Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Ο Κα­βά­φης του Ξε­νό­που­λου ΙΙI

Ο κρι­τι­κός Ξε­νό­που­λος

Ο Ξε­νό­που­λος α­κο­λου­θεί σε ό­λα τα κεί­με­νά του, συ­ντο­μό­τε­ρα και ε­κτε­νέ­στε­ρα, συ­γκι­νη­σια­κής ή κρι­τι­κής διά­θε­σης, την ί­δια ρη­το­ρι­κή. Αρχι­κά συμ­φω­νεί με τον αυ­στη­ρό κρι­τή, αν πρό­κει­ται για α­πα­ντή­σεις σε σχό­λια, ή με τις δια­τυ­πω­μέ­νες ε­πι­κρί­σεις για την ποίη­ση του Κα­βά­φη, αν πρό­κει­ται για τα κρι­τι­κά κεί­με­να, πα­ρα­θέ­το­ντας πα­ρελ­κυ­στι­κά σχό­λια και ε­πι­μέ­ρους υ­πε­ρα­σπι­στι­κές εν­στά­σεις. Στη συ­νέ­χεια, πε­ριο­ρί­ζει το κα­βα­φι­κό σώ­μα σε έ­να μι­κρό α­ριθ­μό ποιη­μά­των. Απα­ραί­τη­τη σε αυ­τό το ση­μείο, αν δεν έ­χει α­πο­τε­λέ­σει το ξε­κί­νη­μα, εί­ναι η υ­πό­μνη­ση της δι­κής του συμ­βο­λής με ε­κεί­νο το πρώ­το άρ­θρο του. Στα συ­ναι­σθη­μα­τι­κής φύ­σης κεί­με­να, α­να­φέ­ρε­ται και στις δυο πρώ­τες συ­να­ντή­σεις τους. Ως προς τα ποιή­μα­τα, εί­ναι πά­ντο­τε τα ί­δια. Τα ο­κτώ, που πα­ρα­θέ­τει στο πρώ­το άρ­θρο του, και τα άλ­λα εν­νέα στη δεύ­τε­ρη ο­μι­λία, 30 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­που τέσ­σε­ρα ε­πα­να­λαμ­βά­νο­νται. Σύ­νο­λο 13, γραμ­μέ­να τα 8 στην πε­ρίο­δο 1893-1901, δυο το 1910 και έ­να το 1917. Όσα ψευ­δοϊστο­ρι­κά και ι­στο­ρι­κο­φα­νή, τα προσ­λαμ­βά­νει, α­πό κοι­νού με τα υ­πό­λοι­πα που ξε­χω­ρί­ζει, ως ποιή­μα­τα υ­παρ­ξια­κής α­γω­νίας. Αυ­τά ε­γκω­μιά­ζει, αλ­λά και πά­λι, με­τά ε­πι­φυ­λά­ξεων.
Στα εν λό­γω δυο κεί­με­να, πα­ρα­θέ­τει τα ποιή­μα­τα με συ­νο­δευ­τι­κό σχο­λια­σμό. Έτσι πα­ρα­κά­μπτει την πά­για δυ­σκο­λία της κρι­τι­κής να εκ­φρα­στεί ε­πί του συ­νο­λι­κού έρ­γου. Δεν πα­ρα­λεί­πει να σχο­λιά­σει ρυθ­μό, στι­χουρ­γία και γλώσ­σα, αλ­λά ως πε­δία στα ο­ποία ο Κα­βά­φης δεν διεκ­δι­κεί μια α­ξιό­λο­γη θέ­ση. Αρε­τές βρί­σκει στην ει­κο­νο­ποιία και  την οι­κο­νο­μία του ποιή­μα­τος. Από ε­κεί και πέ­ρα, δια­βά­ζει τα ποιή­μα­τα ως δο­κί­μια, α­να­λύο­ντας θαυ­μα­στι­κά το στο­χα­στι­κό τους πε­ριε­χό­με­νο. Το πρώ­το άρ­θρο, που υ­πο­τί­θε­ται ό­τι στο­χεύει στην α­νά­δει­ξη του ποιη­τή, κα­τα­λή­γει με την α­πό­φαν­ση: “Θα ή­το δι­καιω­μα­τι­κώ­τε­ρα πο­λί­της εις των Ιδεών την Πό­λιν.” Και 30 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ξε­κι­νά τη μία και μο­να­δι­κή με­τά το θά­να­το του Κα­βά­φη, ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ο­μι­λία του,  α­κρι­βώς α­πό το ση­μείο που τε­λείω­νε το άρ­θρο, α­πό τη φι­λο­σο­φία και το σκο­πό της, “να συν­διαλ­λά­ξη τον Άνθρω­πο με το Θά­να­το.” Ο τίτ­λος της διά­λε­ξης, «Το αν­θρώ­πι­νο στην ποίη­ση του Κα­βά­φη», α­να­φέ­ρε­ται στην αν­θρώ­πι­νη δυ­στυ­χία, που, ό­πως α­να­πτύσ­σει, α­ντέ­χου­με εί­τε με τους λο­γι­κούς τρό­πους της φι­λο­σο­φίας εί­τε με τους συ­γκι­νη­σια­κούς της ποίη­σης. Να θυ­μί­σου­με ό­τι το Αρι­στείο του α­πο­νε­μή­θη­κε για το θε­α­τρι­κό έρ­γο του, «Το αν­θρώ­πι­νο», που εί­χε γρά­ψει ε­πη­ρε­α­σμέ­νος α­πό την αρ­ρώ­στια και το θά­να­το του φί­λου του Δη­μη­τρα­κό­που­λου α­πό καρ­κί­νο (28/7/1922). Με­τά μα­κριά ει­σα­γω­γή, με συ­γκα­τα­βα­τι­κή, χα­λα­ρά υ­πε­ρα­σπι­στι­κή, α­να­φο­ρά στα “α­νή­θι­κα” και τα ι­στο­ρι­κά ποιή­μα­τα, έρ­χε­ται στο αν­θρώ­πι­νο στοι­χείο που βρί­σκου­με στην ποίη­σή του. Στα ποιή­μα­τα που πα­ρα­θέ­τει υ­πο­δει­κνύει την αν­θρώ­πι­νη δυ­στυ­χία, στην ο­ποία έ­κα­στο α­να­φέ­ρε­ται. Επι­μέ­νει σε ε­κεί­να που τον αγ­γί­ζουν προ­σω­πι­κά, ε­πα­νερ­χό­με­νος για πολ­λο­στή φο­ρά στα πε­ρί­φη­μα «Τεί­χη». 

Μία α­φιέ­ρω­ση

Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, έ­να λήμ­μα της Βι­βλιο­γρα­φίας α­φο­ρά α­φιέ­ρω­ση του Ξε­νό­που­λου στον Κα­βά­φη. Στη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, «Ο Μι­νώ­ταυ­ρος κι άλ­λα νέα διη­γή­μα­τα (1921-1924)», του α­φιε­ρώ­νει το ο­μό­τιτ­λο (στα Άπα­ντα Ξε­νό­που­λου α­πό τις εκδ. Βλάσ­ση η α­φιέ­ρω­ση έ­χει α­πα­λει­φθεί). Στομ­φώ­δης η α­φιέ­ρω­ση, “Στον ποιη­τή Κ. Π. Κα­βά­φη, τον με­γά­λο και α­γα­πη­μέ­νο μου, α­φιέ­ρω­μα”, γεν­νά το ε­ρώ­τη­μα, τυ­χόν σκο­πι­μό­τη­τας. Η συλ­λο­γή εκ­δό­θη­κε το 1925, ό­ταν ο Κα­βά­φης εί­ναι το πρό­σω­πο της η­μέ­ρας σε Αλε­ξάν­δρεια και Αθή­να, με πολ­λούς νέ­ους Απο­στό­λους του έρ­γου του. Ανα­με­νό­με­νο, ο Ξε­νό­που­λος να διεκ­δι­κεί δάφ­νες για την πρω­τιά της “α­να­κά­λυ­ψής” του. Ιδιαί­τε­ρα, ό­ταν πρό­κει­ται για μία έκ­δο­ση α­πό οί­κο της Αλε­ξάν­δρειας, τα Γράμ­μα­τα, που έ­χει ως πρώ­το κοι­νό τους Αι­γυ­πτιώ­τες. Ο κτη­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας της α­φιέ­ρω­σης συ­νι­στά κι αυ­τός έ­ναν τρό­πο διεκ­δί­κη­σης  των ο­φει­λό­με­νων στο κρι­τι­κό του αι­σθη­τή­ριο. Ύστε­ρα, δεν α­πο­κλείε­ται ο Κα­βά­φης να εί­χε με­σο­λα­βή­σει στον εκ­δό­τη Στέ­φα­νο Πάρ­γα για την έκ­δο­ση, κα­θώς ο αι­γυ­πτιώ­τι­κος κύ­κλος γνω­ρι­μιών του Ξε­νό­που­λου μάλ­λον πε­ριο­ρι­ζό­ταν σε κά­ποιες α­θη­ναϊκές φι­λίες. Δυο α­κό­μη βι­βλία, που τύ­πω­σε στην Αλε­ξάν­δρεια, το 1923 το μυ­θι­στό­ρη­μα «Ισα­βέλ­λα» και το 1926 «Ο τρελ­λός με τους κόκ­κι­νους κρί­νους» εί­ναι α­πό τον εκ­δο­τι­κό οί­κο του Άγγε­λου Κα­σι­γό­νη, τον ο­ποίο γνώ­ρι­ζε πριν ε­κεί­νος ε­γκα­τα­στα­θεί στην Αλε­ξάν­δρεια.
Σχε­τι­κά με το διή­γη­μα, ο Σαβ­βί­δης σχο­λιά­ζει πως πρό­κει­ται για “το πιο τολ­μη­ρό α­πό κοι­νω­νιο­λο­γι­κή, ψυ­χο­γρα­φι­κή, μα και σε­ξουα­λι­κήν ά­πο­ψη”, πα­ρο­τρύ­νο­ντας “να ε­ξε­τα­στεί κρι­τι­κά ως ποιόν βαθ­μό ο Ξε­νό­που­λος μπο­ρεί να ταύ­τι­ζε τον πρω­τα­γω­νι­στή του διη­γή­μα­τός του με τον Κα­βά­φη.”  Στη συλ­λο­γή συ­γκε­ντρώ­νο­νται 12 διη­γή­μα­τα, ό­που το ο­μό­τιτ­λο εί­ναι το ε­κτε­νέ­στε­ρο. Το διή­γη­μα «Ο Μι­νώ­ταυ­ρος» έ­χει μία μι­κρή προϊστο­ρία. Πρω­το­εκ­δό­θη­κε σε συ­νέ­χειες στην πρωι­νή κα­θη­με­ρι­νή ε­φη­με­ρί­δα «Ελεύ­θε­ρος Λό­γος», που ξε­κί­νη­σε στις 17 Ιουν. 1923, με τον Ξε­νό­που­λο να γρά­φει το φι­λο­λο­γι­κό χρο­νο­γρά­φη­μα. Συ­νο­λι­κά, 22 συ­νέ­χειες, 26/9/1923-17/10/1923, ό­που, στην τε­λευ­ταία, υ­πάρ­χει ση­μείω­ση ό­τι “γρά­φτη­κε τον Γε­νά­ρη του 1922”. Πα­ρό­τι στην ε­φη­με­ρί­δα δη­μο­σιεύο­νται, α­πό τον πρώ­το χρό­νο, ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη και άρ­θρα που κά­νουν α­να­φο­ρά στην ποίη­σή του, τα ο­ποία βι­βλιο­γρα­φού­νται, το διή­γη­μα δια­φεύ­γει. Και δι­καίως, α­φού σε αυ­τήν την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση δεν υ­πάρ­χει η α­φιέ­ρω­ση στον Κα­βά­φη. Σε α­ντί­θε­ση με άλ­λα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής, κα­θώς και της τα­κτι­κής του Ξε­νό­που­λου να αν­θο­λο­γεί το ί­διο διή­γη­μα σε πε­ρισ­σό­τε­ρες συλ­λο­γές, αυ­τό δεν α­να­δη­μο­σιεύ­τη­κε. Ίσως, α­κρι­βώς, λό­γω του τολ­μη­ρού του χα­ρα­κτή­ρα. Το γε­γο­νός, πά­ντως, ό­τι γρά­φτη­κε τρία χρό­νια πριν την έκ­δο­ση της συλ­λο­γής, ε­πι­τρέ­πει την ει­κα­σία, με άλ­λες δια­θέ­σεις ο Ξε­νό­που­λος να έ­στη­σε την υ­πό­θε­ση του διη­γή­μα­τος και με άλ­λες να πρό­σθε­σε την α­φιέ­ρω­ση. Στις αρ­χές του 1922, εί­ναι νω­πή η διά­λε­ξη του Άγρα, που, αρ­χι­κά, θα πρέ­πει να τον δυ­σα­ρέ­στη­σε, κα­θώς έ­νας νεό­τε­ρος τον πα­ρα­γκώ­νι­ζε προ­βάλ­λο­ντας πρώ­τος σε έ­να νεό­τε­ρο κοι­νό τον Κα­βά­φη. Ασχέ­τως αν στο κεί­με­νο της ο­μι­λίας του, ά­νοι­ξη 1923, την πα­ρου­σιά­ζει εν­θου­σιω­δώς, δράτ­το­ντας της ευ­και­ρίας να υ­πεν­θυ­μί­σει το πρώ­το άρ­θρο του. Άλλω­στε, λει­τουρ­γώ­ντας με πε­ρί­σκε­ψη, δεν θα πα­ρευ­ρι­σκό­ταν στην εκ­δή­λω­ση. Δεν εί­χε πά­ρει α­κό­μη το πο­λυ­πό­θη­το Αρι­στείο, πρώ­το βή­μα προς τον α­κα­δη­μαϊκό θώ­κο. 
Το διή­γη­μα φέ­ρει τον υ­πό­τιτ­λο «Μια πο­λύ πα­λιά ζα­κυ­θι­νή ι­στο­ρία» και “α­ντί προ­λό­γου”, ση­μείω­μα, που το­πο­θε­τεί την ι­στο­ρία 130 χρό­νια πί­σω, δη­λα­δή στα 1792. Αλλη­γο­ρι­κός ο τίτ­λος, πα­ρα­πέ­μπει στο μύ­θο του Μι­νώ­ταυ­ρου και του Θη­σέα, ε­νώ, για το στή­σι­μο της υ­πό­θε­σης, ο συγ­γρα­φέ­ας πο­ρί­ζε­ται και α­πό το μύ­θο του Δού­ρειου Ίππου και του πο­νη­ρού Οδυσ­σέα. Ο Μι­νώ­ταυ­ρος του διη­γή­μα­τος εί­ναι “ο άρ­χο­ντας Κούρ­πας”, που ο­ρί­ζει μία ο­λό­κλη­ρη γει­το­νιά. Το πα­λά­τι του φρά­ζει με τον ψη­λό τοί­χο του πε­ρι­βο­λιού το κε­ντρι­κό κα­ντού­νι. “Αμπο­δά­ει τον αέ­ρα, τον ή­λιο, το φως, τη λευ­τε­ριά...”. “Απ’ ό,τι έ­κα­ναν, ό,τι έ­βγα­ζαν ή­ταν υ­πο­χρεω­μέ­νοι να στέλ­νουν και στο πα­λά­τι...”. “Άμα δεν έ­δι­νε κα­νείς το πρά­μα του ή το κο­ρί­τσι του με το κα­λό, του το ’παιρ­νε με τη βία.” “Ήταν ε­ν’ ά­γρα­φο αρ­χο­ντι­κό δι­καίω­μα, έ­να προ­νό­μιο πα­λιό, έ­να φέ­ου­δο αλ­λιώ­τι­κο, που η αρ­χή του χα­νό­ταν στα σκο­τά­δια του με­σαίω­να: έ­νας φό­ρος αί­μα­τος παρ­θε­νι­κού.”
Σε α­ντί­θε­ση με τη θυ­σία στον Μι­νώ­ταυ­ρο, που ή­ταν 14 α­γό­ρια και κο­ρί­τσια ευ­γε­νών οι­κο­γε­νειών, ο Ζα­κύν­θιος άρ­χο­ντας αρ­κεί­το σε “κο­ρα­σι­δού­λες, δε­κα­τεσ­σά­ρω χρο­νώ”, ά­ντε δε­κα­πέ­ντε. Με “πρό­σω­πο πο­λύ παι­διά­τι­κο, α­γνό, α­θώο”, που έ­δει­χναν α­κό­μη μι­κρό­τε­ρες. Ει­δάλ­λως, ο συγ­γρα­φέ­ας θα ξε­περ­νού­σε τα ό­ρια της ε­λευ­θε­ριό­τη­τας, που ε­πι­τρέ­πει “η πα­λιά ζα­κυ­θι­νή ι­στο­ρία”. Τον Αφέ­ντη τον πε­ρι­γρά­φει με τους χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, “έ­νας έκ­φυ­λος, ά­σω­τος, λά­γνος”. Στο ε­ρώ­τη­μα του Σαβ­βί­δη, α­πα­ντά­ει η πε­ρι­γρα­φή του: “Ήταν ψη­λός, μάλ­λον α­δύ­να­τος, άσ­προς σα φιλ­ντι­σέ­νιος, γε­μά­τος φλε­βί­τες γα­λά­ζιες και μα­βιές, με μαύ­ρα μά­τια κά­τω α­πό πυ­κνά φρύ­δια και με μα­κρου­λό πρό­σω­πο ο­λωσ­διό­λου ξυ­ρι­σμέ­νο... Η λα­γνεία – το κυ­ριό­τε­ρό του χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό – ε­νέ­δρευε θα ’λε­γες στη μύ­τη, την πε­λώ­ρια, ευ­κο­λο­κί­νη­τη και φου­σκω­μέ­νη στα πλά­για...” Η μύ­τη του Κα­βά­φη α­πο­τέ­λε­σε το κα­τ’ ε­ξο­χήν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του, που ε­νέ­πνευ­σε τους γε­λοιο­γρά­φους.
Αντι­μέ­τω­πος με τον Αφέ­ντη βρί­σκε­ται έ­νας νιό­πα­ντρος “σκα­φτιάς”, ο Τζώρτ­ζης, που δεν βρή­κε τη γυ­ναί­κα του παρ­θέ­να και θέ­λει να εκ­δι­κη­θεί. Ο συγ­γρα­φέ­ας  δί­νει δι­δα­κτι­κό ε­πί­χρι­σμα στην ι­στο­ρία του. “Τρα­κό­σια χρό­νια πλα­κω­μέ­νοι”, που ση­μαί­νει α­να­δρο­μή στην αρ­χή της Ενε­το­κρα­τίας, “ο­ποια α­ντί­στα­ση κά­ποιος α­πο­τολ­μά κα­τα­πνί­γε­ται σαν α­νταρ­σία κι ε­πα­νά­στα­ση.” Το 1792, ό­μως, έρ­χο­νται τα νέα α­πό τη Φρά­ντζα. “Στα Πα­ρί­σια, οι ξυ­πό­λυ­τοι ση­κώ­σα­νε με­γά­λο ρε­μπε­λιό. Κά­να­νε γιου­ρού­σι στην Μπα­στίλ­λια”. Στην Ζά­κυν­θο, οι Γάλ­λοι έρ­χο­νται πέ­ντε χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και γί­νο­νται δε­κτοί ως ε­λευ­θε­ρω­τές. Ο “σκα­φτιάς” θα βά­λει σε πρά­ξη το πα­ρά­δειγ­μά τους. Ως άλ­λος Οδυσ­σέ­ας, θα μπει με δό­λο στο πα­λά­τι και θα βά­λει φω­τιά. Ο ψη­λός τοί­χος θα γκρε­μι­στεί. Όλοι οι φο­βι­σμέ­νοι της γει­το­νιάς θα πι­στέ­ψουν ό­τι εί­ναι Θε­ού έρ­γο. Κα­τά τα άλ­λα, και τον Τζώρτ­ζη τον βά­ζουν σε πει­ρα­σμό οι κο­ρα­σί­δες. “Τις κα­θί­ζει στα γό­να­τά του.” “Το θερ­μό, το πο­νη­ρό σω­μα­τά­κι που κρα­τού­σε, δεν του ’κα­νε καρ­διά να τ’ α­φή­σει.” Πι­στεύει, ό­μως, πως μό­νο αν βρει τη δύ­να­μη να α­ντι­στα­θεί στον πει­ρα­σμό, θα μπο­ρέ­σει να εκ­δι­κη­θεί, να κά­ψει το πα­λά­τι και να γκρε­μί­σει τον τοί­χο που φρά­ζει το κα­ντού­νι. 
Άρα­γε, ως ποιο βαθ­μό ο “σκα­φτιάς” μπο­ρεί να α­ντα­να­κλά βιώ­μα­τα του συγ­γρα­φέα. Μή­πως ο Ξε­νό­που­λος, με το δί­πο­λο των η­ρώων, συ­νο­μι­λεί με τον ποιη­τή, δια­γκω­νι­ζό­με­νος μα­ζί του στο πε­δίο της ε­λευ­θε­ριό­τη­τας. Ο Αφέ­ντης έ­χει α­φε­θεί στην α­σέλ­γεια. Ο Τζώρτ­ζης πο­λε­μά­ει τον Διά­βο­λο. Τε­λι­κά, νι­κά­ει, ρί­χνει τα “Τεί­χη”. Ένας ε­ναλ­λα­κτι­κός τίτ­λος του διη­γή­μα­τος θα μπο­ρού­σε να εί­ναι, τα “Τεί­χη”, ο­πό­τε και η α­να­φο­ρά στον Κα­βά­φη θα γι­νό­ταν ευ­θεία. Μέ­νει ε­ρώ­τη­μα το πώς “ταί­ρια­ζε” στη ζωή του Ξε­νό­που­λου το εν λό­γω ποίη­μα. Σύμ­φω­να με “κου­σέ­λια της δε­κα­ε­τίας του ’60, που πρό­λα­βε” ο Σαβ­βί­δης, ο Ξε­νό­που­λος “έ­χει τη φή­μη του παι­δε­ρα­στή”. Βε­βαίως, οι φή­μες για τους συγ­γρα­φείς α­πο­τε­λούν συ­χνά α­πόρ­ροια ά­κρα­του ή, κα­μιά φο­ρά και ψευ­δούς βιο­γρα­φι­σμού. Όσο για σή­με­ρα, η ση­μα­σία ο­ρι­σμέ­νων λέ­ξεων με σε­ξουα­λι­κό πε­ριε­χό­με­νο έ­χει με­τα­κυ­λί­σει μάλ­λον σκο­πί­μως. Έτσι, ο παι­δό­φι­λος, που ση­μαί­νει ο α­γα­πών τα παι­διά, ταυ­τί­στη­κε με τον παι­δε­ρα­στή, και η ο­μο­φυ­λία με την ο­μο­φυ­λο­φι­λία, για να α­πο­κα­θαρ­θούν του κα­κό­ση­μου φορ­τίου τους οι δεύ­τε­ρες. Μό­νο που έ­τσι, οι πρώ­τες έ­μει­ναν χω­ρίς εν­νοιο­λο­γι­κό α­ντί­κρι­σμα. Δια­τη­ρώ­ντας τις λέ­ξεις μα­κριά α­πό στρε­βλω­τι­κές σκο­πι­μό­τη­τες, θα λέ­γα­με ό­τι ο Ξε­νό­που­λος στά­θη­κε δια βίου παι­δό­φι­λος, α­πό τα 27 του αρ­χι­συ­ντά­κτης της «Διά­πλα­σης των παί­δων» και με­τά το 1941 εκ­δό­της. Μο­να­δι­κή πα­ρα­χώ­ρη­ση προς μία οιο­νεί παι­δε­ρα­στία, ο έ­ρω­τάς του για την μι­κρού­λα Τί­τα, “το κο­ρι­τσά­κι της Δια­πλά­σεως”, που κα­τέ­λη­ξε σε γά­μο με την α­πό­λυ­τα συμ­βα­τή δια­φο­ρά η­λι­κίας των 13 χρό­νων.
Ένα πρό­χει­ρο συ­μπέ­ρα­σμα θα ή­ταν πως ο Ξε­νό­που­λος ως κρι­τι­κός του Κα­βά­φη  δεί­χνει α­νε­παρ­κής. Ένα δεύ­τε­ρο, πιο εν­δια­φέ­ρον για ε­μάς σή­με­ρα, εί­ναι πως η γνω­ρι­μία συγ­γρα­φέ­α-κρι­τι­κού κα­θι­στά α­δύ­να­τη την α­να­σύν­θε­ση της σχέ­σης τους με βά­ση μό­νο τα κρι­τι­κά κεί­με­να. Στοι­χεία δευ­τε­ρο­γε­νή, συ­χνά ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά, ό­χι μό­νο συ­μπλη­ρώ­νουν την ει­κό­να, αλ­λά ε­πι­τρέ­πουν σω­στό­τε­ρη στάθ­μι­ση των κρι­τι­κών κει­μέ­νων. Αν ο Ξε­νό­που­λος α­σχο­λεί­το με τον Κα­βά­φη αρ­γό­τε­ρα, χω­ρίς γνω­ρι­μία και ε­πι­στο­λι­κές ε­πα­φές, α­πηλ­λαγ­μέ­νος α­πό τη διεκ­δί­κη­ση κρι­τι­κών πρω­τείων, η κρι­τι­κή του θα κό­μι­ζε πα­ρα­τη­ρή­σεις με α­ντο­χή στο χρό­νο. Ιδίως, αν δεν διηύ­θυ­νε το πε­ριο­δι­κό “των παί­δω­ν” και αν δεν ή­ταν Ακα­δη­μαϊκός, δη­λα­δή αν μπο­ρού­σε να εκ­φρα­στεί ε­λεύ­θε­ρα για το σύ­νο­λο των κα­βα­φι­κών ποιη­μά­των.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/6/2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια: