Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

Βόλος, εν έτει 1908

«Αρχείο Θεσ­σα­λι­κών Με­λε­τών»
Τό­μος 17ος, Δεκ. 2008

Χα­ρά­λα­μπος Γ. Χα­ρί­τος
«Στιγ­μές του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος στο Βό­λο (1907-1918)»,
Δεκ. 2008


Γιώρ­γος Κο­ντο­μή­τρος
«Η πό­λι της γκαρ­ντέ­νιας»
Μάρ­τιος 2009
Εκδό­σεις της Εται­ρείας
Θεσ­σα­λι­κών Ερευ­νών, Βό­λος

Πολ­λά συ­νέ­βη­σαν στην Ελλά­δα το σω­τή­ριον έ­τος 1908. Συ­να­ντά­με πο­λι­τι­κά γε­γο­νό­τα ευ­ρύ­τε­ρης εμ­βέ­λειας ό­πως η κή­ρυ­ξη α­νε­ξαρ­τη­σίας στην Κρή­τη, η ί­δρυ­ση του Στρα­τιω­τι­κού Συν­δέ­σμου στην Αθή­να και το κί­νη­μα των Νεό­τουρ­κων στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Αλλά και πέ­ραν της πο­λι­τι­κής, στον κοι­νω­νι­κό χώ­ρο, δυο ση­μα­ντι­κές πρω­το­βου­λίες έ­λα­βαν χώ­ρα στο Βό­λο. Εί­ναι η δη­μιουρ­γία του πρώ­του στην Ελλά­δα Εργα­τι­κού Κέ­ντρου και η ί­δρυ­ση του πρώ­του Ανώ­τε­ρου Δη­μο­τι­κού Παρ­θε­να­γω­γείου. Αν και στο Βό­λο, το δεύ­τε­ρο λι­μά­νι της τό­τε Ελλά­δας, δεν πραγ­μα­το­ποιή­θη­καν ε­κεί­νο το έ­τος μό­νο αυ­τές οι δυο και­νο­το­μίες, οι υ­πό­λοι­πες, ω­στό­σο, δεν εί­χαν α­ντί­στοι­χο πα­νελ­λή­νιο α­ντί­κτυ­πο.
Όπως και να έ­χει, το έ­τος 1908 στά­θη­κε κα­θο­ρι­στι­κό για την πό­λη, κά­τι σαν ο­ρό­ση­μο ε­νη­λι­κίω­σης. Γι’ αυ­τό και η περ­σι­νή ε­πέ­τειος των ε­κα­τό χρό­νων φαί­νε­ται πως ε­ορ­τά­στη­κε δεό­ντως. Συμ­με­τέ­χο­ντας η Εται­ρεία Θεσ­σα­λι­κών Ερευ­νών α­φιέ­ρω­σε τον 17ο τό­μο της πε­ριο­δι­κής της έκ­δο­σης στο Βό­λο του 1908, εκ­δί­δο­ντας ταυ­τό­χρο­να και δυο σχε­τι­κές με­λέ­τες. Όπως η Εται­ρεία Σπου­δών Νε­ο­ελ­λη­νι­κού Πο­λι­τι­σμού και Γε­νι­κής Παι­δείας διορ­γά­νω­σε η­με­ρί­δες με τον γε­νι­κό τίτ­λο «Εν έ­τει...» προς ε­ντρύ­φη­ση σε “ό­σα δεν μας λέει η με­γά­λη ι­στο­ρία”, έ­τσι και η Θεσ­σα­λι­κή Εται­ρεία κα­τήρ­τι­σε τρεις τό­μους το­πι­κής ι­στο­ρίας προς ε­μπλου­τι­σμό της ε­θνι­κής. Μό­νο που η πρώ­τη, με έ­δρα στα βό­ρεια προά­στια των Αθη­νών, με ό,τι κι αν α­σχο­λεί­ται, το έρ­γο της προ­βάλ­λε­ται στον Τύ­πο, ε­νώ οι εκ­δό­σεις της δεύ­τε­ρης περ­νά­νε στα ψι­λά, του­λά­χι­στον ό­σο α­φο­ρά τον α­θη­ναϊκό Τύ­πο.
Δια­φο­ρε­τι­κά ή­ταν ό­μως τα πράγ­μα­τα εν έ­τει 1908. Σύμ­φω­να με τη με­λέ­τη του Γιώρ­γου Κο­ντο­μή­τρου, το εν­δια­φέ­ρον της τό­τε ελ­λη­νι­κής πρω­τεύου­σας ει­δι­κά για το Βό­λο ή­ταν πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο. Ο με­λε­τη­τής α­πο­δελ­τίω­σε τα δη­μο­σιεύ­μα­τα του α­θη­ναϊκού Τύ­που ε­κεί­νου του έ­τους, που α­φο­ρούν τον Βό­λο και την ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή του. Συ­νο­λι­κά ε­ρεύ­νη­σε ε­πτά α­θη­ναϊκές ε­φη­με­ρί­δες (Σκρι­π, Εμπρός, Ακρό­πο­λις, Εστία, Και­ροί, Αλή­θεια, Νου­μάς) και τρεις το­πι­κές α­πό τις έ­ντε­κα που κυ­κλο­φο­ρού­σαν στο Βό­λο το 1908: την μα­κρό­βια «Θεσ­σα­λία», τον «Κή­ρυ­κα» του Δη­μο­σθέ­νη Κούρ­το­βικ και τον ο­λι­γό­χρο­νο «Εργά­τη» του Κων­στα­ντί­νου Ζά­χου. Με τα ευ­ρή­μα­τά του συ­ντάσ­σει έ­να πρω­τό­τυ­πο η­με­ρο­λό­γιο, χω­ρι­σμέ­νο σε δώ­δε­κα κε­φά­λαια, έ­να για κά­θε μή­να, στα ο­ποία και α­να­διη­γεί­ται ό­σα κα­τά η­με­ρο­λο­για­κή σει­ρά γε­γο­νό­τα έ­φθα­σαν να α­πα­σχο­λή­σουν τον Τύ­πο.
Πι­στεύου­με πως το βι­βλίο του Κο­ντο­μή­τρου έ­χει τις α­ρε­τές ε­νός ψυ­χα­γω­γι­κού α­να­γνώ­σμα­τος. Κα­τ’ αρ­χήν, έ­ναν ρο­μα­ντι­κό τίτ­λο, που έ­χει αν­τλη­θεί α­πό άρ­θρο του Πλά­τω­να Ρο­δο­κα­νά­κη στην «Ακρό­πο­λη». Και ύ­στε­ρα, μια στρω­τή α­φή­γη­ση, που γί­νε­ται γλα­φυ­ρή με την εύ­στο­χη ε­πι­λο­γή πα­ρα­θε­μά­των α­πό τα δη­μο­σιεύ­μα­τα. Ση­μα­ντι­κό α­τού της έκ­δο­σης εί­ναι η ει­κο­νο­γρά­φη­ση με αρ­χεια­κές φω­το­γρα­φίες και οι ε­κτε­νείς υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις. Ενώ, το ευ­ρε­τή­ριο κύ­ριων ο­νο­μά­των (ό­που θα έ­πρε­πε να α­να­φέ­ρο­νται α­νελ­λι­πώς τα μι­κρά ο­νό­μα­τα) βο­η­θά τον α­να­γνώ­στη με ει­δι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα. Ακό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο βο­η­θη­τι­κό θα α­πέ­βαι­νε έ­να θε­μα­τι­κό ευ­ρε­τή­ριο, για κά­ποιον που θα ή­θε­λε, λ.χ., να ε­νη­με­ρω­θεί για τον α­ντί­κτυ­πο στον Τύ­πο του Παρ­θε­να­γω­γείου ή ε­νός ο­ποιου­δή­πο­τε άλ­λου θέ­μα­τος. Εν ο­λί­γοις, μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση πως ο με­λε­τη­τής δεν α­να­δει­κνύει ό­σο θα μπο­ρού­σε το πο­λύ­τι­μο υ­λι­κό που εί­χε την υ­πο­μο­νή και ε­πι­μο­νή να συλ­λέ­ξει.
Η δεύ­τε­ρη με­λέ­τη, του Χα­ρά­λα­μπου Χα­ρί­του, σκια­γρα­φεί το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα στο Βό­λο α­πό το 1907, τη χρο­νιά που ι­δρύ­θη­κε ο Πα­νερ­γα­τι­κός Σύν­δε­σμος «Η Αδελ­φό­της», πρό­δρο­μο σω­μα­τείο του Εργα­τι­κού Κέ­ντρου, και εκ­δό­θη­κε η ε­φη­με­ρί­δα «Ο Εργά­της», μέ­χρι το 1918, έ­τος ί­δρυ­σης της ΓΣΕΕ. Πα­ρό­τι δεν συ­νι­στά έ­να και­νούρ­γιο κεί­με­νο, κα­θώς ο Χα­ρί­τος στη­ρί­χτη­κε σε συ­νο­λι­κά δώ­δε­κα πα­λαιό­τε­ρα κεί­με­νά του, α­πο­φεύ­γο­νται οι ε­πι­κα­λύ­ψεις και δί­νε­ται μια συ­νο­λι­κή ει­κό­να, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την πό­λη του Βό­λου, που άρ­χι­σε να εμ­φα­νί­ζε­ται ως α­στι­κό κέ­ντρο κά­που στα μέ­σα της τέ­ταρ­της δε­κα­ε­τίας του 19ου αιώ­να. Σε έ­να ε­κτε­νές κε­φά­λαιο για τις α­παρ­χές του Εργα­τι­κού Κέ­ντρου Βό­λου, μνη­μο­νεύει τους πρω­τερ­γά­τες, εμ­μέ­νο­ντας σε μια φρά­ση του Ζά­χου: «Ου­δείς θα δυ­νη­θεί να ο­νο­μα­σθεί ι­δρυ­τής του Εργα­τι­κού Κέ­ντρου του Βό­λου, ού­τε οι συλ­λά­βο­ντες την ι­δέ­αν ερ­γά­ται, ού­τε ο Σα­ρά­τσης, ού­τε ο Μου­σού­ρης, ού­τε ε­γώ· το Εργα­τι­κό Κέ­ντρο του Βό­λου, το ί­δρυ­σεν η κοι­νω­νι­κή α­νά­γκη».
Ωστό­σο, αυ­τή η τριά­δα, των δυο δι­κη­γό­ρων, Σπύ­ρου Μου­σού­ρη και Κων­στα­ντί­νου Ζά­χου, και του για­τρού Δη­μή­τρη Σα­ρά­τση, υ­πήρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κή στη δη­μιουρ­γία του Κέ­ντρου. Για τον Μου­σού­ρη γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ο Κούρ­το­βι­κ: «... ο­λί­γον ποιη­τής, φι­λό­σο­φος, συ­νο­μι­λών κα­θ’ ε­κά­στην με τους ερ­γά­τας τους έ­πει­θε ό­τι πρέ­πει ν’ α­να­πτυχ­θούν πνευ­μα­τι­κώς προς βελ­τίω­σιν της τύ­χης των...» Σε ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο πα­ρα­τί­θε­ται το πρώ­το Κα­τα­στα­τι­κό του Κέ­ντρου. Όσο για τα ε­γκαί­νια του Κέ­ντρου, έ­γι­ναν την Κυ­ρια­κή, 14 Δε­κεμ­βρίου 1908. Ο με­λε­τη­τής κα­τα­λή­γει, α­να­φέ­ρο­ντας τους Βο­λιώ­τες που συμ­με­τεί­χαν δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα στη συ­γκρό­τη­ση της ΓΣΕΕ και του ΣΕ­ΚΕ. Ενώ, σε έ­να τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, α­να­φέ­ρε­ται στην τύ­χη κά­ποιων πο­λύ­τι­μων για το το­πι­κό ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα αρ­χείων, κυ­ρίως, ό­μως, στους λό­γους που δεν γρά­φτη­κε η ι­στο­ρία του Εργα­τι­κού Κέ­ντρου Βό­λου, πα­ρά τη συ­μπλή­ρω­ση ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δας α­πό την ί­δρυ­σή του. Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει το κε­φά­λαιο σχε­τι­κά με τις μορ­φω­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες του Κέ­ντρου, ό­που σχο­λιά­ζε­ται ε­κτε­νώς η α­νά­γνω­ση του μο­νό­πρα­κτου δρά­μα­τος «Γή­ταυ­ρος» σε μια φι­λο­λο­γι­κή βρα­διά, που διορ­γα­νώ­θη­κε την Κυ­ρια­κή, 6 Φε­βρουα­ρίου 1911. Ήταν μια α­νά­γνω­ση που έ­μελ­λε να έ­χει βα­ριές συ­νέ­πειες, α­φού χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε στο κα­τη­γο­ρη­τή­ριο κα­τά τη δί­κη των Αθεϊκών, που ο­δή­γη­σε στο κλεί­σι­μο του Παρ­θε­να­γω­γείου και α­νέ­κο­ψε τη λει­τουρ­γία του Κέ­ντρου. Συγ­γρα­φέ­ας του «Γή­ταυ­ρου» ή­ταν ο καρ­πε­νη­σιώ­τι­κης κα­τα­γω­γής Με­σο­λογ­γί­της συμ­βο­λαιο­γρά­φος Δη­μή­τρης Δη­μη­τριά­δης, γεν­νη­θείς το 1888 και α­πο­θα­νών την 1η Ια­νουα­ρίου 1958, που γρά­φτη­κε στις δέλ­τους της λο­γο­τε­χνίας ως Ρή­γας Γκόλ­φης. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η περ­σι­νή δι­πλή ε­πέ­τειος αυ­τού του τό­σο ευαί­σθη­του λυ­ρι­κού ποιη­τή πέ­ρα­σε στα ψι­λά.
Με κεί­με­να των Κο­ντο­μή­τρου και Χα­ρί­του, α­πό­το­κα των βι­βλίων τους, α­νοί­γει ο α­φιε­ρω­μα­τι­κός τό­μος, ε­νώ για το Εργα­τι­κό Κέ­ντρο Βό­λου προ­βλέ­πε­ται και έ­να δεύ­τε­ρο κεί­με­νο του Σταύ­ρου Κα­τσού­ρα. Το ε­πό­με­νο κεί­με­νο α­φο­ρά τον Δι­κη­γο­ρι­κό Σύλ­λο­γο Βό­λου, που ι­δρύ­θη­κε πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να με την προ­σάρ­τη­ση της Θεσ­σα­λίας στην Ελλά­δα. Ωστό­σο, ό­πως διευ­κρι­νί­ζει ο πρό­ε­δρος του Συλ­λό­γου και συγ­γρα­φέ­ας του κει­μέ­νου Ανα­στά­σιος Απ. Βο­λιώ­της, μό­λις στις 23 Δε­κεμ­βρίου 1908 υ­πο­γρά­φτη­κε το νο­μο­σχέ­διο για την ί­δρυ­ση Δι­κη­γο­ρι­κών Συλ­λό­γων ως Νο­μι­κών Προ­σώ­πων Δη­μο­σίου Δι­καίου, ο­πό­τε το 1908 εί­ναι το έ­τος που τα α­νά την Ελλά­δα σω­μα­τεία των δι­κη­γό­ρων προ­βι­βά­ζο­νται θε­σμι­κά. Ακο­λου­θεί το κεί­με­νο του Ρα­φαήλ Φρε­ζή για την ισ­ρα­η­λί­τι­κη κοι­νό­τη­τα Βό­λου, με ε­κτε­νή α­να­φο­ρά στην Εριουρ­γία «Λε­βιά­θα­ν-Μουρτ­ζού­κου», που ι­δρύ­θη­κε το 1908. Με τα ε­κλε­κτά γυ­ναι­κεία υ­φά­σμα­τα της εν λό­γω βιο­μη­χα­νίας ντύ­θη­καν πολ­λές Βο­λιώ­τισ­σες, ι­δίως ό­σες προέρ­χο­νταν α­πό λι­γό­τε­ρο ευ­κα­τά­στα­τες οι­κο­γέ­νειες και το βα­λά­ντιό τους δεν ε­παρ­κού­σε για πα­ρι­ζιά­νι­κες τουα­λέ­τες.
Το θέ­μα της αμ­φίε­σης των δε­σποι­νών και δε­σποι­νί­δων του Βό­λου και ό­χι μό­νο, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τις α­παρ­χές της πό­λης και φθά­νο­ντας μέ­χρι το 1908, κα­λύ­πτει η Μη­λί­τσα Ζαρ­λή-Κα­ρα­θά­νου. Πο­λύ­πλευ­ρη η κοι­νω­νιο­λο­γι­κή με­λέ­τη της, διαν­θί­ζε­ται με εν­δια­φέ­ρου­σες λε­πτο­μέ­ρειες, κα­θώς προ­χω­ρά α­πό την αμ­φίε­ση στην κοι­νω­νι­κή τά­ξη, την ερ­γα­σία και την εκ­παί­δευ­ση. Λ.χ., θυ­μί­ζει πως σταθ­μός στο γυ­ναι­κείο χώ­ρο στά­θη­κε η ρα­πτο­μη­χα­νή, που προέ­κυ­ψε κα­τά την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία του 19ου αιώ­να. Όπως, σή­με­ρα, ο πρω­θυ­πουρ­γός δω­ρί­ζει σε άρ­ρε­νες και θή­λεα η­λεκ­τρο­νι­κούς υ­πο­λο­γι­στές, τό­τε, η βα­σί­λισ­σα Όλγα μοί­ρα­ζε ρα­πτο­μη­χα­νές, αν και ε­κεί­νη πε­ριό­ρι­ζε το κου­βαρ­ντα­λί­κι της στα ά­πο­ρα κο­ρί­τσια. Όσο α­φο­ρά το ε­πε­τεια­κό έ­τος 1908, η Ζαρ­λή πα­ρου­σιά­ζει τις πρώ­τες συ­σπει­ρώ­σεις, ε­νώ­σεις και α­δελ­φό­τη­τες, μνη­μο­νεύο­ντας τις ε­πι­φα­νείς Βο­λιώ­τισ­σες, που εί­χαν αρ­χί­σει να αρ­θρο­γρα­φούν στα γυ­ναι­κεία έ­ντυ­πα της ε­πο­χής. Ερευ­νώ­ντας το βίο της γυ­ναί­κας μέ­σα στην το­πι­κή κοι­νω­νία, της δί­νε­ται η ευ­και­ρία να σχο­λιά­σει ευ­ρύ­τε­ρα και την πο­λι­τι­στι­κή ζωή της πό­λης, που, εν πολ­λοίς, α­που­σιά­ζει α­πό τον τό­μο. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί η μου­σι­κή δια­σκέ­δα­ση, στην ο­ποία α­να­φέ­ρε­ται σε ι­διαί­τε­ρο άρ­θρο η Μα­ρία Σπα­νού. Κι αυ­τό λό­γω της Μου­σι­κής Εται­ρείας Βό­λου, που άν­θι­σε κα­τά την πρώ­τη δε­κα­ε­τία του 20ου αιώ­να.
Τον τό­μο συ­μπλη­ρώ­νουν το κεί­με­νο της Αί­γλης Δη­μό­γλου για το Βό­λο της πρώ­της τρια­κο­ντα­ε­τίας, 1881-1908, που θα έ­πρε­πε μάλ­λον να προ­τάσ­σε­ται, το κεί­με­νο των Από­στο­λου Ατσιά και Κο­ντο­μή­τρου για την το­πι­κή εκ­παί­δευ­ση και το κεί­με­νο της Βα­σι­λι­κής Αδρύ­μη-Σι­σμά­νη για το Αρχαιο­λο­γι­κό Μου­σείο Βό­λου, που συ­μπλη­ρώ­νει 100 χρό­νια λει­τουρ­γίας. Τέ­λος, δη­μο­σιεύο­νται και δυο κεί­με­να που α­φο­ρούν πε­ρι­στα­τι­κά, στα ο­ποία πρω­τα­γω­νί­στη­σε ο νεό­κο­πος τό­τε Μη­τρο­πο­λί­της Δη­μη­τριά­δος Γερ­μα­νός Μαυ­ρομ­μά­της. Το έ­να α­φο­ρά τη δι­κή με­τά το κλεί­σι­μο του Παρ­θε­να­γω­γείου, γνω­στή ως δί­κη των Αθεϊκών, που έ­γι­νε στο Πε­ντα­με­λές Εφε­τείο Ναυ­πλίου, το 1914, με κύ­ριους κα­τη­γο­ρού­με­νους τον Αλέ­ξαν­δρο Δελ­μού­ζο και τον Δη­μή­τρη Σα­ρά­τση, στον ο­ποίο α­νή­κε η πρω­το­βου­λία για την ί­δρυ­ση του Παρ­θε­να­γω­γείου. Το ό­λο ι­στο­ρι­κό της δι­κα­στι­κής πε­ρι­πέ­τειας υ­πο­γρά­φε­ται α­πό τον Γιάν­νη Μου­γο­γιάν­νη, ο ο­ποίος πα­ρα­θέ­τει σχό­λια των ε­φη­με­ρί­δων και α­νέκ­δο­τα κεί­με­να α­πό το Αρχείο Δελ­μού­ζου. Το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο α­να­φέ­ρε­ται στις τα­ρα­χές που ξέ­σπα­σαν στη Σκιά­θο τον Δε­κέμ­βριο του 1908, με α­φορ­μή την θαυ­μα­τουρ­γή ει­κό­να της Πα­να­γίας Κου­νί­στρας, την ο­ποία, ο μεν Μη­τρο­πο­λί­της ζη­τού­σε να βγά­λει σε πε­ρι­φο­ρά για τη συ­γκέ­ντρω­ση χρη­μά­των προς α­νέ­γερ­ση Επι­σκο­πι­κού Οί­κου, ο δε σκια­θί­τι­κος λαός, με πρω­το­στά­τη τον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη, πα­ρέ­με­νε α­γω­νι­στι­κά α­νέν­δο­τος στη με­τα­κί­νη­σή της α­πό τον κα­θε­δρι­κό ναό των «Τριών Ιε­ραρ­χών». Ας υ­πεν­θυ­μί­σου­με ό­τι μπρος στη λαϊκή ορ­γή ο Μη­τρο­πο­λί­της α­να­δι­πλώ­θη­κε και την “έ­κα­νε” νύ­χτα. Επι­βι­βά­στη­κε σε βάρ­κα κι έ­φυ­γε λά­θρα α­πό τη Σκιά­θο. Το χρο­νι­κό του μάλ­λον ά­γνω­στου αυ­τού εκ­κλη­σια­στι­κού συμ­βά­ντος το υ­πο­γρά­φει ο Δη­μή­τρης Τσι­λι­βί­δης, ο ο­ποίος στη­ρί­ζε­ται βι­βλιο­γρα­φι­κά σε ό­σα σχε­τι­κά γρά­φει ο πρώ­τος συ­στη­μα­τι­κός με­λε­τη­τής του σκια­θί­τη διη­γη­μα­το­γρά­φου, ο Γεώρ­γιος Βα­λέ­τας.
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, το βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των κει­μέ­νων του τό­μου εί­ναι πως, ε­νώ α­να­δει­κνύουν συ­γκε­κρι­μέ­νες πτυ­χές του αλ­λο­τι­νού Βό­λου, κα­τορ­θώ­νουν να δώ­σουν μια γε­νι­κό­τε­ρη ει­κό­να της πό­λης και της ευ­ρύ­τε­ρης πε­ριο­χής της Μα­γνη­σίας. Και, λί­γο-πο­λύ, ο­λό­κλη­ρης της Ελλά­δος εν έ­τει 1908.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου