Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Τα ποιητικά της Πολυδούρη

Μα­ρία Πο­λυ­δού­ρη
«Τα ποιή­μα­τα»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια –ε­πί­με­τρο 
Χρι­στί­να Ντου­νιά
Εκδό­σεις Εστίας
Φε­βρουά­ριος 2014

Την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία, η πε­ρί­πτω­ση της Χρι­στί­νας Ντου­νιά ως με­λε­τή­τριας της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, χά­ρις στις θε­μα­τι­κές με­τα­το­πί­σεις που α­πο­τολ­μά, πα­ρό­τι πα­ρα­μέ­νει στην ί­δια πά­ντο­τε χρο­νι­κή πε­ρίο­δο. Τις εκ­πλή­ξεις των πρό­σφα­των βι­βλίων της δεν τις προ­μή­νυε η α­κα­δη­μαϊκή της πο­ρεία, που θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν τυ­πι­κή. Θέ­μα της δια­τρι­βής της, που εκ­δό­θη­κε το 1996, ή­ταν “τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά της α­ρι­στε­ράς στο Με­σο­πό­λε­μο”. Το 2000,  μία δεύ­τε­ρη με­λέ­τη για την πρόσ­λη­ψη του έρ­γου του Κα­ρυω­τά­κη α­πέ­σπα­σε βρα­βείο δο­κι­μίου. Στη συ­νέ­χεια, στρά­φη­κε σε πα­ρα­γκω­νι­σμέ­νους συγ­γρα­φείς, με κοι­νό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, το ε­κρη­κτι­κό τους τα­μπε­ρα­μέ­ντο και τις αι­ρε­τι­κές τους ε­πι­λο­γές, που προ­κά­λε­σαν θό­ρυ­βο στην ε­πο­χή τους. Όπως θό­ρυ­βο στον Τύ­πο του 21ου, προ­κα­λούν τα βι­βλία που τους α­φιε­ρώ­νει η Ντου­νιά. Η υ­πο­δο­χή εί­ναι το ί­διο θερ­μή, με ε­κεί­νη που ε­πι­φυ­λάσ­σε­ται σε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα στρε­φό­με­να γύ­ρω α­πό αμ­φι­λε­γό­με­να ι­στο­ρι­κά θέ­μα­τα και πρό­σω­πα. Και τα μεν και τα δε α­ντα­πο­κρί­νο­νται στην τρέ­χου­σα διά­θε­ση α­να­σκευής της Ιστο­ρίας. Την ε­πι­τυ­χία που η Ντου­νιά δεν γνώ­ρι­σε ως πε­ζο­γρά­φος («Βρέ­χει σ’ αυ­τό το ό­νει­ρο», 1998), την α­πο­λαμ­βά­νει ως με­λε­τή­τρια. Κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο παί­ζει η χρο­νι­κή πε­ρίο­δος που έ­χει ε­πι­λέ­ξει· η δε­κα­ε­τία του ’20, με “τον χα­μη­λό­φω­νο λυ­ρι­σμό των ποιη­τών της και την α­ντι­κομ­φορ­μι­στι­κή στά­ση τους α­πέ­να­ντι στη ζωή”, ό­πως η ί­δια συ­νο­ψί­ζει. Συμ­βάλ­λει, ό­μως, και ο τρό­πος που χει­ρί­ζε­ται τα πρό­σω­πα, λί­γο σαν Ρο­μπέν των Δα­σών, υ­πε­ρα­σπι­στής των α­δυ­νά­των.
Αρχι­κά, την α­πα­σχό­λη­σε η ι­διό­τυ­πη πε­ρί­πτω­ση του Νί­κου Βέλ­μου και του πε­ριο­δι­κού του. Με­τά, Νοέ. 2005, προ­κά­λε­σε σά­λο, συ­γκρι­νό­με­νο σε το­πι­κό ε­πί­πε­δο με ε­κεί­νον της πρό­σφα­της ται­νίας «Η ζωή της Αντέλ», ε­πα­νεκ­δί­δο­ντας το μυ­θι­στό­ρη­μα «Η ε­ρω­μέ­νη της» της Ντό­ρας Ρω­ζέτ­τη. Ο σχο­λια­σμός της καλ­λιέρ­γη­σε την προ­σμο­νή πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Ρω­ζέτ­τη να κρύ­βε­ται μία γνω­στή συγ­γρα­φέ­ας, ό­πως η Μέλ­πω Αξιώ­τη ή η Έλλη Πα­πα­δη­μη­τρίου. Μέ­χρι βρα­διά διορ­γα­νώ­θη­κε, με ε­ξέ­χο­ντες ο­μι­λη­τές, γι’ αυ­τό το λε­σβια­κό “ρο­μά­ντζο”, που η δη­μο­σιο­γρα­φι­κή υ­περ­βο­λή το ή­θε­λε να διεκ­δι­κεί θέ­ση στην ο­μό­λο­γη ευ­ρω­παϊκή λο­γο­τε­χνία. Όταν η Ελέ­νη Μπα­κο­πού­λου, γνω­στή α­πό τη δε­κα­ε­τία του 1970 με την α­γω­νι­στι­κή της πα­ρου­σία στο φε­μι­νι­στι­κό κί­νη­μα, α­πο­κά­λυ­ψε πως δεν πρό­κει­ται για κά­ποια γνω­στή συγ­γρα­φέα, ο Τύ­πος το α­ντι­πα­ρήλ­θε, ό­πως α­ντι­πα­ρήλ­θε και την με­τα­θα­νά­τια έκ­δο­ση του βι­βλίου της, το 2012.

Δί­το­μα Άπα­ντα

Στη διε­τία 2009-2010, η Ντου­νιά ε­πα­νέ­φε­ρε στο προ­σκή­νιο τον Πέ­τρο Πι­κρό, με ε­πι­μέ­λεια των τριών πρώ­των τό­μων των Απά­ντων του. Τέ­λος, ε­νώ α­να­με­νό­ταν η συ­νέ­χεια Πι­κρού, ήρ­θε η α­να­κοί­νω­ση δί­το­μων Απά­ντων Μα­ρίας Πο­λυ­δού­ρη,  συ­μπλη­ρω­μέ­να με τη βιο­γρα­φία της. Προ­σώ­ρας εκ­δό­θη­κε ο πρώ­τος τό­μος των Απά­ντων, με τα ποιή­μα­τα, ε­πί­με­τρο και ε­κτε­νές βιο­γρα­φι­κό σχε­δία­σμα. Μία πρώ­τη μορ­φή του σχε­διά­σμα­τος, με λι­γό­τε­ρα στοι­χεία α­πό το αρ­χεια­κό υ­λι­κό, εί­χε δη­μο­σιευ­τεί στο «Ημε­ρο­λό­γιο 2005: Μα­ρία Πο­λυ­δού­ρη», που εί­χε ε­τοι­μά­σει η Ντου­νιά. Εί­θε να υ­πάρ­ξει συ­νέ­χεια. Μό­νο που η Ντου­νιά δί­νε­ται μεν με πά­θος στους φι­λο­λο­γι­κούς της έ­ρω­τες, αλ­λά έ­χει δεί­ξει πως εί­ναι μάλ­λον ά­στα­τη. Ού­τε στον Βέλ­μο ού­τε στην Ρω­ζέτ­τη ε­πα­νήλ­θε, πα­ρό­λο που και στα δυο θέ­μα­τα υ­πάρ­χουν φι­λο­λο­γι­κά κε­νά. Ακό­μη και τον Πι­κρό, φαί­νε­ται να τον ε­γκα­τέ­λει­ψε.               
Οι α­παι­τή­σεις, πά­ντως, α­πό τον πρό­σφα­το τό­μο εί­ναι υ­ψη­λές, α­φού η με­λε­τή­τρια θέ­τει ως στό­χο “να βγά­λει την Πο­λυ­δού­ρη α­πό τη σκιά του Κα­ρυω­τά­κη”. Αυ­τό ση­μαί­νει νέα θεώ­ρη­ση του ποιη­τι­κού της έρ­γου, α­νε­ξάρ­τη­τη α­πό τον βίο της και α­πό το έρ­γο του Κα­ρυω­τά­κη. Ο πρό­λο­γος α­φή­νει την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πρό­κει­ται για έ­να με­γα­λύ­τε­ρο ποιη­τι­κό σώ­μα α­πό το δη­μο­σιευ­μέ­νο στα προ τρια­κο­ντα­ε­τίας Άπα­ντα, που εί­χε κα­ταρ­τί­σει ο Τά­κης Μεν­δρά­κος. Η σύ­γκρι­ση, ω­στό­σο, δεί­χνει ό­τι έ­χουν προ­στε­θεί μό­λις δώ­δε­κα ποιή­μα­τα, α­πό τα ο­ποία τρία α­νή­κουν στα “η­μι­τε­λή”, και ε­πτά εί­ναι με­τα­φρά­σεις. Τα “η­μι­τε­λή”, μα­ζί με έ­να α­πό τα υ­πό­λοι­πα, «Απ’ τα Σο­νέ­τα του Κυ­νη­γού», και πέ­ντε α­πό τις με­τα­φρά­σεις, έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί α­πό τον Κώ­στα Πα­πα­ντω­νό­που­λο, το 1989, που το Αρχείο Πο­λυ­δού­ρη ε­να­πο­τέ­θη­κε στο Ε.Λ.Ι.Α., στο πε­ριο­δι­κό του Ιδρύ­μα­τος. Μέ­νουν ο­χτώ ποιή­μα­τα και δυο με­τα­φρά­σεις, που έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί σε διά­φο­ρα έ­ντυ­πα. Αθη­σαύ­ρι­στα ποιή­μα­τα δεν υ­πάρ­χουν, κα­θώς η έ­ρευ­να πε­ριο­ρί­στη­κε στο Αρχείο· το δι­κό της και ε­κεί­νο που βρέ­θη­κε σε συγ­γε­νι­κά ή και φι­λι­κά χέ­ρια. Στα πρό­σφα­τα Άπα­ντα, η τα­ξι­νό­μη­ση εί­ναι α­να­λυ­τι­κό­τε­ρη, ε­νώ έ­χει προ­στε­θεί φι­λο­λο­γι­κός σχο­λια­σμός. Στα προ­η­γού­με­να, με­τά τις δυο ποιη­τι­κές συλ­λο­γές της, του 1928 «Οι τρί­λλιες που σβή­νουν», ό­που συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και με­τα­φρά­σεις, και του 1929 «Ηχώ στο χά­ος», πα­ρα­τί­θε­νται τα “α­νέκ­δο­τα”. Στα πρό­σφα­τα, αυ­τά κα­τα­με­ρί­ζο­νται, στα “πρώι­μα (1918-1920)”, σε ε­κεί­να της πε­ριό­δου 1922-1927 με τον προσ­διο­ρι­σμό “Αθή­να-Πα­ρί­σι”, στα ποιή­μα­τα της “«Σω­τη­ρίας»”, ό­που νο­ση­λεύ­τη­κε α­πό την 4η Απρ. 1928 μέ­χρι την 13η Φε­βρ. 1930, στα “η­μι­τε­λή” και στις “με­τα­φρά­σεις”.  

Μια α­φή­γη­ση

Αφού, ου­σια­στι­κά, το ποιη­τι­κό σώ­μα εί­ναι δε­δο­μέ­νο, η νέα θεώ­ρη­ση στη­ρί­ζε­ται στη με­λέ­τη, που δη­μο­σιεύε­ται ως ε­πί­με­τρο. Δεν πρό­κει­ται για έ­να α­μι­γώς δο­κι­μια­κό κεί­με­νο, αλ­λά για μία α­φή­γη­ση, με γλα­φυ­ρούς τό­νους και δο­μι­κό στοι­χείο τα πολ­λά και ε­κτε­νή α­πο­σπά­σμα­τα α­πό δη­μο­σιεύ­μα­τα άλ­λων. Η ε­πι­λο­γή των α­πο­σπα­σμά­των εί­ναι μεν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή, αλ­λά ό­χι και α­ξιο­λο­γι­κή. Ξε­δια­λέ­γο­νται ε­κεί­να που κρί­νο­νται πρό­σφο­ρα, ώ­στε η α­φή­γη­ση να α­να­σκευά­σει ό­σες πα­λαιό­τε­ρες α­πό­ψεις ε­κτι­μώ­νται ως ε­σφαλ­μέ­νες και να α­να­δια­τυ­πώ­σει ό­σες ε­ξαί­ρουν πτυ­χές της ποίη­σης της Πο­λυ­δού­ρη. Με τη βοή­θεια αυ­τών των ξέ­νων λό­γων, η Ντου­νιά αρ­θρώ­νει τον δι­κό της. Έτσι δί­νει ευ­κο­λό­τε­ρα υ­πό­στα­ση στη ρη­ξι­κέ­λευ­θη σύλ­λη­ψη της Πο­λυ­δού­ρη ως “της πιο συ­ναρ­πα­στι­κής ποιή­τριας του με­σο­πο­λέ­μου και μίας α­πό τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ποιη­τι­κές φω­νές της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας του ει­κο­στού αιώ­να”. 
Η με­λέ­τη χω­ρί­ζε­ται σε εν­νέα κε­φά­λαια με­τά ει­σα­γω­γής. Το πρώ­το πε­ρι­γρά­φει τα δυο τε­λευ­ταία χρό­νια στη «Σω­τη­ρία», α­πο­τε­λώ­ντας κε­φά­λαιο βιο­γρα­φίας. Μέ­ρος του τίτ­λου, «Μα­τω­μέ­νος λυ­ρι­σμός», και το στίγ­μα της ε­πο­χής, τα παίρ­νει α­πό κεί­με­νο του Άγγε­λου Τερ­ζά­κη, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1961 για τα πρώ­τα Άπα­ντα Πο­λυ­δού­ρη της Λι­λής Ζω­γρά­φου. Η α­φή­γη­ση συρ­ρά­πτει και σχο­λιά­ζει, με τη ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή, σκαν­δα­λο­θη­ρι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα και κυ­ρίως, α­πο­σπά­σμα­τα α­πό μαρ­τυ­ρίες φί­λων της Πο­λυ­δού­ρη, ό­πως ο Ου­ρά­νης, ο Σι­κε­λια­νός, ο Ρί­τσος ή και η Γα­λά­τεια Κα­ζα­ντζά­κη. Πά­ντο­τε αυ­το­βιο­γρα­φι­κή στις μυ­θο­πλα­σίες της η Κα­ζα­ντζά­κη, πλά­θει μία συγ­γε­νι­κή της Πο­λυ­δού­ρη η­ρωί­δα στο μυ­θι­στό­ρη­μά της «Γυ­ναί­κες», που εκ­δί­δει το 1933. Με­γα­λύ­τε­ρο βά­ρος δί­νει η Ντου­νιά σε έ­να άλ­λο μυ­θι­στό­ρη­μα, την «Εκά­τη» του Κο­σμά Πο­λί­τη, που εκ­δίδεται το ί­διο έ­τος, α­φιε­ρώ­νο­ντάς του το τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο της με­λέ­της. Σύμ­φω­να με νεό­τε­ρους με­λε­τη­τές, το μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό πρό­σω­πο της Έρσης, εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό την Πο­λυ­δού­ρη. Επι­σή­μαν­ση, που δεν κά­νει η Νό­ρα Ανα­γνω­στά­κη στην πα­λαιό­τε­ρη διε­ξο­δι­κή α­νά­λυ­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Μπο­ρεί, ό­μως, η ο­μοιό­τη­τα Έρσης-Πο­λυ­δού­ρη και οι πα­ραλ­λαγ­μέ­νοι ή αυ­τού­σιοι στί­χοι της, που χρη­σι­μο­ποιεί ο Πο­λί­της, να ε­κλη­φθούν ως ε­γκώ­μιο για την ποίη­σή της;  
Τα δυο εν­διά­με­σα κε­φά­λαια της με­λέ­της ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στην α­πο­τί­μη­ση του έρ­γου της Πο­λυ­δού­ρη α­πό κρι­τι­κούς και ι­στο­ρι­κούς της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Ανα­φέ­ρο­νται τα γνω­στά πε­ρί πε­ριο­ρι­σμέ­νης α­να­φο­ράς των ποιη­τριών στις Ιστο­ρίες και γε­νι­κό­τε­ρα, η φυ­λε­τι­κή συγ­γρα­φή της Ιστο­ρίας. Το ζη­τού­με­νο εί­ναι η θέ­ση μέ­σα σε αυ­τό το πε­δίο της Πο­λυ­δού­ρη. Υπο­τι­μη­μέ­νη τη θεω­ρεί η Ντου­νιά. Θα μπο­ρού­σε, ό­μως, να χα­ρα­κτη­ρι­στεί και υ­περ­τι­μη­μέ­νη. Λ.χ., μό­νο στην Ιστο­ρία του Αρί­στου Κα­μπά­νη δεν α­να­φέ­ρε­ται, ε­νώ, σε ε­κεί­νη του Ηλία Βου­τιε­ρί­δη, υ­πάρ­χει το ό­νο­μά της στον κα­τά­λο­γο της γε­νιάς του ’20. Αντι­θέ­τως, στην Ιστο­ρία του Νί­κου Παπ­πά, μνη­μο­νεύε­ται ως “η μο­να­δι­κή α­ξιό­λο­γη ποιή­τρια αυ­τής της γε­νιάς”. Επί­σης, ο Δημ. Τσά­κω­νας δια­τυ­πώ­νει την ά­πο­ψη ό­τι “η Πο­λυ­δού­ρη ε­ξε­λίσ­σει βαθ­μιαία την ποίη­σή της”. Αυ­τές τις Ιστο­ρίες, η Ντου­νιά δεν τις α­να­φέ­ρει. Εμμέ­νει στην υ­πο­τί­μη­ση της Πο­λυ­δού­ρη α­πό την τριά­δα Δη­μα­ράς - Βίτ­τι – Πο­λί­της, α­σχέ­τως αν σε αυ­τούς το στοι­χείο της πα­ρα­γνώ­ρι­σης α­φο­ρά γε­νι­κό­τε­ρα τη γε­νιά του ’20. Δη­λω­τι­κοί εί­ναι οι τίτ­λοι των α­ντί­στοι­χων κε­φα­λαίω­ν: «Το ά­τολ­μο ξε­κί­νη­μα του μο­ντερ­νι­σμού» στον Βίτ­τι, «Η ποίη­ση  ως το 1930» στον Πο­λί­τη.

Τρεις ι­στο­ρι­κοί

Η Ντου­νιά υ­περ­τι­μά ο­ρι­σμέ­νες Ιστο­ρίες, ό­πως του Πο­λί­τη, που θεω­ρεί ό­τι “α­πο­τυ­πώ­νει τον λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να” ή του Ρό­ντρικ Μπή­τον, ό­τι συ­νι­στά “μία νεό­τε­ρη α­πο­τί­μη­ση της λο­γο­τε­χνίας μας”. Αντι­θέ­τως, ε­πι­τι­μά την Ιστο­ρία του Αλέξ. Αργυ­ρίου, με α­να­κρι­βείς α­να­φο­ρές. Λ.χ., στη λο­γο­τε­χνία του με­σο­πο­λέ­μου δεν α­φιε­ρώ­νει “έ­ναν τό­μο 556 σε­λί­δω­ν”  αλ­λά δυο συ­νο­λι­κά 1166 σε­λί­δων. Στον πρώ­το, συ­νο­ψί­ζει την ά­πο­ψή του ως κρι­τι­κός για τις δυο συλ­λο­γές της Πο­λυ­δού­ρη, την ο­ποία συ­μπλη­ρώ­νει στον δεύ­τε­ρο, ό­που “το ί­χνος της Πο­λυ­δού­ρη” φτά­νει τις δυό­μι­σι σε­λί­δες, με βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία και πα­ρά­θε­ση ποιη­μά­των πα­ρα­πλή­σιας έ­κτα­σης με ε­κεί­νη για τους άλ­λους της ο­μά­δας. Ού­τε θα συμ­φω­νού­σα­με πως ο λό­γος που την κρί­νει αυ­στη­ρά εί­ναι η σύ­γκρι­ση με τη γε­νιά του ’30. Μάλ­λον α­ξιο­λο­γεί πε­ρισ­σό­τε­ρο ο­ρι­σμέ­νους πα­ρα­γκω­νι­σμέ­νους α­ντί των προ­βε­βλη­μέ­νων, Πο­λυ­δού­ρη και Λα­πα­θιώ­τη. 
Ένα ση­μα­ντι­κό ση­μείο, που φαί­νε­ται να μη λα­βαί­νει υ­πό­ψη της η με­λε­τή­τρια, εί­ναι οι ό­ροι υ­πό τους ο­ποίους γρά­φε­ται μία κρι­τι­κή α­πο­τί­μη­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, α­πο­δέ­χε­ται τη θε­τι­κή γνώ­μη των τεσ­σά­ρων “ε­γκυ­ρό­τε­ρω­ν”, ό­πως τους χα­ρα­κτη­ρί­ζει, “κρι­τι­κών του με­σο­πο­λέ­μου”, Πα­ρά­σχου, Άγρα, Ου­ρά­νη, Κα­ρα­ντώ­νη, χω­ρίς να προ­σμε­τρά το στοι­χείο, ό­τι δη­μο­σιεύουν τις α­πο­τι­μή­σεις τους κο­ντά στο θά­να­το της Πο­λυ­δού­ρη, ε­πη­ρε­α­σμέ­νοι α­πό την συ­ναι­σθη­μα­τι­κή συ­γκυ­ρία. Ενώ, τις πα­ρα­τη­ρή­σεις μίας με­τα­γε­νέ­στε­ρης κρι­τι­κής του Κα­ρα­ντώ­νη, τις παίρ­νει ως ά­ξο­να της με­λέ­της της, λη­σμο­νώ­ντας πως πρό­κει­ται για πα­ρου­σία­ση των πρώ­των Απά­ντων Πο­λυ­δού­ρη του 1961. Οπό­τε το συ­μπέ­ρα­σμα της βιω­σι­μό­τη­τας της ποίη­σής της αλ­λά και η το­πο­θέ­τη­ση του ζεύ­γους Κα­ρυω­τά­κη-Πο­λυ­δού­ρη σε ε­ξέ­χου­σα θέ­ση μέ­σα στη γε­νιά, έ­στω και κά­πως στα­νι­κά για την δεύ­τε­ρη, έρ­χο­νται ως α­βρό­τη­τα προς υ­πο­στή­ρι­ξη του εγ­χει­ρή­μα­τος. 
Γε­νι­κό­τε­ρα, φαί­νε­ται να μην δί­νει την πρέ­που­σα ση­μα­σία στα πρό­σω­πα που δια­τυ­πώ­νουν μία ά­πο­ψη, εν­δια­φε­ρό­με­νη πε­ρισ­σό­τε­ρο για το θε­τι­κό ή αρ­νη­τι­κό πρό­ση­μο της κρι­τι­κής τους. Ιε­ραρ­χεί τους κρι­τι­κούς με βά­ση τις α­νά­γκες της ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γίας, πα­ρα­βλέ­πο­ντας το ε­κτό­πι­σμά τους. Λ.χ., ε­ξαί­ρει “τον κρι­τι­κό Κώ­στα Στα­μα­τίου”, για­τί αυ­τός, στα “α­να­βρύ­σμα­τα της στιγ­μής” μέ­σα στην ποίη­ση της Πο­λυ­δού­ρη,  ε­ντο­πί­ζει νεω­τε­ρι­κά στοι­χεία α­πό τον πα­ρι­σι­νό ντα­νταϊσμό και υ­περ­ρε­α­λι­σμό,  ή “τη φε­μι­νί­στρια κρι­τι­κό Καί­τη Ζέγ­γε­λη”, για­τί α­πο­φαί­νε­ται πως “η Πο­λυ­δού­ρη έ­χει στο­χα­στι­κό πνεύ­μα”. Την ά­πο­ψη, μά­λι­στα, της κρι­τι­κού ό­τι πρό­κει­ται για “μια δια­νοού­με­νη που την κυ­βερ­νά το έν­στι­κτο”, την χρη­σι­μο­ποιεί ως τίτ­λο στο έ­κτο κε­φά­λαιο, με θέ­μα τη στή­ρι­ξη της Πο­λυ­δού­ρη α­πό δυο φε­μι­νι­στι­κά πε­ριο­δι­κά, «Ο Αγώ­νας της γυ­ναί­κας» που ε­ξέ­δι­δε ο Σύν­δε­σμος για τα δι­καιώ­μα­τα της γυ­ναί­κας και το «Ελλη­νίς» του Εθνι­κού Συμ­βου­λίου Ελλη­νί­δων. Έχουν, ό­μως, α­ξία οι α­πό­ψεις της εν λό­γω κρι­τι­κού του δεύ­τε­ρου πε­ριο­δι­κού; Η Ντου­νιά α­πα­ντά κα­τα­φα­τι­κά, με τον μάλ­λον σα­θρό συλ­λο­γι­σμό, ό­τι “οι γυ­ναί­κες κρι­τι­κοί γνω­ρί­ζουν τον δύ­σκο­λο και πο­λυ­μέ­τω­πο α­γώ­να μιας νέ­ας γυ­ναί­κας”, χω­ρίς να λαμ­βά­νει υ­πό­ψη πως το 1930  τα εν λό­γω πε­ριο­δι­κά ζη­τού­σαν με α­γω­νι­στι­κή διά­θε­ση να α­να­βαθ­μί­σουν το γυ­ναι­κείο πρό­τυ­πο. 

Πα­ρα­δο­σια­κή ή μο­ντέρ­να

Πα­ρο­μοίως, στο ό­γδοο κε­φά­λαιο, ό­που πο­λιορ­κεί το ε­ρώ­τη­μα “πα­ρα­δο­σια­κή ή μο­ντέρ­να” η ποίη­ση της Πο­λυ­δού­ρη, α­να­φέ­ρε­ται “στον συ­σχε­τι­σμό των ποιη­μά­των της  με την ποίη­ση του Σο­λω­μού”, που δια­τυ­πώ­νει ο ε­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της, α­φα­νής σή­με­ρα, Γιάν­νης Χον­δρο­γιάν­νης. Στο προ­η­γού­με­νο κε­φά­λαιο, έ­χουν ε­ντο­πι­στεί “ε­κλε­κτι­κές συγ­γέ­νειες” της Πο­λυ­δού­ρη με τους Γάλ­λους “κα­τα­ρα­μέ­νους” ποιη­τές, αν και κά­πως έμ­με­σες. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, η Ζέγ­γε­λη α­να­φέ­ρει ως πρό­γο­νό της την Γαλ­λί­δα ποιή­τρια του 19ου αιώ­να, Μαρ­σε­λίν Βαλ­μό­ρ, η ο­ποία, χά­ρις στο θαυ­μα­σμό του Μπων­τλαίρ και την με­γά­λη ε­κτί­μη­ση του Ρε­μπώ, συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε α­πό τον Βερ­λαίν στους “κα­τα­ρα­μέ­νους” ποιη­τές. Από ε­κεί και πέ­ρα, ε­πι­ση­μαί­νε­ται συγ­γέ­νεια στα βιο­γρα­φι­κά Βαλ­μό­ρ-Πο­λυ­δού­ρη (έ­νας με­γά­λος έ­ρω­τας που τε­λείω­σε γρή­γο­ρα αλ­λά έ­δω­σε το ποιη­τι­κό υ­πο­κεί­με­νο των στί­χων τους), ε­νώ, στην ποίη­ση αμ­φο­τέ­ρων, υ­πάρ­χει “το χά­ρι­σμα της ε­ξο­μο­λό­γη­σης”. Κα­τά τη Ντου­νιά, το ό­τι “η Πο­λυ­δού­ρη πε­ριέ­λα­βε δυο ποιή­μα­τα της Βαλ­μόρ στις λι­γο­στές με­τα­φρά­σεις της έμ­με­σα υ­πο­γραμ­μί­ζει τη συγ­γέ­νειά της”. Ωστό­σο, να θυ­μί­σου­με πως αυ­τές οι με­τα­φρά­σεις έ­γι­ναν το 1929 και ό­τι η Πο­λυ­δού­ρη στά­θη­κε ε­τε­ρό­φω­τη στις με­τα­φρα­στι­κές ε­πι­λο­γές της. Επί­σης, ό­τι εί­χε προ­η­γη­θεί η εν­θου­σιώ­δης πα­ρου­σία­ση της Βαλ­μόρ α­πό τον Από­στο­λο Με­λα­χρι­νό στο «Φρα­γκέ­λιο», Ιαν. 1928, με ποίη­μά της με­τα­φρα­σμέ­νο α­πό τον Α. Σκου­ζέ και την α­δελ­φή του Βέλ­μου, Τα­τια­νή. Ενώ, στο ε­πό­με­νο φύλ­λο, προ­στί­θε­νται ποιή­μα­τα σε με­τα­φρά­σεις Ν. Γιο­κα­ρί­νη, Με­λα­χρι­νού και Μή­τσου Πα­πα­νι­κο­λά­ου. Αν και ο Βέλ­μος εί­χε πα­ρου­σιά­σει την Βαλ­μόρ πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, ό­ταν η Πο­λυ­δού­ρη ή­ταν α­κό­μη μα­θή­τρια στην Κα­λα­μά­τα.
    Μέ­νει το πέ­μπτο κε­φά­λαιο, ό­που η Ντου­νιά πα­ρου­σιά­ζει κρι­τι­κά, χω­ρίς τους λό­γους των άλ­λων, τις δυο ποιη­τι­κές συλ­λο­γές της Πο­λυ­δού­ρη, ε­πι­κα­λού­με­νη ω­στό­σο και το γε­γο­νός ό­τι η δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή  “γνώ­ρι­σε την ο­μό­φω­νη κρι­τι­κή α­πο­δο­χή”. Πώς αλ­λιώς, Δεκ. 1929, ό­ταν κά­θε ελ­πί­δα για α­νά­καμ­ψη της υ­γείας της εί­χε ε­κλεί­ψει. Εδώ, η με­λε­τή­τρια α­να­φέ­ρει και το μυ­θι­στό­ρη­μα της Πο­λυ­δού­ρη, που θα α­πο­τε­λεί το κυ­ρίως μέ­ρος του δεύ­τε­ρου τό­μου των Απά­ντων, με τα Πε­ζά. Η πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του έ­γι­νε στα Άπα­ντα του Μεν­δρά­κου, η μελ­λο­ντι­κή θα πα­ρου­σιά­ζει δυο ε­ναλ­λα­κτι­κές γρα­φές και θα συ­νο­δεύε­ται α­πό σχό­λια. Το προ­α­ναγ­γέλ­λει ως “ε­ξαι­ρε­τι­κά εν­δια­φέ­ρον έρ­γο” λό­γω  “α­φη­γη­μα­τι­κής τόλ­μης” και  “μο­ντέρ­νας δο­μής”. Όπως πα­ρου­σία­ζε και ε­κεί­νο της Ρω­ζέτ­τη. Άλλη μία σύ­μπτω­ση, στο τέ­λος του 1926, η Πο­λυ­δού­ρη πα­ρα­δί­δει στον εκ­δό­τη Χρυ­σό­στο­μο Γαν­νιά­ρη το μυ­θι­στό­ρη­μά της, τέ­λη 1927 παίρ­νει την αρ­νη­τι­κή α­πά­ντη­ση. Φθι­νό­πω­ρο 1929, ο Γαν­νιά­ρης εκ­δί­δει το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ρω­ζέτ­τη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/7/2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια: