Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Η Πόλη μιας Πολίτισσας

Ιώ Τσο­κώ­να
«Το Πέ­ρα των Ελλή­νω­ν
Στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη 
του χθες και του σή­με­ρα»
Εκδό­σεις Με­ταίχ­μιο
Απρί­λιος 2014

Ακό­μη σή­με­ρα, η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη μας α­πα­σχο­λεί. Όχι σαν μία ση­μα­ντι­κή πό­λη του σύγ­χρο­νου κό­σμου, η με­γα­λύ­τε­ρη της γεί­το­νος χώ­ρας, ού­τε σαν έ­νας ε­πί­λε­κτος τα­ξι­διω­τι­κός προο­ρι­σμός. Αλλά σαν να πρό­κει­ται για μία δι­κή μας πό­λη. Δεν μας εν­δια­φέ­ρει ό­πως το Πα­ρί­σι ή το Λον­δί­νο, ού­τε, ό­μως, με τον τρό­πο της Αλε­ξάν­δρειας ή με ε­κεί­νον της “χα­μέ­νης πα­τρί­δας”, σαν την Σμύρ­νη. Θα λέ­γα­με πως μας α­πα­σχο­λεί ό­πως η Θεσ­σα­λο­νί­κη. Του­λά­χι­στον αυ­τό το συ­μπέ­ρα­σμα προ­κύ­πτει α­πό τον α­ριθ­μό των βι­βλίων γύ­ρω α­πό αυ­τήν, που εκ­δί­δο­νται τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Κι αυ­τό, πα­ρό­λο που ό­λοι οι μύ­θοι της έ­χουν, προ πολ­λού, ξε­φτί­σει. Από την χι­λιό­χρο­νη πρω­τεύου­σα του Βυ­ζα­ντίου α­πο­μέ­νουν κά­ποιες σχε­δόν πα­ρα­μυ­θι­κές ο­νο­μα­σίες, ό­πως Βα­σι­λεύου­σα, Θε­ο­φρού­ρη­τος, Βα­σι­λί­δα των πό­λεων. Μα­ζί έ­χουν χα­θεί και οι θρύ­λοι της, ού­τε στα παι­δι­κά βι­βλία δεν δια­σώ­ζο­νται ί­χνη τους. “Χρω­μα­τι­σμέ­νους ζε­στά α­πό τα μη­τρι­κά χεί­λη” εί­χαν α­κού­σει οι άν­θρω­ποι της η­λι­κίας του Άγγε­λου Τερ­ζά­κη για τα ε­φτά μι­σο­τη­γα­νι­σμέ­να ψά­ρια στο Μπα­λου­κλί και για την βου­λιαγ­μέ­νη στη θά­λασ­σα του Μαρ­μα­ρά ά­για Τρά­πε­ζα της Αγια-Σο­φιάς. Με δε­σπό­ζο­ντα, τον θρύ­λο για τον μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιά. 
Μέ­σα στους αιώ­νες, η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη αλ­λά­ζει ο­νο­μα­σίες. Βυ­ζα­ντίς, Augusta Antonioni, Nova Roma, Με­γα­λό­πο­λις και Επτά­λο­φος, η ε­πί σχε­δόν εν­νια­κό­σια χρό­νια πρω­τεύου­σα του Βυ­ζα­ντίου, “το καύ­χη­μα των ζώ­ντων υ­πό την  του η­λίου α­να­το­λή­ν”, που έ­πε­σε την 29η Μαΐου 1453, “την τε­λευ­ταία μέ­ρα του κό­σμου για την χρι­στια­νι­κή Δύ­ση”. Η Πό­λη, με το κε­φα­λαίο πι, χω­ρίς έ­τε­ρο προσ­διο­ρι­στι­κό. Κέ­ντρο του κό­σμου πα­ρέ­μει­νε και για τους νέ­ους δι­καιού­χους της, που ε­ξά­λει­ψαν το ό­νο­μα Κων­στα­ντι­νού­πο­λη α­πό τον χάρ­τη, ο­νο­μα­το­ποιώ­ντας στη θέ­ση του τη φρά­ση “εις την Πό­λι­ν”, τουρ­κι­στί Ισταν­μπούλ. Όσο για τους έκ­πτω­τους νο­μείς της, η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη στά­θη­κε η κε­ντρο­μό­λος, έ­στω και α­νο­μο­λό­γη­τα, ψυ­χή της Με­γά­λης Ιδέ­ας για τα κο­ντά 80 χρό­νια, που αυ­τή τους να­νού­ρι­σε. Από την 14η Ιαν. 1844, που ο Ιωάν­νης Κω­λέτ­της σο­φί­στη­κε και εκ­στό­μι­σε α­πό τα έ­δρα­να της Βου­λής αυ­τήν την η­χη­ρή αλ­λά και κρυ­πτι­κή έκ­φρα­ση, μέ­χρι την Κα­τα­στρο­φή του 1922. “Γεν­νη­θή­κα­με κά­τω α­πό τον α­στε­ρι­σμό της Με­γά­λης Ιδέ­ας και ζή­σα­με την Κα­τα­στρο­φή πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν τα­πεί­νω­ση”, έ­γρα­φαν ε­κεί­νοι της γε­νιάς του ’30. 
Οι πα­λαιό­τε­ροι, της γε­νιάς του 1880, ό­ταν για πρώ­τη φο­ρά “πα­τούν τη Στα­μπού­λ”, ό­πως ο Ανδρέ­ας Καρ­κα­βί­τσας, τη Δευ­τέ­ρα, 4 του Γε­νά­ρη 1893, θλί­βο­νται, που τη θέ­ση του α­να­στη­λω­μέ­νου α­πό τον Μέ­γα Κων­στα­ντί­νο Σταυ­ρού τον έ­χει πά­λι πά­ρει το μι­σο­φέγ­γα­ρο. “Και ποιος η­ξέ­ρει για πό­σον και­ρόν α­κό­μη”, α­να­ρω­τιό­ταν. Πα­τριώ­της, συ­νε­παρ­μέ­νος με το ό­ρα­μα της Με­γά­λης Ιδέ­ας, εί­ναι σί­γου­ρος ό­τι θα συμ­βεί κά­πο­τε. Ο Καρ­κα­βί­τσας έρ­χε­ται προ­σκυ­νη­τής πε­ρα­στι­κός στην Πό­λη, δεν γνω­ρί­ζει την ελ­λη­νι­κή κοι­νό­τη­τα της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, ού­τε στρέ­φει σε αυ­τήν τις προ­σμο­νές του. Αντι­θέ­τως, ο Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­της Σταύ­ρος Βου­τυ­ράς, 24 χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρός του, κι αυ­τός θερ­μός πα­τριώ­της, μπο­ρεί να μην ντύ­νε­ται στο χα­κί αλ­λά πο­λε­μά­ει σε έ­να ε­ξί­σου δύ­σκο­λο με­τε­ρί­ζι, ό­πως θα έ­λε­γαν οι ση­με­ρι­νοί δια­νοού­με­νοι που δια­σκε­δά­ζουν με ε­κεί­νους τους γρα­φι­κούς πα­τριώ­τες. Ο Βου­τυ­ράς εκ­δί­δει την ε­φη­με­ρί­δα, ο «Νε­ο­λό­γος». Ίσως, “το πιο εκ­φρα­στι­κό δη­μο­σιο­γρα­φι­κό όρ­γα­νο των Ελλή­νων της Πό­λης στο δεύ­τε­ρο μι­σό του 19ου”, ό­ταν θάλ­λει η Με­γά­λη Ιδέα. Αυ­τό, σύμ­φω­να με τον ι­στο­ρι­κό Κων­στα­ντί­νο Σβο­λό­που­λο, που δί­νει στην ελ­λη­νι­κή κοι­νό­τη­τα “την πρω­το­πο­ρία στα γράμ­μα­τα και τις ε­πι­στή­μες υ­πό την ο­θω­μα­νι­κή αυ­το­κρα­το­ρία”. “Κο­λυμ­βή­θρα δια την α­να­γέν­νη­σιν της Ανα­το­λής” α­πο­κα­λεί ο Βου­τυ­ράς στην ε­φη­με­ρί­δα του, εν έ­τει 1873, τους Ρω­μιούς της Πό­λης.
Ο Καρ­κα­βί­τσας και ο Βου­τυ­ράς πέ­θα­ναν και οι δυο σε κα­κή κα­τά­στα­ση, α­πό φυ­μα­τίω­ση του λά­ρυγ­γα ο πρώ­τος, τυ­φλός και πάμ­φτω­χος ο δεύ­τε­ρος. Μό­λις που πρό­λα­βαν να μά­θουν τα κα­κά μα­ντά­τα, το α­νε­πί­τευ­κτο της Με­γά­λης Ιδέ­ας. Ο Σταύ­ρος Βου­τυ­ράς, τον ο­ποίο έ­χου­με αρ­κε­τές φο­ρές μνη­μο­νεύ­σει, στά­θη­κε η α­φορ­μή να ξε­χω­ρί­σου­με έ­να α­πό τα και­νού­ρια βι­βλία για την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Θα πρέ­πει να ο­μο­λο­γή­σου­με πως η πα­ρα­πο­μπή της συγ­γρα­φέως σε σχε­τι­κό κεί­με­νό μας κο­λά­κε­ψε την λαν­θά­νου­σα φι­λαυ­τία μας. Ασχέ­τως αν μας στε­νο­χώ­ρη­σε, κα­θώς μας α­να­φέ­ρει ως α­νή­κο­ντες στο πρώ­το φύλ­λο. Από­λυ­τα δι­καιο­λο­γη­μέ­νη, με το αρ­χί­γραμ­μα του μι­κρού ο­νό­μα­τος, που έ­χου­με ε­πι­λέ­ξει ως υ­πο­γρα­φή, α­πό το φό­βο πως τα δι­σύλ­λα­βα  θη­λυ­κά υ­πο­κο­ρι­στι­κά στε­ρού­νται σο­βα­ρό­τη­τας. Όπως και να έ­χει, πρό­κει­ται για το πρώ­το βι­βλίο της Ιούς Τσο­κώ­να, το πιο πρό­σφα­το σε μία σει­ρά α­πό εν­δια­φέ­ρο­ντα βι­βλία συγ­γρα­φέων ποι­κί­λης προέ­λευ­σης, η­λι­κίας και ά­ρα, προο­πτι­κής. 
Επι­λε­κτι­κά, θα μπο­ρού­σα­με να α­να­φέ­ρου­με το φι­λό­δο­ξο ο­δοι­πο­ρι­κό του Αλέ­ξαν­δρου Μασ­σα­βέ­τα στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, “την Πό­λη των Από­ντω­ν”, που ση­μαί­νει ό­λων των “Άλλω­ν”, του­τέ­στιν Ελλή­νων, Λε­βα­ντί­νων, Εβραίων, Αρμε­νίων, Ρώ­σων. Το βι­βλίο α­πέ­σπα­σε το Βρα­βείο Χρο­νι­κού-Μαρ­τυ­ρίας για την εκ­δο­τι­κή σο­δειά του 2011. Επί­σης, το πα­λαιό­τε­ρο α­στυ­νο­μι­κό του Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τη Πέ­τρου Μάρ­κα­ρη, «Πα­λιά, πο­λύ πα­λιά», που, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στην γε­νέ­τει­ρά του. Την ί­δια χρο­νιά, το 2008, εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει και το μυ­θι­στό­ρη­μα του Γιάν­νη Ξαν­θού­λη, αυ­τός γεν­νη­μέ­νος στην Αλε­ξαν­δρού­πο­λη με κα­τα­γω­γή α­πό την Ανα­το­λι­κή Θρά­κη, «Κων­στα­ντι­νού­πο­λη των α­σε­βών μου πό­θων». Το 2012, εκ­δό­θη­καν δυο α­κό­μη εν­δια­φέ­ρο­ντα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Το με­τα­μο­ντέρ­νας σύλ­λη­ψης, «Από­πει­ρα συ­νά­ντη­σης», της Ισμή­νης Κα­ρυω­τά­κη, που πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη αλ­λά μνη­μο­νεύει μό­νο την Ισταν­μπού­λ, και το βρα­βευ­μέ­νο μπέ­στ σέ­λερ του Θω­μά Κο­ρο­βί­νη, το «’55». Όπως δη­λώ­νει ο τίτ­λος, ε­στιά­ζει στον Σε­πτέμ­βριο του 1955, ό­ταν οι Τούρ­κοι ε­ξα­πέ­λυ­σαν το με­γά­λο πο­γκρόμ ε­να­ντίον ό­σων Ρω­μιών α­πέ­με­ναν. 
Τέ­λος, πέ­ρυ­σι, εκ­δό­θη­κε το αυτοβιο­γρα­φι­κό, «Η πό­λη που γεν­νή­θη­κα. Ισταν­μπούλ 1926-1946», του Μά­ριο Βίτ­τι. Αυ­τός εί­ναι α­πό Ιτα­λό πα­τέ­ρα και Ρω­μιά μη­τέ­ρα, “με ση­μα­ντι­κούς Φα­να­ριώ­τες προ­γό­νους α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας της και κα­λο­στε­κού­με­νους Καπ­πα­δό­κες α­πό την πλευ­ρά του πα­τέ­ρα της”. Τα πρώ­τα εί­κο­σι χρό­νια της ζωής του στην Πό­λη τα έ­ζη­σε στο Πέ­ραν ή και Πέ­ρα, τουρ­κι­στί Μπέ­γιο­γλου. Πε­ριο­χή, που άρ­χι­σε να παίρ­νει αυ­το­δύ­να­μη υ­πό­στα­ση με­τά την Άλω­ση, με την ε­γκα­τά­στα­ση σε αυ­τήν των ευ­ρω­παϊκών πρε­σβειών. Εκεί έ­ζη­σε τα α­ντί­στοι­χα πρώ­τα δέ­κα ε­πτά χρό­νια της ζωής του ο Γιώρ­γος Θε­ο­το­κάς, γι’ αυ­τό και στο μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Ο Λεω­νής», πε­ρι­γρά­φει με τό­ση ζω­ντά­νια τον δη­μο­τι­κό κή­πο του Τα­ξι­μιού. Και α­κό­μη πα­λαιό­τε­ρα, τον 19ο αι., ε­κεί βρέ­θη­κε στα δε­κα­τέσ­σε­ρά του ο Ευ­ρυ­τά­νας Δη­μή­τριος Πα­πα­δό­που­λος, αρ­χι­κά ως μα­θη­τής και έ­μει­νε κο­ντά τριά­ντα χρό­νια. Το μυ­θι­στό­ρη­μά του, α­πό τα πρώ­τα μπέ­στ σέ­λερ της δε­κα­ε­τίας του 1920, «Η Ωραία του Πέ­ραν», που ε­ξέ­δω­σε με το ψευ­δώ­νυ­μο Τυμ­φρη­στός, συ­ναρ­πά­ζει τις ρο­μα­ντι­κές ψυ­χές με τον τρα­γι­κό έ­ρω­τα της ω­ραίας Ερμιό­νης για τον φτω­χό Αι­μί­λιο, αλ­λά και με τα ει­δυλ­λια­κά το­πία μέ­σα στα ο­ποία ε­κτυ­λίσ­σε­ται. 
Αυ­τό «Το Πέ­ρα των Ελλή­νων» πα­ρου­σιά­ζει η Τσο­κώ­να, ό­πως το έ­ζη­σε αυ­τή τα δέ­κα ο­κτώ πρώ­τα χρό­νια της ζωής της. 80 χρό­νια με­τά τον Τυμ­φρη­στό, 60 με­τά τον Θε­ο­το­κά και κο­ντά 40 με­τά τον Βίτ­τι, κα­θό­σον γεν­νη­μέ­νη το 1964. Ο Κο­ρο­βί­νης γρά­φει τον πρό­λο­γο στο βι­βλίο της με την οι­κειό­τη­τα του οι­κο­γε­νεια­κού φί­λου. Θεσ­σα­λο­νι­κιός αυ­τός, φι­λό­λο­γος στη Μέ­ση Εκπαί­δευ­ση, δί­δα­ξε κο­ντά μία δε­κα­ε­τία, α­πό το 1988 μέ­χρι το 1996, στο Ζάπ­πειο και το Κε­ντρι­κό Παρ­θε­να­γω­γείο της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης. Στον πρό­λο­γό του α­να­φέ­ρει δυο άλ­λα μέ­λη της οι­κο­γέ­νειας, τη μη­τέ­ρα της συγ­γρα­φέως Ολυ­μπία, διευ­θύ­ντρια της Αστι­κής Σχο­λής Κο­ντο­σκα­λίου, και τον α­δελ­φό της, Αρι­στο­τέ­λη, σή­με­ρα κα­θη­γη­τή του Ζω­γρα­φείου, με συγ­γρα­φι­κή δρά­ση. Και τα δυο α­δέλ­φια μας εί­ναι γνω­στά α­πό τα δη­μο­σιεύ­μα­τά τους στο πε­ριο­δι­κό «Κιν­στέρ­να». Στο βι­βλίο, υ­πάρ­χει ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Ο “Άρης” και η “Ιώ”», σε α­νω­φε­ρή τα ο­νό­μα­τα, κα­θώς γί­νε­ται λό­γος για την προέ­λευ­σή τους. Με πλά­γιο τρό­πο, η συγ­γρα­φέ­ας διαν­θί­ζει τις α­να­μνή­σεις της με μύ­θους και ι­στο­ρι­κά στοι­χεία. Στο πρώ­το κε­φά­λαιο, συ­στή­νε­ται ως κό­ρη δα­σκά­λων, α­φιε­ρώ­νο­ντας το βι­βλίο στον πα­τέ­ρα της. Λη­σμο­νεί να α­να­φέ­ρει το ό­νο­μά του, τον ζω­ντα­νεύει ό­μως ως δά­σκα­λο στα Τα­ταύ­λα. Ενώ, σε έ­να άλ­λο κε­φά­λαιο, δί­νει το λι­γό­τε­ρο γνω­στό ι­στο­ρι­κό του σχο­λείου της μη­τέ­ρας της, ό­που φοί­τη­σε και η ί­δια. Η α­φή­γη­ση ξε­τυ­λί­γε­ται με χρο­νο­λο­γι­κή τά­ξη, δια­τη­ρώ­ντας έ­ναν α­νά­λα­φρα ευ­φρό­συ­νο τό­νο. Όλα συμ­βαί­νουν μέ­σα σε μία α­γα­πη­μέ­νη οι­κο­γέ­νεια και σε μία ευη­με­ρού­σα κοι­νό­τη­τα. Τα δυ­σά­ρε­στα, ω­στό­σο, δεν μέ­νουν στα πα­ρα­λει­πό­με­να. Ανα­φέ­ρο­νται στις ε­πι­μέ­ρους ι­στο­ρι­κές α­να­δρο­μές, με τον εν­δει­κνυό­με­νο για έ­να πα­ρό­μοιο βι­βλίο τρό­πο· α­κρι­βόλογα και χωρίς δραματικούς τόνους. Τα Σε­πτεμ­βρια­νά, οι α­πε­λά­σεις του ’64, με­τά τις τα­ρα­χές με­τα­ξύ Ελλη­νο­κυ­πρίων και Τουρ­κο­κυ­πρίων, και πά­λι το ’74. 
Η ι­στο­ρία της Τσο­κώ­να  ξε­κι­νά α­πό το Φα­νά­ρι ό­που γεν­νή­θη­κε, το Πα­τριαρ­χείο ό­που βα­φτί­στη­κε και τη Με­γά­λη του Γέ­νους Σχο­λή, ό­που ή­ταν μα­θη­τής ο α­δελ­φός της. Στο Φα­νά­ρι ή­ταν το σπί­τι των γο­νιών της μη­τέ­ρας της, που την κα­κό­μα­θαν μεν με τα χά­δια τους, ό­πως γρά­φει, αλ­λά  έ­πλα­σαν με τις ι­στο­ρίες τους μία Ελλη­νί­δα γνη­σιό­τε­ρη α­πό τις συ­νο­μή­λι­κές της Ελλα­δί­τισ­σες. Όταν αυ­τό το ξύ­λι­νο σπί­τι, πλάι στο Με­τό­χι του Αγίου Τά­φου, κά­η­κε, η μι­κρή Ιώ πα­ρα­θέ­ρι­ζε στην Πρώ­τη, στα Πρι­γκη­πό­νη­σα. Την ι­στο­ρία του και τη φρί­κη της φω­τιάς την πε­ρι­γρά­φει ο α­δελ­φός της σε βι­βλίο του. Οι δι­κές της α­να­μνή­σεις γί­νο­νται πιο ζωη­ρές με την ε­γκα­τά­στα­ση της οι­κο­γέ­νειας στο δια­μέ­ρι­σμα του Τζι­χαν­γκί­ρ, προά­στιου του Πέ­ρα. Αυ­τή ή­ταν η πρώ­τη γει­το­νιά και του Μασ­σα­βέ­τα, ο­πό­τε οι πε­ρι­γρα­φές των δυο συγ­γρα­φέων για τις πο­λυ­κα­τοι­κίες και τις γει­το­νιές τους βαί­νουν πα­ρα­λή­λως. Κε­ντρι­κό ση­μείο και στις δυο α­φη­γή­σεις εί­ναι ο Ίσιος ή Με­γά­λος Δρό­μος του Πέ­ρα. Από τα πρώ­τα ι­δρύ­μα­τα που πα­ρου­σιά­ζει η συγ­γρα­φέ­ας εί­ναι το Ζω­γρά­φειο, που λει­τουρ­γεί μέ­χρι σή­με­ρα έ­στω και με 40 μα­θη­τές. Ακο­λου­θούν το Ζάπ­πειο, που ή­ταν το σχο­λείο της και τα υ­πό­λοι­πα σχο­λεία του Πέ­ρα. Ως κα­τα­κλεί­δα, πε­ρι­γρά­φει την α­γα­πη­μέ­νη της Πρώ­τη, το νη­σί τους. Στις παι­δι­κές α­να­μνή­σεις, α­να­μι­γνύο­νται ι­στο­ρι­κές πλη­ρο­φο­ρίες, ό­πως ε­κεί­νο το με­γά­λο λευ­κό κιο­νό­κρα­νο στην α­λά­να έ­ξω α­πό την Παι­δό­πο­λη ή το νη­σί ως τό­πος ε­ξο­ρίας τα βυ­ζα­ντι­νά χρό­νια.  
Η Τσο­κώ­να, α­φού ο­λο­κλη­ρώ­νει, σε έ­να πρώ­το μέ­ρος του βι­βλίου, τις α­να­μνή­σεις των παι­δι­κών και ε­φη­βι­κών χρό­νων, α­πο­πει­ρά­ται μία συ­στη­μα­τι­κή πα­ρου­σία­ση “του Πέ­ρα των Ελλή­νω­ν”, κρα­τώ­ντας έ­τσι στο α­κέ­ραιο την υ­πό­σχε­ση του τίτ­λου. Με πλη­ρό­τη­τα, αλ­λά χω­ρίς κα­τα­γρα­φι­κό φι­λο­λο­γι­σμό, πα­ρου­σιά­ζει συ­στη­μα­τι­κά α­ξιο­θέ­α­τα και Ιδρύ­μα­τα. Εί­ναι πο­λύ­τι­μη αυ­τή η πε­ρι­γρα­φή, για­τί τις λε­πτο­μέ­ρειες που έ­χει συ­γκρα­τή­σει η μνή­μη, ο ε­ρευ­νη­τής δεν τις ε­ντο­πί­ζει, ό­σο κι αν κο­πιά­σει. Με­τα­φρά­στρια σή­με­ρα α­πό τα ελ­λη­νι­κά στα τουρ­κι­κά, πλου­τί­ζει πε­ραι­τέ­ρω την α­φή­γη­σή της. Δί­νει το προ­βά­δι­σμα στα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά έρ­γα και τις αί­θου­σες, χά­ρις στην “μα­νιώ­δη σι­νε­φί­λ” μη­τέ­ρα, α­κο­λου­θούν έ­να ε­κτε­νές κε­φά­λαιο για τις εκ­κλη­σίες και μι­κρό­τε­ρα, για τα προ­ξε­νεία και τα θέ­α­τρα, αυ­τά χά­ρις και στον θε­α­τρό­φι­λο πα­τέ­ρα. Ιδιαί­τε­ρα κε­φά­λαια α­φιε­ρώ­νο­νται στα α­ξιο­θέ­α­τα, την πλα­τεία Τα­ξί­μ, το κο­σμο­πο­λί­τι­κο Σταυ­ρο­δρό­μι και τον Γα­λα­τά. Η συγ­γρα­φέ­ας δεν λη­σμο­νεί να α­να­φερ­θεί στον ελ­λη­νι­κό Τύ­πο, κα­θώς και σε ο­ρι­σμέ­νες προ­σω­πι­κό­τη­τες του Πέ­ρα, αλ­λά και σε κά­ποιους γρα­φι­κούς τύ­πους.
Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον έ­χει η α­να­φο­ρά της στην ό­γδοη Τέ­χνη, τη φω­το­γρα­φία. Κα­τά μία εκ­δο­χή, ε­πει­δή η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη δεν εί­χε πολ­λούς ντό­πιους ζω­γρά­φους, πλή­θυ­ναν οι φω­το­γρά­φοι. Από το 1850 και ύ­στε­ρα, στον Ίσιο Δρό­μο α­νοί­γουν φω­το­γρα­φεία. Πρώ­τος ο Βα­σι­λά­κης Καρ­γό­που­λος, μετά ο γιος του Κων­στα­ντί­νος, αλ­λά κυ­ρίως, ο Αχιλ­λέ­ας Σα­μα­ντζής και ο γα­μπρός του Ευ­γέ­νιος Δα­λέ­ζιος, τους ο­ποίους πρω­το­γνω­ρί­σα­με πέ­ρυ­σι με την έκ­θε­ση των φω­το­γρα­φιών τους στην Αγιο­ρεί­τι­κη Εστία της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Η πα­ρου­σία­ση α­πό την Τσο­κώ­να του Σα­μα­ντζή συ­νι­στά μία μο­να­δι­κή μαρ­τυ­ρία γι’ αυ­τόν τον ε­ρα­σι­τέ­χνη φω­το­γρά­φο, “α­στό, πο­λύ­γλωσ­σο και κο­σμο­πο­λί­τη”. Το 1936 ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Αθή­να, ό­που και πέ­θα­νε το 1942, τυ­φλός και σε κα­κή οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση, ό­πως ο Βου­τυ­ράς. Αυ­τός δέ­κα χρό­νια νεό­τε­ρος, στα 72. Το βι­βλίο ει­κο­νο­γρα­φεί­ται  με 30 α­πό τις συ­νο­λι­κά 120 φω­το­γρα­φίες που τρά­βη­ξε ε­πί τού­του ο φί­λος της συγγραφέως, φω­το­γρά­φος Σα­μί Σολ­μάζ.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 13/7/2014.