Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Κρυμμένη σελήνη ή Φάκα dei Greci

Αντί σχο­λια­σμού της έκ­θε­σης «Η Αθή­να ε­λεύ­θε­ρη», ι­στο­ρι­κής έκ­θε­σης, ό­πως χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε, μια και ση­μα­το­δο­τεί τη νέα α­ντί­λη­ψη των ση­με­ρι­νών ι­στο­ρι­κών για ό­σα δια­δρα­μα­τί­στη­καν τό­τε, ε­μείς ε­πα­νερ­χό­μα­στε στο τρέ­χον τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Κον­δυ­λο­φό­ρος» και ει­δι­κό­τε­ρα, στο με­λέ­τη­μα του Μι­χαήλ Πα­σχά­λη για τον Σε­φέ­ρη. Ο τίτ­λος εί­ναι «Σιω­πές α­γα­πη­μέ­νες της σε­λή­νης», με πλα­γιο­γρά­φη­ση, κα­θώς πρό­κει­ται για στί­χο ποιή­μα­τος, το ο­ποίο προσ­διο­ρί­ζει ο υ­πό­τιτ­λός, “Ζη­τή­μα­τα δια­κει­με­νι­κό­τη­τας στον «Τε­λευ­ταίο σταθ­μό» του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη»”.
Η μα­κρο­χρό­νια ε­να­σχό­λη­ση του Πα­σχά­λη με “τον δια­κει­με­νι­κό διά­λο­γο ελ­λη­νι­κής και ι­τα­λι­κής λο­γο­τε­χνίας”, σε με­γά­λο βά­θος χρό­νου, α­πό ε­κεί­νον της ελ­λη­νι­στι­κής πε­ριό­δου με την λα­τι­νι­κή γραμ­μα­τεία, τον κα­θι­στά ει­δή­μο­να ε­πί του θέ­μα­τος. Από μία ά­πο­ψη, εί­ναι έ­νας ε­πί­φο­βος μαι­τρ σε αυ­τόν τον ι­διά­ζο­ντα το­μέα “δια­κει­με­νι­κό­τη­τας”. Εί­ναι γε­γο­νός, πως πολ­λούς ελ­κύουν οι “δια­κει­με­νι­κοί διά­λο­γοι”, προ­τι­μούν, ό­μως, πε­ρισ­σό­τε­ρο βα­τά “δια­κεί­με­να”, ό­πως η αγ­γλό­γλωσ­ση, κα­τά κα­νό­να σύγ­χρο­νη, λο­γο­τε­χνία. Αυ­τοί, ό­μως, δεν βά­ζουν σε δο­κι­μα­σία τη γη­γε­νή λο­γο­τε­χνία, α­φού, στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, να α­πο­δεί­ξουν ξε­νι­κές ε­πι­δρά­σεις στο έρ­γο του άλ­φα ή του βή­τα Έλλη­να συγ­γρα­φέα. Ενώ, ο Πα­σχά­λης, α­σχο­λού­με­νος συ­στη­μα­τι­κά με τους κο­ρυ­φαίους της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, τεί­νει να την α­πορ­φα­νί­σει. Και κα­λά, οι δυο Ζα­κύν­θιοι, Κάλ­βος-Σο­λω­μός, αλ­λά ο Σε­φέ­ρης; Μέ­χρι προ­χτές βαλ­λό­ταν για ελ­λη­νο­κε­ντρι­σμό, και τώ­ρα να χρειά­ζε­ται υ­πε­ρά­σπι­ση για δυ­τι­κό­φι­λη “δια­κει­με­νι­κό­τη­τα”;    
Πα­ρό­μοια συ­νη­γο­ρία συ­νι­στά δύ­σκο­λο έρ­γο, ό­ταν η εν λό­γω διά­γνω­ση έρ­χε­ται α­πό έ­ναν βρα­βευ­μέ­νο κλα­σι­κό φι­λό­λο­γο. Δε­δο­μέ­νου, ό­μως, ό­τι πα­ρα­μέ­νου­με στην ε­πο­χή του α­να­γνώ­στη, ως δη­μιουρ­γι­κού παρ­τε­ναί­ρ, μα­κράν του πα­θη­τι­κού α­πο­δέ­κτη, που α­ντι­λαμ­βα­νό­ταν η γε­νιά του ’30, θα εκ­θέ­σου­με ευ­θαρ­σώς τις α­πο­ρίες μας. 
Μία πρώ­τη α­πο­ρία γεν­νά το ι­διαί­τε­ρα με­γά­λο βά­ρος, που ο με­λε­τη­τής α­πο­δί­δει στα “πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία” έ­να­ντι των κει­με­νι­κών, δη­λα­δή του ι­δίου του ποιή­μα­τος. Συ­γκε­κρι­μέ­να, α­να­φέ­ρε­ται στον τίτ­λο, τους χρο­νο­λο­γι­κούς προσ­διο­ρι­σμούς και τις συ­νο­δευ­τι­κές ση­μειώ­σεις. Επί­σης, στις αλ­λα­γές τους κα­τά τις δια­δο­χι­κές εκ­δό­σεις, κα­θώς και, λό­γω ύ­παρ­ξης στην πε­ρί­πτω­ση Σε­φέ­ρη αρ­χεια­κού υ­λι­κού, σε δια­φο­ρο­ποιή­σεις στα χει­ρό­γρα­φα “σχε­διά­σμα­τα”. Εκ προοι­μίου, ε­ξαί­ρει το ρό­λο τους ως “ερ­μη­νευ­τι­κό ερ­γα­λείο”. Στη συ­νέ­χεια, δια­χω­ρί­ζει έ­να “πα­ρα­κει­με­νι­κό στοι­χείο”, συ­γκε­κρι­μέ­να, μία α­πό τις ση­μειώ­σεις, ό­που ως πρό­τυ­πο ε­νός στί­χου του ποιή­μα­τος, ε­κεί­νου που ε­πι­λέ­γει και ως τίτ­λο του με­λε­τή­μα­τός του, “σιω­πές α­γα­πη­μέ­νες της σε­λή­νης”, υ­πο­δει­κνύε­ται η­μι­στί­χιο α­πό την «Αι­νειά­δα» του Βιρ­γί­λιου, “amica silentia lunae”. Στό­χος του να δεί­ξει πως το εν λό­γω η­μι­στί­χιο, ο­μού με­τά των συμ­φρα­ζο­μέ­νων του, “α­πο­τε­λούν δο­μι­κό στοι­χείο της σκη­νο­θε­σίας του «Τε­λευ­ταίου σταθ­μού»”, ά­ρα “το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο δια­κεί­με­νο του ποιή­μα­τος”. Σε α­ντί­θε­ση, το πρω­το­γε­νές κει­με­νι­κό στοι­χείο, τον στί­χο του ποιή­μα­τος, τον σχο­λιά­ζει υ­πο­βο­η­θη­τι­κά προς το τέ­λος του κει­μέ­νου του.
Ο με­λε­τη­τής α­πο­πει­ρά­ται ερ­μη­νεία του ποιή­μα­τος και δη, μέ­σω ε­πι­σφα­λούς “δια­κει­με­νι­κό­τη­τας”: “Ο καμ­βάς πά­νω στον ο­ποίο στή­νε­ται ο «Τε­λευ­ταίος σταθ­μός» εί­ναι η δια­κει­με­νι­κή σκη­νο­θε­σία που προ­ε­τοι­μά­ζει την ά­λω­ση της Τροίας στην «Αι­νειά­δα» του Βιρ­γι­λίου.” Με άλ­λα λό­για, αν πα­ρα­κο­λου­θού­με την “δια­κει­με­νι­κού” τύ­που συλ­λο­γι­στι­κή, εν­σφη­νώ­νο­ντας στο ποίη­μα τον εν λό­γω στί­χο, α­να­κα­λεί­ται η σκη­νή με τον στό­λο των Αχαιών να ξε­κι­νά­ει α­πό την Τέ­νε­δο για την α­φρού­ρη­τη, χά­ρις στον “αρ­χε­τυ­πι­κό δό­λο” του Δού­ρειου Ίππου, στο έ­λεός τους, Τροία. Αυ­τό υ­πο­τί­θε­ται πως ε­πέ­χει θέ­ση προ­φη­τείας στο σε­φε­ρι­κό ποίη­μα  για ό­σα πρό­κει­ται να συμ­βούν με­τά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση της Αθή­νας απ’ τις ορ­δές της Βέρ­μα­χτ.
“Κά­θε ε­ξή­γη­ση ποιή­μα­τος εί­ναι, μου φαί­νε­ται, ε­ξω­φρε­νι­κή...”, δια­τεί­νε­ται ο Σε­φέ­ρης το 1949, ό­ταν η Τζού­λια Κρί­στε­βα ή­ταν παι­δά­κι στην Βουλ­γα­ρία και ο Ζε­ράρ Ζε­νέ­τ, πρω­το­ε­τής της φι­λο­λο­γίας. Τό­τε, η λε­γό­με­νη “transtextualite” υ­πήρ­χε μό­νο σαν “πε­τρο­κα­λα­μή­θρα που κυ­βερ­νά τον ποιη­τή, έ­να έν­στι­κτο που ξέ­ρει, πριν απ’ ό­λα, να φέ­ρει στο φως και να βυ­θί­ζει στο μού­χρω­μα της συ­νεί­δη­σης τα πράγ­μα­τα...” Για το ποίη­μα «Τε­λευ­ταίος σταθ­μός», ο Σε­φέ­ρης ε­ξη­γού­σε σε νεό­τε­ρο κρι­τι­κό: “Εί­ναι έ­να ποίη­μα που α­πορ­ρό­φη­σε κά­μπο­ση πεί­ρα και πί­κρα μιας ε­πο­χής της ζωής μου που δε γνώ­ρι­σες, α­φού εί­ταν σκη­νο­θε­τη­μέ­νη έ­ξω α­πό την πα­τρί­δα...”. Ενώ, σε προ­σφι­λή του, ο­μή­λι­κο φί­λο, γί­νε­ται α­να­λυ­τι­κό­τε­ρος: “Αφού μας χρειά­ζε­ται, α­διά­φο­ρο αν α­ξί­ζει τον κό­πο, μια κλω­στή της Αριάδ­νης, βρί­σκω πως δεν εί­ναι κα­κή αυ­τή που μας δα­νεί­ζει η πε­ρι­κο­πή της Οδύσ­σειας με το ε­πει­σό­διο της Κίρ­κης και τη Νε­κυο­μα­ντεία... ποιος ξέ­ρει, μπο­ρεί να υ­πήρ­χε και να ε­νερ­γού­σε αό­ρα­τος μέ­σα μου ο ειρ­μός αυ­τός, ό­ταν κα­τα­πιά­στη­κα να συ­ναρ­μο­λο­γή­σω ε­μπει­ρίες που εί­χα δο­κι­μά­σει, και κά­πο­τε ση­μειώ­σει, α­πό τον Οχτώ­βρη του ’44 που γύ­ρι­σα στην Ελλά­δα α­πό τη Μέ­ση Ανα­το­λή και την Ιτα­λία. Το βίω­μα, κα­θώς λέ­νε, της «Κί­χλης» αρ­χί­ζει ε­κεί που τε­λειώ­νει το «Ημε­ρο­λό­γιο κα­τα­στρώ­μα­τος β΄», με τον «Τε­λευ­ταίο σταθ­μό»”. 
Βε­βαίως, η α­να­ζή­τη­ση ι­τα­λι­κού “δια­κεί­με­νου” δεν ξε­νί­ζει, α­φού ο Σε­φέ­ρης, στην Ιτα­λία, ξε­κί­νη­σε να γρά­φει το ποίη­μα. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στην Cava dei Tirreni, “έ­να χω­ριου­δά­κι πά­νω α­πό το Σα­λέρ­νο”, την έ­δρα των βρε­τα­νι­κών στρα­τιω­τι­κών δυ­νά­μεων. Στο ξε­νο­δο­χείο του, μέ­νει “σύσ­σω­μο το Υπουρ­γείο Εξω­τε­ρι­κών. Ψη­λό­τε­ρα δυο βί­λες δε­σπό­ζουν, της Αγγλι­κής Πρε­σβείας και του Έλλη­να πρω­θυ­πουρ­γού”. Στη Βίλ­λα Ricciardi, φι­λο­ξε­νή­θη­κε ο Γεώρ­γιος Πα­παν­δρέ­ου. Στην πα­ρα­κεί­με­νη πό­λη της Κα­ζέρ­τας, έ­δρα του αγ­γλι­κού αρ­χη­γείου, δέ­κα μέ­ρες με­τά την ά­φι­ξή του, 26 Σεπ. 1944, υ­πο­γρά­φτη­κε η πε­ριώ­νυ­μη Συμ­φω­νία, που ό­ρι­ζε αρ­χι­στρά­τη­γο αγ­γλι­κών και ελ­λη­νι­κών δυ­νά­μεων τον Σκό­μπυ. Αυ­τό κα­θό­λου τυ­χαία. Πρό­κει­ται για υ­ψη­λό­βαθ­μο α­ξιω­μα­τι­κό με μό­νι­μη θη­τεία στις βρε­τα­νι­κές α­ποι­κίες. Την 1η Οκτ., ο Σε­φέ­ρης ση­μειώ­νει στο Ημε­ρο­λό­γιό του: “Ο στρα­τη­γός – βά­φτι­σε την Cava dei Tirreni, Φά­κα dei Greci.” Στην ο­ρι­στι­κή έκ­δο­ση του ποιή­μα­τος, υ­πάρ­χει η η­με­ρο­μη­νία, “5 Οκτω­βρίου ’44”. Στην πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του, Μάρ. του 1947, η  η­με­ρο­μη­νία εί­ναι “15 Οκτω­βρίου 1944”. Στα Ημε­ρο­λό­για, αυ­τές οι η­με­ρο­μη­νίες δεν έ­χουν εγ­γρα­φές, μό­νο τη “Δευ­τέ­ρα, 16 Οκτώ­βρη”: “Χτες ό­λο το α­πό­γε­μα δο­κί­μα­σα να συ­νε­χί­σω έ­να ποίη­μα που άρ­χι­σα ε­δώ και λί­γες μέ­ρες («Τε­λευ­ταίος σταθ­μός»). Ανα­γκά­στη­κα να το α­φή­σω· βα­ρύς το βρά­δυ.” Άλλο η­με­ρο­λο­για­κό ί­χνος των χει­ρο­γρά­φων του ποιή­μα­τος, μέ­χρι τη δη­μο­σίευ­σή του, δη­λα­δή σε έ­να μα­κρύ διά­στη­μα δυο χρό­νων και τριών μη­νών, δεν υ­πάρ­χει. Άρα­γε, σώ­θη­καν αυ­τά τα δυο πρώ­τα “σχε­διά­σμα­τα”; Με πρό­σβα­ση στο Αρχείο ο Πα­σχά­λης, δεν πλη­ρο­φο­ρεί σχε­τι­κά. Ανα­φέ­ρει μό­νο, πως υ­πάρ­χει “σχε­δία­σμα” με έν­δει­ξη, “5.15 Οκτ. 44, Ιούλ. 46”.   
Για το ποίη­μα, ω­στό­σο, έ­χουν δια­σω­θεί “σχε­διά­σμα­τα” μέ­χρι “τυ­πο­γρα­φι­κά δο­κί­μια”, που δεί­χνουν ση­μα­ντι­κές αλ­λα­γές. Οπό­τε, θα α­να­με­νό­ταν να δο­θούν α­να­λυ­τι­κά οι δια­δο­χι­κές με­τα­μορ­φώ­σεις του ε­πί­μα­χου στί­χου. Αντ’ αυ­τού, α­να­φέ­ρε­ται πως “στα σχε­διά­σμα­τα του ποιή­μα­τος δεν υ­πάρ­χει ο στί­χος”, χω­ρίς να προσ­διο­ρί­ζε­ται ποιο εί­ναι αυ­τό το σύ­νο­λο “σχε­δια­σμά­τω­ν” χω­ρίς τον στί­χο. Αμέ­σως με­τά προ­σθέ­τει, πως “σε έ­να σχε­δία­σμα δεν υ­πάρ­χει τί­πο­τα”, ε­νώ “σε άλ­λο σχε­δία­σμα εμ­φα­νί­ζε­ται” ο στί­χος με δια­φο­ρε­τι­κή α­πό­δο­ση του λα­τι­νι­κού προ­τύ­που, το­πο­θε­τη­μέ­νος σε δια­φο­ρε­τι­κή θέ­ση ε­ντός του ποιή­μα­τος. Ού­τε κά­ποια, έ­στω και κα­τ’ ει­κα­σία, χρο­νο­λό­γη­ση αυ­τών των δυο σχε­δια­σμά­των, ού­τε σχο­λια­σμός της ση­μα­σίας πα­ρό­μοιων δε­δο­μέ­νων. Οπό­τε, γεν­νά­ται το εύ­λο­γο ε­ρώ­τη­μα πως μπο­ρεί να έ­χει τό­ση βα­ρύ­τη­τα για τη σύλ­λη­ψη ε­νός ποιή­μα­τος, για­τί ει­κά­ζου­με πως αυ­τό εν­νο­εί­ται ως “σκη­νο­θε­σία”, έ­νας στί­χος που σε κά­ποια –έ­να, δυο, πε­ρισ­σό­τε­ρα;– δεν υ­πάρ­χει καν, ε­νώ, καί­τοι δο­μι­κό στοι­χείο του ποιη­τι­κού χώ­ρου και χρό­νου, με­τα­το­πί­ζε­ται α­πό σχε­δία­σμα σε σχε­δία­σμα ως δευ­τε­ρεύον στοι­χείο δια­κο­σμη­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Αν, ό­μως, οι με­τα­βο­λές των κει­με­νι­κών στοι­χείων δεν σχο­λιά­ζο­νται, ά­ρα δεν κρί­νο­νται βα­ρύ­νου­σες στη “σκη­νο­θε­σία”, πως εί­ναι δυ­να­τόν να α­πο­βαί­νει ση­μα­ντι­κή η ση­μείω­ση για αυ­τό το ε­λά­χι­στα ση­μα­ντι­κό κει­με­νι­κό στοι­χείο;
Ως α­ντι­στάθ­μι­σμα, θα ή­ταν χρή­σι­μη σύ­ντο­μη πα­ρου­σία­ση των αλ­λα­γών στο κεί­με­νο του ποιή­μα­τος, ό­πως διε­ξο­δι­κά τις σχο­λιά­ζει ο Ξε­νο­φών Κο­κό­λης στο βι­βλίο του «Σε­φε­ρι­κά μιας ει­κο­σα­ε­τίας» (1993). Όσο α­φο­ρά το κύ­ριο “πα­ρα­κει­με­νι­κό στοι­χείο”, που εί­ναι ο τίτ­λος του ποιή­μα­τος, μέ­νει η ε­ντύ­πω­ση πως έ­γι­νε μια μό­νο αλ­λα­γή, α­πό τον αρ­χι­κό με το ι­τα­λι­κό το­πω­νύ­μιο στον ο­ρι­στι­κό, ε­νώ πρό­κει­ται για τρι­πλή ή και πολ­λα­πλή αλ­λα­γή (αρ­χι­κά, στις 5/10/1944, το το­πω­νύ­μιο ι­τα­λι­στί, στις 15/10/1944 ο ο­ρι­στι­κός, εν­δια­μέ­σως, σε “σχε­διά­σμα­τα”, ε­πα­νέρ­χε­ται το το­πω­νύ­μιο, για να διορ­θω­θεί δεύ­τε­ρη φο­ρά “πά­νω στο μάρ­μα­ρο του τυ­πο­γρα­φείου”). 
Αλλά οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πο­ρίες α­να­κύ­πτουν α­πό τις α­πο­φάν­σεις του με­λε­τη­τή σχε­τι­κά με τις προ­θέ­σεις του Σε­φέ­ρη και τη λα­τι­νο­μά­θειά του. Κα­τ’ αρ­χήν, υ­πο­στη­ρί­ζει πως ο ποιη­τής δια­τή­ρη­σε την πρώι­μη χρο­νο­λό­γη­ση για να προσ­δώ­σει στο ποίη­μά του προ­φη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Επι­στρα­τεύει και τον ι­στο­ριο­γρα­φι­κό ό­ρο “προ­φη­τεία ex eventu”, για να α­πο­φύ­γει φορ­τι­σμέ­νες εκ­φρά­σεις, ό­πως, λ.χ., δο­λίως πα­ρα­πλα­νη­τι­κή “σκη­νο­θε­σία”. Δεν λαμ­βά­νει μάλ­λον υ­πό­ψη, ό­τι το ποίη­μα, στην πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση, φέ­ρει τον υ­πό­τιτ­λο, “Συ­μπλή­ρω­μα στο «Ημε­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος, Β΄»” και ό­τι, στην ο­ρι­στι­κή έκ­δο­ση, το­πο­θε­τεί­ται πριν την «Κί­χλη», που φέ­ρει η­με­ρο­μη­νία “31 του Οχτώ­βρη 1946”. Όχι μό­νο εί­ναι α­πό­λυ­τος στα συ­μπε­ρά­σμα­τά του, αλ­λά προ­χω­ρά και σε σε­νά­ρια σχε­τι­κά με το πώς λει­τούρ­γη­σε ο ποιη­τής, δα­νει­ζό­με­νος το η­μι­στί­χιο α­πό την «Αι­νειά­δα».
Σχο­λιά­ζει πως “η λα­τι­νο­μά­θεια του ή­ταν ε­ξαι­ρε­τι­κά πε­ριο­ρι­σμέ­νη”, για να κα­τα­λή­ξει πως “η φρά­ση ή­ταν ο­λο­φά­νε­ρα γνω­στή στον Σε­φέ­ρη, εί­τε α­πό τον Hugo εί­τε α­πό τον Gide εί­τε α­πό τον Yeats εί­τε α­πό πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό μία πη­γές.” Δη­λα­δή, ο Σε­φέ­ρης, α­πό­φοι­τος του Προ­τύ­που Γυ­μνα­σίου της Αθή­νας, δεν εί­χε δια­βά­σει με­τα­φρά­σεις της «Αι­νειά­δας», δεν εί­χε α­κού­σει τις διι­στά­με­νες α­πό­ψεις σχε­τι­κά με αυ­τό το προ­βλη­μα­τι­κό η­μι­στί­χιο στο Δεύ­τε­ρο Βι­βλίο της. Προ­βλη­μα­τι­κό, κα­θώς μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί ό­τι ση­μαί­νει εί­τε “φεγ­γα­ρό­φω­το” εί­τε “κρυμ­μέ­νη σε­λή­νη”. Ο Πα­σχά­λης α­πο­φαί­νε­ται: “Το βέ­βαιο εί­ναι ό­τι στον «Τε­λευ­ταίο σταθ­μό» οι σιω­πές της σε­λή­νης δεν έ­χουν να κά­νουν με το σκο­τά­δι.” Μή­πως, ό­μως, κοι­τά­ζει τον Σε­φέ­ρη με σύγ­χρο­να μα­το­γυά­λια; Ο Δά­ντης και ο Μίλ­των, αλ­λά και οι πα­λαιό­τε­ροι με­τα­φρα­στές της «Αι­νειά­δας» στα ελ­λη­νι­κά, τις “σιω­πές της σε­λή­νης” τις ερ­μή­νευαν ως σκό­τος. Ακό­μη, ο κο­ρυ­φαίος ου­μα­νι­στής Angelo Poliziano. Την ά­πο­ψη του τε­λευ­ταίου την α­ντι­κρούει ο Πα­σχά­λης, πα­ρα­πέ­μπο­ντας στη σύγ­χρο­νη α­με­ρι­κα­νι­κή φι­λο­λο­γία γύ­ρω α­πό το θέ­μα. Αυ­τή στη­ρί­ζε­ται σε με­τα­γε­νέ­στε­ρους ου­μα­νι­στές, του 16ου αιώ­να, που άν­τλη­σαν την ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία τους α­πό την «Μι­κρή Ιλιά­δα» και άλ­λα έρ­γα των “κύ­κλιων ε­πι­κών ποιη­τώ­ν”, που θέ­λη­σαν να συ­μπλη­ρώ­σουν την ο­μη­ρι­κή Ιλιά­δα. Για­τί, ό­μως, πα­ρό­μοια ε­πι­χει­ρή­μα­τα να δί­νουν τε­λε­σί­δι­κη α­πά­ντη­ση;
Οι δυο με­τα­φρα­στι­κές εκ­δο­χές του Σε­φέ­ρη, στο “σχε­δία­σμα” και στο ο­ρι­στι­κό, θα μπο­ρού­σαν να ο­φεί­λο­νται, ό­πως σχο­λιά­ζει ο ί­διος με α­φορ­μή την «Κί­χλη» που γρά­φτη­κε στον Πό­ρο, στην έλ­λει­ψη βο­η­θη­μά­των, ό­ντας και τό­τε ε­κτός έ­δρας. Όσο για τον πλη­θυ­ντι­κό “σιω­πές”, ό­πως και στο λα­τι­νι­κό πρω­τό­τυ­πο, οι πλη­θυ­ντι­κοί ται­ριά­ζουν στην ποίη­ση. Για το φι­λι­κός, που έ­γι­νε α­γα­πη­μέ­νος, δη­λα­δή α­πό ε­πι­θε­τι­κός προσ­διο­ρι­σμός μιας προ­σω­πο­ποιη­μέ­νης σε­λή­νης με­τα­βλή­θη­κε σε διά­θε­ση του ποιη­τή, πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι, σύμ­φω­να με τις ση­μειώ­σεις, σε ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, δα­νεί­ζε­ται συ­ναι­σθη­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις για το ποιη­τι­κό υ­πο­κεί­με­νο, τον α­φη­γη­τή. Στο ό­τι ση­μαί­νει σκό­τος και ό­χι φεγ­γα­ρό­φω­το, συ­νη­γο­ρεί και η πρώ­τη θέ­ση που έ­χει ο στί­χος στο “σχε­δία­σμα”, με­τά το στί­χο 10, ό­που γί­νε­ται λό­γος, πρώ­τον για φεγ­γά­ρι “στη χά­ση” (στ8) και στη συ­νέ­χεια, για α­δύ­να­μα “φεγ­γα­ρό­φω­τα σε πο­λι­τείες του βο­ριά”. Στον 12ο στί­χο, υ­πάρ­χει ο χρο­νι­κός προσ­διο­ρι­σμός: “Χτες βρά­δυ... στην ά­κρη /μιας φθι­νο­πω­ρι­νής μπό­ρας, το φεγ­γά­ρι /ξε­πέ­ρα­σε τα σύν­νε­φα”. Στο τώ­ρα της α­φή­γη­σης, την ε­πο­μέ­νη, το α­πό­γε­μα της 15ης Οκτ., εί­ναι “βρο­χε­ρό φθι­νό­πω­ρο σ’ αυ­τή γού­βα”.
Τέ­λος, ο με­λε­τη­τής με­τα­φρά­ζει ο ί­διος το ε­πί­μα­χο η­μι­στί­χιο, “ tacitae per amica silentia lunae” ως “κά­τω α­πό τη φι­λι­κή σι­γή της σιω­πη­λής σε­λή­νης” ή, κα­τά λέ­ξη, “κά­τω α­πό τις φι­λι­κές σιω­πές της βου­βής σε­λή­νης”. Θεω­ρεί πως η σιω­πή “μνη­μο­νεύε­ται εμ­φα­τι­κά με δυο ό­ρους (tacitae, silentia)”. Δεν θα μπο­ρού­σε, ό­μως, το ε­πί­θε­το “tacitus” να α­πο­δο­θεί και ως κρύ­φιος, κε­κρυμ­μέ­νος; Άρα, της κρυμ­μέ­νης σε­λή­νης; 

Μ. Θε­οδ­σο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 1/11/2015.
Φωτο:  Φωτογραφία από την τρέχουσα έκθεση «Η Αθήνα ελεύθερη».