευ­σή τους, φο­ρούν τα πλα­στι­κά γά­ντια που κου­βα­λούν α­πα­ραι­τή­τως μα­ζί τους - α­πό την ε­πο­χή της δη­μαρ­χίας Νι­κή­τα Κα­κλα­μά­νη, που τα πρό­σφε­ρε δω­ρεάν ε­ντός ει­δι­κών θη­κών το­πο­θε­τη­μέ­νων στις ει­σό­δους των δη­μό­σιων κή­πων - και μα­ζεύουν τα πε­ριτ­τώ­μα­τα χω­ρίς ί­χνος α­πό γκρι­μά­τσα α­η­δίας. Αν, πα­ρα­δί­πλα, συ­νάν­θρω­πος α­να­ζη­τά τρο­φή στον κά­δο α­πορ­ριμ­μά­των α­πο­στρέ­φουν το βλέμ­μα με­τά βδε­λυγ­μίας. Με αυ­τούς κά­νου­νε τζό­κιν­γκ ή κά­θο­νται στην κα­φε­τέ­ρια. Το δια­χω­ρι­στι­κό φράγ­μα έ­πε­σε ο­λο­σχε­ρώς με τη φρα­στι­κή ε­ξο­μοίω­ση. Δεν εί­ναι ου­δέ­τε­ρου γέ­νους - έ­χουν ό­νο­μα - και πε­θαί­νουν α­ντί να ψο­φά­νε. Οι κυ­νο­τρό­φοι στέ­κο­νται κέρ­βε­ροι στο πα­ρα­μι­κρό lapsus linguae, που θί­γει την υ­πό­στα­ση των προ­σφι­λών τους υ­πάρ­ξεων. Πα­ρά­δειγ­μα, έ­να πε­ρι­στα­τι­κό α­πό το λο­γο­τε­χνι­κό πε­δίο. 

Λε­ξι­λο­γι­κά 

Στο “μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό” για τον Πα­πα­δια­μά­ντη, ο Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος α­φη­γεί­ται σχε­τι­κό πά­θη­μά του. Σε πρό­σφα­το “γρα­φτό” του “χρη­σι­μο­ποίη­σε τη λέ­ξη κυ­νέ­ρω­τες και στε­νο­χώ­ρη­σε κα­λή (του) φί­λη, που έ­χει ι­διαί­τε­ρη α­δυ­να­μία στα τε­τρά­πο­δα του πρώ­του συν­θε­τι­κού.” Δεν κα­το­νο­μά­ζει την “κα­λή φί­λη”, πα­ρό­λο που δεν υ­πάρ­χει την σή­με­ρον με­γα­λύ­τε­ρη φι­λο­φρό­νη­ση α­πό το να σε α­πο­κα­λέ­σουν φι­λό­ζωο, πό­σω μάλ­λον κυ­νό­φι­λο, α­ντί για το ε­παί­σχυ­ντο κυ­νό­φο­βος, α­ντί­στοι­χο του α­κό­μη α­θη­σαύ­ρι­στου νε­ο­λο­γι­σμού ο­μο­φο­βι­κός. Συ­μπλη­ρώ­νει πως “α­μύν­θη­κε λέ­γο­ντας ό­τι την έ­χει χρη­σι­μο­ποιή­σει και ο Πα­πα­δια­μά­ντης, το α­πο­τέ­λε­σμα ό­μως ή­ταν να δε­χθεί κι ε­κεί­νος την ί­δια μομ­φή.” Πώς εί­ναι πο­τέ δυ­να­τόν να α­πο­δί­δου­με  στα σκυ­λιά ε­ρω­τι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές αν­θρώ­πων; Αντι­στρά­φη­καν τα πράγ­μα­τα. Πά­λαι πο­τέ ή­ταν οι άν­θρω­ποι που προ­σβάλ­λο­νταν ό­ταν τους ε­ξο­μοίω­ναν με τους σκύ­λους, τώ­ρα εί­ναι οι κυ­νο­τρό­φοι που θί­γο­νται, ό­ταν πα­ρο­μοιά­ζουν τις εν­στι­κτώ­δεις πρά­ξεις των “συ­ντρό­φω­ν” τους με τις η­δο­νο­θη­ρευ­τι­κές των αν­θρώ­πων.
Ο με­λε­τη­τής, α­ντί να θυ­μώ­σει, α­πο­λο­γεί­ται. Προ­σπά­θη­σε να ε­ντο­πί­σει το πα­πα­δια­μα­ντι­κό δά­νειο σε Liddell-Scott, Δη­μη­τρά­κο και Κου­μα­νού­δη, αλ­λά εις μά­την. Οπό­τε και συ­μπε­ραί­νει: “Εί­ναι, λοι­πόν, πά­ρα πο­λύ πι­θα­νό ό­τι η ά­σπλα­χνη λέ­ξη έ­χει πλα­στεί α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη.” Απο­ρού­με πως έ­νας “α­νία­τα λε­ξι­κο­μα­νής” και δη πα­πα­δια­μα­ντι­στής, δεν έ­χει α­κό­μη α­ντι­λη­φθεί ό­τι τα εν λό­γω λε­ξι­κά κα­λύ­πτουν μέ­ρος μό­νο του φά­σμα­τος της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας. Ο τρό­πος κα­τάρ­τι­σής τους α­δυ­να­τεί να συ­μπε­ρι­λά­βει τον λαϊκό λό­γο πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών, α­πό τα το­πι­κά ι­διώ­μα­τα μέ­χρι τους ε­λευ­θε­ριά­ζο­ντες νε­ο­λο­γι­σμούς. Οπό­τε κα­τα­λή­γει στο α­ξίω­μα, “κά­θε μη λε­ξι­κο­γρα­φη­μέ­νη λέ­ξη εί­ναι το πι­θα­νό­τε­ρο πλα­σμέ­νη α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη”. Πέ­ραν αυ­τού, φαί­νε­ται να μη λαμ­βά­νει υ­πό­ψη τις πλα­σμέ­νες α­πό τους λοι­πούς λο­γο­τέ­χνες και πα­ρα­μυ­θά­δες λέ­ξεις.
Και ερ­χό­μα­στε στην ε­πί­μα­χη λέ­ξη, που “η μνή­μη του τον πα­ρέ­κρουε” πως α­πα­ντά­ται στο κεί­με­νο «Οιω­νός» του Πα­πα­δια­μά­ντη, κα­θώς σε αυ­τό υ­πάρ­χει ο “τολ­μη­ρός” πα­ραλ­λη­λι­σμός της συ­μπε­ρι­φο­ράς ω­ραίας και πλου­σίας κό­ρης με ε­κεί­νης “με­γά­λης, λευ­κής, υ­πε­ρή­φα­νης σκύ­λας”. Κα­λή ώ­ρα, ό­πως και στην πα­ροι­μία, “Αν δεν κου­νή­σει η σκύ­λα την ου­ρά της, ο σκύ­λος δεν πά­ει κο­ντά της”, την ο­ποία α­πο­θη­σαυ­ρί­ζει ο Μπα­μπι­νιώ­της, αλ­λά θα πρέ­πει στην ε­πό­με­νη έκ­δο­ση να την α­πο­σύ­ρει ο­μού με­τά των υ­πο­λοί­πων που πα­ρα­βαί­νουν κα­τά­φω­ρα το τρέ­χον πο­λι­τι­κώς ορ­θό α­πέ­να­ντι στη ζωο­φι­λία. Τε­λι­κά, ο Πα­πα­δια­μά­ντης “την σφή­νω­σε στο α­να­φές «Όνει­ρο στο κύ­μα»”. Μό­νο που δεν “σφή­νω­σε τη λέ­ξη” αλ­λά την έκ­φρα­ση “τας λυ­κο­φι­λίας και τους κυ­νέ­ρω­τες”. Πα­ροι­μια­κή φρά­ση, που ή­ταν σε ευ­ρεία χρή­ση πα­λαιό­τε­ρα. Όπου το πρώ­το συν­θε­τι­κό του κυ­νέ­ρω­τες δεν α­να­φέ­ρε­ται ευ­θέως στους κύ­νες, αλ­λά μέ­σω των κυ­νι­κών φι­λο­σό­φων.  Έτσι φθά­σα­με στους Έλλη­νες κλα­σι­κούς. Οι πα­λαιό­τε­ροι θα θυ­μού­νται τον Κρά­τη, μα­θη­τή του Διο­γέ­νη, που, καί­τοι “ά­σχη­μος και κυ­φός”, τον η­ρά­σθη, χά­ρις στο λέ­γειν του, ευ­γε­νής κό­ρη και του ζη­τού­σε ε­πι­μό­νως γά­μο. Αυ­τό, ό­μως, σή­μαι­νε πα­ρά­βα­ση των φι­λο­σο­φι­κών του αρ­χών. Τε­λι­κά ε­νέ­δω­σε, αλ­λά για να δια­σκε­δά­σει τις ε­νο­χές του, α­πο­κα­λού­σε την πα­ντρειά του κυ­νο­γα­μία ή και κυ­νο­γά­μια. Το δά­νειο, λοι­πόν, α­πό τους Έλλη­νες θα μπο­ρού­σε να εί­ναι τα κυ­νο­γά­μια, που με­τα­τρά­πη­καν α­πό τους σε­μνό­τυ­φους Νε­οέλ­λη­νες, ε­πί το κο­σμιό­τε­ρο αλ­λά και λο­γιό­τε­ρο, σε κυ­νέ­ρω­τες.
Στο κεί­με­νό του, ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος α­να­φέ­ρει και άλ­λες α­θη­σαύ­ρι­στες λέ­ξεις α­πό το «Πα­πα­δια­μα­ντι­κό λε­ξι­λό­γιο». Δύο προέρ­χο­νται α­πό το ί­διο διή­γη­μα. Επί­θε­τα που πε­ρι­γρά­φουν το “ά­ντρο, ό­που ε­νίο­τε κα­τήρ­χε­το η Μο­σχού­λα” ως “κογ­χυ­λό­στρω­το και νυμ­φο­στό­λι­στο”. Το πρώ­το εί­ναι τύ­ποις μό­νο α­θη­σαύ­ρι­στο, κα­θώς υ­πάρ­χουν τα κογ­χυ­λιο­κέ­ντη­τος και βο­τσα­λό­στρω­τος. Ενώ,  το δεύ­τε­ρο υ­πάρ­χει στου Κου­μα­νού­δη. Μία τρί­τη λέ­ξη, α­πό «Τα Ρό­διν’ α­κρο­γιά­λια», εί­ναι το βα­θυ­γό­να­τος, με το ο­ποίο ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται η πε­ρι­γρα­φή του Αγάλ­λου: “ορ­θός εις την πλώ­ρην της βάρ­κας, υ­ψη­λός, ε­πι­βλη­τι­κός, βα­θυ­γό­να­τος”. Ο με­λε­τη­τής προ­τεί­νει να με­τα­φρα­στεί “μα­κρυ­πό­δα­ρος” κα­τά τα α­πο­θη­σαυ­ρι­σμέ­να, βα­θυ­γέ­νειος, βα­θύ­κο­μος ή και βα­θύ­μαλ­λος. Υπάρ­χει, ό­μως, και το α­πο­θη­σαυ­ρι­σμέ­νο βα­θυ­κνή­μις, “ο φέ­ρων υ­ψη­λάς πε­ρι­κνη­μί­δας”, που έρ­χε­ται στο νου, δε­δο­μέ­νου ό­τι την πε­ρι­γρα­φή του Αγάλ­λου α­κο­λου­θεί η πα­ρεν­θε­τι­κή φρά­ση, “με τα υ­πο­δή­μα­τα έως ά­νω σχε­δόν εις τους βου­βώ­νας”, πα­ρα­πλή­σια της φρά­σης, “με τα υ­πο­δή­μα­τα μέ­χρι των μη­ρών”, στο διή­γη­μα «Το σπι­τά­κι στο λι­βά­δι». Κα­τά α­ντι­στοι­χία με το βα­θυ­κνή­μις, το βα­θυ­γό­να­τος θα μπο­ρού­σε να ση­μαί­νει τον φέ­ρο­ντα υ­ψη­λάς πε­ρι­γο­να­τί­δες. Τέ­λος, ο με­λε­τη­τής α­να­φέ­ρει το υ­παι­θριά­ζω α­πό το διή­γη­μα «Το κου­κού­λω­μα», γραμ­μέ­νο πριν το 1907. Αυ­τό θα μπο­ρού­σε να εί­ναι σκω­πτι­κός νε­ο­λο­γι­σμός του Πα­πα­δια­μά­ντη, προς δια­κω­μώ­δη­ση της πρό­σφα­της τό­τε με­ταλ­λα­γής της ση­μα­σίας του πα­ρα­θε­ρί­ζω που ξε­κι­νά α­πό το: θε­ρί­ζω τα πλευ­ρι­κά του χω­ρα­φιού και κα­τα­λή­γει στο γνω­στό: ξε­κα­λο­και­ριά­ζω.

Κα­βα­φι­κά μυ­στή­ρια

Τον ε­ξαν­θρω­πι­σμό των κυ­νών α­κο­λού­θη­σαν τα έ­τε­ρα κα­τοι­κί­δια του ά­στεως, οι γα­λείς. Το τρέ­χον πο­λι­τι­κώς ορ­θό προ­στα­τεύει τους κα­τό­χους τους α­πό τα ει­ρω­νι­κά σχό­λια που θα μπο­ρού­σαν να ε­πι­σύ­ρουν οι προς αυ­τές δια­χύ­σεις. Ποιος θα τολ­μού­σε σή­με­ρα να θυ­μί­σει πως ο Ιου­βε­νά­λης υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι “η πρώ­τη θέ­ση εν τη καρ­δία γυ­ναι­κός ή­τις ου­δέ τον ε­ρα­στή, ου­δέ τον σύ­ζυ­γόν της α­γα­πά, κα­τέ­χε­ται πά­ντο­τε υ­πό ζώου”. Κι ό­μως, ο 23ε­τής Κα­βά­φης το τολ­μά σε έ­να πρώ­το ει­ρω­νι­κό­τα­το άρ­θρο του, με τίτ­λο, «Οι α­πάν­θρω­ποι φί­λοι των ζώων». Αλλά τα τρία “μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά” ε­στιά­ζουν σε άλ­λες πλευ­ρές του, ό­που έ­να ε­μπλέ­κει τους Λα­τί­νους κλα­σι­κούς. Πριν έρ­θου­με σε αυ­τό, να ση­μειώ­σου­με πως η Λέ­να Αρα­μπατ­ζί­δου, συγ­γρα­φέ­ας ε­νός α­πό αυ­τά, αμ­φι­σβη­τεί τη φι­λο­λο­γι­κή αρ­τιό­τη­τα των “μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κώ­ν”, ο­ρί­ζο­ντας “τη να­νο­μο­νά­δα” ως “το ό­ριο με­γέ­θους αρ­τιό­τη­τας ε­νός άρ­θρου ή α­κό­μη ε­νός σχο­λίου”, χω­ρίς να α­να­φέ­ρει αν ε­ρεύ­νη­σε ως ε­ναλ­λα­κτι­κό μέ­γε­θος αυ­τό της πι­κο­μο­νά­δας. Δυ­στυ­χώς, το να­νοάρ­θρο της γύ­ρω α­πό το εν­δε­χό­με­νο συγ­γέ­νειας της καβαφικής ποίησης με την αγ­γλι­κή, δεν δια­φω­τί­ζει πε­ρί του νέ­ου το­μέα της “να­νο­φι­λο­λο­γίας”. Η φή­μη, πά­ντως, α­πό τις γι­γα­με­λέ­τες και τα να­νοάρ­θρα της κα­θη­γή­τριας του Αρι­στο­τε­λείου έ­χει ε­ντυ­πω­σιά­σει τους Αθη­ναίους, πριν α­κό­μη φτά­σουν οι 500σέ­λι­δες με­λέ­τες της στο κλει­νόν ά­στυ.
Τα άλ­λα δυο “μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά” εί­ναι της Μ. Κα­ρα­μπί­νη-Ια­τρού, κα­τα­γρα­φέα της Βι­βλιο­θή­κης Κα­βά­φη και συγ­γρα­φέα του προ δε­κα­ε­τίας ο­μώ­νυ­μου βι­βλίου. Και τα δύο α­να­φέ­ρο­νται στα “μι­κρά μυ­στή­ρια” που προ­κά­λε­σε η Βι­βλιο­θή­κη του. Το πρώ­το α­φο­ρά τον αλ­λη­λο­γρά­φο Κα­βά­φη. Δυο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των και μια με­λέ­τη, με συγ­γρα­φέα τον Μ. Βισ­σάν­θη, την πα­ρα­κί­νη­σαν να ε­ρευ­νή­σει τα βιο­γρα­φι­κά του, κα­θώς μά­λι­στα, στη μια συλ­λο­γή υ­πάρ­χει θερ­μή α­φιέ­ρω­ση στον Κα­βά­φη. Μια δια­δυ­κτια­κή α­να­ζή­τη­ση ο­δη­γεί στο Αρχείο του κα­θη­γη­τή στο Ώστεν του Τέ­ξας Γ. Γεωρ­γιά­δη-Αρνά­κη, ό­που ε­ντο­πί­στη­καν τρεις σύ­ντο­μες ευ­χα­ρι­στή­ριες ε­πι­στο­λές Κα­βά­φη προς Βισ­σάν­θη της δε­κα­ε­τίας του 1920. Την πα­ρου­σία­σή τους συ­μπλη­ρώ­νει ε­πί­με­τρο με στοι­χεία για τον Βισ­σάν­θη, ψευ­δώ­νυ­μο του Μι­χαήλ Χά­τσου, και πε­ρι­γρα­φή των τριών τευ­χών του πε­ριο­δι­κού, «Η Σύγ­χρο­νη Σκέ­ψη», που ε­ξέ­δι­δε στο Σι­κά­γο. Το πε­ριο­δι­κό ή­ταν γνω­στό α­πό τη Βι­βλιο­γρα­φία Κα­βά­φη, αλ­λά χω­ρίς α­να­φο­ρά στον εκ­δό­τη. Από αυ­τές τις τυ­πι­κές ε­πι­στο­λές, η με­λε­τή­τρια βγά­ζει το έω­λο συ­μπέ­ρα­σμα πως “ο Κα­βά­φης δεν εί­ναι με­γά­λος αλ­λη­λο­γρά­φος”. Στη μο­νο­το­νι­κή με­τα­γρα­φή των ε­πι­στο­λών, α­τύ­χη­σε ο Γε­ρά­σι­μος Κο­λαΐτης, κα­τα­λή­γο­ντας α­πό Μέ­μας σε Με­μάς.   
Στο δεύ­τε­ρο “μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό”, η Κα­ρα­μπί­νη α­πα­ντά στο ε­ρώ­τη­μά, “τι γύ­ρευε στη βι­βλιο­θή­κη του Κα­βά­φη έ­να βι­βλίο αρ­χαιο­λο­γι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου, το «Nimes, Arles, Orange, Saint-Remy. Ouvrage orne de 93 gravures (Les villes d’ art celebres)», Paris, 1929, του Roger Peyre”. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση δεν χρειά­στη­κε έ­ρευ­να. Την α­πο­ρία την α­πά­ντη­σε η αλ­λη­λο­γρα­φία Κα­βά­φη-Φόρ­στε­ρ, που εκ­δό­θη­κε πρό­σφα­τα. Το βι­βλίο το εί­χε στεί­λει ο Φόρ­στερ. Ο λό­γος ή­ταν η ε­πι­γρα­φή σε μια σαρ­κο­φά­γο, που θύ­μι­σε στον ί­διο και τον Γάλ­λο με­τα­φρα­στή Charles Mauron ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη. Ο με­τα­φρα­στής της αλ­λη­λο­γρα­φίας, Peter Jeffreys, πα­ρα­θέ­τει σε υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση τη με­τα­γρα­φή της λα­τι­νι­κής ε­πι­γρα­φής, ό­πως δί­νε­ται στο βι­βλίο, και τη με­τά­φρα­σή της μέ­σω της γαλ­λι­κής του βι­βλίου. Ωστό­σο, ο Φόρ­στερ στην ε­πι­στο­λή του πα­ρα­τη­ρεί: “δεν νο­μί­ζω ό­τι έ­χει με­τα­γρα­φεί σω­στά, και η με­τά­φρα­ση εί­ναι με βε­βαιό­τη­τα ε­σφαλ­μέ­νη”. Ο με­τα­φρα­στής πα­ρα­κά­μπτει την πα­ρα­τή­ρη­ση, χω­ρίς σχο­λια­σμό. Η Κα­ρα­μπί­νη α­να­φέ­ρει το πε­ριε­χό­με­νο της ε­πι­στο­λής του Φόρ­στερ και την εν λό­γω πα­ρα­τή­ρη­ση, χω­ρίς πε­ραι­τέ­ρω διευ­κρί­νι­ση. Σχο­λιά­ζει μό­νο ό­τι η ε­πι­γρα­φή της εί­χε θυ­μί­σει το ποίη­μα «Εν τω μη­νί Αθύρ» του Κα­βά­φη. Σκέ­φτη­κε πως το ε­μπνεύ­στη­κε α­πό το βι­βλίο, αλ­λά σκό­ντα­ψε στις χρο­νο­λο­γίες. Το ποίη­μα γρά­φτη­κε το 1917 και το βι­βλίο εκ­δό­θη­κε το 1929.  Λη­σμό­νη­σε πως ο Κα­βά­φης ζού­σε στη χώ­ρα με τις μνη­μειώ­δεις ε­νε­πί­γρα­φες σαρ­κο­φά­γους, φτιαγ­μέ­νες αιώ­νες πριν α­πό ε­κεί­νες της Προ­βη­γκίας. 
Σχε­τι­κά με την ε­πι­γρα­φή, μέ­νει η α­πο­ρία κα­τά πό­σο εί­χε δί­κιο ο Φόρ­στερ. Σύμ­φω­να με πρό­σφα­τη α­πο­κα­τά­στα­ση της σαρ­κο­φά­γου, πράγ­μα­τι στη με­τα­γρα­φή της λα­τι­νι­κής ε­πι­γρα­φής υ­πάρ­χουν λά­θη, ση­μα­ντι­κό­τε­ρα στους τρεις πρώ­τους στί­χους. Σε αυ­τούς, ο ε­πι­γρα­φο­ποιός στη­ρί­ζε­ται στην ά­πο­ψη του Βερ­γί­λιου, α­πό το τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο των «Γεωρ­γι­κών», το πε­ρί με­λισ­σών, πως αυ­τές τρέ­φο­νται α­πό τα νε­κρά σώ­μα­τα.  Η με­τά­φρα­ση της διορ­θω­μέ­νης με­τα­γρα­φής εί­ναι: “Εσύ που γνω­ρί­ζεις γράμ­μα­τα, διά­βα­σε τη συμ­φο­ρά και μά­θε τον ο­δυρ­μό μας / Πολ­λοί α­πο­κα­λούν αυ­τό μια σαρ­κο­φά­γο που πε­ριέ­χει ο­στά / Αλλά αυ­τό έ­χει γί­νει κα­τοι­κία α­νίε­ρων με­λισ­σών...” Κα­τά τα άλ­λα, η με­λε­τή­τρια σχο­λιά­ζει τη σχέ­ση Κα­βά­φη-Έλιο­τ, το­νί­ζο­ντας το πό­σο βοή­θη­σε ο Φόρ­στερ και ό­τι “η δια­φω­νία του με τον Έλιοτ εί­χε δυ­σμε­νείς ε­πι­πτώ­σεις στη διά­δο­ση της κα­βα­φι­κής ποίη­σης”. Στη βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση της Αλλη­λο­γρα­φίας («Η Επο­χή», 30.6.2013), δεί­χνα­με πως πα­ρό­μοια συ­μπε­ρά­σμα­τα ε­λά­χι­στα ευ­στα­θούν.
Όπως και να έ­χει, α­πό τους Κυ­νι­κούς και τον Βερ­γί­λιο ό­λο και α­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε. Όπως α­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε και α­πό την ε­πο­χή του Πα­πα­δια­μά­ντη και του Κα­βά­φη. Ενδει­κτι­κό έ­να α­κό­μη πα­ρά­δειγ­μα α­πό τις α­πο­ρίες της Κα­ρα­μπί­νη: “Ακό­μα δεν μπο­ρού­με να βρού­με μια πει­στι­κή ε­ξή­γη­ση για­τί χρεια­ζό­ταν ο Κα­βά­φης τα βι­βλία ε­νός ξε­χα­σμέ­νου σή­με­ρα θε­α­τρι­κού συγ­γρα­φέα, του Arthur W. Pinero, που πιά­νουν έ­να ρά­φι της βι­βλιο­θή­κης.” Μια πρώ­τη α­πά­ντη­ση έ­δω­σε η Βελ­γί­δα κα­θη­γή­τρια του Πα­νε­πι­στη­μίου της Φλώ­ρι­δας Gonda van Steen, σε α­να­κοί­νω­σή της, με τίτ­λο «Cavafy the dramatist», στο Συ­μπό­σιο, που διορ­γα­νώ­θη­κε στο Georgia State University, στις 28-29 Οκτ. Στη­ρι­ζό­με­νη σε πέ­ντε ποιή­μα­τα “του κα­νό­να”, α­πο­φάν­θη­κε ό­τι η ε­πί­δρα­ση του Πι­νέ­ρο στην κα­βα­φι­κή ποίη­ση υ­πήρ­ξε ση­μα­ντι­κή. Ίσως έ­τσι να δι­καιο­λο­γού­νται οι 14 τό­μοι Πι­νέ­ρο της Βι­βλιο­θή­κης του. Να θυ­μί­σου­με, πά­ντως, ό­τι ο Πι­νέ­ρο ξε­κί­νη­σε ως η­θο­ποιός και συγγραφέας στο Λί­βερ­πουλ και το Λον­δί­νο, την ε­πο­χή που ε­κεί κα­τοι­κού­σαν ο Κα­βά­φης και η μη­τέ­ρα του. Της Χα­ρί­κλειας Κα­βά­φη  της ά­ρε­σε το θέ­α­τρο. Για­τί ό­χι, τα δρά­μα­τα και οι κω­μω­δίες του Πι­νέ­ρο, που φη­μί­ζο­νταν για τις ι­σχυ­ρές προ­σω­πι­κό­τη­τες των η­ρωί­δων, με τίτ­λους ό­πως «The notorious Mrs Ebbsmith» ή «The Schoolmistress».
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/12/2013.