Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Περί ανθολογιών

«Το ελ­λη­νι­κόν διή­γη­μα
Η αν­θο­λο­γία
του Κων­στ. Φ. Σκό­κου»
Τό­μοι Α΄Β΄
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Κ. Κω­στίου – Ν. Φα­λα­γκάς
Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη
Ια­νουά­ριος 2014

Πα­λαιό­τε­ρα, οι αν­θο­λο­γίες ποιη­μά­των και διη­γη­μά­των α­πο­τε­λού­σαν κα­θρέ­φτη της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας της ε­πο­χής τους. Σή­με­ρα, δεν έ­χουν πα­ρό­μοιο χα­ρα­κτή­ρα, ι­διαί­τε­ρα οι αν­θο­λο­γίες διη­γη­μά­των, που πλη­θαί­νουν και εί­ναι κυ­ρίως θε­μα­τι­κές. Σε αυ­τές, η ε­πι­λο­γή των συγ­γρα­φέων δεν γί­νε­ται με κρι­τή­ριο την α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τα του συ­νό­λου, αλ­λά με βά­ση ει­δι­κό­τε­ρων πα­ρα­μέ­τρων, κά­πο­τε ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κών. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λούν ο­ρι­σμέ­νες αν­θο­λο­γίες με α­ξιώ­σεις γραμ­μα­το­λο­γίας. Ως πιο πρό­σφα­τη μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί αυ­τή των εκ­δό­σεων Σο­κό­λη, που ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε το 1998. Στα εν­διά­με­σα χρό­νια, η εν λό­γω αν­θο­λο­γία-γραμ­μα­το­λο­γία, ό­ντας και η μο­να­δι­κή, δεν α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται μό­νο ως μία α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή αν­θο­λό­γη­ση, αλ­λά έ­χει α­πο­κτή­σει την ε­γκυ­ρό­τη­τα της ο­ρι­στι­κής κα­τα­γρα­φής. Αυ­τή η α­πο­δο­χή, χω­ρίς να έ­χει προ­η­γη­θεί η βά­σα­νος της κρι­τι­κής ι­δίως σε ό­τι α­φο­ρά “την πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία μας”, εί­ναι ε­πι­σφα­λής, κα­θώς συ­ντεί­νει στο να α­το­νή­σουν οι πε­ραι­τέ­ρω ε­ρευ­νη­τι­κές προ­σπά­θειες. 
Τη δυ­να­τό­τη­τα ε­νός πρώ­του ε­λέγ­χου της γραμ­μα­το­λο­γι­κής α­ξίας της συ­γκε­κρι­μέ­νης αν­θο­λό­γη­σης προ­σφέ­ρουν οι ε­πα­νεκ­δό­σεις πα­λαιό­τε­ρων αν­θο­λο­γιών. Ανά­με­σα σε αυ­τές, τρεις δια­κρί­νο­νται, λό­γω και του σχε­τι­κά με­γά­λου α­ριθ­μού συγ­γρα­φέων που πε­ρι­λαμ­βά­νουν. Πέ­ραν, ό­μως, του πλή­θους των προ­σώ­πων, το εν­δια­φέ­ρον τους έ­γκει­ται στο ό­τι, καί­τοι έρ­γο ε­νός, το κυ­ρίως σώ­μα των αν­θο­λο­γού­με­νων κέρ­δι­σε το στοί­χη­μα της ε­πι­βε­βαίω­σης. Κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά έκ­δο­σης, έ­χου­με την αν­θο­λο­γία του 1896, τα «Ελλη­νι­κά Διη­γή­μα­τα», με εκ­δό­τη τον Γεώρ­γιο Κασ­δό­νη, και δυο αν­θο­λο­γίες του 1920, τα «55 Ελλη­νι­κά Διη­γή­μα­τα», σε ε­πι­μέ­λεια Κώ­στα Ι. Καρ­ζή, με εκ­δό­τη τον Μι­χαήλ Σ. Ζη­κά­κη, και τη δί­το­μη «Το Ελλη­νι­κόν Διή­γη­μα», σε ε­κλο­γή και ε­πι­μέ­λεια του Κων­στ. Φ. Σκό­κου, με εκ­δό­τη τον Ιωάν­νη Κολ­λά­ρο, διά­δο­χο του Κασ­δό­νη στο Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας.
Χά­ρις στην ε­πι­μο­νή του Γ. Πα­πα­κώ­στα, οι δυο α­πό αυ­τές, του 1896 και η δεύ­τε­ρη του 1920, ε­πα­νεκ­δό­θη­καν μέ­σα στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία. Η πρώ­τη, το 2004, σε ε­πι­μέ­λεια του ι­δίου. Εί­χε προ­η­γη­θεί, το 1998, η ε­πα­νέκ­δο­σή της, σε ε­πι­μέ­λεια Β. Τω­μα­δά­κη, στη Σει­ρά με­λε­τη­μά­των του Ιδρύ­μα­τος Μα­νό­λη Τρια­ντα­φυλ­λί­δη, που δεν έ­τυ­χε πλα­τύ­τε­ρης πα­ρου­σία­σης. Η δεύ­τε­ρη εί­ναι αυτή που επανεκδόθηκε πρόσφατα. Η σύ­γκρι­ση των τριών αν­θο­λο­γιών με ε­κεί­νη του Σο­κό­λη θέ­τει έ­να διτ­τό ε­ρώ­τη­μα. Πρέ­πει να ε­παι­νέ­σου­με τους πα­λαιούς για το α­νε­πτυγ­μέ­νο αι­σθη­τή­ριό τους ή να ψέ­ξου­με τους νεό­τε­ρους για ε­ρευ­νη­τι­κή ο­κνη­ρία και ε­φη­συ­χα­σμό με τα έ­τοι­μα;
Να θυ­μί­σου­με πως το τμή­μα της αν­θο­λο­γίας-γραμ­μα­το­λο­γίας Σο­κό­λη, το α­φιε­ρω­μέ­νο “στην πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία μας”, ο­ρί­ζε­ται χρο­νι­κά “α­πό ι­δρύ­σεως ελ­λη­νι­κού κρά­τους ως τον πρώ­το πα­γκό­σμιο πό­λε­μο” και εί­ναι χω­ρι­σμέ­νο σε τρεις πε­ριό­δους: 1830-1880, 1880-1900, 1900-1914, ό­που α­ντι­στοί­χως αν­θο­λο­γού­νται, 26, 28, 24 συγ­γρα­φείς. Πρό­κει­ται για εν­νέα τό­μους, χω­ρι­σμέ­νους σε τρεις ε­νό­τη­τες, με ε­πί μέ­ρους ε­πι­με­λη­τές τους Ν. Βα­γε­νά, Κ. Στερ­γιό­που­λο, Γ. Δάλ­λα. Επί­σης, να διευ­κρι­νί­σου­με πως οι συ­γκρί­σεις α­φο­ρούν τους συγ­γρα­φείς της γε­νιάς του 1880 και της πρώ­της ο­μά­δας του 20ου αιώ­να. Εξαι­ρού­νται, δη­λα­δή, οι συγ­γρα­φείς της πρώ­της πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, κα­θώς οι τρεις πα­λαιό­τε­ροι αν­θο­λό­γοι πε­ριο­ρί­ζο­νται σε με­τρη­μέ­νους ε­πι­φα­νείς, ή­δη α­πο­θα­νό­ντες το 1920: ο Κασ­δό­νης στους Α. Ρ. Ρα­γκα­βή, Δ. Βι­κέ­λα, Ε. Ροΐδη και Α. Βλά­χο, ο Σκό­κος προ­σθέ­τει σε αυ­τούς τους τέσ­σε­ρις, στον δεύ­τε­ρο τό­μο, τον Ν. Δρα­γού­μη, ε­νώ ο Καρ­ζής αν­θο­λο­γεί μό­νο τους Βι­κέ­λα και Ροΐδη. 
Αρχι­κά, θα πρέ­πει να δώ­σου­με μία ει­κό­να της αν­θο­λο­γίας Καρ­ζή, που δεν έ­χει ε­πα­νεκ­δο­θεί. Στην ει­σα­γω­γή της πρό­σφα­της ε­πα­νέκ­δο­σης της αν­θο­λο­γίας Σκό­κου, δί­νε­ται μία συ­γκρι­τι­κή πε­ρι­γρα­φή, στην ο­ποία ε­ντο­πί­ζο­νται οι ε­ξής α­να­κρί­βειες: Η εν λό­γω αν­θο­λο­γία 55 διη­γη­μά­των πε­ρι­λαμ­βά­νει 52 και ό­χι 50 συγ­γρα­φείς, που ση­μαί­νει ό­τι με δυο διη­γή­μα­τα αν­θο­λο­γού­νται τρεις (Δημ. Κα­μπού­ρο­γλου, Κ. Πα­λα­μάς, Μ. Μη­τσά­κης) και ό­χι πέ­ντε, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται. Επί­σης, οι 52 του Καρ­ζή δεν αν­θο­λο­γού­νται ό­λοι στου Σκό­κου, πα­ρά μό­νο οι 48 (29 στον πρώ­το τό­μο, 19 στον δεύ­τε­ρο). Πα­ρα­λεί­πο­νται οι Γ. Ψυ­χά­ρης, Πολ. Δη­μη­τρα­κό­που­λος, Δημ. Τα­γκό­που­λος, Ηλίας Σταύ­ρου. Με το ί­διο διή­γη­μα στις δυο αν­θο­λο­γίες, Σκό­κου και Καρ­ζή, πα­ρου­σιά­ζο­νται ε­πτά και ό­χι έ­ξι (στους Ι. Πο­λυ­λά, Γ. Δρο­σί­νη, Μη­τσά­κη, Ι. Γκί­κα, Π. Βλα­στό, Ι. Ζερ­βό, που α­να­φέ­ρο­νται, προ­στί­θε­ται ο Εμμ. Λυ­κού­δης με το «Μα­ρα­σμός»). 
Για τις δυο εν­δια­φέ­ρου­σες πε­ριό­δους 1880-1900 και 1900-1914, α­φαι­ρώ­ντας τους πα­λαιό­τε­ρους, η αν­θο­λο­γία του Κασ­δό­νη αν­θο­λο­γεί 30 στους συ­νο­λι­κά 34, του Σκό­κου 63 στους συ­νο­λι­κά 68 (27 πρώ­το τό­μο, 36 δεύ­τε­ρο), του Καρ­ζή 50 στους συ­νο­λι­κά 52 και του Σο­κό­λη 52 ε­πί συ­νό­λου 78. Οι α­ριθ­μοί συ­γκλί­νουν μεν, αλ­λά δια­φο­ρο­ποιού­νται στα ε­πι­μέ­ρους πρό­σω­πα. Ορι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς α­πα­ντώ­νται σε μία ή και σε δυο αν­θο­λο­γίες, αλ­λά δεν δια­σώ­ζο­νται στου Σο­κό­λη. Μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο οι εν λό­γω συγ­γρα­φείς, οι, τρό­πον τι­νά, σή­με­ρα “ά­στε­γοι”, ε­πα­νε­ξε­τά­στη­καν και α­πορ­ρί­φθη­καν. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, πρό­κει­ται για 25 συγ­γρα­φείς, που αν­θο­λο­γού­νται ως ε­ξής: Δυο της γε­νιάς του 1880 (Αρι­στ. Ρού­κης, Θ. Βελ­λια­νί­της) α­πα­ντώ­νται μό­νο στου Κασ­δό­νη. Δυο α­πό τους νεό­τε­ρους (Αντώ­νης Σπη­λιω­τό­που­λος, Λ. Αστέ­ρης) αν­θο­λο­γού­νται στου Κασ­δό­νη και στον δεύ­τε­ρο τό­μο του Σκό­κου. Ενώ, ο δεύ­τε­ρος, που προ­χω­ρά­ει σε μια ευ­ρύ­τε­ρη αν­θο­λό­γη­ση, στον πρώ­το τό­μο συ­γκρα­τεί δυο νεό­τε­ρους (Μα­ρί­νος Σι­γού­ρος, Ευ­στρά­τιος Ευ­στρα­τιά­δης), στον δεύ­τε­ρο άλ­λους 18 (τέσ­σε­ρις πα­λαιό­τε­ρους Δημ. Πα­ντα­ζής, Σκό­κος, Αγαθ. Κων­στα­ντι­νί­δης, Γ. Στρα­τή­γης, και 14 νεό­τε­ρους Π. Αξιώ­της, Γ. Τσο­κό­που­λος, Π. Πα­να­γό­που­λος, Ι. Ζερ­βός, Ι. Γκί­κας, Γ. Αδρα­κτάς, Α. Πα­πα­δό­που­λος, Ν. Πε­τι­με­ζας, Δημ. Κα­λο­γε­ρό­που­λος, Κ. Μα­κρί­δης, Λ. Κα­νελ­λό­που­λος, Μ. Φι­λή­ντας, Σ. Σκί­πης, Γ. Πελ­λε­ρέν). Από αυ­τούς, ο Καρ­ζής συ­γκρα­τεί τους δυο του πρώ­του τό­μου και τους ε­πτά πρώ­τους του δεύ­τε­ρου, ε­νώ προ­σθέ­τει τον νεό­τε­ρο Ηλ. Σταύ­ρου.
Στην ει­σα­γω­γή της πρό­σφα­της ε­πα­νέκ­δο­σης της αν­θο­λο­γίας Σκό­κου, δια­τυ­πώ­νε­ται η ά­πο­ψη πως ο Σκό­κος βα­σί­στη­κε κα­τά πο­λύ στην αν­θο­λο­γία Κασ­δό­νη. Όπως φαί­νε­ται, ως δια­πί­στω­ση, θα πρέ­πει να γε­νι­κευ­θεί. Τό­σο οι δυο αν­θο­λο­γίες του 1920 ό­σο και του Σο­κό­λη υιο­θέ­τη­σαν σχε­δόν στο α­κέ­ραιο τις ε­πι­λο­γές του Κασ­δό­νη. Οι 26 συγ­γρα­φείς του Κασ­δό­νη (α­φού α­φαι­ρέ­σου­με τους 4 “ά­στε­γους”), οι 20 της γε­νιάς του 1880 (Α. Πα­πα­δια­μά­ντης, Α. Μω­ραϊτί­δης, Γ. Βι­ζυη­νός, Μ. Μη­τσά­κης, Ι. Κον­δυ­λά­κης, Αλεξ. Πα­πα­δο­πού­λου, Εμ. Λυ­κού­δης, Ι. Πο­λυ­λάς, Χαρ. Άννι­νος, Γ. Δρο­σί­νης, Δ. Κα­μπού­ρο­γλου, Ι. Δαμ­βέρ­γης, Α. Κουρ­τί­δης, Α. Εφτα­λιώ­της, Χ. Χρη­στο­βα­σί­λης, Α. Καρ­κα­βί­τσας, Κ. Κρυ­στάλ­λης, Γ. Βλα­χο­γιάν­νης, Κ. Πα­λα­μάς, Γ. Ψυ­χά­ρης) και οι έ­ξι της ε­πό­με­νης (Π. Νιρ­βά­νας, Γ. Ξε­νό­που­λος, Ν. Επι­σκο­πό­που­λος, Κώ­στας Πα­σα­γιάν­νης, Δ. Χατ­ζό­που­λος, Γ. Βώ­κος) υ­πάρ­χουν στις δυο αν­θο­λο­γίες του 1920 (με ε­ξαί­ρε­ση τον Ψυ­χά­ρη που α­που­σιά­ζει α­πό τον Σκό­κο και τον Βώ­κο που α­που­σιά­ζει και α­πό τις δυο, ό­που συμ­βάλ­λουν οι ι­διαί­τε­ρες συν­θή­κες του βίου του με­τά το 1913), ε­νώ στου Σο­κό­λη υ­πάρ­χει α­κέ­ραιο το σώ­μα των 26. Αν και στο λήμ­μα του Βώ­κου, το έργο του α­πα­ξιώ­νε­ται, σχε­δόν κα­θ’ ο­λο­κλη­ρία. Πα­ρό­μοιας διά­θε­σης λήμ­μα­τα, ό­που οι ση­με­ρι­νοί α­πορ­ρί­πτουν το έρ­γο του συγ­γρα­φέα που α­νέ­λα­βαν να πα­ρου­σιά­σουν, συ­νι­στούν βα­σι­κή α­δυ­να­μία της εν λό­γω αν­θο­λο­γίας α­πό την ο­πτι­κή του στά­τους τής γραμ­μα­το­λο­γίας που διεκ­δι­κεί. 
Σε αυ­τούς τους 26, του Σο­κό­λη προ­σθέ­τει 13 συγ­γρα­φείς α­πό το κοι­νό σώ­μα των αν­θο­λο­γιών Σκό­κου και Καρ­ζή, δυο της γε­νιάς του 1880 (Κ. Με­τα­ξάς-Βο­σπο­ρί­της, Α. Τραυ­λα­ντώ­νης) και 11 νεό­τε­ρους (Κ. Ρά­δος, Γ. Κα­μπύ­σης, Κ. Χατ­ζό­που­λος, Κ. Θε­ο­τό­κης, Κ. Πα­ρο­ρί­της, Δ. Βου­τυ­ράς, Π. Βλα­στός, Γ. Κα­ζα­ντζά­κη, Ζ. Πα­πα­ντω­νίου, Σπ. Με­λάς, Πλ. Ρο­δο­κα­νά­κης). Επί­σης, τρεις που αν­θο­λο­γού­νται μό­νο α­πό τον Σκό­κο, έ­ναν της γε­νιάς του 1880 (Αρ. Πα­πα­δο­πού­λου) και δυο νεό­τε­ρους (Γ. Κα­μπύ­σης, Σπ. Πα­σα­γιάν­νης). Ακό­μη, δυο που αν­θο­λο­γού­νται μό­νο α­πό τον Καρ­ζή, έ­ναν πα­λαιό­τε­ρο (Πολ. Δη­μη­τρα­κό­που­λος) και έ­να νεό­τε­ρο (Δημ. Τα­γκό­που­λος). Τε­λι­κά, μέ­νει να α­να­φέ­ρου­με ποιους συγ­γρα­φείς “α­να­κά­λυ­ψα­ν” οι γραμ­μα­το­λό­γοι, που δεν υ­πάρ­χουν στις πα­λαιό­τε­ρες αν­θο­λο­γίες. Τρεις της γε­νιάς του 1880 (Αλ. Πάλ­λης, Κ. Παρ­ρέν, Ν. Σπαν­δω­νής) και τέσ­σε­ρις α­πό τους νεό­τε­ρους (Ίων Δρα­γού­μης, Π. Δέλ­τα. Δ. Κόκ­κι­νος, Χρ. Χρη­στο­μά­νος). Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι πρό­κει­ται για ση­μα­ντι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες, με έρ­γο ι­στο­ρι­κό, κοι­νω­νι­κό ή και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του τύ­που του α­να­γνώ­σμα­τος. Δηλαδή, όχι αμιγώς λογοτεχνικό. Άρα, αν η αν­θο­λο­γία-γραμ­μα­το­λο­γία Σο­κό­λη συ­νι­στά τον “λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να” για την πε­ρίο­δο 1880-1914, αυ­τός εί­χε δια­μορ­φω­θεί εκ των ε­νό­ντων α­πό τις τρεις αν­θο­λο­γίες. Μό­νο για την πρώ­τη πε­ρίο­δο, 1830-1880, υ­πήρ­ξε έ­ρευ­να που α­πέ­φε­ρε νέα ο­νό­μα­τα. 
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι στην ει­σα­γω­γή της πρό­σφα­της έκ­δο­σης έ­χουν πα­ρει­σφρύ­σει κά­ποιες λαν­θα­σμέ­νες α­να­φο­ρές, που μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν σύγ­χυ­ση. Λ.χ., ό­τι οι αν­θο­λο­γού­με­νοι του Σκό­κου εί­ναι 61 α­ντί 68 ή πως αν­θο­λο­γεί δυο πα­λαιό­τε­ρους α­ντί πέ­ντε. Επί­σης, τα πο­σο­στά της γυ­ναι­κείας πε­ζο­γρα­φίας που δί­νο­νται, 3,4% και 5,9% για τις αν­θο­λο­γίες α­ντι­στοί­χως Κασ­δό­νη και Σκό­κου, συ­σκο­τί­ζουν, δε­δο­μέ­νου ό­τι ο πρώ­τος αν­θο­λο­γεί μό­λις μία, πο­σο­στό 2,9%, και ο δεύ­τε­ρος τέσ­σε­ρις, πο­σο­στό 5,88%. Αλλά και σή­με­ρα, που δί­νου­με ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή στις α­φα­νείς του πα­ρελ­θό­ντος, στου Σο­κό­λη προ­στέ­θη­καν μό­λις τρεις (στην πρώ­τη πε­ρίο­δο η Μ. Μη­χα­νί­δου και οι νεό­τε­ρες Παρ­ρέν, Δέλ­τα), πο­σο­στό 8,97. Στον Σκό­κο, ω­στό­σο, α­πο­δί­δε­ται “με­ρο­λη­ψία και α­πο­δε­κα­τι­στι­κή λο­γι­κή”.  
Γε­νι­κό­τε­ρα, η ει­σα­γω­γή δεν κα­λο­συ­στή­νει τον Σκό­κο. Η ε­πι­λο­γή του να πα­ρα­θέ­σει βιο­γρα­φι­κά ση­μειώ­μα­τα των συγ­γρα­φέων χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται μεν “πο­λύ­τι­μη”, αλ­λά α­κυ­ρώ­νε­ται με την πα­ρα­τή­ρη­ση ό­τι “τα υ­περ­βο­λι­κά πολ­λά πραγ­μα­το­λο­γι­κά λά­θη υ­πο­νο­μεύουν τη χρη­σι­μό­τη­τα αυ­τών των βιο­γρα­φι­κών ση­μειω­μά­τω­ν”. Όπως α­να­φέ­ρε­ται ή­δη α­πό τον πρό­λο­γο, “η Ανθο­λο­γία βρί­θει λα­θώ­ν”, τα ο­ποία  “κρί­θη­κε σκό­πι­μο να διορ­θω­θού­ν”, αλ­λά “σιω­πη­ρώς”. Ωστό­σο, μό­νο τα προ­φα­νή τυ­πο­γρα­φι­κά λά­θη διορ­θώ­νο­νται σιω­πη­ρώς, ε­νώ τα λά­θη του αν­θο­λό­γου έ­χουν την ι­στο­ρι­κό­τη­τά τους. Πα­ρά­δειγ­μα, ο εκ­δη­μο­τι­κι­σμός και οι α­πλο­ποιή­σεις πολ­λών τίτ­λων α­πό τον Σκό­κο. Επί­σης, κά­ποια σφάλ­μα­τα, ό­πως, λ.χ., η α­να­φο­ρά της χρο­νο­λο­γίας έκ­δο­σης του βι­βλίου του Ν. Δρα­γού­μη, «Ιστο­ρι­καί Ανα­μνή­σεις», το 1874, ως η­με­ρο­μη­νία θα­νά­του του. Η σιω­πη­ρή διόρ­θω­ση α­πο­κα­θι­στά την ορ­θή χρο­νο­λο­γία θα­νά­του, το 1879, αλ­λά δεν α­να­φέ­ρει τις χρο­νο­λο­γίες των δυο πρώ­των εκ­δό­σεων του βι­βλίου, 1874 και 1879. Ή, α­κό­μη, η α­να­φο­ρά του 1890 ως χρο­νο­λο­γία έκ­δο­σης της «Πά­πισ­σας Ιωάν­νας» α­ντί του 1866, που, το πι­θα­νό­τε­ρο, ο­φεί­λε­ται σε lapsus του Σκό­κου, κα­θώς το 1890 με­τα­φρά­στη­κε το βι­βλίο, «Η α­λη­θής Πά­πισ­σα Ιωάν­να». 
Ύστε­ρα, με το “σιω­πη­ρώς”, φορ­τώ­νο­νται στον Σκό­κο και λά­θη της πρό­σφα­της ε­πα­νέκ­δο­σης. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Τσο­κό­που­λος για τον ελ­λη­νο­τουρ­κι­κό πό­λε­μο του 1912, δη­μο­σίευ­σε “φυλ­λά­διο”, με “α­κρι­βή ε­ξι­στό­ρη­ση των α­φορ­μών, προ­πα­ρα­σκευής, ε­ξε­λί­ξεως και α­πο­τε­λε­σμά­των του παμ­βαλ­κα­νι­κού κα­τά της Τουρ­κίας πο­λέ­μου”, αλ­λά και βι­βλίο, «Από τα πε­δία των μα­χών», ως “ε­πι­σκέ­πτης, ό­ταν α­κό­μη τα πτώ­μα­τα ή­ταν ά­τα­φα”. Εντυ­πώ­σεις, λοι­πόν, ό­χι Ιστο­ρία. Τώ­ρα, αν αυ­τές εν­σω­μα­τώ­θη­καν σε “Ιστο­ρία” στην α­ντί­πε­ρα ό­χθη του Ατλα­ντι­κού, θα έ­πρε­πε να διευ­κρι­νί­ζε­ται. Πα­ρο­μοίως, για τα θε­α­τρι­κά του Τσο­κό­που­λου, στου Σκό­κου δί­νε­ται η χρο­νο­λο­γία α­νε­βά­σμα­τος μίας πα­ρά­στα­σης, ε­νώ, οι διορ­θώ­σεις δί­νουν αυ­τήν της έκ­δο­σης βι­βλίου. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση και χω­ρίς διευ­κρί­νι­ση, για το έμ­με­τρο πα­ρα­μύ­θι “Της Ωριάς το κά­στρο”, τίτ­λος που συμ­φω­νεί με το δη­μο­τι­κό ά­σμα, δί­νε­ται η χρο­νο­λο­γία α­νε­βά­σμα­τος, με διορ­θω­μέ­νο τον τίτ­λο, «Το κά­στρο της Ωριάς». Όπως κι αν έ­χει, κα­τα­λή­γου­με με έ­να νό­θο βιο­γρα­φι­κό, που ού­τε το τό­τε α­ντι­κα­το­πτρί­ζει ού­τε για το σή­με­ρα εί­ναι ε­παρ­κές. Τέ­λος, για τους αν­θο­λο­γού­με­νους συγ­γρα­φείς, που δεν υ­πάρ­χουν τα έ­τοι­μα βιο­γρα­φι­κά του Σο­κό­λη, ε­κεί­να του Σκό­κου ε­λά­χι­στα δια­φο­ρο­ποιού­νται, με λαν­θα­σμέ­νες ο­ρι­σμέ­νες διορ­θώ­σεις.
Η πρώ­τη α­πό τις έ­ξι ε­νό­τη­τες της ει­σα­γω­γής α­ναγ­γέλ­λε­ται ό­τι “σκια­γρα­φεί το πορ­τρέ­το του εκ­δό­τη της Ανθο­λο­γίας”. Μό­νο που, για α­κό­μη μία φο­ρά, ο Σκό­κος μέ­νει με έ­να η­μι­τε­λές “πορ­τρέ­το”. Εκτε­νής, ως συ­νή­θως, εί­ναι η α­να­φο­ρά στο Ημε­ρο­λό­γιο, που ε­ξέ­δι­δε, ό­χι “ε­πί τριά­ντα δυο χρό­νια” αλ­λά ε­πί τριά­ντα τρία, α­πό το 1886 (συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου) έως το 1918. Ενώ, για τον βίο του, αν­τλού­νται πλη­ρο­φο­ρίες α­πό το Ημε­ρο­λό­γιο και κυ­ρίως, α­πό τα “αυ­το­βιο­γρα­φι­κά κεί­με­να” του Ξε­νό­που­λου. Μό­νο που αυ­τά γρά­φτη­καν για το πλα­τύ κοι­νό. Έτσι, μα­θαί­νου­με πε­ρισ­σό­τε­ρα για την σύ­ζυ­γο του Σκό­κου, Αδρια­νή, το γέ­νος Επι­σκο­πό­που­λου. Πα­ρά τα κε­νά, στα­χυο­λο­γώ­ντας α­πό­ψεις, η α­πό­φαν­ση εί­ναι κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή: “Ο Σκό­κος υ­πήρ­ξε έ­νας α­κα­τα­πό­νη­τος ερ­γά­της του πνεύ­μα­τος, μια ευ­φρό­συ­νη φω­νή, που α­ντα­πο­κρι­νό­ταν στο μέ­σο γού­στο της ε­πο­χής.” 
Να ση­μειώ­σου­με την ε­ρευ­νη­τι­κή ερ­γα­σία του Ν. Φα­λα­γκά, που πα­ρου­σιά­ζε­ται στο Επί­με­τρο: κρι­τι­κά κεί­με­να για την αν­θο­λο­γία Σκό­κου, συ­γκρι­τι­κός πί­να­κας πε­ριε­χο­μέ­νων με άλ­λες αν­θο­λο­γίες, κα­τά­λο­γος προ­η­γού­με­νων και πρώ­των δη­μο­σιεύ­σεων των διη­γη­μά­των. Μέ­νει ζη­τού­με­νο, κα­τά πό­σο πα­ρει­σφρέ­ουν, και ε­δώ, κά­ποια σφάλ­μα­τα. Λ.χ., ο Λυ­κού­δης εμ­φα­νί­ζε­ται να έ­χει δη­μο­σιεύ­σει δια­φο­ρε­τι­κό διή­γη­μα στις αν­θο­λο­γίες Σκό­κου και Καρ­ζή. Σε ει­σα­γω­γι­κό “ση­μείω­μα”, δί­νο­νται “οι εκ­δο­τι­κές αρ­χές” κα­τά τη διόρ­θω­ση. Διευ­κρι­νί­ζε­ται πως “έ­γι­νε προ­σπά­θεια να δια­τη­ρη­θεί μεν η ι­στο­ρι­κό­τη­τα της ορ­θο­γρα­φίας και της γλωσ­σι­κής μορ­φής των κει­μέ­νω­ν”, αλ­λά και να μην α­πο­θαρ­ρύ­νο­νται οι νέ­οι. Στην πρά­ξη, λ.χ., η γραία εκ­συγ­χρο­νί­ζε­ται  σε γριά. Βε­βαίως, αν εί­ναι να προ­σέλ­θουν οι νέ­οι, χα­λά­λι το συγ­γρα­φι­κό ύ­φος. 


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/7/2014

Δεν υπάρχουν σχόλια: