Παρασκευή, 18 Απριλίου 2008

Αγκότα Κρίστοφ "Η αναλφάβητη"

Αγκότα Κρίστοφ
"Η αναλφάβητη"
Μετ.: Αργυρώ Μακάρωφ
Εκδόσεις Άγρα
Φεβρουάριος 2008

Πρόκειται για το πέμπτο βιβλίο της ουγγαρέζας συγγραφέως Άγκοτα Κρίστοφ που εκδόθηκε στα γαλλικά το 2004, λίγο πριν συμπληρώσει την έβδομη δεκαετία του βίου της. Μια αναδρομή, κατανεμημένη συστηματικά σε έντεκα κεφάλαια. Κεφάλαιο πρώτο, πώς άρπαξε την αθεράπευτη αρρώστια του διαβάσματος, σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών, λόγω δασκάλου πατέρα, στενότητας χώρου στο σπίτι και της παρουσίας ενός βρέφους αδιάκοπα άρρωστου. Κεφάλαιο δεύτερο, η αποκάλυψη πως από μικρή είχε μια αχαλίνωτη φαντασία, για την οποία και συνεχώς την τιμωρούσαν. 1/4πως κι αν έχει, η επιθυμία να γράψει της ήρθε, όταν βρέθηκε εσωτερική σε οικοτροφείο μιας άγνωστης πόλης, μακριά από γονείς και αδέλφια. Στο τρίτο κεφάλαιο αρχίζουν τα δύσκολα αλλά και τα ποιήματα, που γεννιούνται μόνα τους μέσα στη νύχτα, την ώρα που έρχεται ο ύπνος και οι λέξεις σαν να την νανουρίζουν. Δεκαετία του 1950, ο πατέρας στη φυλακή, η μητέρα εργάζεται, μένοντας σε ένα δωμάτιο με το μικρότερο αδελφό της. Τα δυο μεγάλα, σε κρατικά οικοτροφεία, σε διαφορετικές πόλεις, σχεδόν έγκλειστα, καθώς υποβάλλονται σε μια στρατιωτική πειθαρχία. Κεφάλαιο τέταρτο, η περιγραφή της φτώχειας, της δικής της, της οικογένειάς της και ολόκληρης της χώρας. Χωρίς δεύτερο ζευγάρι παπούτσια, όλα δανεικά, με τα σχολικά τετράδια και βιβλία στη σάκα μιας φίλης, την οποία, σε ανταπόδοση, κουβαλά. Προς επιβίωση, η μητέρα της γεμίζει σακουλάκια με ποντικοφάρμακο και η ίδια γράφει σκετς, που τα παίζει στα διαλείμματα. Το φόρτε της, η μίμηση των καθηγητών.
Στα δεκατέσσερα, το 1949, μπαίνει στο οικοτροφείο. Το έκτο κεφάλαιο τιτλοφορείται, "Ο θάνατος του Στάλιν", και πηδάει στον Μάρτιο του 1953, όταν πρέπει να γράψει μια έκθεση επί του θέματος και να πενθήσει. Εδώ, ο μίτος της γραμμικής στο χρόνο αφήγησης εγκαταλείπεται. Άλλωστε, έχει προηγηθεί ένα κεφάλαιο για την αναγκαστική πολυγλωσσία. Τη γερμανική, τη ρωσσική και τελικά, τη γαλλική, όλες αυτές τις εχθρικές γλώσσες, που σκότωσαν τη μητρική της. Σε ένα επόμενο κεφάλαιο, θυμάται πώς διέφυγε από την Ουγγαρία, το 1956, ήδη παντρεμένη δυο χρόνια, με ένα βρέφος τεσσάρων μηνών στην αγκαλιά.
Νοέμβριος του 1956, πρώτος σταθμός, μετά τη λαθραία διάβαση των αυστροουγγρικών συνόρων, ένα χωριό και ύστερα, η Βιέννη. Οι περιγραφές της Κρίστοφ, μικροπερίοδες και ακριβείς, αποτυπώνουν την οδύσσεια στο κέντρο προσφύγων, στο τρένο για την Ελβετία και στον καταυλισμό της Λωζάννης, κάτι μεταξύ στρατοπέδου συγκέντρωσης και ζωολογικού κήπου. Τελευταίος σταθμός, ένα σχολείο στη Ζυρίχη, μέσα στο δάσος, προς εκμάθηση της ξένης γλώσσας. Μετά οι πρόσφυγες διανέμονται ανά την Ελβετία και αυτή με την κόρη της βρίσκεται στο Νεσατέλ. Τον σύζυγο δεν τον ξανααναφέρει. Εργάζεται σε ένα εργοστάσιο ρολογιών και ζει σε ένα διαμέρισμα δυο δωματίων. Κι όμως, νοιώθει σαν να βρίσκεται στην έρημο. Μια έρημο κοινωνική και πολιτισμική. Κάποιοι δεν αντέχουν και επιστρέφουν στην πατρίδα, παρά την ποινή φυλάκισης που τους περιμένει. Κάποιοι άλλοι αυτοκτονούν. Η ίδια, κάποια στιγμή, γίνεται συγγραφέας. Πρώτα δημοσιεύει ποιήματα, μετά γράφει θεατρικά που παίζονται από ερασιτέχνες και τέλος, το 1985, ολοκληρώνει το πρώτο της μυθιστόρημα, "Το μεγάλο τετράδιο", που βραβεύτηκε και μεταφράστηκε.
Στην ερώτηση, "πώς γίνεσαι συγγραφέας", απαντά, "γράφοντας με υπομονή και επιμονή, χωρίς ποτέ να σταματάς να πιστεύεις σ' αυτό που γράφεις." Στο τελευταίο κεφάλαιο, επί τροχάδην αναφέρει πως έγραψε κι άλλα βιβλία και πως έκανε κι άλλα παιδιά. Εκείνο, όμως, που τονίζει, μακρηγορώντας, είναι πως κέρδισε το στοίχημα μιας "αναλφάβητης", που, στην περίπτωσή της, σήμαινε να γράφει στα γαλλικά. Γλώσσα, που την μίλησε σχετικά εύκολα αλλά, μόλις στα εικοσιέξι της, έμαθε να την γράφει και να την διαβάζει. Εν κατακλείδι, και η Κρίστοφ, όπως όλοι οι μετανάστες, ανεξάρτητα των συνθηκών που τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, διατείνεται πως η ζωή στην πατρίδα της μπορεί να ήταν φτωχότερη και σκληρότερη αλλά, σίγουρα, θα ήταν λιγότερο μοναχική, ίσως και ευτυχισμένη.
Μ. Θ.

Ο Ροΐδης, ο Ξενόπουλος και οι γράφουσες


Ειρήνη Ριζάκη "Οι "γράφουσες" Ελληνίδες Σημειώσεις για τη γυναικεία λογιοσύνη του 19ου αιώνα" Εκδόσεις Κατάρτι Οκτώβριος 2007

Οι γραμματολογίες μετά βίας συγκρατούν επτά γυναίκες στο πάνθεον των λογοτεχνών του 19ου αιώνος, επαυξάνοντας τις μόλις τρεις που απαντώνται στις ιστορίες νεοελληνικής λογοτεχνίας, και αυτές συμψηφίζοντας επιμέρους αναφορές -δύο σε μία, από μία σε δύο άλλες- ενώ, κατά κανόνα, η γυναικεία παρουσία διαγράφεται ολοσχερώς, σε αυτήν την πρώιμη περίοδο. Η μνημονευόμενη επτάδα χωρίζεται σε δυο διακριτές ομάδες. Τρεις σχεδόν ομήλικες, γεννημένες στα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ου, που έγραψαν στα χρόνια του Αγώνα^ την πρεσβύτερη, Μητιώ Σακελλαρίου, που υπογράφει την πρώτη επώνυμη μετάφραση κωμωδίας του Γκολντόνι, την λογία Ευανθία Καΐρη και την Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, που η "Αυτοβιογραφία" της λογαριάζεται μεταξύ των πρώτων κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Και τέσσερις μεταγενέστερες, γεννημένες στα μέσα του 19ου αιώνα ή και λίγο αργότερα^ την Μαρία Μηχανίδου, που θεωρήθηκε ως η πρώτη μυθιστοριογράφος, την Καλλιρόη Παρρέν, κι αυτή μυθιστοριογράφος αλλά πρωτίστως, εκδότρια της μακρόβιας "Εφημερίδος των Κυριών" και τις δυο συνονόματες διηγηματογράφους, την Αθηναία Αρσινόη Παπαδοπούλου και την Κωνσταντινουπολίτισσα Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, που καταγράφονται στο δυναμικό της τελευταίας εικοσαετίας του 19ου αιώνα.
Αυτήν την περιορισμένη αναφορά έρχεται να ανατρέψει η μελέτη της Ειρήνης Ριζάκη, αναδεικνύοντας ένα μεγάλο αριθμό γυναικείων μορφών, ακόμη κι αν δεχτούμε πως οι περισσότερες παραπαίουν ανάμεσα στο αρσενικού γένους ουσιαστικό συγγραφεύς με τις παιγνιώδεις παραλλαγές του, θήλεια συγγραφεύς, συγγραφίς ή και συγγράφισσα, που εμφανίζονται ως νεολογισμοί ανδρικής εμπνεύσεως, και την μετοχή γράφουσα ή εναλλακτικά, γράψασα, συγγράψασα έως και ποιήσασα, που ζητά να δηλώσει αν όχι μια υποτυπώδη παρουσία, πάντως, σίγουρα, ερασιτεχνική ενασχόληση με τη γραφή. Δανειζόμενη η Ριζάκη, όπως και άλλη μελετήτρια πριν από αυτή, τον τίτλο του βιβλίου της από άρθρο του Ροΐδη, μπορεί να κερδίζει έναν χαρίεντα τίτλο ροΐδειας επινοητικότητας, ταυτόχρονα, όμως, φορτώνεται και την αδιαχώριστη σκωπτική του χροιά, την οποία αδυνατούν να απαλείψουν τα ανωφερή που προσθέτει στη λέξη γράφουσες. Οπότε, μπορεί κάπου να υποσκάπτει το εγχείρημά της, το οποίο σαφώς στοχεύει στην ανάδειξη της γυναικείας λογιοσύνης.
Ας παραμείνουμε, όμως, για λίγο στη φιλολογία γύρω από τον τίτλο, όπως αναπτύσσεται στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο της μελέτης. Το εν λόγω άρθρο του Ροΐδη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ακρόπολη", στις 28 Απριλίου 1896, ωστόσο την αποστροφή, που έτρεφε ο Συριανός, παρά την ευρωπαϊκή του παιδεία, για τη γυναικεία χειραφέτηση, την είχε εκφράσει πολύ νωρίτερα, υποστηρίζοντας πως η συγγραφική ενασχόληση ταιριάζει στις αδικημένες από τη φύση και τις μεγαλοκοπέλες. 1/4σο για τις νεότερες και τυχόν, χαριτωμένες γράφουσες, αυτές τις αποδεχόταν μόνο υπό τον όρο να περιορίζονται σε λεπταίσθητα έργα, συναφή με τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις και τα μητρικά τους καθήκοντα. Για τον Ροΐδη αλλά και για τη μεγαλύτερη μερίδα των διανοουμένων εκείνης της εποχής, προορισμός των γυναικών ήταν να εμπνέουν τους ποιητές, απέχοντας οι ίδιες έργων δημιουργικών. Ως καλές σύντροφοι, έπρεπε να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να τους εξασφαλίσουν τις αναγκαίες συνθήκες, ώστε εκείνοι γαλήνιοι και απερίσπαστοι να αφοσιώνονται στο γράψιμο. Πρότυπο συντρόφου για εκείνα τα χρόνια στάθηκε η σύζυγος του Σουρή, η, και γι' αυτό, τόσο προσφιλής του ποιητή, Μαρή. Ως παράδειγμα για την ενδεικνυόμενη γυναικεία γραφή, ο Ροΐδης προτείνει στο άρθρο του την Αρσινόη Παπαδοπούλου, εξαίροντας τη συλλογή διηγημάτων της, "Αθηναϊκά ανθύλλια", την οποία είχε εκδώσει στα τέλη του 1895. Αυτό το άρθρο στάθηκε το έναυσμα για τη διένεξη του Ροΐδη αρχικά με την Καλλιρόη Παρρέν και την εφημερίδα της, που, στη συνέχεια, εξελίχτηκε σε αντιπαράθεση του Ροΐδη και των ομοϊδεατών του με τις γράφουσες και τους υποστηρικτές τους.
Διαμάχη, που θα ήταν, τρόπον τινά, τιμητική για τις γράφουσες, αφού απασχόλησε τον Τύπο κι ένας Ροΐδης πρωτοστάτησε. Στην πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο και σε αυτήν την περίπτωση, για αντιπαράθεση δυο ανδρών, του Ροΐδη και του Ξενόπουλου, με αρχικό ερέθισμα, ένα δημοσίευμα του Ζακύνθιου στο "Άστυ", στις 25 Δεκεμβρίου 1895, με τίτλο, "Δυο γυναίκες συγγραφείς". Ο Ξενόπουλος συνέκρινε τα πρόσφατα διηγήματα των δυο Παπαδοπούλου, επαινώντας την πρωτοτυπία των διηγημάτων της νεότερης Αλεξάνδρας, ενώ έβρισκε πως τα διηγήματα της Αρσινόης δεν ήταν παρά φτωχή συνέχεια μιας σχολικής παράδοσης. 1/4πως γράφει στην αυτοβιογραφία του, εν μέρει και μεταμελημένος, όταν αργότερα έτυχε να γνωρίσει την αθηναία διηγηματογράφο, του εξομολογήθηκε πως εκείνη η κρίση του την είχε κάνει να κλάψει από στενοχώρια. Πιθανώς τα δάκρυά της, ίσως, όμως, και κάποια λανθάνοντα αισθήματα αντιπαλότητας να είχαν παρακινήσει το δημοσίευμα του Ροΐδη ως απάντηση, αν και απέφυγε να αναφερθεί στην Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, δικαιολογούμενος αργότερα, όταν τον πολιορκούσαν οι "κυρίες", πως αγνοούσε το βιβλίο της. 1/4πως κι αν έχει, ο χρόνος δικαίωσε την κρίση του Ξενόπουλου. 1/4σο για τη διαμάχη εκείνης της εποχής, κατά πόσο η γραφή έχει φύλο, απομένει ως τελεσίδικη η κρίση του Κωστή Παλαμά, ο οποίος απάντησε επιγραμματικά πως η Τέχνη δεν έχει γένος. Αν και τελικά, ίσως όχι και τόσο τελεσίδικη, καθώς, επί των ημερών μας, επανέρχονται οι φυλετικές κρίσεις και ομαδοποιήσεις.
Συστηματική η Ριζάκη, αναζητά τις γράφουσες στις αναγνώστριες, που άρχισαν να πληθαίνουν από τα μέσα του 19ου αιώνα και ύστερα, παρόλο που ακόμη μέχρι το 1879 το ποσοστό αναλφαβητισμού έφθανε το 93% για τις γυναίκες έναντι 63% για τον άρρενα πληθυσμό. Ωστόσο, ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους, οι γυναίκες είχαν δείξει την προτίμησή τους για τις μυθιστορίες και προς αυτές συνέχιζαν να ρέπουν και κατά τον 19ο αιώνα, καθώς πολλαπλασιάζονταν οι μεταφράσεις, αδιαφορώντας αν πλείστοι όσοι λόγιοι έκρουαν τον κώδωνα για το πόσο ψυχοφθόρες μπορούσαν να αποβούν. Μετά το πρώτο κεφάλαιο, το αφιερωμένο στις αναδυόμενες αναγνώστριες, που δραπέτευαν ή και νάρκωναν τον πόνο τους μετά εξ Εσπερίας ερχόμενα ρομάντσα, στο δεύτερο, η μελετήτρια ξεκινά μια εξαντλητική καταγραφή του γυναικείου περιοδικού Τύπου της εποχής. Κατά κανόνα, πρόκειται για βραχύβια έντυπα, με πολλά από αυτά να γράφονται κατ' αποκλειστικότητα από γυναίκες. Ενώ, παράλληλα εμφανίζονται οι πρώτες μεταφράστριες, ποιήτριες και πεζογράφοι.
Ωστόσο, το ψαχνό της μελέτης βρίσκεται στο τρίτο κεφάλαιο, όπου παρουσιάζονται οι προσπάθειες των Ελληνίδων να πείσουν πως η γραφή μπορεί να συνδυαστεί με τα καθήκοντα του φύλου τους και πως δεν συνιστά κίνδυνο για την οικογενειακή γαλήνη, ενώ, παράλληλα, σκιαγραφούνται οι κατακτήσεις των γραφουσών στην υπόλοιπη Ευρώπη. Με μακριά παραθέματα από δημοσιεύματα της εποχής, η Ριζάκη δείχνει πώς εκείνα τα αβρά και σχεδόν έγκλειστα πλάσματα άρχισαν να σκάνε μύτη, "υπό τον πέπλο της ανωνυμίας και της ψευδωνυμίας". Οι γράφουσες μπορεί να πλήθαιναν, όμως, ουσιαστικά, παρέμειναν άγνωστες. Έναν αιώνα αργότερα, μόνο για τις σημαντικότερες από αυτές διαθέτουμε ικανοποιητικά βιογραφικά στοιχεία. Τέλος, η Ριζάκη, με βάση τις υπάρχουσες βιβλιογραφίες, συντάσσει μια πρώτη βιβλιογραφία γυναικών συγγραφέων, όπου προτίμησε έναν κατάλογο ονομαστικό αντί του χρονολογικού, που πιστεύουμε πως θα έδινε ευκρινέστερη εικόνα. Άλλωστε, όταν ο χρονολογικός κατάλογος συνοδεύεται από ευρετήριο, ο ονομαστικός προκύπτει αυτόματα.
Η μελέτη της Ριζάκη θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια γυναικεία γραμματολογία, που προφανώς δεν θα στόχευε στον φυλετικό διαχωρισμό, αλλά θα έδειχνε μεγαλύτερη φροντίδα για τις θήλειες γραφίδες, ώστε να τους δοθεί στις μελλοντικές γραμματολογίες και ιστορίες νεοελληνικής λογοτεχνίας, η όποια θέση τους αντιστοιχεί.
Μ. Θεοδοσοπούλου