Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Κωμωδία παρεξηγήσεων



Λεω­νί­δας Κα­κά­ρο­γλου
«Η ζωή και τί­πο­τ’ άλ­λο»
Εκδό­σεις 
Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας
Νοέμ­βριος 2011

Ορι­σμέ­νοι ποιη­τές, ό­ταν με­τα­το­πί­ζο­νται  ή κι­νού­νται ταυ­τό­χρο­να και στην πε­ζο­γρα­φία, με­ταγ­γί­ζουν ε­κεί και κά­ποια στοι­χεία της ποίη­σής τους. Αυ­τά μπο­ρεί να εί­ναι γλωσ­σι­κά και υ­φο­λο­γι­κά, ή α­κό­μη, πλεό­να­σμα φα­ντα­σίας και λυ­ρι­κή διά­θε­ση, κα­θώς και τρό­ποι πε­ρι­γρα­φής που α­πο­κλί­νουν προς το φα­ντα­στι­κό. Όσοι, βέ­βαια, α­κο­λου­θούν αυ­τόν τον δια­φο­ρε­τι­κό ‘‘χει­ρι­σμό’’, ο ο­ποίος κα­τα­λή­γει δη­λω­τι­κός των ποιη­τι­κών τους κα­τα­βο­λών, έρ­χο­νται α­ντι­μέ­τω­ποι με το σε­φε­ρι­κό α­ξίω­μα· ό­τι δεν υ­πάρ­χει χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα στον κό­σμο α­πό την πρό­ζα που λέ­γε­ται ποιη­τι­κή. Πρό­ζα που πά­ει να χο­ρέ­ψει εί­ναι ά­σκη­μη πρό­ζα, ό­πως αυ­το­λε­ξεί το δια­τυ­πώ­νει ο ποιη­τής. Σύμ­φω­να με τον Σε­φέ­ρη πά­ντα, ό­ποιος γρά­φει πρό­ζα πρέ­πει να έ­χει ο­ρι­σμέ­να πράγ­μα­τα να δεί­ξει, που να πι­στεύει πως εί­ναι α­ξιό­λο­γα. Σε αυ­τό α­κρι­βώς το ση­μείο,  δη­λα­δή στο κί­νη­τρο για τη στρο­φή ε­νός ποιη­τή στην πρό­ζα, συμ­βάλ­λουν, σε αρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις, ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κοί λό­γοι. Αρκε­τοί ποιη­τές φαί­νε­ται να ε­πι­λέ­γουν την πρό­ζα, ό­χι για­τί την θεω­ρούν προ­σφο­ρό­τε­ρη για ό­σα θέ­λουν να γρά­ψουν, αλ­λά πα­ρα­συ­ρό­με­νοι α­πό τον συρ­μό, που υ­πό­σχε­ται α­να­βαθ­μι­σμέ­νη συγ­γρα­φι­κή α­πή­χη­ση. Άλλω­στε, οι σει­ρή­νες της ε­πι­τυ­χίας δεν πλα­νεύουν μό­νο τους ποιη­τές, αλ­λά πά­σης φύ­σεως συγ­γρα­φείς, θε­α­τρι­κούς, δο­κι­μιο­γρά­φους, κα­θώς και κά­θε εί­δους ε­παγ­γελ­μα­τίες. Αυ­τή η πε­ζο­γρα­φι­κή ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή μό­δα εμ­φα­νί­στη­κε κα­τά την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να και φού­ντω­σε στον τρέ­χο­ντα, πλήτ­το­ντας α­ντί­στοι­χα, τις η­λι­κια­κά μά­χι­μες και συ­να­κό­λου­θα, εν­δο­τι­κές σε πα­ρό­μοιους πει­ρα­σμούς γε­νιές.   
Ο Λεω­νί­δας Κα­κά­ρο­γλου α­νή­κει σε μια πρώ­τη με­τα­πο­λι­τευ­τι­κή γε­νιά, για την ο­ποία τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα γε­γο­νό­τα, ε­κεί­να που έ­ζη­σε α­πό πρώ­το χέ­ρι, ή­ταν το Πο­λυ­τε­χνείο και η πτώ­ση της Δι­κτα­το­ρίας. Συ­γκα­τα­λέ­γε­ται σε ό­σους εί­χαν την πρώ­τη τους καρ­πο­φο­ρία με το ξε­κί­νη­μα της δε­κα­ε­τίας του ’80. Ας μην μπλέ­ξου­με με την κα­θιε­ρω­μέ­νη γε­νε­α­λο­γι­κή τα­ξι­νό­μη­ση, κα­θώς τύ­ποις μεν ε­ντάσ­σε­ται στη γε­νιά του ’70, αλ­λά φαί­νε­ται να συγ­γε­νεύει πε­ρισ­σό­τε­ρο με την ε­πό­με­νη. Όπως και να έ­χει, κά­ποιοι α­πό τους κα­λύ­τε­ρους και των δυο ο­μά­δων έ­κα­ναν, πρώι­μα ή ό­ψι­μα, στρο­φή στην πε­ζο­γρα­φία, ό­που, στην πλειο­ψη­φία τους, και ε­γκα­τα­στά­θη­καν. Ο Κα­κά­ρο­γλου μάλ­λον άρ­γη­σε,  έ­στω κι αν σε θέ­μα­τα δη­μιουρ­γι­κής ε­πώα­σης δεν τί­θε­νται χρο­νι­κά ό­ρια.  Συ­μπλή­ρω­σε,  πά­ντως, μια α­κέ­ραια τρια­κο­ντα­ε­τία ως ποιη­τής, ε­ξέ­δω­σε ε­πτά ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, μέ­νο­ντας ω­στό­σο, ε­κτός αν­θο­λο­γιών και συγ­γρα­φι­κών σω­μα­τείων, αλ­λά και μη α­πα­σχο­λώ­ντας ι­διαι­τέ­ρως τους  κρι­τι­κούς λο­γο­τε­χνίας. Ίσως, σε αυ­τό να συ­νέ­τει­νε και το ό­τι α­νή­κει στην ο­μά­δα των λο­γο­τε­χνών της ε­παρ­χίας. Μπο­ρεί να έ­χει ε­ξο­βε­λι­στεί η λέ­ξη ε­παρ­χιώ­της, ό­πως γε­νι­κό­τε­ρα λέ­ξεις συ­να­φείς με την ε­ντο­πιό­τη­τα, ω­στό­σο, δια­τη­ρεί­ται η ι­διαί­τε­ρη α­ντι­με­τώ­πι­ση αυ­τών των ο­μά­δων. Δεν πρό­κει­ται, α­κρι­βώς, για πα­ρα­γκω­νι­σμό αλ­λά πε­ρί μιας σχε­τι­κής α­δια­φο­ρίας. Κι ό­μως, αυ­τή η ο­μά­δα εί­ναι ε­κεί­νη, που κυ­ρίως συ­ντη­ρεί τη μνή­μη, και κά­ποιοι, οι κα­λύ­τε­ροι της ο­μά­δας, κα­τορ­θώ­νουν μέ­σα α­πό τις δι­κές τους ει­κό­νες να α­να­συν­θέ­σουν τη μνή­μη του τό­που. 
Ο Κα­κά­ρο­γλου, την πρώ­τη α­πό­πει­ρα στον πε­ζό λό­γο δεν την κά­νει με διη­γή­μα­τα, αλ­λά ξα­νοί­γε­ται α­π’ ευ­θείας στο μυ­θι­στό­ρη­μα. Το α­πο­φά­σι­σε τώ­ρα, που η μό­δα της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας δεί­χνει να υ­πο­χω­ρεί, α­φού, προ­η­γου­μέ­νως, α­λώ­θη­κε α­πό το μπε­στ σέ­λερ. Η αρ­χι­κή ε­ντύ­πω­ση εί­ναι ό­τι πρό­κει­ται για έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που συμ­βα­δί­ζει με την ε­πι­και­ρό­τη­τα. Δε­δο­μέ­νου ό­τι το θέ­μα του δεί­χνει συ­νυ­φα­σμέ­νο με τους α­γα­να­κτι­σμέ­νους πο­λί­τες, που εμ­φα­νί­σθη­καν ως αυ­τό­νο­μη ο­μά­δα δρά­σης, ό­ταν η δυ­σφο­ρία για τα κα­κώς κεί­με­να έ­φθα­σε στα ό­ρια της ορ­γής. Από το πρώ­το κε­φά­λαιο, α­να­φέ­ρο­νται α­πει­λη­τι­κά α­νώ­νυ­μα τη­λε­φω­νή­μα­τα και προ­κη­ρύ­ξεις, για να α­κο­λου­θή­σουν στα ε­πό­με­να, προ­σκλή­σεις για συ­γκε­ντρώ­σεις δια­μαρ­τυ­ρίας και βομ­βι­στι­κές ε­νέρ­γειες. Ευ­φά­ντα­στα στη­μέ­νη η υ­πό­θε­ση, ει­ρω­νεύε­ται πλα­γίως τις δι­κα­στι­κές αρ­χές και την Ασφά­λεια, που υ­πο­ψιά­ζο­νται πί­σω α­πό ο­ποια­δή­πο­τε ε­νέρ­γεια, α­κό­μη και πί­σω α­πό τη­λε­φω­νή­μα­τα που α­πο­δει­κνύο­νται φάρ­σες, πως κρύ­βο­νται τρο­μο­κρα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις. Τον πε­ρα­σμέ­νο Απρί­λιο, βομ­βι­στι­κή ε­νέρ­γεια σε τρέ­νο α­νέ­λα­βε ορ­γά­νω­ση με την ε­πω­νυ­μία Κί­νη­μα 12 Φλε­βά­ρη. Συ­μπτω­μα­τι­κά, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, γί­νε­ται λό­γος για την τρο­μο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση 1η ΦΛΕ­ΒΑ­ΡΗ, που πριν α­πό δυο χρό­νια δρού­σε στην Αθή­να. Με άλ­λα λό­για, η ε­πι­και­ρό­τη­τα έρ­χε­ται να  συ­μπλεύ­σει με τα μυ­θο­πλα­στι­κά δρώ­με­να, ε­παυ­ξά­νο­ντας την α­λη­θο­φά­νεια μιας ι­στο­ρίας, που το­πο­θε­τεί­ται στην μα­κρι­νή ά­νοι­ξη του 1989, ό­ταν α­κό­μη δρού­σε και βα­σί­λευε η 17 Νοέμ­βρη.   
Η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή  ορ­γά­νω­ση ο­νο­μά­ζε­ται Πο­λί­τες ε­νά­ντια στην του­ρι­στι­κή μό­λυν­ση και δρα σε πα­ρα­θα­λάσ­σια πό­λη του Νό­του. Όποιος ή ό­ποιοι κρύ­βο­νται πί­σω α­πό αυ­τήν την ε­πω­νυ­μία δεν εί­ναι α­γα­να­κτι­σμέ­νοι με την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, κα­θό­σον βρι­σκό­μα­στε α­κό­μη στα χρό­νια των πα­χιών α­γε­λά­δων, αλ­λά με την η­χορ­ρύ­παν­ση. Ει­δι­κό­τε­ρα, με τους υ­περ­βο­λι­κούς θο­ρύ­βους που προ­κα­λεί σε έ­ναν ή­συ­χο τό­πο η του­ρι­στι­κή ε­πέ­λα­ση, με την αυ­ξη­μέ­νη κί­νη­ση των τρο­χο­φό­ρων και κυ­ρίως, με τα πά­σης φύ­σεως μα­γα­ζιά δια­σκέ­δα­σης. Ο πε­ρί κέ­ντρων α­να­ψυ­χής νό­μος θα θε­σπι­στεί δώ­δε­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Αν και ό­πως ό­λοι οι νό­μοι, θα μεί­νει κι αυ­τός α­νε­νερ­γός. Ωστό­σο, οι πο­λί­τες ε­πι­μέ­νουν να ε­να­πο­θέ­τουν τις ελ­πί­δες τους στους νό­μους, ι­διαί­τε­ρα, ό­ταν πρό­κει­ται για εκ­προ­σώ­πους της Δι­καιο­σύ­νης. 
Στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, οι α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις των κοι­νω­νι­κών συ­νό­λων εί­θι­σται να α­να­δει­κνύο­νται μέ­σω ε­νός α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κού δί­πο­λου θύ­τη - θύ­μα­τος. Ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­λέ­γει ως θύ­τη, ό­χι α­πλώς κά­ποιον που θο­ρυ­βεί, αλ­λά έ­ναν άν­θρω­πο για τον ο­ποίον ο θό­ρυ­βος α­πο­τε­λεί  μο­να­δι­κή πη­γή ευ­χα­ρί­στη­σης. Ενώ, ως θύ­μα, έ­ναν ψυ­χο­σύν­θε­σης εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­της, για τον ο­ποίο ο θό­ρυ­βος συ­νι­στά η­χη­τι­κή τρο­μο­κρα­τία. Και ε­πει­δή, στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, πρό­κει­ται για την εκ­κω­φα­ντι­κή μου­σι­κή νυ­κτε­ρι­νού μα­γα­ζιού, ο πρώ­τος εί­ναι έ­νας νε­α­ρός ντι­σκ τζό­κεϋ και ο δεύ­τε­ρος, έ­νας με­σή­λι­κας κά­τοι­κος γει­το­νι­κής κα­τοι­κίας, που, για χρό­νια, δο­κι­μά­ζει εις μά­την με κα­ταγ­γε­λίες και δί­κες να κλεί­σει το μα­γα­ζί, πριν κα­τα­λή­ξει στην αυ­το­δι­κία. Προς ε­νί­σχυ­ση της μυ­θο­πλα­στι­κής ί­ντρι­γκας, ο τα­λαι­πω­ρού­με­νος πο­λί­της εί­ναι ο πρω­το­δί­κης της πό­λης.  Οπό­τε, ό­ταν γί­νε­ται η πρώ­τη βομ­βι­στι­κή ε­νέρ­γεια και συλ­λαμ­βά­νε­ται ως πι­θα­νός έ­νο­χος, λό­γω μιας σει­ράς συ­μπτώ­σεων, ο ντι­σκ τζό­κεϋ, ε­κεί­νος α­να­λαμ­βά­νει το ρό­λο του α­να­κρι­τή. Με άλ­λα λό­για, α­πό θύ­μα γί­νε­ται ο θύ­της και μπο­ρεί ε­πι­τέ­λους να πά­ρει το νό­μο στα χέ­ριά του. Εδώ, κα­νο­νι­κά, θα κο­ρυ­φω­νό­ταν το σα­σπέ­νς της ι­στο­ρίας, με το φλέ­γον ε­ρώ­τη­μα, αν θα υ­πε­ρι­σχύ­σει ο α­γα­να­κτι­σμέ­νος πο­λί­της ή μή­πως, τε­λι­κά, ο λει­τουρ­γός της Δι­καιο­σύ­νης πρά­ξει κα­τά συ­νεί­δη­ση.
Μό­νο που ο Κα­κά­ρο­γλου, την υ­πό­θε­ση που ε­πι­νό­η­σε δεν την α­να­πτύσ­σει σε έ­να ρε­α­λι­στι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα κοι­νω­νι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου. Στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, χα­ρα­κτη­ρί­ζει το μυ­θι­στό­ρη­μα κω­μω­δία πα­ρε­ξη­γή­σεων. Και πράγ­μα­τι, δη­μιουρ­γεί πε­ρί­πλο­κες κα­τα­στά­σεις, ως α­πο­τέ­λε­σμα σω­ρείας συ­μπτώ­σεων, ό­που  ε­μπλέ­κο­νται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί τύ­ποι, τις ο­ποίες πε­ρι­γρά­φει σαν σκη­νές φαρ­σο­κω­μω­δίας. Έτσι, μά­λι­στα, που ε­ναλ­λάσ­σει την τρι­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση με τις πρω­το­πρό­σω­πες των δυο βα­σι­κών χα­ρά­κτη­ρων, εί­ναι σαν να κά­νει έ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κού τύ­που γκρο πλαν στις σκέ­ψεις τους. Ού­τε, ό­μως, η εν­δο­σκό­πη­σή τους τον εν­δια­φέ­ρει. Ου­σια­στι­κά, πλά­θει τους δυο ή­ρωες σαν πα­ραλ­λα­γές του ί­διου ψυ­χι­σμού. Εί­ναι και οι δυο ευαί­σθη­τοι, α­δυ­να­τούν να πά­ρουν α­πο­φά­σεις, θεω­ρούν ό­τι η ζωή τους εί­ναι μπερ­δε­μέ­νη και τα­λαί­πω­ρη, ε­νώ έ­χουν κα­τα­κα­θί­σει σε μια κα­θη­με­ρι­νή ρου­τί­να. Και οι δύο ζουν για ε­κεί­νες τις ώ­ρες, που δια­φεύ­γουν με τη φα­ντα­σία τους στο πα­ρελ­θόν. Δεί­χνουν μάλ­λον σαν να ο­νει­ρεύο­νται, κα­θώς η νο­σταλ­γία α­να­πλά­θει τις πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές σχε­δόν πα­ρα­μυ­θέ­νιες. Ο με­σή­λι­κας α­να­τρέ­χει σε έ­να μο­να­δι­κό έ­ρω­τά του, που ξε­κί­νη­σε στην Πορ­το­γα­λία. Ο νέ­ος, στα παι­δι­κά του χρό­νια, στο χω­ριό. Αυ­τόν τον δεύ­τε­ρο, ο έ­ρω­τας στο πα­ρόν τον μπερ­δεύει και τε­λι­κά, πα­ραι­τεί­ται, προ­τι­μώ­ντας την α­σφά­λεια που προ­σφέ­ρει μια μα­κρό­χρο­νη σχέ­ση. Όσο για τη δυ­να­τό­τη­τα δια­φυ­γής στο ό­νει­ρο, και στους δυο σχε­τί­ζε­ται με τα ντε­σι­μπέλ. Ο πρώ­τος χρειά­ζε­ται σιω­πή, που γι’ αυ­τόν α­ντι­στοι­χεί στα 15 ντε­σι­μπέ­λ, που οι με­τρή­σεις δί­νουν στο θρόι­σμα των φύλ­λων, και ο δεύ­τε­ρος θό­ρυ­βο, του­τέ­στιν τα 100 και πλέ­ον ντε­σι­μπέλ α­πό τη μου­σι­κή του τε­τρα­κα­να­λι­κού συ­στή­μα­τος του νυ­κτε­ρι­νού μα­γα­ζιού.
Κι ό­μως, το ψα­χνό του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος βρί­σκε­ται αλ­λού. Μέ­σα α­πό τα φα­ντα­σιο­κο­πή­μα­τα των η­ρώων και την πα­ρεμ­βαλ­λό­με­νη διή­γη­ση ε­νός πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή, προ­βάλ­λει μια ε­νιαία θυ­μι­κή διά­θε­ση, που δια­μορ­φώ­νε­ται α­πό το φως και τις και­ρι­κές συν­θή­κες, ό­πως η δρο­σιά και το α­ε­ρά­κι, α­κό­μη, α­πό τις μυ­ρω­διές της πα­ρα­θα­λάσ­σιας πό­λης του Νό­του, στην ο­ποία δια­δρα­μα­τί­ζε­ται η ι­στο­ρία. Όλα αυ­τά δη­λα­δή, που θρέ­φουν τη νο­σταλ­γία του συγ­γρα­φέα για την πό­λη του, ό­πως ή­ταν μια φο­ρά κι έ­ναν και­ρό, πριν την ε­πέ­λα­ση του μπε­τόν και του πλα­στι­κού. Δεν την ο­νο­μα­τί­ζει αλ­λά και δεν πα­ραλ­λάσ­σει το­πω­νύ­μια ού­τε με­ταμ­φιέ­ζει τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Ανα­σταί­νει το γε­νέ­θλιο τό­πο του, τα Χα­νιά, που πρω­τα­γω­νι­στούν και στην ποίη­σή του. Μό­νο που στην ευ­ρυ­χω­ρία της πρό­ζας, κή­ποι, κα­λό­γου­στα ε­σω­τε­ρι­κά σπι­τιών, δρό­μοι, αρ­χι­τε­κτο­νι­κές λε­πτο­μέ­ρειες κτι­ρίων, μέ­χρι η θά­λασ­σα, και κα­λύ­τε­ρα α­να­δει­κνύο­νται και έ­να με­γα­λύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό συ­γκι­νούν. Ο Κα­κά­ρο­γλου με­ταγ­γί­ζει την ευ­φρο­σύ­νη α­πό το αι­γαιο­πε­λα­γί­τι­κο φως, χω­ρίς το μυ­θι­στό­ρη­μα να κά­νει τις α­νε­πι­θύ­μη­τες κοι­λιές της ποιη­τι­κί­ζου­σας πρό­ζας. Ένας τρό­πος με τον ο­ποίον το κα­τορ­θώ­νει, εί­ναι πα­ρεμ­βάλ­λο­ντας ή­ρωες και σκη­νές, που ξε­φεύ­γουν α­πό τα ρε­α­λι­στι­κά πλαί­σια. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο πρω­το­δί­κης συ­να­πα­ντιέ­ται με δυο ε­τε­ρό­κλι­τες υ­πάρ­ξεις, που μοιά­ζουν σαν α­πο­κυή­μα­τα της φα­ντα­σίας του. Μια φλα­ου­τί­στα, που θα του μι­λή­σει για τη σα­θρό­τη­τα της νο­σταλ­γίας, και έ­ναν “μνη­μο­σκό­πο” -  κα­τά το ρα­βδο­σκό­πος - που του α­να­πτύσ­σει πό­σο πο­λύ­τι­μο πράγ­μα εί­ναι η μνή­μη. Και οι δυο δεί­χνουν ε­μπνευ­σμέ­νοι α­πό τις υ­περ­ρε­α­λι­στι­κές φι­γού­ρες του ποιη­τι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου. Τώ­ρα, που έ­φυ­γαν οι ποιη­τές-σκη­νο­θέ­τες, μα­κά­ρι να προ­κύ­ψουν ποιη­τές-μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι ώ­στε να μας τους θυ­μί­ζουν. Όπως και να έ­χει, πρό­κει­ται για έ­να δια­φο­ρε­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, που ε­πα­να­φέ­ρει την ευ­φο­ρία ε­νός κό­σμου στα αν­θρώ­πι­να μέ­τρα, που χά­σα­με εν ο­νό­μα­τι της α­νε­ξέ­λε­γκτης προό­δου.  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/9/2012.