Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Η Πόλη μιας Πολίτισσας

Ιώ Τσο­κώ­να
«Το Πέ­ρα των Ελλή­νω­ν
Στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη 
του χθες και του σή­με­ρα»
Εκδό­σεις Με­ταίχ­μιο
Απρί­λιος 2014

Ακό­μη σή­με­ρα, η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη μας α­πα­σχο­λεί. Όχι σαν μία ση­μα­ντι­κή πό­λη του σύγ­χρο­νου κό­σμου, η με­γα­λύ­τε­ρη της γεί­το­νος χώ­ρας, ού­τε σαν έ­νας ε­πί­λε­κτος τα­ξι­διω­τι­κός προο­ρι­σμός. Αλλά σαν να πρό­κει­ται για μία δι­κή μας πό­λη. Δεν μας εν­δια­φέ­ρει ό­πως το Πα­ρί­σι ή το Λον­δί­νο, ού­τε, ό­μως, με τον τρό­πο της Αλε­ξάν­δρειας ή με ε­κεί­νον της “χα­μέ­νης πα­τρί­δας”, σαν την Σμύρ­νη. Θα λέ­γα­με πως μας α­πα­σχο­λεί ό­πως η Θεσ­σα­λο­νί­κη. Του­λά­χι­στον αυ­τό το συ­μπέ­ρα­σμα προ­κύ­πτει α­πό τον α­ριθ­μό των βι­βλίων γύ­ρω α­πό αυ­τήν, που εκ­δί­δο­νται τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Κι αυ­τό, πα­ρό­λο που ό­λοι οι μύ­θοι της έ­χουν, προ πολ­λού, ξε­φτί­σει. Από την χι­λιό­χρο­νη πρω­τεύου­σα του Βυ­ζα­ντίου α­πο­μέ­νουν κά­ποιες σχε­δόν πα­ρα­μυ­θι­κές ο­νο­μα­σίες, ό­πως Βα­σι­λεύου­σα, Θε­ο­φρού­ρη­τος, Βα­σι­λί­δα των πό­λεων. Μα­ζί έ­χουν χα­θεί και οι θρύ­λοι της, ού­τε στα παι­δι­κά βι­βλία δεν δια­σώ­ζο­νται ί­χνη τους. “Χρω­μα­τι­σμέ­νους ζε­στά α­πό τα μη­τρι­κά χεί­λη” εί­χαν α­κού­σει οι άν­θρω­ποι της η­λι­κίας του Άγγε­λου Τερ­ζά­κη για τα ε­φτά μι­σο­τη­γα­νι­σμέ­να ψά­ρια στο Μπα­λου­κλί και για την βου­λιαγ­μέ­νη στη θά­λασ­σα του Μαρ­μα­ρά ά­για Τρά­πε­ζα της Αγια-Σο­φιάς. Με δε­σπό­ζο­ντα, τον θρύ­λο για τον μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιά. 
Μέ­σα στους αιώ­νες, η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη αλ­λά­ζει ο­νο­μα­σίες. Βυ­ζα­ντίς, Augusta Antonioni, Nova Roma, Με­γα­λό­πο­λις και Επτά­λο­φος, η ε­πί σχε­δόν εν­νια­κό­σια χρό­νια πρω­τεύου­σα του Βυ­ζα­ντίου, “το καύ­χη­μα των ζώ­ντων υ­πό την  του η­λίου α­να­το­λή­ν”, που έ­πε­σε την 29η Μαΐου 1453, “την τε­λευ­ταία μέ­ρα του κό­σμου για την χρι­στια­νι­κή Δύ­ση”. Η Πό­λη, με το κε­φα­λαίο πι, χω­ρίς έ­τε­ρο προσ­διο­ρι­στι­κό. Κέ­ντρο του κό­σμου πα­ρέ­μει­νε και για τους νέ­ους δι­καιού­χους της, που ε­ξά­λει­ψαν το ό­νο­μα Κων­στα­ντι­νού­πο­λη α­πό τον χάρ­τη, ο­νο­μα­το­ποιώ­ντας στη θέ­ση του τη φρά­ση “εις την Πό­λι­ν”, τουρ­κι­στί Ισταν­μπούλ. Όσο για τους έκ­πτω­τους νο­μείς της, η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη στά­θη­κε η κε­ντρο­μό­λος, έ­στω και α­νο­μο­λό­γη­τα, ψυ­χή της Με­γά­λης Ιδέ­ας για τα κο­ντά 80 χρό­νια, που αυ­τή τους να­νού­ρι­σε. Από την 14η Ιαν. 1844, που ο Ιωάν­νης Κω­λέτ­της σο­φί­στη­κε και εκ­στό­μι­σε α­πό τα έ­δρα­να της Βου­λής αυ­τήν την η­χη­ρή αλ­λά και κρυ­πτι­κή έκ­φρα­ση, μέ­χρι την Κα­τα­στρο­φή του 1922. “Γεν­νη­θή­κα­με κά­τω α­πό τον α­στε­ρι­σμό της Με­γά­λης Ιδέ­ας και ζή­σα­με την Κα­τα­στρο­φή πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν τα­πεί­νω­ση”, έ­γρα­φαν ε­κεί­νοι της γε­νιάς του ’30. 
Οι πα­λαιό­τε­ροι, της γε­νιάς του 1880, ό­ταν για πρώ­τη φο­ρά “πα­τούν τη Στα­μπού­λ”, ό­πως ο Ανδρέ­ας Καρ­κα­βί­τσας, τη Δευ­τέ­ρα, 4 του Γε­νά­ρη 1893, θλί­βο­νται, που τη θέ­ση του α­να­στη­λω­μέ­νου α­πό τον Μέ­γα Κων­στα­ντί­νο Σταυ­ρού τον έ­χει πά­λι πά­ρει το μι­σο­φέγ­γα­ρο. “Και ποιος η­ξέ­ρει για πό­σον και­ρόν α­κό­μη”, α­να­ρω­τιό­ταν. Πα­τριώ­της, συ­νε­παρ­μέ­νος με το ό­ρα­μα της Με­γά­λης Ιδέ­ας, εί­ναι σί­γου­ρος ό­τι θα συμ­βεί κά­πο­τε. Ο Καρ­κα­βί­τσας έρ­χε­ται προ­σκυ­νη­τής πε­ρα­στι­κός στην Πό­λη, δεν γνω­ρί­ζει την ελ­λη­νι­κή κοι­νό­τη­τα της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, ού­τε στρέ­φει σε αυ­τήν τις προ­σμο­νές του. Αντι­θέ­τως, ο Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­της Σταύ­ρος Βου­τυ­ράς, 24 χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρός του, κι αυ­τός θερ­μός πα­τριώ­της, μπο­ρεί να μην ντύ­νε­ται στο χα­κί αλ­λά πο­λε­μά­ει σε έ­να ε­ξί­σου δύ­σκο­λο με­τε­ρί­ζι, ό­πως θα έ­λε­γαν οι ση­με­ρι­νοί δια­νοού­με­νοι που δια­σκε­δά­ζουν με ε­κεί­νους τους γρα­φι­κούς πα­τριώ­τες. Ο Βου­τυ­ράς εκ­δί­δει την ε­φη­με­ρί­δα, ο «Νε­ο­λό­γος». Ίσως, “το πιο εκ­φρα­στι­κό δη­μο­σιο­γρα­φι­κό όρ­γα­νο των Ελλή­νων της Πό­λης στο δεύ­τε­ρο μι­σό του 19ου”, ό­ταν θάλ­λει η Με­γά­λη Ιδέα. Αυ­τό, σύμ­φω­να με τον ι­στο­ρι­κό Κων­στα­ντί­νο Σβο­λό­που­λο, που δί­νει στην ελ­λη­νι­κή κοι­νό­τη­τα “την πρω­το­πο­ρία στα γράμ­μα­τα και τις ε­πι­στή­μες υ­πό την ο­θω­μα­νι­κή αυ­το­κρα­το­ρία”. “Κο­λυμ­βή­θρα δια την α­να­γέν­νη­σιν της Ανα­το­λής” α­πο­κα­λεί ο Βου­τυ­ράς στην ε­φη­με­ρί­δα του, εν έ­τει 1873, τους Ρω­μιούς της Πό­λης.
Ο Καρ­κα­βί­τσας και ο Βου­τυ­ράς πέ­θα­ναν και οι δυο σε κα­κή κα­τά­στα­ση, α­πό φυ­μα­τίω­ση του λά­ρυγ­γα ο πρώ­τος, τυ­φλός και πάμ­φτω­χος ο δεύ­τε­ρος. Μό­λις που πρό­λα­βαν να μά­θουν τα κα­κά μα­ντά­τα, το α­νε­πί­τευ­κτο της Με­γά­λης Ιδέ­ας. Ο Σταύ­ρος Βου­τυ­ράς, τον ο­ποίο έ­χου­με αρ­κε­τές φο­ρές μνη­μο­νεύ­σει, στά­θη­κε η α­φορ­μή να ξε­χω­ρί­σου­με έ­να α­πό τα και­νού­ρια βι­βλία για την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Θα πρέ­πει να ο­μο­λο­γή­σου­με πως η πα­ρα­πο­μπή της συγ­γρα­φέως σε σχε­τι­κό κεί­με­νό μας κο­λά­κε­ψε την λαν­θά­νου­σα φι­λαυ­τία μας. Ασχέ­τως αν μας στε­νο­χώ­ρη­σε, κα­θώς μας α­να­φέ­ρει ως α­νή­κο­ντες στο πρώ­το φύλ­λο. Από­λυ­τα δι­καιο­λο­γη­μέ­νη, με το αρ­χί­γραμ­μα του μι­κρού ο­νό­μα­τος, που έ­χου­με ε­πι­λέ­ξει ως υ­πο­γρα­φή, α­πό το φό­βο πως τα δι­σύλ­λα­βα  θη­λυ­κά υ­πο­κο­ρι­στι­κά στε­ρού­νται σο­βα­ρό­τη­τας. Όπως και να έ­χει, πρό­κει­ται για το πρώ­το βι­βλίο της Ιούς Τσο­κώ­να, το πιο πρό­σφα­το σε μία σει­ρά α­πό εν­δια­φέ­ρο­ντα βι­βλία συγ­γρα­φέων ποι­κί­λης προέ­λευ­σης, η­λι­κίας και ά­ρα, προο­πτι­κής. 
Επι­λε­κτι­κά, θα μπο­ρού­σα­με να α­να­φέ­ρου­με το φι­λό­δο­ξο ο­δοι­πο­ρι­κό του Αλέ­ξαν­δρου Μασ­σα­βέ­τα στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, “την Πό­λη των Από­ντω­ν”, που ση­μαί­νει ό­λων των “Άλλω­ν”, του­τέ­στιν Ελλή­νων, Λε­βα­ντί­νων, Εβραίων, Αρμε­νίων, Ρώ­σων. Το βι­βλίο α­πέ­σπα­σε το Βρα­βείο Χρο­νι­κού-Μαρ­τυ­ρίας για την εκ­δο­τι­κή σο­δειά του 2011. Επί­σης, το πα­λαιό­τε­ρο α­στυ­νο­μι­κό του Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τη Πέ­τρου Μάρ­κα­ρη, «Πα­λιά, πο­λύ πα­λιά», που, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στην γε­νέ­τει­ρά του. Την ί­δια χρο­νιά, το 2008, εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει και το μυ­θι­στό­ρη­μα του Γιάν­νη Ξαν­θού­λη, αυ­τός γεν­νη­μέ­νος στην Αλε­ξαν­δρού­πο­λη με κα­τα­γω­γή α­πό την Ανα­το­λι­κή Θρά­κη, «Κων­στα­ντι­νού­πο­λη των α­σε­βών μου πό­θων». Το 2012, εκ­δό­θη­καν δυο α­κό­μη εν­δια­φέ­ρο­ντα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Το με­τα­μο­ντέρ­νας σύλ­λη­ψης, «Από­πει­ρα συ­νά­ντη­σης», της Ισμή­νης Κα­ρυω­τά­κη, που πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη αλ­λά μνη­μο­νεύει μό­νο την Ισταν­μπού­λ, και το βρα­βευ­μέ­νο μπέ­στ σέ­λερ του Θω­μά Κο­ρο­βί­νη, το «’55». Όπως δη­λώ­νει ο τίτ­λος, ε­στιά­ζει στον Σε­πτέμ­βριο του 1955, ό­ταν οι Τούρ­κοι ε­ξα­πέ­λυ­σαν το με­γά­λο πο­γκρόμ ε­να­ντίον ό­σων Ρω­μιών α­πέ­με­ναν. 
Τέ­λος, πέ­ρυ­σι, εκ­δό­θη­κε το αυτοβιο­γρα­φι­κό, «Η πό­λη που γεν­νή­θη­κα. Ισταν­μπούλ 1926-1946», του Μά­ριο Βίτ­τι. Αυ­τός εί­ναι α­πό Ιτα­λό πα­τέ­ρα και Ρω­μιά μη­τέ­ρα, “με ση­μα­ντι­κούς Φα­να­ριώ­τες προ­γό­νους α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας της και κα­λο­στε­κού­με­νους Καπ­πα­δό­κες α­πό την πλευ­ρά του πα­τέ­ρα της”. Τα πρώ­τα εί­κο­σι χρό­νια της ζωής του στην Πό­λη τα έ­ζη­σε στο Πέ­ραν ή και Πέ­ρα, τουρ­κι­στί Μπέ­γιο­γλου. Πε­ριο­χή, που άρ­χι­σε να παίρ­νει αυ­το­δύ­να­μη υ­πό­στα­ση με­τά την Άλω­ση, με την ε­γκα­τά­στα­ση σε αυ­τήν των ευ­ρω­παϊκών πρε­σβειών. Εκεί έ­ζη­σε τα α­ντί­στοι­χα πρώ­τα δέ­κα ε­πτά χρό­νια της ζωής του ο Γιώρ­γος Θε­ο­το­κάς, γι’ αυ­τό και στο μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Ο Λεω­νής», πε­ρι­γρά­φει με τό­ση ζω­ντά­νια τον δη­μο­τι­κό κή­πο του Τα­ξι­μιού. Και α­κό­μη πα­λαιό­τε­ρα, τον 19ο αι., ε­κεί βρέ­θη­κε στα δε­κα­τέσ­σε­ρά του ο Ευ­ρυ­τά­νας Δη­μή­τριος Πα­πα­δό­που­λος, αρ­χι­κά ως μα­θη­τής και έ­μει­νε κο­ντά τριά­ντα χρό­νια. Το μυ­θι­στό­ρη­μά του, α­πό τα πρώ­τα μπέ­στ σέ­λερ της δε­κα­ε­τίας του 1920, «Η Ωραία του Πέ­ραν», που ε­ξέ­δω­σε με το ψευ­δώ­νυ­μο Τυμ­φρη­στός, συ­ναρ­πά­ζει τις ρο­μα­ντι­κές ψυ­χές με τον τρα­γι­κό έ­ρω­τα της ω­ραίας Ερμιό­νης για τον φτω­χό Αι­μί­λιο, αλ­λά και με τα ει­δυλ­λια­κά το­πία μέ­σα στα ο­ποία ε­κτυ­λίσ­σε­ται. 
Αυ­τό «Το Πέ­ρα των Ελλή­νων» πα­ρου­σιά­ζει η Τσο­κώ­να, ό­πως το έ­ζη­σε αυ­τή τα δέ­κα ο­κτώ πρώ­τα χρό­νια της ζωής της. 80 χρό­νια με­τά τον Τυμ­φρη­στό, 60 με­τά τον Θε­ο­το­κά και κο­ντά 40 με­τά τον Βίτ­τι, κα­θό­σον γεν­νη­μέ­νη το 1964. Ο Κο­ρο­βί­νης γρά­φει τον πρό­λο­γο στο βι­βλίο της με την οι­κειό­τη­τα του οι­κο­γε­νεια­κού φί­λου. Θεσ­σα­λο­νι­κιός αυ­τός, φι­λό­λο­γος στη Μέ­ση Εκπαί­δευ­ση, δί­δα­ξε κο­ντά μία δε­κα­ε­τία, α­πό το 1988 μέ­χρι το 1996, στο Ζάπ­πειο και το Κε­ντρι­κό Παρ­θε­να­γω­γείο της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης. Στον πρό­λο­γό του α­να­φέ­ρει δυο άλ­λα μέ­λη της οι­κο­γέ­νειας, τη μη­τέ­ρα της συγ­γρα­φέως Ολυ­μπία, διευ­θύ­ντρια της Αστι­κής Σχο­λής Κο­ντο­σκα­λίου, και τον α­δελ­φό της, Αρι­στο­τέ­λη, σή­με­ρα κα­θη­γη­τή του Ζω­γρα­φείου, με συγ­γρα­φι­κή δρά­ση. Και τα δυο α­δέλ­φια μας εί­ναι γνω­στά α­πό τα δη­μο­σιεύ­μα­τά τους στο πε­ριο­δι­κό «Κιν­στέρ­να». Στο βι­βλίο, υ­πάρ­χει ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Ο “Άρης” και η “Ιώ”», σε α­νω­φε­ρή τα ο­νό­μα­τα, κα­θώς γί­νε­ται λό­γος για την προέ­λευ­σή τους. Με πλά­γιο τρό­πο, η συγ­γρα­φέ­ας διαν­θί­ζει τις α­να­μνή­σεις της με μύ­θους και ι­στο­ρι­κά στοι­χεία. Στο πρώ­το κε­φά­λαιο, συ­στή­νε­ται ως κό­ρη δα­σκά­λων, α­φιε­ρώ­νο­ντας το βι­βλίο στον πα­τέ­ρα της. Λη­σμο­νεί να α­να­φέ­ρει το ό­νο­μά του, τον ζω­ντα­νεύει ό­μως ως δά­σκα­λο στα Τα­ταύ­λα. Ενώ, σε έ­να άλ­λο κε­φά­λαιο, δί­νει το λι­γό­τε­ρο γνω­στό ι­στο­ρι­κό του σχο­λείου της μη­τέ­ρας της, ό­που φοί­τη­σε και η ί­δια. Η α­φή­γη­ση ξε­τυ­λί­γε­ται με χρο­νο­λο­γι­κή τά­ξη, δια­τη­ρώ­ντας έ­ναν α­νά­λα­φρα ευ­φρό­συ­νο τό­νο. Όλα συμ­βαί­νουν μέ­σα σε μία α­γα­πη­μέ­νη οι­κο­γέ­νεια και σε μία ευη­με­ρού­σα κοι­νό­τη­τα. Τα δυ­σά­ρε­στα, ω­στό­σο, δεν μέ­νουν στα πα­ρα­λει­πό­με­να. Ανα­φέ­ρο­νται στις ε­πι­μέ­ρους ι­στο­ρι­κές α­να­δρο­μές, με τον εν­δει­κνυό­με­νο για έ­να πα­ρό­μοιο βι­βλίο τρό­πο· α­κρι­βόλογα και χωρίς δραματικούς τόνους. Τα Σε­πτεμ­βρια­νά, οι α­πε­λά­σεις του ’64, με­τά τις τα­ρα­χές με­τα­ξύ Ελλη­νο­κυ­πρίων και Τουρ­κο­κυ­πρίων, και πά­λι το ’74. 
Η ι­στο­ρία της Τσο­κώ­να  ξε­κι­νά α­πό το Φα­νά­ρι ό­που γεν­νή­θη­κε, το Πα­τριαρ­χείο ό­που βα­φτί­στη­κε και τη Με­γά­λη του Γέ­νους Σχο­λή, ό­που ή­ταν μα­θη­τής ο α­δελ­φός της. Στο Φα­νά­ρι ή­ταν το σπί­τι των γο­νιών της μη­τέ­ρας της, που την κα­κό­μα­θαν μεν με τα χά­δια τους, ό­πως γρά­φει, αλ­λά  έ­πλα­σαν με τις ι­στο­ρίες τους μία Ελλη­νί­δα γνη­σιό­τε­ρη α­πό τις συ­νο­μή­λι­κές της Ελλα­δί­τισ­σες. Όταν αυ­τό το ξύ­λι­νο σπί­τι, πλάι στο Με­τό­χι του Αγίου Τά­φου, κά­η­κε, η μι­κρή Ιώ πα­ρα­θέ­ρι­ζε στην Πρώ­τη, στα Πρι­γκη­πό­νη­σα. Την ι­στο­ρία του και τη φρί­κη της φω­τιάς την πε­ρι­γρά­φει ο α­δελ­φός της σε βι­βλίο του. Οι δι­κές της α­να­μνή­σεις γί­νο­νται πιο ζωη­ρές με την ε­γκα­τά­στα­ση της οι­κο­γέ­νειας στο δια­μέ­ρι­σμα του Τζι­χαν­γκί­ρ, προά­στιου του Πέ­ρα. Αυ­τή ή­ταν η πρώ­τη γει­το­νιά και του Μασ­σα­βέ­τα, ο­πό­τε οι πε­ρι­γρα­φές των δυο συγ­γρα­φέων για τις πο­λυ­κα­τοι­κίες και τις γει­το­νιές τους βαί­νουν πα­ρα­λή­λως. Κε­ντρι­κό ση­μείο και στις δυο α­φη­γή­σεις εί­ναι ο Ίσιος ή Με­γά­λος Δρό­μος του Πέ­ρα. Από τα πρώ­τα ι­δρύ­μα­τα που πα­ρου­σιά­ζει η συγ­γρα­φέ­ας εί­ναι το Ζω­γρά­φειο, που λει­τουρ­γεί μέ­χρι σή­με­ρα έ­στω και με 40 μα­θη­τές. Ακο­λου­θούν το Ζάπ­πειο, που ή­ταν το σχο­λείο της και τα υ­πό­λοι­πα σχο­λεία του Πέ­ρα. Ως κα­τα­κλεί­δα, πε­ρι­γρά­φει την α­γα­πη­μέ­νη της Πρώ­τη, το νη­σί τους. Στις παι­δι­κές α­να­μνή­σεις, α­να­μι­γνύο­νται ι­στο­ρι­κές πλη­ρο­φο­ρίες, ό­πως ε­κεί­νο το με­γά­λο λευ­κό κιο­νό­κρα­νο στην α­λά­να έ­ξω α­πό την Παι­δό­πο­λη ή το νη­σί ως τό­πος ε­ξο­ρίας τα βυ­ζα­ντι­νά χρό­νια.  
Η Τσο­κώ­να, α­φού ο­λο­κλη­ρώ­νει, σε έ­να πρώ­το μέ­ρος του βι­βλίου, τις α­να­μνή­σεις των παι­δι­κών και ε­φη­βι­κών χρό­νων, α­πο­πει­ρά­ται μία συ­στη­μα­τι­κή πα­ρου­σία­ση “του Πέ­ρα των Ελλή­νω­ν”, κρα­τώ­ντας έ­τσι στο α­κέ­ραιο την υ­πό­σχε­ση του τίτ­λου. Με πλη­ρό­τη­τα, αλ­λά χω­ρίς κα­τα­γρα­φι­κό φι­λο­λο­γι­σμό, πα­ρου­σιά­ζει συ­στη­μα­τι­κά α­ξιο­θέ­α­τα και Ιδρύ­μα­τα. Εί­ναι πο­λύ­τι­μη αυ­τή η πε­ρι­γρα­φή, για­τί τις λε­πτο­μέ­ρειες που έ­χει συ­γκρα­τή­σει η μνή­μη, ο ε­ρευ­νη­τής δεν τις ε­ντο­πί­ζει, ό­σο κι αν κο­πιά­σει. Με­τα­φρά­στρια σή­με­ρα α­πό τα ελ­λη­νι­κά στα τουρ­κι­κά, πλου­τί­ζει πε­ραι­τέ­ρω την α­φή­γη­σή της. Δί­νει το προ­βά­δι­σμα στα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά έρ­γα και τις αί­θου­σες, χά­ρις στην “μα­νιώ­δη σι­νε­φί­λ” μη­τέ­ρα, α­κο­λου­θούν έ­να ε­κτε­νές κε­φά­λαιο για τις εκ­κλη­σίες και μι­κρό­τε­ρα, για τα προ­ξε­νεία και τα θέ­α­τρα, αυ­τά χά­ρις και στον θε­α­τρό­φι­λο πα­τέ­ρα. Ιδιαί­τε­ρα κε­φά­λαια α­φιε­ρώ­νο­νται στα α­ξιο­θέ­α­τα, την πλα­τεία Τα­ξί­μ, το κο­σμο­πο­λί­τι­κο Σταυ­ρο­δρό­μι και τον Γα­λα­τά. Η συγ­γρα­φέ­ας δεν λη­σμο­νεί να α­να­φερ­θεί στον ελ­λη­νι­κό Τύ­πο, κα­θώς και σε ο­ρι­σμέ­νες προ­σω­πι­κό­τη­τες του Πέ­ρα, αλ­λά και σε κά­ποιους γρα­φι­κούς τύ­πους.
Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον έ­χει η α­να­φο­ρά της στην ό­γδοη Τέ­χνη, τη φω­το­γρα­φία. Κα­τά μία εκ­δο­χή, ε­πει­δή η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη δεν εί­χε πολ­λούς ντό­πιους ζω­γρά­φους, πλή­θυ­ναν οι φω­το­γρά­φοι. Από το 1850 και ύ­στε­ρα, στον Ίσιο Δρό­μο α­νοί­γουν φω­το­γρα­φεία. Πρώ­τος ο Βα­σι­λά­κης Καρ­γό­που­λος, μετά ο γιος του Κων­στα­ντί­νος, αλ­λά κυ­ρίως, ο Αχιλ­λέ­ας Σα­μα­ντζής και ο γα­μπρός του Ευ­γέ­νιος Δα­λέ­ζιος, τους ο­ποίους πρω­το­γνω­ρί­σα­με πέ­ρυ­σι με την έκ­θε­ση των φω­το­γρα­φιών τους στην Αγιο­ρεί­τι­κη Εστία της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Η πα­ρου­σία­ση α­πό την Τσο­κώ­να του Σα­μα­ντζή συ­νι­στά μία μο­να­δι­κή μαρ­τυ­ρία γι’ αυ­τόν τον ε­ρα­σι­τέ­χνη φω­το­γρά­φο, “α­στό, πο­λύ­γλωσ­σο και κο­σμο­πο­λί­τη”. Το 1936 ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Αθή­να, ό­που και πέ­θα­νε το 1942, τυ­φλός και σε κα­κή οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση, ό­πως ο Βου­τυ­ράς. Αυ­τός δέ­κα χρό­νια νεό­τε­ρος, στα 72. Το βι­βλίο ει­κο­νο­γρα­φεί­ται  με 30 α­πό τις συ­νο­λι­κά 120 φω­το­γρα­φίες που τρά­βη­ξε ε­πί τού­του ο φί­λος της συγγραφέως, φω­το­γρά­φος Σα­μί Σολ­μάζ.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 13/7/2014.

Τα ποιητικά της Πολυδούρη

Μα­ρία Πο­λυ­δού­ρη
«Τα ποιή­μα­τα»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια –ε­πί­με­τρο 
Χρι­στί­να Ντου­νιά
Εκδό­σεις Εστίας
Φε­βρουά­ριος 2014

Την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία, η πε­ρί­πτω­ση της Χρι­στί­νας Ντου­νιά ως με­λε­τή­τριας της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, χά­ρις στις θε­μα­τι­κές με­τα­το­πί­σεις που α­πο­τολ­μά, πα­ρό­τι πα­ρα­μέ­νει στην ί­δια πά­ντο­τε χρο­νι­κή πε­ρίο­δο. Τις εκ­πλή­ξεις των πρό­σφα­των βι­βλίων της δεν τις προ­μή­νυε η α­κα­δη­μαϊκή της πο­ρεία, που θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν τυ­πι­κή. Θέ­μα της δια­τρι­βής της, που εκ­δό­θη­κε το 1996, ή­ταν “τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά της α­ρι­στε­ράς στο Με­σο­πό­λε­μο”. Το 2000,  μία δεύ­τε­ρη με­λέ­τη για την πρόσ­λη­ψη του έρ­γου του Κα­ρυω­τά­κη α­πέ­σπα­σε βρα­βείο δο­κι­μίου. Στη συ­νέ­χεια, στρά­φη­κε σε πα­ρα­γκω­νι­σμέ­νους συγ­γρα­φείς, με κοι­νό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, το ε­κρη­κτι­κό τους τα­μπε­ρα­μέ­ντο και τις αι­ρε­τι­κές τους ε­πι­λο­γές, που προ­κά­λε­σαν θό­ρυ­βο στην ε­πο­χή τους. Όπως θό­ρυ­βο στον Τύ­πο του 21ου, προ­κα­λούν τα βι­βλία που τους α­φιε­ρώ­νει η Ντου­νιά. Η υ­πο­δο­χή εί­ναι το ί­διο θερ­μή, με ε­κεί­νη που ε­πι­φυ­λάσ­σε­ται σε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα στρε­φό­με­να γύ­ρω α­πό αμ­φι­λε­γό­με­να ι­στο­ρι­κά θέ­μα­τα και πρό­σω­πα. Και τα μεν και τα δε α­ντα­πο­κρί­νο­νται στην τρέ­χου­σα διά­θε­ση α­να­σκευής της Ιστο­ρίας. Την ε­πι­τυ­χία που η Ντου­νιά δεν γνώ­ρι­σε ως πε­ζο­γρά­φος («Βρέ­χει σ’ αυ­τό το ό­νει­ρο», 1998), την α­πο­λαμ­βά­νει ως με­λε­τή­τρια. Κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο παί­ζει η χρο­νι­κή πε­ρίο­δος που έ­χει ε­πι­λέ­ξει· η δε­κα­ε­τία του ’20, με “τον χα­μη­λό­φω­νο λυ­ρι­σμό των ποιη­τών της και την α­ντι­κομ­φορ­μι­στι­κή στά­ση τους α­πέ­να­ντι στη ζωή”, ό­πως η ί­δια συ­νο­ψί­ζει. Συμ­βάλ­λει, ό­μως, και ο τρό­πος που χει­ρί­ζε­ται τα πρό­σω­πα, λί­γο σαν Ρο­μπέν των Δα­σών, υ­πε­ρα­σπι­στής των α­δυ­νά­των.
Αρχι­κά, την α­πα­σχό­λη­σε η ι­διό­τυ­πη πε­ρί­πτω­ση του Νί­κου Βέλ­μου και του πε­ριο­δι­κού του. Με­τά, Νοέ. 2005, προ­κά­λε­σε σά­λο, συ­γκρι­νό­με­νο σε το­πι­κό ε­πί­πε­δο με ε­κεί­νον της πρό­σφα­της ται­νίας «Η ζωή της Αντέλ», ε­πα­νεκ­δί­δο­ντας το μυ­θι­στό­ρη­μα «Η ε­ρω­μέ­νη της» της Ντό­ρας Ρω­ζέτ­τη. Ο σχο­λια­σμός της καλ­λιέρ­γη­σε την προ­σμο­νή πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Ρω­ζέτ­τη να κρύ­βε­ται μία γνω­στή συγ­γρα­φέ­ας, ό­πως η Μέλ­πω Αξιώ­τη ή η Έλλη Πα­πα­δη­μη­τρίου. Μέ­χρι βρα­διά διορ­γα­νώ­θη­κε, με ε­ξέ­χο­ντες ο­μι­λη­τές, γι’ αυ­τό το λε­σβια­κό “ρο­μά­ντζο”, που η δη­μο­σιο­γρα­φι­κή υ­περ­βο­λή το ή­θε­λε να διεκ­δι­κεί θέ­ση στην ο­μό­λο­γη ευ­ρω­παϊκή λο­γο­τε­χνία. Όταν η Ελέ­νη Μπα­κο­πού­λου, γνω­στή α­πό τη δε­κα­ε­τία του 1970 με την α­γω­νι­στι­κή της πα­ρου­σία στο φε­μι­νι­στι­κό κί­νη­μα, α­πο­κά­λυ­ψε πως δεν πρό­κει­ται για κά­ποια γνω­στή συγ­γρα­φέα, ο Τύ­πος το α­ντι­πα­ρήλ­θε, ό­πως α­ντι­πα­ρήλ­θε και την με­τα­θα­νά­τια έκ­δο­ση του βι­βλίου της, το 2012.

Δί­το­μα Άπα­ντα

Στη διε­τία 2009-2010, η Ντου­νιά ε­πα­νέ­φε­ρε στο προ­σκή­νιο τον Πέ­τρο Πι­κρό, με ε­πι­μέ­λεια των τριών πρώ­των τό­μων των Απά­ντων του. Τέ­λος, ε­νώ α­να­με­νό­ταν η συ­νέ­χεια Πι­κρού, ήρ­θε η α­να­κοί­νω­ση δί­το­μων Απά­ντων Μα­ρίας Πο­λυ­δού­ρη,  συ­μπλη­ρω­μέ­να με τη βιο­γρα­φία της. Προ­σώ­ρας εκ­δό­θη­κε ο πρώ­τος τό­μος των Απά­ντων, με τα ποιή­μα­τα, ε­πί­με­τρο και ε­κτε­νές βιο­γρα­φι­κό σχε­δία­σμα. Μία πρώ­τη μορ­φή του σχε­διά­σμα­τος, με λι­γό­τε­ρα στοι­χεία α­πό το αρ­χεια­κό υ­λι­κό, εί­χε δη­μο­σιευ­τεί στο «Ημε­ρο­λό­γιο 2005: Μα­ρία Πο­λυ­δού­ρη», που εί­χε ε­τοι­μά­σει η Ντου­νιά. Εί­θε να υ­πάρ­ξει συ­νέ­χεια. Μό­νο που η Ντου­νιά δί­νε­ται μεν με πά­θος στους φι­λο­λο­γι­κούς της έ­ρω­τες, αλ­λά έ­χει δεί­ξει πως εί­ναι μάλ­λον ά­στα­τη. Ού­τε στον Βέλ­μο ού­τε στην Ρω­ζέτ­τη ε­πα­νήλ­θε, πα­ρό­λο που και στα δυο θέ­μα­τα υ­πάρ­χουν φι­λο­λο­γι­κά κε­νά. Ακό­μη και τον Πι­κρό, φαί­νε­ται να τον ε­γκα­τέ­λει­ψε.               
Οι α­παι­τή­σεις, πά­ντως, α­πό τον πρό­σφα­το τό­μο εί­ναι υ­ψη­λές, α­φού η με­λε­τή­τρια θέ­τει ως στό­χο “να βγά­λει την Πο­λυ­δού­ρη α­πό τη σκιά του Κα­ρυω­τά­κη”. Αυ­τό ση­μαί­νει νέα θεώ­ρη­ση του ποιη­τι­κού της έρ­γου, α­νε­ξάρ­τη­τη α­πό τον βίο της και α­πό το έρ­γο του Κα­ρυω­τά­κη. Ο πρό­λο­γος α­φή­νει την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πρό­κει­ται για έ­να με­γα­λύ­τε­ρο ποιη­τι­κό σώ­μα α­πό το δη­μο­σιευ­μέ­νο στα προ τρια­κο­ντα­ε­τίας Άπα­ντα, που εί­χε κα­ταρ­τί­σει ο Τά­κης Μεν­δρά­κος. Η σύ­γκρι­ση, ω­στό­σο, δεί­χνει ό­τι έ­χουν προ­στε­θεί μό­λις δώ­δε­κα ποιή­μα­τα, α­πό τα ο­ποία τρία α­νή­κουν στα “η­μι­τε­λή”, και ε­πτά εί­ναι με­τα­φρά­σεις. Τα “η­μι­τε­λή”, μα­ζί με έ­να α­πό τα υ­πό­λοι­πα, «Απ’ τα Σο­νέ­τα του Κυ­νη­γού», και πέ­ντε α­πό τις με­τα­φρά­σεις, έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί α­πό τον Κώ­στα Πα­πα­ντω­νό­που­λο, το 1989, που το Αρχείο Πο­λυ­δού­ρη ε­να­πο­τέ­θη­κε στο Ε.Λ.Ι.Α., στο πε­ριο­δι­κό του Ιδρύ­μα­τος. Μέ­νουν ο­χτώ ποιή­μα­τα και δυο με­τα­φρά­σεις, που έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί σε διά­φο­ρα έ­ντυ­πα. Αθη­σαύ­ρι­στα ποιή­μα­τα δεν υ­πάρ­χουν, κα­θώς η έ­ρευ­να πε­ριο­ρί­στη­κε στο Αρχείο· το δι­κό της και ε­κεί­νο που βρέ­θη­κε σε συγ­γε­νι­κά ή και φι­λι­κά χέ­ρια. Στα πρό­σφα­τα Άπα­ντα, η τα­ξι­νό­μη­ση εί­ναι α­να­λυ­τι­κό­τε­ρη, ε­νώ έ­χει προ­στε­θεί φι­λο­λο­γι­κός σχο­λια­σμός. Στα προ­η­γού­με­να, με­τά τις δυο ποιη­τι­κές συλ­λο­γές της, του 1928 «Οι τρί­λλιες που σβή­νουν», ό­που συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και με­τα­φρά­σεις, και του 1929 «Ηχώ στο χά­ος», πα­ρα­τί­θε­νται τα “α­νέκ­δο­τα”. Στα πρό­σφα­τα, αυ­τά κα­τα­με­ρί­ζο­νται, στα “πρώι­μα (1918-1920)”, σε ε­κεί­να της πε­ριό­δου 1922-1927 με τον προσ­διο­ρι­σμό “Αθή­να-Πα­ρί­σι”, στα ποιή­μα­τα της “«Σω­τη­ρίας»”, ό­που νο­ση­λεύ­τη­κε α­πό την 4η Απρ. 1928 μέ­χρι την 13η Φε­βρ. 1930, στα “η­μι­τε­λή” και στις “με­τα­φρά­σεις”.  

Μια α­φή­γη­ση

Αφού, ου­σια­στι­κά, το ποιη­τι­κό σώ­μα εί­ναι δε­δο­μέ­νο, η νέα θεώ­ρη­ση στη­ρί­ζε­ται στη με­λέ­τη, που δη­μο­σιεύε­ται ως ε­πί­με­τρο. Δεν πρό­κει­ται για έ­να α­μι­γώς δο­κι­μια­κό κεί­με­νο, αλ­λά για μία α­φή­γη­ση, με γλα­φυ­ρούς τό­νους και δο­μι­κό στοι­χείο τα πολ­λά και ε­κτε­νή α­πο­σπά­σμα­τα α­πό δη­μο­σιεύ­μα­τα άλ­λων. Η ε­πι­λο­γή των α­πο­σπα­σμά­των εί­ναι μεν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή, αλ­λά ό­χι και α­ξιο­λο­γι­κή. Ξε­δια­λέ­γο­νται ε­κεί­να που κρί­νο­νται πρό­σφο­ρα, ώ­στε η α­φή­γη­ση να α­να­σκευά­σει ό­σες πα­λαιό­τε­ρες α­πό­ψεις ε­κτι­μώ­νται ως ε­σφαλ­μέ­νες και να α­να­δια­τυ­πώ­σει ό­σες ε­ξαί­ρουν πτυ­χές της ποίη­σης της Πο­λυ­δού­ρη. Με τη βοή­θεια αυ­τών των ξέ­νων λό­γων, η Ντου­νιά αρ­θρώ­νει τον δι­κό της. Έτσι δί­νει ευ­κο­λό­τε­ρα υ­πό­στα­ση στη ρη­ξι­κέ­λευ­θη σύλ­λη­ψη της Πο­λυ­δού­ρη ως “της πιο συ­ναρ­πα­στι­κής ποιή­τριας του με­σο­πο­λέ­μου και μίας α­πό τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ποιη­τι­κές φω­νές της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας του ει­κο­στού αιώ­να”. 
Η με­λέ­τη χω­ρί­ζε­ται σε εν­νέα κε­φά­λαια με­τά ει­σα­γω­γής. Το πρώ­το πε­ρι­γρά­φει τα δυο τε­λευ­ταία χρό­νια στη «Σω­τη­ρία», α­πο­τε­λώ­ντας κε­φά­λαιο βιο­γρα­φίας. Μέ­ρος του τίτ­λου, «Μα­τω­μέ­νος λυ­ρι­σμός», και το στίγ­μα της ε­πο­χής, τα παίρ­νει α­πό κεί­με­νο του Άγγε­λου Τερ­ζά­κη, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1961 για τα πρώ­τα Άπα­ντα Πο­λυ­δού­ρη της Λι­λής Ζω­γρά­φου. Η α­φή­γη­ση συρ­ρά­πτει και σχο­λιά­ζει, με τη ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή, σκαν­δα­λο­θη­ρι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα και κυ­ρίως, α­πο­σπά­σμα­τα α­πό μαρ­τυ­ρίες φί­λων της Πο­λυ­δού­ρη, ό­πως ο Ου­ρά­νης, ο Σι­κε­λια­νός, ο Ρί­τσος ή και η Γα­λά­τεια Κα­ζα­ντζά­κη. Πά­ντο­τε αυ­το­βιο­γρα­φι­κή στις μυ­θο­πλα­σίες της η Κα­ζα­ντζά­κη, πλά­θει μία συγ­γε­νι­κή της Πο­λυ­δού­ρη η­ρωί­δα στο μυ­θι­στό­ρη­μά της «Γυ­ναί­κες», που εκ­δί­δει το 1933. Με­γα­λύ­τε­ρο βά­ρος δί­νει η Ντου­νιά σε έ­να άλ­λο μυ­θι­στό­ρη­μα, την «Εκά­τη» του Κο­σμά Πο­λί­τη, που εκ­δίδεται το ί­διο έ­τος, α­φιε­ρώ­νο­ντάς του το τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο της με­λέ­της. Σύμ­φω­να με νεό­τε­ρους με­λε­τη­τές, το μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό πρό­σω­πο της Έρσης, εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό την Πο­λυ­δού­ρη. Επι­σή­μαν­ση, που δεν κά­νει η Νό­ρα Ανα­γνω­στά­κη στην πα­λαιό­τε­ρη διε­ξο­δι­κή α­νά­λυ­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Μπο­ρεί, ό­μως, η ο­μοιό­τη­τα Έρσης-Πο­λυ­δού­ρη και οι πα­ραλ­λαγ­μέ­νοι ή αυ­τού­σιοι στί­χοι της, που χρη­σι­μο­ποιεί ο Πο­λί­της, να ε­κλη­φθούν ως ε­γκώ­μιο για την ποίη­σή της;  
Τα δυο εν­διά­με­σα κε­φά­λαια της με­λέ­της ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στην α­πο­τί­μη­ση του έρ­γου της Πο­λυ­δού­ρη α­πό κρι­τι­κούς και ι­στο­ρι­κούς της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Ανα­φέ­ρο­νται τα γνω­στά πε­ρί πε­ριο­ρι­σμέ­νης α­να­φο­ράς των ποιη­τριών στις Ιστο­ρίες και γε­νι­κό­τε­ρα, η φυ­λε­τι­κή συγ­γρα­φή της Ιστο­ρίας. Το ζη­τού­με­νο εί­ναι η θέ­ση μέ­σα σε αυ­τό το πε­δίο της Πο­λυ­δού­ρη. Υπο­τι­μη­μέ­νη τη θεω­ρεί η Ντου­νιά. Θα μπο­ρού­σε, ό­μως, να χα­ρα­κτη­ρι­στεί και υ­περ­τι­μη­μέ­νη. Λ.χ., μό­νο στην Ιστο­ρία του Αρί­στου Κα­μπά­νη δεν α­να­φέ­ρε­ται, ε­νώ, σε ε­κεί­νη του Ηλία Βου­τιε­ρί­δη, υ­πάρ­χει το ό­νο­μά της στον κα­τά­λο­γο της γε­νιάς του ’20. Αντι­θέ­τως, στην Ιστο­ρία του Νί­κου Παπ­πά, μνη­μο­νεύε­ται ως “η μο­να­δι­κή α­ξιό­λο­γη ποιή­τρια αυ­τής της γε­νιάς”. Επί­σης, ο Δημ. Τσά­κω­νας δια­τυ­πώ­νει την ά­πο­ψη ό­τι “η Πο­λυ­δού­ρη ε­ξε­λίσ­σει βαθ­μιαία την ποίη­σή της”. Αυ­τές τις Ιστο­ρίες, η Ντου­νιά δεν τις α­να­φέ­ρει. Εμμέ­νει στην υ­πο­τί­μη­ση της Πο­λυ­δού­ρη α­πό την τριά­δα Δη­μα­ράς - Βίτ­τι – Πο­λί­της, α­σχέ­τως αν σε αυ­τούς το στοι­χείο της πα­ρα­γνώ­ρι­σης α­φο­ρά γε­νι­κό­τε­ρα τη γε­νιά του ’20. Δη­λω­τι­κοί εί­ναι οι τίτ­λοι των α­ντί­στοι­χων κε­φα­λαίω­ν: «Το ά­τολ­μο ξε­κί­νη­μα του μο­ντερ­νι­σμού» στον Βίτ­τι, «Η ποίη­ση  ως το 1930» στον Πο­λί­τη.

Τρεις ι­στο­ρι­κοί

Η Ντου­νιά υ­περ­τι­μά ο­ρι­σμέ­νες Ιστο­ρίες, ό­πως του Πο­λί­τη, που θεω­ρεί ό­τι “α­πο­τυ­πώ­νει τον λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να” ή του Ρό­ντρικ Μπή­τον, ό­τι συ­νι­στά “μία νεό­τε­ρη α­πο­τί­μη­ση της λο­γο­τε­χνίας μας”. Αντι­θέ­τως, ε­πι­τι­μά την Ιστο­ρία του Αλέξ. Αργυ­ρίου, με α­να­κρι­βείς α­να­φο­ρές. Λ.χ., στη λο­γο­τε­χνία του με­σο­πο­λέ­μου δεν α­φιε­ρώ­νει “έ­ναν τό­μο 556 σε­λί­δω­ν”  αλ­λά δυο συ­νο­λι­κά 1166 σε­λί­δων. Στον πρώ­το, συ­νο­ψί­ζει την ά­πο­ψή του ως κρι­τι­κός για τις δυο συλ­λο­γές της Πο­λυ­δού­ρη, την ο­ποία συ­μπλη­ρώ­νει στον δεύ­τε­ρο, ό­που “το ί­χνος της Πο­λυ­δού­ρη” φτά­νει τις δυό­μι­σι σε­λί­δες, με βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία και πα­ρά­θε­ση ποιη­μά­των πα­ρα­πλή­σιας έ­κτα­σης με ε­κεί­νη για τους άλ­λους της ο­μά­δας. Ού­τε θα συμ­φω­νού­σα­με πως ο λό­γος που την κρί­νει αυ­στη­ρά εί­ναι η σύ­γκρι­ση με τη γε­νιά του ’30. Μάλ­λον α­ξιο­λο­γεί πε­ρισ­σό­τε­ρο ο­ρι­σμέ­νους πα­ρα­γκω­νι­σμέ­νους α­ντί των προ­βε­βλη­μέ­νων, Πο­λυ­δού­ρη και Λα­πα­θιώ­τη. 
Ένα ση­μα­ντι­κό ση­μείο, που φαί­νε­ται να μη λα­βαί­νει υ­πό­ψη της η με­λε­τή­τρια, εί­ναι οι ό­ροι υ­πό τους ο­ποίους γρά­φε­ται μία κρι­τι­κή α­πο­τί­μη­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, α­πο­δέ­χε­ται τη θε­τι­κή γνώ­μη των τεσ­σά­ρων “ε­γκυ­ρό­τε­ρω­ν”, ό­πως τους χα­ρα­κτη­ρί­ζει, “κρι­τι­κών του με­σο­πο­λέ­μου”, Πα­ρά­σχου, Άγρα, Ου­ρά­νη, Κα­ρα­ντώ­νη, χω­ρίς να προ­σμε­τρά το στοι­χείο, ό­τι δη­μο­σιεύουν τις α­πο­τι­μή­σεις τους κο­ντά στο θά­να­το της Πο­λυ­δού­ρη, ε­πη­ρε­α­σμέ­νοι α­πό την συ­ναι­σθη­μα­τι­κή συ­γκυ­ρία. Ενώ, τις πα­ρα­τη­ρή­σεις μίας με­τα­γε­νέ­στε­ρης κρι­τι­κής του Κα­ρα­ντώ­νη, τις παίρ­νει ως ά­ξο­να της με­λέ­της της, λη­σμο­νώ­ντας πως πρό­κει­ται για πα­ρου­σία­ση των πρώ­των Απά­ντων Πο­λυ­δού­ρη του 1961. Οπό­τε το συ­μπέ­ρα­σμα της βιω­σι­μό­τη­τας της ποίη­σής της αλ­λά και η το­πο­θέ­τη­ση του ζεύ­γους Κα­ρυω­τά­κη-Πο­λυ­δού­ρη σε ε­ξέ­χου­σα θέ­ση μέ­σα στη γε­νιά, έ­στω και κά­πως στα­νι­κά για την δεύ­τε­ρη, έρ­χο­νται ως α­βρό­τη­τα προς υ­πο­στή­ρι­ξη του εγ­χει­ρή­μα­τος. 
Γε­νι­κό­τε­ρα, φαί­νε­ται να μην δί­νει την πρέ­που­σα ση­μα­σία στα πρό­σω­πα που δια­τυ­πώ­νουν μία ά­πο­ψη, εν­δια­φε­ρό­με­νη πε­ρισ­σό­τε­ρο για το θε­τι­κό ή αρ­νη­τι­κό πρό­ση­μο της κρι­τι­κής τους. Ιε­ραρ­χεί τους κρι­τι­κούς με βά­ση τις α­νά­γκες της ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γίας, πα­ρα­βλέ­πο­ντας το ε­κτό­πι­σμά τους. Λ.χ., ε­ξαί­ρει “τον κρι­τι­κό Κώ­στα Στα­μα­τίου”, για­τί αυ­τός, στα “α­να­βρύ­σμα­τα της στιγ­μής” μέ­σα στην ποίη­ση της Πο­λυ­δού­ρη,  ε­ντο­πί­ζει νεω­τε­ρι­κά στοι­χεία α­πό τον πα­ρι­σι­νό ντα­νταϊσμό και υ­περ­ρε­α­λι­σμό,  ή “τη φε­μι­νί­στρια κρι­τι­κό Καί­τη Ζέγ­γε­λη”, για­τί α­πο­φαί­νε­ται πως “η Πο­λυ­δού­ρη έ­χει στο­χα­στι­κό πνεύ­μα”. Την ά­πο­ψη, μά­λι­στα, της κρι­τι­κού ό­τι πρό­κει­ται για “μια δια­νοού­με­νη που την κυ­βερ­νά το έν­στι­κτο”, την χρη­σι­μο­ποιεί ως τίτ­λο στο έ­κτο κε­φά­λαιο, με θέ­μα τη στή­ρι­ξη της Πο­λυ­δού­ρη α­πό δυο φε­μι­νι­στι­κά πε­ριο­δι­κά, «Ο Αγώ­νας της γυ­ναί­κας» που ε­ξέ­δι­δε ο Σύν­δε­σμος για τα δι­καιώ­μα­τα της γυ­ναί­κας και το «Ελλη­νίς» του Εθνι­κού Συμ­βου­λίου Ελλη­νί­δων. Έχουν, ό­μως, α­ξία οι α­πό­ψεις της εν λό­γω κρι­τι­κού του δεύ­τε­ρου πε­ριο­δι­κού; Η Ντου­νιά α­πα­ντά κα­τα­φα­τι­κά, με τον μάλ­λον σα­θρό συλ­λο­γι­σμό, ό­τι “οι γυ­ναί­κες κρι­τι­κοί γνω­ρί­ζουν τον δύ­σκο­λο και πο­λυ­μέ­τω­πο α­γώ­να μιας νέ­ας γυ­ναί­κας”, χω­ρίς να λαμ­βά­νει υ­πό­ψη πως το 1930  τα εν λό­γω πε­ριο­δι­κά ζη­τού­σαν με α­γω­νι­στι­κή διά­θε­ση να α­να­βαθ­μί­σουν το γυ­ναι­κείο πρό­τυ­πο. 

Πα­ρα­δο­σια­κή ή μο­ντέρ­να

Πα­ρο­μοίως, στο ό­γδοο κε­φά­λαιο, ό­που πο­λιορ­κεί το ε­ρώ­τη­μα “πα­ρα­δο­σια­κή ή μο­ντέρ­να” η ποίη­ση της Πο­λυ­δού­ρη, α­να­φέ­ρε­ται “στον συ­σχε­τι­σμό των ποιη­μά­των της  με την ποίη­ση του Σο­λω­μού”, που δια­τυ­πώ­νει ο ε­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της, α­φα­νής σή­με­ρα, Γιάν­νης Χον­δρο­γιάν­νης. Στο προ­η­γού­με­νο κε­φά­λαιο, έ­χουν ε­ντο­πι­στεί “ε­κλε­κτι­κές συγ­γέ­νειες” της Πο­λυ­δού­ρη με τους Γάλ­λους “κα­τα­ρα­μέ­νους” ποιη­τές, αν και κά­πως έμ­με­σες. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, η Ζέγ­γε­λη α­να­φέ­ρει ως πρό­γο­νό της την Γαλ­λί­δα ποιή­τρια του 19ου αιώ­να, Μαρ­σε­λίν Βαλ­μό­ρ, η ο­ποία, χά­ρις στο θαυ­μα­σμό του Μπων­τλαίρ και την με­γά­λη ε­κτί­μη­ση του Ρε­μπώ, συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε α­πό τον Βερ­λαίν στους “κα­τα­ρα­μέ­νους” ποιη­τές. Από ε­κεί και πέ­ρα, ε­πι­ση­μαί­νε­ται συγ­γέ­νεια στα βιο­γρα­φι­κά Βαλ­μό­ρ-Πο­λυ­δού­ρη (έ­νας με­γά­λος έ­ρω­τας που τε­λείω­σε γρή­γο­ρα αλ­λά έ­δω­σε το ποιη­τι­κό υ­πο­κεί­με­νο των στί­χων τους), ε­νώ, στην ποίη­ση αμ­φο­τέ­ρων, υ­πάρ­χει “το χά­ρι­σμα της ε­ξο­μο­λό­γη­σης”. Κα­τά τη Ντου­νιά, το ό­τι “η Πο­λυ­δού­ρη πε­ριέ­λα­βε δυο ποιή­μα­τα της Βαλ­μόρ στις λι­γο­στές με­τα­φρά­σεις της έμ­με­σα υ­πο­γραμ­μί­ζει τη συγ­γέ­νειά της”. Ωστό­σο, να θυ­μί­σου­με πως αυ­τές οι με­τα­φρά­σεις έ­γι­ναν το 1929 και ό­τι η Πο­λυ­δού­ρη στά­θη­κε ε­τε­ρό­φω­τη στις με­τα­φρα­στι­κές ε­πι­λο­γές της. Επί­σης, ό­τι εί­χε προ­η­γη­θεί η εν­θου­σιώ­δης πα­ρου­σία­ση της Βαλ­μόρ α­πό τον Από­στο­λο Με­λα­χρι­νό στο «Φρα­γκέ­λιο», Ιαν. 1928, με ποίη­μά της με­τα­φρα­σμέ­νο α­πό τον Α. Σκου­ζέ και την α­δελ­φή του Βέλ­μου, Τα­τια­νή. Ενώ, στο ε­πό­με­νο φύλ­λο, προ­στί­θε­νται ποιή­μα­τα σε με­τα­φρά­σεις Ν. Γιο­κα­ρί­νη, Με­λα­χρι­νού και Μή­τσου Πα­πα­νι­κο­λά­ου. Αν και ο Βέλ­μος εί­χε πα­ρου­σιά­σει την Βαλ­μόρ πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, ό­ταν η Πο­λυ­δού­ρη ή­ταν α­κό­μη μα­θή­τρια στην Κα­λα­μά­τα.
    Μέ­νει το πέ­μπτο κε­φά­λαιο, ό­που η Ντου­νιά πα­ρου­σιά­ζει κρι­τι­κά, χω­ρίς τους λό­γους των άλ­λων, τις δυο ποιη­τι­κές συλ­λο­γές της Πο­λυ­δού­ρη, ε­πι­κα­λού­με­νη ω­στό­σο και το γε­γο­νός ό­τι η δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή  “γνώ­ρι­σε την ο­μό­φω­νη κρι­τι­κή α­πο­δο­χή”. Πώς αλ­λιώς, Δεκ. 1929, ό­ταν κά­θε ελ­πί­δα για α­νά­καμ­ψη της υ­γείας της εί­χε ε­κλεί­ψει. Εδώ, η με­λε­τή­τρια α­να­φέ­ρει και το μυ­θι­στό­ρη­μα της Πο­λυ­δού­ρη, που θα α­πο­τε­λεί το κυ­ρίως μέ­ρος του δεύ­τε­ρου τό­μου των Απά­ντων, με τα Πε­ζά. Η πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του έ­γι­νε στα Άπα­ντα του Μεν­δρά­κου, η μελ­λο­ντι­κή θα πα­ρου­σιά­ζει δυο ε­ναλ­λα­κτι­κές γρα­φές και θα συ­νο­δεύε­ται α­πό σχό­λια. Το προ­α­ναγ­γέλ­λει ως “ε­ξαι­ρε­τι­κά εν­δια­φέ­ρον έρ­γο” λό­γω  “α­φη­γη­μα­τι­κής τόλ­μης” και  “μο­ντέρ­νας δο­μής”. Όπως πα­ρου­σία­ζε και ε­κεί­νο της Ρω­ζέτ­τη. Άλλη μία σύ­μπτω­ση, στο τέ­λος του 1926, η Πο­λυ­δού­ρη πα­ρα­δί­δει στον εκ­δό­τη Χρυ­σό­στο­μο Γαν­νιά­ρη το μυ­θι­στό­ρη­μά της, τέ­λη 1927 παίρ­νει την αρ­νη­τι­κή α­πά­ντη­ση. Φθι­νό­πω­ρο 1929, ο Γαν­νιά­ρης εκ­δί­δει το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ρω­ζέτ­τη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/7/2014.