Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Ασσασ­σί­νοι, Χρυ­σαυ­γί­τες, με­τα­νά­στες

 Έφη­βος Βα­σι­λι­κός Πύ­θω­νας
ή ο πύ­θων της κρί­σης.











 Νί­κος Α. Μά­ντης
«Πέ­τρα ψα­λί­δι χαρ­τί»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Νοέμ­βριος 2014


Ακό­μη δεν τον εί­δα­με Γιαν­νά­κη τον βα­φτί­σα­με. Αλλά ά­παξ και τον βα­φτί­σα­με, που ση­μαί­νει ό­τι α­πο­δε­χτή­κα­με πως έ­χει προ­κύ­ψει ι­διαί­τε­ρη κα­τη­γο­ρία βι­βλίων που ε­ντάσ­σο­νται στη “λο­γο­τε­χνία της κρί­σης”, αυ­τά  πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται. Η θε­μα­τι­κή ο­μπρέ­λα, έ­τσι κι αλ­λιώς, εί­ναι με­γά­λη. Αρκεί να υ­πάρ­χει έ­στω και έ­νας ή­ρωας ά­στε­γος, α­πο­λυ­μέ­νος α­πό την ερ­γα­σία του ή, γε­νι­κό­τε­ρα, δυ­στυ­χής, δε­δο­μέ­νης και πρό­σφα­της βρε­τα­νι­κής έ­ρευ­νας ε­πι­στη­μο­νι­κού ε­πι­πέ­δου, που έ­δει­ξε ό­τι δυ­στυ­χία στα λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία Αγγλό­φω­νων και Γερ­μα­νό­φω­νων, μέ­σα στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία, ση­μαί­νει οι­κο­νο­μι­κή δυ­στυ­χία. Για α­κό­μη, μά­λι­στα, με­γα­λύ­τε­ρο ά­νοιγ­μα αυ­τής της νεό­τευ­κτης λο­γο­τε­χνι­κής κα­τη­γο­ρίας, φτά­νει η υ­πό­θε­ση του βι­βλίου να ε­κτυ­λίσ­σε­ται στην “Αθή­να της κρί­σης”. Όσο α­φο­ρά την Ελλά­δα της κρί­σης, αυ­τή υ­πάρ­χει μό­νο ως α­να­φο­ρά, κα­θώς σπα­νίως η ι­στο­ρία α­πλώ­νε­ται στον υ­πό­λοι­πο γεω­γρα­φι­κό χώ­ρο, ό­πως στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Χρή­στου Οι­κο­νό­μου, «Το κα­λό θα ’ρθει α­πό τη θά­λασ­σα».
Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, εί­ναι εν­δει­κτι­κό πως το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα αυ­τής της κα­τη­γο­ρίας, που α­πέ­σπα­σε βρα­βείο, τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Άγρια Ακρό­πο­λη». Σύμ­φω­να με τον συγ­γρα­φέα του, Νί­κο Μά­ντη, εί­ναι “έ­να κα­θα­ρό­αι­μο βι­βλίο ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας, στο ο­ποίο οι ση­με­ρι­νοί ε­φιάλ­τες προ­βάλ­λο­νται στην Αθή­να του 2159 μ.Χ.”, η ο­ποία πε­ρι­γρά­φε­ται ως “μία ε­ντε­λώς διε­θνο­ποιη­μέ­νη κοι­νω­νία πο­λυε­θνι­κών, βα­σι­σμέ­νη στους κα­νό­νες διοί­κη­σης του ε­ται­ρι­κού μά­νατ­ζμε­ντ”. Η ο­ρο­λο­γία υ­πο­δη­λώ­νει τη νο­μι­κή ι­διό­τη­τα του Νί­κου Λα­μπρό­που­λου, που κρυ­βό­ταν μέ­χρι πρό­τι­νος πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Νί­κος Μά­ντης. Ο ί­διος α­πο­κά­λυ­ψε την ψευ­δω­νυ­μία με­τά τη βρά­βευ­ση και του εν λό­γω, τρί­του πε­ζο­γρα­φι­κού βι­βλίου του, μη α­ντέ­χο­ντας στον πει­ρα­σμό της προ­βο­λής.
Η συ­γκε­κρι­μέ­νη κα­τη­γο­ρία πε­ζο­γρα­φι­κών βι­βλίων, χά­ρις και στο εύ­ρος της θε­μα­τι­κής που ε­πι­τρέ­πει, τεί­νει να κα­λύ­ψει σχε­δόν το σύ­νο­λο της πα­ρα­γω­γής. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λουν, βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές και κρι­τι­κοί, που “α­γκα­λιά­ζου­ν” βι­βλία αυ­τού του τύ­που, κα­θώς τους δί­νουν την ευ­και­ρία να γρά­ψουν για “τα καυ­τά προ­βλή­μα­τα της ε­πι­και­ρό­τη­τας”, κα­τα­πώς α­πο­κα­λού­νται στο δη­μο­σιο­γρα­φί­ζον λε­κτι­κό τα οι­κο­νο­μι­κά ε­πα­κό­λου­θα της κρί­σης. Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός λο­γο­τε­χνι­κό βι­βλίο, προ­κύ­πτει μάλ­λον σαν πα­ρελ­κό­με­νος, πα­ρά ως δια­πί­στω­ση βά­σει αι­σθη­τι­κών κρι­τη­ρίων, α­πο­βλέ­πο­ντας στη με­γα­λύ­τε­ρη προ­βο­λή του συ­γκε­κρι­μέ­νου τύ­που βι­βλίων. Ηθο­γρα­φή­μα­τα ή προς α­πο­φόρ­τι­ση του κα­κό­ση­μου χα­ρα­κτή­ρα της λέ­ξης, νε­ο­η­θο­γρα­φή­μα­τα, ρε­α­λι­στι­κά ή και έκ­δη­λα να­του­ρα­λι­στι­κά, που τε­λευ­ταία ε­πι­κρά­τη­σε να α­να­φέ­ρο­νται, και πά­λι προς ε­ξω­ραϊσμό της λέ­ξης, “φέ­τες ζωής”, α­πα­ξά­πα­ντα συ­στή­νο­νται ως λο­γο­τε­χνία. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη κα­τη­γο­ρία βι­βλίων, δεν γί­νε­ται, του­λά­χι­στον ε­πί του πα­ρό­ντος, λό­γος πε­ρί πα­ρα­λο­γο­τε­χνίας.
Οι ο­ποιεσ­δή­πο­τε κρί­σεις, ό­μως, πο­λι­τι­κές πα­λαιό­τε­ρα, οι­κο­νο­μι­κές σή­με­ρα, ε­πα­να­φέ­ρουν στο προ­σκή­νιο την α­σα­φώς ο­ρι­ζό­με­νη αλ­λά ση­μα­ντι­κή στη συλ­λο­γι­κή συ­νεί­δη­ση “τά­ξη των δια­νοου­μέ­νω­ν”. Εντός της ο­ποίας, οι συγ­γρα­φείς α­πο­τε­λούν έ­να η­γε­μο­νι­κό τμή­μα. Έτσι, ε­πα­να­κά­μπτουν συ­ζη­τή­σεις για τον “συγ­γρα­φέα σε πε­ρι­βάλ­λον κρί­σης” ή “α­πέ­να­ντι στην κρί­ση”, συ­νο­πτι­κό­τε­ρα, για “τον ρό­λο του συγ­γρα­φέ­α”. Προ­κύ­πτουν η­με­ρί­δες, συ­να­ντή­σεις, κύ­κλοι και συ­να­φείς εκ­δη­λώ­σεις, ό­που “έ­γκρι­τα μέ­λη της συγ­γρα­φι­κής κοι­νό­τη­τας” α­πο­φαί­νο­νται υ­πέρ ε­νός ε­νερ­γού ρό­λου του συγ­γρα­φέα σε πε­ριό­δους αιχ­μής. Το βα­σι­κό­τε­ρο, α­πε­νο­χο­ποιούν τον τυ­χόν ε­πι­και­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα του έρ­γου του. Οπό­τε ε­κεί­νος εν­δί­δει στη μυ­θο­πλα­στι­κή ευ­κο­λία, που ε­ξα­σφα­λί­ζει το πλη­θω­ρι­κό σε α­φορ­μές και γε­γο­νό­τα πα­ρόν, με α­να­παυ­μέ­νη τη συ­νεί­δη­σή του πως α­ντα­πο­κρί­νε­ται σε ό,τι η συγ­γρα­φι­κή κοι­νό­τη­τα α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ως “πιε­στι­κό αί­τη­μα της κοι­νω­νίας”.
Ει­κά­ζου­με πως αί­σθη­μα υ­πο­χρέω­σης α­πέ­να­ντι στη χει­μα­ζό­με­νη χώ­ρα θα πρέ­πει να ώ­θη­σε τον Μά­ντη να συμ­βάλ­λει με έ­να δεύ­τε­ρο βι­βλίο στη “λο­γο­τε­χνία της κρί­σης”. Ίσως και α­δι­κώ­ντας ε­αυ­τόν, κα­θώς το ε­τοί­μα­σε σε “χρό­νο ντε τε”, κα­τά τη σλαν­γκ των η­ρώων του. Νοέμ­βριο 2013 βγή­κε α­πό το τυ­πο­γρα­φείο το «Άγρια Ακρό­πο­λη», Νοέμ­βριο 2014 το «Πέ­τρα ψα­λί­δι χαρ­τί». Πι­θα­νώς, λό­γω στε­νό­τη­τας χρό­νου, αυ­τό το δεύ­τε­ρο δεν βγή­κε μυ­θι­στό­ρη­μα. Απε­φεύ­χθη, πά­ντως, χά­ρις στην ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα του συγ­γρα­φέα, ο συ­νή­θης α­ντιε­μπο­ρι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός “συλ­λο­γή διη­γη­μά­τω­ν”. Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός “σπον­δυ­λω­τό μυ­θι­στό­ρη­μα”, που ε­πέ­λε­ξε, δη­λώ­νει ό­τι πρό­κει­ται για κά­τι “σαν μυ­θι­στό­ρη­μα”, α­νε­ξάρ­τη­τα αν αυ­τό βρί­σκε­ται πλη­σιέ­στε­ρα σε συλ­λο­γή “σύ­ντο­μων ι­στο­ριώ­ν”. Στην πα­ρου­σία­ση των αυ­τό­νο­μων ι­στο­ριών ως τμη­μά­των μίας ε­νό­τη­τας, βο­η­θά η το­πο­θέ­τη­σή τους στον ί­διο χρό­νο και τό­πο, δη­λα­δή στην “Αθή­να της κρί­σης”. Βα­σι­κό, πά­ντως, τέ­χνα­σμα για την ε­πί­τευ­ξη του σπον­δυ­λω­τού χα­ρα­κτή­ρα πα­ρα­μέ­νει το πη­γαι­νέ­λα των η­ρώων α­πό τη μία ι­στο­ρία στην άλ­λη, αλ­λά­ζο­ντας θέ­ση στο κα­στ των προ­σώ­πων, α­πό πρω­τα­γω­νι­στές σε δευ­τε­ρα­γω­νι­στές ή και α­πλώς α­να­φε­ρό­με­να πρό­σω­πα.
Για το πλά­σι­μο των α­θλίων της Αθή­νας, η προ­σω­πι­κή ε­μπει­ρία δεν εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη. Ούτε ο Ουγκώ είχε κατεβή στους υπονόμους των Πα­ρι­σίων. Επι­προ­σθέ­τως, σή­με­ρα, με την η­λεκ­τρο­νι­κή ε­νη­μέ­ρω­ση, δεν α­παι­τεί­ται ού­τε καν ε­πι­τό­πια έ­ρευ­να. Ωστό­σο, ο Μά­ντης, πα­ρου­σιά­ζο­ντας το βι­βλίο του, ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως ή­ρωες και κα­τα­στά­σεις, “εί­ναι ό­λα και ό­λοι, μα­σκα­ρε­μέ­νοι, ε­πι­νο­η­μέ­νοι αλ­λά και ε­ντε­λώς υ­παρ­κτοί”. Προ­σθέ­τει, μά­λι­στα, πως έ­χει α­γω­νία “να μην προ­δώ­σει και να μην προ­δο­θεί”. Οπό­τε, πι­θα­νώς να αν­τλεί και α­πό τη δι­κη­γο­ρι­κή του ε­μπει­ρία. Οι ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κές εκ­φρά­σεις, πά­ντως, που χρη­σι­μο­ποιεί, ξε­νί­ζουν με την α­δό­κι­μη εκ­φρα­στι­κή τους, που μάλ­λον υ­πο­δη­λώ­νει συγ­γρα­φι­κή α­μη­χα­νία: “Πρώ­τη φο­ρά αγ­γί­ζω με το δέρ­μα της τέ­χνης μου καυ­τές ε­πι­φά­νειες, ά­γριες, τσι­με­ντέ­νιες.” “Για πρώ­τη φο­ρά προ­σπά­θη­σα να αρ­μέ­ξω την μπα­να­λι­τέ της ζωής”. Εκτός κι αν ε­πι­ζη­τά να ε­ναρ­μο­νι­στεί με τους “μπα­νά­λ” ή­ρωές του, πα­ρα­συ­ρό­με­νος και α­πό “το δέρ­μα της ψυ­χής μου”, που τρα­γου­δά­ει η Λέ­να Αλκαίου.
Το μό­το του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος εί­ναι α­πό τον χρυ­σό δί­σκο του Άκη Πά­νου. “Θέ­λω να τα πω ό­πως υ­πάρ­χουν στο μυα­λό / Θέ­λω να τα πω σα να πα­ρα­μι­λώ”. Ο συγ­γρα­φέ­ας με αυ­τό το τριά­ντα τό­σο χρό­νων σου­ξέ προϊδεά­ζει για την προ­φο­ρι­κό­τη­τα των ι­στο­ριών του και το χύ­μα χα­ρα­κτή­ρα ό­σων λό­γων εκ­φέ­ρουν οι ή­ρωες ή αρ­θρώ­νουν εν­δο­μύ­χως. Δί­πλα στους στί­χους του τρα­γου­δο­ποιού, ως μό­το του πρώ­του κε­φα­λαίου, ε­πι­λέ­γε­ται η ερ­μη­νεία του πρώ­του ο­ριε­ντα­λι­στή Σιλ­βέ­στρου ντε Σά­συ για τους “ασ­σασ­σί­νους”. Επί­και­ρη η α­νά­κλη­ση αυ­τής της ισ­λα­μι­κής αί­ρε­σης, που τρο­μο­κρα­τού­σε τους Σταυ­ρο­φό­ρους, θεω­ρώ­ντας τη δο­λο­φο­νία των ε­χθρών θρη­σκευ­τι­κό κα­θή­κον. Δέ­κα αιώ­νες αρ­γό­τε­ρα, μό­νο η ε­τυ­μο­λο­γία των λέ­ξεων αλ­λά­ζει. Η πρό­σφα­τη αί­ρε­ση των τζι­χα­ντι­στών, με την ο­νο­μα­σία της, υ­πο­γραμ­μί­ζει την ιε­ρό­τη­τα του πο­λέ­μου. Η ο­νο­μα­το­δο­σία της πα­λαιό­τε­ρης έ­γι­νε α­πό το χα­σίς, με το ο­ποίο οι πι­στοί πε­ριέρ­χο­νταν σε ο­ρα­μα­τι­κή έκ­στα­ση για τους μελ­λού­με­νους πα­ρα­δεί­σους, εν­δυ­να­μώ­νο­ντας ε­αυ­τούς προ της φο­νι­κής δρά­σης.
Το μό­το του πρώ­του κε­φα­λαίου ει­σά­γει τους “ασ­σασ­σί­νους” ως κυ­ρίαρ­χους ή­ρωες ο­λό­κλη­ρου του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, έ­στω κι αν δεν έ­χουν νευ­ραλ­γι­κό ρό­λο σε ό­λους τους σπον­δύ­λους του. Ήδη, α­πό τις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 1990, εμ­φα­νί­ζο­νται με­τα­νά­στες - κυ­ρίως Αλβα­νοί, με­τά προ­στέ­θη­καν οι Σλα­βό­φω­νοι - στα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων. Κα­τά κα­νό­να, πα­ρου­σιά­ζο­νται ως η­θι­κά στοι­χεία, που α­δι­κού­νται. Ο Μά­ντης τους πα­ρου­σιά­ζει μεν ως “ασ­σασ­σί­νους”, αλ­λά εξ α­νά­γκης. Σε κά­ποιους, μά­λι­στα, δί­νει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τρα­γι­κού ή­ρωα. Όλοι τους κι­νού­νται εν μέ­σω θιά­σου, α­πο­τε­λού­με­νου α­πό τρο­μο­κρα­τη­μέ­νους ντό­πιους. Αυ­τοί οι αλ­λο­δα­ποί “ασ­σασ­σί­νοι” πρω­τα­γω­νι­στούν στις πιο ε­ντυ­πω­σια­κές “φέ­τες ζωής”, που αν­τλεί α­πό “το γκρί­ζο πα­ρό­ν”, ε­νώ συμ­με­τέ­χουν και στη μελ­λο­ντο­λο­γι­κή ου­ρά του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Κά­τι σαν μυ­θι­στό­ρη­μα φα­ντα­σίας, ό­χι ό­μως ε­πι­στη­μο­νι­κής, αλ­λά ι­δε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κής. Σε σύ­γκρι­ση με το προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, θα το χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με “λάι­τ” μελ­λο­ντο­λο­γία, του­λά­χι­στον ως προς το μέ­γε­θος της προ­βο­λής στο μέλ­λον. Αντί των αρ­χών του 22ου αιώ­να, που φα­ντα­σιω­νό­ταν στο προ­η­γού­με­νο, ε­δώ αρ­κεί­ται στην ε­πι­νό­η­ση για την ε­παύ­ριον μιας κυ­βέρ­νη­σης “ε­θνι­κής σω­τη­ρίας”, πλα­σμέ­νης στο πρό­τυ­πο πα­λαιό­τε­ρων δι­κτα­το­ρι­κών κα­θε­στώ­των. Αυ­τή προ­κύ­πτει ως ε­πα­κό­λου­θο της κρί­σης, αλ­λά και της α­νι­κα­νό­τη­τας πο­λι­τι­κών προο­δευ­τι­κής πα­ρά­τα­ξης. Στε­ρεό­τυ­πη σύλ­λη­ψη, κα­θώς υιο­θε­τεί τις ζο­φε­ρές προ­βλέ­ψεις της κρί­σης για άν­θι­ση της “λαϊκί­στι­κης ρι­ζο­σπα­στι­κής δε­ξιάς”.
Η κρί­ση, στις δια­δο­χι­κές φά­σεις της, α­πο­τυ­πώ­νε­ται σε μία μό­νο α­πό τις συ­νο­λι­κά πέ­ντε ι­στο­ρίες του βι­βλίου. Μέ­νει, ό­μως, η ε­ντύ­πω­ση ό­τι κυ­ριαρ­χεί, κα­θώς οι ι­στο­ρίες τε­μα­χί­ζο­νται και τα τμή­μα­τά τους πα­ρα­τάσ­σο­νται σε μία μάλ­λον αυ­θαί­ρε­τη σει­ρά. Ακρι­βέ­στε­ρα, το μυ­θι­στό­ρη­μα χω­ρί­ζε­ται σε τρία μέ­ρη. Το πρώ­το εί­ναι το ε­κτε­νέ­στε­ρο, με έ­ξι κε­φά­λαια και τις τέσ­σε­ρις ι­στο­ρίες, α­πό τις ο­ποίες οι δυο ο­λο­κλη­ρώ­νο­νται σε έ­να κε­φά­λαιο, μία α­πλώ­νε­ται σε δυο μη συ­νε­χό­με­να κε­φά­λαια, ε­νώ η ι­στο­ρία της κρί­σης κα­τα­λαμ­βά­νει το πρώ­το και το έ­κτο κε­φά­λαιο, με έ­να τε­λευ­ταίο τμή­μα να αυ­το­νο­μεί­ται στο τρί­το μέ­ρος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που έ­χει έ­να μό­νο κε­φά­λαιο. Αυ­το­τε­λής η πέ­μπτη ι­στο­ρία, ε­ξε­λίσ­σε­ται στο δεύ­τε­ρο μέ­ρος, που χω­ρί­ζε­ται σε τρία συ­νε­χό­με­να κε­φά­λαια.
Ου­σια­στι­κά, πρό­κει­ται για τέσ­σε­ρις “φέ­τες ζωής” συν μία πα­ρω­δία. Η βα­σι­κή “φέ­τα ζωής” εί­ναι αυ­τή της κρί­σης, που ξε­κι­νά­ει στο πρώ­το κε­φα­λαίο, με δυο πρε­ζά­κη­δες, ψι­λο­διαρ­ρή­κτες για τη δό­ση τους, έ­ναν Αλβα­νό, που ήρ­θε δε­κά­χρο­νος στην Ελλά­δα και τον συμ­μα­θη­τή του, Ρου­μά­νο, που έ­γι­νε Χρυ­σαυ­γί­της και εί­δε φως, κα­θώς, α­πό παι­δί της σφα­λιά­ρας, με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε σω­στό “ασ­σασ­σί­νο”. Ο συγ­γρα­φέ­ας δο­κι­μά­ζει και δο­κι­μά­ζε­ται σε πε­ρισ­σό­τε­ρους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους. Σε αυ­τήν, την πρώ­τη “φέ­τα ζωής”, κα­θώς εί­ναι χω­ρι­σμέ­νη σε τρία μέ­ρη, ε­πε­ξερ­γά­ζε­ται τρεις α­φη­γη­μα­τι­κές μορ­φές. Στο πρώ­το τε­μά­χιο της ι­στο­ρίας, πα­ρου­σιά­ζει τον βίο και την πο­λι­τεία του δι­δύ­μου των με­τα­να­στών μέ­σα α­πό το μα­κρύ μο­νό­λο­γο του Αλβα­νού, που κρα­τά­ει, ό­ση ώ­ρα πη­γαί­νει πε­ζή, α­πό Ομό­νοια μέ­χρι Φορ­μίω­νος στο Πα­γκρά­τι και στη συ­νέ­χεια, μέ­χρι Φρα­ντζή στο Νέο Κό­σμο.
Ναρ­κο­μα­νής, με έ­ντο­να συ­μπτώ­μα­τα συν­δρό­μου στέ­ρη­σης, περ­πα­τά­ει, τρέ­χει, τρε­κλί­ζει, πα­ρό­λα αυ­τά ού­τε στιγ­μή δεν χά­νει τον ειρ­μό κα­τά τις πα­ρελ­θο­ντι­κές α­να­δρο­μές. Για­τί αν τον έ­χα­νε, πο­λύ θα δυ­σκό­λευε τον α­να­γνώ­στη. Ο συγ­γρα­φέ­ας, αυ­τήν την πα­ρα­χώ­ρη­ση στην α­να­γνω­σι­μό­τη­τα του πο­νή­μα­τός του, την α­ντι­σταθ­μί­ζει με μα­κριές προ­τά­σεις χω­ρίς τε­λεία στο αρ­μό­ζον ι­διό­λε­κτο, αλ­λά και με ε­πι­τα­χυ­νό­με­νο ρυθ­μό, α­νά­λο­γο με τη σύγ­χυ­ση που δια­κα­τέ­χει τον ή­ρωα. Πε­ρι­γρά­φει στέ­κια και α­στυ­νο­μι­κές κα­τα­διώ­ξεις, πα­ράλ­λη­λα με την ε­ξι­στό­ρη­ση των δει­νών των Αλβα­νών. Πολ­λα­πλώς ι­στο­ρη­μέ­να μεν, αλ­λά ε­δώ γί­νο­νται πλέ­ον ε­ρε­θι­στι­κά, κα­θώς η τα­λαί­πω­ρη Αλβα­νή μη­τέ­ρα κα­τόρ­θω­σε μεν να πα­ντρευ­τεί Έλλη­να, αλ­λά της προέ­κυ­ψε παι­δε­ρα­στής. Το θύ­μα, η βια­σθεί­σα, Αλβα­νί­δα κό­ρη, πρω­τα­γω­νι­στεί, στο κα­τα­λη­κτι­κό κε­φά­λαιο, ως άλ­λη Αντι­γό­νη, σε ρό­λο ντε­τέ­κτι­β-εκ­δι­κη­τή.
Το δεύ­τε­ρο τε­μά­χιο, για την τύ­χη του Ρου­μά­νου, έ­χει τη μορ­φή σύ­ντο­μων, δια­δο­χι­κών στι­χο­μυ­θιών με­τα­ξύ δυο προ­σώ­πων, χω­ρίς α­φη­γη­μα­τι­κές γέ­φυ­ρες. Ενώ, το τρί­το, γύ­ρω α­πό την κα­τά­λη­ξη της αλ­βα­νι­κής οι­κο­γέ­νειας, προ­σο­μοιά­ζει με μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό θρί­λερ. Εδώ, σε α­ντι­πα­ρά­θε­ση προς την αλ­βα­νι­κή ο­δύσ­σεια, α­να­πα­ρί­στα­ται η ζωή τρι­με­λούς οι­κο­γέ­νειας των βο­ρείων προ­α­στίων, που κα­τοι­κεί σε με­ζο­νέ­τα της Πο­λι­τείας τε­τρα­κο­σίων τε­τρα­γω­νι­κών. Ο συγ­γρα­φέ­ας, για να α­πο­δώ­σει με ε­πάρ­κεια τους αυ­τουρ­γούς της κρί­σης, ε­πι­στρα­τεύει ό­λα τα σχε­τι­κά στε­ρεό­τυ­πα, α­να­με­μιγ­μέ­να με εκ­κε­ντρι­κές συ­νή­θειες πλου­σίων, ό­πως έ­ναν έ­φη­βο πύ­θω­να ως κα­τοι­κί­διο.
Η δεύ­τε­ρη “φέ­τα ζωής”, που α­πο­τε­λεί­ται α­πό δυο μέ­ρη,  α­φο­ρά έ­να ζευ­γά­ρι δι­κη­γό­ρων, με ε­πι­τυ­χη­μέ­νη ε­παγ­γελ­μα­τι­κή στα­διο­δρο­μία στον ι­διω­τι­κό το­μέα, με­σαίας οι­κο­νο­μι­κής ε­πι­φά­νειας, που του συμ­βαί­νουν α­πί­θα­νες α­τυ­χίες. Κα­τ’ αρ­χήν, α­πο­κτά έ­να βρέ­φος-τέ­ρας, “το μω­ρό της κρί­σης”, ό­πως το α­πο­κά­λε­σαν. Ενώ, στο δεύ­τε­ρο μέ­ρος, α­φού έ­χουν α­παλ­λα­γεί α­πό το παι­δί, χω­ρίς συ­ναι­σθη­μα­τι­κές α­βα­ρίες, ου­σια­στι­κά το έ­χουν ξε­χά­σει σε Ίδρυ­μα, υ­φί­στα­νται τις συ­νή­θεις οι­κο­νο­μι­κές συ­νέ­πειες της κρί­σης. Μό­νο που σε αυ­τούς φθά­νουν μέ­χρι το βια­σμό της γυ­ναί­κας α­πό διαρ­ρή­κτη, που πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε πως έ­κρυ­βαν στο δια­μέ­ρι­σμά τους μι­σό ε­κα­τομ­μύ­ριο ευ­ρώ, το ο­ποίο εί­χαν α­πο­σύ­ρει για με­γα­λύ­τε­ρη α­σφά­λεια, και μπού­κα­ρε. Το δρά­μα, ό­μως, του συ­ζύ­γου βρί­σκε­ται στο ό,τι ε­κεί­νη το α­πή­λαυ­σε. Τε­λι­κά, ο λη­στής ή­ταν ο Ρου­μά­νος-Χρυ­σαυ­γί­της της προ­η­γού­με­νης ι­στο­ρίας. Δια­φο­ρε­τι­κής α­τμό­σφαι­ρας εί­ναι το πρώ­το τμή­μα της ι­στο­ρίας τους, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη σχέ­ση της μη­τέ­ρας της γυ­ναί­κας με το τε­ρα­τό­μορ­φο εγ­γό­νι της. Ο συγ­γρα­φέ­ας πε­ρι­γρά­φει ε­πί­σκε­ψή της στο ί­δρυ­μα, συν­δυά­ζο­ντας σκη­νές ω­μού ρε­α­λι­σμού με ο­νει­ρι­κού τύ­που φα­ντα­σιώ­σεις. Ως α­πο­τέ­λε­σμα, η ψυ­χο­λο­γία της γυ­ναί­κας δεί­χνει μάλ­λον α­ντι­φα­τι­κή.
Γε­νι­κό­τε­ρα, δεν τον α­πα­σχο­λούν τό­σο οι χα­ρα­κτή­ρες. Σε με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση, σκια­γρα­φεί χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς τύ­πους για να α­πο­τυ­πώ­σει νο­ση­ρές έως και βδε­λυ­ρές κα­τα­στά­σεις. Γι’ αυ­τό και ε­πι­μέ­νει σε με­τα­νά­στες, Χρυ­σαυ­γί­τες, διε­φθαρ­μέ­νους πο­λι­τι­κούς, ι­δε­ο­λο­γι­κούς ιν­στρού­χτο­ρες ε­πί Χού­ντας, που κα­τέ­λη­ξαν μί­ζε­ροι γέ­ρο­ντες, και α­κό­μη, ο­μο­φυ­λό­φι­λους με α­η­δή χού­για. Πα­ρά­δειγ­μα, η  τρί­τη “φέ­τα ζωής”, ό­που ξε­δι­πλώ­νει την τό­σο προ­σφι­λή στα ΜΜΕ ι­στο­ρία, με τους με­τα­νά­στες να στοι­βά­ζο­νται σε πα­λαιές πο­λυ­κα­τοι­κίες του α­θη­ναϊκού κέ­ντρου. Προ­τι­μά την πλέ­ον εν­δια­φέ­ρου­σα εκ­δο­χή, που θέ­λει τον θύ­τη να εί­ναι κι αυ­τός αλ­λο­δα­πός. Επι­νο­εί, ω­στό­σο, και μία ι­στο­ρία, που α­κό­μη δεν έ­χει προ­κύ­ψει, ή, του­λά­χι­στον, δεν α­πο­τέ­λε­σε εί­δη­ση των ΜΜΕ. Στο ί­διο κε­λί των φυ­λα­κών Κο­ρυ­δαλ­λού, βρί­σκο­νται κρα­τού­με­νοι, έ­νας βα­σα­νι­στής ε­πί Χού­ντας και έ­να α­πό τα θύ­μα­τά του, τό­τε φοι­τη­τής, που ε­ξε­λί­χτη­κε σε γε­νι­κό γραμ­μα­τέα υ­πουρ­γείου και υ­πέ­πε­σε στο σφάλ­μα του δω­ρο­λη­ψίας.
Στο ι­δε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κό ε­πί­πε­δο το­πο­θε­τεί­ται και το δεύ­τε­ρο μέ­ρος. Πρό­κει­ται για μία πα­ρω­δία της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής πε­ριό­δου, που φτά­νει μέ­χρι σή­με­ρα, α­πο­κτώ­ντας χρο­νι­κό εύ­ρος μιας α­κε­ραίας γε­νιάς, α­πό τον ε­κλο­γι­κό θρίαμ­βο του ΠΑ­ΣΟ­Κ, το 1981, μέ­χρι τη φυ­λά­κι­ση του πρώ­του τη τά­ξει υ­πουρ­γού. Θυ­μί­ζου­με πως η πα­παν­δρεϊκή πε­ρίο­δος έ­χει α­πο­δο­θεί με τον τρό­πο της πα­ρω­δίας, χω­ρίς χον­δρο­ει­δείς α­πλο­ποιή­σεις, α­πό τον Γιώρ­γη Για­τρο­μα­νω­λά­κη, προ κρί­σης, στο μυ­θι­στό­ρη­μα «Το χρο­νι­κό του Δα­ρείου».
Ο Μά­ντης ε­πι­λέ­γει για το βι­βλίο του έ­ναν τίτ­λο, που δεί­χνει κρυ­πτι­κός, α­κό­μη και σε ό­σους έ­χουν παί­ξει κά­πο­τε το “πέ­τρα μο­λύ­βι ψα­λί­δι χαρ­τί”. Ή, στη νεό­τε­ρη μορ­φή του, “πέ­τρα ψα­λί­δι χαρ­τί”, που ε­πι­λέ­γε­ται ως τίτ­λος και υ­πα­γο­ρεύει την ει­κό­να ε­ξω­φύλ­λου. Στο παι­χνί­δι, η πέ­τρα νι­κά­ει το ψα­λί­δι, α­φού μπο­ρεί να το κα­τα­στρέ­ψει, ε­κεί­νο νι­κά­ει πα­ρο­μοίως το χαρ­τί, που νι­κά­ει την πέ­τρα, α­φού μπο­ρεί ό­χι να την κα­τα­στρέ­ψει αλ­λά να την ε­ξα­φα­νί­σει, τυ­λί­γο­ντάς την. Σύμ­φω­να με το κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, το παι­χνί­δι υ­πο­τί­θε­ται ό­τι α­να­φέ­ρε­ται στις τύ­χες των κα­τοί­κων της χώ­ρας σε κρί­ση. Ντό­πιων και με­τα­να­στών. Αν η ε­κά­στο­τε ε­ξου­σία εί­ναι η πέ­τρα, αυ­τή α­φα­νί­ζει τους έ­χο­ντες, α­φού ε­κεί­νοι έ­χουν προ­η­γου­μέ­νως α­φα­νί­σει τους μη έ­χο­ντες, κυ­ρίως τους  αλ­λο­δα­πούς με­τα­νά­στες. Τε­λι­κά, ό­μως, σύμ­φω­να με τη μυ­θο­πλα­σία, αυ­τοί α­πο­βαί­νουν οι κερ­δι­σμέ­νοι, α­φού ε­πι­ζούν, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας τη βυ­θι­ζό­με­νη χώ­ρα. Μή­πως θα πρέ­πει να συ­μπε­ρά­νου­με ό­τι, κα­τά τη συγ­γρα­φι­κή φα­ντα­σία, αυ­τοί θα συγ­γρά­ψουν και την ι­στο­ρία της; Για­τί, στην πα­λαιά εκ­δο­χή του παι­χνι­διού, το μο­λύ­βι νι­κά­ει το χαρ­τί, που νί­κη­σε την πέ­τρα, που νί­κη­σε το ψα­λί­δι.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/5/2015.

Λο­γο­τε­χνι­κή πα­τρι­δο­γνω­σία

Το γεφύρι της Πλάκας στον Άραχθο ποταμό.











«Τό­ποι της λο­γο­τε­χνίας.
134 συγ­γρα­φείς κα­τα­γρά­φου­ν
μία ελ­λη­νι­κή
προ­σω­πι­κή γεω­γρα­φία»
Επι­μέ­λεια Μιχ. Μο­δι­νός
Εκδ. Κα­στα­νιώ­τη-Εται­ρεία
Συγ­γρα­φέω­ν
Μάρ­τιος 2015


Η Εται­ρεία Συγ­γρα­φέων, α­πό το 1994, εκ­δί­δει κα­τ’ έ­τος θε­μα­τι­κά η­με­ρο­λό­για, έ­χο­ντας μέ­χρι σή­με­ρα κα­λύ­ψει έ­να ευ­ρύ φά­σμα. Δο­κί­μα­σε τις α­ντο­χές του συγ­γρα­φι­κού της δυ­να­μι­κού τό­σο στα γε­νι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου θέ­μα­τα ό­σο και στα α­πο­λύ­τως ε­στια­σμέ­να. Σχη­μα­τί­στη­κε έ­τσι μία α­ξιό­λο­γη πα­ρα­κα­τα­θή­κη κει­μέ­νων, με θέ­μα­τα ό­πως “το πε­ρι­βάλ­λον και η ποίη­ση” ή “η βία και η λο­γο­τε­χνία”, αλ­λά και με α­παν­θί­σμα­τα κει­μέ­νων για κά­ποιο πρό­σω­πο (Γιώρ­γος Θε­ο­το­κάς), έ­να πα­λαιό­τε­ρο βι­βλίο («Ελλη­νι­κή Νο­μαρ­χία»), ή και ο­ρι­σμέ­νο γραμ­μα­το­λο­γι­κό εί­δος (Σά­τι­ρα). Άλλο­τε πρό­κει­ται για συλ­λο­γι­κό έρ­γο και άλ­λο­τε για πό­νη­μα ε­νός, του ε­πι­με­λη­τή, που αν­θο­λο­γεί α­πό κεί­με­να πα­λαιό­τε­ρων. Κα­θο­ρι­στι­κός πα­ρά­γο­ντας α­πο­βαί­νει η ε­κά­στο­τε συ­γκυ­ρία, συ­νή­θως η πα­γκό­σμια, ό­πως μία γε­νι­κευ­μέ­νη ε­μπό­λε­μη κα­τά­στα­ση ή η λει­ψυ­δρία σε οι­κου­με­νι­κό ε­πί­πε­δο. Για πα­ρά­δειγ­μα, το Ημε­ρο­λό­γιο του 2004 ή­ταν α­φιε­ρω­μέ­νο στην Ολυ­μπια­κή Εκε­χει­ρία. Τα πιο πρό­σφα­τα, λό­γω της κρί­σης, ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στην ελ­λη­νι­κή ε­πι­και­ρό­τη­τα. Η α­νη­συ­χία των συγ­γρα­φέων για την τύ­χη της χώ­ρας α­ντα­να­κλά­ται στους τίτ­λους των Ημε­ρο­λο­γίων του 2012 και του 2013: “Η δι­κή μας Ελλά­δα” και “Μέ­ρες 2013”.
Κα­θο­ρι­στι­κό πα­ρά­γο­ντα στην ε­πι­λο­γή θέ­μα­τος συ­νι­στά  το πρό­σω­πο του προέ­δρου του Δ.Σ. της Εται­ρείας. Άλλο­τε φαί­νε­ται να διεκ­δι­κεί α­πό­λυ­το λό­γο και άλ­λο­τε να μοι­ρά­ζε­ται την ευ­θύ­νη με τα μέ­λη του Δ.Σ. Ο 10ος Πρό­ε­δρος, Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης ε­πέ­λε­ξε ως θέ­μα για το 2014 τον Οδυσ­σέα, α­να­λαμ­βά­νο­ντας ο ί­διος την αν­θο­λό­γη­ση κει­μέ­νων. Αντιθέ­τως, το Ημε­ρο­λό­γιο του 2015 εί­ναι συλ­λο­γι­κό έρ­γο και τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Γέ­φυ­ρες». Όπου η πρόσ­λη­ψη του τίτ­λου α­φή­νε­ται στην ε­πι­λο­γή του κά­θε συ­νερ­γά­τη. Εκλαμ­βά­νε­ται, εί­τε με­τα­φο­ρι­κά, ως μέ­σο προ­σέγ­γι­σης και ε­ξά­λει­ψης δια­φο­ρών, εί­τε κα­τά κυ­ριο­λε­ξία, ως κα­τα­σκευή, αλ­λά και ως θέ­μα σχε­τι­κό με τη γεω­γρα­φία και τους τό­πους.
Με ε­ναλ­λα­κτι­κό τίτ­λο το γε­φύ­ρι ή και γιο­φύ­ρι, ο­ρι­σμέ­να α­πό αυ­τά, διά­σπαρ­τα στην η­πει­ρω­τι­κή Ελλά­δα, ε­νέ­πνευ­σαν ε­πί­λε­κτα κεί­με­να σε κά­ποιους α­πό τους 80 συμ­με­τέ­χο­ντες. Όπως τον Γιάν­νη Δάλ­λα, ε­κεί­νο της Πέ­τρας, με­τα­ξύ Πρε­βέ­ζης - Ιωαν­νί­νων, ταυ­τι­σμέ­νο με τη λη­στεία πριν κο­ντά 90 χρό­νια των Ρετ­ζαίων. Τον Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό, το γε­φύ­ρι της Πλά­κας, που “ζευ­γνύει τον Άρα­χθο” και ά­ντε­ξε την υ­πο­γρα­φή της ο­μώ­νυ­μης ι­στο­ρι­κής συμ­φω­νίας του 1944, η ο­ποία α­πο­δεί­χτη­κε της πλά­κας, αλ­λά ε­νέ­δω­σε στις πρό­σφα­τες πλημ­μύ­ρες. Τον Ανδρέα Μή­τσου, “η το­ξω­τή γέ­φυ­ρα στη θέ­ση Ρέ­ρε­ση”, στο δρό­μο προς τη Μο­νή Βαρ­νά­κο­βας. Τοιου­το­τρό­πως προέ­κυ­ψαν έ­να ποίη­μα και δυο διη­γή­μα­τα, που συ­στή­νουν με την ποιό­τη­τά τους τρεις “γέ­φυ­ρες της λο­γο­τε­χνίας”. Για­τί, δεν αρ­κεί, λ.χ., έ­να στι­χούρ­γη­μα έως τε­τρα­κο­σίων λέ­ξεων ή έ­να πε­ζό έως ε­ξα­κο­σίων, σύμ­φω­να με τις προ­δια­γρα­φές των ε­πι­με­λη­τών, ε­στια­σμέ­να σε μία γέ­φυ­ρα, για να προ­κύ­ψει μία “γέ­φυ­ρα της λο­γο­τε­χνίας”.
Με αυ­τό το σκε­πτι­κό, πι­θα­νώς σχο­λα­στι­κό αλ­λά α­κρι­βο­λό­γο, ο τίτ­λος της πρό­σφα­της αν­θο­λο­γίας, που ε­ξέ­δω­σε η Εται­ρεία Συγ­γρα­φέων, “τό­ποι της λο­γο­τε­χνίας” δεί­χνει γε­νι­κός και κά­πως α­σα­φής. Αν και ο υ­πό­τιτ­λος τον προσ­γειώ­νει, α­πο­κλείο­ντας τό­πους ου­το­πίας και ταυ­τό­χρο­να, τον πε­ριο­ρί­ζει στην ελ­λη­νι­κή ε­πι­κρά­τεια. Όπου δό­θη­κε ι­στο­ρι­κό βά­θος, κα­θώς προ­βλέ­πε­ται ι­διαί­τε­ρη ε­νό­τη­τα με τον τίτ­λο, «Αρχαίαι Ημέ­ραι», στην ο­ποία ε­ντάσ­σο­νται κεί­με­να που α­να­φέ­ρο­νται στις “πα­λιές πα­τρί­δες”. Αυ­τήν την ο­νο­μα­σία ε­πι­λέ­γει ο ε­πι­με­λη­τής του τό­μου Μι­χά­λης Μο­δι­νός, στην Ει­σα­γω­γή του, για τό­πους ό­πως η Βό­ρεια Ήπει­ρος, η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και οι ελ­λη­νό­φω­νες πε­ριο­χές της Κά­τω Ιτα­λίας. Προς α­πο­φυ­γή για τις δυο πρώ­τες του ο­δυ­νη­ρού χα­ρα­κτη­ρι­σμού “χα­μέ­νες πα­τρί­δες”, που εύ­κο­λα σή­με­ρα κρί­νε­ται ε­θνι­κι­στι­κός. Όσο για την λε­γό­με­νη Με­γά­λη Ελλά­δα, αυ­τή δεν στοι­χί­ζε­ται ού­τε στις “πα­λιές” ού­τε στις “χα­μέ­νες πα­τρί­δες”.  
Επα­νερ­χό­με­νοι στον τίτ­λο, μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση πως α­πο­βαί­νει ως έ­να βαθ­μό πα­ρα­πλα­νη­τι­κός για τον α­πο­δέ­κτη, που πε­ρι­μέ­νει να δια­βά­σει για “τό­πους της λο­γο­τε­χνίας”, με την έν­νοια που α­ντι­λαμ­βά­νε­ται την Αλε­ξάν­δρεια του Κα­βά­φη, τη  Σμύρ­νη του Σε­φέ­ρη ή, α­κό­μη, τη Θεσ­σα­λο­νί­κη του Ν. Γ. Πε­ντζί­κη. Ο Κα­λο­κύ­ρης, στον πρό­λο­γό του, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται πως η έ­μπνευ­ση του θέ­μα­τος χρο­νο­λο­γεί­ται α­πό τρια­κο­ντα­ε­τίας. Για­τί ό­χι, α­πό 45ε­τίας, ό­ταν βα­φτί­ζει το θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο πε­ριο­δι­κό του «Τραμ», για να α­κο­λου­θή­σει το α­θη­ναϊκό «Χάρ­της»; Προ τρια­κο­ντα­ε­τίας, πά­ντως, στο πε­ριο­δι­κό του Μά­νου Χατ­ζι­δά­κι «Το Τέ­ταρ­το», με­τά την α­πο­χώ­ρη­ση του Χατ­ζι­δά­κι, ό­ταν ε­κεί­νος εί­χε α­να­λά­βει διευ­θυ­ντής σύ­ντα­ξης και καλ­λι­τε­χνι­κός διευ­θυ­ντής, εί­χε την ι­δέα ε­νός δι­σέ­λι­δου “σα­λο­νιού” με κεί­με­να συγ­γρα­φέων και καλ­λι­τε­χνών για τον γε­νέ­θλιο τό­πο τους. Τό­τε, ό­μως, πρό­κρι­νε έ­ναν σα­φή τίτ­λο, «Πε­ρί­πα­τοι στις πο­λι­τείες».
Στο πρό­σφα­το βι­βλίο, πιο φι­λό­δο­ξα, υ­πο­δει­κνύει ως στό­χο μία “πα­τρι­δο­γνω­σία” των σύγ­χρο­νων συγ­γρα­φέων για “έ­ναν τό­πο που τους ο­ρί­ζει ως δη­μιουρ­γούς”. Αρχαίος ό­ρος αυ­τός της “πα­τρι­δο­γνω­σίας”, που α­πο­τε­λού­σε, μέ­χρι το 1969, μά­θη­μα του Δη­μο­τι­κού, ει­σα­γω­γι­κό ε­κεί­νου της Γεω­γρα­φίας των ε­πό­με­νων σχο­λι­κών ε­τών. Σή­με­ρα πλέ­ον, κι αυ­τή η λέ­ξη έ­χει ε­ξο­βε­λι­στεί λό­γω το­πι­κι­στι­κών συμ­φρα­ζο­μέ­νων. Η ε­πα­να­φο­ρά της, ω­στό­σο, συ­νά­δει με την πρό­σφα­τα αυ­ξη­μέ­νη μέ­ρι­μνα να συ­στή­σου­με την Ελλά­δα ως προ­νο­μιού­χο τό­πο του­ρι­στι­κού προο­ρι­σμού. Βε­βαίως, η ε­πι­δίω­ξη δεν εί­ναι έ­νας τα­ξι­διω­τι­κός ο­δη­γός, ό­πως διευ­κρι­νί­ζει ο Κώ­στας Ακρί­βος, που εί­χε την ι­δέα, στο γύ­ρι­σμα του αιώ­να, μιας Σει­ράς τό­μων, με γε­νι­κό τίτ­λο, «Μια πό­λη στη λο­γο­τε­χνία». Εκεί, η  συ­γκέ­ντρω­ση πε­ζών και ποιη­μά­των, πα­λαιό­τε­ρων και νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, για μία πό­λη, κα­τορ­θώ­νει πράγ­μα­τι να την α­να­γά­γει σε “τό­πο της λο­γο­τε­χνίας”. Αν και μέ­νει να κρι­θεί, το κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για λο­γο­τε­χνι­κό τό­πο μεί­ζο­νος ή ε­λάσ­σο­νος ση­μα­σίας, με βά­ση την α­ντο­χή των ψη­φί­δων, που, σε κά­θε τό­μο, ε­ρα­νί­ζο­νται.
Ο Κα­λο­κύ­ρης, α­πό την πλευ­ρά του, γί­νε­ται α­κό­μη πιο α­παι­τη­τι­κός, α­να­φε­ρό­με­νος σε μια “νεω­τε­ρι­κή γεω­γρα­φία”. Προ­σθέ­τει “κοι­ταγ­μέ­νη α­πό άλ­λη γω­νία”, υ­πο­νοώ­ντας δια­φο­ρε­τι­κή α­πό την ι­δε­ο­λο­γία του νε­ο­ελ­λη­νι­κού Δια­φω­τι­σμού, που ε­νέ­πνευ­σε ε­κεί­νη την πρώ­τη του 1791, των Δα­νιήλ Φι­λιπ­πί­δη και Γρη­γο­ρίου Κων­στα­ντά. Από ό­λα αυ­τά συ­νά­γε­ται ό­τι οι α­παι­τή­σεις εί­ναι υ­ψη­λές. Μπο­ρεί, ό­μως, έ­να κεί­με­νο κά­ποιου σύγ­χρο­νου συγ­γρα­φέα να α­να­γά­γει έ­ναν τό­πο σε “τό­πο της λο­γο­τε­χνίας”; Ακό­μη κι αν πρό­κει­ται για μέ­λος μίας Εται­ρείας, που αυ­το­συ­στή­νε­ται ως “ο μεί­ζων φο­ρέ­ας συγ­γρα­φέων της χώ­ρας”; Ει­κά­ζου­με, πά­ντως, πως οι 134 συμ­με­τέ­χο­ντες θα πρέ­πει να ε­πι­λέ­χθη­καν με ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή α­πό τα 291 μέ­λη της Εται­ρείας συν τα 25 α­ντε­πι­στέλ­λο­ντα συν τα 34 ε­πί­τι­μα.
Αν και ου­σια­στι­κά πρό­κει­ται για αν­θο­λό­γη­ση α­πό τα ή­δη υ­πάρ­χο­ντα, α­φού μό­λις 29 κεί­με­να γρά­φτη­καν για τον συ­γκε­κρι­μέ­νο συ­γκε­ντρω­τι­κό τό­μο. Μό­νο που την αν­θο­λό­γη­ση δεν την έ­κα­νε ο ε­πι­με­λη­τής, αλ­λά έ­κα­στος συγ­γρα­φέ­ας α­πό τη συ­νο­λι­κή σο­δειά του. Δη­λα­δή, α­πό τα βι­βλία του, ε­κτός α­πό μία πε­ρί­πτω­ση συλ­λο­γής διη­γη­μά­των, που ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε μεν, αλ­λά έ­μει­νε α­νέκ­δο­τη. Πρό­κει­ται για το έ­βδο­μο βι­βλίο του Γε­ρά­σι­μου Δεν­δρι­νού. Πε­ζο­γρά­φος της γε­νιάς του ’80, αν και η πρώ­τη του εμ­φά­νι­ση ή­ταν κά­πως ό­ψι­μη, το 1991. Το α­φή­γη­μά του στον τό­μο προ­βάλ­λει ως τό­πο την Ελευ­σί­να, ε­στία των «Απέ­ρα­ντων συ­νοι­κιών», ό­πως εί­ναι ο τίτ­λος της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής του, του­τέ­στιν των Δυ­τι­κών συ­νοι­κιών.
Ανα­φέ­ρου­με τον Δεν­δρι­νό, για­τί στην πε­ρί­πτω­σή του, η Ελευ­σί­να τον ο­ρί­ζει ως συγ­γρα­φέα. Σε α­ντί­θε­ση, με άλ­λους συγ­γρα­φείς, που γρά­φουν για τό­πους δευ­τε­ρεύου­σας ση­μα­σίας στο έρ­γο τους. Μπο­ρεί, λ.χ., έ­να Ημε­ρο­λό­γιο για την Με­γά­λη Ελλά­δα, που κα­τήρ­τι­σε έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, να την συ­στή­νει ως “τό­πο της λο­γο­τε­χνίας”; Αυ­τό συμ­βαί­νει συ­χνό­τε­ρα, ό­ταν ε­πι­λέ­γο­νται α­πο­σπά­σμα­τα α­πό κά­ποιο μυ­θι­στό­ρη­μα του συγ­γρα­φέα. Όπως το τε­λευ­ταίο της Λ.Χατ­ζο­πού­λου-Κα­ρα­βία, που α­να­φέ­ρε­ται στις “χα­μέ­νες πα­τρί­δες”, αλ­λά ό­χι στην Πό­λη, που α­πο­τε­λεί μό­νο σταθ­μό στην ο­δύσ­σεια του Πό­ντιου ή­ρωά της και στην ο­ποία ε­στιά­ζεται το στα­χυο­λο­γη­μέ­νο α­πό­σπα­σμα.
Η κα­τά­τα­ξη των κει­μέ­νων έ­γι­νε με γεω­γρα­φι­κά κρι­τή­ρια, ό­που προ­τάσ­σο­νται οι δυο βα­σι­κοί τό­ποι της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Ποιοι άλ­λοι; - Αθή­να και Θεσ­σα­λο­νί­κη. Τριά­ντα νέα κεί­με­να για την πρω­τεύου­σα, τα ο­κτώ ποιή­μα­τα, 16 για την συ­μπρω­τεύου­σα, τα τέσ­σε­ρα ποιή­μα­τα. Στις δυο πό­λεις, προ­βάλ­λο­νται συ­νοι­κίες, δρό­μοι, πε­ρί­χω­ρα. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, σε κά­ποια κεί­με­να, α­να­φέ­ρε­ται η ί­δια η πό­λη ως ο­ντό­τη­τα, ό­πως στα ποιή­μα­τα, «Αθή­να της μνή­μης και των μύ­θων» της Β. Δα­λα­κού­ρα, «Αθή­να» του Γ. Ζέρ­βα, «Θεσ­σα­λο­νί­κη, μη­τέ­ρα α­νύμ­φευ­τη» της Ε. Λου­κί­δου και στο πε­ζό «Αθή­να, βαν­δα­λι­σμέ­νη πό­λη» της Α. Μα­ντό­γλου. Σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία, το ποίη­μα της Αγγε­λι­κής Σι­δη­ρά, «Anafranil πό­λη»,  δη­μιουρ­γεί πιο προ­σω­πι­κή αί­σθη­ση για το α­θη­ναϊκό ά­στυ, που κα­θη­με­ρι­νά βιώ­νου­με. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί το κεί­με­νο της Τζί­νας Πο­λί­τη, που σχο­λιά­ζει την α­ντα­νά­κλα­ση της Αθή­νας στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Άγγε­λου Τερ­ζά­κη. Σύ­ντο­μο, θί­γει έ­να με­γά­λο θέ­μα, ό­πως δη­λώ­νει και ο τίτ­λος του, «Γο­νι­κά μορ­φο­εί­δω­λα και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός χώ­ρος».
Τα κεί­με­να για την Αθή­να, καί­τοι τό­πος δια­μο­νής των πε­ρισ­σο­τέ­ρων, δεν συ­νι­στούν, σε ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, εν­δια­φέ­ρου­σες ψη­φί­δες. Η α­ριθ­μη­τι­κή υ­πε­ρο­χή σε αυ­τά των υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νων συ­νοι­κιών δεν κα­τορ­θώ­νει να τις α­να­γά­γει σε “τό­πους της λο­γο­τε­χνίας”. Γε­νι­κό­τε­ρα, φαί­νε­ται να α­που­σιά­ζουν Γκά­γκα­ροι συγ­γρα­φείς. Ο Γιάν­νης Μπα­σκό­ζος, πά­ντως, πε­ρι­σώ­ζει τη συ­νοι­κία του, το Μετς, ό­πως ή­ταν τις πρώ­τες με­τα­πο­λε­μι­κές δε­κα­ε­τίες. Δυο άλ­λοι συγ­γρα­φείς, γέν­νη­μα θρέμ­μα Αθη­ναίοι, ά­φη­σαν πο­λύ­τι­μη πα­ρα­κα­τα­θή­κη τα κεί­με­νά τους. Εί­ναι οι δυο τε­θνεώ­τες του τό­μου. Χτυ­πά­ει η καρ­διά της πό­λης, του κέ­ντρου της, στις 600 τό­σες λέ­ξεις του Γιάν­νη Κο­ντού, τις α­φιε­ρω­μέ­νες στον Γιάν­νη Βαρ­βέ­ρη. “Εκεί γύ­ρω χά­λα­σα πολ­λά πα­πού­τσια, χει­μώ­νες και κα­λο­καί­ρια, γνω­ρί­ζο­ντας αν­θρώ­πους και βι­βλία”, σε «Δρό­μους και πε­ρι­δια­βά­σεις που με πά­νε κα­τευ­θείαν στον ου­ρα­νό». Πι­στεύου­με, ό­μως, ό­τι κα­νείς συγ­γρα­φέ­ας της Αθή­νας δεν ευ­τύ­χη­σε να έ­χει δι­κό του έ­να α­θη­ναϊκό κομ­μά­τι, ό­πως την Πλα­τεία Βι­κτω­ρίας, ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας. Ας μην σκε­φτούν να αλ­λά­ξουν τα ο­δω­νύ­μια της πε­ριο­χής. Ας τα α­φή­σουν στους νι­κη­τές “της ναυ­μα­χίας του Ναυα­ρί­νου, τον Άγγλο Κό­δριγ­κτον, πα­ρέα με τον Γάλ­λο Δε­ρι­γνύ και τον Ρώ­σο Χέυ­δε­ν”. Εκεί­νος έ­χει χα­ραγ­μέ­νο δι­κό του “δρό­μο” στη λο­γο­τε­χνία. 
Σαν να υ­στε­ρεί στις προ­στι­θέ­με­νες ψη­φί­δες η Θεσ­σα­λο­νί­κη, πι­θα­νώς για­τί ως “τό­πος της λο­γο­τε­χνίας” κα­τέ­χει ε­ξέ­χου­σα θέ­ση. Για την υ­πό­λοι­πη Ελλά­δα, υ­πάρ­χουν ε­πτά κεί­με­να για την Κρή­τη, πέ­ντε για την Κύ­προ, τέσ­σε­ρα για την Κα­βά­λα. Όσοι άλ­λοι τό­ποι α­να­φέ­ρο­νται, διεκ­δι­κούν θέ­ση στη λο­γο­τε­χνία με μό­λις έ­να-δύο, το πο­λύ τρία κεί­με­να. Κι αυ­τά ευ­και­ρια­κά, συ­χνά γραμ­μέ­να για τό­πο πα­ρα­θε­ρι­σμού, που, στις κα­λύ­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις, έ­χει α­πο­βεί τό­πος δεύ­τε­ρης κα­τοι­κίας. Εκτός, βε­βαίως, α­πό τους τό­πους που έ­χουν α­πό και­ρό κα­τα­χω­ρη­θεί σε έ­ναν λο­γο­τέ­χνη, συ­χνά α­δι­κώ­ντας  συ­μπο­λί­τες του συγ­γρα­φείς. Δια­τη­ρώ­ντας τά­ξη ε­πε­τη­ρί­δας: Η δυά­δα Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος-Βαλ­τι­νός α­πα­θα­να­τί­ζει τους δυο προ­σφι­λείς μας τό­πους, Πύρ­γο Ηλείας-Τρί­πο­λη. Μία νεό­τε­ρη δυά­δα, Πε­τσε­τί­δης-Μή­τσου, α­πο­τυ­πώ­νει δυο πό­λεις, που μας ε­ντυ­πώ­θη­καν χά­ρις στις δι­κές τους γρα­φές, Σπάρ­τη-Αμφι­λο­χία. Τέλος, υπάρχει το πεζό ενός από τους “πρωτομάστορες” της διηγηματογρα­φίας, που, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, δεν α­να­φέ­ρε­ται ό­σο συ­χνά του α­να­λο­γεί. Εί­ναι το «Να τα ξα­να­πώ λοι­πόν (Ήπει­ρος, Πω­γώ­νι)» του Χρι­στό­φο­ρου Μη­λιώ­νη, ε­κτός δη­μο­σιευ­μέ­νης συλ­λο­γής, που αρ­κεί για να κα­τα­στεί “τό­πος της λο­γο­τε­χνίας” ό­χι μό­νο το Πω­γώ­νι, αλ­λά ο­λό­κλη­ρη η Ήπει­ρος.



Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/4/2015.

Μα­κρο­νή­σου με­θεόρ­τια

  Γε­λοιο­γρα­φία α­πό ε­πο­χή δό­ξας της Μα­κρο­νή­σου.
















Δη­μή­τρης Φύσ­σας
«Η Νι­λου­φέρ στα χρό­νια
της κρί­σης»
Εκδό­σεις Εστίας
Φε­βρουά­ριος 2015


Σύμ­φω­να με το σύ­ντο­μο κεί­με­νο στο ο­πι­σθό­φυλ­λο, “αν τε­λι­κά έ­να μέ­ρος της σύγ­χρο­νης συγ­γρα­φι­κής πα­ρα­γω­γής θεω­ρη­θεί στο μέλ­λον λο­γο­τε­χνία της κρί­σης, τό­τε το πρό­σφα­το”, πέ­μπτο ε­ντός μιας δε­κα­ε­τίας μυ­θι­στό­ρη­μα του Δη­μή­τρη Φύσ­σα, “θα διεκ­δι­κή­σει τη θέ­ση του σ’ αυ­τή­ν”. Προς το πα­ρόν, θα μπο­ρού­σε να διεκ­δι­κή­σει θέ­ση στη λο­γο­τε­χνία της Μα­κρο­νή­σου. Πα­ρό­τι η Μα­κρό­νη­σος, ως τό­πος ε­ξο­ρίας, α­πο­τε­λεί ση­μα­ντι­κό κε­φά­λαιο της με­τα­πο­λε­μι­κής Ιστο­ρίας, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, δεν έ­χει κα­ταρ­τι­στεί βι­βλιο­γρα­φία χρο­νι­κών και λο­γο­τε­χνι­κών βι­βλίων γύ­ρω α­πό αυ­τήν. Όσο α­φο­ρά, πά­ντως, χρο­νι­κά και μαρ­τυ­ρίες, μάλ­λον πλε­ο­νά­ζουν. Για τα κα­θ’ αυ­τά λο­γο­τε­χνι­κά, αυτό ε­ξαρ­τά­ται α­πό το πό­σο ψη­λά βά­ζει κά­ποιος τον πή­χυ. Στη δεύ­τε­ρη Διη­με­ρί­δα για τη Μα­κρό­νη­σο, Μάρ. 1998, ο Αλέξ. Αργυ­ρίου, που εί­χε α­να­λά­βει να μι­λή­σει για “την πε­ζο­γρα­φία της Μα­κρο­νή­σου ή πε­ρί αυ­τής”, πρό­βα­λε ει­σα­γω­γι­κά τις υ­ψη­λές του α­παι­τή­σεις, με τη φρά­ση, “αν και ό­σο τυ­χόν υ­πάρ­χει”. Έκα­νε, μά­λι­στα, διά­κρι­ση με­τα­ξύ “λο­γο­τε­χνι­κών βι­βλίων και ό­σων τα υ­πο­δύο­νται”. Μία πα­ρό­μοια διά­κρι­ση μάλ­λον θα α­πο­βεί α­να­γκαία και στην πε­ρί­πτω­ση που ό­σα μυ­θο­πλα­στι­κά βι­βλία έ­χουν ως κυ­ρίως θέ­μα την κρί­ση ή και α­να­φέ­ρο­νται σε αυ­τήν, πε­ρισ­σό­τε­ρο ή λι­γό­τε­ρο ε­πι­δερ­μι­κά, αυ­το­νο­μη­θούν σε ι­διαί­τε­ρη κα­τη­γο­ρία, ό­πως έ­χει γί­νει με άλ­λες κρί­σι­μες πε­ριό­δους, λ.χ., ε­κεί­νη της Κα­το­χής και του Εμφυ­λίου.
Ακρι­βέ­στε­ρα, το μυ­θι­στό­ρη­μα του Φύσ­σα διεκ­δι­κεί θέ­ση στο σύ­νο­λο της το­μής των δυο συ­νό­λων που α­να­φέ­ρα­με, των μυ­θι­στο­ρη­μά­των της κρί­σης και ε­κεί­νων της Μα­κρο­νή­σου. Δη­λα­δή, σε έ­να σύ­νο­λο, που πα­ρέ­με­νε κε­νό, μέ­χρι τον Φεβ. του 2015, που αυ­τό κυ­κλο­φό­ρη­σε. Για­τί ό­σοι συ­νέ­θε­σαν μυ­θι­στο­ρή­μα­τα το­πο­θε­τη­μέ­να μέ­σα στην πε­ντα­ε­τία της κρί­σης, ε­πι­κε­ντρώ­θη­καν στα δει­νά των η­ρώων τους, με α­να­δρο­μές στον προ­η­γού­με­νο, σχε­τι­κά του­λά­χι­στον, ά­νε­το βίο τους. Ο Φύσ­σας εί­ναι ο πρώ­τος, που δί­νει ι­στο­ρι­κό βά­θος, και μά­λι­στα, ό­χι μίας 70ε­τίας, που, για τους πολ­λούς, θα ση­μα­το­δο­τού­σε η α­να­φο­ρά στη Μα­κρό­νη­σο, αλ­λά ε­νός αιώ­να. Κα­θό­σον ι­στο­ρη­μέ­νος, το­πο­θε­τεί τις α­παρ­χές της ι­στο­ρίας του στη διάρ­κεια του πρώ­του Βαλ­κα­νι­κού Πο­λέ­μου, ό­ταν η Μα­κρό­νη­σος, μέ­χρι τό­τε βο­σκό­το­πος, “χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε ως στρα­τό­πε­δο Τούρ­κων αιχ­μα­λώ­τω­ν”, σύμ­φω­να με την Εγκυ­κλο­παί­δεια Πά­πυ­ρος Λα­ρούς Μπρι­τάν­νι­κα. Λα­κω­νι­κή η α­να­φο­ρά, ό­πως και ε­κεί­νη της με­σο­πο­λε­μι­κής Εγκυ­κλο­παί­δειας του Δραν­δά­κη, της ο­ποίας τη συ­ντο­μία ο α­φη­γη­τής του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος δι­καιο­λο­γεί, σχο­λιά­ζο­ντας πως “οι Τούρ­κοι αιχ­μά­λω­τοι του ’12- ’13 δεν εν­δια­φέ­ρα­νε και πο­λύ τους Έλλη­νες α­να­γνώ­στες εί­κο­σι χρό­νια με­τά”. Όπως φαί­νε­ται, ό­μως, α­πό την με­τα­γε­νέ­στε­ρη Εγκυ­κλο­παί­δεια, ού­τε και τους κα­το­πι­νούς εν­δια­φέ­ρουν. Μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, οι ε­κά­στο­τε συ­ντά­κτες δεν εν­δια­φέ­ρο­νταν ή και δεν ε­πι­θυ­μού­σαν την προ­βο­λή τους.
Πο­λι­τι­κός ε­πι­στή­μο­νας ο συγ­γρα­φέ­ας, κα­τά τις α­να­φε­ρό­με­νες σπου­δές του βιο­γρα­φι­κού στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου, με την α­ντι­πα­ρά­θε­ση που κά­νει της σχέ­σης Ελλά­δας-Τουρ­κίας, τό­τε και σή­με­ρα, ό­χι σε δια­κρα­τι­κό ε­πί­πε­δο αλ­λά ό­σο α­φο­ρά τις ε­πα­φές των δυο λαών, σχο­λιά­ζει έμ­με­σα την αλ­λα­γή στις θέ­σεις ε­ξου­σια­στή και ε­ξου­σια­ζό­με­νου, που κα­τέ­λη­ξε σε σχέ­ση οι­κο­νο­μι­κά προ­νο­μιού­χου και μειο­νε­κτού­ντα. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, χά­ρις και στη λαν­θά­νου­σα αι­σθη­μα­τι­κή αύ­ρα, που πε­ρι­βάλ­λει τον α­φη­γη­τή και την συ­ντα­ξι­διώ­τισ­σά του σε ορ­γα­νω­μέ­νη εκ­δρο­μή στη Μα­κρό­νη­σο, την Νι­λου­φέρ του τίτ­λου, το μυ­θι­στό­ρη­μα παίρ­νει θέ­ση στην εκ­κο­λα­πτό­με­νη λο­γο­τε­χνία της ελ­λη­νο­τουρ­κι­κής φι­λίας, ό­που το­πο­θε­τεί­ται και το προ­πέρ­σι­νο μυ­θι­στό­ρη­μα της Ισμή­νης Κα­ρυω­τά­κη, «Από­πει­ρα συ­νά­ντη­σης».
Κα­τά τα άλ­λα, στη συ­ζή­τη­σή τους για τα δει­νά των Τούρ­κων αιχ­μα­λώ­των, της δη­λώ­νει ό­τι “δεν έ­χει κα­θό­λου σκο­πό να υ­πε­ρα­σπι­στεί τους Έλλη­νες του 1912”. Αντι­θέ­τως, συ­γκε­ντρώ­νει και της πα­ρου­σιά­ζει μαρ­τυ­ρίες για τους “χι­λιά­δες Τούρ­κους αιχ­μα­λώ­τους που πέ­θα­ναν α­πό την πεί­να, τη δί­ψα  και τις αρ­ρώ­στιες.” “Μια α­πέ­ρα­ντη σει­ρά α­πό τά­φους Τούρ­κων και Βουλ­γά­ρων αιχ­μα­λώ­τω­ν”. Κα­τά μία δια­φο­ρε­τι­κή μυ­θο­πλα­στι­κή εκ­δο­χή, θα μπο­ρού­σε να της σκια­γρα­φή­σει την ο­λέ­θρια οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση της Ελλά­δας των Βαλ­κα­νι­κών Πο­λέ­μων και με­τά, να της ε­ξι­στο­ρή­σει τον αι­μα­τη­ρό α­γώ­να για την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των Ιωαν­νί­νων α­πό τους Οθω­μα­νούς. Την πρώ­τη α­πο­τυ­χη­μέ­νη α­πό­πει­ρα για πα­ρά­δειγ­μα, ό­που, στις 28 Νοε. 1912, σκο­τώ­θη­κε ο ποιη­τής Λο­ρέ­ντζος Μα­βί­λης. Πι­θα­νόν, η Νι­λου­φέ­ρ, δη­μο­σιο­γρά­φος μεν, αλ­λά με δι­δα­κτο­ρι­κό στις Διε­θνείς Σχέ­σεις, δώ­δε­κα χρό­νια ε­γκα­τα­στη­μέ­νη στην Αθή­να, ως α­ντα­πο­κρί­τρια τουρ­κι­κών ε­ντύ­πων, να τον εί­χε α­κου­στά ή και να εί­χε δια­βά­σει τα σο­νέ­τα του, λ.χ., στην αγ­γλι­κή.
Ακό­μη, να της διη­γη­θεί την τε­λευ­ταία, νι­κη­φό­ρα για τους Έλλη­νες, μά­χη της 20ης Φεβ. 1913, ό­που σκο­τώ­θη­καν κο­ντά 3 000 Τούρ­κοι, ε­νώ οι αιχ­μά­λω­τοι έ­φτα­σαν τους 10 000. Ανά­με­σα σε αυ­τούς και ο προ­πάπ­πος της, γεν­νη­μέ­νος στη Δρά­μα, “στρα­τιώ­της στα Γιάν­νε­να, αιχ­μά­λω­τος στο Μα­κρο­νή­σι”. Ει­κο­σά­ρης τό­τε, ά­ντε­ξε τις κα­κου­χίες. Άλλω­στε, με­ρι­κούς μό­νο μή­νες έ­μει­νε στο στρα­τό­πε­δο της Μα­κρο­νή­σου. Όταν γύ­ρι­σε στη Δρά­μα, “ή­τα­νε α­κό­μη κα­λο­καί­ρι, πρό­λα­βε τα στα­φύ­λια”. Έκα­νε οι­κο­γέ­νεια, αλ­λά, με την α­νταλ­λα­γή των πλη­θυ­σμών το ’23, βρέ­θη­κε στην Κιου­τά­χεια. “Οι Τούρ­κοι πή­ρα­νε τα χτή­μα­τα που ά­φη­σαν οι Ρω­μιοί.” Κα­ζά­ντι­σε και στα ε­βδο­μή­ντα του, έ­γρα­ψε το τι πέ­ρα­σε στη Μα­κρό­νη­σο.
Ο α­φη­γη­τής του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Φύσ­σα υιο­θε­τεί την τρέ­χου­σα με­τα­νε­ο­τε­ρι­κή ο­πτι­κή και στά­ση. Πα­ρό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν ε­ξη­ντά­ρη φι­λό­λο­γο, δεν αρ­κεί­ται στις θη­ριω­δίες Τούρ­κων και Βουλ­γά­ρων, θέ­λει να δεί­ξει και ό­σα έ­γι­ναν α­πό την πλευ­ρά των Ελλή­νων. Με­τα­νε­ο­τε­ρι­κής δο­μής θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν και η μυ­θο­πλα­σία, την ο­ποία ξε­δι­πλώ­νει ως α­φη­γη­τής. Συ­νο­λι­κά 18 κε­φά­λαια, ό­που τα 12 α­πο­τε­λούν κε­φά­λαια του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος που ο ί­διος γρά­φει. Αυ­τά πα­ρου­σιά­ζο­νται, εί­τε ως αυ­τό­νο­μες μαρ­τυ­ρίες εί­τε ως σχε­διά­σμα­τα, τα ο­ποία συ­νο­δεύο­νται α­πό σκέ­ψεις και πα­ρα­τη­ρή­σεις κα­τά την ε­ξεύ­ρε­ση πη­γών και τεκ­μη­ρίων. Αυ­τό το, κα­τά κά­ποιο τρό­πο, ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα δι­καιο­λο­γεί το φορ­τίο του πραγ­μα­το­λο­γι­κού υ­λι­κού. Τα υ­πό­λοι­πα κε­φά­λαια δια­σκε­δά­ζουν τη με­γά­λη, κα­τά μία ε­κτί­μη­ση, έ­κτα­ση πραγ­μα­το­λο­γι­κών στοι­χείων γύ­ρω α­πό την Μα­κρό­νη­σο, με τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή ε­μπλο­κή Αφη­γη­τή-Νι­λου­φέρ. Για πρώ­τη φο­ρά στη ζωή του, φαί­νε­ται να α­να­πτύσ­σει και αυ­τός μία “σχέ­ση σχε­σέ­νια”, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο του κε­φα­λαίου γύ­ρω α­πό τον ε­ρω­τι­κό βίο του. Ου­σια­στι­κά, πε­ρι­γρά­φει μια ζωή συ­ναι­σθη­μα­τι­κά ά­δεια. Ακό­μη έ­νας α­φη­γη­τής, ό­πως ε­κεί­νος στο διή­γη­μα του Χρί­στου Κυ­θρεώ­τη, «Το κα­λύ­τε­ρο που μπο­ρεί να συμ­βεί», που ι­κα­νο­ποιεί­ται με ται­νίες. Τσό­ντες αυ­τός, πορ­νο­ται­νίες ε­κεί­νος. Δια­φο­ρε­τι­κές γε­νιές οι δυο συγ­γρα­φείς, ό­πως και οι α­φη­γη­τές τους, αλ­λά το πα­ρόν των μυ­θο­πλα­σιών τους συ­μπί­πτει, το­πο­θε­τη­μέ­νο στα σα­ρα­ντά­χρο­να του Πο­λυ­τε­χνείου.
Πρω­τό­τυ­πη η υ­πό­θε­ση του βι­βλίου του Φύσ­σα. Ίσως, το μό­νο κοι­νό­το­πο να εί­ναι το ό­νο­μα της Τουρ­κά­λας. Ελλη­νι­στί νού­φα­ρο ή και άν­θος του λω­τού, το έ­χου­με συ­να­ντή­σει στο παι­δι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα της Αλεξ. Μη­τσιά­λη, «Με λέ­νε Νι­λου­φέρ» (Πα­τά­κης, 2010), και πά­λι, στο πρό­σφα­το δρα­μα­τι­κό τουρ­κι­κό σί­ριαλ «Δια­μά­ντια και έ­ρω­τας». Ο Αφη­γη­τής και η Νι­λου­φέ­ρ, ο κα­θέ­νας για τους δι­κούς του λό­γους, θέ­λουν να γρά­ψουν έ­να βι­βλίο γύ­ρω α­πό την Μα­κρό­νη­σο. Εκεί­νη πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό τον προ­πάπ­πο της και “το χαρ­τί που ά­φη­σε”. Εκεί­νος, α­πό τα ευ­ρή­μα­τα του κου­μπά­ρου του, ε­ρα­σι­τέ­χνη δύ­τη, στο Νό­τιο Ευ­βοϊκό. Επρό­κει­το για υ­πο­λείμ­μα­τα δυο νε­κρών, εκ πρώ­της ό­ψεως, μυ­στη­ριώ­δους προέ­λευ­σης. Έτσι ξε­κί­νη­σε η “λό­ξα” του, για να ε­ξε­λι­χθεί στα χρό­νια της κρί­σης σε μο­να­δι­κό του στή­ριγ­μα, μία “α­χνή ελ­πί­δα” κά­τι να αλ­λά­ξει στο κα­θη­με­ρι­νό  ζό­ρι­σμα. Σε αυ­τήν την σπον­δυ­λω­τή α­φή­γη­ση, έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό που την α­ντι­δια­στέλ­λει α­πό άλ­λες, πα­λαιό­τε­ρες, εί­ναι η ι­δε­ο­λο­γι­κή το­πο­θέ­τη­ση του α­φη­γη­τή. Πρώ­το στους α­νοι­χτούς λο­γα­ρια­σμούς του με το πα­ρελ­θόν δεί­χνει να έρ­χε­ται το ΚΚΕ. Ως ε­πι­μύ­θιο σε αλ­λο­τι­νά και ση­με­ρι­νά πά­θη, ο Αφη­γη­τής προ­σθέ­τει: “Αχ, κόκ­κι­νη Ρό­ζα, ποιος θυ­μά­ται πως ό­ρι­ζες την ε­λευ­θε­ρία, με μέ­τρο την έκ­φρα­ση της δια­φο­ρε­τι­κής σκέ­ψης;”
Το μυ­θι­στό­ρη­μα του Αφη­γη­τή, που έ­μει­νε, λό­γω κρί­σης, η­μι­τε­λές, ό­πως διεκ­τρα­γω­δεί­ται στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, έ­χει τον τίτ­λο, «Ένα ΥΓ. Για το Μα­κρύ Νη­σί». Εύ­στο­χος τίτ­λος, α­φού, στα κε­φά­λαια του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, συ­γκε­ντρώ­νει πρό­σθε­τα στοι­χεία, που συνή­θως παραλείπονται, καθώς τα χρονικά της Μακρονήσου επικεντρώνονται στη δύ­σκο­λη ζωή των ε­ξό­ρι­στων, κυ­ρίως στα βα­σα­νι­στή­ρια που ε­πι­νοού­σαν οι “α­να­μορ­φω­τές” τους. Εκεί­νος α­φιε­ρώ­νει έ­να α­πό τα πρώ­τα κε­φά­λαια στον βίο και την πο­λι­τεία “του α­ξιω­μα­τι­κού της Μα­κρο­νή­σου Δη­μη­τρίου Ιωαν­νί­δη” και έ­να α­πό τα τε­λευ­ταία σε άλ­λους “ε­θνι­κούς δια­φω­τι­στές”, λι­γό­τε­ρο ε­πι­φα­νείς στα με­τα­γε­νέ­στε­ρα χρό­νια. Επί­σης, προ­βλέ­πει έ­να σχε­τι­κά σύ­ντο­μο κε­φά­λαιο για το μυ­θι­στό­ρη­μα «Λοι­μός» του Αντρέα Φρα­γκιά, που “εκ­θειά­ζε­ται” ως υ­ψη­λό πρό­τυ­πο. Στα πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­κτε­νή κε­φά­λαια, ε­πι­μέ­νει στις πε­ρι­βό­η­τες “δη­λώ­σεις α­πο­κή­ρυ­ξης του κο­μου­νι­σμού”, πα­ρα­θέ­το­ντας το ι­στο­ρι­κό τους, τη χρή­ση τους και το συμ­βο­λι­κό για έ­ναν κο­μου­νι­στή βά­ρος τους. Απο­θη­σαυ­ρί­ζει δη­λώ­σεις δη­μο­σιευ­μέ­νες στο α­θη­ναϊκό Τύ­πο και στην ε­βδο­μα­διαία ε­φη­με­ρί­δα «Αλή­θεια» της Τρί­πο­λης. Αυτές τις θέτει σε αντιπαράθεση με προφορικές μαρτυρίες κά­ποιων που ά­ντε­ξαν, ό­σο χρό­νο ά­ντε­ξαν χω­ρίς να υ­πο­γρά­φουν το χαρ­τί της με­τα­νοίας.
Σε έ­να κε­φά­λαιο, ό­που, στις μαρ­τυ­ρίες ε­μπλέ­κο­νται και τα “ε­γκλή­μα­τα της Ο­ΠΛΑ” στα Δε­κεμ­βρια­νά, του ξε­φεύ­γει και έ­νας κα­λός λό­γος για τους κο­μου­νι­στές. “Μά­τια δεν βγά­λα­νε”, κι ας το βε­βαίω­νε ο ια­τρο­δι­κα­στής στην αυ­το­ψία και στη συ­νέ­χεια, το έ­γρα­φαν οι ε­φη­με­ρί­δες και έ­τσι μά­θαι­νε ο κό­σμος για “τρο­με­ρές α­γριό­τη­τες”. Σε δυο κε­φά­λαια, πλεί­στα ό­σα δε­δο­μέ­να πε­ρί Μα­κρο­νή­σου πα­ρου­σιά­ζο­νται δή­θεν α­τά­κτως συρ­ραμ­μέ­να, σαν πε­ρι­διά­βα­σμα του συ­γκε­ντρω­μέ­νου υ­λι­κού α­πό τον ε­πί­δο­ξο μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο. Εί­ναι, ω­στό­σο, εμ­φα­νής η συ­νειρ­μι­κή ροή, με την ο­ποία ο α­φη­γη­τής-συγ­γρα­φέ­ας α­πο­πει­ρά­ται να α­πο­τυ­πώ­σει “την α­γριό­τη­τα και το πα­ρά­λο­γο της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας”. Αυ­τό που ο Φρα­γκιάς ε­πέ­τυ­χε α­φη­γη­μα­τι­κά, ε­κεί­νος το προ­σπα­θεί με έ­να με­τα­νε­ο­τε­ρι­κό κολ­λάζ τεκ­μη­ρίων. Στο ί­διο ύ­φος εί­ναι γραμ­μέ­νο και το κα­τα­λη­κτι­κό κε­φά­λαιο του βι­βλίου. “Και πτω­χα­λα­ζών και με κα­ρη­βα­ρίες”, κα­τά το τίτ­λο, ο Αφη­γη­τής, ε­γκα­τα­λεί­πει, λό­γω πα­ντε­λούς α­δυ­να­μίας να πλη­ρώ­σει τα χρω­στού­με­να, το δια­μέ­ρι­σμά του, για να ε­γκα­τα­στα­θεί “στο α­κι­νη­το­ποιη­μέ­νο γκολ­φ” του, ε­νώ συ­νει­δη­το­ποιεί πως η κρί­ση τον “τε­λείω­σε” του­λά­χι­στον ως συγ­γρα­φέα.
Κι ό­μως, υ­πάρ­χει μία αύ­ρα χα­ρω­πής διά­θε­σης. Άντε­ξε στον πει­ρα­σμό, αρ­νού­με­νος την πρό­σκλη­ση της Νι­λου­φέ­ρ, που τα εί­χε κα­τα­φέ­ρει και ή­ταν πλέ­ον μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, για έ­να τα­ξί­δι στην Ισταν­μπού­λ, που θα του ά­νοι­γε πολ­λές προο­πτι­κές. Έτσι διέ­σω­σε την α­ξιο­πρέ­πειά του. Και η α­ξιο­πρέ­πεια γι’ αυ­τόν “τον ξε­πε­σμέ­νο Έλλη­να δια­νοού­με­νο”, ό­πως τον α­πο­κα­λεί σε συ­νέ­ντευ­ξή του ο Φύσ­σας, χω­ρίς να κρύ­βει πως πρό­κει­ται για προ­σφι­λές alter ego, εί­ναι με­γά­λο κε­φά­λαιο. Δια­βά­ζο­ντας τα γκρά­φι­τι στους τοί­χους και τους τίτ­λους των ε­φη­με­ρί­δων στα πε­ρί­πτε­ρα, ο Αφη­γη­τής θυ­μά­ται έ­να αγ­γλι­κό “χι­τ” α­πό τη δε­κα­ε­τία του ’70 και την “α­λή­τι­κη” φοι­τη­τι­κή ζωή της πα­ρέ­ας των “συ­ντρό­φω­ν”, που ε­ξόρ­γι­ζε τον “Γραμ­μα­τέα της Σπου­δά­ζου­σας Αθή­νας”. Το βι­βλίο κλεί­νει  με αυ­τούς τους στί­χους, που ται­ριά­ζουν και στα χρό­νια της κρί­σης: “My words but a whisper, your deafness a shout. / I may make you feel but I can’t make you think. /// you wise men don’t know how it feels to be thick as a brick.”  Ίσως, “ο Γραμ­μα­τέ­ας της Σπου­δά­ζου­σας” να μην ε­νέ­κρι­νε το βι­βλίο του Αφη­γη­τή. Το βι­βλίο ό­μως του Φύσ­σα μπο­ρεί και να ε­ρε­θί­σει το εν­δια­φέ­ρον κά­ποιων νεό­τε­ρων για τον α­να­ξιο­ποίη­το σή­με­ρα “βο­σκό­το­πο” της Μα­κρο­νή­σου.
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/4/2015.