Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Επιλεκτικές αναδρομές



















Το Δημαρχείο του Πύργου Ηλείας σε καρτ ποστάλ εποχής. Αποτελούσε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά κτίρια στην κεντρική πλατεία της πόλης. Σήμερα, σώζεται μόνο σε φωτογραφική αποτύπωση. Στη θέση του δεσπόζει το Λάτσειο Δημοτικό Μέγαρο. Κοντή μνήμη, επιλήσμονες κάτοικοι, τον μίτο της Ιστορίας τον κρατούν οι μαρτυρίες. Η άκρη του μίτου βρίσκεται ακριβώς στην εποχή που ανατρέχει η Μαρία Ηλιού. 



Μα­ρία Ηλιού
«Παι­χνί­δια πο­λέ­μου»
Αφη­γή­σεις
Εκδό­σεις
Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας
Σε­πτέμ­βριος 2012 

Ο τίτ­λος του βι­βλίου πα­ρα­πέ­μπει συ­νειρ­μι­κά σε μια κα­τη­γο­ρία παι­χνι­διών ι­διαί­τε­ρα δια­δε­δο­μέ­νων σή­με­ρα. Εί­ναι τα α­πο­κα­λού­με­να βί­ντεο γκέι­μς, ό­που, ως γνω­στόν, τα “παι­χνί­δια πο­λέ­μου” α­πο­τε­λούν τη δη­μο­φι­λέ­στε­ρη υ­πο­κα­τη­γο­ρία τους, κα­θώς προ­σφέ­ρο­νται και για εκ­παι­δευ­τι­κούς σκο­πούς προς ε­ξοι­κείω­ση, των ε­φή­βων και ό­χι μό­νο, με τις συν­θή­κες πραγ­μα­τι­κού πο­λέ­μου. Ως προς το κα­τά πό­σο εί­ναι ε­πι­βλα­βή τα η­λεκ­τρο­νι­κά  παι­χνί­δια, οι α­πό­ψεις των κοι­νω­νιο­λό­γων διί­στα­νται. Άλλοι δια­τεί­νο­νται ό­τι δη­μιουρ­γούν προ­βλή­μα­τα συ­μπε­ρι­φο­ράς και άλ­λοι, ό­τι, ε­νι­σχύο­ντας την αυ­το­πε­ποί­θη­ση, ε­παυ­ξά­νουν τις κοι­νω­νι­κές δε­ξιό­τη­τες, ό­πως η ι­κα­νό­τη­τα να συ­νά­πτουν φι­λίες. Καί­τοι κοι­νω­νιο­λό­γος η Μα­ρία Ηλιού, δεν σχο­λιά­ζει τις βλα­βε­ρές ή μη συ­νέ­πειες α­πό τα εν λό­γω παι­χνί­δια, για­τί, προ­φα­νώς, ε­κεί­νη σε άλ­λα παι­χνί­δια α­να­φέ­ρε­ται. Τα “παι­χνί­δια πο­λέ­μου” προέ­κυ­ψαν σαν έ­νας πια­σά­ρι­κος τίτ­λος, για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με έ­ναν δη­μο­σιο­γρα­φί­ζο­ντα α­με­ρι­κα­νι­σμό. 

Homo ludens

Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, παι­χνί­δια εν και­ρώ πο­λέ­μου πε­ρι­γρά­φει  στο βι­βλίο της. Απο­τε­λεί σχε­δόν κα­νό­να, ό­ταν οι συγ­γρα­φείς α­να­φέ­ρο­νται στα παι­δι­κά τους χρό­νια, να α­φιε­ρώ­νουν σε­λί­δες και στα παι­χνί­δια. Ορι­σμέ­νοι, που συ­νέ­πε­σε να με­γα­λώ­σουν σε τα­ραγ­μέ­νη ε­πο­χή, ό­πως η δε­κα­ε­τία του ’40, δια­σκε­δά­ζουν την ε­πί­φο­βη α­τμό­σφαι­ρα με τη χα­ρού­με­νη διά­θε­ση, που αυ­τά δη­μιουρ­γούν. Με­ρι­κά α­πό τα κα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τα της με­τα­πο­λε­μι­κής πε­ζο­γρα­φίας έ­χουν θέ­μα τα παι­χνί­δια σε αλ­λο­τι­νές γει­το­νιές και α­λά­νες. Πα­ρά­δειγ­μα, η πα­λαιό­τε­ρη συλ­λο­γή πε­ζών, «Παι­χνί­δια στον πα­ρά­δει­σο», του Μάρ­κου Μέ­σκου, ή και το πρό­σφα­το α­φή­γη­μα ε­νός άλ­λου, νεό­τε­ρου, Εδεσ­σαίου, του Σά­κη Τότ­λη, «Το ά­γρα­φο χαρ­τί». Συ­νή­θως, πρό­κει­ται για συγ­γρα­φείς, που κα­τα­τάσ­σο­νται στη δεύ­τε­ρη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά, κά­πο­τε και πρώι­μες πε­ρι­πτώ­σεις της γε­νιάς του ’70. Αφο­ρούν, κυ­ρίως, παι­χνί­δια στο ύ­παι­θρο και για να α­κρι­βο­λο­γού­με, παι­χνί­δια μό­νο των παι­διών, με τη ση­μα­σία, που εί­χε η λέ­ξη παι­δί ε­κεί­να τα χρό­νια. Τό­τε, που κά­ποιος ό­ρι­ζε ό­τι εί­χε τό­σα παι­διά και τό­σα κο­ρί­τσια, ό­πως θα έ­λε­γε τό­σα πρό­βα­τα τό­σα γί­δια. Σε δυο πρό­σφα­τες πε­ρι­πτώ­σεις, που γυ­ναί­κες συγ­γρα­φείς α­να­τρέ­χουν στο πα­ρελ­θόν, η Τζί­να Πο­λί­τη και η Ρέα Γα­λα­νά­κη, θυ­μού­νται μό­νο τα παι­χνί­δια με κού­κλες και κου­κλί­στι­κα σερ­βί­τσια.
Εδώ, δια­φο­ρο­ποιεί­ται η Ηλιού. Πε­ρι­γρά­φει παι­χνί­δια ε­σω­τε­ρι­κού χώ­ρου, ό­πως το “δα­χτυ­λί­δι” και το “μπι­ζ”. Στο “κα­τα­φύ­γιο”, την ώ­ρα του νυ­κτε­ρι­νού συ­να­γερ­μού, τα έ­παι­ζαν α­να­γκα­στι­κά α­γό­ρια και κο­ρί­τσια μα­ζί. Το ί­διο και το “κρυ­φτό στα σκο­τει­νά” ή και τα ε­πι­τρα­πέ­ζια, τις βρα­δι­νές ώ­ρες που οι γει­το­νιές δεν προ­σφέ­ρο­νταν για να παί­ξουν το “στρα­τό”. Όταν, πά­ντως, έ­παι­ζε με τον με­γα­λύ­τε­ρο ε­ξά­δελ­φό της, οι ρό­λοι στο εν λό­γω παι­χνί­δι ή­ταν δε­δο­μέ­νοι, α­ξιω­μα­τι­κός ε­κεί­νος και στρα­τιώ­της, ο­νό­μα­τι Μά­ριος, ε­κεί­νη. Εκτός α­πό το πρώ­το κε­φά­λαιο, που εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο στα “παι­χνί­δια πο­λέ­μου”, στο βι­βλίο πα­ρα­τάσ­σο­νται έ­ντε­κα α­κό­μη κεί­με­να. Στον υ­πό­τιτ­λο, α­πο­κα­λού­νται “α­φη­γή­σεις”. Η συγ­γρα­φέ­ας, ω­στό­σο, ει­σα­γω­γι­κά, σπεύ­δει να τα χα­ρα­κτη­ρί­σει “α­προσ­διό­ρι­στης ταυ­τό­τη­τας κεί­με­να”. Αυ­τό α­πο­τε­λεί μια πρώ­τη νύ­ξη για την α­να­μέ­τρη­ση της α­φη­γή­τριας με το ε­πι­στη­μο­νι­κό alter ego της παι­δα­γω­γού και κοι­νω­νιο­λό­γου, που δια­κρί­νε­ται α­πό την πρώ­τη μέ­χρι την τε­λευ­ταία σε­λί­δα. Εί­ναι προ­φα­νές, ό­τι η συγ­γρα­φέ­ας θα χρεια­στεί έ­να δεύ­τε­ρο πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο για να α­παλ­λα­γεί ο­ρι­στι­κά α­πό τον σφι­χτό κορ­σέ του ε­πι­στη­μο­νι­κού ορ­θο­λο­γι­σμού, ο ο­ποίος, κα­τά τη γνώ­μη μας, α­πο­βαί­νει ζη­μιο­γό­νος.  

Κοι­νω­νιο­λο­γι­κή ο­πτι­κή

Εμείς θα τα κα­τα­τάσ­σα­με στις εν­δια­φέ­ρου­σες βιω­μα­τι­κές α­φη­γή­σεις, κα­θώς σκια­γρα­φούν πα­ρελ­θο­ντι­κά το­πία με πλα­γίως ει­ρω­νι­κή ο­πτι­κή. Όταν, βε­βαίως, αυ­τές δεν ναρ­κο­θε­τού­νται α­πό τα δι­δα­κτι­κά φάλ­τσα της παι­δα­γω­γού και τις α­νη­συ­χίες της κοι­νω­νιο­λό­γου μην και δια­τα­ραχ­θούν οι νόρ­μες του πο­λι­τι­κά ορ­θού. Αυ­τό συμ­βαί­νει, κυ­ρίως, στο προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα και το ε­πί­με­τρο, που προ­δια­θέ­τουν αρ­νη­τι­κά, δε­δο­μέ­νου ό­τι, σε μια συλ­λο­γή πε­ζών, ο α­να­γνώ­στης ξε­κι­νά συ­χνά α­πό ε­κεί για να σχη­μα­τί­σει μια πρώ­τη ει­κό­να. 
Απο­ρίες της μορ­φής, “για­τί να εν­δια­φερ­θούν α­να­γνώ­στες για τη δι­κή μου ζωή”, ή και α­πο­φάν­σεις του τύ­που, “δεν έ­χω κα­θό­λου μυ­θο­πλα­στι­κές ι­κα­νό­τη­τες”, που δια­τυ­πώ­νο­νται ει­σα­γω­γι­κά, πέ­ραν της α­στο­χίας τους, προ­δί­δουν α­να­σφά­λεια. Όσο για την α­νη­συ­χία που εκ­φρά­ζε­ται πε­ρί “κα­τα­σκευα­σμέ­νης α­νά­μνη­σης”, αυ­τή μπο­ρεί και να έ­μει­νε κα­τά­λοι­πο α­πό το μα­κρό­χρο­νο συγ­χρω­τι­σμό με έ­ναν ι­στο­ρι­κό, που α­φιέ­ρω­σε πο­λύ χρό­νο για να α­να­θεω­ρή­σει τις μνη­μο­νι­κές κα­τα­σκευές. Τέ­λος, ο α­πο­λο­γη­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας του ε­πί­με­τρου, το ο­ποίο ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στο πα­λαιό­τε­ρο παι­δα­γω­γι­κό σύ­στη­μα που εί­χε ως α­κρο­γω­νιαίο λί­θο το “ξύ­λο” και τους γο­νείς που το υιο­θε­τού­σαν, μό­νο ψυ­χα­να­λυ­τι­κά, ως κεί­με­νο ε­νο­χι­κής κό­ρης, μπο­ρεί να ερ­μη­νευ­θεί.
Στην κα­τά­τα­ξη του υ­λι­κού, φαί­νε­ται πως υ­πε­ρί­σχυ­σε η α­ντί­λη­ψη της ε­πι­στή­μο­νος. Αντί της χρο­νο­λο­γι­κής σει­ράς, που θα έ­στρω­νε μια αυ­το­βιο­γρα­φι­κή α­φή­γη­ση, προ­κρί­θη­κε η θε­μα­τι­κή πα­ρου­σία­ση. Ωστό­σο, η α­να­σύν­θε­ση των τριών τεσ­σά­ρων ε­κτε­νέ­στε­ρων κε­φα­λαίων μα­ζί με το ά­πλω­μα και τη συσ­σω­μά­τω­ση των υ­πο­λοί­πων θα έ­δι­νε έ­να πρώ­το τό­μο αυ­τής της υ­πο­θε­τι­κής αυ­το­βιο­γρά­φη­σης. Αν κρα­τού­σα­με ως κέ­ντρο βά­ρος της μαρ­τυ­ρίας τους τό­πους, θα ή­ταν ο τό­μος Βέ­ροια-Πύρ­γος Ηλείας-Αθή­να, ό­που θα έ­με­νε και υ­πό­λοι­πο για έ­ναν δεύ­τε­ρο, Αθή­να-Πα­ρί­σι. 
Όπως και να έ­χει, αυ­τή η πρώ­τη α­πό­πει­ρα αυ­το­βιο­γρά­φη­σης εν­σω­μα­τώ­νει ποι­κί­λες, δια­φο­ρε­τι­κού τύ­που, μαρ­τυ­ρίες. Από την πα­ρα­στα­τι­κή πε­ρι­γρα­φή για το πώς με­γά­λω­νε άλ­λο­τε έ­να κο­ρί­τσι και το πό­σο δε­σμευ­τι­κό στε­κό­ταν το φύ­λο ό­σο α­φο­ρού­σε τη συμ­με­το­χή στις κοι­νω­νι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, μέ­χρι μαρ­τυ­ρίες γύ­ρω α­πό τους τό­πους και την ε­πο­χή. Κι αυ­τό, χά­ρις στις δια­σταυ­ρώ­σεις οι­κο­γε­νειών δια­φο­ρε­τι­κής προέ­λευ­σης, αλ­λά και τις συ­γκυ­ρίες, α­πό τις ο­ποίες κρα­τά­νε οι α­να­μνή­σεις της α­φη­γή­τριας. 
Ας δώ­σου­με συ­νο­πτι­κά τα τέσ­σε­ρα γε­νε­α­λο­γι­κά δέ­ντρα, κα­θώς, λό­γω της θε­μα­τι­κής πα­ρά­τα­ξης, δεν προ­βάλ­λουν ευ­κρι­νώς. Πρό­κει­ται για τη ζωή της Μα­ρίας Ηλιού, το γέ­νος Γεωρ­γίου Πα­πα­γιάν­νη, “ε­πι­κτη­νία­τρου με βαθ­μό ταγ­μα­τάρ­χη και νο­μο­κτη­νία­τρου”, και της Πι­πί­νας Ζα­ντέ. Γιος ο πα­τέ­ρας του Θα­νά­ση Πα­πα­γιάν­νη, γνω­στού υ­φα­σμα­τέ­μπο­ρου στον Πύρ­γο Ηλείας, και της Αθη­ναίας, α­πο­φοί­του του Αρσα­κείου, Μα­ρί­κας Φω­κά. Κό­ρη η μη­τέ­ρα του Αντώ­νη, γιου του Τι­μο­λέ­ο­ντα Ζα­ντέ, με τον Πύρ­γο στο Βαλ­τε­σι­νί­κο και της Μα­ρίας Ανα­γνω­στο­πού­λου α­πό τη γνω­στή πυρ­γιώ­τι­κη οι­κο­γέ­νεια. Συ­νο­λι­κά, τρεις οι πυρ­γιώ­τι­κες οι­κο­γέ­νειες, που, ό­πως οι πε­ρισ­σό­τε­ρες εύ­πο­ρες ε­κεί­νης της ε­πο­χής, μοί­ρα­ζαν το χρό­νο α­νά­με­σα στο σπί­τι της πό­λης, στην πε­ριο­χή του Επαρ­χείου για τους πρού­χο­ντες, και το χτή­μα τους. Τα “μυ­θι­κά χτή­μα­τα” στον κά­μπο, γραμ­μέ­να με κε­φα­λαίο χι. 

Δια­σταυ­ρού­με­νες μαρ­τυ­ρίες

Οι μαρ­τυ­ρίες δί­νουν στα γε­γο­νό­τα ι­διαί­τε­ρη υ­πό­στα­ση, δια­φο­ρε­τι­κή α­πό ε­κεί­νη της ι­στο­ρι­κής τους κα­τα­γρα­φής. Ενώ οι δια­σταυ­ρώ­σεις μαρ­τυ­ριών ε­ντεί­νουν την αί­σθη­ση ό­τι ο πα­ρελ­θο­ντι­κός κό­σμος νε­κρα­να­σταί­νε­ται. Μι­κρή ση­μα­σία έ­χει, αν πρό­κει­ται για α­προ­σχη­μά­τι­στες μαρ­τυ­ρίες ή συ­γκε­κα­λυμ­μέ­νες σε διη­γη­μα­τι­κή μορ­φή. Πε­ρι­συλ­λέ­γου­με, εν­δει­κτι­κά, με­ρι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα α­πό τις “α­φη­γή­σεις” της Ηλιού, σε πα­ράλ­λη­λη α­νά­γνω­ση με κά­ποια άλ­λα α­πό προ­γε­νέ­στε­ρα βι­βλία. Εί­ναι α­πό την Κα­το­χή, στον Πύρ­γο Ηλείας. Δυο παι­διά δια­βά­ζουν ι­στο­ρίες του Αλφόν­σου Ντω­ντέ: Η ο­χτά­χρο­νη Μα­ρία Πα­πα­γιάν­νη, σε έ­να δω­μά­τιο, που “εί­χε το α­νε­κτί­μη­το προ­σόν ε­νός βα­θειού περ­βα­ζιού στο πα­ρα­θύ­ρι...ό­που μπο­ρού­σες να σκαρ­φα­λώ­νεις με το βι­βλίο σου...” Και ο έ­φη­βος α­φη­γη­τής στο διή­γη­μα «Η δε­κα­ο­χτού­ρα» του Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου, “δί­πλα στο πα­ρά­θυ­ρο, που τύ­λι­ξε τα πό­δια του με μια μάλ­λι­νη κου­βέρ­τα και πή­ρε το μι­κρό, χο­ντρό βι­βλίο...” Ήταν ο «Ταρ­τα­ρί­νος ο εκ Τα­ρα­σκό­νης», το γνω­στό­τε­ρο του Ντω­ντέ, γραμ­μέ­νο το 1872 και με­τα­φρα­σμέ­νο 22 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Η Μα­ρία δεν στά­θη­κε τό­σο τυ­χε­ρή, της έ­τυ­χε «Το Μι­κρού­λι­κο», γραμ­μέ­νο τέσ­σε­ρα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, που χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ως μια πρω­τό­λεια αυ­το­βιο­γρά­φη­ση του συγ­γρα­φέα. Το πι­θα­νό­τε­ρο, ή­ταν η δια­σκευή του Νί­κου Κα­ζα­ντζά­κη. Θυ­μά­ται ό­τι δεν την εν­θου­σία­σε. 
Εκεί­νη “νο­σταλ­γού­σε” για χρό­νια το «Πε­τά­ει, πε­τά­ει ο άν­θρω­πος», που εί­χε δια­βά­σει λί­γο νω­ρί­τε­ρα στο αρ­χο­ντι­κό του Πο­λυ­ζωί­δη, πι­θα­νώς κουρ­νια­σμέ­νη στο περ­βά­ζι ε­νός άλ­λου με­γά­λου πα­ρα­θυ­ριού, στη Βέ­ροια, ό­που υ­πη­ρε­τού­σε ο πα­τέ­ρας της πριν με­τα­κι­νη­θεί προς το Αλβα­νι­κό Μέ­τω­πο. Μέ­σα στην α­να­στά­τω­ση της ε­σπευ­σμέ­νης α­να­χώ­ρη­σης της υ­πό­λοι­πης οι­κο­γέ­νειας για την Αθή­να, το βι­βλίο πα­ρά­πε­σε. Χρό­νια με­τά το α­να­ζη­τού­σε στα πα­λαιο­πω­λεία και ταυ­τό­χρο­να, έ­ψα­χνε για το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα, που δεν το εί­χε συ­γκρα­τή­σει. Κά­πο­τε, ε­ντο­πί­στη­κε ο συγ­γρα­φέ­ας. Πρό­κει­ται για τον Πέ­τρο Πι­κρό. Αργό­τε­ρα, α­να­κά­λυ­ψε το βι­βλίο και το ξα­να­διά­βα­σε. “Ξαφ­νιά­στη­κα”, γρά­φει, “για το πώς έ­να τέ­τοιο βι­βλίο μπο­ρού­σε να δώ­σει τό­ση ευ­χα­ρί­στη­ση σε έ­να παι­δί ε­κεί­νης της η­λι­κίας.” Να θυ­μί­σου­με ό­τι ο Πι­κρός το εί­χε α­φιε­ρώ­σει στην α­νι­ψιά του, μα­θή­τρια του δη­μο­τι­κού το 1931, που εκ­δό­θη­κε το βι­βλίο, με τον υ­πό­τιτ­λο, «Μυ­θι­στό­ρη­μα για γνω­στι­κά παι­διά». Φαί­νε­ται πως έ­να τέ­τοιο κο­ρί­τσι ή­ταν και η Μα­ρία. Πα­ρου­σιά­ζει, ό­μως, εν­δια­φέ­ρον η ε­πι­λε­κτι­κή μνή­μη του παι­διού ή, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, του κο­ρι­τσιού. Συ­γκρά­τη­σε το α­με­ρι­κα­νό­που­λο, τον Τζων, και ό­χι τον έ­φη­βο, Έλλη­να με­τα­νά­στη στην Αμε­ρι­κή, Δή­μα. Όπως και να έ­χει, εί­ναι έ­να α­πό ε­κεί­να τα βι­βλία του Πι­κρού που δεν γνώ­ρι­σαν δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση. Εί­χα­με ελ­πί­σει με την α­να­κοί­νω­ση Απά­ντων Πι­κρού α­πό τις εκ­δό­σεις Άγρα, αλ­λά, ό­πως ό­λα τα φι­λό­δο­ξα σχέ­δια, έ­τσι και τα Άπα­ντα Πι­κρού στα­μά­τη­σαν  στους πρώ­τους τό­μους.
Η δια­σταύ­ρω­ση, ό­μως, των μαρ­τυ­ριών Ηλιού - Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου α­φο­ρά κυ­ρίως τα “μυ­θι­κά χτή­μα­τα” στον Πύρ­γο Ηλείας. Μο­να­δι­κό και κυ­ρίαρ­χο το πα­τρι­κό χτή­μα στις πα­ρυ­φές της πό­λης στα διη­γή­μα­τα του δεύ­τε­ρου, ε­νώ, στο βι­βλίο της Ηλιού, α­να­φέ­ρο­νται και συγ­γε­νι­κά χτή­μα­τα. Έτσι, πά­ντως, κα­θώς μνη­μο­νεύο­νται στις α­φη­γή­σεις της, πολ­λα­πλώς και ε­πί τρο­χά­δην, α­πο­μέ­νουν σαν το α­δρό πε­ρί­γραμ­μα μιας α­φή­γη­σης, που δεν γρά­φτη­κε α­κό­μη. Συ­γκρα­τού­με α­πό τις πυρ­γιώ­τι­κες α­να­μνή­σεις της την α­να­φο­ρά στην Ελε­ο­νώ­ρα, “τη χο­ντρή της γει­το­νιάς” της. Εί­ναι η δα­σκά­λα του ι­διαί­τε­ρου των γαλ­λι­κών στο ο­μό­τιτ­λο διή­γη­μα του Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου. Την “α­πα­θα­νά­τι­σε συ­ναρ­πα­στι­κά”, σχο­λιά­ζει η Ηλιού. Μάλ­λον την α­νά­κλη­ση των παι­δι­κών του φα­ντα­σιώ­σεων “α­πα­θα­νά­τι­σε” σα­ρά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα ο συγ­γρα­φέ­ας, τωό­ντι, συ­ναρ­πα­στι­κά.    

Γερ­μα­νοί και Ιτα­λοί

Αντι­στρέ­φου­με τον τίτ­λο του έ­βδο­μου κε­φα­λαίου, «Ιτα­λοί και Γερ­μα­νοί». Γερ­μα­νοί και Ιτα­λοί και πά­λι Γερ­μα­νοί. Οι μαρ­τυ­ρίες αλ­λη­λο­συ­μπλη­ρώ­νο­νται, ε­νώ συ­χνά συμ­βαί­νει στα ε­πί μέ­ρους να α­ντι­φά­σκουν. Πα­ρα­μέ­νο­ντας στον Πύρ­γο Ηλείας, έ­να πα­ρά­δειγ­μα α­πό τις η­μέ­ρες πο­λέ­μου εί­ναι εν­δει­κτι­κό. Η Μα­ρία θυ­μά­ται: “Ήχη­σε η σει­ρή­να του συ­να­γερ­μού και συγ­χρό­νως κα­τέ­φθα­σαν τα γερ­μα­νι­κά Στού­κας... Από τις έ­ξι, νο­μί­ζω, βόμ­βες που έ­πε­σαν στον Πύρ­γο, κα­μιά δεν έ­κα­νε ου­σια­στι­κή ζη­μιά, ού­τε υ­πήρ­ξαν θύ­μα­τα. «Έβα­λε το χέ­ρι του ο Άγιος Χα­ρά­λα­μπος και α­στό­χη­σαν οι Γερ­μα­να­ρά­δες», ή­ταν η ά­πο­ψη που κυ­κλο­φό­ρη­σε στη γει­το­νιά... Λί­γες μέ­ρες με­τά, βρι­σκό­μουν στο κα­τά­στη­μα των κο­ρι­τσιών, στην κε­ντρι­κή ε­μπο­ρι­κή ο­δό της πό­λης, την ο­δό Ερμού. Τα κο­ρί­τσια ή­ταν οι τέσ­σε­ρες α­δερ­φές Σταυ­ρο­πού­λου...κρα­τού­σαν το ε­μπο­ρι­κό κα­τά­στη­μα κα­πέ­λων... Από την πόρ­τα του κα­πε­λά­δι­κου... ά­κου­σα και εί­δα να προ­χω­ρούν στην πό­λη τα πρώ­τα γερ­μα­νι­κά στρα­τεύ­μα­τα κα­το­χής. Εμπρός έ­νας μο­το­συ­κλε­τι­στής  και α­κο­λου­θού­σαν διά­φο­ρα τρο­χο­φό­ρα και στρα­τός...”
Την Κυ­ρια­κή, 27 Απρι­λίου 1941, α­φού την προ­η­γού­με­νη εί­χαν κα­τα­λη­φθεί Πά­τρα και Αί­γιο, “δυο ι­τα­λι­κά α­ε­ρο­πλά­να έ­ρι­ξαν πέ­ντε έ­ξι βόμ­βες στον Πύρ­γο”, ο συ­νο­μή­λι­κός της Γιώρ­γος Σκου­λα­ρί­κος πε­ρι­γρά­φει α­να­λυ­τι­κά τις δια­δρο­μές τους: “Η μια έ­πε­σε σε μια χα­μο­κέ­λα στο α­διέ­ξο­δο στε­νό πί­σω α­πό την ο­δό Αχό­λου και σκό­τω­σε έ­να γαϊδα­ρο. Η δεύ­τε­ρη στην πλα­τεία Αυ­γε­ρι­νού. Η τρί­τη α­νά­με­σα στου Ξυ­στρή και στου Πι­τσι­νού χω­ρίς να ε­κρα­γεί. Οι υ­πό­λοι­πες πέ­σα­νε μα­ζε­μέ­νες στα Μπε­ρε­τσαίι­κα, στου Συ­ντέ­του το Λιο­στά­σι.” Στις 5 Μαΐου 1941, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην πό­λη σώ­μα 700 Ιτα­λών στρα­τιω­τών. 
Για το Τάγ­μα Ασφα­λείας, που ε­γκα­τα­στά­θη­κε στις 20 Μαΐου 1943, με ε­πι­κε­φα­λής τον ταγ­μα­τάρ­χη Γεώρ­γιο Κοκ­κώ­νη, κα­θώς και για την α­να­χώ­ρη­ση των Γερ­μα­νών και ό­σα α­κο­λού­θη­σαν, στο βι­βλίο της Ηλιού, οι μαρ­τυ­ρίες δί­νο­νται έμ­με­σα, μέ­σα α­πό τα τεκ­μή­ρια που εν­σω­μα­τώ­νο­νται στην α­φή­γη­ση: έ­να υ­πη­ρε­σια­κό ση­μείω­μα του Κοκ­κώ­νη, με η­με­ρο­μη­νία 6 Ιου­λίου 1944, και α­πό­σπα­σμα μα­θη­τι­κής έκ­θε­σης, με θέ­μα «Η η­μέ­ρα της ο­δο­μα­χίας». Αυ­τό το δεύ­τε­ρο α­να­φέ­ρε­ται στη μά­χη με­τα­ξύ Ελα­σι­τών και αν­δρών του Κοκ­κώ­νη, που στή­ρι­ζαν τη ντό­πια δύ­να­μη της Χω­ρο­φυ­λα­κής. Η σύ­γκρου­ση άρ­χι­σε  στις 8 Μαΐου 1944 και κρά­τη­σε δυο μέ­ρες. Η α­φή­γη­ση έ­χει βο­η­θη­τι­κό ρό­λο για το τι βίω­σε “τις μέ­ρες των ο­δο­μα­χιών ε­κεί­νη η γω­νιά της πό­λης, περ­νώ­ντας κά­θε τό­σο α­πό τη μία ε­ξου­σία στην άλ­λη, ε­νώ βαλ­λό­ταν α­διά­κο­πα α­πό τα α­ντι­κρι­στά κα­μπα­να­ριά της Αγια-Κυ­ρια­κής και του Αϊ-Νι­κό­λα που εί­χαν κα­τα­λη­φθεί α­πό τους ε­μπό­λε­μους... Τα Τάγ­μα­τα Ασφα­λείας νι­κή­θη­καν. Ο Κοκ­κώ­νης σκο­τώ­θη­κε.” Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον η ση­μα­το­δό­τη­ση του χώ­ρου της ο­δο­μα­χίας με τα κα­μπα­να­ριά, σε σύ­γκρι­ση με άλ­λη πε­ρι­γρα­φή, που στη­ρί­ζε­ται στα δη­μό­σια κτί­ρια: “Ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες και χω­ρο­φύ­λα­κες εί­χαν πιά­σει τρία κτί­ρια –Δη­μαρ­χείο, Επαρ­χείο και Δι­κα­στι­κό Μέ­γα­ρο– με αρ­κε­τό και βα­ρύ ο­πλι­σμό δεν πα­ρα­δί­δο­νταν... ”   

Απο­ρίες

Αυ­τός εί­ναι ο τίτ­λος της τε­λευ­ταίας, δω­δέ­κα­της α­φή­γη­σης και στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό το ε­ρώ­τη­μα, “πώς να φυ­τρώ­νουν τα παι­διά στην κοι­λιά της μα­μάς τους”. Θα μπο­ρού­σε, ω­στό­σο, να έ­χει τον ί­διο τίτ­λο με το πρώ­το  διή­γη­μα του Γιώρ­γη Για­τρο­μα­νω­λά­κη στο νέο του βι­βλίο, «Τρία α­πρό­σε­κτα διη­γή­μα­τα», «Η πε­ρίο­δος της Ει­ρή­νης». Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον η θε­μα­τι­κή συ­νά­ντη­ση μιας βιω­μα­τι­κής α­φή­γη­σης με μια α­μι­γώς μυ­θο­πλα­στι­κή. Κο­ρί­τσι χή­ρας μη­τέ­ρας η Μα­ρία, δεν έ­λυ­σε τις α­πο­ρίες της ού­τε στα έ­ξι ού­τε ό­ταν κο­πέ­λα εί­δε τις πρώ­τες “στα­γό­νες αί­μα”. Τό­τε για τα φι­λο­πε­ρίερ­γα παι­διά, των κο­ρα­σί­δων συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων, υ­πήρ­χαν οι Εγκυ­κλο­παί­δειες και τα λε­ξι­κά. Από ε­κεί έ­μα­θε τό­σο ο ή­ρωας του δεύ­τε­ρου διη­γή­μα­τος του Για­τρο­μα­νω­λά­κη ό­σο και η Μα­ρία, ό­τι τα αι­δοία ή­ταν τρία και ό­χι έ­να. 
Αυ­τό το κε­φά­λαιο, ό­πως και τα άλ­λα σύ­ντο­μα του βι­βλίου, ξε­κι­νούν α­φη­γη­μα­τι­κά, μό­νο που στην α­νά­πτυ­ξη του συ­γκε­κρι­μέ­νου θέ­μα­τος, για να α­γκα­λιά­σουν ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, συ­ντο­μεύουν τις πε­ρι­γρα­φές. Σαν να μην υ­πάρ­χει το α­να­γκαίο πε­ρι­θώ­ριο χώ­ρου και χρό­νου. Σε α­ντί­θε­ση, το ε­ναρ­κτή­ριο, “παι­χνί­δια πο­λέ­μου”, και δυο α­κό­μη, η “σχο­λι­κή πε­ρι­διά­βα­ση” και το “έ­να δι­κό σου δω­μά­τιο”, έ­χουν την α­φη­γη­μα­τι­κή έ­κτα­ση, που α­παι­τούν πρό­σω­πα και κα­τα­στά­σεις. Όσο για το μο­να­δι­κό δη­μο­σιευ­μέ­νο κεί­με­νο, «Αφα­νείς δια­δρο­μές στη δε­κα­ε­τία του ’40», ό­ντας γραμ­μέ­νο για πε­ριο­δι­κό, α­να­γκα­στι­κά συ­μπυ­κνώ­νει έ­να υ­λι­κό, που θα χρεια­ζό­ταν να του δο­θεί πε­ρισ­σό­τε­ρος χώ­ρος. Με άλ­λα λό­για, οι συ­γκε­κρι­μέ­νες α­να­δρο­μές βίου συ­νι­στούν μεν έ­να εν­δια­φέ­ρον α­νά­γνω­σμα, αλ­λά πι­στεύου­με ό­τι ε­μπε­ριέ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ψα­χνό, που έ­μει­νε ε­κτός. Αυ­τά, για ό­ση α­ξία έ­χει η γνώ­μη ε­νός συ­στη­μα­τι­κού α­να­γνώ­στη. Εν α­να­μο­νή, λοι­πόν, δεύ­τε­ρου τό­μου. 

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/3/2013.

Πολλαπλό αφηγηματικό αρχιτεκτόνημα



Δή­μη­τρα Κολ­λιά­κου
«Το πρό­σω­πο του ου­ρα­νού»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Φε­βρουά­ριος 2013

Στην πε­ζο­γρα­φι­κή σο­δειά της περ­σι­νής χρο­νιάς, στα­θε­ρό στοι­χείο της υ­πό­θε­σης ε­κτε­νέ­στε­ρων και συ­ντο­μό­τε­ρων έρ­γων α­πο­τε­λεί η τρέ­χου­σα κρί­ση. Σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, προ­βάλ­λει ως το κυ­ρίως θέ­μα, συ­χνό­τε­ρα α­να­φέ­ρε­ται δευ­τε­ρευό­ντως, ως πα­ρά­γων, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο, κα­θο­ρι­στι­κός στη ζωή των η­ρώων. Γε­νι­κό­τε­ρα, φαί­νε­ται να ο­ρί­ζει το φό­ντο, στο ο­ποίο ε­κτυ­λίσ­σο­νται ό­σα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και διη­γή­μα­τα το­πο­θε­τού­νται σε πα­ρο­ντι­κό χρό­νο. Πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν το α­να­πό­φευ­κτο πλαί­σιο, μέ­σα α­πό τη στε­ρεό­τυ­πη μορ­φή, που της έ­χουν δώ­σει ο Τύ­πος και η τη­λεό­ρα­ση, με την έμ­φα­ση στις οι­κο­νο­μι­κές ε­πι­πτώ­σεις. Η Δή­μη­τρα Κολ­λιά­κου, χω­ρίς να βιά­ζε­ται, δια­τη­ρώ­ντας τους συγ­γρα­φι­κούς της ρυθ­μούς, έ­να βι­βλίο πε­ρί­που α­νά τριε­τία, έ­γρα­ψε και αυ­τή έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα συ­νυ­φα­σμέ­νο με την κρί­ση. Μό­νο που, στο δι­κό της βι­βλίο, η κρί­ση δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στις ελ­λη­νι­κές της δια­στά­σεις. Το κέ­ντρο του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού της χώ­ρου μέ­νει το­πο­θε­τη­μέ­νο στην Αγγλία, ει­δι­κό­τε­ρα, ό­πως και στις προ­η­γού­με­νες ι­στο­ρίες της, στη βο­ρειο­α­να­το­λι­κή πλευ­ρά της χώ­ρας. Εκεί ε­γκα­τα­στά­θη­κε πριν δώ­δε­κα χρό­νια η η­ρωί­δα της για σπου­δές και ε­κεί πα­ρα­μέ­νει. Αλλά­ζει μό­νο η πό­λη, κα­θώς η κα­τοι­κία με­τα­φέ­ρε­ται λί­γο νο­τιό­τε­ρα, α­πό το Εδιμ­βούρ­γο στις δί­δυ­μες πό­λεις, Νιού­κασλ και Σά­ντερ­λα­ντ. Η μυ­θο­πλα­σία, ω­στό­σο, δεν ε­μπλου­τί­ζε­ται α­πό τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των βρε­τα­νι­κών πό­λεων, που ε­πι­λέ­γο­νται. Για πα­ρά­δειγ­μα, οι συ­γκε­κρι­μέ­νες δυο πό­λεις φαί­νε­ται να προ­τι­μώ­νται για τις α­νά­γκες της πλο­κής, λό­γω της γειτ­νία­σής τους, και ό­χι για την ι­στο­ρία και τη φυ­σιο­γνω­μία τους, ό­πως η α­να­με­τα­ξύ τους δια­μά­χη, που κρα­τά­ει α­πό τον 16ο αιώ­να, με­ταλ­λασ­σό­με­νη στο εν­διά­με­σο α­πό οι­κο­νο­μι­κή σε πο­δο­σφαι­ρι­κή. 
Το βα­σι­κό στοι­χείο, που προ­σελ­κύει το εν­δια­φέ­ρον στα βι­βλία της Κολ­λιά­κου, εί­ναι η η­ρωί­δα της. Πι­θα­νώς να συ­νι­στά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των ε­φή­βων να δια­λέ­γουν τα α­γα­πη­μέ­να τους α­να­γνώ­σμα­τα με βά­ση τους ή­ρωές τους και να μέ­νουν προ­σκολ­λη­μέ­νοι σε αυ­τά, α­νυ­πο­μο­νώ­ντας να δια­βά­σουν τις και­νού­ριες πε­ρι­πέ­τειες του πρω­τα­γω­νι­στή, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν ο συγ­γρα­φέ­ας τον πα­ρα­κο­λου­θεί να με­γα­λώ­νει και να με­τα­βάλ­λο­νται τα προ­βλή­μα­τα και οι κα­τα­στά­σεις που α­ντι­με­τω­πί­ζει. Κά­πο­τε, ό­μως, ι­σχύει το ί­διο και για τους ε­νή­λι­κες, του­λά­χι­στον ό­σους έ­χουν τά­ση ταύ­τι­σης με χα­ρα­κτή­ρες συ­γκε­κρι­μέ­νου τύ­που. Ακρι­βο­λο­γώ­ντας, η εν λό­γω η­ρωί­δα δεν πα­ρα­μέ­νει η ί­δια. Αλλά­ζει ό­νο­μα, κα­θώς και άλ­λα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, αν και γε­νι­κώς, ε­λά­χι­στες ή και α­νύ­παρ­κτες εί­ναι οι πλη­ρο­φο­ρίες για την ε­ξω­τε­ρι­κή της εμ­φά­νι­ση. Εκεί­νο, που πα­ρα­μέ­νει α­με­τά­βλη­το και α­πλώς, ε­μπλου­τί­ζε­ται με πε­ρισ­σό­τε­ρες λε­πτο­μέ­ρειες, ώ­στε να προ­βάλ­λει ευ­κρι­νέ­στε­ρα η ι­διαι­τε­ρό­τη­τά του, εί­ναι ο χα­ρα­κτή­ρας της. Ευ­θύς εξ αρ­χής, πα­ρου­σιά­ζε­ται συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­να­σφα­λής, με ό­λα τα συ­να­κό­λου­θα στους τρό­πους συ­μπε­ρι­φο­ράς, τα ο­ποία, ό­μως, φα­νε­ρώ­νο­νται, σι­γά σι­γά, μέ­σα α­πό τις νέες δυ­σκο­λίες, που πα­ρου­σιά­ζο­νται, οι­κο­δο­μώ­ντας αρ­τιό­τε­ρα έ­ναν α­να­γνω­ρί­σι­μο τύ­πο. Η η­ρωί­δα της Κολ­λιά­κου μη­ρυ­κά­ζει συ­νε­χώς ό­σα της συμ­βαί­νουν, διυ­λί­ζο­ντας συ­μπε­ρι­φο­ρές προς α­να­ζή­τη­ση κι­νή­τρων και προ­θέ­σεων. Με μειω­μέ­νη αυ­το­ε­κτί­μη­ση, ε­ξαρ­τά­ται σχε­δόν πα­θο­λο­γι­κά α­πό τη γνώ­μη των άλ­λων, ε­πι­ζη­τώ­ντας ε­πι­βε­βαίω­ση και τρέ­μο­ντας την α­πόρ­ρι­ψη. Κά­πως έ­τσι κα­τα­λή­γει να χά­νει την προ­σω­πι­κό­τη­τά της, ε­τε­ρο­προσ­διο­ρι­ζό­με­νη α­πό τον σύ­ζυ­γο, τον ε­ρα­στή ή και κά­ποιο φι­λι­κό πρό­σω­πο. Κι αν πρώ­τη αυ­τή τορ­πι­λί­ζει τη συ­ζυ­γι­κή σχέ­ση με την εύ­ρε­ση ε­ρα­στή, ο τρό­πος που συ­γκα­λύ­πτει την πα­ρα­σπον­δία της δεν εί­ναι πα­ρά μια ε­πι­πλέ­ον έν­δει­ξη της α­νω­ρι­μό­τη­τάς της.
Για μια πα­ρό­μοια η­ρωί­δα, η καλ­λιέρ­γεια νέων σχέ­σεων αλ­λά και η δια­τή­ρη­ση, κυ­ρίως η δια­κο­πή, των πα­λαιών δε­σμών προσ­λαμ­βά­νουν δια­στά­σεις πε­ρι­πέ­τειας, με ε­κεί­νη με­τέω­ρη α­νά­με­σα σε α­κραίες συ­μπε­ρι­φο­ρές εν­δο­τι­κό­τη­τας και ε­πι­θε­τι­κό­τη­τας ή, η­πιό­τε­ρα, κα­χυ­πο­ψίας. Στο και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα, η η­ρωί­δα έ­χει φθά­σει αι­σίως τα τριά­ντα ο­κτώ και οι προ­βλη­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις, που α­ντι­με­τω­πί­ζει, συμ­βα­δί­ζουν με την η­λι­κία της. Υπάρ­χει και πά­λι σύ­ζυ­γος, Άγγλος. Μό­νο που, με­τά δε­κα­πε­ντα­ε­τή συμ­βίω­ση, με­τρώ­ντας και την προ­γα­μιαία στην Αθή­να, ό­που και εί­χαν γνω­ρι­στεί, η σχέ­ση κλυ­δω­νί­ζε­ται. Εκεί­νος ε­γκα­θί­στα­ται προ­σω­ρι­νά σε άλ­λο τό­πο, ε­νώ ε­πι­κρέ­μα­ται η α­πει­λή του ο­ρι­στι­κού χω­ρι­σμού. Εδώ, ό­μως, οι νέες πε­ρι­πέ­τειες ο­φεί­λο­νται, κυ­ρίως, στο δε­κα­ε­τή γιο. Σχέ­ση, έ­τσι κι αλ­λιώς, προ­βλη­μα­τι­κή λό­γω της η­λι­κίας του, που γί­νε­ται α­κό­μη δυ­σκο­λό­τε­ρη για μια φύ­σει ε­νο­χι­κή μη­τέ­ρα, η ο­ποία νιώ­θει δυ­σά­ρε­στα με την πα­ρα­μι­κρή πρω­το­βου­λία. Σε αυ­τήν την πυ­ρη­νι­κή οι­κο­γέ­νεια, προ­στί­θε­ται και πά­λι η μη­τέ­ρα της η­ρωί­δας, ό­που, ό­μως, σκια­γρα­φεί­ται έ­νας κά­πως δια­φο­ρε­τι­κός τύ­πος. Για τις α­νά­γκες της μυ­θο­πλα­σίας, δια­κα­τέ­χε­ται α­πό “κα­το­χι­κά σύν­δρο­μα”, κα­τα­λή­γο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­στα­τευ­τι­κή ό­σο και κα­τα­πιε­στι­κή, με μό­νι­μο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό το σχε­δόν α­δύ­να­το της συ­νεν­νό­η­σης κό­ρης και μη­τέ­ρας. Σε α­ντί­θε­ση, με τον γε­μά­το κα­τα­νό­η­ση πα­τέ­ρα, α­πο­θα­νό­ντα στο πα­ρόν της α­φή­γη­σης, ό­πως και τα πε­θε­ρι­κά της, για τους ο­ποίους ε­πι­νο­εί­ται έ­να τρα­γι­κό ι­στο­ρι­κό. Από ψυ­χο­λο­γι­κής ά­πο­ψης, πι­θα­νώς και α­να­γκαίο, για να αι­τιο­λο­γη­θεί ο α­κα­τα­στά­λα­κτος, κα­τα­πιε­σμέ­νος, αλ­λά και συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­να­σφα­λής, σύ­ζυ­γος.
Σε τρί­το πρό­σω­πο ο κυ­ρίως κορ­μός της α­φή­γη­σης, μοι­ρά­ζε­ται στον εν­διά­θε­το λό­γο των δυο ε­σω­στρε­φών συ­ζύ­γων, ό­που φα­νε­ρώ­νε­ται η ε­κα­τέ­ρω­θεν αλ­λη­λο­ε­ξάρ­τη­ση, χω­ρίς να δί­νε­ται ο­ρι­στι­κή λύ­ση στην α­να­με­τα­ξύ τους συ­ναι­σθη­μα­τι­κή εκ­κρε­μό­τη­τα. Αυ­τό το α­νοι­χτό τέ­λος, που η συγ­γρα­φέ­ας προ­τι­μά στις ι­στο­ρίες της, α­φαι­ρεί την έκ­πλη­ξη της α­να­τρο­πής. Ίσως, ό­μως, και να μην χρειά­ζε­ται σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα με τό­σα θε­μα­τι­κά ευ­ρή­μα­τα. Κα­τ’ αρ­χάς, μια υ­πό­θε­ση, που στρέ­φε­ται ποι­κι­λο­τρό­πως γύ­ρω α­πό τα σύν­νε­φα, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το ό­νο­μα της η­ρωί­δας. Μια Νε­φέ­λη, που μπο­ρεί μεν να μην έ­τε­κε, ό­πως η μυ­θο­λο­γι­κή, Κέ­νταυ­ρους, αλ­λά ο γιος της δεν α­πέ­χει και πο­λύ α­πό έ­να τε­ρα­τά­κι τύ­που Χά­ρι Πό­τερ. Μια Νε­φέ­λη, που συ­νή­θι­σε να ζει κά­τω α­πό έ­ναν μο­νί­μως νε­φε­λώ­δη ου­ρα­νό, ε­νώ α­πει­λη­τι­κά σύν­νε­φα πλη­θαί­νουν στη ζωή της. Αυ­τά, ό­σο α­φο­ρά το στε­νά υ­παρ­ξια­κού και κοι­νω­νι­κού χα­ρα­κτή­ρα πλαί­σιο. Το μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­μως, εμ­φα­νί­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο φι­λό­δο­ξο, κα­θώς α­να­μι­γνύει στο μύ­θο σύγ­χρο­νους ε­φιάλ­τες. Ξε­κι­νώ­ντας α­πό τα σύν­νε­φα, μέ­ρος της μυ­θο­πλα­σίας α­να­φέ­ρε­ται στις ε­πεμ­βά­σεις, που ε­πι­χει­ρού­νται στα και­ρι­κά φαι­νό­με­να, τό­σο για κα­λούς ό­σο και για δό­λιους σκο­πούς, ό­πως ο ψε­κα­σμός των νε­φών με δη­λη­τη­ριώ­δη χη­μι­κά για την εκ­κα­θά­ρι­ση α­νε­πι­θύ­μη­των πλη­θυ­σμών.
Αυ­τήν την οι­κου­με­νι­κή προ­βο­λή την ε­πι­τυγ­χά­νει με την πα­ρεμ­βο­λή, ε­ναλ­λάξ με τα κε­φά­λαια του κυ­ρίως κορ­μού, κε­φα­λαίων α­πό το μυ­θι­στό­ρη­μα, που συγ­γρά­φει ο πα­νε­πι­στη­μια­κός σύ­ζυ­γος της Νε­φέ­λης, ό­ταν τον α­πο­λύουν. Συ­νο­λι­κά δέ­κα ε­φτά, τα δέ­κα τέσ­σε­ρα με τίτ­λους, τα υ­πό­λοι­πα τρία εν­σω­μα­τω­μέ­να στη διή­γη­σή του, πα­ρου­σιά­ζο­νται να έ­χουν ως πρό­τυ­πο τη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή ά­λυ­σο του «Χά­ρι Πό­τερ». Από ε­κεί δα­νεί­ζε­ται ο ε­πί­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας τα ο­νό­μα­τα των η­ρώων του, και σε μια προ­σπά­θεια συ­νο­μι­λίας με τα α­να­γνώ­σμα­τα του γιου του. Τε­λι­κά, ω­στό­σο, αυ­τό το μί­νι μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρα­πέ­μπει  πε­ρισ­σό­τε­ρο στους α­διέ­ξο­δους κό­σμους του Όργουε­λ, λει­τουρ­γώ­ντας σαν μια δυ­στο­πία ε­νός ό­χι και τό­σο μα­κρι­νού  μέλ­λο­ντος. 
Όσο για τα σύν­νε­φα ως έ­να α­πό τα κε­ντρι­κά μο­τί­βα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, δεν α­πο­κλείε­ται η συγ­γρα­φέ­ας να πή­ρε την ι­δέα α­πό το προ ε­ξα­ε­τίας αγ­γλι­κό μπε­στ σέ­λερ «The cloudspotter’s guide». Το βι­βλίο με­τα­φρά­στη­κε στα ελ­λη­νι­κά, αλ­λά δεν μπή­κε στα ευ­πώ­λη­τα, πα­ρά την πα­ραλ­λα­γή στην α­πό­δο­ση του τίτ­λου, «Οδη­γός του α­νέ­με­λου πα­ρα­τη­ρη­τή των νε­φών», σε μια α­πό­πει­ρα να δο­θεί έ­νας α­νά­λα­φρος τό­νος στον ο­νο­μα­το­λο­γι­κό φόρ­το. Της συγ­γρα­φέως, πά­ντως, δεν θα της χρειά­στη­κε έ­νας τό­σο διε­ξο­δι­κός ο­δη­γός ού­τε για το ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο ού­τε για το κυ­ρίως μυ­θι­στό­ρη­μα. Στο πρώ­το, για­τί το βά­ρος δί­νε­ται στις πρα­κτι­κές δυ­σκο­λίες των χει­ρι­στών ε­νός α­νε­μό­πτε­ρου βομ­βαρ­δι­στι­κού νε­φών και λι­γό­τε­ρο στις συ­ναι­σθη­μα­τι­κές τους με­τα­πτώ­σεις, ό­ταν α­ντι­κρί­ζουν τις ποι­κι­λίες νε­φών. Και στο δεύ­τε­ρο, για­τί τα νέ­φη γί­νο­νται μεν θέ­μα συ­ζή­τη­σης, με α­φορ­μή τον γιο, που γρά­φει εκ­θέ­σεις α­ντι­γρά­φο­ντας τον πα­τέ­ρα του, κα­θώς και χά­ρις σε έ­ναν πρό­σθε­το ή­ρωα, κα­νέ­νας, ό­μως, δεν πεί­θει για πα­θια­σμέ­νος πα­ρα­τη­ρη­τής νε­φών. 
Στα βι­βλία της, η Κολ­λιά­κου ε­πα­να­λαμ­βά­νει ο­ρι­σμέ­νες σκη­νές, ό­πως, λ.χ., οι κω­μι­κο­τρα­γι­κές σε ο­δο­ντια­τρείο, κα­θώς και κά­ποια μυ­θο­πλα­στι­κά τε­χνά­σμα­τα. Ένα α­πό αυ­τά εί­ναι η ε­μπλο­κή στην υ­πό­θε­ση μιας η­ρωί­δας ε­κτός οι­κο­γε­νεια­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος, που λει­τουρ­γεί ως κα­τα­λύ­της στις ό­ποιες ε­ξε­λί­ξεις. Στη νου­βέ­λα «Λώ­ρος» του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου, ε­πρό­κει­το για μια δυ­να­μι­κή γυ­ναί­κα, που συμ­βιώ­νει με τη σύ­ντρο­φό της και α­να­λαμ­βά­νει το ρό­λο του πα­τέ­ρα κα­τά την ε­γκυ­μο­σύ­νη της. Εδώ, εί­ναι μια ε­ξί­σου αυ­τάρ­κης και δυ­να­μι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα, που πα­ρου­σιά­ζε­ται ως “συλ­λέκ­τρια νε­φώ­ν”. Αυ­τό ση­μαί­νει, ό­πως ε­ξη­γεί, ό­τι φω­το­γρα­φί­ζει σύν­νε­φα και κα­τα­γρά­φει ποια εί­δη βλέ­πει. Κα­μία ο­μοιό­τη­τα, ω­στό­σο, με τον Για­πω­νέ­ζο ή­ρωα του γαλ­λι­κού μπε­στ σέ­λε­ρ, «La theorie des nuages», με τον ο­ποίο έ­σπευ­σε να την συ­γκρί­νει βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής. Κι αυ­τό, ό­χι για­τί δεν συλ­λέ­γει και ε­κεί­νη ο­τι­δή­πο­τε έ­χει σχέ­ση με την πα­ρα­τή­ρη­ση των νε­φών, αλ­λά για­τί την συγ­γρα­φέα δεν φαί­νε­ται να την α­πα­σχο­λεί το πλά­σι­μο ε­νός ι­διαί­τε­ρου ή­ρωα, ό­πως ο έμ­μο­νος, ί­σως και ρο­μα­ντι­κός, χα­ρα­κτή­ρας ε­νός πα­ρό­μοιου πα­ρα­τη­ρη­τή και φω­το­γρά­φου νε­φών. Αρκεί­ται σε μια κά­πως πα­ρά­ξε­νη πα­ρου­σία, με την ο­ποία γε­φυ­ρώ­νει τα τρία τμή­μα­τα του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού της αρ­χι­τε­κτο­νή­μα­τος. Το κυ­ρίως σώ­μα, το μί­νι μυ­θι­στό­ρη­μα ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας και έ­να τρί­το, ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο υ­πό τη μορ­φή ε­νός ε­κτε­νούς κε­φα­λαίου. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, αυ­τό το τε­λευ­ταίο εμ­φα­νί­ζε­ται συμ­με­τρι­κό προς το έ­τε­ρο ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο, κα­θώς α­να­φέ­ρε­ται στο πα­ρελ­θόν. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στη Μά­χη της Κρή­της. Πρό­κει­ται για μια α­κό­μη ε­ξι­στό­ρη­ση, αλ­λά, κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη πε­νή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα α­πό Βρε­τα­νό στρα­τιώ­τη, που φω­τί­ζει τη λι­γό­τε­ρο γνω­στή πτυ­χή για την  εκ­κέ­νω­ση της νή­σου α­πό τα βρε­τα­νι­κά στρα­τεύ­μα­τα. 
Πα­ρά την προ­σπά­θεια σύν­δε­σης των τριών ε­πι­μέ­ρους μυ­θο­πλα­σιών, το μυ­θι­στό­ρη­μα δια­τη­ρεί α­πο­σπα­σμα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ε­νώ ο κυ­ρίως κορ­μός μπο­ρεί να λει­τουρ­γή­σει και αυ­το­τε­λώς. Σε αυ­τόν σκια­γρα­φεί­ται η πε­ρίο­δος της κρί­σης. Ξε­κι­νώ­ντας η συγ­γρα­φέ­ας α­πό την πε­ρι­γρα­φή της ση­με­ρι­νής τά­ξης πραγ­μά­των στην Αγγλία, της ο­ποίας κά­ποιες πλευ­ρές α­πο­τυ­πώ­νο­νται και στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο της, δί­νει μια ει­κό­να για το πώς βιώ­νει τις συ­νέ­πειες της κρί­σης ο πα­νε­πι­στη­μια­κός χώ­ρος. Πε­ρι­γρά­φει δο­μι­κές αλ­λα­γές και νο­ση­ρές με­ταλ­λά­ξεις στις νοο­τρο­πίες διευ­θυ­ντι­κών στε­λε­χών και δι­δα­σκό­ντων. Όσο για την ελ­λα­δι­κή κρί­ση, η ει­κό­να α­πο­βαί­νει στε­ρεό­τυ­πη, κα­θώς σκια­γρα­φεί­ται μέ­σα α­πό τις οι­κο­νο­μι­κές δυ­σκο­λίες της συ­ντα­ξιού­χου μη­τέ­ρας και τον α­πα­ξιω­τι­κό τρό­πο α­ντι­με­τώ­πι­σης των Ελλή­νων στην γη­ραιά Αλβιώ­να. Πέ­ραν της κρί­σης, με­γα­λύ­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν οι προ­σπά­θειες του συ­ζύ­γου της Νε­φέ­λης για την έκ­δο­ση του βι­βλίου του, κα­θώς ό­λα αυ­τά γύ­ρω α­πό τους λο­γο­τε­χνι­κούς ατ­ζέ­ντη­δες και τα κρι­τή­ρια ε­πι­λο­γής των προς έκ­δο­ση βι­βλίων, αρ­γά ή γρή­γο­ρα, θα έρ­θουν και σε ε­μάς. Ή, μή­πως, έ­χουν ή­δη έρ­θει; Όπως και να έ­χει, συ­γκρα­τού­με μια φρά­ση, μάλ­λον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή, για τον τρό­πο, που γί­νε­ται ευ­ρύ­τε­ρα α­ντι­λη­πτή η συγ­γρα­φή ε­νός μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ο ε­πί­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας δια­λο­γί­ζε­ται: “Κα­λό και σκό­πι­μο ή­ταν να βά­λει α­πό μό­νος του μια προ­θε­σμία λή­ξης – το χα­σο­μέ­ρι ού­τε στο γρά­ψι­μο έ­κα­νε κα­λό.”     
Τέ­λος, τα σύν­νε­φα ε­νέ­πνευ­σαν στην Κολ­λιά­κου τον τέ­ταρ­το πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο της, κα­θώς αυ­τά δεν εί­ναι πα­ρά “μια έκ­φρα­ση στο πρό­σω­πο του ου­ρα­νού”. Από την άλ­λη, έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό αυ­τά πρό­σφε­ρε μια ευ­και­ρία να δεί­ξει τη διτ­τή της ι­διό­τη­τα, της γλωσ­σο­λό­γου και της πε­ζο­γρά­φου. Τα τρία δια­φο­ρε­τι­κά μυ­θο­πλα­στι­κά πλαί­σια ε­πέ­βα­λαν, έ­στω και στοι­χειω­δώς, δια­κρι­τές με­τα­ξύ τους γλωσ­σι­κές δια­φο­ρές. Αλλά κά­τι τέ­τοιο θα χρεια­ζό­ταν χα­σο­μέ­ρι στο γρά­ψι­μο, που έ­νας ε­παγ­γελ­μα­τίας δεν θεω­ρεί ού­τε κα­λό ού­τε σκό­πι­μο, ό­πως θα α­ντέ­τει­νε το πα­νε­πι­στη­μια­κό alter ego της Κολ­λιά­κου. Θα μπο­ρού­σε, πά­ντως, να α­φε­θεί, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, να την συ­ναρ­πά­σουν τα σύν­νε­φα, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται σε συ­νέ­ντευ­ξή της πώς της συ­νέ­βη πο­δη­λα­τώ­ντας στην αγ­γλι­κή ε­ξο­χή.  
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου  

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/3/2013.