Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Τύχες Παπατσώνη

Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου
«Τά­κης Πα­πα­τσώ­νης»
Εκδ. Γα­βριη­λί­δης
Απρ. 2009

Εφέ­τος, στις 26 Ιου­λίου, συ­μπλη­ρώ­νο­νται 40 χρό­νια α­πό τον θά­να­το του Τά­κη Πα­πα­τσώ­νη. Λη­σμο­νη­μέ­νος την πρώ­τη 25ε­τία, τα τε­λευ­ταία χρό­νια ό­λο και κά­ποιοι τον θυ­μού­νται. Αν και ό­χι συ­στη­μα­τι­κά, δεί­χνουν μάλ­λον ως με­μο­νω­μέ­νες πρω­το­βου­λίες. Ενδει­κτι­κά α­να­φέ­ρου­με, ό­τι οι βα­σι­κές τρεις συ­να­γω­γές των δο­κι­μίων του, το δί­το­μο «Ο τε­τρα­πέ­ρα­τος κό­σμος» (1966 & 1976) και το «Όπου ην κή­πος» (1972), εί­ναι ε­δώ και χρό­νια ε­ξαν­τλη­μέ­νες. Οι δυο εκ­δο­τι­κοί οί­κοι, στους ο­ποίους στε­γά­ζε­ται το έρ­γο του, φαί­νε­ται να μην έ­χουν α­ντί­λη­ψη του κε­νού, που αυ­τή η α­μέ­λεια δη­μιουρ­γεί στην προ­σέγ­γι­ση του έρ­γου του. Δο­θέ­ντος, βε­βαίως, ό­τι ζού­με σε μία χώ­ρα, που το εί­δος δα­νει­στι­κή βι­βλιο­θή­κη έ­χει προ πολ­λού ε­κλεί­ψει για τους πλη­βείους των γραμ­μά­των. Στα βι­βλιο­πω­λεία δια­τί­θε­νται ο τό­μος με την ποίη­σή του και τα τα­ξι­διω­τι­κά του.
Δη­μο­σιεύο­νται, πά­ντως, α­φιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών. Ο Πα­πα­τσώ­νης, εν ζωή και πα­ρά την μα­κρο­η­μέ­ρευ­σή του, χά­ρη­κε μό­λις δυο, κι αυ­τά την στερ­νή του τε­τρα­ε­τία, κο­ντά ο­γδο­ντά­χρο­νος, ό­ντας α­κα­δη­μαϊκός. Το πρώ­το α­φιέ­ρω­μα, μά­λι­στα, το 1973, εί­ναι α­πό το κυ­πρια­κό πε­ριο­δι­κό «Πνευ­μα­τι­κή Κύ­προς» του Κύ­πρου Χρυ­σάν­θη. Έγι­νε με κυ­πρια­κή πρω­το­βου­λία, πα­ρό­τι ο κο­σμο­γυ­ρι­σμέ­νος Πα­πα­τσώ­νης την Κύ­προ δεν την εί­χε ε­πι­σκε­φθεί, ε­κεί­νη τον τί­μη­σε, ό­πως γρά­φει συ­γκι­νη­μέ­νος στον Χρυ­σάν­θη. Να ση­μειώ­σου­με πως τα πρώ­τα α­φιε­ρώ­μα­τα στον Κα­βά­φη και τον Πα­λα­μά εί­ναι ε­πί­σης α­πό κυ­πρια­κά πε­ριο­δι­κά. Αυ­τή η φρο­ντί­δα των Κυ­πρίων για την ελ­λα­δι­κή λο­γο­τε­χνία δεν έ­χει α­ντί­στοι­χα ε­πι­ση­μαν­θεί και ε­κτι­μη­θεί. Αντί­θε­τα, η ελ­λα­δι­κή αυ­τα­ρέ­σκεια καλ­λιερ­γεί την ε­ντύ­πω­ση, πως ο λο­γο­τε­χνι­κός χώ­ρος της Μη­τρό­πο­λης στη­ρί­ζει την κυ­πρια­κή λο­γο­τε­χνία.
Εντός της τε­λευ­ταίας πε­ντα­ε­τίας, ω­στό­σο, τρία λο­γο­τε­χνι­κά έ­ντυ­πα α­ξιο­λό­γη­σαν α­φιέ­ρω­μα στον Πα­πα­τσώ­νη: α) Ιούλ. 2011 το περ. «Μα­νι­φέ­στο», β) Ιούν. 2013 η «Αθη­ναϊκή ε­πι­θεώ­ρη­ση του βι­βλίου» και  γ) Φεβ. 2015 το περ. «Κου­κού­τσι». Ενώ, Ιούν. 2015, ε­πα­να­κυ­κλο­φό­ρη­σε αυ­τό­νο­μο το πρώ­το, ως α­φιέ­ρω­μα στα “120 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Πα­πα­τσώ­νη”. Αθροί­ζο­νται συ­νο­λι­κά 20 συ­νερ­γά­τες, με τρεις α­πό αυ­τούς να συμ­με­τέ­χουν σε δυο α­φιε­ρώ­μα­τα. Κυ­ριαρ­χούν οι ποιη­τές, με­τρη­μέ­νοι οι με­λε­τη­τές, εάν μεί­νου­με στην κύ­ρια ι­διό­τη­τα του κα­θε­νός. Πέ­ντε-έ­ξι της γε­νιάς του ’70, α­που­σιά­ζει η γε­νιά του ’80, κυ­ριαρ­χούν οι με­τα­γε­νέ­στε­ροι, γεν­νη­μέ­νοι στην 25ε­τία, 1960-1985.
Τα τρία α­φιε­ρώ­μα­τα δια­κρί­νο­νται α­πό το  διτ­τό εν­δια­φέ­ρον που α­νέ­κα­θεν προ­κα­λού­σε το έρ­γο του Πα­πα­τσώ­νη, με τους πρω­το­στα­τού­ντες να παίρ­νουν τη σκυ­τά­λη α­πό τους πα­λαιό­τε­ρους. Της «Επι­θεώ­ρη­σης του βι­βλίου» ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη νεω­τε­ρι­κό­τη­τα της στι­χουρ­γι­κής του, ε­νώ, των δυο πε­ριο­δι­κών, στη θε­ο­λο­γι­κή διά­στα­ση του έρ­γου του. Στο θέ­μα της στι­χουρ­γι­κής, ο Νά­σος Βα­γε­νάς συ­νε­χί­ζει στη γραμ­μή του Αλέξ. Αργυ­ρίου, που, α­πό τη θέ­ση του γραμ­μα­το­λό­γου, το­πο­θέ­τη­σε τον Πα­πα­τσώ­νη χρο­νο­λο­γι­κά πρώ­το στους νεω­τε­ρι­κούς ποιη­τές του Με­σο­πο­λέ­μου. Από τη θέ­ση του κα­θη­γη­τή, ω­θεί νεό­τε­ρους στην εκ­πό­νη­ση σχε­τι­κών δι­δα­κτο­ρι­κών δια­τρι­βών, ό­πως τους δυο συ­νερ­γά­τες στο α­φιέ­ρω­μα, Δ. Ελευ­θε­ρά­κη και Β. Ρούσ­σου.
Τα δυο άλ­λα έρ­χο­νται ως συ­νέ­χεια του α­φιε­ρω­μέ­νου στον Πα­πα­τσώ­νη πρώ­του «Τε­τρά­διου Ευ­θύ­νης», που κυ­κλο­φό­ρη­σε Μάι. 1976 και το ο­ποίο, ο ί­διος, μό­λις που πρό­λα­βε να χα­ρεί και να ευ­χα­ρι­στή­σει τον φί­λο και εκ­δό­τη του, Κώ­στα Τσι­ρό­που­λο. Φί­λοι του Τσι­ρό­που­λου και συ­νε­χι­στές  του πε­ριο­δι­κού του, οι δυο Δη­μή­τρη­δες, Κο­σμό­που­λος και Αγγε­λής, που, συ­νερ­γά­τες α­κό­μη το 2011, στή­νουν το α­φιέ­ρω­μα του περ. «Μα­νι­φέ­στο», ό­που ο δεύ­τε­ρος κα­ταρ­τί­ζει το Χρο­νο­λό­γιο. Στο έ­τε­ρο α­φιέ­ρω­μα, η ε­πι­λο­γή κει­μέ­νων εί­ναι του Λα­μιώ­τη ποιη­τή Κώ­στα Ρι­ζά­κη.
Στην ι­σχνή βι­βλιο­γρα­φία Πα­πα­τσώ­νη, το 2008 προ­στέ­θη­κε και έ­να βι­βλίο. Ο Αργυ­ρίου συ­γκέ­ντρω­σε τα κεί­με­νά του για τον Πα­πα­τσώ­νη: δυο πα­λαιό­τε­ρα (1964, 1973) και, ως κυ­ρίως σώ­μα, έ­να α­δη­μο­σίευ­το, που προέ­κυ­ψε α­πό τέσ­σε­ρεις ο­μι­λίες-μα­θή­μα­τα του 1984, ό­ταν συ­μπλη­ρώ­νο­νταν 50 χρό­νια α­πό την πρώ­τη έκ­δο­ση της πρώ­της ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του, «Εκλο­γή, Α΄». Πα­ρό­τι τα κεί­με­να δεν υ­πο­βλή­θη­καν σε ε­πι­πλέ­ον βά­σα­νο με την προο­πτι­κή της έκ­δο­σης, ο α­φη­γη­μα­τι­κός τρό­πος τους α­πο­κα­θι­στά τη συ­νέ­χεια. Ο Αργυ­ρίου πα­ρου­σιά­ζει τον Πα­πα­τσώ­νη σε α­ντι­πα­ρα­βο­λή με τους Κα­ρυω­τά­κη και Σε­φέ­ρη. Με αυ­τόν τον τρό­πο, σχη­μα­τί­ζει μία τριαν­δρία της νεω­τε­ρι­κής πρω­το­πο­ρίας, την ο­ποία δια­χω­ρί­ζει α­πό τους α­μέ­σως προ­η­γού­με­νους, “της α­να­νεω­μέ­νης πα­ρά­δο­σης”, τους ο­ποίους α­φή­νει ως βά­θος πε­δίου στο ξε­τύ­λιγ­μα της συλ­λο­γι­στι­κής του: “Τρεις ποιη­τές που γεν­νή­θη­καν μέ­σα σε μια ε­ξα­ε­τία 1895-1900, δη­λα­δή σε έ­να πε­ρι­βάλ­λον χω­ρίς αι­σθη­τές με­τα­βο­λές τό­σο στο κοι­νω­νι­κό ό­σο και στο καλ­λι­τε­χνι­κό πε­δίο, φαί­νε­ται πε­ρίερ­γο να πα­ρου­σιά­ζουν τό­σες δια­φο­ρές στο έρ­γο τους.”
Το δυ­σε­ξή­γη­το προ­κύ­πτει, του­λά­χι­στον εν μέ­ρει, α­πό τον μη συ­νυ­πο­λο­γι­σμό του οι­κο­γε­νεια­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Απο­φεύ­ξι­μος μεν ο βιο­γρα­φι­σμός, αλ­λά η δια­κρι­τι­κή χρή­ση του συ­χνά φω­τί­ζει κα­τα­στά­σεις. Ανε­ξάρ­τη­τα α­πό τα ό­ποια τα­λέ­ντα τους, οι δυο α­πό αυ­τούς βρή­καν το δρό­μο α­νοι­χτό μπρο­στά τους. Εκτός α­πό τη σχε­τι­κά μι­κρή η­λι­κια­κή δια­φο­ρά, έ­να άλ­λο κοι­νό ση­μείο εί­ναι ό­τι και οι τρεις σπου­δά­ζουν νο­μι­κά. Οι δυο με­γα­λύ­τε­ροι, Μω­ραΐτες στην κα­τα­γω­γή, στο Αθή­νη­σι και μά­λι­στα, πα­ρά τη δια­φο­ρά η­λι­κίας, κο­ντά δυο χρό­νια, εγ­γρά­φο­νται την ί­δια χρο­νιά στο Πα­νε­πι­στή­μιο, Σεπ. 1913. Ο Μι­κρα­σιά­της Σε­φέ­ρης στο Πα­ρί­σι, που ση­μαί­νει ευ­θύς ε­ξαρ­χής δια­φο­ρε­τι­κό πο­λι­τι­στι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Εκεί α­πο­κτά τον δια βίου φί­λο, έως και με­τα­θα­νά­τιο α­ρω­γό, Γιώρ­γο Κα­τσί­μπα­λη. Σε α­ντί­στοι­χο ρό­λο, ο Κα­ρυω­τά­κης, τον Χα­ρί­λαο Σα­κελ­λα­ριά­δη. Έχουν προ­η­γη­θεί οι γυ­μνα­σια­κές σπου­δές, ό­που οι τύ­χες των τριών στά­θη­καν τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κές. Σχο­λή Σαι­ντ Ζο­ζέφ ο Πα­πα­τσώ­νης, ε­νώ οι δυο άλ­λοι αλ­λά­ζουν σχο­λεία· γυ­μνά­σια της ε­παρ­χίας ο Κα­ρυω­τά­κης, πρό­τυ­πα σε Σμύρ­νη και Αθή­να ο Σε­φέ­ρης.
Κοι­νό ση­μείο, η εκ­μά­θη­ση ξέ­νων γλωσ­σών. Οι δυο πρε­σβύ­τε­ροι φέ­ρε­ται να την ο­φεί­λουν σε μη­τέ­ρες, που κρα­τούν α­πό αρ­χο­ντι­κές οι­κο­γέ­νειες. Άλλο, βε­βαίως, ευ­γε­νείς της Ανκό­να και άλ­λο, Τρι­πο­λι­τσιώ­τες άρ­χο­ντες. Όπως και να έ­χει, ο Πα­πα­τσώ­νης α­πο­φοι­τά το 1917 και το 1918 προσ­λαμ­βά­νε­ται στο Υπουρ­γείο Οι­κο­νο­μι­κών. Ο Κα­ρυω­τά­κης παίρ­νει την ά­δεια δι­κη­γό­ρου Ιαν. 1919 και Οκτ. διο­ρί­ζε­ται στη Νο­μαρ­χία Θεσ­σα­λο­νί­κης. Στα 18 του φέ­ρε­ται να έ­χει βλέ­ψεις για στα­διο­δρο­μία δι­πλω­μά­τη. Αυ­τήν την ε­ξα­σφά­λι­σε ο Σε­φέ­ρης, γιος κα­θη­γη­τή Πα­νε­πι­στη­μίου. Και του Κα­ρυω­τά­κη ή­ταν ε­πι­στή­μο­νας, αλ­λά νο­μο­μη­χα­νι­κός. Το ε­πάγ­γελ­μα του πα­τρός Πα­πα­τσώ­νη λεί­πει στα χρο­νο­λό­για, ω­στό­σο εί­ναι γό­νος Μεσ­σή­νιων προ­ε­στών, που αν­δρα­γά­θη­σαν στην Επα­νά­στα­ση, με ε­ξέ­χου­σες θέ­σεις με­τε­πα­να­στα­τι­κά.            
Στα προ­γο­νι­κά του Πα­πα­τσώ­νη, ο Αργυ­ρίου συγ­χέει τον βίο του παπ­πού του, Πα­να­γιώ­τη Πα­πα­τσώ­νη, με ε­κεί­νους των δυο α­δελ­φών του. Ο με­γα­λύ­τε­ρος, ο Δη­μή­τρης, ή­ταν αυ­τός που πο­λέ­μη­σε δί­πλα στον Κο­λο­κο­τρώ­νη, φυ­λα­κί­στη­κε μα­ζί του και σκο­τώ­θη­κε μα­χό­με­νος κα­τά του Ιμπραή­μ, το 1825. Ενώ, υ­πα­σπι­στής του Όθω­να χρη­μά­τι­σε ο μι­κρό­τε­ρος α­δελ­φός, ο Ιωάν­νης. Ο Πα­να­γιώ­της δια­δέ­χθη­κε τον α­δελ­φό του στην αρ­χη­γία πο­λυά­ριθ­μου έ­νο­πλου σώ­μα­τος. Με­τε­πα­να­στα­τι­κά ε­ξε­λέ­γη κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη δή­μαρ­χος. Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, ά­φη­σε α­πο­μνη­μό­νευ­μα για τους α­γώ­νες της οι­κο­γέ­νειας και την οι­κο­νο­μι­κή βοή­θεια, που αυ­τή πρό­σφε­ρε στον Αγώ­να. Για­τί ο προ­πάπ­πος, Ανα­γνώ­στης Πα­πα­τσώ­νης, προ­ε­στός, με την εύ­νοια Σουλ­τά­νου και ντό­πιου Πα­σά, δια­τη­ρού­σε την ε­πι­καρ­πία α­πό τσι­φλί­κι 40-45 χω­ριών, ο­λό­κλη­ρη ε­παρ­χία, αυ­τήν του Εμβλα­κίου Μεσ­ση­νίας, ση­με­ρι­νής Εύας. Να ση­μειώ­σου­με, πως η οι­κο­γέ­νεια Πα­πα­τσώ­νη συγ­γε­νεύει με τον Κα­νέλ­λο Δε­λη­γιάν­νη, αλ­λά και τον Τέλ­λο Άγρα, τον Μα­κε­δο­νο­μά­χο.
Ο Αργυ­ρίου α­πο­πει­ρά­ται α­να­σύ­στα­ση του βίου του, ό­σο του ε­πι­τρέ­πουν τα βιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να, που ε­ξα­κο­λου­θούν να πα­ρου­σιά­ζουν κε­νά. Ση­μειώ­νει την έλ­λει­ψη στοι­χείων “για την κα­τα­γω­γή του που θα μπο­ρού­σαν εν­δε­χο­μέ­νως να ε­ξη­γή­σουν και τον κα­θο­λι­κι­σμό του”, σχε­τι­κά με τον ο­ποίο προ­χω­ρά σε υ­πο­θέ­σεις. Οπωσ­δή­πο­τε εύ­λο­γες, αλ­λά α­παι­τούν τεκ­μη­ρίω­ση. Ο Κί­μων Φράιερ τον α­να­φέ­ρει, χω­ρίς σχε­τι­κή πα­ρα­πο­μπή, ως “κα­τευ­θείαν α­πό­γο­νο της Μαρ­κη­σίας di Bartoli di Ancona, πα­λαιάς οι­κο­γέ­νειας κα­θο­λι­κών, που α­νέ­δει­ξε πολ­λούς σπου­δαίους κλη­ρι­κούς”.  Ως πλη­ρο­φο­ρία ε­λά­χι­στα δια­φω­τί­ζει την θρη­σκευ­τι­κή ταυ­τό­τη­τα και στά­ση ζωής του ποιη­τή. Όσο για τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό nobilissimus, ο Πα­πα­τσώ­νης μπο­ρεί να τον ε­πι­στρα­τεύει ως δη­λω­τι­κό “υ­πε­ρο­χής”, μάλ­λον, ό­μως, ως τίτ­λος τι­μής, α­νή­κει στην οι­κο­γέ­νεια. Αλλά και πά­λι, ό­χι ως “κα­τα­γό­με­νης α­πό τη βυ­ζα­ντι­νή αυ­το­κρα­το­ρι­κή οι­κο­γέ­νεια των Κο­μνη­νώ­ν”. Το νω­βε­λίσ­σι­μος, ο ευ­γε­νέ­στα­τος, εί­ναι τι­μη­τι­κός τίτ­λος της βυ­ζα­ντι­νής αυ­λι­κής ιε­ραρ­χίας, που, μέ­χρι τους Κο­μνη­νούς, δι­νό­ταν μό­νο σε μέ­λη της αυ­το­κρα­το­ρι­κής οι­κο­γέ­νειας, ε­νώ, με­τέ­πει­τα, πα­ρα­χω­ρεί­το και ως προ­νό­μιο.
Σχε­τι­κά με τα βιο­γρα­φι­κά κε­νά, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, σε άρ­θρο, που ε­πέ­χει θέ­ση νε­κρο­λο­γίας, σχο­λιά­ζει: “Προϋπό­θε­ση για ο­ποια­δή­πο­τε σο­βα­ρή με­λέ­τη πά­νω στον ποιη­τή και το έρ­γο, εί­ναι η συ­στη­μα­τι­κή έ­ρευ­να του αρ­χείου του... Η έ­ρευ­να αυ­τή θα βο­η­θού­σε ση­μα­ντι­κά να συ­ντα­χθούν με κά­ποια ε­πάρ­κεια δυο βα­σι­κά όρ­γα­να με­λέ­της: η Βι­βλιο­γρα­φία... και το χρο­νο­λό­γιο των έρ­γων και η­με­ρών, τό­σο του δη­μό­σιου ά­ντρα ό­σο και του λο­γο­τέ­χνη.” Ωστό­σο, με το θά­να­το της συ­ζύ­γου του Πα­πα­τσώ­νη, θα πρέ­πει να α­ντι­λή­φθη­κε το α­νέ­φι­κτο πα­ρό­μοιων σχε­δια­σμών. Εκεί­νη ε­τοί­μα­ζε την έκ­δο­ση τρί­του τό­μου, μία στα­χυο­λό­γη­ση α­πό τα ευ­ρι­σκό­με­να, ως «Εκλο­γή, Γ΄», με τη βοή­θεια του Τσι­ρό­που­λου. Η κό­ρη του, Μα­ρία, μο­να­δι­κή πλέ­ον κλη­ρο­νό­μος, μα­ταίω­σε την έκ­δο­ση, α­να­κοι­νώ­νο­ντας πως δεν θα προ­βεί ού­τε θα ε­πι­τρέ­ψει κα­μία δη­μο­σίευ­ση και έκ­δο­ση έρ­γου του ή ι­διω­τι­κών εγ­γρά­φων του, ό­πως ε­πι­στο­λές. Για το α­λη­θές του λό­γου, οι ε­πι­στο­λές του προς Γιο­λά­ντα Πέ­γκλη, που εκ­δό­θη­καν σε βι­βλίο το 1994, α­πο­σύρ­θη­καν.
Ο Σαβ­βί­δης ή­θε­λε να “α­ντα­πο­κρι­θεί στο χρέ­ος που το έρ­γο του Πα­πα­τσώ­νη α­παι­τεί για λο­γα­ρια­σμό των ου­σια­στι­κών πνευ­μα­τι­κών του κλη­ρο­νό­μων, δη­λα­δή για το πλα­τύ και ο­λοέ­να α­να­νε­ού­με­νο κοι­νό α­να­γνω­στών της με­γά­λης ποίη­σης.” Αλλά και η κό­ρη, νυμ­φευό­με­νη τον δι­πλω­μά­τη και με­τέ­πει­τα πρέ­σβη Αλέ­ξαν­δρο Κου­ντου­ριώ­τη, γιο του ε­πί­σης πρέ­σβη Ανδρέα Κου­ντου­ριώ­τη, μάλ­λον ο­χυ­ρω­νό­ταν α­πέ­να­ντι στην ε­ρευ­νη­τι­κή πε­ριέρ­γεια, που θα προ­κα­λού­σαν οι θη­σαυ­ροί του αρ­χείου του, ό­πως τους πε­ρι­γρά­φει ο Σαβ­βί­δης, γνω­ρί­ζο­ντάς τον προ­σω­πι­κά. Κι ό­μως, σα­ρά­ντα χρό­νια με­τά, ο α­πο­κλει­σμός έκ­δο­σης, του­λά­χι­στον του έρ­γου, φαί­νε­ται υ­περ­βο­λι­κός. Μέ­χρι και ά­δι­κος α­πέ­να­ντι σε έ­ναν δη­μιουρ­γό, που κου­βα­λού­σε την πι­κρία του α­δι­κη­μέ­νου.  
Επα­νερ­χό­με­νοι στην τριαν­δρία, ο Αργυ­ρίου σκια­γρα­φεί τη σχέ­ση Σε­φέ­ρη-Πα­πα­τσώ­νη. Ο Βα­γε­νάς στο βι­βλίο του «Η πα­ρα­μόρ­φω­ση του Κα­ρυω­τά­κη» συ­γκε­ντρώ­νει τα βι­βλιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να αυ­τής της σχέ­σης, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας πως η φι­λία τους δια­τα­ρά­χτη­κε μεν το 1931, με την έκ­δο­ση της πρώ­της συλ­λο­γής του Σε­φέ­ρη και του βι­βλίου για τον Σε­φέ­ρη του Ανδρέα Κα­ρα­ντώ­νη, αλ­λά ε­πα­νήλ­θε. Ο Αργυ­ρίου δεί­χνει ε­πι­φυ­λα­κτι­κός, του­λά­χι­στον ως προς τα αι­σθή­μα­τα του Πα­πα­τσώ­νη. Αμφό­τε­ροι, πά­ντως, α­πο­δέ­χο­νται τον φι­λέ­ται­ρο και μα­κρό­θυ­μο Σε­φέ­ρη.
Ωστό­σο, η αλ­λη­λο­γρα­φία Κα­τσί­μπα­λη-Σε­φέ­ρη δί­νει μάλ­λον δια­φο­ρε­τι­κή ει­κό­να για τη σχέ­ση τους. Λ.χ., η αλ­λη­λο­ε­κτί­μη­ση πριν το 1931 δεν δεί­χνει δε­δο­μέ­νη, ό­ταν ο Σε­φέ­ρης, το 1932, τον α­πο­κα­λεί “υ­στε­ρι­κή πά­πισ­σα”. Επί­σης, τη μη δη­μο­σίευ­ση της α­πα­ντη­τι­κής ε­πι­στο­λής του στην ε­πί­θε­ση Πα­πα­τσώ­νη δεν την α­πο­φά­σι­σε ο ί­διος. Ο Κα­τσί­μπα­λης την συμ­βού­λευ­σε, για­τί την εύ­ρι­σκε “α­δύ­να­τη”, δη­λα­δή ό­χι αρ­κε­τά πει­στι­κή, ο­πό­τε και θεω­ρού­σε πως “θα τον έ­βλα­πτε”. Πα­ρό­τι ο Κα­τσί­μπα­λης ή­ταν συ­νο­μή­λι­κός του, λει­τουρ­γού­σε ως φύ­λα­κας άγ­γε­λος της δη­μό­σιας ει­κό­νας του. Αντί­θε­τα, η συ­ζυ­γι­κή αλ­λη­λο­γρα­φία Σε­φέ­ρη, στην ο­ποία ο Βα­γε­νάς πα­ρα­πέ­μπει, στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις Μα­ρώς-“Πα­πα­τσώ­νη­δω­ν” και ε­λά­χι­στα προ­σφέ­ρε­ται ως μαρ­τυ­ρία αι­σθη­μά­των. Όπως και να έ­χει, το ε­πι­στέ­γα­σμα των ε­ξαρ­χής σε α­πό­κλι­ση συγ­γρα­φι­κών κα­τευ­θύν­σεων έρ­χε­ται το 1963, ό­ταν, στον Σε­φέ­ρη, α­πο­νέ­με­ται το βρα­βείο Νό­μπελ και στον Πα­πα­τσώ­νη, το Α΄ Κρα­τι­κό Βρα­βείο Ποίη­σης.
Όσο για το κυ­ρίως θέ­μα, τον σχο­λια­σμό του ποιη­τι­κού και δο­κι­μια­κού έρ­γου του Πα­πα­τσώ­νη, μάλ­λον δεν εν­δια­φέ­ρει τον α­να­γνώ­στη, που αυ­τές τις “ά­γιες η­μέ­ρες” α­νυ­πο­μο­νεί να ε­νη­με­ρω­θεί α­πό τους ει­δή­μο­νες για τις γιορ­τα­στι­κές προ­τά­σεις τους. Άλλω­στε κά­θε ε­φη­με­ρί­δα έ­χει το α­να­γνω­στι­κό της κοι­νό.  Αυ­τό της δι­κής μας, πι­θα­νόν να έ­δει­χνε κά­ποιο εν­δια­φέ­ρον για το μο­να­δι­κό βι­βλίο του, που ε­πα­νεκ­δό­θη­κε στον τρέ­χο­ντα αιώ­να. Πρό­κει­ται για το ο­δοι­πο­ρι­κό «Άσκη­ση στον Άθω». Αυ­τό λοι­πόν, προέ­κυ­ψε το 1927 ύ­στε­ρα α­πό πε­ντά­μη­νη ε­κεί δια­μο­νή, εκ­δό­θη­κε το 1963 και το 2011, που η πλη­γή της κρί­σης άρ­χι­σε να κα­κο­φορ­μί­ζει, έ­γι­νε η ε­πα­νέκ­δο­ση. Στα υ­πό­λοι­πα, ό­σα του­λά­χι­στον α­που­σιά­ζουν, προ­βλέ­πε­ται ε­πα­νέκ­δο­ση... του α­γίου πο­τέ. Με άλ­λα λό­για, αυ­τές εί­ναι οι τύ­χες σε ι­διό­τυ­πες πε­ρι­πτώ­σεις, ό­πως αυ­τή του Τά­κη Πα­πα­τσώ­νη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/1/2016.