Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Στης Εστίας το βιβλιοπωλείον Μια μακρά ιστορία με άδοξο τέλος


Η Μάνια Καραϊτίδη
με φόντο
το Βιβλιοπωλείο
της Εστίας,
στη Σόλωνος.









31 Αυ­γού­στου 1885, ο Γεώρ­γιος Σου­ρής, τό­τε 32 ε­τών και σε με­γά­λη στι­χουρ­γι­κή φόρ­μα, έ­γρα­φε στο ε­βδο­μα­διαίο και έμ­με­τρο σα­τι­ρι­κό φύλ­λο του, τον «Ρω­μηό», που ε­ξέ­δι­δε ή­δη ε­πί τριε­τία, τους στί­χους: «Σύ­στα­σις δι’ εν ω­ραίον / Βι­βλιο­πω­λείον νέ­ον. / Όστις α­νά­γκην έ­χει πα­ντο­δα­πών βι­βλίων, / ας τρέ­ξη στης Εστίας το βι­βλιο­πω­λείον, / εις την ο­δόν Στα­δίου, στου Λά­μπρου α­πό κά­τω, / μ’ Ελλη­νι­κά και ξέ­να συγ­γράμ­μα­τα γε­μά­το. / Με­γά­λως συ­νί­στα­ται εις ό­λους πα­ρ’ η­μών, / διό­τι κι ευ­θη­νίαν θα εύ­ρε­τε τι­μών.»
 Στου Λά­μπρου α­πό κά­τω, λοι­πόν, δεν εί­ναι πα­ρά η οι­κία, ε­πί της ο­δού Στα­δίου 32, του κερ­κυ­ραίου, η­πει­ρω­τι­κής κα­τα­γω­γής, αρ­χαιο­λά­τρη και νο­μι­σμα­το­λό­γου Παύ­λου Λά­μπρου, που πέ­θα­νε δύο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, σε η­λι­κία 67 ε­τών. Στο ί­διο οί­κη­μα λει­τουρ­γού­σε, α­πό το 1860, το κα­τά­στη­μα αρ­χαιο­τή­των του ι­δίου, με ι­διαί­τε­ρο τμή­μα βι­βλίων.
     Όταν ο Σου­ρής α­να­φέ­ρε­ται στην Εστία, δεν εν­νο­εί πλέ­ον τις βι­βλιο­ε­μπο­ρι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες του ε­βδο­μα­διαίου πε­ριο­δι­κού, που κυ­κλο­φο­ρού­σε ή­δη α­πό τις 4 Ιαν. 1876, αρ­χι­κά, με διευ­θυ­ντή τον Παύ­λο Διο­μή­δη και α­πό την 1η Ιαν. 1881, τον Γεώρ­γιο Κασ­δό­νη, αλ­λά το βι­βλιο­πω­λείο που εί­χε την έ­μπνευ­ση να ι­δρύ­σει ο Κασ­δό­νης, με συ­νε­ταί­ρο τον τζιώ­τη Ιωάν­νη Βρε­τό, που α­πο­χώ­ρη­σε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Τό­τε, το Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας εξ α­νά­γκης με­τα­φέρ­θη­κε στην α­πέ­να­ντι γω­νία των ο­δών Στα­δίου και Πε­σματ­ζό­γλου, κα­θώς, στη θέ­ση της οι­κίας Λά­μπρου, ο αρ­χι­τέ­κτο­νας Αλέ­ξαν­δρος Νι­κο­λού­δης θα έ­χτι­ζε έ­να μέ­γα­ρο κα­τα­στη­μά­των, γρα­φείων και κα­τοι­κίας του. Προέ­κυ­ψε ό­ντως μέ­γα­ρο και μία α­πό τις γνω­στό­τε­ρες στοές των Αθη­νών, η Στοά Νι­κο­λού­δη, έ­χο­ντας δι­πλή πρό­σο­ψη και δίο­δο Πα­νε­πι­στη­μίου - Στα­δίου. Εδώ μια λε­πτο­μέ­ρεια: Η Στοά προς την πλευ­ρά της Στα­δίου σχη­μά­τι­ζε δια­κλά­δω­ση με δι­πλή έ­ξο­δο. Το Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας ε­πα­νήλ­θε ε­κεί, στο δε­ξιό σκέ­λος, το 1936.

Πιά­τσα βι­βλιο­πω­λείων

Ενδια­μέ­σως, λό­γω έ­τε­ρης α­γο­ρα­πω­λη­σίας, το Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας α­να­γκά­στη­κε να με­τα­φερ­θεί για δεύ­τε­ρη φο­ρά, α­πό το γω­νια­κό κα­τά­στη­μα στο δι­πλα­νό, Στα­δίου 44, που ή­ταν και η διεύ­θυν­ση του πε­ριο­δι­κού «Νέα Εστία», ό­ταν πρω­το­εκ­δό­θη­κε τον Απρί­λιο του 1927. Ταυ­τό­χρο­να, δια­τη­ρού­σε κα­τά­στη­μα στην Ιππο­κρά­τους, α­πέ­να­ντι α­πό το ση­με­ρι­νό βι­βλιο­πω­λείο του Πα­πα­δή­μα, ό­που τό­τε ή­ταν το Λη­ξιαρ­χείο. Πό­λος έλ­ξης, πά­ντως, ή­ταν η Στα­δίου. Άλλα βι­βλιο­πω­λεία και εκ­δο­τι­κοί οί­κοι ε­κεί­νης της ε­πο­χής ή­ταν του Μι­χαήλ Σα­λί­βε­ρου, Στα­δίου 14, α­πέ­να­ντι α­πό το ά­γαλ­μα Κο­λο­κο­τρώ­νη, κα­θώς και το πα­λαιό­τε­ρο Βι­βλιο­πω­λείο Σα­λί­βε­ρου, ο Ερμής, που το διηύ­θυ­νε ο α­δελ­φός του, Χρή­στος Σα­λί­βε­ρος. Ακό­μη, το Βι­βλιο­πω­λείο Δη­μή­τρη Δη­μη­τρά­κου, Στα­δίου 4, στο νεό­κτι­στο, εν έ­τει 1931, κτί­ριο του Με­το­χι­κού Τα­μείου Στρα­τού, και α­πό το 1934, στην πλα­τεία Συ­ντάγ­μα­τος. Επί­σης, του Σι­δέ­ρη, του Τζά­κα και του Δε­λα­γραμ­μά­τι­κα, του Γεωρ­γίου Βα­σι­λείου, Στα­δίου 42, και, α­πό το 1901, το Βι­βλιο­πω­λείο του Κώ­στα Ελευ­θε­ρου­δά­κη, Στα­δίου και πλα­τεία Συ­ντάγ­μα­τος. Το τε­λευ­ταίο, στο Με­σο­πό­λε­μο, α­να­φέ­ρε­ται ως το πιο ε­ντυ­πω­σια­κό. Το πλη­ρέ­στε­ρο, ω­στό­σο, ή­ταν της Εστίας. Και ό­χι μό­νο το πλη­ρέ­στε­ρο, αλ­λά και τό­πος συ­νά­ντη­σης του λο­γο­τε­χνι­κού σι­να­φιού. Από τό­τε, ό­ποιος ή­θε­λε να α­φή­σει για κά­ποιον έ­να βι­βλίο, στο Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας το ε­μπι­στευό­ταν.

Οι Τη­νια­κοί της Εστίας

Αυ­τές ή­ταν οι δια­δο­χι­κές με­τοι­κε­σίες ε­πί της ο­δού Στα­δίου του πρώ­του κα­τα­στή­μα­τος του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας, ε­νώ ο άν­θρω­πος που κρα­τού­σε το πη­δά­λιο της ε­πι­χεί­ρη­σης άλ­λα­ξε τέσ­σε­ρις φο­ρές μέ­σα σε 93 έ­τη, 1885-1978. Δε­κα­πέ­ντε χρό­νια με­τά τα ε­γκαί­νια, που δια­φη­μί­ζει εμ­μέ­τρως ο Σου­ρής, στις 4 Νοε. 1900, πέ­θα­νε α­πό φυ­μα­τίω­ση ο Κασ­δό­νης. Τη διεύ­θυν­ση του Βι­βλιο­πω­λείου α­νέ­λα­βε ο α­νι­ψιός του Ιωάν­νης Δ. Κολ­λά­ρος, τό­τε τριά­ντα ε­τών. Και οι δύο α­πό τον Πύρ­γο της Τή­νου. Τη­νια­κής κα­τα­γω­γής, α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας του, ή­ταν και ο μα­κρο­βιό­τε­ρος υ­πάλ­λη­λος του Βι­βλιο­πω­λείου. Ο Νί­κος Πα­ντε­λά­κης, που, προ δε­κα­ε­τίας, α­φη­γή­θη­κε την ι­στο­ρία του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας. Μιας μορ­φής α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, με τίτ­λο, «Σαν να διά­βα­σα έ­να βι­βλίο». Χά­ρις στις γνω­ρι­μίες της μη­τέ­ρας του, βρέ­θη­κε, μό­λις δε­κά­χρο­νος, υ­πάλ­λη­λος στο βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας, το 1923. Στην Εστία πα­ρέ­μει­νε μέ­χρι τον Ιαν. του 2001. Τα 90α γε­νέ­θλιά του τα γιόρ­τα­σε στο Βι­βλιο­πω­λείο σε εκ­δή­λω­ση για το βι­βλίο του, ό­που του α­πο­νε­μή­θη­κε τι­μη­τι­κό δί­πλω­μα. Τό­τε, ο Κυ­ριά­κος Ντε­λό­που­λος τον εί­χε χα­ρα­κτη­ρί­σει “προ­η­λεκ­τρο­νι­κή βά­ση δε­δο­μέ­νω­ν”. Πέ­θα­νε στις 20 Απρ. 2008.
Το 2011, το βι­βλίο του Πα­ντε­λά­κη συ­μπλή­ρω­σε η με­λέ­τη της Άννας Κα­ρα­κα­τσού­λη, «Στη χώ­ρα των βι­βλίων. Η εκ­δο­τι­κή ι­στο­ρία του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας 1885-2010». Επί τρο­χά­δην, η γε­νε­α­λο­γία της Εστίας δια­γρά­φε­ται ως ε­ξής: Ο Ιωάν­νης Δ. Κολ­λά­ρος εί­χε έ­να μο­να­χο­παί­δι, την Ευ­τυ­χία. Αρσα­κειά­δα η Ευ­τυ­χία, πα­ντρεύ­τη­κε τον Κων­στα­ντί­νο Σα­ρα­ντό­που­λο, α­ξιω­μα­τι­κό του Πυ­ρο­βο­λι­κού. Δεν α­να­φέ­ρε­ται χρο­νο­λο­γία γά­μου, πά­ντως άρ­χι­σε να ερ­γά­ζε­ται στην Εστία το 1925, συ­μπτω­μα­τι­κά τρια­ντά­χρο­νος, ό­πως και ο πε­θε­ρός του ό­ταν ξε­κί­νη­σε. Λό­γω της συμ­με­το­χής του στο α­ντε­πα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα Λε­ο­ναρ­δό­που­λου-Γαρ­γα­λί­δη, Οκτ. 1923, εί­χε α­πο­ταχ­θεί με το βαθ­μό του ταγ­μα­τάρ­χη. Επω­μί­στη­κε μέ­ρος α­πό τις ευ­θύ­νες της Εστίας, ε­νώ ο Κολ­λά­ρος κρά­τη­σε τα τυ­πο­τε­χνι­κά. Ο Κολ­λά­ρος πέ­θα­νε το 1956, σε η­λι­κία 86 ε­τών, και μάλ­λον θα εί­χε πο­λύ νω­ρί­τε­ρα α­πο­τρα­βη­χτεί α­πό την ε­πι­χεί­ρη­ση.

Νέα με­τα­κί­νη­ση

Το ζεύ­γος Σα­ρα­ντό­που­λου, ό­πως και το ζεύ­γος Κολ­λά­ρου, α­πέ­κτη­σε έ­να μο­να­χο­παί­δι, την Μα­ρί­να Σα­ρα­ντο­πού­λου, κα­τό­πιν σύ­ζυ­γο του για­τρού Λεω­νί­δα Κα­ραϊτί­δη. Ο Σα­ρα­ντό­που­λος πέ­θα­νε Δεκ. 1972, η Μα­ρί­να, γνω­στή ως Μά­νια, Κα­ραϊτί­δη πή­ρε το πη­δά­λιο σε η­λι­κία 44 ε­τών. Με την α­γο­ρά, το 1977, του Με­γά­ρου Νι­κο­λού­δη α­πό την Τρά­πε­ζα Πί­στεως, το Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας ε­ξα­να­γκά­στη­κε, για άλ­λη μια φο­ρά, σε αλ­λα­γή στέ­γης. Η και­νού­ρια διευ­θύ­ντρια βρέ­θη­κε στα δύ­σκο­λα. Έπρε­πε να ε­πι­λέ­ξει α­νά­με­σα στα σχε­τι­κά μι­κρά δια­θέ­σι­μα κα­τα­στή­μα­τα του κέ­ντρου και τα α­πό­με­ρα αλ­λά ευ­ρύ­χω­ρα προς το Λυ­κα­βητ­τό. Η Κα­ραϊτί­δη βρή­κε έ­να “για­πί” Σό­λω­νος 60, α­νά­με­σα σε Σί­να και Μα­ντζά­ρου. Στη γω­νία της Σί­νας εί­χε ε­γκα­τα­στα­θεί α­πό το 1972 το βι­βλιο­πω­λείο του Μα­νό­λη Μο­σχο­νά «Ενδο­χώ­ρα». Αργό­τε­ρα ήρ­θε και σφη­νώ­θη­κε, α­νά­με­σα σε «Ενδο­χώ­ρα» και Εστία, το πα­λαιο­βι­βλιο­πω­λείο του  Σω­τή­ρη Να­σιώ­τη, με μό­νο υ­πάλ­λη­λο την κό­ρη του. Εκεί­νος κρα­τού­σε πά­ντα το α­χα­νές υ­πό­γειο στην Ηφαί­στου, σω­στή σπη­λιά του Αλί Μπα­μπά για το πα­λαιό βι­βλίο, που έ­κλει­σε τέ­τοια ε­πο­χή πριν τέσ­σε­ρα χρό­νια.
Το βα­σι­κό προ­σόν της α­νε­γει­ρό­με­νης πο­λυ­κα­τοι­κίας ή­ταν ό­τι το με­γά­λο κα­τά­στη­μα του ι­σο­γείου συ­νο­δευό­ταν α­πό έ­να ί­διων δια­στά­σεων υ­πό­γειο. Τα ε­γκαί­νια έ­γι­ναν το 1978. Κρί­μα να μην σώ­ζε­ται ού­τε καν στις φω­το­γρα­φίες η η­με­ρο­μη­νία. Ας την α­να­κα­λύ­ψει στα α­να­μνη­στι­κά της η Μά­νια Κα­ραϊτί­δη, α­φού, έ­τσι κι αλ­λιώς, η ε­πι­λο­γή του κα­τα­στή­μα­τος της Σό­λω­νος κα­τα­γρά­φτη­κε σαν προ­σω­πι­κός της θρίαμ­βος. Κα­τά­φε­ρε, πά­ντως, να με­τα­φέ­ρει την πιά­τσα του βι­βλίου. Μό­λις το 2005, η Στα­δίου πή­ρε και πά­λι κε­φά­λι με το ά­νοιγ­μα του Βι­βλιο­πω­λείου Ια­νός. Ας θυ­μί­σου­με, α­φού το θέ­μα μας εί­ναι το κλεί­σι­μο βι­βλιο­πω­λείων, ό­τι το 1978 ά­νοι­ξε το δι­κό του βι­βλιο­πω­λείο έ­νας άλ­λος Τη­νια­κός, ο Στρα­τής Φι­λιπ­πό­της, βα­φτι­σι­μιός του Κολ­λά­ρου. Εί­χε ξε­κι­νή­σει ως υ­πάλ­λη­λος του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας και διά­λε­ξε για το βι­βλιο­πω­λείο του τη γω­νία Ακα­δη­μίας και Ασκλη­πιού. Από το 1981 με­τα­φέρ­θη­κε Σό­λω­νος 69. Έκλει­σε 2 Φε­βρουα­ρίου 2013.

Η Εστία στα δύο

Το 1998, η Μά­νια Κα­ραϊτί­δη, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας 25 χρό­νια στο τι­μό­νι της Εστίας, α­πο­φά­σι­σε να το ε­γκα­τα­λεί­ψει, καί­τοι μό­λις 70χρο­νη και πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ μά­χι­μη, χά­ρις και στη μα­κρό­χρο­νη ε­μπει­ρία. Το ζεύ­γος Κα­ραϊτί­δη δεν συ­νέ­χι­σε την οι­κο­γε­νεια­κή πα­ρά­δο­ση του ε­νός μο­νά­κρι­βου τέ­κνου. Ευ­τύ­χη­σε να α­πο­κτή­σει δυο. Πρώ­τα, το γιο, το 1951, και τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, την κό­ρη. Ήδη, α­πό το θά­να­το του Σα­ρα­ντό­που­λου, το 1972, ο εγ­γο­νός, με την ε­νη­λι­κίω­σή του, εί­χε πά­ρει το με­ρί­διο ε­κεί­νου. Έτσι, το 1998, η Εστία μοι­ρά­στη­κε στα δυο. Δέ­κα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, εί­χαν δη­μιουρ­γη­θεί δυο ε­ται­ρείες: η εκ­δο­τι­κή και το βι­βλιο­πω­λείο. Άλλο, ό­μως, μια διαί­ρε­ση, που ε­πι­βάλ­λουν λό­γοι νο­μι­κοί και οι­κο­νο­μι­κοί, και άλ­λο ο ου­σια­στι­κός τε­μα­χι­σμός. Στις ο­ρει­νές πε­ριο­χές και στα νη­σιά, τό­τε που η γη ή­ταν πο­λύ­τι­μη, νου­νε­χείς οι αρ­χη­γοί οι­κο­γε­νειών, ά­φη­ναν ο­λό­κλη­ρη την πε­ριου­σία στον πρω­τό­το­κο. Τις κό­ρες τις προί­κι­ζαν, πά­ντως γη σπά­νια μοί­ρα­ζαν. Η Κα­ραϊτί­δη δεν α­κο­λού­θη­σε τους σο­φούς πρό­γο­νους, πα­ρα­γνω­ρί­ζο­ντας ό­τι ο διαι­ρε­μέ­νος κλή­ρος εμ­φα­νί­ζε­ται πιο ευά­λω­τος στις α­ντί­ξο­ες συν­θή­κες. Το 1998, ο Γιάν­νης Κα­ραϊτί­δης πή­ρε την ε­πι­χεί­ρη­ση του  Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας και η Εύα Κα­ραϊτί­δη τον εκ­δο­τι­κό οί­κο, του ο­ποίου την έ­δρα με­τέ­φε­ρε στην ο­δό Ευ­ρι­πί­δου  84. Το Βι­βλιο­πω­λείο της  Εστίας έ­κλει­σε ο­ρι­στι­κά, στις 30 Μαρ. 2013. Συ­μπλη­ρώ­θη­κε μια α­κέ­ραια 35ε­τία για το κα­τά­στη­μα της Σό­λω­νος και κο­ντά 128 έ­τη α­πό το ά­νοιγ­μά του, στις 31 Αυγ. του 1885.
Γρά­φτη­κε στον Τύ­πο, ό­τι η Πο­λι­τεία δεν συ­γκι­νή­θη­κε για το κλεί­σι­μο του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας. Κα­λά η Πο­λι­τεία, αλ­λά η οι­κο­γέ­νεια της Εστίας, η στε­νή εξ αί­μα­τος, δεν θα α­να­με­νό­ταν να φα­νεί αλ­λη­λέγ­γυος! Αλγει­νή ε­ντύ­πω­ση μας προ­κά­λε­σαν οι δη­λώ­σεις της εγ­γο­νής του Κολ­λά­ρου στο Αθη­ναϊκό Πρα­κτο­ρείο Ει­δή­σεω­ν: “Απρό­σκο­πτα θα συ­νε­χί­σουν τη λει­τουρ­γία τους οι εκ­δό­σεις της «Εστίας», που δεν ε­πη­ρεά­ζο­νται κα­τά το πα­ρα­μι­κρό α­πό το κλεί­σι­μο του βι­βλιο­πω­λείου. Οι εκ­δό­σεις της «Εστίας» ε­τοι­μά­ζο­νται να υ­πο­δεχ­θούν στην Ελλά­δα ση­μα­ντι­κούς συγ­γρα­φείς που έ­χουν με­τα­φρά­σει και κυ­κλο­φο­ρούν ή­δη ή πρό­κει­ται να κυ­κλο­φο­ρή­σουν σύ­ντο­μα. Με­τα­ξύ αυ­τών θα εί­ναι ο Μάρ­τιν Βάλ­ζε­ρ, κο­ρυ­φαίο ό­νο­μα της σύγ­χρο­νης γερ­μα­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας, και ο πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος α­με­ρι­κα­νός μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος Ρί­τσαρ­ντ Πά­ουε­ρς... Ο ο­μώ­νυ­μος εκ­δο­τι­κός οί­κος συ­νε­χί­ζει α­κά­θε­κτος προς τα 130 έ­τη”.
Αυ­τά δή­λω­σε η Εύα Κα­ραϊτί­δη, εκ­δό­τρια της «Εστίας», με α­φορ­μή το κλεί­σι­μο του βι­βλιο­πω­λείου της «Εστίας» το πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το, συ­μπλη­ρώ­νει ο δη­μο­σιο­γρά­φος. Ει­ρω­νεία της τύ­χης, οι εκ­δό­σεις δεν φέ­ρουν την ο­νο­μα­σία της «Εστίας» αλ­λά...  «Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας».

Υπο­τί­μη­ση ή λά­θος ε­κτί­μη­ση

Για ό­λα φταίει η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση και οι χα­λε­ποί και­ροί, ό­πως λέ­νε. Τα αί­τια, ό­μως, εί­ναι συ­νή­θως πολ­λα­πλά και κά­ποια ε­ρω­τή­μα­τα μέ­νουν. Πώς θα δια­μορ­φω­νό­ταν η κα­τά­στα­ση εάν η Μά­νια Κα­ραϊτί­δη δεν α­πο­χω­ρού­σε και αν η Εστία δεν κο­βό­ταν στα δυο και μά­λι­στα, κα­τά τό­σο α­πό­λυ­το τρό­πο; Σύμ­φω­να με τον Κω­στή Κα­να­ρά­κη, τον τε­λευ­ταίο διευ­θυ­ντή του βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας: “Και­ρό τώ­ρα, το κα­τά­στη­μα της ο­δού Σό­λω­νος εί­χε πά­ψει να εί­ναι προ­νο­μια­κό ση­μείο πώ­λη­σης των εκ­δό­σεων που γί­νο­νταν α­πό το εκ­δο­τι­κό στρα­τη­γείο της ο­δού Ευ­ρι­πί­δου. Από το 2010, μά­λι­στα, δεν γι­νό­ταν καν πί­στω­ση, η προ­μή­θεια των εκ­δό­σεων της «Εστίας» γι­νό­ταν πλέ­ον τοις με­τρη­τοίς”.
Όπως φαί­νε­ται, οι κλη­ρο­νό­μοι υ­πο­τι­μούν ή δεν ε­κτι­μούν σω­στά τα α­τού της Εστίας και, κυ­ρίως, το κοι­νό της. Το δεί­χνουν οι δη­λώ­σεις της εκ­δό­τριας που ε­τοι­μά­ζε­ται να υ­πο­δεχ­θεί τα με­γά­λα ο­νό­μα­τα της ξέ­νης λο­γο­τε­χνίας. Μό­νο που τον πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νο α­με­ρι­κα­νό μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο τον λαν­σά­ρει κα­λύ­τε­ρα έ­νας Κα­στα­νιώ­της για πα­ρά­δειγ­μα. Άλλα εί­ναι τα δι­κά της “με­τε­ρί­ζια”, που θα της έ­λε­γε και ο Αλέ­ξης Τσί­πρας, ο μό­νος πο­λι­τι­κός αρ­χη­γός, που ε­ξέ­φρα­σε τη θλί­ψη του για το κλεί­σι­μο του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας.
Επί­σης, οι διευ­θύ­νο­ντες του Βι­βλιο­πω­λείου, με την κά­θο­δο των “βι­βλιο­πω­λείων α­λυ­σί­δω­ν”, προ­σπά­θη­σαν να του αλ­λά­ξουν φυ­σιο­γνω­μία για να γί­νει χώ­ρος φι­λι­κό­τε­ρος σε έ­να νεό­τε­ρο κοι­νό. Λη­σμό­νη­σαν, λ.χ., πως το συ­γκε­κρι­μέ­νο κα­τά­στη­μα ε­πι­λέ­χτη­κε κά­πο­τε για το με­γά­λο υ­πό­γειο. Εκεί ή­ταν ο τοί­χος με τα θε­α­τρι­κά και οι άλ­λοι με τη νε­ο­ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία: μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, διη­γή­μα­τα, τα­ξι­διω­τι­κά, της πα­λαιό­τε­ρης, του Με­σο­πο­λέ­μου και της νεό­τε­ρης. Σχε­δόν ο­λό­κλη­ρη η πε­ζο­γρα­φία της γε­νιάς του Τριά­ντα, κτή­μα του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας. Ακό­μη και με­τά την χρο­νι­κή πε­ρίο­δο των α­πο­κλει­στι­κών δι­καιω­μά­των, 50 ή 70 χρό­νια, ο μύ­θος της α­νή­κει στην Εστία, εκ­δό­σεις και βι­βλιο­πω­λείο. Στο υ­πό­γειο, ό­πως και στο πα­τά­ρι με τα ι­στο­ρι­κά, λα­ο­γρα­φι­κά και λοι­πά δο­κι­μια­κά, ε­κεί πιο στρι­μωγ­μέ­να γύ­ρω α­πό το μπαλ­κο­νά­το ά­νοιγ­μα, υ­πήρ­χαν εκ­δό­σεις η­λι­κίας 20, 30 ή και πε­ρισ­σό­τε­ρων χρό­νων. Ακό­μη υ­πήρ­χε ο πί­σω τοί­χος του ι­σο­γείου με τα πε­ριο­δι­κά, ε­κτός α­πό τα α­θη­ναϊκά, της ε­παρ­χίας, και πέ­ραν του τρέ­χο­ντος τεύ­χους του­λά­χι­στον δυο, τρία ή και πε­ρισ­σό­τε­ρα πα­λαιό­τε­ρα. Τέ­λος, υ­πήρ­χε σε κε­ντρι­κή θέ­ση η τρά­πε­ζα για τα ορ­φα­νά βι­βλία. Με άλ­λα λό­για, ε­κεί­να που βγή­καν ι­δίοις α­να­λώ­μα­σιν, ό­χι τα ποιη­τι­κά αλ­λά τα πιο πα­ρα­γκω­νι­σμέ­να δο­κι­μια­κά α­πό ε­λάσ­σο­νες, ε­παρ­χιώ­τες και Ιδρύ­μα­τα, που κα­νέ­να βι­βλιο­πω­λείο δεν τους πα­ρα­χω­ρεί μια θέ­ση. Και ε­πρό­κει­το για θέ­ση στον ή­λιο, κα­θώς οι πε­λά­τες ει­δι­κών εν­δια­φε­ρό­ντων πή­γαι­ναν κα­τ’ ευ­θείαν ε­κεί.

Συ­νή­θεις κοι­νο­το­πίες

Το Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας μάλ­λον πρώ­τα υ­πο­βαθ­μί­στη­κε, προ­σπα­θώ­ντας να α­να­νεω­θεί, και με­τά έ­κλει­σε. Όσο για τους συγ­γρα­φείς, καλ­λι­τέ­χνες και εν γέ­νει, πνευ­μα­τι­κούς αν­θρώ­πους, οι δη­λώ­σεις τους δεί­χνουν ό­τι  μάλ­λον συ­νέ­βα­λαν κι αυ­τοί με τον τρό­πο τους. Κα­τ’ αρ­χάς, τα με­γά­λα λό­για, που κα­τα­ντούν χω­ρίς νό­η­μα, ό­πως ε­κεί­να, πε­ρί συμ­βο­λι­κής α­πώ­λειας και κο­πής στα δυο του α­θη­ναϊκού το­πίου, ή πε­ρί τραυ­μα­τι­σμού της ε­θνι­κής συ­νεί­δη­σης και πλήγ­μα­τος της δη­μο­κρα­τίας. Δεί­χνουν κοι­νό­το­πα, λί­γο πο­λύ ται­ρια­στά σε ό­λους τους φο­ρείς πο­λι­τι­σμού που κλεί­νουν και τους θε­σμούς που δύουν. Η ου­σια­στι­κή σχέ­ση με το χώ­ρο φαί­νε­ται α­νύ­παρ­κτη. Μέ­νει κα­νείς με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πή­γαι­ναν στο Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας για δη­μό­σιες σχέ­σεις τα Σάβ­βα­τα ή σε άλ­λες εκ­δη­λώ­σεις ως τι­μώ­με­νοι και τι­μη­τές. Το μό­νο συ­γκε­κρι­μέ­νο χώ­ρο που μνη­μο­νεύουν α­πό το Βι­βλιο­πω­λείο εί­ναι το γρα­φείο της Μά­νιας Κα­ραϊτί­δη. “Με­τά ρα­κο­πο­σίας”, κα­τά δη­μο­σιο­γρα­φι­κή εκ­δο­χή. Στο μέλ­λον, που θα κλεί­νουν τα “βι­βλιο­πω­λεία α­λυ­σί­δες”, λι­γό­τε­ρο ε­στέτ πε­λά­τες θα α­να­φέ­ρο­νται με θλί­ψη στο κλεί­σι­μο της κα­φε­τέ­ριας.

Και οι δια­δι­κτυω­μέ­νοι

Υπάρ­χει, πά­ντως, και η α­ντί­δρα­ση των δια­δι­κτυω­μέ­νων, που θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί πραγ­μα­τί­στι­κη στα ό­ρια του κυ­νι­σμού. Κα­τα­λο­γί­ζουν την α­που­σία προ­σφο­ρών, μειω­μέ­νων τι­μών και ελ­πί­ζουν στη θέ­ση του, Σό­λω­νος 60, να προ­κύ­ψει έ­να κα­λό ί­ντερ­νετ κα­φέ. ό­πως στη θέ­ση της «Ενδο­χώ­ρας» προέ­κυ­ψε κα­τά­στη­μα “α­λυ­σί­δας φούρ­νω­ν”. Στον Τύ­πο, την ά­πο­ψή της δια­δι­κτυα­κής πλειο­ψη­φίας και μάλ­λον ό­χι μό­νο, α­να­πτύσ­σει άρ­θρο στο ΒΗ­Μagazino της Λώ­ρης Κέ­ζα, δη­μο­σιο­γρά­φου που α­σχο­λή­θη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό δέ­κα χρό­νια με το βι­βλίο, ως κρι­τι­κός, εκ­δό­της λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού, συγ­γρα­φέ­ας παι­δι­κών βι­βλίω­ν: “Οι πε­λά­τες σαν και του λό­γου μου περ­νά­με α­πό τα βι­βλιο­πω­λεία αλ­λά δεν  α­νοί­γου­με  το πορ­το­φό­λι. Οι α­γο­ρές γί­νο­νται συ­στη­μα­τι­κά μέ­σω ί­ντερ­νετ. Χω­ρίς  να ση­κω­θού­με α­πό την κα­ρέ­κλα, χω­ρίς να πά­με στο κέ­ντρο της πό­λης, χω­ρίς να  μι­λή­σου­με σε άν­θρω­πο δια­λέ­γου­με τους τίτ­λους, πλη­ρώ­νου­με με paypal και  πε­ρι­μέ­νου­με τον τα­χυ­δρό­μο να φέ­ρει την πρα­μά­τεια στην πόρ­τα. Δε­κά­δες  δι­καιο­λο­γη­τι­κά για τον νέο τρό­πο προ­μή­θειας βι­βλίων. Μια προ­τί­μη­ση στα  ξε­νό­γλωσ­σα και οι ε­ξω­φρε­νι­κά χα­μη­λές τι­μές στα με­τα­χει­ρι­σμέ­να του δια­δι­κτίου  –  ό­ταν λέ­με «με­τα­χει­ρι­σμέ­να» εν­νοού­με «δια­βα­σμέ­να», σε ά­ρι­στη κα­τά­στα­ση, με  τι­μές α­πό 1,5 ευ­ρώ....  Έχω εκ­παι­δεύ­σει τα παι­διά μου στο ψη­φια­κό ε­μπό­ριο. Δεν τα έ­χω μά­θει να  ξε­φυλ­λί­ζουν μέ­σα σε έ­να κα­τά­στη­μα αλ­λά να ε­πι­λέ­γουν βι­βλία μέ­σα α­πό την ο­θό­νη  του υ­πο­λο­γι­στή.” Αν δεν σφάλ­λου­με, πρό­κει­ται για παι­διά πέ­ντε ή έ­ξι χρό­νων.
   
Μάλ­λον ά­δο­ξο το τέ­λος του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας. Άδο­ξο για­τί φά­ντα­ζε ως τέ­με­νος βι­βλίου σε μια πό­λη πά­σχου­σα α­πό βι­βλιο­θή­κες και σε μια ε­πο­χή που το κα­λό βι­βλίο πολ­το­ποιεί­ται κα­τ’  α­πό­λυ­τη προ­τε­ραιό­τη­τα.

   Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/4/2013.