Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

"Στήμονες οι ηδυπαθείς"

Ευαγγελία Κόσσυβα
"Στήμονες οι ηδυπαθείς"
Εκδόσεις Πλανόδιον
Δεκέμβριος 2007

Συνολικά τριάντα επτά πεζά, δημοσιευμένα κατά την τελευταία δεκαετία στις ημερήσιες εφημερίδες "Θάρρος" της Καλαμάτας και "Ημέρα" των Πατρών, καθώς και στα περιοδικά "Flash" της Κ
και "Πλανόδιον" των Αθηνών, σύμφωνα με την διευκρινιστική περί των πρώτων δημοσιεύσεων σημείωση στο τέλος του βιβλίου. Κατά μια σημερινή αντίληψη περί λογοτεχνικότητας, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν παλαιομοδίτικα, και θεματικά και υφολογικά. Κατ' αρχήν, θεματικά, καθώς ζωντανεύουν τρόπους διαβίωσης και οικογενειακούς δεσμούς αλληλοεξάρτησης παρελθοντικών εποχών, κυρίως, όμως, γιατί εξυμνούν ανθρώπινες αρετές, που έχουν προ πολλού απαξιωθεί, όπως, λ.χ., η αξιοπρέπεια. Επίσης, υφολογικά, δεδομένου ότι συνάδουν με ένα αλλοτινό λογοτεχνικό γούστο, που αρεσκόταν στην πληθώρα των καλολογικών στοιχείων και την αφθονία των σημείων στίξεως. Ωστόσο, αυτός ο, τρόπον τινά, παρωχημένος χαρακτήρας τους κατορθώνει να δημιουργήσει διάθεση νοσταλγίας, έτσι όπως αναδεύονται αισθήματα πικρίας και θλίψης, σπανιότερα και ευδαιμονίας. Μας θύμισε τα βιβλία δυο άλλων συγγραφέων, της Μαρίας Κοτοπούλη και της Μαρίας Πάλλα, όχι ακριβώς ομοιάζοντα, αλλά της ίδιας ευαισθησίας, με μια παραπλήσια μεταφυσική αγωνία.

Εκ πρώτης όψεως, τα πεζά είναι αυτοτελή, ωστόσο υπάρχουν υπόγειες διασυνδέσεις, που δημιουργούν επιμέρους ενότητες. Ανάμεσά τους, η μεγαλύτερη είναι αυτή της αρρώστιας και του θανάτου, έναντι μιας κατά πολύ μικρότερης των ερώτων. Σε παραλλαγές οι ασθένειες, κυρίως οι ανίατες, με έμφαση στην επάρατο νόσο, ενώ οι ιστορίες περιορίζονται σε κοινούς τόπους^ στο ένα τονίζεται η μητρική αφοσίωση, στο δεύτερο η συζυγική αδιαφορία, ενώ, σε δυο άλλα, παρουσιάζεται το σημερινό πρόσωπο της ιατρικής αντίκρυ στην αγωνία ενός στενού συγγενή, όταν για τον γιατρό ο ασθενής δεν είναι παρά μια απρόσωπη περίπτωση. Παρά την πλάγια οπτική που υιοθετεί η αφήγηση, δεν αποφεύγει τη συναισθηματική φόρτιση. Μόνο ένα πεζό, το "Οδός Ιατροπούλου", καταλήγει σε μια πρωτότυπη σύλληψη, δένοντας την απειλή του θανάτου με την ερωτική πρόκληση. Σε παραλλαγές και ο θάνατος. Σε ορισμένα πεζά, κατ' αναδρομή η αφήγηση, αρχίζει με την τελευτή του βίου, σκιαγραφώντας στο ένα τη δύσκολη μοίρα ενός μοναχικού ανθρώπου και σε δύο άλλα, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που αποκτά η ζωή, όταν κάποιος εμφορείται από αφοσίωση προς ένα πρόσωπο.

Περισσότερο φιλόδοξα τα πεζά που κινούνται στο μεταφυσικό πεδίο, όπως αυτά με τον γιο, που, μετά το θάνατο του πατέρα του, συνειδητά ή και ασύνειδα, σαν να επικοινωνεί μαζί του, επαναλαμβάνοντας μιμητικά κάποιες δικές του πράξεις ή και κινήσεις. Σε τρία πεζά, ο σκηνικός χώρος είναι το νεκροταφείο, εκεί όπου οι φροντίδες του ταφικού μνημείου έχουν χαρακτήρα τελετουργικό. Πράξεις που, ως επί το πλείστον, τελούνται μηχανιστικά, όταν δεν επαφίενται σε τρίτους επ' αμοιβή, εκτός κι αν ο πενθών ανήκει στη χορεία των πιστών, οπότε βιώνει μια επικοινωνία με τις ψυχές. Τα κάλαντα στο μνήμα και οι λιχουδιές, μελομακάρονο και κουραμπιές, που τοποθετούνται δίπλα στη φωτογραφία και το καντήλι, μας θύμισαν εκείνο το παραδοσιακό γεύμα στα μνήματα, που, τόσο παραστατικά, περιγράφει ο Κοσμάς Χαρπανίδης, σε ένα από τα πρώτα διηγήματά του.

Ορισμένα από τα υπολειπόμενα πεζά διαφεύγουν προς την παραμυθητική διήγηση, ενώ άλλα παίρνουν σπονδυλωτή μορφή, παρακολουθώντας μια συνειρμική αλληλουχία, που ξεκινά από ερεθίσματα της καθημερινής ζωής. Τα πλέον αδύναμα έχουν διδακτικό χαρακτήρα, με τα πιο εμπνευσμένα να εκφράζουν προσωπικά συναισθήματα, κυρίως ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Ενδιαφέρον στοιχείο ολόκληρης της συλλογής συνιστά η προνομιούχος επαφή με τη φύση, που έχει ως αποτέλεσμα έναν πηγαίο λυρισμό. Επαφή οικεία σε ανθρώπους της υπαίθρου, μεγαλωμένους δίπλα σε ένα δένδρο που φύτευσαν οι ίδιοι ή οι γεννήτορές τους, σχεδόν, όμως, εξωτική για τον κάτοικο του άστεως, για τον οποίο ένα φύλλο αρμπαρόριζας δεν ανακαλεί καμία αίσθηση ούτε καν εικόνα.

Τα καλύτερα της συλλογής διαδραματίζονται σε ένα χτήμα, χωρίς αναφορά γεωγραφικών συντεταγμένων, εκ των συμφραζομένων όμως πελοποννήσιο. Αφηγηματικά το χτήμα, με την πανδαισία χρωμάτων και αρωμάτων, προβάλλει ως θαυμαστός κόσμος. Για τον αθηναίο αναγνώστη, τα ονόματα ορισμένων φυτών μένουν άγνωστες λέξεις. Μόνο οι παπαρούνες, με τους "ηδυπαθείς στήμονες", μπορούν να του ξυπνήσουν κάποιες αναμνήσεις, μαζί με θλίψη, αφού, εδώ και χρόνια, οι ευαίσθητες παπαρούνες έχουν εγκαταλείψει το κλεινόν άστυ. Μόνο σε μέρη απόκεντρα, όπως οι γραμμές του ηλεκτρικού, προβάλλουν και πάλι αντέχουν λίγες μόνο ημέρες.

Ήδη ο τίτλος του βιβλίου, που μόλις μνημονεύσαμε, προϊδεάζει πως στα πεζά υπάρχει ένας ακόμη παράγοντας, η γλώσσα, που, σε ορισμένα γίνεται το κυρίως θέμα, καθώς παίζουν με ρηματικούς τύπους και λόγιες λέξεις, εκκινώντας από εκεί την αφήγηση ενός περιστατικού. Αν και η προφανής ευχέρεια στη χρήση της γλώσσας δεν καταλήγει πάντοτε προς όφελος της γραφής. Τα παρά προσδοκίαν επίθετα ή και οι μεταφορές μπορεί να διασκεδάζουν την αφήγηση, τα στερεότυπα όμως κοσμητικά επίθετα και οι πολυχρησιμοποιημένες μεταφορές την βαραίνουν. Το ίδιο συμβαίνει και με το ποιητικό ύφος, όταν δεν φαλτσάρει προς το ποιητικίζον. Η εύφορη γλώσσα της Κόσσυβα αναδεικνύεται στις περιγραφές, είτε πρόκειται για συναισθηματικές καταστάσεις είτε για τόπους και παραδοσιακές ασχολίες, όπως εκείνη η εκπληκτική στις λεπτομέρειές της ετοιμασία του καλαθιού με τα τρόφιμα και τα λοιπά καλούδια που στέλνει η μάννα από το χωριό στα παιδιά της στην Αθήνα. Ιεροτελεστία χαμένη στα χρόνια της αθωότητας της ελληνικής επαρχίας ή, από μια σύγχρονη οπτική, της υπανάπτυξης.

Μ. Θ.

ατυχής αφιέρωση


"Πόρφυρας" Τεύχος 126 Μάρτιος 2008 Κέρκυρα

Ολόκληρο το τεύχος καλύπτεται από ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα στον γνωστό μουσικοσυνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Εκτός αφιερώματος, ως προσθήκη των τελευταίων σελίδων, δημοσιεύεται για πρώτη φορά ένα κείμενο του Θωμά Βελιανίτη, γραμμένο το 1950. Γ
τα βιογραφικά του Βελιανίτη πληροφορεί σημείωση στο τέλος του κειμένου. Γεννήθηκε στους Παξούς, το 1877, κ
πέθανε στην Αθήνα, το 1950. Σ
νομικά και υπηρέτησε στο υπουργείο Εσωτερικών. 1/4ταν απελευθερώθηκε η Πρέβεζα, στις 2 Νοεμβρίου 1912, α
τη θέση του Διοικητικού Επιτρόπου.

Το κείμενο του Βελιανίτη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αφορά σημαντικές προσωπικότητες της αφετηρίας του νεοελληνικού κράτους. Κατ' αρχάς,τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον κορυφαίο Ευρωπαίο διπλωμάτη της εποχής του και μέγα Έλληνα πολιτικό, όπως τον χαρακτηρίζει ο ιστορικός Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος στην προ δεκαετίας εκδοθείσα μονογραφία του. Ακολούθως, τον ποιητή και πρώτο στα καθ' ημάς μυθιστοριογράφο Παναγιώτη Σούτσο. Και τέλος, τον Αλέξανδρο Στούρτζα, φιλόλογο και διπλωμάτη, από τη μεγάλη ελληνική οικογένεια των βογιάρων της Μολδαβίας, που οι ρίζες της φθάνουν ως τον 13ο αιώνα, γιο του Σκαρλάτου Στούρτζα και της Σουλτάνας, το γένος Μουρούζη, πρωτίστως, όμως, αδελφό της Ρωξάνδρας Στούρτζα, του μεγάλου πλατωνικού έρωτα του Κυβερνήτη.

Πιο συγκεκριμένα, το κείμενο αναφέρεται στον πρώτο τόμο, "Ποιήσεις", του Παναγιώτη Σούτσου, που τυπώθηκε στο Ναύπλιο, στην Εθνική Τυπογραφία, το 1831. Π
, στον τρίτο τόμο της "Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού 1770-2000", ο Αλέξ
Πολίτης προσδιορίζει πως τυπώθηκε τον Ιανουάριο του 1831, σ
ταυτόχρονα με τον "Δήμο και Ελένη" του Α.Ρ.Ραγκαβή. Ωστόσο, κρίνοντας εκ των περιοχομένων, η έκδοση έγινε μεν εντός του 1831, α
, ασφαλώς, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, στις 27 Σεπτεμβρίου. Στον τόμο δημοσιεύεται το "ποίημα δραματικόν" "Οδοιπόρος" μαζί με άλλα ποιήματα, τιτλοφορούμενα "Ερωτικά" και "Ελεγεία". Μεταξύ αυτών, το ποίημα "Λείψανο του Ιωάννου Καποδίστρια". Ο Βελιανίτης παραθέτει μακριά αποσπάσματα από τον πρόλογο του Σούτσου, που δείχνουν τα εχθρικά του αισθήματα για τον Καποδίστρια, τον οποίο και θεωρεί τύραννο της πατρίδος. 1/4μως αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά, το ενδιαφέρον της δημοσίευσης βρίσκεται στην άστοχη αφιέρωση του τόμου "Ποιήσεις" στον Αλέξανδρο Στούρτζα.

Απορεί κανείς δεν γνώριζε ο Παναγιώτης Σούτσος τον στενό φιλικό δεσμό του Στούρτζα με τον Κυβερνήτη. Πώς θα ήταν ποτέ δυνατό να πιστεύει ότι με την αφιέρωση θα μπορούσε να προσεταιριστεί τον αδελφό της Ρωξάνδρας Σούρτζα. Ο Βελιανίτης περιορίζεται να αναφέρει πως ο Στούρτζας εργάστηκε στη ρωσική υπηρεσία και ήταν βοηθός του Καποδίστρια. Ακόμη πως αγαπούσε την Ελλάδα και εξέδωσε γαλλιστί το έργο, "Η Ελλάδα στα 1821". 1/4μως ο Στ
αντιπροσώπευε για τον Καποδίστρια πολύ περισσότερα πράγματα.

Πέντε χρόνια μικρότερος της Ρωξάνδρας, γεννηθείς το 1791
Ιάσιο της Μολδαβίας, στάθηκε μέχρι τέλους ο αγαπημένος της αδελφός και ταυτόχρονα, ο έμπιστος του Καποδίστρια. Η οικογένεια Στούρτζα γνώρισε τον Καποδίστρια το 1809, ό
εκείνος έφθασε στην Πετρούπολη, επίσημα προσκεκλημένος από τον Τσάρο, και διορίστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών. Τότε η εικοσιτετράχρονη Ρωξάνδρα ήταν κυρία επί των τιμών της αυτοκράτειρας. Οι ρομαντικές ψυχές μπορούν να φανταστούν τον κόμη και τη νεαρά κυρία επί των τιμών να στροβιλίζονται στα σαλόνια των ανακτόρων ή να πίνουν τσάι κουβεντιάζοντας για τα κυοφορούμενα στην Ελλάδα, ίσως τή παρουσία του μόλις δεκαοχτάχρονου εξαδέλφου της Ρωξάνδρας, πρίγκιπα Αλέξανδρου Υψηλάντη. Το σίγουρο είναι πως για τρία χρόνια, ο Καποδίστριας ήταν ο καθημερινός επισκέπτης της οικογένειας Στούρτζα. 1/4ταν έφυγε, ο Αλέξανδρος τον ακολούθησε. 1/4πως γράφει η Ελένη Κούκκου, στην εξαίρετη "ιστορική βιογραφία", "Ιωάννης Καποδίστριας - Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη", η ξαφνική αποστολή τού μόλις εικοσάχρονου μαθητευόμενου διπλωμάτη στο Βουκουρέστι και η τοποθέτησή του στο διπλωματικό γραφείο του Καποδίστρια είχε γίνει με πρωτοβουλία του ίδιου του Καποδίστρια, αφού, ως αδελφός της Ρωξάνδρας, αποτελούσε τον αναγκαίο κρίκο για να διατηρηθεί η επαφή με την αγαπημένη του. Και ο Αλέξανδρος παρέμεινε δίπλα στον Καποδίστρια μέχρι τέλους. Δικό του είναι και το "Σχέδιον περί εθνικής ανατροφής και δημοσίου παιδείας εις την Ελλάδα. Ιδέαι προκαταρκτικαί" για την οργάνωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που επιχειρούσε ο Καποδίστριας το 1829. Σ
συνέχεια παραστάθηκε στην αδελφή του, που πέθανε δεκατρία χρόνια αργότερα, στις 16 Ιανουαρίου 1844, η
Κυριακή, χωρίς ποτέ να συνέλθει από το θάνατό του Κυβερνήτη. Δέκα χρόνια αργότερα, πέθανε ο Αλέξανδρος Στούρτζας, το 1854.

Κ
επανερχόμαστε στην αφιέρωση του Παναγιώτη Σούτσου, την οποία αποποιείται αγανακτισμένος ο Στούρτζας, με επιστολή του από την Οδησσό, δημοσιευμένη στον "Αθηναϊκό Καθρέπτη" και χρονολογούμενη, 7 Αυγούστου 1832. Τ
, τα νέα αργούσαν να φθάσουν, πόσω μάλλον τα βιβλία. Ενδεικτικά, η είδηση της δολοφονίας του Καποδίστρια έκανε ένα μήνα για να φθάσει στις ευρωπαϊκές χώρες και κοντά δύο μήνες για να γίνει γνωστή στην Οδησσό, όπου κατοικούσε η Ρωξάνδρα. Στο ενδιάμεσο, αυτή έγραφε ανεπίδοτες επιστολές. 1/4πως θυμίζει ο Στούρτζας στην επιστολή του, αυτός μεσίτευσε στον Καποδίστρια για να διορισθεί ο Σούτσος, αρχικά, πρώτος γραμματέας της Εθνικής Συνέλευσης του Άργους και κατόπιν, στις 8 Φεβρουαρίου 1830, Γ
της Γερουσίας. Κι αν αργότερα ο Κυβερνήτης τον απομάκρυνε -τύποις παραιτήθηκε στις 8 Ιουλίου 1831- α
οφειλόταν στις δόλιες κινήσεις του Σούτσου, που ενδιαμέσως είχε ταχθεί με τους επαναστάτες της 3/4δρας και όπως απεκάλυψε η κατασχεθείσα αλληλογραφία του, τους είχε γνωστοποιήσει απαξάπασες τις ενέργειες και αποφάσεις της Γερουσίας.

Να σημειώσουμε πως όταν γραφόταν το κείμενο του Βελιανίτη, δεν είχε ακόμη ερευνηθεί από την Κούκκου το Αρχείο της οικογένειας Στούρτζα, που απεκάλυψε τις προσωπικότητες της Ρωξάνδρας και του Αλέξανδρου Στούρτζα, καθώς και τις στενές σχέσεις τους με τον Καποδίστρια. Ιστορικός με σημαντικό έργο η Ελένη Κούκκου, το οποίο στηρίχτηκε σε μακρόχρονες αρχειακές έρευνες. Παρ' όλα αυτά, ο προ έτους θάνατός της πέρασε μόνο στις καταχωρήσεις των κηδειών και οι λιγοστές νεκρολογίες δημοσιεύτηκαν πολύ αργότερα.

Αυτά για μια άστοχη αφιέρωση του 1831, σ
βιβλίο που, κατά τους φιλολόγους, οριοθετεί την επίσημο είσοδο του ρομαντισμού στην Ελλάδα. 1/4που γεννιέται το ερώτημα, πόσο εμφορούμενος από τις ιδέες του ρομαντισμού μπορεί να είναι ένας συγγραφέας ή και ποιητής, όταν συνθέτει ένα ποίημα που επιχαίρει για μια δολοφονία.

Μ. Θεοδοσοπούλου

ιντιάνος ποιητής και το κτήμα στα Αππαλάχια Όρη

Γιώργης Παυλόπουλος "Γράμματα από την Αμερική" Πρόλογος-επιμέλεια Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος Εκδόσεις Γαβριηλίδης Μάρτιος 2008

Από τότε που διαβάσαμε τα γράμματα του Νίκου Καχτίτση στον Γιώργη Παυλόπουλο, μας είχε γεννηθεί η απορία τι σόι επιστολογράφος να είναι ο Παυλόπουλος. Γιατί μια αλληλογραφία δεν είναι παρά ένας διάλογος, όπου το ένα σκέλος προκαλεί ή και παρασύρει το άλλο σε εκμυστηρεύσεις. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι προφανές πως ο Παυλόπουλος δεν αναθέρμαινε απλώς τις κοινές αναμνήσεις τους αλλά ερέθιζε τις φαντασιώσεις του Καχτίτση, εισχωρώντας στον φανταστικό του κόσμο ή ίσως ορθότερα, πλάθοντάς τον από κοινού μαζί του. 1/4πως κι αν έχει, ο αφηγηματικός λόγος του Παυλόπουλου παρέμενε ανοιχτός σε υποθέσεις, όπως συμβαίνει πάντοτε με τους ποιητές, εκτός κι αν κρατούν ημερολόγιο ή αλληλογραφούν μετά μανίας, όπως ο Σεφέρης. 1/4μως, παρόλο που ο Παυλόπουλος θαύμαζε τον Σεφέρη και ως ένα βαθμό, επηρεάστηκε από το παράδειγμά του, "Μέρες" δεν φαίνεται να έχει γράψει, αν και με ορισμένους ανθρώπους, που αποφεύγουν την προβολή, ποτέ δεν ξέρεις. Πάντως, το έχουμε πάρει απόφαση, πως επιστολές Παυλόπουλου προς Καχτίτση δεν θα διαβάσουμε. Ακόμη κι αν έχουν διασωθεί, θα πρέπει να βρίσκονται στα χέρια κληρονόμων, όπως και τα γράμματα του Καχτίτση προς Γονατά και λοιπούς παραλήπτες. Και ως γνωστόν, οι κληρονόμοι φυλάσσουν ως κέρβεροι τα κατάλοιπα των αποθανόντων. Κάτι σαν το χρυσό αυγό της ταλαίπωρης κότας που της έλαχε να συγγενέψει μαζί τους.
Στον "Οδυσσέα", εκείνο το περιοδικό, που μια παρέα από παιδιά φανατικά για γράμματα τύπωνε μέσα στην Κατοχή, όσο πρόλαβε πριν μπούνε τα Τάγματα Ασφαλείας στον Πύργο, δημοσιεύτηκαν τα πρώτα ποιήματα του Παυλόπουλου. Συνολικά τέσσερα, που μόνο εν μέρει διασώθηκαν στη συγκεντρωτική έκδοση, με τη σοδειά της τεσσαρακονταπενταετίας, 1943-1997. Από το π
, "Ο νεκρός Γ.Π.", στο τέταρτο τεύχος, Δεκέμβριο 1943, ο ε
στίχος και το δεύτερο μισό, στο ποίημα "Μετάσταση". Σε παραλλαγή το "Ερημόνησο" του διπλού τεύχους, άνοιξη 1944, μ

σημείωση, Φθινόπωρο 1943. Κ
από τα δυο ποιήματα του τελευταίου τεύχους, το πρώτο, "Στροφή θανάτου", κόπηκε, ενώ το δεύτερο, "Αποκαθήλωση" περισώθηκε, κι αυτό με ξεσκαρτάρισμα στίχων αλλά κρατώντας τον τίτλο του.

Στο περιοδικό, όμως, ο Παυλόπουλος δημοσίευσε και ένα διήγημα, "Το πουλάρι", με χρονολογία 1943. Ή
μάλιστα, η δεύτερη συνεργασία του, στο διπλό τεύχος, χειμώνα 1944. Έ
παράξενο ερωτικό παραμύθι, γραμμένο από ένα νέο, που τελικά προτίμησε να γίνει ποιητής. Ίσως, συνέτειναν όσα συνέβησαν τα αμέσως επόμενα χρόνια. Στα ποιήματα επανέρχεται το πουλάρι, άλογο πια, ενώ στα πεζόμορφα, ο αφηγητής μόλις που διακρίνεται. Κι έτσι έμενε ζητούμενο, πόσο παραμυθάς θα ήταν ο Παυλόπουλος, αν έρχονταν αλλιώς τα πράγματα και γινόταν πεζογράφος. Απρόσμενη η απάντηση, μας την προσφέρει έτερος ηλείος αλληλογράφος του, ο Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος, με την έκδοση επιστολών του προς αυτόν. Ένα βιβλιάριο, που ανοίγει με προλογικό σημείωμα, τιτλοφορούμενο "στον αναγνώστη", κατά τη συνήθεια παλαιότερων καιρών, από όπου πληροφορούμεθα πως ο Παυλόπουλος, στον προφορικό του λόγο, είναι ένας συναρπαστικός και ακούραστος αφηγητής, πως διαθέτει την μαγική ικανότητα να καταλύει κάθε έννοια χρόνου και χώρου, προσδίδοντας και στα πιο απτά και απλά συμβάντα διαστάσεις μύθου. Επιπροσθέτως, μάλιστα, πως πρόκειται για έναν συστηματικό και ακαταπόνητο αλληλογράφο, ανεξάρτητα αν, μέχρι σήμερα, από όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, δεν έχει εκδοθεί κανένα επιστολικό του ίχνος.

Για του λόγου το ασφαλές, ο Παπαδημητρακόπουλος μας σερβίρει τρεις επιστολές του Παυλόπουλου εξ Αμερικής, σταλμένες προ είκοσι δύο ετών. Ακριβέστερα, φέρουν ημερομηνίες, 14.8.'85, 9.9.'85 και 7.10.'85, ενώ ως τ
γραφής τους, προσδιορίζεται, το Waynesboro, λατι
στο άνοιγμα των επιστολών, με διευκρινιστική σημείωση του επιμελητή πως πρόκειται για μικρή πόλη στη Βιρτζίνια των Ηνωμένων Πολιτειών, ακριβώς νότια της Ουάσινγκτον. 1/4πως φαίνεται, ο Παυλόπουλος, μετά της συζύγου του, με αφορμή μεταπτυχιακές σπουδές του γιου τους στο Πανεπιστήμιο του Μαίρυλαντ, έμεινε κοντά διόμιση μήνες στην Αμερική, όχι δίπλα στο Πανεπιστήμιο, ούτε στην Ουάσινγκτον αλλά στο "ήσυχο" Γουέϊνσμπορο, φιλοξενούμενοι του ψυχιάτρου Ντίνου Ηλιόπουλου. Φίλος τους, αλλά, για τον αναγνώστη, γνωστότερος ως καχτίτσειος ήρωας. Οι επιστολές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν κάτι σαν ταξιδιωτικό στις ανατολικές πολιτείες. 1/4σο για τα του ταξιδιού στη Φλόριδα, που έκανε στη συνέχεια ο Παυλόπουλος, θα πρέπει να του τα αφηγήθηκε προφορικά, άμα τη επιστροφή του. Ένα συναρπαστικό, τω όντι, ταξιδιωτικό κι ας πρόκειται για μέρη, που δεν θα τα έλεγες και εξωτικά. 1/4μως, ως γνωστόν, το ταξιδιωτικό δεν το φτιάχνει ο τόπος αλλά η αφήγηση. Και ο Παυλόπουλος, δίνει στα μέρη από όπου περνά ή επισκέπτεται, από "τα πεύκα της Ρέας" μέχρι το κτήμα στα Αππαλάχια όρη, μυθικές διαστάσεις.

Στο πρώτο γράμμα, η ανιστόρηση της αναχώρησης και της άφιξης, όπου ανακατεύονται μνήμες από τον Καχτίτση του '50,
από το Σεσίλ της Κηφισιάς, παραμονεύοντας μια αινιγματική κυρία, με τις πρώτες εντυπώσεις από τον ιντιάνο ποιητή Ρόμπερτ Χεντ. Από μια άποψη, αυτός αποβαίνει ο κεντρικός ήρωας του ταξιδιωτικού ή τουλάχιστον, είναι αυτός που δίνει στις επίπεδες αμερικανικές πολιτείες, την τρίτη τους διάσταση, του χρόνου, τουτέστιν της ινδιάνικης παράδοσης. "Κοιλάδα των άπειρων άστρων" αποκαλείται στα ινδιάνικα η κοιλάδα, όπου βρίσκεται η πόλη του Γουέϊνσμπορο. Και ο Χεντ έχει γράψει ένα ποίημα για 1/4το Τρελό Άλογο, τον μεγάλο στρατηγό των Ιντιάνων1/2, που ξεκινά με το στίχο, "Από τότε που η Αμερική σκότωσε το Τρελό Άλογο / έκανε για πάντα το φάντασμά του αθάνατο".

Στο δεύτερο γράμμα, κατ' αρχήν εντυπώσεις από το σπίτι όπου φιλοξενείται ο Παυλόπουλος. Η οικία ενός συλλέκτη των πλέον ανόμοιων πραγμάτων, τόσο παράταιρων που λες, μήπως και τα επενόησε ο επιστολογράφος, επιζητώντας να εντυπωσιάσει τον παραλήπτη με έναν μπορχεσιανού τύπου κατάλογο. Άποψη που ενισχύεται από όσα ακολουθούν για το ξενοδοχειακό μεγαθήριο της πρωτεύουσας των ΗΠΑ, όπου οι περιγραφές θυμίζουν αφήγημα επιστημονικής φαντασίας, καθώς, μάλιστα, "εν ενυπνίω", συνομιλεί μετά του Πόε. Απότομη προσγείωση, με τη θλιβερή είδηση του θανάτου του μικρότερου εξαδέλφου του, Σάκη Καράγιωργα, στις 17 Αυγούστου εκείνου του έτους, συγκάτοικού του στο υπόγειο της Ιωάννου Θεολόγου, στις αρχές του '50,
που φιλοξενούσε και τον Καχτίτση. Και ο Παυλόπουλος συνεχίζει με τα χειρόγραφα περιοδικά, τον "Ρίψασπι" και τον "Λωτό", που του είχε στείλει ο Καχτίτσης, χειμώνα του 1952, α
το Μόντρεαλ. Ή, ίσως και να του τα είχε δώσει πριν την αναχώρησή του, πάντως ήταν "επίτηδες γραμμένα" για τον φίλο του, τον Γιώργη, τα οποία όμως, ατύχησαν στα χέρια "βαθειά νυχτωμένων" φιλολόγων, όπως άλλωστε τόσο συχνά συμβαίνει.

Στο τρίτο γράμμα πρωταγωνιστεί ο Χεντ, Ιντιάνος από τη φυλή των Σόνυ, όπως διευκρινίζει ο Παυλόπουλος. Η πρώτη επαφή τους είχε γίνει με ένα γράμμα του στον Έλληνα ποιητή, που έγραψε "Το Κατώγι". Στην πρώτη τους συνάντηση, στο σπίτι του Ηλιόπουλου, ήπιαν Μπουτάρη και μίλησαν για ποίηση και για τους Ιντιάνους, κυρίαρχους μιας ολόκληρης ηπείρου που τους ξέκαναν. Ο Χεντ και η σύντροφός του είχαν έρθει από το Λούισμπουργκ της Δυτικής Βιρτζίνιας με ένα σαραβαλάκι, όπου ανέμιζε σημαία της Ελληνικής Επανάστασης. Η συνέχεια ήταν μια εκδρομή στο χτήμα του Χεντ. Εδώ, ο Παυλόπουλος προσθέτει ένα ακόμη χτήμα στη σειρά με τα μυθοποιημένα χτήματα. Αν και μακράν της ελληνικής επικράτειας, χαμένο στα Αππαλάχια, συγγενεύει, έστω και μόνο αφηγηματικά, με τα πελοποννήσια του Διονυσίου Κόκκινου και του Παπαδημητρακόπουλου ή και το ρουμελιώτικο του Χάρη Μαυρομάτη (ένας από τους ταλαντούχους εφετεινούς πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς).

Πλέον μυστηριώδες και επίφοβο προβάλλει το χτήμα του Χεντ, δίπλα σε αδιάβατο δάσος, με ένα "σπίτι αερικό", όπου τα αγρίμια μπαινοβγαίνουν και στο δοκάρι του καθιστικού σταφυλιάζει μια σφηκοφωλιά, σύμβολο ειρήνης στη φυλή του Χεντ. Ο οικοδεσπότης τούς επιδεικνύει αρχαία βέλη από οψιδιανή πέτρα και τους σερβίρει ένα γνήσια ινδιάνικο γεύμα. Ο φιλοξενούμενος ποιητής ανταποδίδει το φίλεμα, διαβάζοντας το ποίημα "Έρωτας", που αρχίζει με τους στίχους: "Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος απόστασα και βγαίνοντας από το δάσος / ένα δέντρο μοναχό στο φως το κόβεις αύριο με τη σειρά του το λησμονάς..." Μετά, οι δυο ποιητές και ο συλλέκτης ψυχίατρος πήγαν δίπλα στο ποτάμι, εκεί που κάποτε άρχιζε το μονοπάτι των ξυλοκόπων. Θα πρέπει να νόμιζαν πως είχαν μπει μέσα στο ποίημα. Τι να απόγινε ο ιντιάνος ποιητής; Κατά τα άλλα, δεν αποκλείεται το βιβλιάριο να σηματοδοτεί την αρχή έκδοσης της επιστολογραφίας του Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλου, έτερου μυστήριου αλληλογράφου.

Ο ΕΡΩΤΑΣ

Πρός Ζόφον

Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος απόστασα και βγαίνοντας από

το δάσος

ένα δέντρο μοναχό στο φως το κόβεις αύριο με τη σειρά του

το λησμονάς

εκεί που έγειρα στη ρίζα του με πήρε ο ύπνος βλέπω πάλι

όνειρο το τσεκούρι μου

γινόταν φίδι τύλιγε το δέντρο απ' τον κορμό του χώθηκε

στα φύλλα

τότε κείνο άνθισε με σκέπαζαν τ' άνθη του ο ίσκιος του δροσιά

γυναίκας που μ' αγκάλιαζε με ξαναγύριζε στην πρώτη μου ζωή

πρόσωπο δεν έβλεπα μόνο το γιασεμί στα σκοτεινά μαλλιά της

βάθαινα

μέσα σε δάκρυα και φιλιά και μπαίνοντας στη νύχτα τώρα

του ονείρου ήταν

καράβι το δέντρο κι άλμπουρο το τσεκούρι κι απάνω του δεμένοι

με το φίδι για σκοινί

εγώ με τη γυναίκα να μας κόβει ο άνεμος γυμνούς καθώς

η πελώρια πλώρη

έστριβε αργά προς το μεγάλο σκοτάδι.



Μ. Θεοδοσοπούλου