Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Ο Κα­βά­φης του Ξε­νό­που­λου ΙΙI

Ο κρι­τι­κός Ξε­νό­που­λος

Ο Ξε­νό­που­λος α­κο­λου­θεί σε ό­λα τα κεί­με­νά του, συ­ντο­μό­τε­ρα και ε­κτε­νέ­στε­ρα, συ­γκι­νη­σια­κής ή κρι­τι­κής διά­θε­σης, την ί­δια ρη­το­ρι­κή. Αρχι­κά συμ­φω­νεί με τον αυ­στη­ρό κρι­τή, αν πρό­κει­ται για α­πα­ντή­σεις σε σχό­λια, ή με τις δια­τυ­πω­μέ­νες ε­πι­κρί­σεις για την ποίη­ση του Κα­βά­φη, αν πρό­κει­ται για τα κρι­τι­κά κεί­με­να, πα­ρα­θέ­το­ντας πα­ρελ­κυ­στι­κά σχό­λια και ε­πι­μέ­ρους υ­πε­ρα­σπι­στι­κές εν­στά­σεις. Στη συ­νέ­χεια, πε­ριο­ρί­ζει το κα­βα­φι­κό σώ­μα σε έ­να μι­κρό α­ριθ­μό ποιη­μά­των. Απα­ραί­τη­τη σε αυ­τό το ση­μείο, αν δεν έ­χει α­πο­τε­λέ­σει το ξε­κί­νη­μα, εί­ναι η υ­πό­μνη­ση της δι­κής του συμ­βο­λής με ε­κεί­νο το πρώ­το άρ­θρο του. Στα συ­ναι­σθη­μα­τι­κής φύ­σης κεί­με­να, α­να­φέ­ρε­ται και στις δυο πρώ­τες συ­να­ντή­σεις τους. Ως προς τα ποιή­μα­τα, εί­ναι πά­ντο­τε τα ί­δια. Τα ο­κτώ, που πα­ρα­θέ­τει στο πρώ­το άρ­θρο του, και τα άλ­λα εν­νέα στη δεύ­τε­ρη ο­μι­λία, 30 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­που τέσ­σε­ρα ε­πα­να­λαμ­βά­νο­νται. Σύ­νο­λο 13, γραμ­μέ­να τα 8 στην πε­ρίο­δο 1893-1901, δυο το 1910 και έ­να το 1917. Όσα ψευ­δοϊστο­ρι­κά και ι­στο­ρι­κο­φα­νή, τα προσ­λαμ­βά­νει, α­πό κοι­νού με τα υ­πό­λοι­πα που ξε­χω­ρί­ζει, ως ποιή­μα­τα υ­παρ­ξια­κής α­γω­νίας. Αυ­τά ε­γκω­μιά­ζει, αλ­λά και πά­λι, με­τά ε­πι­φυ­λά­ξεων.
Στα εν λό­γω δυο κεί­με­να, πα­ρα­θέ­τει τα ποιή­μα­τα με συ­νο­δευ­τι­κό σχο­λια­σμό. Έτσι πα­ρα­κά­μπτει την πά­για δυ­σκο­λία της κρι­τι­κής να εκ­φρα­στεί ε­πί του συ­νο­λι­κού έρ­γου. Δεν πα­ρα­λεί­πει να σχο­λιά­σει ρυθ­μό, στι­χουρ­γία και γλώσ­σα, αλ­λά ως πε­δία στα ο­ποία ο Κα­βά­φης δεν διεκ­δι­κεί μια α­ξιό­λο­γη θέ­ση. Αρε­τές βρί­σκει στην ει­κο­νο­ποιία και  την οι­κο­νο­μία του ποιή­μα­τος. Από ε­κεί και πέ­ρα, δια­βά­ζει τα ποιή­μα­τα ως δο­κί­μια, α­να­λύο­ντας θαυ­μα­στι­κά το στο­χα­στι­κό τους πε­ριε­χό­με­νο. Το πρώ­το άρ­θρο, που υ­πο­τί­θε­ται ό­τι στο­χεύει στην α­νά­δει­ξη του ποιη­τή, κα­τα­λή­γει με την α­πό­φαν­ση: “Θα ή­το δι­καιω­μα­τι­κώ­τε­ρα πο­λί­της εις των Ιδεών την Πό­λιν.” Και 30 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ξε­κι­νά τη μία και μο­να­δι­κή με­τά το θά­να­το του Κα­βά­φη, ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ο­μι­λία του,  α­κρι­βώς α­πό το ση­μείο που τε­λείω­νε το άρ­θρο, α­πό τη φι­λο­σο­φία και το σκο­πό της, “να συν­διαλ­λά­ξη τον Άνθρω­πο με το Θά­να­το.” Ο τίτ­λος της διά­λε­ξης, «Το αν­θρώ­πι­νο στην ποίη­ση του Κα­βά­φη», α­να­φέ­ρε­ται στην αν­θρώ­πι­νη δυ­στυ­χία, που, ό­πως α­να­πτύσ­σει, α­ντέ­χου­με εί­τε με τους λο­γι­κούς τρό­πους της φι­λο­σο­φίας εί­τε με τους συ­γκι­νη­σια­κούς της ποίη­σης. Να θυ­μί­σου­με ό­τι το Αρι­στείο του α­πο­νε­μή­θη­κε για το θε­α­τρι­κό έρ­γο του, «Το αν­θρώ­πι­νο», που εί­χε γρά­ψει ε­πη­ρε­α­σμέ­νος α­πό την αρ­ρώ­στια και το θά­να­το του φί­λου του Δη­μη­τρα­κό­που­λου α­πό καρ­κί­νο (28/7/1922). Με­τά μα­κριά ει­σα­γω­γή, με συ­γκα­τα­βα­τι­κή, χα­λα­ρά υ­πε­ρα­σπι­στι­κή, α­να­φο­ρά στα “α­νή­θι­κα” και τα ι­στο­ρι­κά ποιή­μα­τα, έρ­χε­ται στο αν­θρώ­πι­νο στοι­χείο που βρί­σκου­με στην ποίη­σή του. Στα ποιή­μα­τα που πα­ρα­θέ­τει υ­πο­δει­κνύει την αν­θρώ­πι­νη δυ­στυ­χία, στην ο­ποία έ­κα­στο α­να­φέ­ρε­ται. Επι­μέ­νει σε ε­κεί­να που τον αγ­γί­ζουν προ­σω­πι­κά, ε­πα­νερ­χό­με­νος για πολ­λο­στή φο­ρά στα πε­ρί­φη­μα «Τεί­χη». 

Μία α­φιέ­ρω­ση

Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, έ­να λήμ­μα της Βι­βλιο­γρα­φίας α­φο­ρά α­φιέ­ρω­ση του Ξε­νό­που­λου στον Κα­βά­φη. Στη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, «Ο Μι­νώ­ταυ­ρος κι άλ­λα νέα διη­γή­μα­τα (1921-1924)», του α­φιε­ρώ­νει το ο­μό­τιτ­λο (στα Άπα­ντα Ξε­νό­που­λου α­πό τις εκδ. Βλάσ­ση η α­φιέ­ρω­ση έ­χει α­πα­λει­φθεί). Στομ­φώ­δης η α­φιέ­ρω­ση, “Στον ποιη­τή Κ. Π. Κα­βά­φη, τον με­γά­λο και α­γα­πη­μέ­νο μου, α­φιέ­ρω­μα”, γεν­νά το ε­ρώ­τη­μα, τυ­χόν σκο­πι­μό­τη­τας. Η συλ­λο­γή εκ­δό­θη­κε το 1925, ό­ταν ο Κα­βά­φης εί­ναι το πρό­σω­πο της η­μέ­ρας σε Αλε­ξάν­δρεια και Αθή­να, με πολ­λούς νέ­ους Απο­στό­λους του έρ­γου του. Ανα­με­νό­με­νο, ο Ξε­νό­που­λος να διεκ­δι­κεί δάφ­νες για την πρω­τιά της “α­να­κά­λυ­ψής” του. Ιδιαί­τε­ρα, ό­ταν πρό­κει­ται για μία έκ­δο­ση α­πό οί­κο της Αλε­ξάν­δρειας, τα Γράμ­μα­τα, που έ­χει ως πρώ­το κοι­νό τους Αι­γυ­πτιώ­τες. Ο κτη­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας της α­φιέ­ρω­σης συ­νι­στά κι αυ­τός έ­ναν τρό­πο διεκ­δί­κη­σης  των ο­φει­λό­με­νων στο κρι­τι­κό του αι­σθη­τή­ριο. Ύστε­ρα, δεν α­πο­κλείε­ται ο Κα­βά­φης να εί­χε με­σο­λα­βή­σει στον εκ­δό­τη Στέ­φα­νο Πάρ­γα για την έκ­δο­ση, κα­θώς ο αι­γυ­πτιώ­τι­κος κύ­κλος γνω­ρι­μιών του Ξε­νό­που­λου μάλ­λον πε­ριο­ρι­ζό­ταν σε κά­ποιες α­θη­ναϊκές φι­λίες. Δυο α­κό­μη βι­βλία, που τύ­πω­σε στην Αλε­ξάν­δρεια, το 1923 το μυ­θι­στό­ρη­μα «Ισα­βέλ­λα» και το 1926 «Ο τρελ­λός με τους κόκ­κι­νους κρί­νους» εί­ναι α­πό τον εκ­δο­τι­κό οί­κο του Άγγε­λου Κα­σι­γό­νη, τον ο­ποίο γνώ­ρι­ζε πριν ε­κεί­νος ε­γκα­τα­στα­θεί στην Αλε­ξάν­δρεια.
Σχε­τι­κά με το διή­γη­μα, ο Σαβ­βί­δης σχο­λιά­ζει πως πρό­κει­ται για “το πιο τολ­μη­ρό α­πό κοι­νω­νιο­λο­γι­κή, ψυ­χο­γρα­φι­κή, μα και σε­ξουα­λι­κήν ά­πο­ψη”, πα­ρο­τρύ­νο­ντας “να ε­ξε­τα­στεί κρι­τι­κά ως ποιόν βαθ­μό ο Ξε­νό­που­λος μπο­ρεί να ταύ­τι­ζε τον πρω­τα­γω­νι­στή του διη­γή­μα­τός του με τον Κα­βά­φη.”  Στη συλ­λο­γή συ­γκε­ντρώ­νο­νται 12 διη­γή­μα­τα, ό­που το ο­μό­τιτ­λο εί­ναι το ε­κτε­νέ­στε­ρο. Το διή­γη­μα «Ο Μι­νώ­ταυ­ρος» έ­χει μία μι­κρή προϊστο­ρία. Πρω­το­εκ­δό­θη­κε σε συ­νέ­χειες στην πρωι­νή κα­θη­με­ρι­νή ε­φη­με­ρί­δα «Ελεύ­θε­ρος Λό­γος», που ξε­κί­νη­σε στις 17 Ιουν. 1923, με τον Ξε­νό­που­λο να γρά­φει το φι­λο­λο­γι­κό χρο­νο­γρά­φη­μα. Συ­νο­λι­κά, 22 συ­νέ­χειες, 26/9/1923-17/10/1923, ό­που, στην τε­λευ­ταία, υ­πάρ­χει ση­μείω­ση ό­τι “γρά­φτη­κε τον Γε­νά­ρη του 1922”. Πα­ρό­τι στην ε­φη­με­ρί­δα δη­μο­σιεύο­νται, α­πό τον πρώ­το χρό­νο, ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη και άρ­θρα που κά­νουν α­να­φο­ρά στην ποίη­σή του, τα ο­ποία βι­βλιο­γρα­φού­νται, το διή­γη­μα δια­φεύ­γει. Και δι­καίως, α­φού σε αυ­τήν την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση δεν υ­πάρ­χει η α­φιέ­ρω­ση στον Κα­βά­φη. Σε α­ντί­θε­ση με άλ­λα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής, κα­θώς και της τα­κτι­κής του Ξε­νό­που­λου να αν­θο­λο­γεί το ί­διο διή­γη­μα σε πε­ρισ­σό­τε­ρες συλ­λο­γές, αυ­τό δεν α­να­δη­μο­σιεύ­τη­κε. Ίσως, α­κρι­βώς, λό­γω του τολ­μη­ρού του χα­ρα­κτή­ρα. Το γε­γο­νός, πά­ντως, ό­τι γρά­φτη­κε τρία χρό­νια πριν την έκ­δο­ση της συλ­λο­γής, ε­πι­τρέ­πει την ει­κα­σία, με άλ­λες δια­θέ­σεις ο Ξε­νό­που­λος να έ­στη­σε την υ­πό­θε­ση του διη­γή­μα­τος και με άλ­λες να πρό­σθε­σε την α­φιέ­ρω­ση. Στις αρ­χές του 1922, εί­ναι νω­πή η διά­λε­ξη του Άγρα, που, αρ­χι­κά, θα πρέ­πει να τον δυ­σα­ρέ­στη­σε, κα­θώς έ­νας νεό­τε­ρος τον πα­ρα­γκώ­νι­ζε προ­βάλ­λο­ντας πρώ­τος σε έ­να νεό­τε­ρο κοι­νό τον Κα­βά­φη. Ασχέ­τως αν στο κεί­με­νο της ο­μι­λίας του, ά­νοι­ξη 1923, την πα­ρου­σιά­ζει εν­θου­σιω­δώς, δράτ­το­ντας της ευ­και­ρίας να υ­πεν­θυ­μί­σει το πρώ­το άρ­θρο του. Άλλω­στε, λει­τουρ­γώ­ντας με πε­ρί­σκε­ψη, δεν θα πα­ρευ­ρι­σκό­ταν στην εκ­δή­λω­ση. Δεν εί­χε πά­ρει α­κό­μη το πο­λυ­πό­θη­το Αρι­στείο, πρώ­το βή­μα προς τον α­κα­δη­μαϊκό θώ­κο. 
Το διή­γη­μα φέ­ρει τον υ­πό­τιτ­λο «Μια πο­λύ πα­λιά ζα­κυ­θι­νή ι­στο­ρία» και “α­ντί προ­λό­γου”, ση­μείω­μα, που το­πο­θε­τεί την ι­στο­ρία 130 χρό­νια πί­σω, δη­λα­δή στα 1792. Αλλη­γο­ρι­κός ο τίτ­λος, πα­ρα­πέ­μπει στο μύ­θο του Μι­νώ­ταυ­ρου και του Θη­σέα, ε­νώ, για το στή­σι­μο της υ­πό­θε­σης, ο συγ­γρα­φέ­ας πο­ρί­ζε­ται και α­πό το μύ­θο του Δού­ρειου Ίππου και του πο­νη­ρού Οδυσ­σέα. Ο Μι­νώ­ταυ­ρος του διη­γή­μα­τος εί­ναι “ο άρ­χο­ντας Κούρ­πας”, που ο­ρί­ζει μία ο­λό­κλη­ρη γει­το­νιά. Το πα­λά­τι του φρά­ζει με τον ψη­λό τοί­χο του πε­ρι­βο­λιού το κε­ντρι­κό κα­ντού­νι. “Αμπο­δά­ει τον αέ­ρα, τον ή­λιο, το φως, τη λευ­τε­ριά...”. “Απ’ ό,τι έ­κα­ναν, ό,τι έ­βγα­ζαν ή­ταν υ­πο­χρεω­μέ­νοι να στέλ­νουν και στο πα­λά­τι...”. “Άμα δεν έ­δι­νε κα­νείς το πρά­μα του ή το κο­ρί­τσι του με το κα­λό, του το ’παιρ­νε με τη βία.” “Ήταν ε­ν’ ά­γρα­φο αρ­χο­ντι­κό δι­καίω­μα, έ­να προ­νό­μιο πα­λιό, έ­να φέ­ου­δο αλ­λιώ­τι­κο, που η αρ­χή του χα­νό­ταν στα σκο­τά­δια του με­σαίω­να: έ­νας φό­ρος αί­μα­τος παρ­θε­νι­κού.”
Σε α­ντί­θε­ση με τη θυ­σία στον Μι­νώ­ταυ­ρο, που ή­ταν 14 α­γό­ρια και κο­ρί­τσια ευ­γε­νών οι­κο­γε­νειών, ο Ζα­κύν­θιος άρ­χο­ντας αρ­κεί­το σε “κο­ρα­σι­δού­λες, δε­κα­τεσ­σά­ρω χρο­νώ”, ά­ντε δε­κα­πέ­ντε. Με “πρό­σω­πο πο­λύ παι­διά­τι­κο, α­γνό, α­θώο”, που έ­δει­χναν α­κό­μη μι­κρό­τε­ρες. Ει­δάλ­λως, ο συγ­γρα­φέ­ας θα ξε­περ­νού­σε τα ό­ρια της ε­λευ­θε­ριό­τη­τας, που ε­πι­τρέ­πει “η πα­λιά ζα­κυ­θι­νή ι­στο­ρία”. Τον Αφέ­ντη τον πε­ρι­γρά­φει με τους χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, “έ­νας έκ­φυ­λος, ά­σω­τος, λά­γνος”. Στο ε­ρώ­τη­μα του Σαβ­βί­δη, α­πα­ντά­ει η πε­ρι­γρα­φή του: “Ήταν ψη­λός, μάλ­λον α­δύ­να­τος, άσ­προς σα φιλ­ντι­σέ­νιος, γε­μά­τος φλε­βί­τες γα­λά­ζιες και μα­βιές, με μαύ­ρα μά­τια κά­τω α­πό πυ­κνά φρύ­δια και με μα­κρου­λό πρό­σω­πο ο­λωσ­διό­λου ξυ­ρι­σμέ­νο... Η λα­γνεία – το κυ­ριό­τε­ρό του χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό – ε­νέ­δρευε θα ’λε­γες στη μύ­τη, την πε­λώ­ρια, ευ­κο­λο­κί­νη­τη και φου­σκω­μέ­νη στα πλά­για...” Η μύ­τη του Κα­βά­φη α­πο­τέ­λε­σε το κα­τ’ ε­ξο­χήν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του, που ε­νέ­πνευ­σε τους γε­λοιο­γρά­φους.
Αντι­μέ­τω­πος με τον Αφέ­ντη βρί­σκε­ται έ­νας νιό­πα­ντρος “σκα­φτιάς”, ο Τζώρτ­ζης, που δεν βρή­κε τη γυ­ναί­κα του παρ­θέ­να και θέ­λει να εκ­δι­κη­θεί. Ο συγ­γρα­φέ­ας  δί­νει δι­δα­κτι­κό ε­πί­χρι­σμα στην ι­στο­ρία του. “Τρα­κό­σια χρό­νια πλα­κω­μέ­νοι”, που ση­μαί­νει α­να­δρο­μή στην αρ­χή της Ενε­το­κρα­τίας, “ο­ποια α­ντί­στα­ση κά­ποιος α­πο­τολ­μά κα­τα­πνί­γε­ται σαν α­νταρ­σία κι ε­πα­νά­στα­ση.” Το 1792, ό­μως, έρ­χο­νται τα νέα α­πό τη Φρά­ντζα. “Στα Πα­ρί­σια, οι ξυ­πό­λυ­τοι ση­κώ­σα­νε με­γά­λο ρε­μπε­λιό. Κά­να­νε γιου­ρού­σι στην Μπα­στίλ­λια”. Στην Ζά­κυν­θο, οι Γάλ­λοι έρ­χο­νται πέ­ντε χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και γί­νο­νται δε­κτοί ως ε­λευ­θε­ρω­τές. Ο “σκα­φτιάς” θα βά­λει σε πρά­ξη το πα­ρά­δειγ­μά τους. Ως άλ­λος Οδυσ­σέ­ας, θα μπει με δό­λο στο πα­λά­τι και θα βά­λει φω­τιά. Ο ψη­λός τοί­χος θα γκρε­μι­στεί. Όλοι οι φο­βι­σμέ­νοι της γει­το­νιάς θα πι­στέ­ψουν ό­τι εί­ναι Θε­ού έρ­γο. Κα­τά τα άλ­λα, και τον Τζώρτ­ζη τον βά­ζουν σε πει­ρα­σμό οι κο­ρα­σί­δες. “Τις κα­θί­ζει στα γό­να­τά του.” “Το θερ­μό, το πο­νη­ρό σω­μα­τά­κι που κρα­τού­σε, δεν του ’κα­νε καρ­διά να τ’ α­φή­σει.” Πι­στεύει, ό­μως, πως μό­νο αν βρει τη δύ­να­μη να α­ντι­στα­θεί στον πει­ρα­σμό, θα μπο­ρέ­σει να εκ­δι­κη­θεί, να κά­ψει το πα­λά­τι και να γκρε­μί­σει τον τοί­χο που φρά­ζει το κα­ντού­νι. 
Άρα­γε, ως ποιο βαθ­μό ο “σκα­φτιάς” μπο­ρεί να α­ντα­να­κλά βιώ­μα­τα του συγ­γρα­φέα. Μή­πως ο Ξε­νό­που­λος, με το δί­πο­λο των η­ρώων, συ­νο­μι­λεί με τον ποιη­τή, δια­γκω­νι­ζό­με­νος μα­ζί του στο πε­δίο της ε­λευ­θε­ριό­τη­τας. Ο Αφέ­ντης έ­χει α­φε­θεί στην α­σέλ­γεια. Ο Τζώρτ­ζης πο­λε­μά­ει τον Διά­βο­λο. Τε­λι­κά, νι­κά­ει, ρί­χνει τα “Τεί­χη”. Ένας ε­ναλ­λα­κτι­κός τίτ­λος του διη­γή­μα­τος θα μπο­ρού­σε να εί­ναι, τα “Τεί­χη”, ο­πό­τε και η α­να­φο­ρά στον Κα­βά­φη θα γι­νό­ταν ευ­θεία. Μέ­νει ε­ρώ­τη­μα το πώς “ταί­ρια­ζε” στη ζωή του Ξε­νό­που­λου το εν λό­γω ποίη­μα. Σύμ­φω­να με “κου­σέ­λια της δε­κα­ε­τίας του ’60, που πρό­λα­βε” ο Σαβ­βί­δης, ο Ξε­νό­που­λος “έ­χει τη φή­μη του παι­δε­ρα­στή”. Βε­βαίως, οι φή­μες για τους συγ­γρα­φείς α­πο­τε­λούν συ­χνά α­πόρ­ροια ά­κρα­του ή, κα­μιά φο­ρά και ψευ­δούς βιο­γρα­φι­σμού. Όσο για σή­με­ρα, η ση­μα­σία ο­ρι­σμέ­νων λέ­ξεων με σε­ξουα­λι­κό πε­ριε­χό­με­νο έ­χει με­τα­κυ­λί­σει μάλ­λον σκο­πί­μως. Έτσι, ο παι­δό­φι­λος, που ση­μαί­νει ο α­γα­πών τα παι­διά, ταυ­τί­στη­κε με τον παι­δε­ρα­στή, και η ο­μο­φυ­λία με την ο­μο­φυ­λο­φι­λία, για να α­πο­κα­θαρ­θούν του κα­κό­ση­μου φορ­τίου τους οι δεύ­τε­ρες. Μό­νο που έ­τσι, οι πρώ­τες έ­μει­ναν χω­ρίς εν­νοιο­λο­γι­κό α­ντί­κρι­σμα. Δια­τη­ρώ­ντας τις λέ­ξεις μα­κριά α­πό στρε­βλω­τι­κές σκο­πι­μό­τη­τες, θα λέ­γα­με ό­τι ο Ξε­νό­που­λος στά­θη­κε δια βίου παι­δό­φι­λος, α­πό τα 27 του αρ­χι­συ­ντά­κτης της «Διά­πλα­σης των παί­δων» και με­τά το 1941 εκ­δό­της. Μο­να­δι­κή πα­ρα­χώ­ρη­ση προς μία οιο­νεί παι­δε­ρα­στία, ο έ­ρω­τάς του για την μι­κρού­λα Τί­τα, “το κο­ρι­τσά­κι της Δια­πλά­σεως”, που κα­τέ­λη­ξε σε γά­μο με την α­πό­λυ­τα συμ­βα­τή δια­φο­ρά η­λι­κίας των 13 χρό­νων.
Ένα πρό­χει­ρο συ­μπέ­ρα­σμα θα ή­ταν πως ο Ξε­νό­που­λος ως κρι­τι­κός του Κα­βά­φη  δεί­χνει α­νε­παρ­κής. Ένα δεύ­τε­ρο, πιο εν­δια­φέ­ρον για ε­μάς σή­με­ρα, εί­ναι πως η γνω­ρι­μία συγ­γρα­φέ­α-κρι­τι­κού κα­θι­στά α­δύ­να­τη την α­να­σύν­θε­ση της σχέ­σης τους με βά­ση μό­νο τα κρι­τι­κά κεί­με­να. Στοι­χεία δευ­τε­ρο­γε­νή, συ­χνά ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά, ό­χι μό­νο συ­μπλη­ρώ­νουν την ει­κό­να, αλ­λά ε­πι­τρέ­πουν σω­στό­τε­ρη στάθ­μι­ση των κρι­τι­κών κει­μέ­νων. Αν ο Ξε­νό­που­λος α­σχο­λεί­το με τον Κα­βά­φη αρ­γό­τε­ρα, χω­ρίς γνω­ρι­μία και ε­πι­στο­λι­κές ε­πα­φές, α­πηλ­λαγ­μέ­νος α­πό τη διεκ­δί­κη­ση κρι­τι­κών πρω­τείων, η κρι­τι­κή του θα κό­μι­ζε πα­ρα­τη­ρή­σεις με α­ντο­χή στο χρό­νο. Ιδίως, αν δεν διηύ­θυ­νε το πε­ριο­δι­κό “των παί­δω­ν” και αν δεν ή­ταν Ακα­δη­μαϊκός, δη­λα­δή αν μπο­ρού­σε να εκ­φρα­στεί ε­λεύ­θε­ρα για το σύ­νο­λο των κα­βα­φι­κών ποιη­μά­των.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/6/2014.

Ο Κα­βά­φης του Ξε­νό­που­λου ΙΙ

Επι­στο­λι­κές ε­πα­φές

Την ευ­χα­ρί­στη­ση της γνω­ρι­μίας, ο Κα­βά­φης την δια­τή­ρη­σε, ε­πι­στρέ­φο­ντας στην Αλε­ξάν­δρεια, ε­νώ του Ξε­νό­που­λου την έ­σβη­σαν οι βιο­τι­κές μέ­ρι­μνες. Αυ­τό του­λά­χι­στον τεκ­μαί­ρε­ται α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία τους, που ο Σαβ­βί­δης α­να­δη­μο­σιεύει στο βι­βλίο του.  Ακό­μη μία αλ­λη­λο­γρα­φία του Κα­βά­φη, με­τά ε­κεί­νη με τον Φόρ­στε­ρ, που δια­σώ­θη­κε χά­ρις στην ε­πι­μέ­λειά του. Ισχνή, πε­ριο­ρί­ζε­ται στην πε­ρίο­δο 1901-1908, με μό­νο μία ε­πι­στο­λή του Κα­βά­φη και έ­να ευ­χα­ρι­στή­ριο ση­μείω­μα του Ξε­νό­που­λου στα με­τα­γε­νέ­στε­ρα χρό­νια. Σε αυ­τήν την πε­ρίο­δο, σώ­ζο­νται τέσ­σε­ρις ε­πι­στο­λές Ξε­νό­που­λου, η μία προ της δη­μο­σίευ­σης του πρώ­του άρ­θρου του και τρεις με­τά (26/1/1906, 21/2/1906, 14/2/1907),  και τέσ­σε­ρα σχέ­δια ε­πι­στο­λών του Κα­βά­φη, ό­λα με­τά τη δη­μο­σίευ­ση. Στην πρώ­τη ε­πι­στο­λή Ξε­νό­που­λου, α­να­φέ­ρο­νται δυο, μη σω­ζό­με­νες, ε­πι­στο­λές Κα­βά­φη. Η αλ­λη­λο­γρα­φία πε­ριο­ρί­ζε­ται στις συγ­γρα­φι­κές ε­να­σχο­λή­σεις τους και την ε­κα­τέ­ρω­θεν α­πο­στο­λή των πο­νη­μά­των τους, κυ­ρίως των συλ­λο­γών του Ξε­νό­που­λου και των συν­δρο­μών που ο Κα­βά­φης μπο­ρεί να ε­ξα­σφα­λί­σει γι’ αυ­τές. Όπως και στην αλ­λη­λο­γρα­φία με τον Φόρ­στε­ρ, πλη­ρο­φο­ρίες προ­σω­πι­κού χα­ρα­κτή­ρα α­που­σιά­ζουν. Ενδει­κτι­κά, ο Ξε­νό­που­λος, στην πρώ­τη ε­πι­στο­λή του, με η­με­ρο­μη­νία 23 Φεβ. 1902, δεν α­να­φέ­ρει τη γέν­νη­ση της κό­ρης του, στις 5 Φε­βρ.
Η πρώ­τη ε­πι­στο­λή Κα­βά­φη θα πρέ­πει να στάλ­θη­κε κο­ντά στην η­με­ρο­μη­νία ε­πι­στρο­φής του στην Αλε­ξάν­δρεια, η δεύ­τε­ρη προς το τέ­λος του 1901, ό­ταν αρ­χί­ζει να α­πο­γο­η­τεύε­ται με τη σιω­πή του νέ­ου του φί­λου. Σε αυ­τές ε­σω­κλείει  χει­ρό­γρα­φα ποιή­μα­τα, κα­θώς και α­ντί­τι­μο 12 φρά­γκων για 4 συν­δρο­μές της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής διη­γη­μά­των του Ξε­νό­που­λου. Στην ε­πι­στο­λή του, ο Ξε­νό­που­λος δι­καιο­λο­γεί­ται για τη σιω­πή του, δια­βε­βαιώ­νο­ντας για τον θαυ­μα­σμό του. Για το α­λη­θές του λό­γου, α­να­φέ­ρει ό­τι έ­χει ή­δη πα­ρα­δώ­σει στον Μι­χα­η­λί­δη άρ­θρο για την ποίη­σή του, που θα δη­μο­σιευ­τεί στα «Πα­να­θή­ναια». Οι δι­καιο­λο­γίες, πως κω­λυ­σιέρ­γη­σε να δώ­σει το άρ­θρο, για­τί φο­βό­ταν άρ­νη­ση του εκ­δό­τη, δεί­χνουν μάλ­λον προ­σχη­μα­τι­κές. Το γε­γο­νός ό­τι το άρ­θρο δη­μο­σιεύ­θη­κε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, στις 30 Νοε. 1903, α­φή­νει το εν­δε­χό­με­νο να μην εί­χε καν γρα­φεί. Ενδια­μέ­σως, μπο­ρεί να υ­πήρ­ξαν κι άλ­λες ε­πι­στο­λές Κα­βά­φη, ε­νώ πραγ­μα­το­ποιεί­ται το δεύ­τε­ρο τα­ξί­δι του στην Αθή­να (Αυγ.-Οκτ. 1903), και μία δεύ­τε­ρη ε­πί­σκε­ψη στην και­νού­ρια κα­τοι­κία του Ξε­νό­που­λου, που εν­δέ­χε­ται να μην ή­ταν η μο­να­δι­κή.
Αμέ­σως με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του άρ­θρου, ο Κα­βά­φης τον ευ­χα­ρι­στεί με έ­να ο­λι­γό­λο­γο δελ­τά­ριο, στο ο­ποίο α­πα­ντά ο Ξε­νό­που­λος κι αυ­τός με δελ­τά­ριο. Αμφό­τε­ρα μη σω­ζό­με­να. Σώ­ζε­ται, ό­μως, σχέ­διο α­χρο­νο­λό­γη­της ε­πι­στο­λής του Κα­βά­φη, ό­που δια­βε­βαιώ­νει τον Ξε­νό­που­λο ό­τι “του ή­ρε­σε πο­λύ” το άρ­θρο, αλ­λά “ηρ­κέ­σθην εις δυο λέ­ξεις” δια να μη τον ε­νο­χλή­σει με ε­πι­στο­λή. Αυ­τές οι ε­πι­στο­λι­κές ε­πα­φές τους κα­θρε­φτί­ζουν τις σχέ­σεις συγ­γρα­φέ­α-κρι­τι­κού. Το άρ­θρο μάλ­λον α­πο­γοή­τευ­σε τον ποιη­τή, που θα το α­νέ­με­νε, ό­πως το εί­χε προ­α­ναγ­γεί­λει ο Ξε­νό­που­λος, στο ύ­ψος των ε­γκω­μίων του. Από την πλευ­ρά του ο κρι­τι­κός, πρέ­πει να θεώ­ρη­σε ό­τι στά­θη­κε γεν­ναιό­δω­ρος και να πε­ρί­με­νε α­ντί­στοι­χες ευ­χα­ρι­στίες. Πά­ντως, ο Κα­βά­φης, εί­τε α­πό ευ­γέ­νεια εί­τε α­πό σκο­πι­μό­τη­τα, δια­τη­ρεί το φι­λι­κό κλί­μα. Αν και η φρά­ση “να σας ε­πα­να­λά­βω πό­σην χα­ράν με προ­ξε­νεί το ό­τι ε­κτι­μά­τε – το ό­τι ε­κτι­μά κρι­τι­κός ως σείς – τα ποιή­μα­τά μου”, μάλ­λον ε­νέ­χει ει­ρω­νι­κή α­πό­χρω­ση. 

Το δεύ­τε­ρο τα­ξί­δι

Οι πλη­ρο­φο­ρίες για το δεύ­τε­ρο τα­ξί­δι του Κα­βά­φη στην Αθή­να εί­ναι λι­γο­στές. Στο χρο­νο­λό­γιο του Τσίρ­κα α­να­φέ­ρε­ται ό­τι στις 22 Ιουν. 1903 ζή­τη­σε ά­δεια για τα­ξί­δι στο ε­ξω­τε­ρι­κό και του δό­θη­κε τρί­μη­νη, αρ­χό­με­νη στις 3 Αυγ. Όπως και στο πρώ­το τα­ξί­δι, έρ­χε­ται με τον α­δελ­φό του Αλέ­ξαν­δρο. Γνω­ρί­ζε­ται με τον Λά­μπρο Πορ­φύ­ρα. Συ­νά­ντη­ση για την ο­ποία δεν δί­νε­ται κα­νέ­να στοι­χείο. Ενδε­χο­μέ­νως, ο Ξε­νό­που­λος να πα­ρευ­ρι­σκό­ταν, κα­θώς στο άρ­θρο του α­να­φέ­ρει τον Πορ­φύ­ρα ως πα­ρά­δειγ­μα λο­γίου των Αθη­νών με τον ο­ποίο  συ­γκρί­νει τον Κα­βά­φη. Πά­ντως, τον Ξε­νό­που­λο “τον ε­πι­σκέ­φθη­κε πα­ρά την πε­ρι­πα­θή ε­μπλο­κή του με τον ε­λάσ­σο­να ποιη­τή, και συ­νερ­γά­τη των «Πα­να­θη­ναίων», Αλέ­ξαν­δρο Μαυ­ρου­δή”, ό­πως σχο­λιά­ζει ο Σαβ­βί­δης. Μή­πως θα ή­ταν α­κρι­βέ­στε­ρο ό­τι τον ε­πι­σκέ­φθη­κε α­κρι­βώς λό­γω του Μαυ­ρου­δή ή έ­στω, λό­γω και ε­κεί­νου; 
Ο Μαυ­ρου­δής, ως συ­νερ­γά­της των «Πα­να­θη­ναίων», πα­ρου­σιά­ζε­ται μό­λις το 1905. Ως εκ­κο­λα­πτό­με­νος, ό­μως, θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας, εί­ναι α­πό νω­ρίς μέ­λος της συ­ντρο­φιάς Ξε­νό­που­λου-Πο­λύ­βιου Δη­μη­τρα­κό­που­λου. Αργό­τε­ρα, “στα­διο­δρό­μη­σε ως ε­φή­με­ρος δρα­μα­τουρ­γός στο Πα­ρί­σι”, ό­πως α­να­φέ­ρει στο Χρο­νο­λό­γιο ο Δα­σκα­λό­που­λος. Όχι και τό­σο ε­φή­με­ρος, α­φού, ε­πί μία ει­κο­σα­ε­τία, θε­α­τρι­κά έρ­γα του πα­ρου­σιά­ζο­νταν στη σκη­νή και κά­ποια γυ­ρί­ζο­νταν ται­νίες σε δι­κό του σε­νά­ριο. Ο Ξε­νό­που­λος α­να­φέ­ρει την ε­πί­σκε­ψη του Κα­βά­φη σπί­τι του σε ε­πι­φυλ­λί­δα, που δη­μο­σιεύει μία ε­βδο­μά­δα με­τά το θά­να­τό του: “Ύστε­ρα ήλ­θε κ’ ε­κεί­νος στο σπί­τι μου, στο ί­διο σπί­τι, που ή­ξε­ρε και θυ­μό­ταν... Τι α­να­μνή­σεις, τι σπα­ραγ­μός, μα και τι ευ­τυ­χία! Έβλε­πα τον άν­θρω­πο που εί­χε ζή­σει τό­σο δυ­να­τά...” Ένα τα­ξί­δι και έ­νας έ­ρω­τας, λοι­πόν, που έ­δω­σαν α­φορ­μή για ποι­κί­λες ει­κα­σίες. Θα συμ­φω­νού­σα­με με την πα­ρα­τή­ρη­ση του Κώ­στα Ου­ρά­νη πως “ο Ξε­νό­που­λος δεν έ­ζη­σε δυ­να­τά” και ί­σως, η φρά­ση του να κρύ­βει και κά­ποιο φθό­νο.

Αφα­νείς θια­σώ­τες

Ο Ξε­νό­που­λος α­να­φέ­ρε­ται για πρώ­τη φο­ρά στον Κα­βά­φη με την ευ­και­ρία της πα­ρου­σία­σης του Ημε­ρο­λο­γίου του Σκό­κου του 1903, στο τεύ­χος της 30ης Νο­εμ. 1902 των «Πα­να­θη­ναίων». Τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει “ι­διόρ­ρυθ­μο”, “και­νό­τρο­πο” και “βα­θύ ποιη­τή”, ε­νώ το δη­μο­σιευ­μέ­νο ποίη­μα, «Το πρώ­το σκα­λί», “θαυ­μά­σιο­ν” μεν αλ­λά “μαλ­λια­ρό­ν”. Κο­ντά έ­να μή­να αρ­γό­τε­ρα, στις 25 Σεπ. 1903, δη­μο­σιεύε­ται το ποίη­μα, «Δέ­η­σις», του Κα­βά­φη στην ε­φη­με­ρί­δα του Δη­μή­τρη Κα­κλα­μά­νου «Το Νέ­ον Άστυ» και με­τά δυο μέ­ρες, α­κο­λου­θεί α­νυ­πό­γρα­φο δη­μο­σίευ­μα, με τίτ­λο «Η σπα­νία ποίη­σις». Ο Σαβ­βί­δης θεω­ρεί “την α­πό­δο­ση της πα­τρό­τη­τάς του στον Ξε­νό­που­λο εύ­λο­γη”, κα­θώς ε­κεί­νος, στην πρώ­τη ε­πι­στο­λή του, δια­τεί­νε­ται πως το άρ­θρο του ή­θε­λε αρ­χι­κά να το δη­μο­σιεύ­σει σε κά­ποια ε­φη­με­ρί­δα. Πι­στεύου­με, ω­στό­σο, ό­τι ο Ξε­νό­που­λος δεν θα το δη­μο­σίευε α­νυ­πό­γρα­φο. Ανε­πι­φύ­λα­κτα ε­γκω­μια­στι­κό αυ­τό το δη­μο­σίευ­μα, δια­φο­ρο­ποιεί­ται α­πό το γνω­στό άρ­θρο του Ξε­νό­που­λου στα «Πα­να­θή­ναια» σε ο­ρι­σμέ­νες ε­πι­μέ­ρους πα­ρα­τη­ρή­σεις: Εκεί­νος ε­γκω­μιά­ζει τον Πορ­φύ­ρα, το δη­μο­σίευ­μα τον ει­ρω­νεύε­ται – ε­κεί­νος α­πο­κα­λεί έ­μπο­ρο τον Κα­βά­φη, το δη­μο­σίευ­μα φι­λό­λο­γο – ε­κεί­νος α­πο­φεύ­γει τους υ­περ­θε­τι­κούς ε­πι­θε­τι­κούς προσ­διο­ρι­σμούς, το δη­μο­σίευ­μα χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον Κα­βά­φη “ε­ξαι­ρε­τι­κόν ποιη­τή­ν” και τα ποιή­μα­τά του “τέ­λεια”. Με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του άρ­θρου του Ξε­νό­που­λου, α­κο­λου­θεί δεύ­τε­ρο α­νυ­πό­γρα­φο ση­μείω­μα στο «Νέ­ον Άστυ», στις 6 Δεκ. 1903, α­να­φε­ρό­με­νο στο άρ­θρο, το πι­θα­νό­τε­ρο α­πό τον ί­διο συ­ντά­κτη. Πι­στεύου­με πως και τις δυο φο­ρές πρό­κει­ται για τον Κα­κλα­μά­νο, που γνώ­ρι­ζε τα ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη του­λά­χι­στον α­πό το 1896, που δη­μο­σιεύ­θη­καν δυο στο «Άστυ».
Ενίο­τε, α­κό­μη και έ­νας ε­πι­θε­τι­κός προσ­διο­ρι­σμός μπο­ρεί να εί­ναι εν­δει­κτι­κός του συγ­γρα­φι­κού ύ­φους. Ο Ξε­νό­που­λος, α­πό το πρώ­το ση­μείω­μα μέ­χρι και την πρώ­τη πα­ρου­σία­ση στη «Νέα Εστία» 28 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον Κα­βά­φη “ι­διόρ­ρυθ­μο”, και αλ­λού, ε­ναλ­λα­κτι­κά,“πε­ρίερ­γο”. Ενώ, στο δη­μο­σίευ­μα α­να­φέ­ρε­ται ως “πα­ρά­δο­ξος ποιη­τι­κή προ­σω­πι­κό­της”. Όπως και να έ­χει, ο Κα­κλα­μά­νος, μα­ζί με τους Μι­χα­η­λί­δη και Σκό­κο, εί­ναι α­πό τους πρώ­τους θια­σώ­τες του Κα­βά­φη στην Αθή­να. Ο Μι­χα­η­λί­δης, στα «Πα­να­θή­ναια», δη­μο­σιεύει ποίη­μα του Κα­βά­φη στο τεύ­χος της 31ης Αυγ. 1901, δη­λα­δή έ­να μή­να με­τά την α­να­χώ­ρη­σή του ποιη­τή α­πό την Αθή­να, δυο ποιή­μα­τα μέ­σα στο 1904 και στην τε­τρα­ε­τία, 1905-1908, έ­να ποίη­μα κα­τ’ έ­τος. Αντί­στοι­χα, στο Ημε­ρο­λό­γιο του Σκό­κου δη­μο­σιεύο­νται ποιή­μα­τά του μέ­χρι και τον τό­μο του 1907. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις έ­χου­με μία κο­ντά δε­κα­ε­τή συ­νερ­γα­σία του Κα­βά­φη (στα «Πα­να­θή­ναια» 1901-1908, Σκό­κου 1898-1907). Σε α­ντί­θε­ση, ό­μως, με τον Ξε­νό­που­λο, αυ­τοί οι τρεις δεν το δια­λά­λη­σαν και η Κα­βα­φο­λο­γία τους προ­σπέ­ρα­σε. Όπως προ­σπέ­ρα­σε και τους διευ­θυ­ντές δυο άλ­λων πε­ριο­δι­κών, που τον κα­λο­συ­σταί­νουν στις α­να­μνή­σεις τους α­πό την Αί­γυ­πτο. Το 1894 ο Φρα­γκί­σκος Πρί­ντε­ζης, το 1896, ο Γεώρ­γιος Τσο­κό­που­λος.     

Βι­βλιο­γρα­φι­κά

Στο  Γε­νι­κό Ευ­ρε­τή­ριο της Βι­βλιο­γρα­φίας Κα­βά­φη, το ό­νο­μα του Ξε­νό­που­λου, α­πό το 1902 μέ­χρι τον θά­να­τό του, 24 Ιαν. 1951, α­να­φέ­ρε­ται σε 32 λήμ­μα­τα. Αν ε­πε­κτα­θού­με μέ­χρι και το ε­πε­τεια­κό 1953, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νου­με τέσ­σε­ρις α­να­δρο­μι­κές α­να­φο­ρές (το άρ­θρο του Δη­μα­ρά, «Ο τε­χνι­κός της κρι­τι­κής», στο με­τα­θα­νά­τιο α­φιέ­ρω­μα της «Νέ­ας Εστίας» στον Ξε­νό­που­λο, Χρι­στού­γεν­να 1951, ε­πι­στο­λή του Ξε­νό­που­λου προς την Κα­τί­να Πα­πά με η­με­ρο­μη­νία 12/5/1922, α­να­δη­μο­σίευ­ση του πρώ­του άρ­θρου του στο α­φιέ­ρω­μα της «Νέ­ας Εστίας» του 1953 και έ­να δη­μο­σίευ­μα, που αμ­φι­σβη­τεί τα πρω­τεία του στην α­να­κά­λυ­ψη του Κα­βά­φη). Τα λήμ­μα­τα φτά­νουν τα 36. Σε 24 α­πό αυ­τά, ο Ξε­νό­που­λος εί­ναι ο συγ­γρα­φέ­ας, ε­νώ στα υ­πό­λοι­πα μνη­μο­νεύε­ται.
Θα προ­σθέ­τα­με μία νε­κρο­λο­γία του Κα­βά­φη α­πό τον Ξε­νό­που­λο, στη «Διά­πλα­ση των παί­δων», που υ­πο­δει­κνύει ο Σαβ­βί­δης, αλ­λά πα­ρα­μέ­νει α­βι­βλιο­γρά­φη­τη. Ακό­μη, 12 α­νυ­πό­γρα­φα κεί­με­να στη «Νέα Εστία» (το ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα στο πρώ­το ποίη­μα Κα­βά­φη, που δη­μο­σιεύε­ται στις 1/1/1930, και  11 ση­μειώ­μα­τα της στή­λης «Πε­ριο­δι­κά και ε­φη­με­ρί­δες» κα­τά την πρώ­τη πε­ρίο­δο, με διευ­θυ­ντή τον Ξε­νό­που­λο, στα ο­ποία α­να­φέ­ρε­ται ο Κα­βά­φης και οι σύγ­χρο­νοί τους τα α­πέ­δι­δαν στον Ξε­νό­που­λο). Συ­νο­λι­κά, 37 εί­ναι του Ξε­νό­που­λου. Αριθ­μός που, σε συν­δυα­σμό με την χρο­νο­λο­γι­κή κα­τα­νο­μή τους, δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση διαρ­κούς ε­να­σχό­λη­σης με τον Κα­βά­φη. Εν μέ­ρει, αυ­τό α­λη­θεύει. Το άρ­θρο του 1903 τον ε­μπλέ­κει στην υ­πό­θε­ση Κα­βά­φη, ι­δίως στις ε­πι­θέ­σεις ε­να­ντίον του. Εί­ναι εν­δει­κτι­κό ό­τι ε­πτά κεί­με­να (α­πό το 1906 έως το 1944) συ­νι­στούν α­πα­ντή­σεις σε δη­μο­σιεύ­μα­τα ε­χθρι­κά ή και α­πλώς αυ­στη­ρά για τον Κα­βά­φη, στις ο­ποίες ε­κεί­νος υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται τον Κα­βά­φη ή και ε­αυ­τόν, ό­που α­να­φέ­ρε­ται. 
Με­τά το πρώ­το άρ­θρο του Ξε­νό­που­λου, την ε­πο­μέ­νη του ε­γκω­μια­στι­κού ση­μειώ­μα­τος στο «Νέ­ον Άστυ», δη­μο­σιεύ­εται το πρώ­το πε­ρι­γε­λα­στι­κό σχό­λιο για την ποίη­ση του Κα­βά­φη στο πε­ριο­δι­κό «Ο Νου­μάς». Ένα τε­τρά­στι­χο του εκ­δό­τη Δ. Τα­γκό­που­λου: “Θαυ­μά­ζει ο Ξερ­νό­που­λος / τον Κώ­στα τον Κα­βά­φη / για­τί έ­να ποίη­μα / τον κά­θε χρό­νο γρά­φει”. Το θυ­μά­ται ο Ξε­νό­που­λος 40 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, α­πα­ντώ­ντας σε δη­μο­σίευ­μα του Γ. Ι. Φου­σά­ρα. Μέ­σα στην ε­πό­με­νη τριε­τία, με­τρού­με δυο πα­ρό­μοια σχό­λια, με έ­ναυ­σμα ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη στα «Πα­να­θή­ναια»: Στις 15/8/1904 δη­μο­σιεύ­εται το «Φω­νές», στις 17/8/1904, στην ε­φη­με­ρί­δα του Γεωρ­γίου Πωπ «Αθή­ναι» υπάρχει α­νώ­νυ­μο σχό­λιο, ε­στια­σμέ­νο στη γλώσ­σα, “Τό­σον μαλ­λια­ρή πλέ­ον, ώ­στε και να μη κτε­νί­ζε­ται καν εις ο­μοιο­κα­τα­λη­ξίας και μέ­τρο­ν”. Στις 15/6/1906, το «Bα­σι­λεύς Δη­μή­τριος», στις 24/9/1906, ψευ­δώ­νυ­μο κο­ροϊδευ­τι­κό σχό­λιο στο «Νου­μά», στο ο­ποίο σπεύ­δει να α­πα­ντή­σει, υ­πό μορ­φή ε­πι­στο­λής, ο Ξε­νό­που­λος, κα­θό­σον α­να­φέ­ρε­ται ο­νο­μα­στι­κά ως ε­κεί­νος που α­να­κή­ρυ­ξε τον Κα­βά­φη “βαρ­βά­το ποιη­τή”. Ο Σαβ­βί­δης χα­ρα­κτη­ρί­ζει την α­πά­ντη­ση μει­λί­χια, ε­πι­κα­λού­με­νος ε­παι­νε­τι­κό σχό­λιο του Δη­μα­ρά για τον Ξε­νό­που­λο, ό­τι “μας δι­δά­σκει πως να λέ­με το σω­στό χω­ρίς να γι­νό­μα­στε χυ­δαίοι”. Η α­πά­ντη­ση δεί­χνει πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν α­να­δί­πλω­ση. Αρχι­κά, συ­μπλέει με τους χλευα­στές, ε­πα­να­λαμ­βά­νο­ντας στη συ­νέ­χεια το ε­πι­χεί­ρη­μα του άρ­θρου του, ό­τι ο Κα­βά­φης έ­χει γρά­ψει πέ­ντε-έ­ξη ποιή­μα­τα “με­γά­λα”, με κο­ρυ­φαίο, τα «Τεί­χη». 
Αραιό­τε­ρα, ό­πο­τε δί­νε­ται α­φορ­μή α­πό δη­μο­σίευ­μα ή βι­βλίο, ε­πα­νέρ­χε­ται. Τη συ­νε­χή α­νά­μι­ξή του στην υ­πό­θε­ση Κα­βά­φη δεί­χνουν και άλ­λες ε­νέρ­γειες, ό­πως η υ­πο­γρα­φή του σε δια­μαρ­τυ­ρία δια­νοου­μέ­νων (11/4/1924), αλ­λά και τρεις συ­νε­ντεύ­ξεις του (σε έ­ρευ­να για τον Κα­βά­φη του Μ. Βαϊά­νου 21/5/1924, στο πε­ριο­δι­κό «Πα­ναι­γύ­πτια» 29/2/1936, στην Τε­ρέ­ντσιο 1/5/1949), που έ­χουν κύ­ριο θέ­μα τον Κα­βά­φη. Ενδει­κτι­κή εί­ναι και  η κα­βα­φι­κή σχο­λιο­γρα­φία στο πε­ριο­δι­κό του. Με ε­ξαί­ρε­ση έ­να ει­ρω­νι­κό σχό­λιο γε­νι­κώς για τους λο­γίους της Αλε­ξάν­δρειας, ό­που οι βο­λές πιά­νουν και τον Κα­βά­φη, τα υ­πό­λοι­πα τάσ­σο­νται στο πλευ­ρό ό­σων τον θαυ­μά­ζουν, στρε­φό­με­να κα­τά υ­βρι­στών του, ό­πως ο Τα­γκό­που­λος, ή και διορ­θώ­νο­ντας αυ­στη­ρές κρι­τι­κές για ε­πι­μέ­ρους ποιή­μα­τα ό­πως του Μα­λά­νου. 
Ο Ξε­νό­που­λος δεν δη­λώ­νει μό­νο λο­γο­τε­χνι­κό εν­δια­φέ­ρον. Προ­βάλ­λει την προ­σω­πι­κή τους σχέ­ση, με κεί­με­να συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­να, ό­πως ε­κεί­νο για το τε­λευ­ταίο τα­ξί­δι του Κα­βά­φη στην Αθή­να και οι τρεις νε­κρο­λο­γίες. Ενδει­κτι­κή σχε­τι­κά εί­ναι και η ε­πι­στο­λή στην φί­λη του Κα­τί­να Πα­πά. Όσο για τα κεί­με­να του κρι­τι­κού Ξε­νό­που­λου, κα­τα­λαμ­βά­νουν 11 λήμ­μα­τα: Το πρώ­το σχό­λιο του 1902, δυο γε­νι­κό­λο­γες α­να­φο­ρές πε­ρί νε­ο­ελ­λη­νι­κής ποίη­σης και α­λε­ξαν­δρι­νής λο­γο­τε­χνίας, το ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα για το πρώ­το ποίη­μα Κα­βά­φη στη «Νέα Εστία», υ­πο­γε­γραμ­μέ­νο α­πό την σύ­ντα­ξη του πε­ριο­δι­κού, και ε­πτά λήμ­μα­τα, που α­ντι­στοι­χούν σε τρία κεί­με­να. Αυ­τά εί­ναι το πρώ­το άρ­θρο και δυο ο­μι­λίες, με τις α­να­δη­μο­σιεύ­σεις τους (τρεις φο­ρές δη­μο­σιεύ­τη­κε το πρώ­το άρ­θρο, 1903, 1933 και 1953 στα α­ντί­στοι­χα α­φιε­ρώ­μα­τα της «Νέ­ας Εστίας», ά­παξ η δεύ­τε­ρη ο­μι­λία και τρις η τρί­τη). Το ει­δο­λο­γι­κό φά­σμα των κει­μέ­νων συ­μπλη­ρώ­νε­ται με μία α­φιέ­ρω­ση διη­γή­μα­τος του Ξε­νό­που­λου στον Κα­βά­φη.

Λαν­θά­νον Ιω­βη­λαίο

Θυ­μί­ζου­με πως η πρώ­τη ο­μι­λία προο­ρι­ζό­ταν για τι­μη­τι­κή εκ­δή­λω­ση στην Αλε­ξάν­δρεια, το “Ιω­βη­λαίο” του κα­τά τον Ξε­νό­που­λο, πι­θα­νώς Απρ. 1923. Λαν­θά­νει στα Χρο­νο­λό­για. Ίσως την μα­ταίω­σε ο θά­να­τος του α­δελ­φού του, Τζων,  στις 9 Φε­βρ. 1923. Πα­ρό­τι ο Ξε­νό­που­λος εί­χε προ­σκλη­θεί α­πό την ορ­γα­νω­τι­κή ε­πι­τρο­πή, δεν σκό­πευε να πα­ρευ­ρε­θεί. Έστει­λε το κεί­με­νο της ο­μι­λίας του, που δη­μο­σιεύ­θη­κε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα στο πε­ριο­δι­κό του Βαϊά­νου «Νέα Τέ­χνη». Φόρ­τος ερ­γα­σίας ή συ­ντη­ρη­τι­κή στά­ση; Ενώ, η δεύ­τε­ρη, με τίτ­λο, «Το αν­θρώ­πι­νο στην ποίη­ση του Κα­βά­φη», πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε στο Ελλη­νι­κό Ωδείο στις 29/11/1933, ε­πα­να­λή­φθη­κε με αλ­λα­γές στις 30/4/1940 στο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης και στις 8/6/1943 στο Θέ­α­τρο Κυ­βέ­λη. Δη­μο­σιεύ­θη­καν τα κεί­με­να της πρώ­της και της τρί­της μορ­φής,  για την εν­διά­με­ση υ­πάρ­χουν α­να­φο­ρές στον Τύ­πο.   
Ο Ξε­νό­που­λος, στην πρώ­τη συ­να­γω­γή κρι­τι­κών κει­μέ­νων του, το 1923, δεν πε­ρι­λαμ­βά­νει το άρ­θρο του 1903. Στην δεύ­τε­ρη, το 1937, πε­ρι­λαμ­βά­νει το πρώ­το και ε­κεί­νο της δεύ­τε­ρης ο­μι­λίας. Και πράγ­μα­τι, το κεί­με­νο της πρώ­της ο­μι­λίας δεν συ­νι­στά κρι­τι­κή α­πο­τί­μη­ση. Μνη­μο­νεύει το πρώ­το άρ­θρο του, ε­ξο­μο­λο­γού­με­νος τους αλ­λο­τι­νούς φό­βους του για το πώς θα α­ντι­δρού­σε ο κύ­κλος του πε­ριο­δι­κού, οι α­να­γνώ­στες, α­κό­μη και ο ί­διος ο ποιη­τής, αλ­λά και για το κα­τά πό­σο ο χρό­νος θα δι­καίω­νε την κρί­ση του. Αυ­τή η πε­ρι­πό­θη­τη δι­καίω­ση ήρ­θε, ό­πως α­να­φέ­ρει, σε μία γιορ­τή προς τι­μή του Κα­βά­φη, που έ­γι­νε προ δυο χρό­νων στην Αθή­να. Τον δι­καίω­σαν ό­σα εί­πε ο ο­μι­λη­τής αλ­λά κυ­ρίως η α­ντί­δρα­ση του νε­α­ρού α­κρο­α­τη­ρίου. Δεν ο­νο­μα­τί­ζει τον ο­μι­λη­τή, μό­νο τον πε­ρι­γρά­φει: “Νέ­ος λο­γο­τέ­χνης, α­πό τους κα­λύ­τε­ρους, τους κρι­τι­κώ­τε­ρους της γε­νεάς του, – α­γέν­νη­τος ί­σως ό­ταν πρω­τό­γρα­φα ε­γώ στα «Πα­να­θή­ναια»”. Αγέν­νη­τος ό­χι, αλ­λά μό­λις τε­τρα­ε­τής. Πρό­κει­ται για τον Τέλ­λο Άγρα και την διά­λε­ξή του στο Ελλη­νι­κό Ωδείο στις 30 Μαρ. 1921. Συ­μπλη­ρώ­νει την ει­κό­να με την α­παγ­γε­λία ποιη­μά­των: “Δί­πλα του, μια νέα κο­πέ­λα, αι­σθα­ντι­κή, φι­λο­λο­γι­κά μορ­φω­μέ­νη και γυ­μνα­σμέ­νη στη θε­α­τρι­κή τέ­χνη, τ’ α­πάγ­γει­λε θαυ­μά­σια.” Εί­ναι η Μπα­τι­στά­του του θιά­σου του Βα­σι­λι­κού Θεά­τρου. Σε κρε­σέ­ντο η κα­τα­κλεί­δα: “Α, τι χα­ρά που μπο­ρώ τώ­ρα να φω­νά­ζω ως τ’ α­στέ­ρια την α­γά­πη μου και τον θαυ­μα­σμό μου για τον Κα­βά­φη!” 
Το α­ξιο­πε­ρίερ­γο για τους δύο αυ­τούς κρι­τι­κούς της κα­βα­φι­κής ποίη­σης εί­ναι το ε­ξής: Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, στο κα­βα­φι­κό πε­ριο­δι­κό «Αλε­ξαν­δρι­νή Τέ­χνη» (1926 - 1931), ε­νώ ο Ξε­νό­που­λος α­που­σιά­ζει ως συ­νερ­γά­της, ο Άγρας, α­ντι­στρό­φως,  συ­να­ντά­ται α­νά­με­σα στους τα­κτι­κούς συ­νερ­γά­τες.  Η α­πά­ντη­ση στο για­τί ο Ξε­νό­που­λος ε­ξαι­ρεί­ται, μέ­νει με­τέω­ρη.
Συ­νέ­χεια και τέ­λος την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/6/2014.

Ιστορίες της Θεσσαλονίκης

Γιώρ­γος Γκό­ζης
«Αφή­στε με να ο­λο­κλη­ρώ­σω»
Εκδό­σεις Πό­λις
Μάρ­τιος 2014

Ακρι­βώς πριν δώ­δε­κα χρό­νια, Μάρ­τιο 2002, μία τριά­δα κρι­τι­κών χαι­ρέ­τι­ζε την πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του Θεσ­σα­λο­νι­κιού Γιώρ­γου Γκό­ζη, που μό­λις εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει. Επρό­κει­το για την α­φρό­κρε­μα της κρι­τι­κής, ό­χι λό­γω των προ­σώ­πων, για τα ο­ποία ο κα­θέ­νας μπο­ρεί να έ­χει τη δι­κή του ά­πο­ψη, αλ­λά με βά­ση τις έ­γκρι­τες ε­φη­με­ρί­δες, στις ο­ποίες τό­τε δη­μο­σιεύο­νταν τα κεί­με­νά τους. Δεν ή­ταν μία α­πλώς ευ­με­νής υ­πο­δο­χή. Συ­νι­στού­σε ο­μό­φω­νη ε­πι­δο­κι­μα­σία, η ο­ποία συ­νε­χί­στη­κε με άλ­λες κρι­τι­κές που α­κο­λού­θη­σαν. Επρό­κει­το για ο­μο­βρο­ντία ε­παί­νων, που έ­θε­τε υ­ψη­λές     α­παι­τή­σεις για το ε­πό­με­νο βι­βλίο του. Τώ­ρα, κα­τά πό­σο το α­νέ­βα­σμα του πή­χη των προσ­δο­κιών συ­νέ­τει­νε στην κα­θυ­στέ­ρη­ση της δεύ­τε­ρης εμ­φά­νι­σης του εν λό­γω πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου, μέ­νει ζη­τού­με­νο. 
Υπάρ­χουν πε­ρι­πτώ­σεις που η κα­λή υ­πο­δο­χή ο­δή­γη­σε σε κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη ε­πα­νεμ­φά­νι­ση ή, α­κό­μη, και σε σιω­πή. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση του Γιάν­νη Πα­τσώ­νη, που ε­ξέ­δω­σε στην ί­δια η­λι­κία με τον Γκό­ζη, αλ­λά εί­κο­σι χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, το 1982 και με­τά το 1984, δυο ο­λι­γο­σέ­λι­δες συλ­λο­γές και α­πό τό­τε σιώ­πη­σε. Χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι στα­μά­τη­σε το πά­λε­μα με τη γρα­φή. Θεσ­σα­λο­νι­κιός κι ε­κεί­νος. Γε­νι­κό­τε­ρα, πα­ρό­μοιες συγ­γρα­φι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές α­πα­ντώ­νται σε ευαί­σθη­τους Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τες. Σε α­ντί­θε­ση με τους Αθη­ναίους, που, ό­ταν τύ­χουν θερ­μής υ­πο­δο­χής, α­ντι­δρούν  “υ­γιώς”, εκ­δί­δο­ντας, στη συ­νέ­χεια, με στα­θε­ρή τα­κτι­κό­τη­τα. Μπο­ρεί να υ­πο­χω­ρούν ποιο­τι­κώς, αλ­λά εγ­γρά­φο­νται στους ε­παγ­γελ­μα­τίες συγ­γρα­φείς. Αν δια­θέ­τουν, ε­πι­προ­σθέ­τως, τις πλά­τες ε­νός δρα­στή­ριου εκ­δό­τη, γί­νο­νται μό­νι­μοι τρό­φι­μοι των ΜΜΕ. Αρχι­κά των πο­λι­τι­στι­κών σε­λί­δων και εκ­πο­μπών, αρ­γό­τε­ρα και με βά­ση τους ρυθ­μούς που αυ­ξά­νε­ται η α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τά τους, κοι­νώς η φα­σα­ρία που κά­νουν γύ­ρω α­πό το πρό­σω­πό τους, βγαί­νουν και στα τη­λε­πα­ρά­θυ­ρα. 
Ο τίτ­λος του πρώ­του βι­βλίου του Γκό­ζη, «Ο νυ­χτε­ρι­νός στο βά­θος», κρυ­πτι­κός στην πο­λυ­ση­μία του, προ­σι­διά­ζει σε ε­κεί­νη τη συλ­λο­γή των έ­ντε­κα διη­γη­μά­των. Εί­ναι έ­νας τίτ­λος τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κός α­πό τον πρό­σφα­το. Δι­καιο­λο­γη­μέ­να, άλ­λω­στε, α­φού το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του εί­ναι ε­ντε­λώς άλ­λης σύλ­λη­ψης. Ου­δό­λως κρυ­πτι­κός ο νέ­ος τίτ­λος, κα­θώς πρό­κει­ται για την α­γα­να­κτι­σμέ­νη κραυ­γή των προ­σκε­κλη­μέ­νων στις πά­σης φύ­σεως τη­λε­ο­πτι­κές εκ­πο­μπές, που α­ντη­χεί στα αυ­τιά ό­λων μας. Ιδιαί­τε­ρα στις εκ­πο­μπές πο­λι­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου, στις ο­ποίες χρω­μα­τί­ζε­ται με υ­στε­ρι­κούς τό­νους, κα­θί­στα­ται, για τον μη ε­θι­σμέ­νο τη­λε­θε­α­τή, σχε­δόν ε­φιαλ­τι­κή. Με αυ­τόν τον εμ­φα­τι­κό τίτ­λο, ε­πι­λέ­γει ο Γκό­ζης να δη­λώ­σει την αλ­λα­γή συγ­γρα­φι­κής πλεύ­σης, που θα πρέ­πει  να α­πη­χεί και αλ­λα­γή ρό­τας στην προ­σω­πι­κή του ζωή. Σύμ­φω­να με τα βιο­γρα­φι­κά στο “αυ­τά­κι” των δυο βι­βλίων του, α­φού ο­λο­κλή­ρω­σε, με­τα­πτυ­χια­κού συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου, σπου­δές Θε­ο­λο­γίας, βρή­κε δου­λειά σε ναυ­τι­λια­κό γρα­φείο. Ίσως, βοή­θη­σε η κα­το­χή τριών ξέ­νων γλωσ­σών, που α­να­φέ­ρε­ται στο πρώ­το βιο­γρα­φι­κό. Οπό­τε, πι­θα­νώς, και λό­γω γλωσ­σο­μά­θειας, α­πω­λέ­σα­με έ­ναν δυ­νά­μει ε­πί­λε­κτο διη­γη­μα­το­γρά­φο και κερ­δί­σα­με έ­ναν καυ­στι­κό και χυ­μώ­δη πε­ζο­γρά­φο. Η δια­φο­ρε­τι­κή, πά­ντως, θυ­μι­κή διά­θε­ση, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει το πρό­σφα­το βι­βλίο, θα πρέ­πει να α­πο­δο­θεί στη γε­νι­κό­τε­ρη μό­λυν­ση της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης, στην ο­ποία ο συγ­γρα­φέ­ας μέ­νει σή­με­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο έκ­θε­τος λό­γω των ε­παγ­γελ­μα­τι­κών του α­πα­σχο­λή­σεων. Ο και­νού­ριος Γκό­ζης φαί­νε­ται πως α­δυ­να­τεί “να λύ­σει τους κά­βους” και να α­νοι­χθεί στην υ­πε­ραι­σθη­τή “ρά­δα”, γρά­φο­ντας έ­να διή­γη­μα ό­πως το υ­πο­βλη­τι­κό «Κα­τά­φω­τη η Σύ­να­ξις», δη­μο­σιευ­μέ­νο το 2000, ό­ταν α­κό­μη, του­λά­χι­στον η Θεσ­σα­λο­νί­κη, διέ­σω­ζε την ψυ­χή της.  
Ου­σια­στι­κά, ο τίτ­λος του βι­βλίου α­πο­τε­λεί τον τίτ­λο του  κει­μέ­νου στο ο­πι­σθό­φυλ­λο, που έ­χει ως θέ­μα τα τη­λε­πα­ρά­θυ­ρα και την α­κα­τά­σχε­τη πο­λυ­λο­γία των προ­σκε­κλη­μέ­νων. Το λε­κτι­κό μα­στί­γω­μα, που τους ε­πι­φυ­λάσ­σει ο συγ­γρα­φέ­ας, προ­ε­τοι­μά­ζει για τη στρο­φή του στη σά­τι­ρα. Ο Γκό­ζης, με έ­να παι­χνί­δι­σμα αυ­το­σαρ­κα­σμού στο τέ­λος του εν λό­γω κει­μέ­νου, ζη­τά εμ­μέ­σως την α­νο­χή μας για το βι­βλίο που τε­λι­κά ο­λο­κλή­ρω­σε. Όχι, ό­μως, με δέ­κα ε­τών κα­θυ­στέ­ρη­ση, ό­πως α­να­φέ­ρει, αλ­λά με δώ­δε­κα. Εκτός κι αν α­παι­τού­νται δυο χρό­νια για την κά­θο­δο ε­νός Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τη συγ­γρα­φέα στην α­θη­ναϊκή εκ­δο­τι­κή πα­λαί­στρα. Όπως και να έ­χει, πρό­κει­ται για μία συλ­λο­γή δέ­κα ο­κτώ ι­στο­ριών, χω­ρίς α­να­φο­ρά κα­μίας προ­δη­μο­σίευ­σης. Ενώ, στο πρώ­το βι­βλίο, τα εν­νέα α­πό τα έ­ντε­κα διη­γή­μα­τα εί­χαν δη­μο­σιευ­θεί μέ­σα σε μια τε­τρα­ε­τία πριν την έκ­δο­σή του. Συν τη βρά­βευ­ση ε­νός α­πό αυ­τά σε δια­γω­νι­σμό διη­γή­μα­τος του 2001, ό­που, σε α­ντί­θε­ση με τους ση­με­ρι­νούς, η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή, του­λά­χι­στον ο­ρι­σμέ­να α­πό τα μέ­λη της, διέ­θε­τε αι­σθη­τι­κό κρι­τή­ριο. Άρα, η δη­κτι­κή δια­κω­μώ­δη­ση των δη­μό­σιων η­θών, που, σε κά­ποιες α­πό τις και­νού­ριες ι­στο­ρίες, μορ­φο­ποιεί­ται σε ορ­γί­λη σά­τι­ρα, για την ο­ποία ε­λά­χι­στα προϊδέ­α­ζε η υ­πο­νο­μευ­τι­κή ει­ρω­νεία σε ο­ρι­σμέ­να α­πό τα πα­λαιό­τε­ρα διη­γή­μα­τα, καλ­λιερ­γή­θη­κε, χω­ρίς έ­ξω­θεν εν­θάρ­ρυν­ση, κα­τά μό­νας.  
Από μία ά­πο­ψη, ο σα­τι­ρι­στής εί­ναι έ­νας α­νε­πι­θύ­μη­τος έως και α­πο­συ­νά­γω­γος, α­φού καυ­τη­ριά­ζει τρέ­χου­σες συ­μπε­ρι­φο­ρές. Πα­ρο­μοίως, ο νο­σταλ­γός πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών συ­χνά κη­ρύσ­σε­ται α­πό­βλη­τος ως πα­ρω­χη­μέ­νος. Ο Γκό­ζης πε­ρι­σώ­ζε­ται, ι­δίως ό­ταν ε­πα­να­φέ­ρει μνή­μες της ε­φη­βείας με σκω­πτι­κό τό­νο. Αντι­θέ­τως, ό­ταν εν­δί­δει στη νο­σταλ­γι­κή ε­ντρύ­φη­ση, οι ι­στο­ρίες του βου­λιά­ζουν στο συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό. Ακό­μη και ι­στο­ρίες, που έ­γι­νε προ­σπά­θεια να α­να­δει­χθούν με μορ­φι­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις, ό­πως η ε­πι­στο­λι­κή «...και δε με λες, σ’ α­ρέ­σει ο που­ρές;» ή η πα­ρα­μυ­θι­κής υ­φής, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο της, «Πα­ρα­μύ­θι για έ­να Αγό­ρι».
Αυ­τή η δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία θα πρέ­πει, κα­τά τις εν­δεί­ξεις, να έ­δω­σε την ι­δέα του ε­ξω­φύλ­λου. Ευ­ρη­μα­τι­κό ό­σο και ε­ντυ­πω­σια­κό, α­φού πρό­κει­ται για λε­πτο­μέ­ρεια φω­το­γρα­φίας του Γερ­μα­νού Άλφρε­ντ Αϊζεν­στά­ντ, που πο­λι­το­γρα­φή­θη­κε Αμε­ρι­κα­νός τις πα­ρα­μο­νές του τε­λευ­ταίου Πο­λέ­μου και στά­θη­κε ο δια­ση­μό­τε­ρος φω­το­γρά­φος του πε­ριο­δι­κού «Λάιφ». Κο­ντά ε­κα­τό χρό­νια έ­ζη­σε ο Αϊζεν­στά­ντ, την α­θα­να­σία ό­μως την κέρ­δι­σε με έ­να κλι­κ, ε­κεί­νο που α­πα­θα­νά­τι­σε τον εν­θου­σια­σμό για τη λή­ξη του Πο­λέ­μου με το φι­λί ε­νός ναύ­τη σε ά­γνω­στή του νο­σο­κό­μα, α­νά­με­σα στο πλή­θος, στο Τάι­μς Σκουέρ της Νέ­ας Υόρ­κης. Με βά­ση το ό­νο­μα του φω­το­γρά­φου, χω­ρίς ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κή λε­ζά­ντα, η ε­πι­λο­γή της φω­το­γρα­φίας χρεώ­νε­ται στην τα­λα­ντού­χο μα­κε­τί­στρια Μα­ρία Τσου­μα­χί­δου. Με βά­ση, ό­μως, το θέ­μα, δεί­χνει τον συγ­γρα­φέα. Τα παι­διά με τα γε­μά­τα α­γω­νία, ί­σως και τρό­μο, μά­τια, που κοι­τά­ζουν με­τω­πι­κά τον φα­κό, πα­ρα­κο­λου­θούν, σε μία υ­παί­θρια πα­ρά­στα­ση, τον Άι-Γιώρ­γη να σκο­τώ­νει τον Δρά­κο. Όχι στη Θεσ­σα­λο­νί­κη αλ­λά στο Πα­ρί­σι, πριν πε­νή­ντα χρό­νια.      
Ανη­λεής δεί­χνε­ται ο σα­τι­ρι­κός λό­γος, ό­ταν ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται, ό­πως το κεί­με­νο του ο­πι­σθό­φυλ­λου, σε τύ­πους και κα­τα­στά­σεις πα­νελ­λη­νίως σή­με­ρα α­να­γνω­ρί­σι­μους. Λ.χ., στο διή­γη­μα, με τον εύ­στο­χο τίτ­λο, «Θε­ρά­πων υ­πουρ­γός», κα­τά το “θε­ρά­πων ια­τρός”, προ­βάλ­λε­ται έ­να πρό­τυ­πο υ­πουρ­γού, που προ­κύ­πτει α­πό τον δια­παι­δα­γω­γη­μέ­νο ως κομ­μα­τι­κό θε­ρά­πο­ντα, ε­νώ στο διή­γη­μα «Το Πλοίο της Αγά­πης», ό­πως α­πο­κα­λούν οι φα­ντά­ροι, προ­σπα­θώ­ντας να δια­τη­ρή­σουν το χιού­μορ τους, “το σκου­πι­διά­ρι­κο στο στρα­τό”, η σά­τι­ρα βρί­σκει πρό­σφο­ρο στό­χο στην ε­λεει­νή κα­τά­στα­ση, που ε­πι­κρα­τεί στο στρα­τό­πε­δο. Ασχέ­τως αν ο λό­γος, ε­πι­διώ­κο­ντας να γί­νει καυ­στι­κός, εκ­πί­πτει στον ω­μό ρε­α­λι­σμό, ε­ξαν­τλώ­ντας την πε­ρι­γρα­φι­κή του δει­νό­τη­τα στην λε­πτο­με­ρή α­πό­δο­ση α­η­δια­στι­κών σκη­νών. Και πά­λι, ό­μως, α­φη­γη­μα­τι­κά το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι πιο ι­κα­νο­ποιη­τι­κό α­πό την ελ­λο­χεύου­σα πα­ρεκ­τρο­πή μίας δι­δα­κτι­κής τά­σης, που δεν α­πο­φεύ­γε­ται στη σκια­γρά­φη­ση ε­νός άλ­λου εί­δους αν­θρώ­που, που βγαί­νει στα τη­λε­πα­ρά­θυ­ρα. Του “αυ­τό­πτη” μάρ­τυ­ρα, στο ο­μό­τιτ­λο διή­γη­μα. Όχι του συ­μπτω­μα­τι­κά αυ­τό­πτη, αλ­λά του συ­στη­μα­τι­κού, που λα­χτα­ρά­ει την τη­λε­ο­πτι­κή δη­μο­σιό­τη­τα. Αυ­τός εί­ναι ι­κα­νός πολ­λές φο­ρές να πε­ρι­γρά­φει “και ό,τι δεν συμ­βαί­νει” ή αν στα­θεί τυ­χε­ρός και έ­χει συμ­βεί, να το διο­γκώ­νει, ώ­στε να κρι­θεί ά­ξιο για πε­ρισ­σό­τε­ρο τη­λε­ο­πτι­κό χρό­νο, ά­ρα και με­γα­λύ­τε­ρη δι­κή του δη­μό­σια έκ­θε­ση.
Εκτός α­πό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς τύ­πους, σε ο­ρι­σμέ­νες ι­στο­ρίες, στο στό­χα­στρο βρί­σκο­νται κά­ποιες κα­τα­στά­σεις, που, κα­τά μία ο­πτι­κή, αγ­γί­ζουν τα ό­ρια της νο­ση­ρό­τη­τας. Ο α­φη­γη­τής πα­ρι­στά­νει ό­τι ε­ξυ­μνεί τις συ­γκε­κρι­μέ­νες συν­θή­κες, ε­νώ, με τις υ­περ­βάλ­λου­σες λε­κτι­κές δια­τυ­πώ­σεις, που ε­πι­στρα­τεύει, το­νί­ζει τη γε­λοιό­τη­τα των προ­σώ­πων. Δυο ι­στο­ρίες με κω­μι­κά ευ­ρή­μα­τα α­φο­ρούν πε­ρι­στά­σεις, που έ­χουν σχε­τι­κά πρό­σφα­τα προ­κύ­ψει ως α­πό­το­κα της ψη­φια­κής τε­χνο­λο­γίας. Το «Τη­λε­κη­δείες live» και κυ­ρίως, το «Ακη­δία.com» δια­θέ­τουν την οι­κο­νο­μία του διη­γή­μα­τος και δια­σκε­δα­στι­κές α­τά­κες. Κά­τι που δεν ι­σχύει για δυο άλ­λα διη­γή­μα­τα, που κα­τα­πιά­νο­νται με το ε­πί­σης και­νο­φα­νές θέ­μα δι­δα­σκα­λίας της συγ­γρα­φι­κής τέ­χνης. Τα μα­θή­μα­τα δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής εί­ναι τό­σο της μό­δας, α­πό τό­τε που τα ει­σα­γά­γα­με, που α­πο­τε­λούν τα­μπού για τη σά­τι­ρα. Πό­σω μάλ­λον α­πό νεό­τε­ρο συγ­γρα­φέα. Ο Γκό­ζης το α­πο­τολ­μά στο «Ασκή­σεις Δη­μιουρ­γι­κής Αντί-Γρα­φής», αλ­λά αρ­κεί­ται σε μία ξε­δο­ντια­σμέ­νη πα­ρω­δία. Ενώ το «Συ­ντα­γή μα­γει­ρι­κής: Διη­γή­μα­τα ρο­λά­κι» τρα­βά­ει εις μά­κρος με ά­σφαι­ρα πυ­ρά και λο­γο­παί­γνια. Κι ό­μως, σε τέ­τοια θέ­μα­τα, που α­παι­τούν πνευ­μα­τώ­δη α­νά­πτυ­ξη, δο­κι­μά­ζε­ται ο σα­τι­ρι­στής και ό­χι στους εύ­κο­λους στό­χους, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, ο Έλλη­νας σύ­ζυ­γος που ε­ζή­λω­σε τις ε­πι­δό­σεις του Τούρ­κου “πη­δη­χτα­ρά” και υ­πο­βλή­θη­κε σε «Απο­κο­πή χα­λι­νού».    
Ως το μο­να­δι­κό, ί­σως, στα­θε­ρό ση­μείο στις μυ­θο­πλα­σίες του, τις πα­λαιές και τις πρό­σφα­τες, προ­βάλ­λει η Θεσ­σα­λο­νί­κη. Εί­ναι η ό­ψη της πό­λης α­πό την ο­πτι­κή γω­νία ε­νός που άρ­χι­σε να την περ­πα­τά­ει αρ­χές δε­κα­ε­τίας του ’80. Στις α­μι­γώς θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κες ι­στο­ρίες, ο Γκό­ζης δεί­χνει τη με­γά­λη α­φη­γη­μα­τι­κή του ά­νε­ση και το λε­κτι­κό εύ­ρος που δια­θέ­τει. Αυ­τές δεν στή­νο­νται, ό­πως οι πα­λαιό­τε­ρες της γε­νέ­τει­ρας, γύ­ρω α­πό κά­ποιο συμ­βάν ή τις κι­νή­σεις ε­νός χα­ρα­κτη­ρι­στι­κού προ­σώ­που. Εδώ α­φο­ρούν, σύμ­φω­να και με τον συ­γκε­ντρω­τι­κό τίτ­λο τριών εξ αυ­τών, “τις φυ­λές της πό­λης”, τις ο­ποίες ζω­ντα­νεύει μυ­θο­πλα­στι­κά με οί­στρο ο συγ­γρα­φέ­ας. Στη Θεσ­σα­λο­νί­κη του, μία αν­δρο­κρα­τού­με­νη πό­λη, το πα­ρε­μπό­ριο στις πλα­τείες το έ­χουν α­να­λά­βει “οι Πρί­γκι­πες”, τις ε­πι­κίν­δυ­νες σφή­νες οι “Πα­πό­βιοι Άγγε­λοι”, ε­νώ το ε­πί­λε­κτο κοι­νό, το πλέ­ον “εν­θου­σιώ­δες και εκ­δη­λω­τι­κό”, στα δυο α­νοι­χτά θέ­α­τρα του Κ.Θ.Β.Ε., το α­παρ­τί­ζουν οι “Εφο­πλι­στές του Βου­νού”, μία ό­λως ι­διαί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση τζα­μπατ­ζί­δων. Σε μία άλ­λη τριά­δα ι­στο­ριών, α­ντα­να­κλά­ται η πό­λη σε ε­κεί­νη τη “με­τα­βα­τι­κή” για τη χώ­ρα δε­κα­ε­τία. Συμ­με­τέ­χου­με νο­ε­ρά σε δια­δρο­μές με το λεω­φο­ρείο και σε πε­ρι­πά­τους. Σαν σε μα­γι­κή ει­κό­να, προ­βάλ­λουν τα αλ­λο­τι­νά κα­φέ και τα μπα­ρά­κια, με τους θα­μώ­νες τους. Κά­θε στέ­κι και μία άλ­λη “φυ­λή”, με σή­μα κα­τα­τε­θέν τους ε­πώ­νυ­μους της ε­πο­χής. Λ.χ., τον Τά­κη Κα­νελ­λό­που­λο ή τον Κω­στή Μο­σκώφ.
Μία α­πό τις ι­στο­ρίες, το «Play Bouzouki», ξε­φεύ­γει α­πό την οι­κο­νο­μία που ε­πι­βάλ­λει η μυ­θο­πλα­στι­κή σύν­θε­ση. Αυ­τή στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τις “φυ­λές” των η­με­ρή­σιων θε­ρι­νών εκ­δρο­μέων. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, των συ­νε­πι­βα­τών στο λεω­φο­ρείο με προο­ρι­σμό “την κοι­νο­τι­κή πλαζ Επα­νω­μής στο Κτή­μα του Κα­ρα­γκιό­ζη”. Υπαρ­κτό το το­πω­νύ­μιο, αν και α­γνώ­στου σε μας ε­τυ­μο­λο­γίας, δεί­χνει πε­ρισ­σό­τε­ρο ως μυ­θο­πλα­στι­κό εύ­ρη­μα. Η ε­ξι­στό­ρη­ση ό­σων συμ­βαί­νουν ε­ντός του λεω­φο­ρείου κα­τά τη δια­δρο­μή δια­στέλ­λε­ται, α­πο­τε­λώ­ντας το κυ­ρίως θέ­μα. Η ι­στο­ρία μα­κραί­νει, δο­κι­μά­ζο­ντας τις α­ντο­χές της, με την πε­ρι­γρα­φή της κα­σέ­τας, που α­πο­τε­λεί τη μία και μο­να­δι­κή μου­σι­κή υ­πό­κρου­ση. Πα­ρα­τί­θε­ται πλή­ρης α­να­φο­ρά τρα­γου­δι­στών και α­σμά­των. Ονό­μα­τα και στί­χοι που σή­με­ρα, του­λά­χι­στον για τον κά­τοι­κο πρω­τευού­σης, εί­ναι πα­ντε­λώς ά­γνω­στα. Κι ό­μως, α­κό­μη κι αν τα ο­νό­μα­τα δεν κου­βα­λούν το α­να­λο­γούν συ­γκι­νη­σια­κό φορ­τίο, ο σχο­λια­σμός της κά­θε πε­ρί­πτω­σης, πά­ντο­τε σε χιου­μο­ρι­στι­κή σύ­ζευ­ξη με τα λό­για των τρα­γου­διών, φτιά­χνει στο α­κέ­ραιο την α­τμό­σφαι­ρα. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ό­ποιος γκά­γκα­ρος κρι­τι­κός α­πο­κα­λεί πα­ρό­μοιες ι­στο­ρίες η­θο­γρα­φία εί­ναι ά­γευ­στος ποιή­σεως.
Ο Γιώρ­γος Γκό­ζης ο­λο­κλή­ρω­σε, έ­στω και με κα­θυ­στέ­ρη­ση, το βι­βλίο του. Μό­νο που δεν ή­ταν αυ­τό που ε­μείς πε­ρι­μέ­να­με. Ωστό­σο, με τις πρό­σφα­τες ι­στο­ρίες του έ­δει­ξε κι άλ­λες εμ­μο­νές και δια­φο­ρε­τι­κές ι­κα­νό­τη­τες. Έτσι εμ­φα­νί­ζε­ται με­τέω­ρος μεν, αλ­λά εν­δια­φέ­ρων. Κά­που με­τα­ξύ Αγιο­λο­γίας και Ναυ­τι­λίας, με­τα­ξύ θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κης μυ­θο­λο­γίας και σά­τι­ρας, τον πε­ρι­μέ­νου­με να ξα­να­δώ­σει δυ­να­μι­κά το πα­ρόν. Όμως αυ­τή τη φο­ρά σε λι­γό­τε­ρο α­πό δώ­δε­κα χρό­νια.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημρίδα "Η Εποχή" στις 15/6/2014.