Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Πολλαπλό αφηγηματικό αρχιτεκτόνημα



Δή­μη­τρα Κολ­λιά­κου
«Το πρό­σω­πο του ου­ρα­νού»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Φε­βρουά­ριος 2013

Στην πε­ζο­γρα­φι­κή σο­δειά της περ­σι­νής χρο­νιάς, στα­θε­ρό στοι­χείο της υ­πό­θε­σης ε­κτε­νέ­στε­ρων και συ­ντο­μό­τε­ρων έρ­γων α­πο­τε­λεί η τρέ­χου­σα κρί­ση. Σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, προ­βάλ­λει ως το κυ­ρίως θέ­μα, συ­χνό­τε­ρα α­να­φέ­ρε­ται δευ­τε­ρευό­ντως, ως πα­ρά­γων, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο, κα­θο­ρι­στι­κός στη ζωή των η­ρώων. Γε­νι­κό­τε­ρα, φαί­νε­ται να ο­ρί­ζει το φό­ντο, στο ο­ποίο ε­κτυ­λίσ­σο­νται ό­σα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και διη­γή­μα­τα το­πο­θε­τού­νται σε πα­ρο­ντι­κό χρό­νο. Πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν το α­να­πό­φευ­κτο πλαί­σιο, μέ­σα α­πό τη στε­ρεό­τυ­πη μορ­φή, που της έ­χουν δώ­σει ο Τύ­πος και η τη­λεό­ρα­ση, με την έμ­φα­ση στις οι­κο­νο­μι­κές ε­πι­πτώ­σεις. Η Δή­μη­τρα Κολ­λιά­κου, χω­ρίς να βιά­ζε­ται, δια­τη­ρώ­ντας τους συγ­γρα­φι­κούς της ρυθ­μούς, έ­να βι­βλίο πε­ρί­που α­νά τριε­τία, έ­γρα­ψε και αυ­τή έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα συ­νυ­φα­σμέ­νο με την κρί­ση. Μό­νο που, στο δι­κό της βι­βλίο, η κρί­ση δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στις ελ­λη­νι­κές της δια­στά­σεις. Το κέ­ντρο του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού της χώ­ρου μέ­νει το­πο­θε­τη­μέ­νο στην Αγγλία, ει­δι­κό­τε­ρα, ό­πως και στις προ­η­γού­με­νες ι­στο­ρίες της, στη βο­ρειο­α­να­το­λι­κή πλευ­ρά της χώ­ρας. Εκεί ε­γκα­τα­στά­θη­κε πριν δώ­δε­κα χρό­νια η η­ρωί­δα της για σπου­δές και ε­κεί πα­ρα­μέ­νει. Αλλά­ζει μό­νο η πό­λη, κα­θώς η κα­τοι­κία με­τα­φέ­ρε­ται λί­γο νο­τιό­τε­ρα, α­πό το Εδιμ­βούρ­γο στις δί­δυ­μες πό­λεις, Νιού­κασλ και Σά­ντερ­λα­ντ. Η μυ­θο­πλα­σία, ω­στό­σο, δεν ε­μπλου­τί­ζε­ται α­πό τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των βρε­τα­νι­κών πό­λεων, που ε­πι­λέ­γο­νται. Για πα­ρά­δειγ­μα, οι συ­γκε­κρι­μέ­νες δυο πό­λεις φαί­νε­ται να προ­τι­μώ­νται για τις α­νά­γκες της πλο­κής, λό­γω της γειτ­νία­σής τους, και ό­χι για την ι­στο­ρία και τη φυ­σιο­γνω­μία τους, ό­πως η α­να­με­τα­ξύ τους δια­μά­χη, που κρα­τά­ει α­πό τον 16ο αιώ­να, με­ταλ­λασ­σό­με­νη στο εν­διά­με­σο α­πό οι­κο­νο­μι­κή σε πο­δο­σφαι­ρι­κή. 
Το βα­σι­κό στοι­χείο, που προ­σελ­κύει το εν­δια­φέ­ρον στα βι­βλία της Κολ­λιά­κου, εί­ναι η η­ρωί­δα της. Πι­θα­νώς να συ­νι­στά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των ε­φή­βων να δια­λέ­γουν τα α­γα­πη­μέ­να τους α­να­γνώ­σμα­τα με βά­ση τους ή­ρωές τους και να μέ­νουν προ­σκολ­λη­μέ­νοι σε αυ­τά, α­νυ­πο­μο­νώ­ντας να δια­βά­σουν τις και­νού­ριες πε­ρι­πέ­τειες του πρω­τα­γω­νι­στή, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν ο συγ­γρα­φέ­ας τον πα­ρα­κο­λου­θεί να με­γα­λώ­νει και να με­τα­βάλ­λο­νται τα προ­βλή­μα­τα και οι κα­τα­στά­σεις που α­ντι­με­τω­πί­ζει. Κά­πο­τε, ό­μως, ι­σχύει το ί­διο και για τους ε­νή­λι­κες, του­λά­χι­στον ό­σους έ­χουν τά­ση ταύ­τι­σης με χα­ρα­κτή­ρες συ­γκε­κρι­μέ­νου τύ­που. Ακρι­βο­λο­γώ­ντας, η εν λό­γω η­ρωί­δα δεν πα­ρα­μέ­νει η ί­δια. Αλλά­ζει ό­νο­μα, κα­θώς και άλ­λα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, αν και γε­νι­κώς, ε­λά­χι­στες ή και α­νύ­παρ­κτες εί­ναι οι πλη­ρο­φο­ρίες για την ε­ξω­τε­ρι­κή της εμ­φά­νι­ση. Εκεί­νο, που πα­ρα­μέ­νει α­με­τά­βλη­το και α­πλώς, ε­μπλου­τί­ζε­ται με πε­ρισ­σό­τε­ρες λε­πτο­μέ­ρειες, ώ­στε να προ­βάλ­λει ευ­κρι­νέ­στε­ρα η ι­διαι­τε­ρό­τη­τά του, εί­ναι ο χα­ρα­κτή­ρας της. Ευ­θύς εξ αρ­χής, πα­ρου­σιά­ζε­ται συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­να­σφα­λής, με ό­λα τα συ­να­κό­λου­θα στους τρό­πους συ­μπε­ρι­φο­ράς, τα ο­ποία, ό­μως, φα­νε­ρώ­νο­νται, σι­γά σι­γά, μέ­σα α­πό τις νέες δυ­σκο­λίες, που πα­ρου­σιά­ζο­νται, οι­κο­δο­μώ­ντας αρ­τιό­τε­ρα έ­ναν α­να­γνω­ρί­σι­μο τύ­πο. Η η­ρωί­δα της Κολ­λιά­κου μη­ρυ­κά­ζει συ­νε­χώς ό­σα της συμ­βαί­νουν, διυ­λί­ζο­ντας συ­μπε­ρι­φο­ρές προς α­να­ζή­τη­ση κι­νή­τρων και προ­θέ­σεων. Με μειω­μέ­νη αυ­το­ε­κτί­μη­ση, ε­ξαρ­τά­ται σχε­δόν πα­θο­λο­γι­κά α­πό τη γνώ­μη των άλ­λων, ε­πι­ζη­τώ­ντας ε­πι­βε­βαίω­ση και τρέ­μο­ντας την α­πόρ­ρι­ψη. Κά­πως έ­τσι κα­τα­λή­γει να χά­νει την προ­σω­πι­κό­τη­τά της, ε­τε­ρο­προσ­διο­ρι­ζό­με­νη α­πό τον σύ­ζυ­γο, τον ε­ρα­στή ή και κά­ποιο φι­λι­κό πρό­σω­πο. Κι αν πρώ­τη αυ­τή τορ­πι­λί­ζει τη συ­ζυ­γι­κή σχέ­ση με την εύ­ρε­ση ε­ρα­στή, ο τρό­πος που συ­γκα­λύ­πτει την πα­ρα­σπον­δία της δεν εί­ναι πα­ρά μια ε­πι­πλέ­ον έν­δει­ξη της α­νω­ρι­μό­τη­τάς της.
Για μια πα­ρό­μοια η­ρωί­δα, η καλ­λιέρ­γεια νέων σχέ­σεων αλ­λά και η δια­τή­ρη­ση, κυ­ρίως η δια­κο­πή, των πα­λαιών δε­σμών προσ­λαμ­βά­νουν δια­στά­σεις πε­ρι­πέ­τειας, με ε­κεί­νη με­τέω­ρη α­νά­με­σα σε α­κραίες συ­μπε­ρι­φο­ρές εν­δο­τι­κό­τη­τας και ε­πι­θε­τι­κό­τη­τας ή, η­πιό­τε­ρα, κα­χυ­πο­ψίας. Στο και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα, η η­ρωί­δα έ­χει φθά­σει αι­σίως τα τριά­ντα ο­κτώ και οι προ­βλη­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις, που α­ντι­με­τω­πί­ζει, συμ­βα­δί­ζουν με την η­λι­κία της. Υπάρ­χει και πά­λι σύ­ζυ­γος, Άγγλος. Μό­νο που, με­τά δε­κα­πε­ντα­ε­τή συμ­βίω­ση, με­τρώ­ντας και την προ­γα­μιαία στην Αθή­να, ό­που και εί­χαν γνω­ρι­στεί, η σχέ­ση κλυ­δω­νί­ζε­ται. Εκεί­νος ε­γκα­θί­στα­ται προ­σω­ρι­νά σε άλ­λο τό­πο, ε­νώ ε­πι­κρέ­μα­ται η α­πει­λή του ο­ρι­στι­κού χω­ρι­σμού. Εδώ, ό­μως, οι νέες πε­ρι­πέ­τειες ο­φεί­λο­νται, κυ­ρίως, στο δε­κα­ε­τή γιο. Σχέ­ση, έ­τσι κι αλ­λιώς, προ­βλη­μα­τι­κή λό­γω της η­λι­κίας του, που γί­νε­ται α­κό­μη δυ­σκο­λό­τε­ρη για μια φύ­σει ε­νο­χι­κή μη­τέ­ρα, η ο­ποία νιώ­θει δυ­σά­ρε­στα με την πα­ρα­μι­κρή πρω­το­βου­λία. Σε αυ­τήν την πυ­ρη­νι­κή οι­κο­γέ­νεια, προ­στί­θε­ται και πά­λι η μη­τέ­ρα της η­ρωί­δας, ό­που, ό­μως, σκια­γρα­φεί­ται έ­νας κά­πως δια­φο­ρε­τι­κός τύ­πος. Για τις α­νά­γκες της μυ­θο­πλα­σίας, δια­κα­τέ­χε­ται α­πό “κα­το­χι­κά σύν­δρο­μα”, κα­τα­λή­γο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­στα­τευ­τι­κή ό­σο και κα­τα­πιε­στι­κή, με μό­νι­μο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό το σχε­δόν α­δύ­να­το της συ­νεν­νό­η­σης κό­ρης και μη­τέ­ρας. Σε α­ντί­θε­ση, με τον γε­μά­το κα­τα­νό­η­ση πα­τέ­ρα, α­πο­θα­νό­ντα στο πα­ρόν της α­φή­γη­σης, ό­πως και τα πε­θε­ρι­κά της, για τους ο­ποίους ε­πι­νο­εί­ται έ­να τρα­γι­κό ι­στο­ρι­κό. Από ψυ­χο­λο­γι­κής ά­πο­ψης, πι­θα­νώς και α­να­γκαίο, για να αι­τιο­λο­γη­θεί ο α­κα­τα­στά­λα­κτος, κα­τα­πιε­σμέ­νος, αλ­λά και συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­να­σφα­λής, σύ­ζυ­γος.
Σε τρί­το πρό­σω­πο ο κυ­ρίως κορ­μός της α­φή­γη­σης, μοι­ρά­ζε­ται στον εν­διά­θε­το λό­γο των δυο ε­σω­στρε­φών συ­ζύ­γων, ό­που φα­νε­ρώ­νε­ται η ε­κα­τέ­ρω­θεν αλ­λη­λο­ε­ξάρ­τη­ση, χω­ρίς να δί­νε­ται ο­ρι­στι­κή λύ­ση στην α­να­με­τα­ξύ τους συ­ναι­σθη­μα­τι­κή εκ­κρε­μό­τη­τα. Αυ­τό το α­νοι­χτό τέ­λος, που η συγ­γρα­φέ­ας προ­τι­μά στις ι­στο­ρίες της, α­φαι­ρεί την έκ­πλη­ξη της α­να­τρο­πής. Ίσως, ό­μως, και να μην χρειά­ζε­ται σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα με τό­σα θε­μα­τι­κά ευ­ρή­μα­τα. Κα­τ’ αρ­χάς, μια υ­πό­θε­ση, που στρέ­φε­ται ποι­κι­λο­τρό­πως γύ­ρω α­πό τα σύν­νε­φα, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το ό­νο­μα της η­ρωί­δας. Μια Νε­φέ­λη, που μπο­ρεί μεν να μην έ­τε­κε, ό­πως η μυ­θο­λο­γι­κή, Κέ­νταυ­ρους, αλ­λά ο γιος της δεν α­πέ­χει και πο­λύ α­πό έ­να τε­ρα­τά­κι τύ­που Χά­ρι Πό­τερ. Μια Νε­φέ­λη, που συ­νή­θι­σε να ζει κά­τω α­πό έ­ναν μο­νί­μως νε­φε­λώ­δη ου­ρα­νό, ε­νώ α­πει­λη­τι­κά σύν­νε­φα πλη­θαί­νουν στη ζωή της. Αυ­τά, ό­σο α­φο­ρά το στε­νά υ­παρ­ξια­κού και κοι­νω­νι­κού χα­ρα­κτή­ρα πλαί­σιο. Το μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­μως, εμ­φα­νί­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο φι­λό­δο­ξο, κα­θώς α­να­μι­γνύει στο μύ­θο σύγ­χρο­νους ε­φιάλ­τες. Ξε­κι­νώ­ντας α­πό τα σύν­νε­φα, μέ­ρος της μυ­θο­πλα­σίας α­να­φέ­ρε­ται στις ε­πεμ­βά­σεις, που ε­πι­χει­ρού­νται στα και­ρι­κά φαι­νό­με­να, τό­σο για κα­λούς ό­σο και για δό­λιους σκο­πούς, ό­πως ο ψε­κα­σμός των νε­φών με δη­λη­τη­ριώ­δη χη­μι­κά για την εκ­κα­θά­ρι­ση α­νε­πι­θύ­μη­των πλη­θυ­σμών.
Αυ­τήν την οι­κου­με­νι­κή προ­βο­λή την ε­πι­τυγ­χά­νει με την πα­ρεμ­βο­λή, ε­ναλ­λάξ με τα κε­φά­λαια του κυ­ρίως κορ­μού, κε­φα­λαίων α­πό το μυ­θι­στό­ρη­μα, που συγ­γρά­φει ο πα­νε­πι­στη­μια­κός σύ­ζυ­γος της Νε­φέ­λης, ό­ταν τον α­πο­λύουν. Συ­νο­λι­κά δέ­κα ε­φτά, τα δέ­κα τέσ­σε­ρα με τίτ­λους, τα υ­πό­λοι­πα τρία εν­σω­μα­τω­μέ­να στη διή­γη­σή του, πα­ρου­σιά­ζο­νται να έ­χουν ως πρό­τυ­πο τη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή ά­λυ­σο του «Χά­ρι Πό­τερ». Από ε­κεί δα­νεί­ζε­ται ο ε­πί­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας τα ο­νό­μα­τα των η­ρώων του, και σε μια προ­σπά­θεια συ­νο­μι­λίας με τα α­να­γνώ­σμα­τα του γιου του. Τε­λι­κά, ω­στό­σο, αυ­τό το μί­νι μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρα­πέ­μπει  πε­ρισ­σό­τε­ρο στους α­διέ­ξο­δους κό­σμους του Όργουε­λ, λει­τουρ­γώ­ντας σαν μια δυ­στο­πία ε­νός ό­χι και τό­σο μα­κρι­νού  μέλ­λο­ντος. 
Όσο για τα σύν­νε­φα ως έ­να α­πό τα κε­ντρι­κά μο­τί­βα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, δεν α­πο­κλείε­ται η συγ­γρα­φέ­ας να πή­ρε την ι­δέα α­πό το προ ε­ξα­ε­τίας αγ­γλι­κό μπε­στ σέ­λερ «The cloudspotter’s guide». Το βι­βλίο με­τα­φρά­στη­κε στα ελ­λη­νι­κά, αλ­λά δεν μπή­κε στα ευ­πώ­λη­τα, πα­ρά την πα­ραλ­λα­γή στην α­πό­δο­ση του τίτ­λου, «Οδη­γός του α­νέ­με­λου πα­ρα­τη­ρη­τή των νε­φών», σε μια α­πό­πει­ρα να δο­θεί έ­νας α­νά­λα­φρος τό­νος στον ο­νο­μα­το­λο­γι­κό φόρ­το. Της συγ­γρα­φέως, πά­ντως, δεν θα της χρειά­στη­κε έ­νας τό­σο διε­ξο­δι­κός ο­δη­γός ού­τε για το ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο ού­τε για το κυ­ρίως μυ­θι­στό­ρη­μα. Στο πρώ­το, για­τί το βά­ρος δί­νε­ται στις πρα­κτι­κές δυ­σκο­λίες των χει­ρι­στών ε­νός α­νε­μό­πτε­ρου βομ­βαρ­δι­στι­κού νε­φών και λι­γό­τε­ρο στις συ­ναι­σθη­μα­τι­κές τους με­τα­πτώ­σεις, ό­ταν α­ντι­κρί­ζουν τις ποι­κι­λίες νε­φών. Και στο δεύ­τε­ρο, για­τί τα νέ­φη γί­νο­νται μεν θέ­μα συ­ζή­τη­σης, με α­φορ­μή τον γιο, που γρά­φει εκ­θέ­σεις α­ντι­γρά­φο­ντας τον πα­τέ­ρα του, κα­θώς και χά­ρις σε έ­ναν πρό­σθε­το ή­ρωα, κα­νέ­νας, ό­μως, δεν πεί­θει για πα­θια­σμέ­νος πα­ρα­τη­ρη­τής νε­φών. 
Στα βι­βλία της, η Κολ­λιά­κου ε­πα­να­λαμ­βά­νει ο­ρι­σμέ­νες σκη­νές, ό­πως, λ.χ., οι κω­μι­κο­τρα­γι­κές σε ο­δο­ντια­τρείο, κα­θώς και κά­ποια μυ­θο­πλα­στι­κά τε­χνά­σμα­τα. Ένα α­πό αυ­τά εί­ναι η ε­μπλο­κή στην υ­πό­θε­ση μιας η­ρωί­δας ε­κτός οι­κο­γε­νεια­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος, που λει­τουρ­γεί ως κα­τα­λύ­της στις ό­ποιες ε­ξε­λί­ξεις. Στη νου­βέ­λα «Λώ­ρος» του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου, ε­πρό­κει­το για μια δυ­να­μι­κή γυ­ναί­κα, που συμ­βιώ­νει με τη σύ­ντρο­φό της και α­να­λαμ­βά­νει το ρό­λο του πα­τέ­ρα κα­τά την ε­γκυ­μο­σύ­νη της. Εδώ, εί­ναι μια ε­ξί­σου αυ­τάρ­κης και δυ­να­μι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα, που πα­ρου­σιά­ζε­ται ως “συλ­λέκ­τρια νε­φώ­ν”. Αυ­τό ση­μαί­νει, ό­πως ε­ξη­γεί, ό­τι φω­το­γρα­φί­ζει σύν­νε­φα και κα­τα­γρά­φει ποια εί­δη βλέ­πει. Κα­μία ο­μοιό­τη­τα, ω­στό­σο, με τον Για­πω­νέ­ζο ή­ρωα του γαλ­λι­κού μπε­στ σέ­λε­ρ, «La theorie des nuages», με τον ο­ποίο έ­σπευ­σε να την συ­γκρί­νει βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής. Κι αυ­τό, ό­χι για­τί δεν συλ­λέ­γει και ε­κεί­νη ο­τι­δή­πο­τε έ­χει σχέ­ση με την πα­ρα­τή­ρη­ση των νε­φών, αλ­λά για­τί την συγ­γρα­φέα δεν φαί­νε­ται να την α­πα­σχο­λεί το πλά­σι­μο ε­νός ι­διαί­τε­ρου ή­ρωα, ό­πως ο έμ­μο­νος, ί­σως και ρο­μα­ντι­κός, χα­ρα­κτή­ρας ε­νός πα­ρό­μοιου πα­ρα­τη­ρη­τή και φω­το­γρά­φου νε­φών. Αρκεί­ται σε μια κά­πως πα­ρά­ξε­νη πα­ρου­σία, με την ο­ποία γε­φυ­ρώ­νει τα τρία τμή­μα­τα του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού της αρ­χι­τε­κτο­νή­μα­τος. Το κυ­ρίως σώ­μα, το μί­νι μυ­θι­στό­ρη­μα ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας και έ­να τρί­το, ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο υ­πό τη μορ­φή ε­νός ε­κτε­νούς κε­φα­λαίου. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, αυ­τό το τε­λευ­ταίο εμ­φα­νί­ζε­ται συμ­με­τρι­κό προς το έ­τε­ρο ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο, κα­θώς α­να­φέ­ρε­ται στο πα­ρελ­θόν. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στη Μά­χη της Κρή­της. Πρό­κει­ται για μια α­κό­μη ε­ξι­στό­ρη­ση, αλ­λά, κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη πε­νή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα α­πό Βρε­τα­νό στρα­τιώ­τη, που φω­τί­ζει τη λι­γό­τε­ρο γνω­στή πτυ­χή για την  εκ­κέ­νω­ση της νή­σου α­πό τα βρε­τα­νι­κά στρα­τεύ­μα­τα. 
Πα­ρά την προ­σπά­θεια σύν­δε­σης των τριών ε­πι­μέ­ρους μυ­θο­πλα­σιών, το μυ­θι­στό­ρη­μα δια­τη­ρεί α­πο­σπα­σμα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ε­νώ ο κυ­ρίως κορ­μός μπο­ρεί να λει­τουρ­γή­σει και αυ­το­τε­λώς. Σε αυ­τόν σκια­γρα­φεί­ται η πε­ρίο­δος της κρί­σης. Ξε­κι­νώ­ντας η συγ­γρα­φέ­ας α­πό την πε­ρι­γρα­φή της ση­με­ρι­νής τά­ξης πραγ­μά­των στην Αγγλία, της ο­ποίας κά­ποιες πλευ­ρές α­πο­τυ­πώ­νο­νται και στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο της, δί­νει μια ει­κό­να για το πώς βιώ­νει τις συ­νέ­πειες της κρί­σης ο πα­νε­πι­στη­μια­κός χώ­ρος. Πε­ρι­γρά­φει δο­μι­κές αλ­λα­γές και νο­ση­ρές με­ταλ­λά­ξεις στις νοο­τρο­πίες διευ­θυ­ντι­κών στε­λε­χών και δι­δα­σκό­ντων. Όσο για την ελ­λα­δι­κή κρί­ση, η ει­κό­να α­πο­βαί­νει στε­ρεό­τυ­πη, κα­θώς σκια­γρα­φεί­ται μέ­σα α­πό τις οι­κο­νο­μι­κές δυ­σκο­λίες της συ­ντα­ξιού­χου μη­τέ­ρας και τον α­πα­ξιω­τι­κό τρό­πο α­ντι­με­τώ­πι­σης των Ελλή­νων στην γη­ραιά Αλβιώ­να. Πέ­ραν της κρί­σης, με­γα­λύ­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν οι προ­σπά­θειες του συ­ζύ­γου της Νε­φέ­λης για την έκ­δο­ση του βι­βλίου του, κα­θώς ό­λα αυ­τά γύ­ρω α­πό τους λο­γο­τε­χνι­κούς ατ­ζέ­ντη­δες και τα κρι­τή­ρια ε­πι­λο­γής των προς έκ­δο­ση βι­βλίων, αρ­γά ή γρή­γο­ρα, θα έρ­θουν και σε ε­μάς. Ή, μή­πως, έ­χουν ή­δη έρ­θει; Όπως και να έ­χει, συ­γκρα­τού­με μια φρά­ση, μάλ­λον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή, για τον τρό­πο, που γί­νε­ται ευ­ρύ­τε­ρα α­ντι­λη­πτή η συγ­γρα­φή ε­νός μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ο ε­πί­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας δια­λο­γί­ζε­ται: “Κα­λό και σκό­πι­μο ή­ταν να βά­λει α­πό μό­νος του μια προ­θε­σμία λή­ξης – το χα­σο­μέ­ρι ού­τε στο γρά­ψι­μο έ­κα­νε κα­λό.”     
Τέ­λος, τα σύν­νε­φα ε­νέ­πνευ­σαν στην Κολ­λιά­κου τον τέ­ταρ­το πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο της, κα­θώς αυ­τά δεν εί­ναι πα­ρά “μια έκ­φρα­ση στο πρό­σω­πο του ου­ρα­νού”. Από την άλ­λη, έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό αυ­τά πρό­σφε­ρε μια ευ­και­ρία να δεί­ξει τη διτ­τή της ι­διό­τη­τα, της γλωσ­σο­λό­γου και της πε­ζο­γρά­φου. Τα τρία δια­φο­ρε­τι­κά μυ­θο­πλα­στι­κά πλαί­σια ε­πέ­βα­λαν, έ­στω και στοι­χειω­δώς, δια­κρι­τές με­τα­ξύ τους γλωσ­σι­κές δια­φο­ρές. Αλλά κά­τι τέ­τοιο θα χρεια­ζό­ταν χα­σο­μέ­ρι στο γρά­ψι­μο, που έ­νας ε­παγ­γελ­μα­τίας δεν θεω­ρεί ού­τε κα­λό ού­τε σκό­πι­μο, ό­πως θα α­ντέ­τει­νε το πα­νε­πι­στη­μια­κό alter ego της Κολ­λιά­κου. Θα μπο­ρού­σε, πά­ντως, να α­φε­θεί, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, να την συ­ναρ­πά­σουν τα σύν­νε­φα, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται σε συ­νέ­ντευ­ξή της πώς της συ­νέ­βη πο­δη­λα­τώ­ντας στην αγ­γλι­κή ε­ξο­χή.  
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου  

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/3/2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: